Fintailor Investments Limited ν. Promsvyazbank PJSC, Αγωγή Αρ. 200/2018, 6/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 200/2018 Μεταξύ: Fintailor Investments Limited Ενάγουσας και Promsvyazbank PJSC Εναγομένης ---------------------- Αίτηση ημερ. 6.12.2022 για επιστροφή εγγυητικής 29 Δεκεμβρίου 2023 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Λ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ και Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Αιτήτρια) με την υπό εξέταση Αίτηση της επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπως της επιστρέψει την τραπεζική εγγύηση (bank guarantee) για το ποσό των €100.000, η οποία εκδόθηκε από την Societe General Bank και κατατέθηκε κατά την 31.1.2018 ως ασφάλεια/εγγύηση για την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 30.1.2018, στο πλαίσιο της αίτησης της ημερομηνίας 26.1.
- Η Αίτηση στηρίζεται στην Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου κας Παύλου, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Την 30.1.2018 το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα υπό τον όρο όπως κατατεθεί από την Αιτήτρια το ποσό των €100.000 υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης για κάλυψη οποιωνδήποτε ζημιών και εξόδων ήθελε υποστεί η Εναγόμενη από την έκδοση του διατάγματος. Την 31.1.2018 κατατέθηκε από την Αιτήτρια προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το ποσό των €100.000 μέσω τραπεζικής εγγύησης (bank guarantee), κατά τρόπο ώστε να τεθεί σε ισχύ το διάταγμα. Κατόπιν ακρόασης το διάταγμα κατέστη απόλυτο κατά την 20.7.
- Όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο της Αιτήτριας, το λεκτικό του διατάγματος αναφορικά με την εγγύηση είναι ξεκάθαρο, δηλαδή αυτή ισχύει για πλήρη κάλυψη των ζημιών και εξόδων που ήθελε υποστεί η Εναγόμενη ενόψει της έκδοσης του διατάγματος. Εξ όσων πιστεύει και συμβουλεύεται, η Εναγόμενη καμιά νόμιμη, χρηματική ή άλλη ζημιά υπέστη συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος. Η Εναγόμενη δεν καταχώρισε μέχρι στιγμής οποιαδήποτε αίτηση με την οποία να επικαλείται ότι υπέστη ζημιές λόγω της έκδοσης και ισχύος του διατάγματος. Εφόσον δε το διάταγμα κατέστη απόλυτο, δεν υπάρχει πλέον λόγος να διατηρείται η εγγύηση, η οποία δόθηκε για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος στο μονομερές τότε στάδιο της Αίτησης. Αφ' ης στιγμής δεν εκκρεμεί η διαδικασία για την οποία κατατέθηκε η εγγύηση, δεν υπάρχει λόγος να μην επιστραφεί στην Αιτήτρια. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η Εναγόμενη εναντιώθηκε στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρισε, προβάλλει σειρά λόγων ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου ή και είναι νομικά αβάσιμη.
- Το στάδιο αυτό δεν είναι κατάλληλο για να εκδικαστεί η Αίτηση, αφού η αγωγή δεν έχει ακόμα αποπερατωθεί ή και δεν έχει εκλείψει ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιάς στην Εναγόμενη.
- Δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.
- Εφόσον το ενδιάμεσο διάταγμα παραμένει σε ισχύ, ο όρος που επέβαλε το Δικαστήριο σε σχέση με την εγγυητική θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ.
- Η διαδικασία για καταβολή αποζημίωσης για δαπάνες ή και βλάβη που ήθελε υποστεί η Εναγόμενη επεκτείνεται μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και την έκδοση τελικής απόφασης, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής υπάρχει πιθανότητα να προκύψει το δικαίωμα στην Εναγόμενη να αιτηθεί αποζημιώσεις για τυχόν ζημιές που υπέστη.
- Από την μέρα που τέθηκε σε ισχύ το ενδιάμεσο διάταγμα, η Εναγόμενη υπόκειται σε ζημιές αφού έχουν δεσμευθεί πολύ μεγάλα ποσά τα οποία θα χρησιμοποιούσε για να εκτελεί τις δραστηριότητες της ως πιστωτικό ίδρυμα με σκοπό το κέρδος. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου κας Διονυσίου, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη μπορεί να υποστεί ζημιά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μέχρι και την αποπεράτωση της αγωγής. Σε περίπτωση δε έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα ελλοχεύει ο κίνδυνος τέτοια ζημιά της Εναγομένης να είναι αδύνατο να αποζημιωθεί. Δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το αν έχει υποστεί ζημιά συνεπεία της έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, παρά μόνο κατά την τελεσιδικία της υπόθεσης και την έκδοση τελικής απόφασης. Η Εναγόμενη είναι υποκατάστημα ρωσικής τράπεζας στην Κύπρο και η παγοποίηση των λογαριασμών της, σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι έγινε λανθασμένα, θα της έχει επιφέρει ζημιά, αφού με το διάταγμα παγοποίησης εμποδιζόταν η απρόσκοπτη εκτέλεση των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων ως πιστωτικό ίδρυμα. Ενδεικτικά αυτή η ζημιά έχει υπολογιστεί τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως και εντοπίζεται στην ένορκη δήλωση του κ. Dubrovin που συνοδεύει την ένσταση της Εναγομένης στην αίτηση της Αιτήτριας για έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα άρθρα 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.33, Δ.48 θ.θ.1, 2 και 8 και Δ.
- Όπως αναδύεται από τον δικαστικό φάκελο της παρούσας αγωγής, κατά την 30.1.2018 εκδόθηκαν μονομερώς, στο πλαίσιο της αίτησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 26.1.2018, προσωρινά διατάγματα ως οι παράγραφοι 1 και 3 της αίτησης υπό τον όρο ότι η Αιτήτρια θα καταθέσει εγγύηση, υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης ύψους €100.000, «προς εξασφάλιση τυχόν ζημιάς ήθελε προκληθεί συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος», ως επιμαρτυρεί το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.1.
- Την 31.1.2018 κατατέθηκε εγγυητική επιστολή της ίδιας ημερομηνίας για το ποσό των €100.000 με εκδότη την Societe General Bank-Cyprus και δικαιούχο τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το διάταγμα της παραγράφου 1 οριστικοποιήθηκε, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.7.
- Περαιτέρω, το διάταγμα της παραγράφου 3 οριστικοποιήθηκε, κατόπιν τροποποίησης του, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.
- Αναμφισβήτητα ο όρος για την κατάθεση της ρηθείσας εγγύησης υπό τη μορφή τραπεζικής επιστολής (Bank guarantee), τέθηκε στη βάση του άρθρου 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, το οποίο προνοεί επί λέξη τα ακόλουθα: «Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Αιτήτρια με την υπό εξέταση Αίτηση της επιδιώκει την επιστροφή και, κατ' επέκταση, την άρση της ισχύος της ρηθείσας τραπεζικής εγγύησης επί τω ότι το διάταγμα ημερομηνίας 30.1.2018, στη βάση του οποίου αυτή παραχωρήθηκε, κατέστη απόλυτο. Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση προβάλλεται από την κα Παύλου ότι μέχρι στιγμής η Εναγόμενη δεν καταχώρησε αίτηση με την οποία να επικαλείται ότι υπέστη ζημιές συνεπεία της έκδοσης και ισχύος του διατάγματος ημερομηνίας 30.1.2018, κάτι το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ουδεμία ζημιά έχει υποστεί από την έκδοση του. Ενόψει δε του ότι δεν εκκρεμεί η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας κατατέθηκε η ρηθείσα τραπεζική εγγύηση, δεν υπάρχει λόγος να μην επιστραφεί στην Αιτήτρια. Στην αντίπερα όχθη η Εναγόμενη διατείνεται, μέσω της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης της, ότι δυνατό να υποστεί ζημιά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μέχρι και την αποπεράτωση της αγωγής, σε περίπτωση δε έγκρισης της αιτούμενης θεραπείας, θα ελλοχεύει ο κίνδυνος τέτοια ζημιά να μην καταστεί δυνατό να αποζημιωθεί. Διατείνεται επίσης ότι θα ήταν παρακινδυνευμένο, αν όχι αδύνατο, να υπάρξει κατάληξη επί του ζητήματος της αποζημίωσης την οποία προνοεί το άρθρο 32
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Δεν θα μπορούσε, κατά την ενόρκως δηλούσα, να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το αν η Εναγόμενη έχει υποστεί ζημιά παρά μόνο κατά την τελεσιδικία της υπόθεσης και την έκδοση τελικής απόφασης. Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ότι δεν υπάρχει νομοθετική διάταξη είτε ουσιαστικής είτε δικονομικής φύσης, η οποία ρυθμίζει το θέμα της επιστροφής εγγύησης η οποία παραχωρείται στη βάση του άρθρου 9
(2)του Κεφ.6, γι' αυτό και το θέμα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με βάση την γενική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Φυσικά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας στην γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να τύχει αναλογικής εφαρμογής η Δ.33 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως εμπεριέχουσας πρόνοια για επιστροφή εγγράφων που κατατίθενται στο Δικαστήριο, μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Με κάθε σεβασμό προς τους ευπαίδευτους συνηγόρους, είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε παραλληλισμός της Δ.33 θ.8[1] με το υπό εξέταση αίτημα, το οποίο αφορά επιστροφή εγγύησης, η οποία παραχωρήθηκε στο πλαίσιο του άρθρου 9
(2)του Κεφ.6. Όπως δε προκύπτει από το λεκτικό του αμέσως πιο πάνω άρθρου, η παραχώρηση εγγύησης είναι επιτακτική στις περιπτώσεις που εκδίδεται διάταγμα μονομερώς. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ. 190 και 191 «..καθίσταται επιτακτικό όπως το δικαστήριο κατά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από μονομερή αίτηση, θέσει όρο ότι ο ενάγων θα πρέπει να υπογράψει εγγύηση ή ανάληψη υποχρέωσης ότι θα αποζημιώσει τον εναγόμενο σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπέστη ζημιές ως αποτέλεσμα της λανθασμένης έκδοσης του διατάγματος.». Αντίθετα, η Δ.33 θ.8 ρυθμίζει την περίπτωση επιστροφής εγγράφων και γενικά τεκμηρίων τα οποία κατατίθενται ως μαρτυρία κατά την ακρόαση της αγωγής. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο αμέσως πιο πάνω θεσμός δεν θα μπορούσε να τύχει αναλογικής εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση. Το άρθρο 32
(3)του Νόμου 14/60, του οποίου γίνεται επίκληση στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων αμφοτέρων των πλευρών, προνοεί επί λέξη τα ακόλουθα: «Εάv ήθελε φαvή εις τo δικαστήριov ότι oιovδήπoτε εκδoθέv απαγoρευτικόv διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1)εβασίσθη επί αvεπαρκώv λόγωv, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντιόν του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και τηv βλάβηv ήτις πρoσεγέvετo εις αυτό διά της εκτελέσεως τoυ διατάγματoς.» Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τις εκατέρωθεν πλευρές. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας στη γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν ότι εάν η Εναγόμενη είχε υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή ανησυχούσε για οποιαδήποτε ζημιά τυχόν προκύψει, όφειλε, μεσούσης της περιόδου από την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 30.1.2018 μέχρι και σήμερα, να προβεί σε σχετικά δικονομικά διαβήματα και να παραθέσει γεγονότα και αποδεικτικά που να δείχνουν τυχόν ζημιές μέχρι και την καταχώριση της ένστασης της. Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους, η Εναγόμενη στοχεύει στη συνέχιση δέσμευσης της συνέχισης της εγγύησης που κατέβαλε η Αιτήτρια, αποστερώντας της, κατ' αυτό τον τρόπο, τη δυνατότητα επιστροφής της τραπεζικής εγγύησης η οποία δόθηκε μόνο για σκοπούς έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων. Στην αντίπερα όχθη, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εναγόμενης στη γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν ότι το κατά πόσο ένας καθ' ου η αίτηση δικαιούται σε πληρωμή αποζημίωσης λόγω της έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, ακόμα και αν αυτό οριστικοποιηθεί ή καταστεί απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, είναι θέμα που πρέπει να αποφασιστεί μετά την αποπεράτωση της αγωγής, όπου και θα διαφανεί κατά πόσο ο αιτητής δικαιούται σε τελική θεραπεία και συνακόλουθα κατά πόσο δικαιούτο να λάβει διάταγμα στο ενδιάμεσο στάδιο. Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους αυτό είναι ζήτημα που εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 32
(3)του Νόμου 14/60. Είμαι της άποψης ότι το γεγονός ότι το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 30.1.2018 το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της Αιτήτριας, οριστικοποιήθηκε, δεν μεταβάλλει τη φύση του ως ενδιάμεσης προσωρινής θεραπείας. Τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα βρίσκουν έρεισμα στο ακόλουθο απόσπασμα από την Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Stepanek κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403, 1425: «... Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. ..» Πέραν των πιο πάνω, στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, εξέδωσε παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα με τα οποία απαγορεύονταν στους Εναγόμενους να χρησιμοποιούν ή να επιτρέπουν τη χρήση από οποιοδήποτε πρόσωπο, του περιγραφομένου στην απόφαση ακινήτου. Το Δικαστήριο δεν επέβαλε οποιαδήποτε εγγύηση ως όρο για την έκδοση των διαταγμάτων. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση, επιβλήθηκε όμως όρος ότι οι εφεσίβλητοι θα υπέγραφαν εγγύηση για τυχόν ζημιές τις οποίες θα υποστούν οι εφεσείοντες εξ αιτίας της λανθασμένης έκδοσης των διαταγμάτων, κάτι το οποίο παρέλειψε να πράξει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η επιβολή όρου για κατάθεση εγγύησης εκ μέρους των εφεσιβλήτων/εναγομένων στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, παρά το ότι τα εφεσιβληθέντα διατάγματα είχαν εκδοθεί κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, υποστηρίζει, κατά την άποψη μου, τη θέση ότι η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και, κατ' επέκταση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή, ακόμα και στην περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί. Τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα με οδηγούν αναπόφευκτα στην απόρριψη της εισήγησης των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας ότι η τραπεζική εγγύηση δόθηκε μόνο για σκοπούς έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων. Από τη στιγμή που το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 30.1.2018 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, παρά το ότι αυτό οριστικοποιήθηκε, θα πρέπει να συνεχίσει και η ισχύς της εγγύησης την οποία διέταξε το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει υποβληθεί μέχρι στιγμής οποιαδήποτε απαίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης για επιδίκαση αποζημιώσεων για οποιαδήποτε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος. Τέτοια απαίτηση είναι δυνατό να υποβληθεί, όπως τουλάχιστον επιμαρτυρεί το ξεκάθαρο περιεχόμενο του άρθρου 32
(3)του Νόμου 14/60 σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, εφόσον ήθελε φανεί ότι το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε λανθασμένα,μέχρι και την έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή, οπόταν το ενδιάμεσο διάταγμα παύει αυτοδικαίως να ισχύει, εκτός και εάν παραταθεί η ισχύς του με βάση τη δικαστική απόφαση. Θεωρώ απόλυτα σχετικά τα όσα αναφέρθηκαν από το Δ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2015)1 Α.Α.Δ. 2672: «Οι ασφαλιστικές δικλείδες όπως η παροχή εγγύησης και το περιορισμένο του χρόνου ισχύος του διατάγματος, δεν τίθενται όμως διότι το διάταγμα εκδίδεται μονομερώς και ορίζεται επιστρεπτέον για να ακουστεί επ' αυτού και η επηρεαζόμενη πλευρά. Τίθεται, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την παροχή εγγύησης, διότι ο εναγόμενος, και γενικά το επηρεαζόμενο πρόσωπο, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποζημιωθεί εάν το διάταγμα εκδόθηκε επί ανεπαρκών λόγων, ή, η αγωγή του ενάγοντος αποτύχει ή φανεί ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής. Σ' αυτές τις περιπτώσεις το Άρθρο 32
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/1960, προνοεί ακριβώς αυτό. Ότι, δηλαδή, το Δικαστήριο δύναται εάν νομίζει τούτο πρέπον, να διατάξει τον ενάγοντα να πληρώσει στον εναγόμενο ποσό που κατά το Δικαστήριο αποτελεί εύλογον αποζημίωση «διά τας δαπάνας και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος.». Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι δεν είναι αυτή καθαυτή η έκδοση του διατάγματος μονομερώς που ενέχει σημασία για την παροχή εγγύησης κατά την έκδοση, αλλά διότι το διάταγμα, είτε μονομερώς εκδίδεται, είτε μετά από αίτηση διά κλήσεως, εκτελείται επιδρώντας έτσι επί των δικαιωμάτων του εναγομένου κατά τρόπον που ενδεχομένως να του δημιουργεί ζημιά. Μάλιστα, και αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, το Άρθρο 32
(3)προνοεί ότι αυτή η αποζημίωση δίδεται «αιτήσει του εναγομένου», πληρωμή δε που γίνεται δυνάμει του εδαφίου αυτού θα είναι κώλυμα για την έγερση αγωγής για αποζημιώσεις για οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος. Αγωγή δε που έχει εγερθεί προς τούτο, διακόπτεται από το Δικαστήριο. Το εδάφιο
(3)λοιπόν ρητά προβλέπει την εξέταση και την απόδοση αποζημίωσης όταν πλέον έχει ακυρωθεί το διάταγμα, με αίτηση του εναγομένου που εγείρεται εντός της αγωγής στην οποία εκδόθηκε το διάταγμα. Το εδάφιο
(3)και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται είχα την ευκαιρία να εξετάσω και αποφασίσω στην υπόθεση Σωτηριάδη ν. Βασιλείου κ.ά., Αγωγή υπ' αρ. 8855/85, ημερ. 9.7.1990, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Έπεται ότι πρέπει να είναι διαθέσιμη εγγύηση εντός της αγωγής που να είχε δοθεί από τον ενάγοντα ώστε ο εναγόμενος να αποζημιωθεί άμεσα και με ευκολία και χωρίς την αναγκαιότητα να εγερθεί νέα αγωγή με σκοπό την αποζημίωση.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η Αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου, που στην προκείμενη περίπτωση είναι η Εναγόμενη. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ [1] Every document or other exhibit put in evidence shall be marked by a Judge or by an officer of the Court when it is put in, and the mark placed thereon shall be noted in the minutes of the Court. Exhibits shall remain in the custody of the Court and shall not be given out except by leave of a Judge. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο