ALLER AQUA A/S ν. TELLA AQUA MARINE LTD, Αρ. Αγωγής: 784/2022, 12/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 784/2022 (i-justice) Μεταξύ: ALLER AQUA A/S Εναγόντων - και - TELLA AQUA MARINE LTD Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση αναστολής διαδικασίας, ημερομηνίας 23/6/2022 Ημερομηνία: 12/12/2023 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους - αιτητές: Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: ANDREAS ORPHANIDES & CO LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες σύμφωνα με την αγωγή τους εμπορεύονται και/ή ασχολούνται και/ή εδράζουν στον τομέα προμήθειας, εμπορίας και/ή επεξεργασίας αλιευτικών και/ή ιχθυοτροφικών τροφών και/ή προϊόντων. Οι εναγόμενοι ασχολούνται με την ιχθυοτροφική βιομηχανία και στον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες τους. Συγκεκριμένα, κατά διάφορες περιόδους αγόραζαν προϊόντα και/ή υπηρεσίες από τους ενάγοντες, υπαγόμενες στο πεδίο ενασχόλησής τους, οι οποίοι (ενάγοντες) για το σκοπό αυτό εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια και/ή διατηρούν χρεωστικό λογαριασμό. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των €294.305,40 που αντιπροσωπεύει οφειλές και/ή υπόλοιπο λογαριασμού και/ή τιμολογίου και/ή εύλογη αμοιβή, προερχόμενο από την αξία διαφόρων προϊόντων και/ή υπηρεσιών πωληθέντων και/ή παραδοθέντων και/ή προσφερθέντων από τους πρώτους στους δεύτερους στην Κύπρο. Οι εναγόμενοι, στις 23/6/2022 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στην αγωγή καθώς και την υπό κρίση αίτηση - η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ένας από τους διευθυντές τους - με την οποία ζητούν διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η παρούσα διαδικασία και/ή ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, λόγω ύπαρξης εφαρμοστέας ρήτρας διαιτησίας. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, αποτελούμενη από 10 λόγους. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι βασικές θέσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησης σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης τού διευθυντή τους, είναι οι εξής: Οι εναγόμενοι ασχολούνται με ιχθυοκαλλιέργεια και οι ενάγοντες, οι οποίοι διεξάγουν τις εργασίες τους στη Δανία παράγουν και εξάγουν τροφές για ψάρια. Στη βάση μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, οι πρώτοι προμηθεύονταν από τους δεύτερους τροφές ψαριών για τις ανάγκες των ιχθυοτροφείων τους καθώς και θυγατρικών τους εταιρειών στην Κύπρο. Ο λόγος που οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν το ποσό που οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον τους με την αγωγή τους είναι γιατί οι τροφές που παραδόθηκαν ήταν ελαττωματικές και προκάλεσαν σημαντικό πρόβλημα στην ανάπτυξη των ψαριών που εκτρέφονταν από τους εναγόμενους και τις θυγατρικές τους εταιρείες κατά τον επίδικο χρόνο με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να υποστούν ζημιές και απώλειες που ξεπερνούν το ποσό της απαίτησης των εναγόντων. Η συμβατική σχέση μεταξύ των μερών διέπετο από τους γενικούς όρους συναλλαγών των εναγόντων. Οι συγκεκριμένοι όροι που αφορούν τη σχετική περίοδο περιέχονται σε έγγραφο που τιτλοφορείται «Sales and Delivery Condition for Deliveries from Aller Aqua A/S» (τεκμ. 1). Σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες όρους πώλησης, οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων θα διέποντο από τους συμφωνηθέντες όρους πώλησης, ως αναφέρεται ρητά σ' αυτούς. Οι όροι της εκάστοτε συναλλαγής μεταξύ των μερών είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στους συμφωνηθέντες όρους πώλησης, με τη διευκρίνιση ότι η τιμή και ο χρόνος παράδοσης συμφωνείτο ανάλογα με την ποσότητα και τον τύπο τροφής που παραγγελλόταν από τους εναγόμενους, ως και από το χρόνο της παραγγελίας. Όλα τα τιμολόγια που εκδίδονταν από τους ενάγοντες ανέγραφαν ρητά ότι οι όροι της συναλλαγής είναι αυτοί ως εμφαίνονται στους συμφωνηθέντες όρους πώλησης. Οι ενάγοντες ενεργούσαν πάντα στη βάση τους και η παροχή προϊόντων στους εναγόμενους γινόταν σύμφωνα με αυτούς τους όρους. Οι συναλλαγές μεταξύ των μερών στην παρούσα διαδικασία γίνονταν στη βάση συμφωνηθέντων όρων πώλησης. Οι ενάγοντες εξέδιδαν στους εναγόμενους προσφορές με τους όρους της συναλλαγής και οι εναγόμενοι αποδέχονταν με τη μορφή επιβεβαίωσης ποσοτήτων και τύπου τροφής την εκάστοτε προσφορά, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Η σχετική λίστα τιμών που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο επισυνάπτεται ως τεκμ. 2. Στα τιμολόγια που εξέδωσαν οι ενάγοντες για παραγγελίες των εναγόμενων (τεκμ. 3 σε δέσμη) ρητά αναφέρεται «Delivery according to our general sales conditions». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, οι συμφωνηθέντες όροι πώλησης ενσωματώνονταν σε κάθε γραπτή παραγγελία που αποτελεί τη συμφωνία στα πλαίσια της οποίας γινόταν η πληρωμή των τροφών. Οι συμφωνηθέντες όροι πώλησης περιέχουν ρήτρα σύμφωνα με την οποία, η έννομη σχέση μεταξύ των μερών διέπεται από το δίκαιο της Δανίας, ενώ οποιαδήποτε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει από ή σε σχέση με την έννομη σχέση των μερών, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε διαφοράς αναφορικά με την ύπαρξη, την ισχύ ή την καταγγελία/ακύρωση των συμβάσεων μεταξύ τους, θα επιλύονται με διαιτησία που θα διεξάγεται στην Κοπεγχάγη και σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες της Δανίας (Όρος 10). Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, υπάρχει μεταξύ των μερών γραπτή συμφωνία ότι η οποιαδήποτε διαφορά θα παραπεμφθεί σε διαιτησία στην Κοπεγχάγη. Η σχετική ρήτρα διαιτησίας είναι δεσμευτική για τους διαδίκους και ως εκ τούτου, η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί. Το κρίσιμο ερώτημα που καλούμαι να απαντήσω αφορά στο κατά πόσο μεταξύ των διαδίκων υπάρχει συμφωνία παραπομπής των διαφορών τους που απορρέουν από τη μεταξύ τους συμβατική σχέση σε διαιτησία. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, τότε ανακύπτουν προς εξέταση και διάφορα άλλα θέματα. Σε περίπτωση όμως που είναι αρνητική, το θέμα τελειώνει εδώ. Η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι διέπεται από τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν. 101/1987). Σύμφωνα με το άρθρο 7 που είναι αυτό που μας ενδιαφέρει: «
(1)"Συμφωvία περί διαιτησίας" είvαι η συμφωvία με τηv oπoία υπάγovται σε διαιτησία όλες ή oρισμέvες διαφoρές, παρoύσες ή μέλλoυσες, πoυ απoρρέoυv από καθoρισμέvη έvvoμη σχέση, συμβατική ή μη. Η συμφωvία περί διαιτησίας μπoρεί vα εvταχθεί σε σύμβαση ως ρήτρα διαιτησίας ή vα απoτελέσει τo αvτικείμεvo χωριστής συμφωvίας.
(2)Η συμφωvία περί διαιτησίας είvαι έγκυρη μόvo αv είvαι γραπτή.
(3)Θεωρείται γραπτή η συμφωvία περί διαιτησίας αv περιέχεται σε έγγραφo πoυ φέρει τηv υπoγραφή τωv μερώv, ή σε αvταλλαγή επιστoλώv, τέλεξ, τηλεγραφημάτωv ή άλλωv μέσωv τηλεπικoιvωvίας πoυ καταγράφoυv τη σχετική συμφωvία, ή στηv αvταλλαγή εκθέσεωv απαιτήσεως και υπερασπίσεως, στις oπoίες περιέχεται ισχυρισμός τoυ εvός τωv μερώv για τηv ύπαρξη συμφωvίας περί διαιτησίας χωρίς o ισχυρισμός αυτός vαvτικρoύεται από τo άλλo τωv μερώv. Αvαφoρά στη σύμβαση σε έγγραφo άλλo, πoυ περιέχει ρήτρα διαιτησίας, συvιστά συμφωvία περί διαιτησίας αv η σύμβαση είvαι γραπτή και η αvαφoρά είvαι τέτoια ώστε vα καθιστά τη ρήτρα αυτή αvαπόσπαστo μέρoς της σύμβασης.» Από το παραπάνω άρθρο, ερμηνευτικά - για ό,τι μας ενδιαφέρει - προκύπτουν τα εξής: Αρχίζοντας από το εδάφιο 1 δε νομίζω ότι χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης τι είναι «συμφωνία περί διαιτησίας». Συγκρατώ απλώς ότι αυτή μπορεί να ενταχθεί, δηλαδή να περιέχεται σε σύμβαση, ως αναπόσπαστο μέρος της ή να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής συμφωνίας. Δηλαδή, μιας άλλης ειδικής συμφωνίας που να διαλαμβάνει απλώς, ότι οι συμβαλλόμενοι σ' αυτή συμφωνούν ότι όλες ή μερικές από τις διαφορές τους που υπάρχουν ή θα προκύψουν, ως απόρροια συγκεκριμένης και νόμιμης συμβατικής ή άλλης μεταξύ τους σχέσης (βλ. τη φράση «όλες ή oρισμέvες διαφoρές, παρoύσες ή μέλλoυσες, πoυ απoρρέoυv από καθoρισμέvη έvvoμη σχέση, συμβατική ή μη») θα παραπέμπονται προς επίλυση σε διαιτησία. Απ' εκεί και πέρα, για να είναι έγκυρη μια συμφωνία περί διαιτησίας, θα πρέπει να είναι γραπτή. Και θεωρείται γραπτή σε τρεις περιπτώσεις. Σύμφωνα με την πρώτη - που και πάλιν δε χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης - η συμφωνία θα πρέπει να περιέχεται σε έγγραφο που φέρει την υπογραφή των μερών κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο 1 (ανωτέρω). Υπεισέρχομαι τώρα στη δεύτερη περίπτωση, η ερμηνεία της οποίας θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα από τη φράση «Θεωρείται γραπτή η συμφωvία περί διαιτησίας αv περιέχεται .. σε αvταλλαγή επιστoλώv, τέλεξ, τηλεγραφημάτωv ή άλλωv μέσωv τηλεπικoιvωvίας πoυ καταγράφoυv τη σχετική συμφωvία .» Η συγκεκριμένη φράση, κατά τη γνώμη μου έχει την έννοια ότι για να θεωρείται γραπτή η συμφωνία διαιτησίας, η ύπαρξή της θα πρέπει να προκύπτει ευθέως από την ανταλλαγή μεταξύ των μερών οποιουδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται εξαντλητικά στο σχετικό εδάφιο, υπό την έννοια ότι, διαβάζοντας κάποιος το περιεχόμενο των εν λόγω μέσων, από τα συμφραζόμενα, καταλαβαίνει ότι σ' αυτά περιέχεται με απολύτως ξεκάθαρο, σαφή και κατανοητό τρόπο η σχετική συμφωνία περί διαιτησίας. Τέλος, η τρίτη περίπτωση ύπαρξης γραπτής συμφωνίας περί διαιτησίας είναι όταν στο πλαίσιο αγωγής υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός από το ένα μέρος περί της ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας και το άλλο μέρος, με το δικό του δικόγραφο δεν αρνείται ή απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό. Η τελευταία φράση του εδαφίου 3 δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα ερμηνείας και αυτό είναι και το μόνο που θέλω να πω αναφορικά με αυτή. Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω ερμηνευτικές θέσεις, στο κρίσιμο ερώτημα που έχω θέσει σε άλλο σημείο (πιο πάνω) απαντώ αρνητικά. Ενώ δεν τίθεται θέμα ύπαρξης συμφωνίας περί διαιτησίας που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής, είτε της πρώτης είτε της τρίτης περίπτωσης θεωρώ πως δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία, που να οδηγεί στο συμπέρασμα ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης περίπτωσης. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά και τα τρία έγγραφα που επικαλούνται οι εναγόμενοι για σκοπούς στοιχειοθέτησης της περί αντιθέτου θέσης τους προέρχονται αποκλειστικά από τους ενάγοντες και κανένα από τους ίδιους, ενώ για να θεωρηθεί ότι υπάρχει γραπτή συμφωνία περί διαιτησίας που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης περίπτωσης καθώς ήδη έχει αναφερθεί, η ύπαρξη της συμφωνίας, θα πρέπει να προκύπτει ευθέως από την ανταλλαγή μεταξύ των μερών οποιουδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο σχετικό εδάφιο και στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται καθόλου θέμα ανταλλαγής μεταξύ των διαδίκων, είτε επιστολών είτε οποιουδήποτε άλλου από τα συγκεκριμένα αυτά μέσα, που να περιέχει ή καταγράφει συμφωνία περί διαιτησίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση Parker v. South Eastern Railway [1877] 2 C.P.D. 416, 421 ("if in the course of making a contract one party delivers to another a paper containing writing, and the party receiving the paper knows that the paper contains conditions which the party delivering it intends to constitute the contract ... the party receiving and keeping it, assent to the conditions contained in it, although he does not read them, and does not know what they are".) δε βοηθά τους εναγόμενους για το σκοπό που το επικαλούνται οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους. Στην υπό εξέταση περίπτωση, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι κατά πόσο υπάρχει έγκυρη σύμβαση με βάση το δίκαιο των συμβάσεων - για να τίθεται θέμα εφαρμογής των παραπάνω - αλλά έγκυρη γραπτή σύμβαση περί διαιτησίας με βάση το άρθρο 7 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/1987 που είναι ειδικός νόμος, επομένως, οι πρόνοιές του υπερισχύουν των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου πραγματεύονται το θέμα έγκυρης σύμβασης, περιλαμβανομένου και του περί Συμβάσεων Νόμου. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν μου από τους εναγόμενους, ενώ με βάση τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, θα έλεγα ότι στοιχειοθετείται η θέση τους περί ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων, έγκυρης συμφωνίας διαιτησίας, για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, σε καμιά περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει έγκυρη γραπτή συμφωνία περί διαιτησίας με βάση τις πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/1987 και ειδικά του άρθρου 7. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο