Farid Kantserov κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, δια του ειδικού διαχειριστή της κου Κλεόβουλου Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1362/13, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1362/13 Μεταξύ:
- Farid Kantserov, από τη Ρωσία
- Svetlana Kantserova, από τη Ρωσία
- Evgeny Kantserov, από τη Ρωσία και τώρα στην Κύπρο
- Andrei Kantsarau από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο
- Tatsiana Kantsarava από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο Εναγόντων ΚΑΙ
- Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λεμεσό, Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, κατάστημα 021, δια της Ειδικής Διαχειρίστριας της Εναγομένης 2
- Άντρη Αντωνιάδου από τη Λευκωσία, φ/δι Κεντρικά γραφεία Εναγόμενης 1, Λεωφ. Λεμεσού 154, 2025, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία, Λεωφ. Τζων Κέννετυ, 80
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Απελλή 1, Αγ. Ομολογητές, 1403, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 16/12/2013 Αρ. Αγωγής: 1362/13 Μεταξύ:
- Farid Kantserov, από τη Ρωσία
- Svetlana Kantserova, από τη Ρωσία
- Evgeny Kantserov, από τη Ρωσία και τώρα στην Κύπρο
- Andrei Kantsarau από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο
- Tatsiana Kantsarava από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο Εναγόντων ΚΑΙ
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ), από τη Λεμεσό, Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Κατάστημα 021, δια της Ειδικής Διαχειρίστριας της Εναγόμενης 2
- Άντρη Αντωνιάδου από τη Λευκωσία, φ/δι Κεντρικά γραφεία Εναγόμενης 1, Λεωφ. Λεμεσού 154, 2025, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία, Λεωφ. Τζων Κέννετυ, 80
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Απελλή 1, Αγ. Ομολογητές, 1403, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 11/11/2015 Αρ. Αγωγής: 1362/13 Μεταξύ:
- Farid Kantserov, από τη Ρωσία
- Svetlana Kantserova, από τη Ρωσία
- Evgeny Kantserov, από τη Ρωσία και τώρα στην Κύπρο
- Andrei Kantsarau από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο
- Tatsiana Kantsarava από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο Εναγόντων ΚΑΙ
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, δια του ειδικού διαχειριστή της κου Κρις Παύλου, από τη Λευκωσία, φι/δι Κεντρικά Γραφεία Εναγομένης 1, Λεωφ. Λεμεσού 154, 2025, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία, Λεωφ. Τζων Κέννετυ, 80
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Απελλή 1, Αγ. Ομολογητές, 1403, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 12/09/2017 Αρ. Αγωγής: 1362/13 Μεταξύ:
- Farid Kantserov, από τη Ρωσία
- Svetlana Kantserova, από τη Ρωσία
- Evgeny Kantserov, από τη Ρωσία και τώρα στην Κύπρο
- Andrei Kantsarau από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο
- Tatsiana Kantsarava από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο Εναγόντων ΚΑΙ
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, δια του ειδικού διαχειριστή της κου Κλεόβουλου Αλεξάνδρου, από τη Λευκωσία, φι/δι Κεντρικά Γραφεία Εναγομένης 1, Λεωφ. Λεμεσού 154, 2025, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία, Λεωφ. Τζων Κέννετυ, 80
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Απελλή 1, Αγ. Ομολογητές, 1403, Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 30.11.2023 Για Ενάγοντες: κ. A Θεοφίλου με κα. A. Παύλου για A. Chr. Theofilou LLC Για Εναγόμενη 2: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου και Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 3: κα Ζ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις ύψους €5.770.000,00 ως ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστηκαν, εξαιτίας του γεγονότος ότι απώλεσαν τα κατατεθειμένα χρήματα τους στη Λαϊκή Τράπεζα, Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, εναγόμενους 1, οι οποίοι το 2013 οδηγήθηκαν, με βάση σχετική νομοθεσία, σε καθεστώς εξυγίανσης, οπότε υπήρξε η απομείωση των τραπεζικών τους λογαριασμών. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες, ρώσοι υπήκοοι, ανήκαν στην ίδια οικογένεια. Διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στην προαναφερόμενη τράπεζα σε υποκατάστημα της στη Λεμεσό. Πιο συγκεκριμένα στις 26.03.2013, ήταν κατατεθειμένα €1.000.000,00, στο όνομα της ενάγουσας 2, στο όνομα των εναγόντων 1 και 2, από κοινού, €870.000,00, στο όνομα της ενάγουσας 2 €2.200.000,00, στο όνομα του ενάγοντα 3 €600.000,00 και στο όνομα των εναγόντων 4 και 5 από κοινού €1.100.000,
- Κατ' επέκταση της πιο πάνω απομείωσης των καταθέσεων τους οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και διεκδικούν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις οι οποίες ουσιαστικά αντανακλούν στα ποσά των χρημάτων που είχαν κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν στη Λαϊκή Τράπεζα, αφαιρουμένου του συνολικού ποσού των €500.000,00, ήτοι €100.000,00 για κάθε ενάγοντα, λόγω του ότι αυτά εξαιρέθηκαν της απομείωσης. Η Λαϊκή Τράπεζα σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση και η αγωγή εναντίον της, δεδομένης της πρόνοιας του Άρθρου 220 του ΚΕΦ. 113 δεν συνεχίστηκε, καθ' ότι δεν εξασφαλίστηκε άδεια δικαστηρίου για συνέχιση. Ως αποτέλεσμα η Λαϊκή Τράπεζα αδυνατεί να τους επιστρέψει τα ποσά που απώλεσαν, οι δε ενάγοντες θεωρούν ότι, εκτός από τη Λαϊκή Τράπεζα, ευθύνονται για την απώλεια των καταθέσεων τους και οι εναγόμενες 2 και
- Ως ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, στην Έκθεση Απαίτησής τους, στις 16.03.2013, η εναγόμενη 3 συμφώνησε με διεθνείς δανειστές, γνωστούς ως ΤΡΟΙΚΑ, το δανεισμό της για το ποσό των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ. Με τη συμφωνία αυτή απαγορεύθηκε η χρησιμοποίηση έστω μέρους του εν λόγω δανείου για ανακεφαλαιοποίηση των κυπριακών τραπεζών και εισάχθηκε η πρακτική ανακεφαλαιοποίησης τους με ίδια μέσα, (bail in), τα οποία επέφεραν την ανάγκη «κουρέματος» των καταθέσεων των καταθετών, μεταξύ αυτών και των εναγόντων. Στις 19.03.2013 ακολούθησαν η απόρριψη, από τη Bουλή των Αντιπροσώπων, πρότασης νόμου για «εφάπαξ εισφορά» επί όλων των καταθέσεων, σε όλες τις τράπεζες, και στις 22.03.2013 η ψήφιση σειράς νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένου του Ν.17(Ι)/2013, με τον οποίο η εναγόμενη 2 ορίστηκε ως η Αρχή Εξυγίανσης όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι ενάγοντες από τις 16.03.2013 και μετά δεν είχαν πρόσβαση στους λογαριασμούς τους. Μεταξύ άλλων οι ενάγοντες αποδίδουν αμέλεια και/ή παράβαση καθηκόντων και/ή ψευδείς και/ή παραπλανητικές παραστάσεις και/ή δόλο στις εναγόμενες 2 και 3 και παραθέτουν, στην Έκθεση Απαίτησής τους, λεπτομέρειες υποστηρίζουσες την εκδοχή τους. Περαιτέρω η κατ' ισχυρισμό ευθύνη της εναγόμενης 2 μεταξύ άλλων, συνίσταται στα ακόλουθα: - Έλλειψη ελέγχου, ως εποπτική αρχή, στον τρόπο απόκτησης των Ελληνικών Κρατικών Ομολόγων. - Έλλειψη προειδοποίησης προς τις τράπεζες για τις συνέπειες από την συμφωνία απομείωσης των Ελληνικών Κρατικών Ομολόγων. - Για τη μετατροπή της Marfin Εγνατία Τράπεζα ΑΕ σε υποκατάστημα στις 31.03.
- - Ενώ η ρευστότητα της Λαϊκής Τράπεζας μειώθηκε και επέβαλε περιορισμούς εξαίρεσε από τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας τα κυβερνητικά ομόλογα και την θεωρούσε φερέγγυα και της παραχωρούσε ELA και μετά τον Μάϊο του
- - Παρά τις παραβιάσεις των δεικτών από τη Λαϊκή Τράπεζα συνέχιζε να της παραχωρεί ELA. - Επέτρεψε ώστε οι επισφαλείς χορηγίες της Λαϊκής Τράπεζας, στην Κύπρο και στην Ελλάδα, να αυξάνονται συνεχώς και δραματικά χωρίς ενέργειες για έλεγχο της κατάστασης. - Έδειξε πλήρη εμπιστοσύνη σε ανακοινώσεις της εναγόμενης 3 για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας από πρόγραμμα στήριξης. Ακόμη ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι η ευθύνη των εναγόμενων 2 και 3 στοιχειοθετείται λόγω παράβασης των θεσμικών/ειδικών καθηκόντων τους προς τους ενάγοντες, επειδή βρίσκονταν σε θέση εγγύτητας και/ή ως θεματοφύλακες της προστασίας της οικονομίας της Κύπρου και/ή της εύρυθμης λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος. Είχαν δε, οι εναγόμενες 2 και 3, καθήκον να διαγνώσουν έγκαιρα και/ή να εκτιμήσουν και/ή να διαχειριστούν ορθά τον εύλογα προβλέψιμο, ήδη από τις αρχές του 2009, κίνδυνο κατάρρευσης της οικονομίας και/ή να έχουν την ικανότητα να αποτρέψουν τον κίνδυνο που οι ίδιες δημιούργησαν για την κατάρρευση της οικονομίας του κράτους και των δύο μεγάλων τραπεζών, Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής. Επιπλέον οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 3 είναι υπεύθυνη για την κάκιστη διαχρονική οικονομική πολιτική της και τα συνεχή διαχρονικά λάθη και παραλείψεις, των εκάστοτε κυβερνήσεων, που εντάθηκαν κατά τα έτη μεταξύ του 2009 μέχρι τον Μάρτιο του 2013, σε συνδυασμό με την έλλειψη εποπτείας των τραπεζών και/ή κάκιστη εποπτεία και/ή χωρίς εμπειρογνωμοσύνη και/ή αμελή εποπτεία εκ μέρους της εναγόμενης
- Με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης ζητείται (α) απόφαση για το ποσό των €5.770.000,00 (β) δήλωση ότι η πρόνοια που συμφωνήθηκε με το Προκαταρκτικό και Τελικό Μνημόνιο για διάσωση της Λαϊκής Τράπεζας με ίδια μέσα (bail in), είναι αντισυνταγματική (γ) δήλωση ότι το Άρθρο 32 του Ν.66(Ι)/1997 είναι αντισυνταγματικό (δ) δήλωση ότι ο Ν.17(Ι)/2013 και οι ΚΔΠ που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού είναι αντισυνταγματικές (ε) δήλωση ότι οι εναγόμενες 2 και 3 εμποδίζονται, λόγω πράξεων και/ή δηλώσεων και/ή υποσχέσεων, να ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ευθύνη, και/ή ότι έχουν ευθύνη έναντι των εναγόντων για τις πράξεις και παραλείψεις τους και (στ) δήλωση ότι ο όρος στις συμφωνίες της εναγόμενης 2 με την ΤΡΟΙΚΑ, με την οποία καθορίζεται ως μέθοδος εξυγίανσης η «διάσωση με ίδια μέσα», είναι αντισυνταγματική, πλέον τα έξοδα της δίκης. Με την Υπεράσπισή τους, οι εναγόμενες 2 και 3 αρνούνται την απαίτηση των εναγόντων και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς υποστηρίζοντες αυτήν. Συνοπτικά οι θέσεις τους είναι πως, η εναγόμενη 2 δεν επέδειξε έλλειψη εποπτείας ή ενήργησε με αμελή εποπτεία κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Κατά τον ουσιώδη χρόνο εφάρμοσε αυστηρή και συνεχή εποπτεία επί των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία και τη διεθνή πρακτική. Κατά την άσκηση των εξουσιών της, ως Αρχή Εξυγίανσης, δυνάμει του Ν.17(Ι)/2013, λήφθηκαν όλα τα απαραίτητα μέτρα και μετά από κοινή απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών, και αφού κρίθηκε ότι συνέτρεχαν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας ωφέλειας, εξέδωσε διατάγματα για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου και στη Λαϊκή Τράπεζα. Προβάλλεται επίσης, διαζευκτικά, η θέση υπό τύπο προδικαστικής ένστασης, μεταξύ άλλων, πως η αγωγή είναι πρόωρη καθ' ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας, και ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν δύνανται να γνωρίζουν την έκταση ή το μέγεθος της πιθανής ζημιάς τους. Η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται πως έκανε ό,τι μπορούσε υπό τις περιστάσεις και τα γνωστά γεγονότα που οδήγησαν σε συμφωνίες με τους δανειστές της, για να σώσει την κυπριακή οικονομία και να αποφευχθεί η χρεωκοπία της Κύπρου. Η πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας υποβαθμίστηκε και εν τέλει αυτή αποκλείστηκε από τις διεθνείς αγορές, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι δυνατότητες χρηματοδότησης των αναγκών του κράτους. Ουδεμία δε εξουσία ή αποφασιστική αρμοδιότητα είχε ως προς τα μέτρα εξυγίανσης τα οποία λήφθηκαν στο πλαίσιο νόμου που ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων. Οποιαδήποτε δε μέτρα λήφθηκαν δικαιολογούνταν από το δίκαιο της ανάγκης. Έστω δε ότι ήθελε αποδειχθεί πως οποιοσδήποτε κυβερνητικός αξιωματούχος προέβη αρμοδίως σε δήλωση και/ή παράσταση, αυτή έγινε ειλικρινά και/ή καλόπιστα και/ή στη βάση των πληροφοριών που οι αξιωματούχοι είχαν και/ή ήταν χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση να παραπλανήσουν τους ενάγοντες και/ή να επηρεάσουν τη συμπεριφορά τους. Τα μέτρα εξυγίανσης δεν έφεραν τους ενάγοντες σε δυσμενέστερη θέση απ' ότι αυτοί θα βρίσκονταν αν η Λαϊκή Τράπεζα οδηγείτο σε εκκαθάριση. Ως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, στο κείμενο της παρούσας απόφασης γίνονται αναφορές σε οικονομικούς όρους, οικονομικούς ορισμούς και σε νομικά πρόσωπα και άλλους οργανισμούς. Για ευκολότερη κατανόηση του κειμένου της απόφασης και κυρίως των συντομογραφιών ή ακρωνύμιων, στα οποία γίνεται μνεία, εξηγείται πως αυτά έχουν τις πιο κάτω εξηγήσεις και/ή σημασία: ΑΕ: Αρχή Εξυγίανσης ΑΕΠ: Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα ΔΝΤ: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο Δ.Σ.: Διοικητικό Συμβούλιο ΕΑΤ: Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ΕΔΑΔ: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΕΕ: Ευρωπαϊκή Ένωση ΕΕΜ: Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ ΕΚΤ: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ELA: Emergency Liquidity Assistance/Βοήθεια Έκτακτης Ρευστότητας ΕΜΧΣ: Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας ΕΣΔΑ: Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΕΤΧΣ: Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ΗΠΑ: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής IIF: Institute of International Finance ΚΔ: Κυπριακή Δημοκρατία ΚΤΚ: Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ΜΕΒ: MARFIN EGNATIA BANK ΜΜΕ: Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ΟΕΔ: Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου PSI: Private Sector Involvement/Συμμετοχή Ιδιωτικού Τομέα ΠτΔ: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΤΡΟΙΚΑ: ΕΕ, ΕΚΤ, και ΔΝΤ ΤτΕ: Τράπεζα της Ελλάδος ΥΠΟΙΚ: Υπουργείο/Υπουργός Οικονομικών Προσαχθείσα Μαρτυρία Για την απόδειξη της απαίτησης των εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο ενάγοντας αρ. 3 και ο Μ. Χρίστου, ως εμπειρογνώμονας - στο εξής ΜΕ1 και ΜΕ2 αντίστοιχα. Εκ μέρους της εναγόμενης 2 κατέθεσαν επίσης τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, ο Μ. Στυλιανού, ο Γ. Ιωάννου και ο Α. Μυλωνάς, - στο εξής ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 αντίστοιχα, και ένας μάρτυρας για την εναγόμενη 3, ο Δ. Διονυσίου, στο εξής ΜΥ
- Ο ΜΕ1, ενάγοντας 3, - Τεκμήριο 1, μέρος αυτού, η γραπτή δήλωση του - κατέθεσε ότι αυτός, μαζί με τους υπόλοιπους ενάγοντες, ως οικογένεια, διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, στη Λεμεσό. Διευθυντής του υποκαταστήματος ήταν ο Α. Αλεξάνδρου με τον οποίον, κατά τα έτη 2008-2013, είχαν αναπτύξει οικογενειακές και φιλικές σχέσεις. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2012 περιήλθαν στην αντίληψη τους δημοσιεύματα, σε παγκόσμια ΜΜΕ, ότι η Λαϊκή Τράπεζα βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση οπότε αποφάσισαν να μεταφέρουν τα χρήματα από τις καταθέσεις τους στην Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd, στο εξής RCB. Όταν λίγες μέρες αργότερα απευθύνθηκε στον Αλεξάνδρου ζητώντας τη γνώμη του, σχετικά με τις πληροφορίες που υπήρχαν, ο τελευταίος αρνήθηκε τις πληροφορίες και του ανέφερε ότι (α) υπήρχαν δημόσιες ανακοινώσεις του ΥΠΟΙΚ ότι η κυβέρνηση έπαιρνε μέτρα και έλυνε τα προβλήματα, (β) ότι το 2012 η ΚΔ είχε εγγυηθεί τη Λαϊκή Τράπεζα και αγόρασε το 80% των μετοχών της, (γ) ότι η ΚΔ συζητούσε με την ΕΕ και άλλους, για διεθνή δανεισμό της, υπήρξε δε δήλωση του ΥΠΟΙΚ ότι υπήρχε κατάληξη σε συμφωνία για κάλυψη και των αναγκών των τραπεζών και (δ) ότι η ΚΤΚ διαβεβαίωσε γραπτώς τους αξιωματούχους των τραπεζών ότι δεν υπήρχε κίνδυνος «κουρέματος» των καταθέσεων, για τον οποίο είχε αναφερθεί ο διεθνής τύπος (Financial Times), επειδή κάτι τέτοιο στην Κύπρο θα ήταν αντίθετο με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Ο Αλεξάνδρου του μετέφρασε και του έδωσε αντίγραφα της συνέντευξης του ΥΠΟΙΚ ημερομηνίας 08.01.2012, που έλεγε ότι η κυβέρνηση έπαιρνε μέτρα και έλυνε τα προβλήματα της Λαϊκής καθώς και ανακοίνωση άλλου ΥΠΟΙΚ, ημερομηνίας 23.11.2012, που έλεγε ότι η κυβέρνηση συμφώνησε με την ΤΡΟΙΚΑ να ανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες. Κατ' επέκταση οι ενάγοντες όχι μόνο δεν απέσυραν τα χρήματα τους από τη Λαϊκή, αντίθετα, τον Ιανουάριο του 2013 επένδυσαν σημαντικά ποσά και μετέτρεψαν όλες τις καταθέσεις τους σε προταθείσες, από τον διευθυντή, νέες καταθέσεις. Παράλληλα, ως ασφάλεια, κάθε ενάγοντας είχε υπογράψει σχετικά έντυπα με τα οποία δόθηκε εντολή στη Λαϊκή Τράπεζα να μεταφέρει όλα τα κεφάλαια, από τους δεσμευμένους λογαριασμούς, σε «τρέχον λογαριασμό» και να μεταφέρει τα κεφάλαια στην RCB. Περαιτέρω όμως συμφωνήθηκε ρητά, με τον Αλεξάνδρου, όπως οι καταθέσεις των εναγόντων παραμείνουν προσωρινά στους λογαριασμούς τους μέχρι ο ΜΕ1 να δώσει εντολή, τηλεφωνικώς, και οδηγίες για τη μεταφορά των κεφαλαίων πρώτα σε «τρέχον λογαριασμό» και μετά να μεταφέρονταν αμέσως στην RCB, με τη χρήση των εντολών μεταφοράς. Συνολικά θα μεταφέρονταν ποσά ύψους €5.770.000,00, όμως τα ποσά των καταθέσεων ήταν €6.149.137,88 και λόγω της απομείωσης τους, και αφού αφαιρέθηκαν οι €100.000,00, ως εξασφαλισμένες καταθέσεις, για τον κάθε ένα ενάγοντα, η συνολική ζημιά, για όλους τους ενάγοντες μαζί είναι €5.649.137,
- Περαιτέρω, ως ο ΜΕ1 κατέθεσε, συμφώνησαν με τον Αλεξάνδρου ότι, αν ο τελευταίος διέκρινε άμεσο κίνδυνο να χαθούν οι καταθέσεις, θα μετέφερε μόνος του τις δεσμευμένες καταθέσεις σε τρέχοντες λογαριασμούς και θα χρησιμοποιούσε τις εντολές μεταφοράς χωρίς περαιτέρω ειδοποίηση. Όταν περιήλθε στην αντίληψη του ΜΕ1 άρθρο που γράφτηκε από τους «Financial Times», ημερομηνίας 10.02.2013, στο οποίο γινόταν λόγος για «κούρεμα καταθέσεων», επικοινώνησε με τον Αλεξάνδρου και αυτός τον καθησύχασε, μεταφράζοντας του, στα αγγλικά, μήνυμα της ΚΤΚ, ημερομηνίας 11.02.2013, το οποίο ήταν εντολή προς τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της Λαϊκής, η οποία αποτελούσε και την απάντηση της ΚΤΚ προς το προαναφερόμενο άρθρο, με το οποίο διαβεβαίωσε ότι το «κούρεμα καταθέσεων» ήταν αντισυνταγματικό και ενάντια στις πρόνοιες της ΕΣΔΑ. Του διάβασε επίσης δήλωση δέσμευσης του νεοεκλεγέντα ΠτΔ, ο οποίος δεσμεύτηκε ότι στη συμφωνία με την ΤΡΟΙΚΑ δεν θα αποδεχόταν όρο για κούρεμα των καταθέσεων. Υπήρξε συνάντηση του ΜΕ1 με τον Αλεξάνδρου στις 07.03.2013 και ο τελευταίος του επανέλαβε τα επιχειρήματα του για να μην ανησυχεί. Στις 13.03.2013, αργά το απόγευμα, του τηλεφώνησε ο Αλεξάνδρου, πολύ ανήσυχος, λέγοντας του για φήμες περί κινδύνου κατάρρευσης της Λαϊκής και για κούρεμα, και ότι πολλοί μετέφεραν μεγάλα ποσά εκτός της Λαϊκής. Τότε αμέσως ο ΜΕ1 του είπε να εκτελέσει την συμφωνία τους με τη Λαϊκή και να μεταφέρει όλα τα ποσά στους λογαριασμούς τους. Παρά τις προσπάθειες του, κατόρθωσε να μιλήσει με τον Αλεξάνδρου στις 17.03.2013, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν πρόλαβε να εκτελέσει τις μεταφορές στην RCB, αλλά, θα προσπαθούσε να το πράξει στις 19.03.2013 που θα άνοιγαν ξανά οι τράπεζες, οι οποίες όμως δεν άνοιξαν μέχρι το τέλος Μαρτίου, και ακολούθησαν τα μέτρα εξυγίανσης οπότε χάθηκαν τα λεφτά των εναγόντων. Ο ΜΕ2, Μ. Χρίστου, στηρίχθηκε κατ' εξοχήν στην έκθεση που ετοίμασε, την οποία ενέταξε στη γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 68 - στην οποία αναφέρεται στις σπουδές του, στα προσόντα του γενικότερα και στην εμπειρία του. Μνημονεύει τις πηγές από τις οποίες άντλησε στοιχεία διευκρινίζοντας ότι η γνώση του, για όσα ακριβώς κατέθεσαν συγκεκριμένοι υπουργοί και άλλοι αξιωματούχοι στην επιτροπή Πική, προέρχεται από δική του παρακολούθηση των εργασιών της εν λόγω επιτροπής. Αναφέρθηκε στην παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, το καλοκαίρι του 2007, από τον τομέα των ακινήτων και τον Σεπτέμβριο του 2008 κατέρρευσε ένας τραπεζικός κολοσσός. Οι συνέπειες ήταν μεγάλες με επίδραση στις αγορές διεθνώς αλλά και στην Ευρώπη. Τα αποτελέσματα πιθανόν να ήταν πιο καταστροφικά αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν παρενέβαινε για να στηρίξει τραπεζικούς και ασφαλιστικούς ή χρηματοοικονομικούς οργανισμούς. Για την κυβέρνηση των ΗΠΑ υπήρχε η δυνατότητα παρέμβασης καθ' ότι είχε εύρωστα δημόσια οικονομικά, δυνατότητα που η ΚΔ δεν διέθετε, λόγω των λαθών της κυβέρνησης στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Ως αποτέλεσμα, προέκυψε η ανάγκη για λήψη μέτρων εξυγίανσης στις δύο μεγάλες τράπεζες, Λαϊκή και Τράπεζα Κύπρου. Μέσα από την έκθεση του αναλύει οικονομικούς και άλλους τραπεζικούς όρους προς κατανόηση των στοιχείων που παραθέτει, των απόψεων του αλλά και των συμπερασμάτων του. Αναφέρεται επίσης στις ανάγκες της κυπριακής οικονομίας σε ρευστότητα, οι οποίες αυξάνονταν, αλλά και στα μεγάλα και αστρονομικά, για τα κυπριακά δεδομένα, ποσά, ως εξήγησε, που επενδύθηκαν στα ΟΕΔ. Με βάση ποσά και αριθμούς που παραθέτει, εξηγεί ότι, σε οικονομικούς χρηματοπιστωτικούς όρους, από το 2010 η ΚΔ θα αδυνατούσε να καλύψει τις εγγυημένες καταθέσεις σε περίπτωση ανάγκης, όφειλε, συνεπώς, από τότε να παρέμβει μαζί με την ΚΤΚ και να περιορίσει τόσο τον όγκο - κύκλο εργασιών του τραπεζικού τομέα, όσο και την επένδυση στα ΟΕΔ η οποία έγινε σε χρόνο που αυτά είχαν καταστεί τοξικά. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο το 2009 δεν αντιμετωπίστηκε, ως θα έπρεπε, από την κυβέρνηση, ως του υπεύθυνου θεσμού για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και την προστασία της οικονομίας, ούτε από τις ίδιες τις τράπεζες αλλά ούτε και από την ΚΤΚ ως θεσμικού οργάνου - επόπτη που ήταν ο προστάτης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ορθής λειτουργίας, αλλά και του ελέγχου του τραπεζικού συστήματος. Κατά τη γνώμη του, είναι λάθος να αναζητούνται ευθύνες για την απομείωση των καταθέσεων ως προς το κατά πόσο ήταν ορθή ή λανθασμένη η χρησιμοποίηση της πολιτικής του bail in, αναφορικά με την αναδιάρθρωση των τραπεζών. Ήταν καθήκον της κυβέρνησης να λαμβάνει, ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές της οικονομίας, τη γνώμη ειδικών και να την εφαρμόζει, πλην όμως η κυπριακή κυβέρνηση δεν το έπραξε. Αναφέρθηκε δε στους λόγους που, κατά τη γνώμη του, συνέτειναν στο να καταρρεύσει η κυπριακή οικονομία και να επέλθει η απομείωση εν τέλει των καταθέσεων, εξ αιτίας πράξεων ή παραλείψεων της κυβέρνησης. Ειδικότερα ανέλυσε το κόστος της δημόσιας υπηρεσίας στην Κύπρο, το οποίο ήταν πολύ υψηλό, την αδυναμία ορθολογιστικής αντιμετώπισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης από τα στελέχη της κυβέρνησης, τα οποία αγνοούσαν εισηγήσεις ειδικών εμπειρογνωμόνων ή θεσμών, όπως οι εισηγήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εισηγήσεις του ΔΝΤ, σημειώνοντας ότι η Κύπρος στις αρχές του 2008 παρουσίαζε δημοσιονομικό πλεόνασμα της τάξης του 3,8%, επί του ετήσιου ΑΕΠ, ενώ το 2011 παρουσίαζε έλλειμμα 6%. Η υπόσχεση ωστόσο που είχε δοθεί, με βάση την κοινή διακήρυξη αρχηγών κρατών - Τεκμήριο 17 - ήταν ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν θα υπερέβαινε το 2,7 % του ετήσιου ΑΕΠ. Η συνεχής επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης της Κύπρου έθεσε την κυπριακή οικονομία σε επιτήρηση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και από τις διεθνείς αγορές, ο αποκλεισμός από τις οποίες προσμέτρησε, από το 2011, ως στοιχείο για το οποίο οι οίκοι αξιολόγησης κατέταξαν την κυπριακή οικονομία στις πολύ χαμηλές επενδυτικές βαθμίδες. Ο ρυθμός ανάπτυξης επίσης δεν ήταν ικανοποιητικός, το δε δημόσιο χρέος το 2011 έφτασε σε πολύ ψηλά επίπεδα. Μνημόνευσε ο μάρτυρας και την έκρηξη στο Μαρί, στις 11.07.2011, η οποία κατά κοινή ομολογία, επέφερε ζημιά €2,3 δις, ωστόσο το γεγονός δεν αξιολογήθηκε ορθά από την ΚΔ ή την ΚΤΚ, όπως, ομοίως, δεν αξιολογήθηκε ορθά και η απομείωση των ΟΕΔ. Κατά την άποψη του ΜΕ2 οι κυβερνόντες και η ΚΤΚ όφειλαν να διαγνώσουν τις επιπτώσεις που θα είχε η συμμετοχή τους στο PSI των ΟΕΔ στην ευρωστία των κυπριακών τραπεζών, αλλά και στο τραπεζικό σύστημα της χώρας γενικότερα, καθώς και στην κρατική και γενική οικονομία, λόγω του μεγέθους του «κουρέματος» των ΟΕΔ σε σχέση με το ΑΕΠ της Κύπρου. Μαρτύρησε ακόμη ο ΜΕ2 πως, κατά την περίοδο των γεγονότων αυτών οι σχέσεις ανάμεσα στον ΠτΔ, Δ. Χριστόφια, και τον διοικητή της ΚΤΚ, Α. Ορφανίδη, είχαν φτάσει σε σημείο έντονης τριβής, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ο πρόεδρος της ΚΔ να μεταβεί στη διαπραγμάτευση για επιμήκυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους χωρίς την ελάχιστη τεχνοκρατική υποστήριξη και βοήθεια, από πλευράς ΚΤΚ, η οποία δεν κλήθηκε καν από το ΥΠΟΙΚ σε συσκέψεις προετοιμασίας που έγιναν πριν τη συμμετοχή του προέδρου Χριστόφια στη σύνοδο, και ως έτερο αποτέλεσμα, μοιραία, ο τελευταίος αποδέχθηκε τη συμμετοχή των συστημικών τραπεζών, Λαϊκής και Τράπεζας Κύπρου, στη διαδικασία του PSI και απομείωση (επιμήκυνση) του ελληνικού χρέους (ΟΕΔ) χωρίς ανταλλάγματα, με συνεπακόλουθη την καταγραφή ζημιών ύψους €4,5 δις, με αλυσιδωτό αποτέλεσμα τη δραματική μείωση της καθαρής χρηματοοικονομικής τους θέσης. Αναφέρθηκε επίσης ο ΜΕ3 στις υποβαθμίσεις που δέχθηκε η κυπριακή οικονομία και στις αιτίες που τις προκάλεσαν. Μια άλλη παράμετρος την οποία ανέλυσε και ανέπτυξε ο μάρτυρας είναι ο αποκλεισμός της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές, τον Μάϊο του 2011, ο οποίος ουσιαστικά κατέστησε ανέφικτη τη σύναψη δανείων από την ΚΔ για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικονομίας και επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Αν και ζητήθηκε στις 25.06.2012 επίσημα βοήθεια από τον ΕΜΧΣ αυτό έγινε καθυστερημένα. Όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις, με την ΤΡΟΙΚΑ, υπήρξαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των δύο μερών, διότι η ΤΡΟΙΚΑ επέμενε ότι η Κύπρος έπρεπε να προβεί σε ετήσιες περικοπές δαπανών ύψους €975.000,00, θέση απαράδεκτη για την τότε κυπριακή κυβέρνηση. Υπήρξαν ως εκ τούτου πολύμηνες καθυστερήσεις γεγονός που είχε αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομία της Κύπρου με περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης. Αναμενόταν παράλληλα το πόρισμα μελέτης της PIMCO το οποίο θα καθόριζε το ακριβές ποσό βοήθειας, που η Κύπρος χρειαζόταν, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Το πόρισμα όταν παραδόθηκε έκανε λόγο για ποσό €9 δις που στο χειρότερο σενάριο θα έφτανε τα €10 δις. Υπήρξαν και σε άλλους τομείς διαφωνίες μεταξύ ΚΔ και ΤΡΟΙΚΑ. Εν τέλει, το αίτημα της ΚΔ προς την ΤΡΟΙΚΑ για χορήγηση δανείου ύψους €17,5 δις δεν έγινε αποδεκτό, στη βάση του ότι το δάνειο για να ήταν βιώσιμο δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα €10 δις, αφήνοντας την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ακάλυπτη, και παραπέμποντας στην πολιτική της διάσωσης τους με τη χρήση ίδιων μέσων. Ενώ οι διαπραγματεύσεις είχαν αρχίσει το Ιούνιο του 2012 η τελική συμφωνία διάσωσης της κυπριακής οικονομίας ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του
- Κατά την άποψη του μάρτυρα η Κύπρος, ως μικρή χώρα, με μικρά οικονομικά μεγέθη, θα μπορούσε σχετικά εύκολα να είχε εξεύρει λύσεις και να αποφύγει τις επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης, δεν μπόρεσε όμως να αντεπεξέλθει στην πρόκληση, διότι η κυβέρνηση δεν είχε επιδείξει την αναγκαία, κατά τη γνώμη του, διορατικότητα, δύναμη και αποφασιστικότητα να πάρει μέτρα για να σμικρύνει τον δημόσιο τομέα, να μειώσει τους μισθούς και τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων. Επίσης δεν μπόρεσε να περιορίσει, σε συνεργασία με την ΚΤΚ ως αρμόδια αρχή, την αλόγιστη επέκταση των τραπεζών, πολιτική που, κατά την εκτίμηση του, θα οδηγούσε ταυτόχρονα τα επιτόκια και γενικά το κόστος του χρήματος σε λογικά επίπεδα. Αναφορικά με την ΚΤΚ, οι πράξεις ή παραλείψεις αξιωματούχων της, σύμφωνα με τον ΜΕ3, συνίστανται στο ότι υπήρξε: (α) ελλιπής έλεγχος της λειτουργίας των τραπεζών, (β) μη εφαρμογή του μέτρου εκκαθάρισης (αντί της εξυγίανσης) ή άλλων μέτρων που το Άρθρο 33
(3)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997 της παρείχε, (γ) «η εξυγίανση» δεν ήταν η μόνη (ούτε καν ήταν η πρώτη) επιλογή της ΚΤΚ, καθ' ότι η ΚΤΚ, με την επιστολή του διοικητή της, ημερομηνίας 24.03.2013, προς τον ΥΠΟΙΚ (Τεκμήριο 41) εισηγείτο την εγγύηση της ΚΔ για κάλυψη περαιτέρω δανεισμού ύψους €3,8 δις, προς τη Λαϊκή, αντί να ληφθούν άλλα μέτρα εξυγίανσης, που σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της ΚΤΚ, «η εξυγίανση αυτή τη στιγμή του πιο πάνω χρηματοοικονομικού οργανισμού, δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, δύναται να επιφέρει σοβαρότερες αρνητικές συνέπειες στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος ή και θα συνεπαγόταν μεγαλύτερη δημόσια δαπάνη από την εφαρμογή του μέτρου στήριξης δυνάμει του υπό αναφορά νόμου το οποίο εισηγείται η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου». Αυτή η εισήγηση του διοικητή της ΚΤΚ, κατά τον ΜΕ2, αποδεικνύει ότι η ΚΤΚ είχε κάνει αξιολόγηση που ουσιαστικά απέρριπτε τα μέτρα εξυγίανσης. Το ότι λίγες ώρες αργότερα υιοθετήθηκαν μέτρα εξυγίανσης, κατά την άποψη του, δεν αποδείκνυε ύπαρξη οποιασδήποτε πραγματικής μελέτης, εκ μέρους της ΚΤΚ, ως προς το κατά πόσο η εκκαθάριση της Λαϊκής θα είχε καλύτερα ή χειρότερα οικονομικά αποτελέσματα από ό,τι η εξυγίανση. (δ) η συνέχιση παροχής ELA στη Λαϊκή Τράπεζα ήταν λάθος, μετά που αυτή έπαψε να είναι φερέγγυα, ενώ αν σταματούσε τον Νοέμβριο του 2011 το ELA θα ήταν €3,3 δις και αν σταματούσε πριν τις 17.05.2012 θα ήταν €4,3 δις, αντί των €9,1 δις που κατέληξε τον Μάρτη 2013. (ε) απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών από τους καταθέτες, (
- i)για την οικονομική κατάσταση της Λαϊκής και της δυνατότητας της να υπάρχει ως δρώσα οικονομική οντότητα (πέραν των 12 μηνών) στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις στις 31.12.2011 και τη συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τους ελεγκτές για έκφραση γνώμης χωρίς επιφύλαξη, (
- ii)της συμφωνίας για την απομείωση καταθέσεων ήδη από τον Νοέμβριο του 2012, (iii) με την μη δημοσίευση, στις 16.03.2013, της διαταγής του διοικητή που απαγόρευσε την απόσυρση καταθέσεων. (στ) παραπλανητική γραπτή δήλωση εκ μέρους του διοικητή, ημερομηνίας 11.02.2013, προς Acting Chief Executive Officer της Λαϊκής. (ζ) έλλειψη συνεργασίας της ΚΤΚ με την ΚΔ. Σημαντική στην παραπλάνηση των καταθετών από την ΚΤΚ υπήρξε, κατά τον ΜΕ2, η γραπτή δήλωση του επικεφαλής του γραφείου του διοικητή της ΚΤΚ, υπεύθυνου επικοινωνιών, Γ. Μ. Γεωργίου, ημερομηνίας 11.02.2013, προς τον Πρόεδρο του Κυπριακού Συνδέσμου Διεθνών Επιχειρήσεων (CIBA), Φ. Σαββίδη, για να διανεμηθεί στα μέλη του Συνδέσμου, με την οποία ο Γεωργίου, εκ μέρους του διοικητή, πληροφορούσε τους επιχειρηματίες, με τον πιο επίσημο τρόπο, (σε απάντηση της ΚΤΚ σε δημοσίευμα των Financial Times ημερομηνίας 10.02.2013, με τίτλο «Radical Rescue Proposal for Cyprus»), ότι «η ΚΤΚ τονίζει πως θεωρεί οποιαδήποτε ενέργεια που αποβλέπει στην μείωση, αποκλεισμό ή περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων των καταθετών, ότι αντίκειται στις πρόνοιες του Συντάγματος της ΚΔ και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρόνοιες που προστατεύουν το δικαίωμα ιδιόκτητης περιουσίας». Το ίδιο μήνυμα στάλθηκε επίσης, στις 11.02.2013, και στον Τ. Φειδία, ενεργούντα εκτελεστικό διευθυντή της Λαϊκής, καθώς και στον Γ. Κυπρή, διευθύνοντα σύμβουλο της Τράπεζας Κύπρου. Καταλήγει ο ΜΕ2 πως η ανάγκη ανακεφαλαίωσης των τραπεζών με τα μέτρα εξυγίανσης, όπως και ο «συστημικός κίνδυνος» κατάρρευσης ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος, αλλά και με κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας που επικαλέστηκε η κυβέρνηση της ΚΔ «κατά κόρον», ως τον κύριο λόγο που την ανάγκασε να συμφωνήσει στη ψήφιση του Ν.17(Ι)/2013, και να θεσμοθετήσει την απομείωση καταθέσεων, δεν θα υπήρχαν, αν λαμβάνονταν την κατάλληλη χρονική στιγμή οι ορθές αποφάσεις που θα επέτρεπαν στην ΚΔ να βασιστεί στη Συνθήκη για τη Σταθερότητα, και να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες. Ο ΜΥ1 Μ. Στυλιανού, - Τεκμήριο 85 η γραπτή δήλωση του - εργάζεται στην ΚΤΚ στη θέση του διευθυντή. Αναφέρθηκε στα πανεπιστημιακά του προσόντα, και στην εμπειρία του, λόγω των καθηκόντων του. Από το 1987-2013 εργαζόταν στο Τμήμα Εποπτείας και από τον Μάρτιο του 2013 μετατέθηκε στη Μονάδα Εξυγίανσης, η οποία μετονομάστηκε σε Τμήμα Εξυγίανσης, του οποίου είναι Προϊστάμενος. Είναι κάτοχος του επαγγελματικού τίτλου στη λογιστική ελεγκτική του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών του Ηνωμένου Βασιλείου. Ως εξήγησε το Τμήμα Εξυγίανσης ασχολείται με την προετοιμασία, σχεδιασμό και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης. Τον Μάρτιο του 2013 μετά την από κοινού απόφαση που εξέδωσε η ΑΕ με τον ΥΠΟΙΚ, η ΑΕ δυνάμει των εξουσιών που της παρείχε ο Ν.17(Ι)/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξέδωσε διατάγματα για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Λαϊκή Τράπεζα. Τα κυριότερα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση αυτών των διαταγμάτων και στη λήψη μέτρων για την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας, για τα οποία ο ΜΥ1 μαρτύρησε, είναι τα ακόλουθα: Τον Μάιο του 2011 η ΚΔ, μετά τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας, από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές. Η κεφαλαιακή θέση της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο του 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για απομείωση των ΟΕΔ, καθώς επίσης λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. Στις 26.10.2011 επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των Αρχηγών των Κρατών Μελών της ΕΕ για λήψη μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την παγκόσμια οικονομική κρίση, τόσο στην ΕΕ, όσο και στην ευρωζώνη, καθώς και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα που είχε κλονιστεί. Συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, από τους αρχηγούς των κρατών μελών της ΕΕ, να απαιτηθεί από τις τράπεζες η επίτευξη δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%, μετά την αφαίρεση των λογιστικών ζημιών που προέκυπταν από επενδύσεις σε κυβερνητικά ομόλογα, κατά τις 30.09.2011, περιλαμβανομένων των ΟΕΔ. Επίσης, συμφωνήθηκε όπως, για τις τράπεζες των οποίων ο εν λόγω δείκτης υστερούσε του πιο πάνω στόχου του 9%, ο εν λόγω δείκτης να επιτευχθεί μέχρι τις 30.06.2012, στη βάση σχεδίων ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που θα συμφωνηθούν με τις εθνικές εποπτικές αρχές, υπό την αιγίδα και τον συντονισμό της ΕΑΤ. Περαιτέρω, η αύξηση κεφαλαίων, για επίτευξη του ελάχιστου δείκτη κεφαλαίων του 9%, θα χρηματοδοτείτο μέσω ιδιωτικών πόρων, περιλαμβανομένης, εάν κρινόταν αναγκαίο, της αναδιάρθρωσης και μετατροπής υφιστάμενου δανειακού κεφαλαίου (χρεογράφων και αξιογράφων) των τραπεζών σε μετοχές. Επιπλέον, οι εθνικές κυβερνήσεις θα παρείχαν οικονομική στήριξη στις τράπεζες σε περίπτωση που αυτές δεν πετύχαιναν ανακεφαλαιοποίηση μέσω ιδιωτικών πόρων. Σε περίπτωση δε που μία κυβέρνηση δεν διέθετε τους αναγκαίους πόρους, η κρατική στήριξη για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα χρηματοδοτείτο, για τις χώρες της ευρωζώνης, περιλαμβανομένης της Κύπρου, μέσω δανείου που θα χορηγείτο στις εθνικές κυβερνήσεις από το ΕΤΧΣ, το οποίο συστάθηκε από την ΕΕ τον Ιούνιο του 2010, με σκοπό την παροχή οικονομικής στήριξης σε κράτη μέλη της ΕΕ που αντιμετώπιζαν κρίση χρέους και σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα. Τον Οκτώβριο του 2012 το εν λόγω Ταμείο διαδέχθηκε ο ΕΜΣ. Στις 08.12.2011 η ΕΑΤ, ενεργώντας βάσει της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, εξέδωσε Σύσταση ζητώντας από τις εθνικές αρχές να απαιτήσουν από τις τράπεζες να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση με τη δημιουργία αποθέματος κεφαλαίων, ούτως ώστε ο δείκτης των κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων τους να φτάσει το 9% μέχρι τις 30.06.2012 και επιπρόσθετα να δημιουργήσουν προσωρινό απόθεμα κεφαλαίου, το οποίο να καλύπτει ζημιές από την αποτίμηση κυβερνητικών ομολόγων που βρίσκονταν στην κατοχή τους, περιλαμβανομένων των ΟΕΔ. Η ΕΑΤ, ως εξήγησε ο ΜΥ1, είναι ανεξάρτητη αρχή της ΕΕ, επιφορτισμένη με το έργο της εξασφάλισης αποτελεσματικού και συνεκτικού επιπέδου προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας στο σύνολο του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Λόγω της απομείωσης των ΟΕΔ, καθώς επίσης λόγω των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου σε Κύπρο και Ελλάδα, η Λαϊκή Τράπεζα υπέστη σημαντικές ζημίες, οι οποίες οδήγησαν σε έλλειμα κεφαλαίων σε σχέση με τον ελάχιστο απαιτούμενο δείκτη με βάση την πιο πάνω Σύσταση της ΕΑΤ και τη Συμφωνία Αρχηγών Κρατών. Τον Δεκέμβριο του 2011 το έλλειμα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας ανερχόταν στα €1.971 δις. Με επιστολή της ΚΤΚ, ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου 2011, η Λαϊκή Τράπεζα κλήθηκε να υποβάλει σχέδια για ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσης και κάλυψη του ελλείμματος κεφαλαίου, ούτως ώστε μέχρι τον Ιούνιο του 2012 να είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την πιο πάνω Σύσταση. Στις 20 Ιανουαρίου 2012 η Λαϊκή Τράπεζα υπέβαλε στην ΚΤΚ Σχέδιο Ανακεφαλαιοποίησης, το οποίο περιλάμβανε διάφορα μέτρα και ενέργειες ούτως ώστε μέχρι τον Ιούνιο του 2012 να καλύψει το υπό αναφορά έλλειμμα κεφαλαίου. Η Κυβέρνηση με επιστολή του ΥΠΟΙΚ προς τον διοικητή της ΚΤΚ, ημερομηνίας 02.03.2012, δήλωσε ότι θα στηρίξει τη Λαϊκή Τράπεζα σε περίπτωση που το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της δεν υλοποιείτο πλήρως μέσω ιδιωτικών πόρων. Επειδή η Λαϊκή Τράπεζα, παρά τις προσπάθειες της, απέτυχε να αντλήσει κεφάλαια από ιδιωτικούς πόρους για κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείματος, αιτήθηκε κρατικής στήριξης. Στις 18.05.2012 η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την παροχή κρατικής στήριξης στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €1.8 δις, με την έκδοση από τον ΥΠΟΙΚ του περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος, Κ.Δ.Π. 182/2012, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος για τη συμμόρφωση με την πιο πάνω αναφερόμενη Σύσταση της ΕΑΤ. Παρά την πιο πάνω κρατική στήριξη και τις προσπάθειες της διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας, δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη του στόχου του ελάχιστου δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% μέχρι τις 30.06.2012. Εν τω μεταξύ, από το Σεπτέμβριο του 2011 και μετά, λόγω των συνεχιζόμενων εκροών καταθέσεων, των υποβαθμίσεων των ομολόγων που ως αποτέλεσμα ήταν να καθίστανται μη επιλέξιμα για σκοπούς εξασφάλισης χρηματοδότησης από το ευρωσύστημα, καθώς και λόγω της απόφασης του Δ.Σ. της ΕΚΤ για αναστολή πρόσβασης της Λαϊκής Τράπεζας και των υποκαταστημάτων της στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος, η Λαϊκή Τράπεζα αιτείτο από την ΚΤΚ την παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA). Για σκοπούς άντλησης έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα, η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε επαρκείς εξασφαλίσεις στην ΚΤΚ χρησιμοποιώντας τα περιουσιακά της στοιχεία όπως αξιόγραφα, δάνεια και ακίνητα. Σημείωσε ο ΜΥ1 πως η παροχή ELA από την ΚΤΚ προς πιστωτικό ίδρυμα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Δ.Σ. της ΕΚΤ. Λόγω της αδυναμίας της ΚΔ να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές και στη βάση των προνοιών της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, στις 25.06.2012 η ΚΔ, ενεργώντας δυνάμει των προνοιών της Συμφωνίας των Αρχηγών Κρατών, αποτάθηκε στον ΕΜΧΣ της ΕΕ καθώς και στο ΔΝΤ για σύναψη δανείου και οικονομική στήριξη με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χρηματοδότηση των αναγκών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακολούθως, στις 02.07.2012, εκπρόσωποι της ΕΕ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ (ΤΡΟΙΚΑ) έφτασαν στην Κύπρο για έναρξη συνομιλιών για τη συνομολόγηση προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε την παροχή οικονομικής βοήθειας στη ΚΔ και τη λήψη μέτρων για την αναδιάρθρωση και υποστήριξη του τραπεζικού τομέα. Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών μέσω ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου τέθηκε ως προϋπόθεση, από τους διεθνείς δανειστές, για τη χορήγηση δανείου και τη σύναψη συμφωνίας προγράμματος οικονομικής στήριξης. Η Συντονιστική Επιτροπή, στην οποία συμμετείχε ο ΜΥ1, επέλεξε, κατόπιν προσφορών, την εταιρεία PACIFIC INVESTMENT MANAGEMENT COMPANY LLC, γνωστή ως PIMCO, για τη διενέργεια του ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου για υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Στις 23.11.2012 συμφωνήθηκε Προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης της ΚΔ με την ΤΡΟΙΚΑ. Στο Μνημόνιο αυτό υπήρχε πρόνοια για χρηματοδότηση μέχρι €10 δις για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου που θα διενεργούσε η PIMCO και θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του 2013. Συνεπώς, η κυβέρνηση, σύμφωνα με τον ΜΥ1, διασφάλισε ότι θα είχε στη διάθεση της επαρκείς πόρους για την ανακεφαλαιοποίηση των δύο συστημικών τραπεζών. Την 01.02.2013 ολοκληρώθηκε η Έκθεση που εκπονήθηκε από τον οίκο PIMCO. Από τα αποτελέσματα προέκυπτε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της και το έλλειμμα κεφαλαίων της τράπεζας υπολογίστηκε στα €2.782 δις με βάση το βασικό σενάριο και €3.835 δις με βάση το ακραίο σενάριο. Την 16.03.2013 η κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup, σώμα αποτελούμενο από τους ΥΠΟΙΚ των χωρών της ευρωζώνης, στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή χρηματοδότησης από τον ΕΜΣ με ενδεχόμενη συνεισφορά και του ΔΝΤ, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από την ΚΔ για άντληση πόρων από εσωτερικές πηγές, περιλαμβανομένης της επιβολής μίας φορολογίας εφάπαξ (one-off stability levy) επί όλων των τραπεζικών καταθέσεων, με σκοπό τη συγκέντρωση των απαιτούμενων κεφαλαίων για την ανακεφαλαιοποίηση τόσο της Λαϊκής Τράπεζας, όσο και της Τράπεζας Κύπρου. Ωστόσο, το σχετικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 16.03.2013 από την κυβέρνηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων απορρίφθηκε στις 19.03.2013. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, στις 21.03.2013, το Δ.Σ. της ΕΚΤ αποφάσισε ότι θα συνέχιζε την παροχή έκτακτης ρευστότητας (ELA) προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, στα μέχρι τότε επίπεδα, έως τις 25.03.2013. Στη συνέχεια, η παροχή ELA θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα ετίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της ΕΕ/ΔΝΤ, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Αυτό ουσιαστικά σήμαινε ότι σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας με την ΤΡΟΙΚΑ, για την εφαρμογή προγράμματος οικονομικής στήριξης, μέχρι τις 25.03.2013, η παροχή του ELA δεν θα ανανεωνόταν και το ποσό που είχαν αντλήσει η Λαϊκή Τράπεζα και η Τράπεζα Κύπρου θα καθίστατο άμεσα απαιτητό. Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω ELA και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων που είχε η κάθε τράπεζα στις 22.03.2013, προέκυπτε ότι, και οι δύο προειρημένες τράπεζες δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, αν εξέλειπε το ELA, οπότε θα έπρεπε να κηρύξουν στάση πληρωμών. Μετά την πιο πάνω απόφαση της ΕΚΤ, κατέστη ορατός και άμεσος ο κίνδυνος κατάρρευσης των δύο τραπεζών, ένα ενδεχόμενο το οποίο, στη βάση των μεριδίων αγοράς και του μεγέθους των δύο τραπεζών, θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και εν τέλει στην κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτά με τη σειρά τους θα είχαν αλυσιδωτές και καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία της χώρας, και την κοινωνία γενικότερα. Σε περίπτωση κατάρρευσης και επακόλουθης εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, τη δεδομένη στιγμή, θα προέκυπταν άμεσα, μεταξύ άλλων, δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους καταθέτες των τραπεζών, τόσο ανασφάλιστους όσο και ασφαλισμένους, αφού το κράτος όχι μόνο δεν διέθετε, αλλά ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα ποσά για αποζημίωση των ασφαλισμένων καταθετών, δυνάμει του σχετικού Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων (καταθέσεις μέχρι €100.000,00 ανά πελάτη). Υπό το φως των πιο πάνω δραματικών εξελίξεων, την επόμενη ημέρα, 22.03.2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νομοθεσιών στα πλαίσια διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, μεταξύ των οποίων, τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013. Τα μέτρα εξυγίανσης, σε αντίθεση με την χρεωκοπία και εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, σύμφωνα με τον ΜΥ1, οδηγούν στη διάσωση του συνόλου ή μέρους των εργασιών της τράπεζας, περιλαμβανομένων όλων των ασφαλισμένων καταθέσεων μέχρι του ποσού των €100.000,00 καθώς και στη διασφάλιση συνεχούς πρόσβασης των πελατών της τράπεζας στους λογαριασμούς τους για σκοπούς διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών. Με αυτό τον τρόπο, επιτεύχθηκε, μεταξύ άλλων, η συνέχιση κρίσιμων για την οικονομία και την κοινωνία τραπεζικών λειτουργιών (λήψη καταθέσεων, χορήγηση δανείων και διενέργεια πληρωμών) και η διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Προς αποφυγή χρεωκοπίας των δύο τραπεζών, Λαϊκής και Τράπεζας Κύπρου, κατ' επέκταση και της ΚΔ αλλά και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα, στις 25.03.2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία με την ΚΔ, για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της ΚΤΚ, με τη χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της Λαϊκής Τράπεζας σε καλή και κακή τράπεζα, την απορρόφηση της καλής τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου και τη σταδιακή διάλυση της κακής τράπεζας. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι με την καλή τράπεζα θα μεταφέρονταν στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό της έκτακτης ρευστότητας (ELA) που χορηγήθηκε από την ΚΤΚ καθώς και όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.000,00. Επίσης, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Προκαταρκτικού Μνημονίου Συναντίληψης που συμφωνήθηκε στις 23.11.2012 και της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, η απόφαση του Eurogroup προνοούσε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιούνταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Περαιτέρω, το Eurogroup απαιτούσε την άμεση εφαρμογή συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος για τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων αυτών της Λαϊκής Τράπεζας, με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος. Το Τμήμα Εποπτείας & Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων της ΚΤΚ με Έκθεση που ετοίμασε προς το διοικητή της ΚΤΚ, ημερομηνίας 24.03.2013, με θέμα «Τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd» κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Λαϊκή Τράπεζα έχει καταστεί μη βιώσιμη. Επιπλέον, η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε στις 24.03.2013 Έκθεση Αξιολόγησης, η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ισχύουν όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα. Υπό το φως της απόφασης του Eurogroup ημερομηνίας 25.03.2013, η Αρχή Εξυγίανσης, ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν παρασχεθεί δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013, μετά από κοινή απόφαση με τον ΥΠΟΙΚ για λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα και αφού έλαβε υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του ΥΠΟΙΚ, την Έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας και το Σχέδιο Εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την Μονάδα Εξυγίανσης, και έχοντας διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 6
(1)του πιο πάνω Νόμου, αλλά και ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας ωφέλειας, εξέδωσε, με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των στόχων του Άρθρου 3 του Νόμου, τα διατάγματα για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π.133/2013, Κ.Δ.Π.156/2013 και Κ.Δ.Π.276/2013, η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου όλες τις ασφαλισμένες καταθέσεις των πελατών της, την οφειλή της προς την ΚΤΚ σε σχέση με τον ELA, καθώς και σχεδόν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Η απόφαση για μεταφορά του ELA από τη Λαϊκή Τράπεζα προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν μέρος και περιλαμβάνεται στην απόφαση του Eurogroup της 25.03.2013 για την παροχή οικονομικής στήριξης στην ΚΔ, την οποία η ΚΤΚ κλήθηκε να εφαρμόσει κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στην εύλογη αξία τους, στη βάση Έκθεσης Αποτίμησης, από ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο, ημερομηνίας 26.07.2013. Σύμφωνα με την πιο πάνω Έκθεση, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε στα €15.999 εκ. και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων στα €15.617 εκ.. Η διαφορά των €382 εκ. εξοφλήθηκε με την έκδοση μετοχών ισόποσης αξίας της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Πιο συγκεκριμένα, η Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνοντας υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του ΥΠΟΙΚ, εξέδωσε το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 279/2013, σύμφωνα με το οποίο η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα τόσες Μετοχές Τάξης ΑΙ, ονομαστικής αξίας ένα
(1)ευρώ έκαστη, έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να αποκτήσει το 18,056% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου, ως αντίτιμο για την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Τόνισε ο ΜΥ1 πως τυχόν απόφαση της ΚΤΚ το 2013, και συγκεκριμένα μετά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, για ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας θα οδηγούσε, σύμφωνα με το Άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/97, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε καταχώρηση αίτησης στο δικαστήριο για την εκκαθάριση της τράπεζας. Σε μία τέτοια περίπτωση, οι εποπτικές/ρυθμιστικές αρχές των θυγατρικών τραπεζών εκτός Κύπρου θα προχωρούσαν σε λήψη μέτρων εναντίον των θυγατρικών εταιρειών της Λαϊκής Τράπεζας, περιλαμβανομένων είτε ανάκλησης της άδειας λειτουργίας τους είτε αναγκαστικής πώλησης μέρους ή όλων των εργασιών τους σε άλλη τράπεζα, εφόσον ο κύριος μέτοχος τους θα κηρυσσόταν ουσιαστικά σε πλήρη πτώχευση με αδυναμία άσκησης ελέγχου επί των θυγατρικών. Αυτό θα σήμαινε απώλεια του ανακτήσιμου ποσού που θα λάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα από την πώληση αυτών των περιουσιακών της στοιχείων. Για αποφυγή αυτού του ενδεχομένου, η ΚΤΚ προχώρησε στις 28.05.2013 σε τροποποίηση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας με την οποία απαγορευόταν η ανάληψη καταθέσεων ή άλλων υποχρεώσεων προς το κοινό. Ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν στη Λαϊκή Τράπεζα και της τροποποίησης της τραπεζικής της άδειας, η Λαϊκή Τράπεζα έπαυσε να διεξάγει τραπεζικές εργασίες και να προσφέρει τραπεζικές υπηρεσίες. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε και στις περιστάσεις, συνθήκες και διαδικασία πώλησης των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, και στις σχετικές ΚΔΠ/2013 που εκδόθηκαν. Στις 08.01.2021 η ΚΤΚ καταχώρησε αίτηση στο δικαστήριο και στις 31.05.2022 το ΕΔ Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας και διάταγμα για διορισμό εκκαθαριστή. Οι δικαιούχοι των ανασφάλιστων καταθέσεων, όπως φαίνεται να είναι και οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, θα συμμετάσχουν στη διαδικασία εκκαθάρισης της περιουσίας της τράπεζας και θα λάβουν το ποσοστό που αναλογεί σε αυτή από τη διανομή των εισπράξεων, από την ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εν λόγω τράπεζας. Κατά τη γνώμη του ΜΥ1 σε περίπτωση που η Λαϊκή Τράπεζα τον Μάρτιο του 2013 δεν ετίθετο σε εξυγίανση και οδηγείτο σε εκκαθάριση, η οποία ήταν η μοναδική εναλλακτική επιλογή, και έχοντας υπόψη ότι η ρευστοποιήσιμη αξία περιουσιακών στοιχείων υπό τις πιεστικές συνθήκες εκκαθάρισης είναι αβέβαιη και η τιμή πολύ χαμηλότερη από την εύλογη αξία υπό ομαλές συνθήκες αγοράς, προκύπτει ότι οι εισπράξεις από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα κατέληγαν σε μεγάλες ζημιές για τους ασφαλισμένους καταθέτες, καθώς επίσης σε πλήρη απώλεια του συνόλου της επένδυσης των κατόχων αξιογράφων και μετόχων. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη το τεράστιο μέγεθος των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας, καθώς και την επικρατούσα οικονομική κατάσταση στην Κύπρο, η οποία θα επιδεινωνόταν δραματικά με τυχόν απόφαση για να τεθεί η Λαϊκή Τράπεζα σε εκκαθάριση, θα ήταν αδύνατο αυτά να εκποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα και να αποπληρωθούν, έστω και μερικώς, μόνο οι καταθέτες. Η δε εκκαθάριση τράπεζας του μεγέθους της Λαϊκής Τράπεζας θα απαιτούσε πολύχρονη διαδικασία και τεράστια έξοδα με τις ζημιές για τους πιστωτές να μεγαλώνουν με την πάροδο του χρόνου. Επίσης, σε περίπτωση εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του Ν.16(Ι)/2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα, πριν από τους μετόχους, όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €7.490.538.000. Συνεπώς, θα ήταν παντελώς αδύνατο να αποζημιωθούν έστω οι ασφαλισμένοι καταθέτες, θα δημιουργείτο κοινωνική αναταραχή, οικονομική αποσταθεροποίηση και χρηματοοικονομική αστάθεια, γεγονότα τα οποία θα οδηγούσαν σε πλήρη κατάρρευση της αγοράς και των τιμών. Παράλληλα, η οφειλή της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα που της είχε παρασχεθεί από την ΚΤΚ θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, οπότε και η ΚΤΚ, για σκοπούς είσπραξης του ποσού, θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, αυτά τα περιουσιακά στοιχεία δεν θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών και των μετόχων. Επιπλέον, εκατοντάδες χιλιάδες πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας θα έχαναν την πρόσβαση στα χρήματά τους και σε τραπεζικές υπηρεσίες και δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων της τράπεζας και άλλων επιχειρήσεων θα βρίσκονταν στην ανεργία. Σε κάθε περίπτωση και έχοντας υπόψη και την κατάσταση που βρισκόταν κατά την ίδια χρονική περίοδο και η Τράπεζα Κύπρου, η ΚΔ θα ετίθετο σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες της τράπεζας, όπως οι ενάγοντες και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή. Τέλος, ο ΜΥ1 κατέθεσε πως, σε περίπτωση που η Λαϊκή Τράπεζα, τον Μάρτιο του 2013, ετίθετο σε εκκαθάριση, οι ενάγοντες θα βρισκόταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που βρέθηκαν με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην πιο πάνω τράπεζα. Ως ΜΥ2 - Τεκμήριο 93 η γραπτή δήλωση του - κατέθεσε ο Γ. Ιωάννου. Από τον Ιούνιο του 1992 εργάζεται στην ΚΤΚ. Αναφέρθηκε κατ' αρχήν στα πανεπιστημιακά του προσόντα και στα διάφορα καθήκοντα που τέλεσε κατά καιρούς στην εργασία του. Από την ημερομηνία πρόσληψης του στην ΚΤK εργάζεται στη Διεύθυνση Ρύθμισης & Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων, ως επικεφαλής σε ομάδες υπεύθυνες για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων. Διετέλεσε, ως εκπρόσωπος της ΚΤΚ, μέλος σε σημαντικές επιτροπές της ΕΑΤ, καθώς και του ΕΕΜ της ΕΚΤ. Από το 2020 είναι μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου του ΕΕΜ, που είναι το ανώτατο εποπτικό όργανο της ΕΚΤ, και που έχει την ευθύνη της εποπτείας όλων των συστημικών τραπεζών της Ευρωζώνης. Ως εξήγησε ο ΜΥ2 μέχρι το Νοέμβριο του 2014 η Διεύθυνση Ρύθμισης και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων της ΚΤΚ ήταν υπεύθυνη για την εποπτεία όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων της Κύπρου. Από το Νοέμβριο του 2014 η εποπτεία των συστημικών τραπεζών της Κύπρου, δηλαδή των τραπεζών οι οποίες λόγω του μεγέθους τους επηρεάζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας, γίνεται απευθείας από την ΕΚΤ, μέσω του ΕΕΜ της ΕΚΤ (SSM), όπως προβλέπεται στον Κανονισμό 1024/13 του Συμβουλίου της ΕΕ. Οι εποπτικές αρμοδιότητες της ΚΤΚ καθορίζονται από την κυπριακή και ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή, χρησιμοποιώντας τα διάφορα εργαλεία που της παρέχει η σχετική νομοθεσία, παρακολουθεί σε συνεχή βάση, και αξιολογεί τα στοιχεία που λαμβάνει από τους εποπτευόμενους. Η διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του ρυθμιστικού και νομοθετικού πλαισίου εντός του οποίου θα πρέπει να λειτουργούν τα πιστωτικά ιδρύματα εναπόκειται στη διοίκηση και στη διεύθυνση κάθε τράπεζας. Η ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας αποτελεί καθήκον του κάθε εποπτευόμενου και ο ρόλος του επόπτη δεν είναι να υποκαθιστά τη διοίκηση της τράπεζας στις ενέργειες και αποφάσεις της. Η άσκηση της εποπτείας εφαρμόζεται μέχρι σήμερα με τον ίδιο τρόπο και από τον ΕΕΜ της ΕΚΤ. Όπως και στην περίπτωση όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, έτσι και στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας, η ΚΤΚ ασκούσε τις εποπτικές της αρμοδιότητες, όπως αυτές επιβάλλονται από τη σχετική κυπριακή και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Την περίοδο 2008-2012 η ΚΤK κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων προέβη σε σωρεία ενεργειών σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα. Περιέγραψε ο ΜΥ2 τις ενέργειες και μέτρα που έλαβε η ΚΤΚ κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων. Μία από τις σημαντικότερες υποχρεώσεις των τραπεζών με βάση το ισχύον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εποπτικό πλαίσιο ήταν η συμμόρφωση τους με την Οδηγία της ΚΤΚ, για Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων και των Μεγάλων Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων, του 2006 Κ.Δ.Π. 463/2006, όπως τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 328/2007. Η εν λόγω Οδηγία εκδόθηκε για σκοπούς εναρμόνισης με δύο από τις βασικότερες κατά τον ουσιώδη χρόνο Οδηγίες της ΕΕ, ήτοι την Οδηγία 2006/48/ΕΚ και την Οδηγία 2006/49/ΕΚ, που αφορούσαν τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, καθορίζοντας ουσιαστικά τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, τους κανόνες υπολογισμού τους και τους κανόνες που ισχύουν για την άσκηση προληπτικής εποπτείας. Πέραν των επιτόπιων ελέγχων που διεξήχθηκαν από την ΚΤΚ την περίοδο 2008-2011 στην ΜΕΒ στην Ελλάδα, η ΚΤK διενεργούσε ετησίως στη Λαϊκή Τράπεζα την εποπτική αξιολόγηση γνωστή ως SREP (Supervisory Review and Evaluation Process), η οποία γινόταν σε ενοποιημένη βάση. Με την ολοκλήρωση του SREP η ΚΤΚ καθορίζει τα ελάχιστα κεφάλαια που πρέπει να διατηρεί κάθε τράπεζα με βάση το προφίλ κινδύνου της. Επίσης απαιτεί διορθωτικά μέτρα στα σημεία όπου έχει εντοπίσει αδυναμίες στη διαχείριση της τράπεζας. Σύμφωνα με την Οδηγία για τον Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων το ελάχιστο ποσοστό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που απαιτείτο να τηρούν οι τράπεζες ήταν 8%. Αναφέρθηκε ο ΜΥ2 λεπτομερώς στις αξιολογήσεις SREP (εποπτική αξιολόγηση) που έγιναν από την ΚΤΚ προς τη Λαϊκή Τράπεζα κατά τα έτη 2009-2011. Σύμφωνα με τον ΜΥ2 η κεφαλαιακή θέση της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο του 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για απομείωση των ΟΕΔ. Επιπλέον, η κεφαλαιακή θέση της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε και λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. Στις 20.01.2012 η Λαϊκή Τράπεζα υπέβαλε στην ΚΤΚ Σχέδιο Ανακεφαλαιοποίησης. Στις 29.02.2012 η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε Ανακοίνωση, Προκαταρκτικών Αποτελεσμάτων, για το έτος 2011, στην οποία περιλαμβάνεται ο πρώτος υπολογισμός της ζημιάς από την επένδυση της τράπεζας σε ΟΕΔ ύψους €1.969 δις, εξετάζοντας τους τρόπους μέσω των οποίων η στήριξη θα υλοποιείτο. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη Λαϊκή Τράπεζα, ο ΥΠΟΙΚ απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 28.03.2012, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση του κράτους σε περίπτωση που το Σχέδιο Ανακεφαλαιοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας μέσω ιδιωτικών πόρων δεν πετύχαινε. Στις 20.03.2012 οι ελεγκτές της Λαϊκής Τράπεζας απέστειλαν επιστολή στον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Λαϊκής Τράπεζας, ζητώντας τη δέσμευση του κράτους να στηρίξει τη Λαϊκή Τράπεζα σε περίπτωση ανάγκης, με σκοπό να συνεχίσει η τράπεζα να θεωρείται δρώσα οικονομική μονάδα. Η διαβεβαίωση του κράτους για στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας σε περίπτωση που δεν πετύχαινε το Σχέδιο Ανακεφαλαιοποίησης μέσω ιδιωτικών πόρων, κοινοποιήθηκε και προς τον πρόεδρο της ΕΚΤ με την επιστολή, του ΥΠΟΙΚ ημερομηνίας 02.04.2012. Το Σχέδιο Ανακεφαλαιοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας βασιζόταν σε διάφορες ενέργειες που θα προέβαινε η Λαϊκή Τράπεζα, για να πετύχει τη συμμόρφωση με την απαίτηση της ΚΤΚ και της ΕΑΤ για τήρηση ελάχιστου δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% (Core Tier 1) μετά το κούρεμα των ΟΕΔ. Παρόλο που με το Σχέδιο Ανακεφαλαιοποίησης επιτεύχθηκε εν μέρει η πιο πάνω απαίτηση, όπως για παράδειγμα η μείωση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού κατά €4,5 δις, εν τούτοις, το Σχέδιο Ανακεφαλαιοποίησης δεν πέτυχε λόγω του ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν κατάφερε, υπό το φως των συνθηκών που επικρατούσαν στην Κύπρο και στην Ελλάδα το 2012, να προσελκύσει νέα κεφάλαια. Ως εκ τούτου, με επιστολή της προς τον ΥΠΟΙΚ, ημερομηνίας 02.05.2012, η Λαϊκή Τράπεζα αιτήθηκε από την ΚΔ να εγγυηθεί την αναδοχή της έκδοσης δικαιωμάτων προτίμησης (underwriting of rights' issue). Στις 18.05.2012 η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την παροχή κρατικής στήριξης στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €1.8 δις με την έκδοση του περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος, Κ.Δ.Π. 182/2012, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος στη βάση της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών (Τεκμήριο 17). Η νέα διοίκηση της τράπεζας προσπάθησε αλλά δεν κατάφερε να επιτύχει τους πιο πάνω στόχους, συγκεκριμένα δεν κατάφερε να βρει νέους επενδυτές που να ήταν πρόθυμοι να επενδύσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια. Ως εκ τούτου, όταν στις 28.06.2012 διαφάνηκε η ανεπιτυχής άντληση κεφαλαίων, η κυπριακή κυβέρνηση προχώρησε με την έκδοση του σχετικού ομολόγου και ανάληψη των νέων μετοχών της τράπεζας, μέσα στο πλαίσιο της κρατικής στήριξης. Σχετικό είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα της εκπροσώπου της ΤΡΟΙΚΑ κυρίας Delia Velculescu, ημερομηνίας 28.06.2012, στην οποία είχε εν τω μεταξύ απευθυνθεί η ΚΔ για σύναψη δανείου και οικονομική στήριξη, στο οποίο διαφαίνεται η σύμφωνη γνώμη της ΤΡΟΙΚΑ για κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας, αναγνωρίζοντας τους ενδεχόμενους κινδύνους και τη συστημική σημασία της Λαϊκής Τράπεζας. Σε ότι αφορά την αγορά των ΟΕΔ από τη Λαϊκή Τράπεζα ο ΜΥ2 ανέφερε ότι, η απόφαση για επένδυση σε ΟΕΔ ήταν απόφαση που έλαβε η διεύθυνση της τράπεζας, με βάση δε την Οδηγία για τον Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων, τα ομόλογα της ευρωζώνης σταθμίζονται με μηδενικό συντελεστή για σκοπούς κεφαλαιακής επάρκειας, δηλαδή θεωρούνται ότι είναι μηδενικού ρίσκου. Σημείωσε ο ΜΥ2 πως η ΚΤΚ δεν είχε εξουσία να σταματήσει τη Λαϊκή Τράπεζα, ή οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, από την αγορά ΟΕΔ ή ομολόγων άλλης χώρας. Η ΚΤΚ όχι μόνο δεν είχε την εξουσία για να παρέμβει, αλλά οποιαδήποτε παρέμβαση της ενδεχομένως θα συνιστούσε επέμβαση στις επενδυτικές αποφάσεις της διοίκησης της τράπεζας. Στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας πλείστα από τα ΟΕΔ είχαν αγοραστεί από την ΜΕΒ μέχρι τον Μάρτιο του 2009, δηλαδή πριν από τον επιτόπιο έλεγχο που διεξήχθη στην ΜΕΒ από κοινού με την ΤτΕ 2009. Μέχρι τον Μάιο του 2009 η αξιολόγηση της Ελλάδας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης ήταν Α1 με σταθερό ορίζοντα, δηλαδή 6 επενδυτικές βαθμίδες πάνω από την κατηγορία μη-επενδυτική βαθμίδα/σκουπίδια. Η επόμενη σημαντική αγορά των ΟΕΔ έγινε το Φεβρουάριο του 2010 με την αγορά επιπρόσθετων €550εκ, η οποία έγινε κυρίως από την ΜΕΒ. Ωστόσο, ακόμα και το Φεβρουάριο του 2010 η τελευταία αξιολόγηση της Ελλάδας ήταν στο Α2 με αρνητικό ορίζοντα, σύμφωνα με τους Moody's, δηλαδή 5 επενδυτικές βαθμίδες πάνω από την κατηγορία μη επενδυτική βαθμίδα/σκουπίδια. Η αξιολόγηση της Ελλάδας όταν αγοράστηκαν τα ΟΕΔ αντικατοπτρίζεται και στις τιμές των ΟΕΔ στη δευτερογενή αγορά (Τεκμήριο 86). Δηλαδή όταν αγοράστηκαν τα ΟΕΔ η τιμή τους ήταν γύρω στο 100 (που ήταν η αρχική τιμή έκδοσης τους), και παρέμειναν σε αυτά τα επίπεδα ακόμα και μέχρι το Μάρτιο του 2010. Ήταν μετά το καλοκαίρι του 2010 που σημείωσαν σημαντική μείωση οι τιμές των ΟΕΔ (και κατά αναλογία αυξήθηκαν οι αποδόσεις τους) και όχι όταν είχαν αγοραστεί από την τράπεζα. Κατά το χρόνο αγοράς των περισσότερων ΟΕΔ, δεν μπορούσε να προβλεφθεί «κούρεμα» των ΟΕΔ, αφού κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά σε χώρα της ΕΕ. Ούτε οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές προέβλεπαν το 2010 το ενδεχόμενο «κουρέματος» των ΟΕΔ. Τόσο κατά το 2009 όσο και κατά το 2010 η Λαϊκή Τράπεζα είχε ισχυρή κερδοφορία και εύρωστη κεφαλαιακή επάρκεια, όπως διαφαίνεται και μέσα από τις ελεγμένες οικονομικές της καταστάσεις. Η ΚΤΚ είχε διαπιστώσει τους κινδύνους που προέκυπταν από τα ΟΕΔ και έλαβε μέτρα προς αντιμετώπιση τους. Ωστόσο, το ποσό επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας σε ΟΕΔ ήταν πολύ μικρότερο από το ποσό των Χορηγήσεων της, δηλαδή από τα δάνεια που είχε παραχωρήσει η τράπεζα μέχρι το 2010. Ο κίνδυνος από το δανειακό χαρτοφυλάκιο ήταν σημαντικά ψηλότερος από τον κίνδυνο των ΟΕΔ, αφού, σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες για σκοπούς υπολογισμού της κεφαλαιακής επάρκειας, τα δάνεια σταθμίζονταν με δείκτη (risk weight) από 35-150%, ενώ η επένδυση σε ΟΕΔ σταθμίζονται μέχρι σήμερα με μηδενικό συντελεστή και κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε στον ορίζοντα ενδεχόμενο «κουρέματος» τους. Το τελικό ποσό της ζημιάς που υπέστη η Λαϊκή Τράπεζα από την απομείωση των ΟΕΔ ήταν πολύ ψηλότερο από αυτό που αναμενόταν, βάσει των αποτελεσμάτων της άσκησης προσομείωσης ακραίων καταστάσεων (EU Wide Stress Testing Exercise /stress test) που διεξήγαγε η ΕΑΤ το 2011. Από τον Οκτώβριο του 2011 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με το IIF, το οποίο αντιπροσώπευε την πλειοψηφία των μεγάλων πιστωτών της Ελλάδας, με την ελληνική κυβέρνηση, οι οποίες ολοκληρώθηκαν τον Μάρτιο του 2012. Όλο αυτό το διάστημα, από τον Οκτώβριο του 2011 μέχρι τον Μάρτιο του 2012 το ποσοστό του «κουρέματος» των ΟΕΔ ήταν αβέβαιο, αφού θα καθορίζετο από το αποτέλεσμα αυτών των διαπραγματεύσεων. Η απομείωση των ΟΕΔ που υπέστη τελικά η Λαϊκή Τράπεζα έφτασε το 76%, δηλαδή €2,3 δις. Πέραν από τις ενέργειες που περιγράφηκαν, η ΚΤΚ, κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, παρακολουθούσε και τους δείκτες ρευστότητας του ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας και λάμβανε μέτρα. Συγκεκριμένα, περί το τέλος του 2010 παρατηρήθηκε ότι οι δείκτες ρευστότητας της παρουσιάζονταν πιεσμένοι. Οι κύριοι λόγοι για αυτό ήταν η ασταθής πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, που οδήγησε σε σημαντικές αναλήψεις καταθέσεων, οι συνεχείς υποβαθμίσεις της Ελλάδας και των τραπεζών που λειτουργούσαν στην Ελλάδα. Για το θέμα αυτό ανταλλάγηκε όγκος αλληλογραφίας μεταξύ της ΚΤK και της Λαϊκής Τράπεζας την περίοδο από Οκτωβρίου 2010 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011. Με τις επιστολές της η ΚΤΚ απαιτούσε την άμεση ανάγκη διορθωτικών μέτρων εκ μέρους της τράπεζας για βελτίωση της κατάστασης. Η θέση της τράπεζας ήταν ότι η συνεχής επιδείνωση της ρευστότητας ήταν το αποτέλεσμα των υποβαθμίσεων στην Ελλάδα και στην Κύπρο καθώς και η συνεχιζόμενη απόσυρση των καταθέσεων στην Ελλάδα. Η ΚΤΚ παρακολουθούσε στενά την κατάσταση των δεικτών ρευστότητας του ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας και επιπρόσθετα άρχισε να λαμβάνει αυξημένα μέτρα κατά της τράπεζας. Πιο συγκεκριμένα, επέβαλε στην τράπεζα την υποχρέωση να υποβάλλει στην ΚΤΚ τη θέση ρευστότητας της αρχικώς κάθε δύο εβδομάδες και στη συνέχεια καθημερινά, να υποβάλλει στην ΚΤΚ εβδομαδιαίο προϋπολογισμό της ρευστότητας της, καθώς επίσης να ετοιμάσει ένα σχέδιο χρηματοδότησης ρευστότητας στο οποίο να περιγράφονται οι ενέργειες που θα ακολουθούνταν για να βελτιωθεί η κατάσταση. Επίσης, η ΚΤΚ απαγόρευσε στην τράπεζα να απελευθερώσει οποιεσδήποτε καταθέσεις κατείχε ως εξασφάλιση έναντι δανείων που παραχώρησε, εκτός αν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για την πλήρη αποπληρωμή των δανείων του αντίστοιχου πελάτη. Παρόλα αυτά, η ρευστότητα συνέχισε να επιδεινώνεται, και ως εκ τούτου στις 27.09.2011 η τράπεζα αιτήθηκε και έλαβε για πρώτη φορά έκτακτη παροχή ρευστότητας (ELA), η οποία ανήλθε σε € 2,5 δις μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου 2011. Ως αποτέλεσμα, η ΚΤΚ απέστειλε στη Λαϊκή Τράπεζα επιστολή ημερομηνίας 31.10.2011, προειδοποιώντας την για τη λήψη μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 30 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, Ν. 66(Ι)/1997, όπως ίσχυε τότε. Η τράπεζα απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 03.11.2011, αλλά η απάντηση δεν κρίθηκε ικανοποιητική από την ΚΤΚ. Ως εκ τούτου, η ΚΤΚ έστειλε στη Λαϊκή Τράπεζα την επιστολή ημερομηνίας 07.11.2011, με την οποία επιβλήθηκαν πολύ αυστηρά περιοριστικά μέτρα σε σχέση με τις εργασίες ολόκληρου του ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, μεταξύ άλλων, με την απόφαση αυτή ο όμιλος της Λαϊκής Τράπεζας δεν θα μπορούσε να παραχωρήσει νέα δάνεια, δεν θα μπορούσε να απελευθερώσει εξασφαλίσεις, δεν θα μπορούσε να προβεί σε επενδύσεις, και δεν θα μπορούσε να διαγράψει οφειλές δανειοληπτών ή να διαθέσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της ΚΤΚ. Ένα από τα μέτρα που εξέταζε η ΚΤΚ εκείνη την περίοδο πριν σταλεί η τελική επιστολή ημερομηνίας 07.11.2011, και το οποίο είχε αποφασίσει ο διοικητής της ΚΤΚ, ήταν η άμεση απομάκρυνση του Α. Βγενόπουλου από το Δ.Σ. της Λαϊκής Τράπεζας. Ωστόσο, λίγες μέρες πριν την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 07.11.2011, και συγκεκριμένα στις 04.11.2011, ο Α. Βγενόπουλος ανακοίνωσε την παραίτησή του από τη θέση του μη Εκτελεστικού Προέδρου και Μέλους του Δ.Σ. της Λαϊκής Τράπεζας. Στη συνέχεια η ΚΤΚ προειδοποίησε με επιστολή ημερομηνίας 18.11.2011, εκ νέου τη Λαϊκή Τράπεζα με νέα μέτρα δυνάμει και πάλι του Άρθρου 30 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, Ν. 66(Ι)1997, καθότι η ρευστότητα συνέχισε να επιδεινώνεται και ο ELA ανήλθε σε € 4,6 δις. Η ΚΤΚ έκρινε ότι η Διεύθυνση της Λαϊκής Τράπεζας δεν ελάμβανε τα απαραίτητα μέτρα που θα έπρεπε να λάβει, και ως εκ τούτου απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 29.11.2011, με την οποία απαιτήθηκε η άμεση απομάκρυνση του Ε. Μπουλούτα, Διευθύνοντα Συμβούλου της Λαϊκής Τράπεζας, από τη Λαϊκή Τράπεζα. Ο ΜΥ3 - Τεκμήριο 110 η γραπτή δήλωση του - ήταν ο Α. Μυλωνάς ανώτερος λειτουργός στην ΚΤΚ από το 2005, και από τον Φεβρουάριο του 2022 είναι Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ενεργητικού. Αναφέρθηκε στα πανεπιστημιακά του προσόντα, στην εμπειρία του σε διάφορες θέσεις και στα καθήκοντα του. Ως διαχειριστής επενδυτικών χαρτοφυλακίων ο ΜΥ3 έχει πολυετή εμπειρία σε αξιολόγηση των αποτιμήσεων ομολόγων, καθώς και τακτική συναλλακτική δραστηριότητα με αντισυμβαλλόμενες διεθνείς επενδυτικές τράπεζες για σκοπούς αγοραπωλησίας ομολόγων. Από το 2011, λόγω της εξειδίκευσης της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ενεργητικού, είχε εμπλοκή στον χειρισμό των θεμάτων έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα, ELA, που αφορούσε κυρίως την αποτίμηση εξασφαλίσεων υπό μορφή ομολόγων. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του ο ΜΥ3 εκπροσωπεί την ΚΤΚ από το 2006 σε Ομάδα Εργασίας του ευρωσυστήματος, η οποία ασχολείται με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθέσιμων της ΕΚΤ. Ως εξήγησε το ευρωσύστημα αποτελείται από την ΕΚΤ και από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών που έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Ως περαιτέρω εξήγησε ο ΜΥ3 μέσα στο πλαίσιο που καθορίζουν οι αρμόδιες εποπτικές αρχές, η χρηματοδότηση των τραπεζών διοχετεύεται, κατά κανόνα, σε δάνεια προς τους πελάτες των πιστωτικών ιδρυμάτων, σε επενδύσεις σε ομόλογα, καθώς και σε άλλες επενδύσεις και περιουσιακά στοιχεία στο πλαίσιο της επενδυτικής πολιτικής κάθε πιστωτικού ιδρύματος, η οποία αποφασίζεται και παρακολουθείται από τα διοικητικά τους συμβούλια. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν τα ρευστά διαθέσιμα του πιστωτικού ιδρύματος. Σε περίπτωση που κάτω από έκτακτες συνθήκες κάποιο πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει, και δεν μπορεί να εξασφαλίσει από άλλες χρηματοδοτικές πηγές, επαρκή ρευστότητα, για να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του, τότε καταφεύγει στον ύστατο μηχανισμό παροχής ρευστότητας, ELA. Η παροχή ELA προς ένα πιστωτικό ίδρυμα αποτελεί εργαλείο διαχείρισης προβλημάτων ρευστότητας και δεν σχετίζεται, ούτε επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος και τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας του. Παρόλο που τόσο η παροχή ρευστότητας μέσω ELA όσο και η παροχή ρευστότητας μέσω πιστοδοτικών πράξεων νομισματικής πολιτικής συνιστούν δανεισμό από τις κεντρικές τράπεζες, εντούτοις αυτά τα δύο εξυπηρετούν διαφορετικούς στόχους. Η παροχή ρευστότητας μέσω των πιστοδοτικών πράξεων νομισματικής πολιτικής εξυπηρετεί πρωτίστως τον στόχο της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών, ενώ η παροχή ELA εξυπηρετεί τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Τον Ιανουάριο του 2011, το Δ.Σ. της ΚΤΚ ενέκρινε το Πλαίσιο Πολιτικής της ΚΤΚ για την παροχή ELA, σε εποπτευόμενα φερέγγυα πιστωτικά ιδρύματα που αντιμετωπίζουν προσωρινά έλλειψη ρευστότητας. Στη βάση προβλεπόμενων διαδικασιών υποβάλλονταν τα αιτήματα του διοικητή της ΚΤΚ για εξασφάλιση μη ένστασης από το Δ.Σ. της ΕΚΤ για παροχή ELA σε κυπριακά πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Ειδικά σε ό,τι αφορά στη Λαϊκή Τράπεζα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ΚΤΚ της παρείχε ELA που αξιολογείτο ως πολύ υψηλής συστημικής σημασίας, ως φερέγγυα, και κατείχε εξασφαλίσεις που ήταν επαρκείς. Ο διοικητής της ΚΤΚ υπέβαλλε αιτήματα και εξασφάλιζε τη μη ένσταση του Δ.Σ. της ΕΚΤ για παροχή ELA στη Λαϊκή Τράπεζα μέχρι ενός μέγιστου ποσού που υπαγορευόταν από τις ανάγκες της τράπεζας. Μόνο το ποσό που δεν μπορούσε να καλυφθεί από άλλες πηγές μπορούσε να καλυφθεί από το ELA. Η Λαϊκή Τράπεζα αποτάθηκε στην ΚΤΚ για πρώτη φορά για παροχή ELA στις 27.09.2011. Αυτό ήταν, κυρίως, αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης απώλειας καταθέσεων πρωτίστως στην Ελλάδα και, σε μικρότερο βαθμό, στην Κύπρο, σε συνδυασμό με τη μείωση της ρευστότητας που αντλούσε μέσω των πιστοδοτικών πράξεων νομισματικής πολιτικής, λόγω της μείωσης στην αξία των εξασφαλίσεων που χρησιμοποιούνταν εξαιτίας υποβαθμίσεων από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Διευκρίνισε ο ΜΥ3 ότι ποσό από τον ELA που λαμβάνει ένα πιστωτικό ίδρυμα αντικαθιστά άλλες πηγές χρηματοδότησης από τις οποίες λάμβανε ρευστότητα προηγουμένως. Με άλλα λόγια, το ELA δεν χρησιμοποιείται από τα πιστωτικά ιδρύματα για να χρηματοδοτήσει νέες δραστηριότητες, έτσι, δεν οδηγεί σε αύξηση του ισολογισμού τους. Αυτό ίσχυε και στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας. Συνολικά κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 — Μαρτίου 2013, η παροχή ELA αντικατέστησε το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης που λάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα από συγκεκριμένες πηγές, τις οποίες ο ΜΥ3 κατονόμασε. Παράλληλα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Λαϊκή Τράπεζα ως αποτέλεσμα και βάσει υποδείξεων της ΚΤΚ βρισκόταν σε διαδικασία απομόχλευσης, δηλαδή σε διαδικασία ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων (π.χ. πωλήσεις ομολόγων, μείωση πελατειακών δανείων) με στόχο την αποπληρωμή και μείωση των υποχρεώσεών της. Ο ELA δεν αποτελούσε πρόσθετο δανεισμό αλλά αντικατάσταση υφιστάμενου δανεισμού. Βοηθούσε στην ομαλή αναδιάρθρωση και απομόχλευση του ισολογισμού της Λαϊκής Τράπεζας, με στόχο την επαναφορά της σε συνθήκες ομαλότητας το συντομότερο δυνατό. Σύμφωνα με τον ΜΥ3 στην Κύπρο έχει κυριαρχήσει μία έντονα λανθασμένη εντύπωση ως προς τον σκοπό για τον οποίο δίδεται ELA, ο οποίος συνδέεται αποκλειστικά με τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζει ένα πιστωτικό ίδρυμα. Μέρος της εξήγησης, πιθανόν, αποτελεί η ελλιπής αντίληψη της ορθής έννοιας και της διαφοράς μεταξύ των όρων φερεγγυότητα για σκοπούς παροχής ELA, κεφαλαιακή επάρκεια στη βάση εποπτικών κριτηρίων και ρευστότητα. Τις περισσότερες μάλιστα φορές, έχει παρατηρηθεί ότι η έλλειψη ρευστότητας λανθασμένα εκλαμβάνεται ως ένδειξη αφερεγγυότητας και αντιστρόφως. Διευκρινίστηκε από τον ΜΥ3, ότι, καθώς δεν υπάρχει επίσημος και καθολικά αποδεκτός ορισμός του όρου "φερεγγυότητα", ο ορισμός διαμορφώνεται αναλόγως του πλαισίου στο οποίο εφαρμόζεται. Το τι συνιστά φερεγγυότητα για σκοπούς παροχής ELA καταγράφεται στο Μέρος 6 του Πλαισίου Πολιτικής της ΚΤΚ. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012, η φερεγγυότητα της Λαϊκής Τράπεζας αξιολογείτο θετικά από το Τμήμα Εποπτείας, καθότι ικανοποιούσε τον απαιτούμενο ελάχιστο δείκτη συνολικής κεφαλαιακής επάρκειας 8% (στατική προσέγγιση). Η θετική αξιολόγηση της αξιόπιστης προοπτικής αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα: (
- i)Στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερομηνίας 26.10.2011, οι οποίες δέσμευαν όλους τους αρχηγούς κρατών μελών της ΕΕ, περιλαμβανομένης της ΚΔ, με βάση τις οποίες σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα στην επικράτεια των χωρών τους δεν κατάφερναν να αντλήσουν ιδιωτικά κεφάλαια, τότε τα κράτη μέλη θα προχωρούσαν σε ανακεφαλαιοποίησή τους, σύμφωνα με τις συστάσεις της EAT. Συνεπώς, υπήρξε δέσμευση της ΚΔ, στο ανώτατο επίπεδο, για στήριξη και ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας. (
- ii)Στο Σχέδιο Ανάκαμψης και πλάνο αύξησης κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας από ιδιώτες επενδυτές, το οποίο υποβλήθηκε στην ΚΤΚ τον Ιανουάριο του 2012, προς επίτευξη του στόχου για τήρηση δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας πέραν του ελάχιστου απαιτούμενου από την ΚΤΚ δείκτη. (iii) Προς συμμόρφωση με τις υπό το σημείο (
- i)πιο πάνω αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η κυβέρνηση της ΚΔ δεσμεύτηκε να στηρίξει τη Λαϊκή Τράπεζα. (
- iv)Τον Μάιο του 2012 ο ελεγκτικός οίκος PwC υπέγραψε τις οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας για το έτος 2011, αξιολογώντας ότι ο Όμιλος Λαϊκής θα μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί για τους επόμενους δώδεκα μήνες ως δρώσα οικονομική οντότητα. (
- v)Στις 25.06.2012 η ΚΔ υπέβαλε επίσημο αίτημα για στήριξη από το ΕΤΧΣ και το ΔΝΤ. Η στήριξη θα περιλάμβανε και μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του τραπεζικού τομέα. (
- vi)Στις 29.06.2012 η ΚΔ εξέδωσε τίτλους κυπριακών ομολόγων προς τη Λαϊκή Τράπεζα ως αντίτιμο για την έκδοση μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας προς το κράτος ονομαστικής αξίας περίπου €1 δισ.. (vii) Στις 23.07.2012 στάλθηκε από τους εμπλεκόμενους θεσμούς, ήτοι την ΤΡΟΙΚΑ, στην ΚΤΚ το πρώτο προσχέδιο του μνημονίου συνεργασίας/συναντίληψης για τον τραπεζικό τομέα. Ακολούθησε σειρά συναντήσεων και διαπραγματεύσεων σε τεχνοκρατικό επίπεδο και στις 23.11.2012 συμφωνήθηκε Προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης, Τεκμήριο 31, της ΚΔ με την ΤΡΟΙΚΑ. Στο εν λόγω Μνημόνιο περιλαμβανόταν πρόνοια για χρηματοδότηση μέχρι €10 δις. για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Με βάση την απόφαση του πρώτου Eurogroup για την Κύπρο στις 16.03.2013, η Λαϊκή Τράπεζα θα τύγχανε ανακεφαλαιοποίησης. Το γεγονός τούτο καταδεικνύει ότι, ακόμα και στο χρονικό εκείνο σημείο, υπήρχε προοπτική για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας. Οι θετικές αξιολογήσεις της φερεγγυότητας της Λαϊκής Τράπεζας από το Τμήμα Εποπτείας γίνονταν αποδεχτές και από το Δ.Σ. της ΕΚΤ, το οποίο ήταν καθ' όλη τη διάρκεια πλήρως ενήμερο για όλες τις εξελίξεις και για όλες τις ενέργειες για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και στα αιτήματα του διοικητή της ΚΤΚ για παροχή ELA έδιδε την απαιτούμενη μη ένσταση. Σε αντίθεση με τη στάση του για μη ένσταση στην παροχή ELA, το Δ.Σ. της ΕΚΤ, σύμφωνα με την Ανακοίνωση που εξέδωσε στις 21.03.2013, αποφάσισε ότι θα επέτρεπε τη συνέχιση παροχής ELA από την ΚΤΚ προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας, στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25.03.2013, αλλά στη συνέχεια, η παροχή ELA θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα ετίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της ΕΕ/ΔΝΤ, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Ο ΜΥ4 - Τεκμήριο 115 η γραπτή δήλωση του - ήταν ο Δ. Διονυσίου κάτοχος πτυχίου Οικονομικών Επιστημών και μεταπτυχιακού διπλώματος στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Διορίστηκε στη θέση Οικονομικού Λειτουργού στη Διοίκηση του ΥΠΟΙΚ την 01.09.2005. Σήμερα εκτελεί τα καθήκοντα του από τη θέση τουΑνώτερου Οικονομικού Λειτουργού, στην οποία προάχθηκε από τις 15.06.2019. Από τον Δεκέμβριο του 2015 μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 εκπροσωπούσε τον Γενικό Διευθυντή του ΥΠΟΙΚ, από τη θέση του Προέδρου, στη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης. Ως δήλωσε ο ΜΥ4 έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, δεδομένων και εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αναφερόμενος στα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση κατέθεσε ότι το Συμβούλιο Αρχηγών της ευρωζώνης στις 21.07.2011, αποφάσισε την εμπλοκή και του ιδιωτικού τομέα στο Σχέδιο Διάσωσης της ελληνικής οικονομίας (PSI), και προβλέφθηκε η εθελοντική εμπλοκή του με σειρά εναλλακτικών επιλογών. Οι ιδιώτες επενδυτές με τη συνεισφορά τους θα υπόκειντο αρχικά σε απομείωση της αξίας των ομολόγων τους ύψους περίπου 21%. Το ΥΠΟΙΚ είχε καλέσει αριθμό συσκέψεων με τις εμπλεκόμενες τράπεζες, ελεγκτικούς οίκους και τον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου όπου έγινε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος. Το ΥΠΟΙΚ επεσήμανε τις επιπτώσεις στην κερδοφορία, την κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων αλλά και στα δημόσια έσοδα. Ενδεικτικά αναφέρθηκε σε σχετικά σημειώματα που ετοιμάστηκαν στις αρχές Αυγούστου του 2011 για το πόσο κρίσιμες θα μπορούσαν να ήταν οι επιπτώσεις για τις δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες (Τράπεζα Κύπρου και Λαϊκή Τράπεζα). Οι τρόποι εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα στο Σχέδιο ετοιμάστηκαν από το ΙΙF σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση. Οι ιδιώτες κάτοχοι των ομολόγων απευθύνθηκαν, ως προς τη συμμετοχή τους, απευθείας στο ελληνικό ΥΠΟΙΚ. Τα κυπριακά χρηματοοικονομικά ιδρύματα ήταν σε απευθείας διαβουλεύσεις με το ΙΙF και το ελληνικό ΥΠΟΙΚ για τη συζήτηση των όρων της ανταλλαγής. Η απόφαση των κυπριακών τραπεζικών ιδρυμάτων για τη συμμετοχή τους στο Σχέδιο ήταν καθαρά δική τους και μόνο απόφαση. Η επικρατούσα τότε θέση ήταν ότι, ενδεχόμενη αποτυχία του PSI και πτώχευση της Ελλάδας θα είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Συναφώς, το «κούρεμα» από την κατοχή ΟΕΔ σε περίπτωση πτώχευσης, θα ήταν μεγαλύτερο αλλά και πολύ οδυνηρό λόγω και των επιπτώσεων στο δανειακό χαρτοφυλάκιο των κυπριακών τραπεζών στην ελληνική οικονομία. Το σενάριο της πτώχευσης της Ελλάδας και εξόδου από το ευρώ αποτελούσε, τη δεδομένη στιγμή, το επικρατέστερο και το πιο αρνητικό για την Κύπρο σενάριο. Επίσης η συμμετοχή στη συμφωνία απομείωσης γινόταν σε οικειοθελή βάση, μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των ιδιωτών επενδυτών. Οι κυπριακές τράπεζες δεν έδειξαν να διαφωνούν με τη συμφωνία και δεν τοποθετήθηκαν αρνητικά στην προοπτική συμμετοχής τους στην απομείωση των ΟΕΔ. Αυτό που παρουσιαζόταν από όλους ήταν, είτε αποδέχεστε μια απομείωση ή τα χάνετε όλα. Με βάση απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 26.10.2011, σύμφωνα με την οποία οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα έπρεπε να ενισχύσουν το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας υψίστης ποιότητας (CoreTier 1) στο 9% μέχρι τον Ιούνιο του 2012, η ΕΑΤ λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά από σενάρια, είχε καταδείξει ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες της Λαϊκής Τράπεζας ανέρχονταν σε €1,971 δις και της Τράπεζας Κύπρου σε €1,56 δις. Για τη χρηματοδότηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης οι τράπεζες έπρεπε πρωτίστως να χρησιμοποιήσουν ιδιωτικούς κεφαλαιακούς πόρους και εφόσον χρειαζόταν, οι εθνικές κυβερνήσεις θα έπρεπε να παρέχουν σχετική στήριξη και, σε περίπτωση που αυτή δεν θα μπορούσε να παρασχεθεί, η ανακεφαλαιοποίηση θα έπρεπε να χρηματοδοτηθεί μέσω δανείου από τον ΕΜΣ. Στις 15.05.2012 ο διοικητής της ΚΤΚ εισηγήθηκε στον ΥΠΟΙΚ την αποδοχή της πρότασης, της Λαϊκής Τράπεζας, για αναδοχή από την κυβέρνηση των δικαιωμάτων προτίμησης της προγραμματισμένης τότε έκδοσης κεφαλαίου της τράπεζας ύψους €1,8 δις.. Το ΥΠΟΙΚ σε συνεργασία με την KTK και με την προκαταρκτική σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προχώρησε, στις 18.05.2012, στην έκδοση Διατάγματος για την αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης της Λαϊκής Τράπεζας ύψους €1,8 δις. Σκοπός του Διατάγματος ήταν η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της Λαϊκής Τράπεζας. Η δημόσια πρόσκληση της τράπεζας για την άσκηση δικαιωμάτων προτίμησης έληξε στις 29.06.2012. Με βάση ανακοίνωση που εξέδωσε η τράπεζα, η συμμετοχή του κοινού στην έκδοση δικαιωμάτων προτίμησης ανήλθε στα €2.843.526 ή 0,16% του συνόλου της έκδοσης. Ως εκ τούτου το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο, αξίας €1.796.986.439, αναλήφθηκε από την ΚΔ, η οποία ως αποτέλεσμα απέκτησε περίπου το 84% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας. Το ποσό ύψους €1 δις ήταν το απαιτούμενο ύψος κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων το οποίο η Λαϊκή Τράπεζα θα έπρεπε να αντλήσει μέχρι τις 30.06.2012, ώστε ο δείκτης των κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της να υπερβαίνει το 9%, μετά την απομείωση της θέσης της σε κυβερνητικά ομόλογα, ποσοστό το οποίο απαιτούσε η ΕΑΤ. Το ποσό στο οποίο κατέληγε η ΕΑΤ αφορούσε ανάγκες από απομείωση της θέσης της τράπεζας σε κυβερνητικά ομόλογα κατά τις 30.09.2011, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση του δείκτη των κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων πέραν του 9%. Ως εκ τούτου, το ποσό αυτό περιελάμβανε €1,7 δις ήτοι μέρος της ζημιάς των €2,3 δις, που ήταν η τελική ζημιά από την απομείωση των ΟΕΔ. Ως εξήγησε ο ΜΥ4, η απόφαση για την απομείωση των ΟΕΔ, που καταγράφηκε σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής για το ευρώ, τον Οκτώβριο του 2011 και συγκεκριμενοποιήθηκε περαιτέρω σε επίπεδο Eurogroup το Φεβρουάριο του 2012, τροχιοδρόμησε καθοριστικές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα της Κύπρου, λόγω της μεγάλης έκθεσης των κυπριακών τραπεζών στα ΟΕΔ. Οι κυπριακές τράπεζες είχαν υποστεί ζημιές ύψους περίπου σε €4,5 δις ή στο 25% του ΑΕΠ της Κύπρου, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Ειδικότερα η Λαϊκή Τράπεζα, υπέστη ζημιά €2,4 δις, ενώ η Τράπεζα Κύπρου, υπέστη ζημιά €1 δις. Επιπρόσθετα, η ΚΔ είχε ήδη αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές από τα μέσα του 2011, λόγω της καθυστέρησης στη λήψη δημοσιονομικών μέτρων και της έκθεσης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, τόσο σε κρατικά ομόλογα όσο και σε δανειακό χαρτοφυλάκιο, που οδήγησαν σε συνεχόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της από τους οίκους αξιολόγησης. Σημείωσε ο ΜΥ4 περαιτέρω πως, λόγω του μεγέθους του τραπεζικού τομέα της Κύπρου και της απώλειας πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίων, το κράτος αδυνατούσε να στηρίξει με οποιοδήποτε τρόπο τον τραπεζικό τομέα. Αποτέλεσμα του αποκλεισμού της ΚΔ από τις διεθνείς αγορές ήταν ο ουσιαστικός περιορισμός των δυνατοτήτων χρηματοδότησης των αναγκών του κράτους, αφού η μόνη πλέον διαθέσιμη πηγή ήταν η χρηματοδότηση μέσω της εγχώριας αγοράς. Με τα πιο πάνω δεδομένα, σύμφωνα με τον ΜΥ4, η Κύπρος είχε να αντιμετωπίσει δύο πολύ δύσκολες προκλήσεις ήτοι, (α) να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που επηρεάστηκαν υπέρμετρα από το κούρεμα των ΟΕΔ. Παρά τις προσπάθειες από τις πληγείσες τράπεζες να αντλήσουν κεφάλαια από ιδιωτικές πηγές, αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει μέχρι την προθεσμία που έθεσε η ΕΑΤ, δηλαδή μέχρι το τέλος Ιουνίου 2012, και (β) την εξεύρεση πόρων για τη χρηματοδότηση των αναγκών της Κύπρου. Όπως δήλωσε ο ΜΥ4 οι οίκοι αξιολόγησης Fitch, Moody's, και Standard & Poor's υποβάθμιζαν το αξιόχρεο της ΚΔ, λόγω του μεγέθους του τραπεζικού τομέα που έφτανε στα €136 δις, ενεργητικό κατά τα τέλη του 2011 (γύρω στο 600% του ΑΕΠ) σε συνδυασμό με την έκθεση του τομέα στα ΟΕΔ. Οι δημοσιονομικές ανισοσκέλειες και τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας που υπήρχαν ήταν μεν μεγάλα, με δημοσιονομικό ισοζύγιο στο -5,7% του ΑΕΠ το 2011, ποσό που αντιστοιχούσε σε περίπου €1,3 δις. αλλά βρίσκονταν σε διαχειρίσιμα επίπεδα, σε σχέση με τις προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει ο τραπεζικός τομέας. Το κράτος είχε χρηματοδοτικές ανάγκες που δεν μπορούσε να ικανοποιήσει με εξωτερικό δανεισμό και τη στιγμή που δε θα ήταν πλέον δυνατή η ανανέωση του χρέους και η κάλυψη των πρόσθετων δημοσιονομικών αναγκών, το κράτος αναπόφευκτα θα χρεωκοπούσε. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες είχαν ως αποτέλεσμα, τον Ιούνιο του 2012, η ΚΔ να απευθυνθεί για οικονομική βοήθεια στους Ευρωπαϊκούς Μηχανισμούς στήριξης, καθώς και στο ΔΝΤ. Τον Νοέμβριο του 2012, αποστολή εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ (ΤΡΟΙΚΑ) συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις στην Κύπρο σχετικά με τους όρους του προγράμματος αναπροσαρμογής. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε Προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης στις 29.11.2012. Παρακολούθησε ο ΜΥ4 προσωπικά τις συναντήσεις ως μέλος της ομάδας του ΥΠΟΙΚ. Οι εκπρόσωποι της ΤΡΟΙΚΑ, κατά τη διάρκεια των συναντήσεων κατέστησαν σαφές ότι οι τελικοί όροι του προγράμματος αναπροσαρμογής δεν θα οριστικοποιούνταν μέχρι την ολοκλήρωση της ανεξάρτητης άσκησης δέουσας επιμέλειας του οίκου PIMCO, στη βάση του διαγνωστικού ελέγχου που ο οίκος διενήργησε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου. Οι εκπρόσωποι της ΤΡΟΙΚΑ τόνισαν επίσης ότι οι κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις θα έπρεπε να ισχύσουν για οποιαδήποτε οικονομική στήριξη. Ως εκ τούτου, εκείνη την περίοδο ήταν γνωστό πως εάν οποιαδήποτε τράπεζα λάμβανε δημόσια βοήθεια, οι μέτοχοι και οι κάτοχοι ομολόγων της θα έπρεπε να αναλάβουν τις ζημιές από τη συμμετοχή τους στα ίδια κεφάλαια και ομόλογα, όπως ανέφερε και το Προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης. Μετά την ολοκλήρωση και τη δημοσίευση των ευρημάτων της άσκησης δέουσας επιμέλειας του οίκου PIMCO και των εκλογών που διεξήχθησαν στην Κύπρο, τον Φεβρουάριο του 2013, πραγματοποιήθηκε συνάντηση της Ευρωομάδας στις Βρυξέλλες, στις 4 Μαρτίου 2013, με εκπροσώπους της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης. Στη συνάντηση οι εκπρόσωποι της ΤΡΟΙΚΑ συζήτησαν τα ευρήματα της PIMCO, υπό το φως των οποίων η ΤΡΟΙΚΑ αποφάσισε ότι ακόμα και αν οι υποχρεώσεις των τραπεζών έναντι των κατόχων ομολόγων είχαν εξαλειφθεί πλήρως, η ίδια δεν ήταν πρόθυμη να παράσχει στην Κύπρο χρηματοδότηση στο απαιτούμενο επίπεδο, έτσι ώστε να καλύψει το εναπομείναν κεφαλαιακό έλλειμμα μέσω δημόσιας διάσωσης. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί το εναπομείναν κεφαλαιακό έλλειμμα των τραπεζών, ελλείψει τέτοιας διάσωσης, η θέση του ΔΝΤ και της Γερμανίας ήταν ότι δεν θα έπρεπε να παρασχεθεί κρατική στήριξη στις τράπεζες και ότι οποιαδήποτε ανακεφαλαιοποίηση θα έπρεπε να γίνει μέσω της απομείωσης των υποχρεώσεων των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και των ανασφάλιστων καταθέσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΚΤ και ορισμένα από τα Κράτη Μέλη συμφώνησαν ότι απαιτείται κάποιας μορφής συνεισφορά από τους ανασφάλιστους καταθέτες, αλλά ήταν επίσης δεκτικοί και σε ορισμένες ανακεφαλαιοποιήσεις μέσω της δημόσιας διάσωσης, για τη μείωση του κινδύνου δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας. Αναγνωρίζοντας ότι μια μεγάλη απομείωση των υποχρεώσεων των τραπεζών από κατόχους μετοχών, κατόχους ομολόγων και καταθετών θα μπορούσε να έχει δυσμενείς συνέπειες στον χρηματοπιστωτικό τομέα, και την οικονομία, άρχισαν να εξετάζονται πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν άλλες διαθέσιμες βιώσιμες πηγές εξωτερικής χρηματοδότησης, διερευνήθηκαν μέσα συγκέντρωσης κεφαλαίων από εγχώριες πηγές, τόσο για να καταδειχθεί στο ΔΝΤ ότι η Κύπρος θα μπορούσε να εξυπηρετήσει υψηλότερο επίπεδο δημόσιου χρέους, όσο και για τον σκοπό της άμεσης συγκέντρωσης κεφαλαίων διάσωσης. Ετοιμάστηκαν εκθέσεις για το ΔΝΤ που εξέταζαν πιθανές επιλογές, όπως αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών για τις εταιρείες και τα φυσικά πρόσωπα καθώς και ΦΠΑ, και άλλες φορολογίες. Έγινε επίσης προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η ανάπτυξη των αποθεμάτων φυσικού αερίου της Κύπρου θα βελτίωνε την οικονομία και τη βιωσιμότητα του χρέους. Αν και θεωρείτο απίθανο να επιτευχθεί η απαιτούμενη χρηματοδότηση, για τη διάσωση, από τη Ρωσία, εντούτοις εξετάστηκε η δυνατότητα να ζητηθεί ένα επιπλέον δάνειο από αυτήν, ως ένας άλλος πιθανός τρόπος αύξησης της χρηματοδότησης που θα διατίθετο από την ΚΔ. Όσο αφορά τη δυνατότητα επιβολής ειδικού τέλους επί των τραπεζικών καταθέσεων, τη δυνατότητα ενός παρόμοιου ειδικού τέλους επί των τόκων ως μια πιθανή πηγή χρηματοδότησης, ακόμη και με ένα σχετικά υψηλό ποσοστό ειδικού τέλους ύψους 30%, το οποίο θα ήταν επιπλέον του ήδη υφιστάμενου φόρου 15% επί των εσόδων από τόκους, θα αύξανε τα έσοδα μόνο περίπου κατά €500.000.000 ετησίως. Εξετάστηκε επίσης η δυνατότητα επιβολής τέλους επί της αξίας των καταθέσεων. Το ΥΠΟΙΚ διερεύνησε όλες αυτές τις επιλογές και αναγνώρισε τις ενδεχόμενες δυσμενείς επιπτώσεις στους καταθέτες, στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στην οικονομία. Παρ' όλα αυτά, το ΥΠΟΙΚ αποφάσισε να προτείνει την επιβολή τέλους επί των τόκων στο σύνολο των καταθέσεων των κυπριακών τραπεζών. Στις 15.03.2013 πραγματοποιήθηκε η συνάντηση της Ευρωομάδας-Eurogroupg στις Βρυξέλλες για να συζητηθεί το πρόγραμμα προσαρμογής για την Κύπρο. Δεν παρευρέθηκε ο ΜΥ4 σε αυτήν τη συνάντηση, αλλά ενημερώθηκε για το τι συνέβη και μελέτησε την επακόλουθη δήλωση που κυκλοφόρησε στις 16.03.2013. Η ΤΡΟΙΚΑ ήταν ανοιχτή στο ενδεχόμενο η Κύπρος να συγκεντρώσει κεφάλαια μέσω της επιβολής ενός ειδικού τέλους επί των καταθέσεων, αλλά ενημέρωσε ότι η επιβολή τόκων από μόνη της δεν θα ήταν ικανή να συγκεντρώσει επαρκή κεφάλαια, και ότι θα έπρεπε να απαιτηθεί εισφορά επί της αξίας των καταθέσεων. Η κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία που συνεπαγόταν την έγκριση τέτοιου τέλους λόγω της ανησυχίας της για τις συνέπειες από μια άτακτη κατάρρευση των τραπεζών. Η επιβολή του ειδικού τέλους, εάν εγκρινόταν, από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, θα είχε επιβληθεί στο πιστωτικό υπόλοιπο των λογαριασμών καταθέσεων στις 15.03.2013. Με βάση τη Δήλωση της Ευρωομάδας, το ΥΠΟΙΚ προετοίμασε προσχέδιο νομοσχεδίου, το οποίο εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, και κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων για εξέταση. Στις 19.03.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων απέρριψε το προαναφερόμενο νομοσχέδιο επιβολής ειδικού τέλους. Μετά την απόρριψη του, ο ΥΠΟΙΚ σε συνεργασία με την ΚΤΚ καθόρισαν τις 22-23.03.2013 ως τραπεζικές αργίες για να εξασφαλιστεί η σταθερότητα στο τραπεζικό σύστημα, δεδομένου ότι η μαζική ανάληψη καταθέσεων ήταν πιο πιθανή παρά η απόρριψη του πιο πάνω νομοσχεδίου. Οι συζητήσεις με την ΤΡΟΙΚΑ για τους όρους του προγράμματος προσαρμογής συνεχίστηκαν. Στις 21.03.2013 η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι το Δ.Σ. είχε αποφασίσει ότι η παροχή ELA θα παρέμενε διαθέσιμη στις κυπριακές τράπεζες μόνο εάν ένα αποδεκτό πρόγραμμα στήριξης θα ετίθετο σε εφαρμογή έως τις 25.03.2013. Αυτή η απόφαση ήταν εξαιρετικά ανησυχητική, διότι εάν αποσύρετο ο ELA τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Λαϊκή Τράπεζα θα κατέρρεαν αμέσως, καθώς εξαρτώνταν από τον ELA και δεν θα μπορούσαν να βρουν εναλλακτικές πηγές ρευστότητας στον απαιτούμενο χρόνο. Κάτι τέτοιο θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις στους πιστωτές των τραπεζών και στον κυπριακό χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία στο σύνολο της. Ενώ οι διαπραγματεύσεις με την ΤΡΟΙΚΑ συνεχίζονταν, η κυβέρνηση προώθησε στη Βουλή των Αντιπροσώπων νομοθεσίες που θα ήταν απαραίτητες για την εφαρμογή των όρων της Τρόικα. Στις 22.03.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε μια σειρά νόμων, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/2013. Περαιτέρω διαπραγματεύσεις με την ΤΡΟΙΚΑ συνεχίστηκαν μέσα στην εβδομάδα με μια συνάντηση της Ευρωομάδας στις 25.03.2013. Δεδομένου ότι ο ELA των τραπεζών θα αποσύρετο στις 25.03.2013, η κυβέρνηση θα μπορούσε είτε να συνάψει συμφωνία με την ΤΡΟΙΚΑ πριν ανοίξουν οι τράπεζες το πρωί της 26.03.2013 είτε να τις αφήσει να καταρρεύσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΠτΔ συμφώνησε με την πρόταση της ΤΡΟΙΚΑ, και στις 25.03.2013, η κυβέρνηση κατέληξε σε μια νέα πολιτική συμφωνία με την Ευρωομάδα, σχετικά με τα βασικά στοιχεία του προγράμματος προσαρμογής. Μετά τη Συμφωνία της Ευρωομάδας, η ΚΤΚ, αφού έλαβε υπόψη τη γνώμη του ΥΠΟΙΚ, ασκώντας τις εξουσίες της, ως Αρχή Εξυγίανσης, δυνάμει του N.17(I)/2013, εξέδωσε μια σειρά διαταγμάτων και μεταγενέστερων τροποποιήσεων για την υιοθέτηση και την εφαρμογή του συμφωνηθέντος προγράμματος. H ΤΡΟΙΚΑ είχε απαιτήσει την πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των τραπεζών για διαχωρισμό των κυπριακών και ελληνικών χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Στις Βρυξέλλες συμφωνήθηκε, σε πολιτικό επίπεδο, το γενικό πλαίσιο όρων για την πώληση των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα. Τόσο το γενικό πλαίσιο όσο και οι οικονομικοί όροι ετοιμάστηκαν και τέθηκαν από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το ΥΠΟΙΚ δεν είχε αρμοδιότητα ως προς τον έλεγχο των αγοραστών. Στις 27.03.2013 για να αντιμετωπιστεί ο επικείμενος κίνδυνος εκροής κεφαλαίων και να προστατευθεί η δημόσια τάξη και ασφάλεια, και μετά από σύσταση του διοικητή της ΚΤΚ, ο ΥΠΟΙΚ εξέδωσε το Περί Επιβολής Προσωρινών Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Διάταγμα του 2013, δυνάμει του Ν. 12(Ι)/2Ο13 το οποίο σκοπό είχε να αντιμετωπίσει την έλλειψη ρευστότητας στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, περιορίζοντας τις εκροές καταθέσεων που είχαν δημιουργήσει άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης του κυπριακού χρηματοπιστωτικού τομέα, με την επιβολή ορισμένων περιορισμών στις συναλλαγές που πραγματοποιούνταν από πελάτες πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων πληρωμών και μεταφοράς χρημάτων εκτός Κύπρου. Με τη λήψη των πιο πάνω μέτρων εξυγίανσης, έχει επιτευχθεί η διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητά του. Επιπλέον έχουν προστατευθεί πλήρως οι καταθέτες που θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων σε περίπτωση ενεργοποίησής του, διασφαλίζοντας την άμεση πρόσβαση των καταθετών στις ασφαλισμένες καταθέσεις και δεν μετακυλίστηκε το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους. Αποφεύχθηκε επίσης το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζομένων της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας να βρεθούν στην ανεργία, αφού αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης των τραπεζικών αυτών ιδρυμάτων. Κατόπιν συνεννόησης της ΚΤΚ, του ΥΠΟΙΚ και εκπροσώπων της ΤΡΟΙΚΑ, αποφασίστηκε όπως σε ορισμένες κατηγορίες καταθετών να μην εφαρμοστούν τα μέτρα εξυγίανσης, και να εξαιρεθούν από αυτά, προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Συνεπώς εκδόθηκαν σχετικά διατάγματα. Στη συνέχεια με τις Κ.Δ.Π 132/13 και 134/13 τροποποιήθηκαν τα πιο πάνω διατάγματα και διαφοροποιήθηκαν τα ποσοστά εξαίρεσης από τα μέτρα εξυγίανσης. Μετά τη συμφωνία της 25.03.2013, η κυβέρνηση και η ΤΡΟΙΚΑ πραγματοποίησαν περαιτέρω συζητήσεις για την οριστικοποίηση των όρων προγράμματος προσαρμογής. Στις 26.04.2013, ολοκληρώθηκε το Τελικό Μνημόνιο Συναντίληψης. Τέλος ο ΜΥ4 δήλωσε, ως ειλικρινή πεποίθηση του, ότι τα μέτρα που λήφθηκαν προς διάσωση της κυπριακής οικονομίας ήταν απολύτως απαραίτητα αλλά και αναπόφευκτα. Πριν τη λήψη τους εξετάστηκαν εξαντλητικά όλες οι δυνατές επιλογές, οι δε καταθέτες των δύο επηρεαζομένων τραπεζών δεν βρίσκονται εντέλει σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν λαμβάνονταν τα πιο πάνω μέτρα, εφόσον η άτακτη κατάρρευση των τραπεζών ήταν αναμενόμενη με δυσμενέστερα αποτελέσματα για όλους τους εμπλεκόμενους. Δια των αναλυτικών και εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν κάθετί το οποίο έκριναν πως θα βοηθήσει το δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα, προβάλλοντας, ταυτόχρονα, τα επιχειρήματα και τις θέσεις που, κατά τη γνώμη τους, υποστηρίζουν την εκδοχή τους. Θέσεις και ευρήματα σαφώς διατυπωμένα, η δε επανάληψη τους δεν θα καταστήσει πιο ωφέλιμη την προώθηση τους. Το δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Θα αναφερθεί σε αυτά στο βαθμό που θα κρίνει ότι απαιτείται για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας απόφασής του. Διαφαίνεται εν πάση περιπτώσει πως η κύρια διαφωνία εστιάζεται στο κατά πόσο υπήρξε αμέλεια ή όχι πριν τα μέτρα εξυγίανσης εκ μέρους της ΚΔ ή και της ΚΤΚ, αλλά και στο κατά πόσο ο Ν. 17(Ι)/2013 είναι αντισυνταγματικός, καθώς επίσης στο κατά πόσο η μη εκτέλεση της εντολής του ΜΕ1 που δόθηκε, προς τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής, για μεταφορά των χρημάτων των εναγόντων στην RCB, λειτουργεί ως πράξη μεσολαβούσα για διακοπή της αιτιώδους συνάφειας των πράξεων της ΚΔ και της ΚΤΚ σε σχέση με το αποτέλεσμα της απομείωσης και της ζημιάς των καταθέσεων των εναγόντων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που παρουσίασαν οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη ή αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που, προφανώς, ενέχει κινδύνους και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε ενδέχεται το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα όταν βρίσκεται στο εδώλιο να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Ταυτόχρονα επισημαίνεται πως η φύση της κάθε υπόθεσης έχει ιδιαίτερη σημασία στην εφαρμογή των προαναφερόμενων καθοδηγήσεων. Αρκετά από τα ουσιώδη ζητήματα της αγωγής σχετίζονται με την έγγραφη μαρτυρία, ωστόσο η μαρτυρία των μαρτύρων εμπειρογνωμόνων έχει την σημασία της μιας και εκφράστηκαν απόψεις ή γνώμες δια των οποίων σε μεγάλο βαθμό θα αποφασισθούν και τα επίδικα θέματα. Ο ΜΕ1, ενάγοντας αρ. 3, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν πολύ διαφωτιστική, και ταυτόχρονα συγκεκριμένη, στις συνθήκες υπό τις οποίες επέλεξε αυτός και οι υπόλοιποι ενάγοντες να καταθέσουν τα χρήματα τους στη Λαϊκή Τράπεζα, αλλά και στη συνέχεια όταν υπήρξαν φήμες ή και πληροφορίες περί οικονομικών προβλημάτων στη διαχείριση της Λαϊκής Τράπεζας, οπότε αυτοί συνέχισαν να έχουν τα χρήματα τους κατατεθειμένα και δεν τα απέσυραν, στηριζόμενοι και σε δηλώσεις αξιωματούχων της ΚΔ αλλά και προετοιμασμένοι παράλληλα να τα αποσύρουν στη βάση εντολών που θα δίδονταν. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα δεν προέκυψαν κλονιστικά της αξιοπιστίας του στοιχεία. Παρέμεινε συνεπής και σταθερός στη μαρτυρία του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο, αποδεχόμενο τα γεγονότα και την εκδοχή που παρουσίασε. Οι ΜΕ2, ΜΥ1, ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ4, ως έχει προαναφερθεί, κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Είναι συνεπώς χρήσιμο να γίνει μνεία στις αρχές αξιολόγησης των εν λόγω μαρτύρων οι οποίες διέπονται από κάποια πρόσθετα κριτήρια, αφού η μαρτυρία τους περιλαμβάνει γνώμη ή άποψη, ή και συμπεράσματα. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746 αναφέρθηκαν, αναφορικά με τους μάρτυρες εμπειρογνώμονες, τα ακόλουθα: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works v. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CUR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic v. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita)Ltd v. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία.» Σε πιο πρόσφατη νομολογία, στην υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B154 Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 02.05.2017, επαναλήφθηκαν επί της ουσίας τους οι καθοδηγητικές γραμμές επί των οποίων εδράζεται η αξιολόγηση πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων. Λέχθηκε ότι: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Τα προσόντα, οι γνώσεις, η εμπειρία, την οποία ο ΜΕ2 έχει αποκομίσει κατά τη σταδιοδρομία του, κατόπιν σπουδών σε θέματα οικονομίας γενικότερα ως επίσης και η εμπειρία του με συμμετοχή στην επιτροπή Πική, καθώς και η ακαδημαϊκή του καριέρα, τον καθιστούν ικανό να διαφωτίσει το Δικαστήριο επί των ζητημάτων που κατέθεσε, περιλαμβανομένων των δυνατοτήτων, σε οικονομικό επίπεδο, που είχαν είτε η ΚΔ είτε η ΕΚΤ για να λάβουν μέτρα προς αποφυγή των εξελίξεων, ως αυτές εκτυλίχθηκαν τα έτη 2010 μέχρι τον Μάρτιο του 2013, οπότε κατέστη αναγκαία η ψήφιση του Νόμου Περί Εξυγίανσης. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν παρά μόνο η δυνατότητα του να εκφέρει τη γνώμη του, θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση, πλην όμως δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ως εκ τούτου ο μάρτυρας γίνεται αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας για τα ζητήματα που κατέθεσε, ανήκοντα στον κλάδο της οικονομικής επιστήμης και των γνώσεων του, ως διαφάνηκε κατά τη δίκη. Η θέση της υπεράσπισης, της εναγόμενης 2, ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε εμπειρία για μέτρα εξυγίανσης και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας, επίσης απορρίπτεται. Κάθετί που αφορά στην εξυγίανση εμπεριέχει και οικονομικούς όρους ή γνώσεις οικονομίας. Άλλωστε και οι ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3, δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία σε τέτοιο θέμα, την απέκτησαν κατά την εμπλοκή τους στα πρωτόγνωρα γεγονότα που οδήγησαν στην εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας το
- Εξ άλλου ο ΜΕ2 δήλωσε ξεκάθαρα πως δεν θεωρούσε τον εαυτό του εμπειρογνώμονα για τα εξειδικευμένα θέματα της εξυγίανσης, αλλά ως ένα επιστήμονα που με τις γνώσεις του θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο, πλήρως καταρτισμένος για την επιστήμη της οικονομίας αλλά και τις συνέπειες σ' αυτήν λόγω των παραλείψεων που υπέδειξε. Ερχόμενο το Δικαστήριο στην ουσία του περιεχομένου της μαρτυρίας του ΜΕ2, καθώς και στην ποιότητα αυτής, έχοντας κατά νου κάθε σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ2, προκύπτει πολύ θετική εικόνα χωρίς να παραμένουν οποιεσδήποτε σκιές για την αξιοπιστία του και την ειλικρίνεια του. Ήταν θετικός και γνήσιος στις τοποθετήσεις του, έτοιμος να αποδεχθεί στοιχεία που πιθανόν να μην είχε υπόψη του, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν ήταν καθοριστικά για τη γνώμη του. Δεν φαίνεται να παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία πρόχειρα, είτε προς στοιχειοθέτηση της άποψης του είτε για εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού. Η μαρτυρία του δεν ήταν ούτε επιφανειακή ούτε θεωρητική. Οι γνώμες του δεν ήταν προϊόν εύκολης συλλογικής αλλά ήταν με επίκληση στοιχείων βάσει της επιστήμης του. Όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του αντλούνταν από επίσημα χείλη ή στοιχεία ή εκθέσεις ή επιστολές που ανταλλάχθηκαν από υπουργεία, οργανισμούς ή ευρωπαϊκά όργανα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πέραν κάποιων δημοσιευμάτων τα οποία επικαλέστηκε ο ΜΕ2 και των οποίων αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο, η κάθετη ομολογουμένως διαφωνία της υπεράσπισης με τον ΜΕ2 επικεντρώθηκε κυρίως στα συμπεράσματα ή τη γνώμη του, πως η ΚΤΚ μπορούσε και όφειλε να επέμβει, προς τη Λαϊκή Τράπεζα, από το έτος 2010, και πως τα μέτρα που πήρε δεν ήταν επαρκή ώστε να αποφευχθεί η εξυγίανση. Επίσης διαφωνία υπήρξε και ως προς το κατά πόσο αν η Λαϊκή εκκαθαριζόταν πριν τον Μάρτιο του 2013 οι ενάγοντας θα ήταν σε καλύτερη ή όχι θέση από αυτή που βρίσκεται σήμερα. Πρόκειται για εμπειρογνώμονα και κάθε στοιχείο που συνθέτει την άποψη ή τη γνώμη του οφείλει να βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου. Ειδικότερα, εντοπίζεται πως η γνώμη του ΜΕ2 πως εάν η Λαϊκή Τράπεζα τεθόταν σε εκκαθάριση πριν το 2013 και δεν οδηγούνταν σε εξυγίανση, οι καταθέτες, και ειδικότερα οι ενάγοντες, θα βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα ή θέση από ό,τι είναι σήμερα, αν και δεν φαίνεται να στηρίχθηκε σε κάποια ειδική μελέτη του ίδιου ή κάποιου άλλου εμπειρογνώμονα σε προγενέστερο χρόνο, διαφαίνεται πως ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε στοιχεία υποστηρίζοντας τη γνώμη του. Ταυτόχρονα δεν τέθηκε ενώπιον του οποιαδήποτε μελέτη η οποία να έγινε από την ΚΔ ή την ΚΤΚ για να την σχολιάσει, με την οποία να διαφαινόταν ότι εν τέλει με την εκκαθάριση της Λαϊκής, πριν τον Μάρτιο του 2013, κυρίως το 2011 ή 2012, οι καταθέτες θα έπαιρναν πιο λίγα από τις €100.000,
- Επίσης σε ότι αφορά τις δυνατότητες και την εξουσία που είχε η ΚΤΚ να παρέμβει προς το Δ.Σ. της Λαϊκής Τράπεζας, δίδοντας οδηγίες ή λαμβάνοντας μέτρα προς αποφυγή της επιδείνωσης της οικονομικής της κατάστασης, περιλαμβανομένων των υποδειχθέντων από αυτόν παραλείψεων ή ενεργειών, το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του ΜΕ
- Το Δικαστήριο επίσης αποδέχεται πως η ΚΤΚ αντί να παραχωρεί συνεχώς ELA όφειλε να πάρει πιο δραστικά μέτρα μη αποκλειόμενης και της εκκαθάρισης. Συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Άρθρου
- Η συνεχής εκροή καταθέσεων ήταν πρόδηλη και συνιστούσε ανάγκη παρέμβασης. Η Λαϊκή Τράπεζα ήταν το 2011 δρώσα οντότητα φαινομενικά και χάριν μόνο στην κρατική στήριξη που δόθηκε εν λευκώ, χωρίς όρους. Σημειωτέον, εν πάση περιπτώσει, πως η επιλογή της εκκαθάρισης πριν τον Μάρτιο του 2013, ήταν μια εκ των επιλογών που ο ΜΕ2 υπέδειξε μαζί με τα άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν. Εν' όψει των προαναφερόμενων το Δικαστήριο αποδέχεται τη γνώμη και τις απόψεις του ΜΕ2 καθώς και το γενικότερο συμπέρασμα του πως, η εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας ήταν εφικτό να αποφευχθεί αν δεν συνέτρεχαν οι πράξεις και παραλείψεις των ΚΔ και ΚΤΚ, τις οποίες υπέδειξε και αν λαμβάνονταν έγκαιρα μέτρα, δυνάμει των εξουσιών του Άρθρου 30 του Ν.66(Ι)/
- Όσον αφορά στους ΜΥ1, 2, 3 και 4, ομοίως το Δικαστήριο έχει αποκομίσει την εντύπωση ότι γνώριζαν καλά το αντικείμενο για το οποίο κατέθεσαν. Άλλωστε η ιδιότητα τους και η κατοχή θέσης στην ΚΤΚ ή στο ΥΠΟΙΚ αρμόζει με το συμπέρασμα ότι είναι κατηρτισμένοι λειτουργοί και έχουν αποκτήσει εμπειρία για τη θέση που κατέχουν. Εξάλλου δεν διαφάνηκε, κατά τη μαρτυρία τους, να υπήρχε έλλειψη ή κενό σε γνώσεις, ώστε να μην ήταν σε θέση να διαφωτίσουν το Δικαστήριο, το οποίο αποδέχεται πως τα γεγονότα που κατέθεσαν, οι ΜΥ1, 2, 3 και 4, ήταν αυτά που με την εμπλοκή τους, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποκόμισαν και με ειλικρίνεια τα μετέφεραν στο Δικαστήριο. Σημειώνεται πως ούτε από την πλευρά των εναγόντων τέθηκε ζήτημα αμφισβήτησης των γεγονότων που παρουσίασαν, αλλά, μόνο τα συμπεράσματα τους ή οι απόψεις τους αμφισβητήθηκαν, κυρίως των ΜΥ1, 2 και
- Όσον αφορά στον ΜΥ1 ήταν η θέση του πως λήφθηκαν όλα τα μέτρα που μπορούσαν να ληφθούν, εκ μέρους της ΚΤΚ, ως προς τη Λαϊκή, με βάση τις εξουσίες που η ΚΤΚ είχε. Καθίσταται αντιληπτό ότι η θέση αυτή θα απασχολήσει το δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο, κατά την αξιολόγηση του ΜΥ2, ο οποίος κατέθεσε ειδικά επί του θέματος αυτού, αλλά και κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του δικαστηρίου, εφ' όσον άπτεται νομικού θέματος, το οποίο ρυθμίζεται νομοθετικά (Ν.66(Ι)/1997), και αναλόγως της ερμηνείας που θα δοθεί από το δικαστήριο. Όσον αφορά στον ΜΥ2, πέραν των γεγονότων που εξελίχθηκαν κατά την επίδικη περίοδο και τα οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και απορρίπτει τη θέση και την άποψη του, ως προς την έννοια - εύρος του εποπτικού ρόλου που είχε η ΚΤΚ κατά την επίδικη περίοδο. Προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι η γνώμη του ήταν πως η ΚΤΚ δεν είχε εξουσία να επεμβαίνει στις αποφάσεις των τραπεζών, σχετικές με επενδύσεις ή οτιδήποτε θα υποκαθιστούσε το Δ.Σ. των τραπεζών. Η θέση του απορρίπτεται για τους ακόλουθους λόγους:
- Κατ' αρχήν η ίδια η διάταξη του Άρθρου 30 του Ν. 66(Ι)/1997 δεν επιτρέπει τέτοια ερμηνεία. Ως προκύπτει από αυτήν η ευρύτητα των εξουσιών με τις οποίες ο νόμος εξόπλισε την ΚΤΚ δεν συνάδει με αποστολή μόνο επιστολών και συστάσεων προς τις τράπεζες ή διαπιστώσεις προβλημάτων, χωρίς τη λήψη μέτρων, μη αποκλειόμενης της παρεμπόδισης από το Δ.Σ. των τραπεζών στη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται είτε με χορήγηση δανείων ή με επενδύσεις.
- Κατά δεύτερο λόγο, διαπιστώνεται ότι ο ΜΥ2 ανέτρεψε εαυτόν όταν μέσα από τη μαρτυρία του, προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση ότι η ΚΤΚ πήρε «δραστικά μέτρα», κατά την άσκηση του εποπτικού ελέγχου έναντι της Λαϊκής Τράπεζας, επικαλούμενος το Άρθρο 30 του Ν.66(Ι)/1997, και ειδικότερα για την αντικατάσταση Μπουλούτα από το Δ.Σ. της Λαϊκής, καθώς επίσης και για την απόφαση της ΚΤΚ όπως αυτή ενημερώνεται από τη Λαϊκή, σε τακτική βάση, για τη ρευστότητα της, να ενημερώνεται και να εγκρίνει τυχόν νέα δάνεια και άλλες αποφάσεις, που προδήλως δεν ήταν του πνεύματος της εποπτείας που ο ΜΥ2 απέδωσε, ατυχώς, αρχικά στη μαρτυρία του, προφανώς προς υποστήριξη της υπερασπιστικής γραμμής της ΚΤΚ και τούτο χωρίς λογικό έρεισμα. Προστίθεται δε πως αν και ο ΜΥ2 δεν ήταν νομικός διαφάνηκε ότι ήταν κατανοητές γι' αυτόν οι πρόνοιες του Άρθρου 30 και γι' αυτό τις επικαλέστηκε σε άλλες περιπτώσεις, κυρίως χρονικά, όταν η κατάσταση στη Λαϊκή είχε φτάσει στο απροχώρητο, πλην όμως επέμενε στη θέση πως ο ρόλος της ΚΤΚ ήταν εποπτικός χωρίς εξουσία επέμβασης στις επενδυτικές αποφάσεις των τραπεζών. Δεν έπεισε το Δικαστήριο γι' αυτή του τη θέση η οποία απορρίπτεται. Όσον αφορά στους μάρτυρες ΜΥ3 και ΜΥ4 δεν διαπιστώθηκε κλονισμός της μαρτυρίας τους. Με θετική διάθεση για πληροφόρηση και διαφώτιση του Δικαστηρίου για κάθε γεγονός που γνώριζαν, είτε προσωπικά είτε από άλλη πηγή γνώσης, κατονομάζοντας την. Χωρίς περιστροφές μετέφεραν τις γνώσεις τους αλλά και χωρίς δισταγμό. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία τους δεδομένου ότι αυτή δεν κλονίστηκε από αντιφάσεις ή διάθεση διαστρέβλωσης γεγονότων ή εύλογων εξελίξεων. Κρίνονται αξιόπιστοι, ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται κάποιες εκ των θέσεων του ΜΥ3, ο οποίος προώθησε τη θέση πως η παροχή ELA ήταν στη βάση του ότι η Λαϊκή Τράπεζα ήταν όντως φερέγγυα. Προφανώς όμως η Λαϊκή Τράπεζα ήταν φαινομενικά φερέγγυα. Κατ' αρχήν τα στοιχεία που επικαλέστηκε προς υποστήριξη της φερεγγυότητας δεν υπήρχαν από την πρώτη παροχή ELA, τον Σεπτέμβριο του
- Εν πάση περιπτώσει όλα τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η ΚΤΚ και τα οποία ο ΜΥ3 επικαλέστηκε, αφορούσαν μελλοντικές ενέργειες βελτίωσης της ρευστότητας και οι οποίες κυρίως στηρίζονταν στην κρατική στήριξη, η οποία όμως δεν ήταν δυνατό να δοθεί αφού και το κράτος είχε προβλήματα με τα οικονομικά του, κάτι που γνώριζε η ΚΤΚ, εξ' ου και η ΚΔ μόνο μια φορά «στήριξε» τη Λαϊκή με την αγορά των Δικαιωμάτων Προτίμησης. Προφανώς στηρίχθηκε η ΚΤΚ σε μη στέρεο έδαφος και όφειλε να προβληματιστεί από το γεγονός ότι η ρευστότητα της Λαϊκής Τράπεζας, από το τέλος του 2010, συνεχώς παρουσίαζε αυξανόμενη πίεση, χωρίς να ζητηθούν έγκαιρα μέτρα αντιμετώπισης, εκ μέρους της ΚΤΚ, παρά μόνο αυτή αρκέστηκε πως θα επιλυόταν το πρόβλημα αν η ΚΔ έπαιρνε δάνειο, το οποίο όμως δεν ήταν κάτι βέβαιο, ως επαληθεύθηκε στο τέλος, κυρίως λόγω του ότι και η ΚΔ και η ΚΤΚ δεν γνώριζαν πριν τον Φεβρουάριο του 2013 τις πραγματικές ανάγκες των τραπεζών, παρά μόνο όταν έγινε ο διαγνωστικός έλεγχος από την PIMCO, οπότε διαφάνηκε ότι τα χρήματα που απαιτούνταν και για την ΚΔ και για τις ανάγκες των τραπεζών ήταν πολύ περισσότερα, και ως κρίθηκε από τους δανειστές, το χρέος δεν θα ήταν βιώσιμο. Εν πάση περιπτώσει ως διαφάνηκε η έλλειψη ρευστότητας στη Λαϊκή δεν ήταν προσωρινή, και γι' αυτό δόθηκε ELA επανειλημμένα. Δεν παραγνωρίζεται η θέση του ΜΥ3 πως ο ELA δεν αύξησε τον ισολογισμό της Λαϊκής και άρα δεν ήταν κάτι το επιβαρυντικό. Το ζητούμενο όμως είναι αν εν τέλει η παροχή ELA, ύψους €9 δις, ήταν δικαιολογημένη όταν υπήρχαν συνεχώς εκροές καταθέσεων και δεν παρέμειναν περιουσιακά στοιχεία στη Λαϊκή, αφού αυτά δίδονταν ως εξασφαλίσεις στην ΚΤΚ, ενώ ταυτόχρονα, ως είναι κατανοητό, η κατάσταση δεν βελτιωνόταν, και μειωνόταν η εξασφάλιση των πιστωτών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι σε τι βοήθησε εν τέλει η παροχή ELA σε σχέση με την εξασφάλιση των καταθετών. Το θέμα θα απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, προκύπτει ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως αυτά θα παρατεθούν στη συνέχεια. Σημειώνεται εξ αρχής, στο παρόν στάδιο, πως εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί και κάθε αποδεκτή μαρτυρία αξιόπιστου μάρτυρα, έστω και εάν δεν γίνεται ειδική αναφορά στην παρούσα ενότητα της απόφασης. Οι εναγόμενοι 1 ήταν τράπεζα - στο εξής η Λαϊκή Τράπεζα - η οποία λειτουργούσε με υποκαταστήματα σε όλες τις πόλεις της Κύπρου, περιλαμβανομένης της Λεμεσού. Σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Οι ενάγοντες, ρώσοι υπήκοοι, ερχόμενοι στην Κύπρο άνοιξαν επ' ονόματι τους λογαριασμούς στη Λαϊκή Τράπεζα, οι οποίοι είχαν συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο, στις 26.03.2013, €6.132.775,
- Ειδικότερα ο ενάγοντας 1 είχε το ποσό των €1.512.232,49, η Ενάγουσα 2 το ποσό των €2.665.473,30, ο ενάγοντας 3 το ποσό των €782.946,67, ο ενάγοντας 4 το ποσό των €556.658,80 και η ενάγουσα 5 το ποσό των €615.464,
- Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2, το κόστος της δημόσιας υπηρεσίας στην Κύπρο, ήταν πολύ υψηλό, υπήρχε δε αδυναμία ορθολογιστικής αντιμετώπισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που άρχισε από τις ΗΠΑ το 2007, από τα στελέχη της κυβέρνησης, τα οποία αγνοούσαν εισηγήσεις ειδικών εμπειρογνωμόνων ή θεσμών, όπως οι εισηγήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εισηγήσεις του ΔΝΤ. Η Κύπρος αν και στις αρχές του 2008 παρουσίαζε δημοσιονομικό πλεόνασμα της τάξης του 3,8% επί του ετήσιου ΑΕΠ το 2011 παρουσίαζε έλλειμμα 6%. Η υπόσχεση που είχε δοθεί με βάση την κοινή διακήρυξη αρχηγών κρατών - Τεκμήριο 18 - ήταν ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν θα υπερέβαινε το 2,7 % του ετήσιου ΑΕΠ. Η συνεχής επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης της Κύπρου έθεσε την κυπριακή οικονομία σε επιτήρηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και από τις διεθνείς αγορές, ο αποκλεισμός από τις οποίες προσμέτρησε, από το 2011, ως στοιχείο για το οποίο οι οίκοι αξιολόγησης κατέταξαν την κυπριακή οικονομία στις πολύ χαμηλές επενδυτικές βαθμίδες. Ο ρυθμός ανάπτυξης επίσης δεν ήταν ικανοποιητικός, το δε δημόσιο χρέος το 2011 έφτασε στο 71,6% του ετήσιου ΑΕΠ, στο τέλος του 2013 ανήλθε στο 98,3%. Μεσολάβησε επίσης τον Ιούλιο του 2011 η έκρηξη στο Μαρί, η οποία επέφερε ζημιά €2,3 δις. Το γεγονός και η ζημιά από την έκρηξη στο Μαρί δεν αξιολογήθηκε ορθά από την ΚΔ ή την ΚΤΚ, όπως, ομοίως, δεν αξιολογήθηκε και η απομείωση των ΟΕΔ του
- Η ΚΔ και η ΚΤΚ όφειλαν να διαγνώσουν τις επιπτώσεις που θα είχε η συμμετοχή τους στο PSI των ΟΕΔ στην ευρωστία των κυπριακών τραπεζών αλλά και στο τραπε