CH & G. EMPORIUM CARS LTD ν. GOOGLE IRELAND LIMITED, Αρ. Αίτησης: 5/2023, 11/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ Κ. Πασιαρδή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 5/2023 Μεταξύ: CH & G. EMPORIUM CARS LTD Αιτήτρια και GOOGLE IRELAND LIMITED Καθ' ης η Αίτηση ------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 21/11/2023 για έκδοση προστακτικών Διαταγμάτων πριν την έγερση απαίτησης Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Χ. Τιμοθέου μαζί με κ. Σ. Κωνσταντίνου για Χ. Τιμοθέου & Λ. Νεοφύτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή 1. Η εταιρεία CH & G. EMPORIUM CARS LTD (η «Αιτήτρια») καταχώρισε στις 21/11/2023 την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία αιτήθηκε την έκδοση προστακτικού διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η εταιρεία GOOGLE IRELAND LIMITED (η «Καθ' ης η Αίτηση») όπως απενεργοποιήσει και/ή να ακυρώσει και/η να διαγράψει τον επιχειρηματικό λογαριασμό της Αιτήτριας από τις υπηρεσίες της και/ή από το διαδίκτυο. 2. Η αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 25.2
(1)(α),
(2)και
(3), 25.3, 25.4, 25.6 και 25.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου.
- Συνοπτικά, με την ένορκη δήλωση του κου Ανδρέα Αντωνίου διευθυντή της Αιτήτριας (η «Ε/Δ ΑΑ») περιγράφεται γενικά το ιστορικό δημιουργίας επιχειρηματικού λογαριασμού (business account) με την Καθ' ης η Αίτηση. Επιπλέον, προωθείται η θέση ότι το τελευταίο διάστημα ανταγωνιστές της Αιτήτριας δημιουργούν λογαριασμούς με τους οποίους αναρτούν ψευδή και δυσφημιστικά σχόλια και κριτικές εναντίον της Αιτήτριας στον επιχειρηματικό λογαριασμό, χωρίς να επιβεβαιώνονται από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Επισυνάπτει σχετική δέσμη με αριθμό αναρτήσεων, που όμως κάποια από αυτά αφορούν και εταιρείες άσχετες με την Αιτήτρια, όπως αναφέρει. Στην Ε/Δ ΑΑ προβάλλεται η θέση ότι τα εν λόγω σχόλια βλάπτουν τη φήμη και την υπόληψη της Αιτήτριας και τη γενικότερη βαθμολογία τους στο διαδίκτυο.
- Ως εκ τούτου, εξηγεί ότι προέβησαν σε προσπάθειες να επικοινωνήσουν με την Καθ' ης η Αίτηση αποστέλλοντας τόσο οι ίδιοι όσο και οι δικηγόροι της Αιτήτριας επιστολές και ηλεκτρονική αλληλογραφία με σκοπό να απενεργοποιηθεί και να διαγραφεί ο λογαριασμός που διατηρεί η Αιτήτρια, στις οποίες δεν υπήρξε ανταπόκριση αν και μεταγενέστερα ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε και ανέφερε «ότι αν αποσταλεί διάταγμα Δικαστηρίου θα μπορούν να προωθήσουν το παράπονο για επίλυση του ζητήματος». Έπειτα, αναζήτησε και έλαβε νομική συμβουλή βάσει της οποίας η μη ανταπόκριση από την Καθ' ης η Αίτηση προκαλεί καθημερινή οικονομική ζημιά και βλάβη στην υπόληψη της Αιτήτριας και συνεπώς όπως συμβουλεύεται έχει πολύ καλή και συζητήσιμη υπόθεση και προτίθεται να εγείρει αγωγή εναντίον της απαιτώντας αποζημιώσεις. Ενόψει των πιο πάνω είναι η θέση του διευθυντή ότι ο μόνος τρόπος για να σταματήσει να υφίσταται καθημερινή οικονομική ζημιά ένεκα των ψευδών και δυσφημιστικών σχολίων, όπως το έθεσε, είναι να εκδοθεί το αιτούμενο προστακτικό διάταγμα καθότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επιλυθεί το εν λόγω ζήτημα.
- Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης στις 24/11/2023, εξέφρασε τον προβληματισμό του προς τον συνήγορο της Αιτήτριας κατά πόσο συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος, που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να ακούσει την υπό κρίση Αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς, κατά παρέκκλιση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που επιτάσσει τη διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης και των δύο πλευρών σε μια διαφορά και εξέφρασε τον προβληματισμό του κατά πόσο το Δικαστήριο κέκτειται γενικότερα δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας διαφοράς και ζήτησε διευκρινήσεις ως προς το αγώγιμο δικαίωμα που θα προωθηθεί εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση.
- Η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση διαδικαστικών οδηγιών με σκοπό να καταχωρηθούν οι αγορεύσεις της Αιτήτριας όσο και το προσχέδιο του αιτούμενου διατάγματος σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο Μέρος 23.6
(2)των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Μέχρι την επόμενη ημερομηνία ακρόασης διαδικαστικών οδηγιών ήτοι στις 05/12/2023 οι συνήγοροι συμμορφώθηκαν με τα ως άνω, και αγόρευσαν προφορικά εστιάζοντας στο ζήτημα της δικαιοδοσίας και του αγώγιμου δικαιώματος που προωθείτο εκ μέρους της Αιτήτριας. Το Δικαστήριο μελέτησε τις αγορεύσεις και εξέφρασε εκ νέου τον προβληματισμό του για το ζήτημα της δικαιοδοσίας, από την άποψη κατά πόσο υπήρχε μαρτυρία που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να αναλάβει δικαιοδοσία στην παρούσα. Κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων η ακρόαση διαδικαστικών οδηγιών αναβλήθηκε εκ νέου στις 08//12/2023, ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε η παρούσα, μετά που οι συνήγοροι πληροφόρησαν το Δικαστήριο ότι επιθυμούσαν να προωθήσουν την αίτηση ως έχει.
- Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας έχουν θέσει ενώπιον μου με τις γραπτές και προφορικές τους αγορεύσεις. Νομική Πτυχή και Εφαρμογή στα γεγονότα Αίτηση για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας πριν την καταχώριση απαίτησης
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πριν την έγερση απαίτησης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Με τα όσα διαλαμβάνονται στο Μέρος 25.2 των νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με την πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 (βλ. τροποποίηση που επήλθε δυνάμει του Περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) Νόμο του 2023 (Ν. 114(I)/2023) παρέχεται πλέον η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο και έκδοσης ενδιάμεσων θεραπειών πριν την καταχώριση απαίτησης, εκεί όπου καταδεικνύεται ότι το θέμα είναι επείγον ή υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις [Μέρος 25.2
(2)(β)] και το Δικαστήριο αναλόγως του διατάγματος που αξιώνεται θα δώσει οδηγίες για την καταχώριση απαίτησης [Μέρος 25.2
(3)και
(4)]. 10. Η εν λόγω δυνατότητα σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή και εξέλιξη των εξουσιών που παρέχονται πλέον στα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας και που αναπόφευκτα επενεργεί καταλυτικά στην εφαρμογή της υφιστάμενης νομολογίας των Δικαστηρίων της Κύπρου, βάσει της οποίας η διεκδίκηση μιας ενδιάμεσης θεραπείας ήταν επιτρεπτή μόνο στις περιπτώσεις όπου είχε ήδη αρχίσει κάποιου είδους δικαστική διαδικασία. Στην παράγραφο 25.2.4 του Αγγλικού White Book 2023 καταγράφονται τα εξής σχετικά με την αντίστοιχη αγγλική πρόνοια [(25.2
(2)(b)] που καταδεικνύουν την ιδιαίτερη αυστηρότητα με την οποία πρέπει να προσεγγίζονται τέτοιες αιτήσεις: ¨The general rule is that an order for an interim remedy may be made at any time; but the court may grant an interim remedy before proceedings have been started only if (i) the matter is urgent, or (ii) it is otherwise desirable to do so in the interests of justice (r.25.2
(2)(b)). The court should not entertain an application of which no notice has been given unless either giving notice would enable the defendant to take steps to defeat the purpose of the application or there has been literally no time to give notice before the remedy is required (National Commercial Bank Jamaica Ltd v Olint Corp Ltd (Practice Note) [2009] UKPC 16; [2009] 1 W.L.R. 1405, PC)" (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) 11. Δεδομένου ότι το λεκτικό του δικαιοδοτικών προϋποθέσεων που θέτει το δικό μας Μέρος 25
(2)
(2)(β) αντιστοιχεί με τα όσα προνοούνται στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) η πλούσια νομολογία επί του θέματος, που έχει δημιουργηθεί στη βάση των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα εξακολουθήσει να παρέχει ουσιαστική καθοδήγηση κατά την εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα. Δικαιοδοσία
- Όπως έχει νομολογηθεί σε πλειάδα αποφάσεων, αποτελεί καθήκον του εκάστοτε Δικαστηρίου, να εξετάζει τη δικαιοδοσία του, προτού προβεί στην εκδίκαση οποιασδήποτε υπόθεσης τίθεται ενώπιον του, καθότι η ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας αποτελεί ζήτημα πρωτίστως δημόσιας τάξης αλλά και ζήτημα δικονομικής τάξης. Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα της δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί, όπως ανέφερα και προηγουμένως, αυτεπάγγελτα, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, καθότι ελλείψει δικαιοδοσίας μπορεί κάθε απόφαση να θεωρηθεί εξ υπαρχής άκυρη και αυτό προδήλως συμπεριλαμβάνει και την έκδοση μονομερών διαταγμάτων. Για το ζήτημα της δικαιοδοσίας γενικότερα παραπέμπω στην απόφαση ΘΟΚ ν. Ορέστης Σοφοκλέους Πολιτική Έφεση 513/2012 ΧΣ και στην πολύ πρόσφατη
- Φοίβος Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλλίδης & Συνεργάτες,
- Δρ. Χρίστος Κληρίδης ν. Χριστοφόρου κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. Ε.37/
- Για να δύναται το Δικαστήριο να επιληφθεί μίας υπόθεσης, πρέπει να υφίσταται τόσο κατά τόπο όσο και καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ζήτημα που κρίνω ότι ουδόλως ατονεί στην περίπτωση που εξετάζεται η έκδοση μονομερών διαταγμάτων πριν την έγερση απαίτησης εναντίον του προσώπου προς το οποίο στρέφονται εναντίον τα διατάγματα.
- Η υφιστάμενη νομολογία έχει εκτεταμένα αναφερθεί στο γεγονός ότι η βάση αγωγής και κατά συνέπεια η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, καθορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την έκθεση απαίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Sevegep Ltd, v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729 όπου τονίστηκε ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας, είναι η έκθεση απαίτησης.
- Εντούτοις από μεταγενέστερη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να εξετάσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας και πριν την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης, σε περιπτώσεις που υπάρχει ενώπιον του επαρκές υλικό για τα γεγονότα της υπόθεσης, είτε από την γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου είτε από ένορκες δηλώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων του ενάγοντα.
- Σχετική είναι η υπόθεση Powertools Electro Srl ν. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1 ΑΑΔ 2182, όπου παρά το ότι δεν είχε ακόμη καταχωριστεί έκθεση απαιτήσεως, τα γεγονότα της υπόθεσης θεμελιώνονταν από την ένορκη δήλωση που συνόδευε την Γενική Αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου αλλά και στην ένορκη δήλωση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου μπορούσε να καταδειχθεί από τις ένορκες δηλώσεις.
- Ομοίως στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι η παρούσα αίτηση εγέρθηκε πριν την καταχώριση απαίτησης, αποφαίνομαι ότι το Δικαστήριο δύναται να διερευνήσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ως προς τη βάση αγωγής που προωθείται αλλά και κατά πόσο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος μονομερώς όπως αυτές παρατίθενται τόσο στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, όπως αυτές έχουν διαχρονικά ερμηνευθεί από την νομολογία.
- Στην παρούσα υπόθεση διαφαίνεται, με αρκετή δυσκολία, ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας από την Ε/Δ ΑΑ συντελείται το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης εναντίον της. Σημειώνω ότι στις αγορεύσεις τους επιχειρηματολόγησαν ότι «μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ης η Αίτηση υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης την οποία η Καθ' ης η Αίτηση παραβίασε. Κάτι τέτοιο ουδόλως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ούτε και δύναται να εισαχθεί με τις αγορεύσεις των συνηγόρων (El Fath Co For International Trade S.A.E v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1ΑΑΔ 1255) αν και δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω για το εν λόγω ζήτημα, ενόψει του ότι οι συνήγοροι της Αιτήτριας προσέγγισαν το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στηριζόμενοι στις αρχές που διέπουν το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια.
- Παρενθετικά, σημειώνω ότι στην Ε/Δ ΑΑ δεν παρέχεται καμία απολύτως λεπτομέρεια ως προς το ποια συγκεκριμένη ανάρτηση από αυτές που παρέθεσαν οι Αιτητές είναι δυσφημιστική και γενικότερα απουσιάζει οποιαδήποτε ανάλυση και παράθεση γεγονότων τα οποία στη συνέχεια να εξειδικεύονται και να συσχετίζονται με τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Ειδικότερα, είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ε/Δ ΑΑ δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι Καθ' ης η Αίτηση αποτελεί το πρόσωπο που «προκάλεσε» την όποια δημοσίευση των αναρτήσεων ή οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει ότι η Καθ' ης η Αίτηση πρέπει να θεωρηθεί υπόλογη για τις κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικές πράξεις των εν λόγω τρίτων προσώπων. Παρεμβάλλω εδώ ότι μόνο ως ατυχείς μπορεί να χαρακτηρισθούν οι αναφορές στην Ε/Δ ΑΑ ότι η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε στην Αιτήτρια (Τεκμήρια Δ και ΣΤ, Ε/Δ ΑΑ) ότι η αποστολή Δικαστικού διατάγματος θα επέλυε το ζήτημα που προέκυψε στην παρούσα αφήνοντας με αυτό τον τρόπο να δημιουργηθεί η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η Καθ' ης η Αίτηση συγκατατίθεται στην έκδοση Δικαστικού διατάγματος. Κάτι τέτοιο ουδόλως προκύπτει από τα εν λόγω τεκμήρια αλλά δεν κρίνω χρήσιμο να επεκταθώ περαιτέρω επί του ζητήματος.
- Στην διαδικτυακή δυσφήμιση υπάρχουν αρκετές ιδιαιτερότητες ένεκα της διεθνούς εμβέλειας και ευρύτερης διάστασης που μπορεί αυτή να λάβει. Συνεπώς, προκύπτουν συχνά ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας, που απασχολούν το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο και που απασχόλησαν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αριθμό υποθέσεων.
- Με τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι της Αιτήτριας παρέπεμψαν στις πρόνοιες του άρθρου 1215/2012 και ειδικότερα στο άρθρο 7
(2)για να υποστηρίξουν την θέση τους ότι το Δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Αν και ο εν λόγω κανονισμός απουσιάζει στο σύνολο του από την αίτηση το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται από το να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, μιας και ο εν λόγω Κανονισμός είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο, ως μέρος του ενωσιακού Δικαίου που αποτελεί πηγή του Κυπριακού Δικαίου (βλ. Directo Capital Investments Ltd και Άλλες ν. Global Finance και Άλλων
(2016)1 ΑΑΔ 1817).
- Εκεί όπου υπάρχει ζήτημα ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας από Κυπριακό Δικαστήριο, το σύννομο ή μη τέτοιας ανάληψης δικαιοδοσίας εξετάζεται και αποφασίζεται στη βάση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα διέπεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις («Brussels Recast»). Σημειώνεται ότι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τυγχάνει εφαρμογής ο ως άνω κανονισμός δεδομένου ότι η καταστατική έδρα της Καθ' ης η Αίτηση βρίσκεται στην Ιρλανδία και της Αιτήτριας στην Λεμεσό.
- Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Brussels Recast τα δικαστήρια χώρων κρατών μελών αντλούν δικαιοδοσία εφαρμόζοντας την γενική «αρχή της γενικής δωσιδικίας» του τόπου κατοικίας του εναγόμενου και, κατ' εξαίρεση, προβλέπονται εναλλακτικές ειδικές δωσιδικίες ή περιπτώσεις αποκλειστικής δικαιοδοσίας σε άλλα άρθρα τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να αναπτυχθούν εξαντλητικά στην παρούσα. Το άρθρο 7
(2)του Brussels Recast που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι της Αιτήτριας σε σχέση με αστικά αδικήματα προνοεί ότι: «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» 24. Ουσιαστικά το άρθρο 7
(2)αφορά μια από τις περιπτώσεις εναλλακτικής δωδισοκίας που δύναται να προσδώσει συντρέχουσα αρμοδιότητα στα δικαστήρια κρατών μελών, άλλων από εκείνο στο οποίο έχουν την κατοικία τους οι Εναγόμενοι (βλ. Powertools ανωτέρω).
- Ειδικότερα παραπέμφθηκα στις αποφάσεις eDate Advertising v X, C‑509/09 και Société MGN Limited,C‑161/10 EU:C:2011:
- Η εν λόγω απόφαση, αν και αφορούσε το άρθρο 5
(3)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001,αντίστοιχο του άρθρου 7
(2)του Brussels Recast, σύμφωνα με τους συνήγορους της Αιτήτριας «σφραγίζει» τη θέση τους ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κέκτηται δικαιοδοσίας για να εκδικάσει την παρούσα. Αποτελεί θέση των συνηγόρων ότι σύμφωνα με την απόφαση eDate (ανωτέρω) ο εκάστοτε Ενάγοντας δύναται να επιλέγει σε υποθέσεις διαδικτυακής δυσφήμησης, κατά πόσο θα εγείρει την αγωγή στον τόπο όπου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του, δίχως άλλο, δηλαδή στην προκειμένη στη Λεμεσό όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας, είτε στην χώρα που βρίσκεται ο Εναγόμενος. Με κάθε σεβασμό αποκλίνω από την ως άνω θέση όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια. 26. Στην μεταγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Bolagsupplysningen OÜ and another v Svensk Handel AB, Case C-194/16, EU:C:2017:766 καταγράφεται κατά την κρίση μου η ορθή διάσταση πραγμάτων σε σχέση με ζητήματα δικαιοδοσίας σε υποθέσεις διαδικτυακής δυσφήμισης: · Επιβεβαιώθηκε εκ νέου η γενική θέση είναι ότι ο εναγόμενος πρέπει να ενάγεται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Brussels Recast. · Σύμφωνα με τον κανόνα ειδικής δικαιοδοσίας του άρθρου 7
(2)του Brussels Recast και σύμφωνα με την Shevill and others v Presse Alliance SA, C-68/93 EU:C:1995:61 αγωγή για δυσφήμιση μπορεί να εγερθεί σε κάθε δικαιοδοσία όπου δημοσιεύονται και κυκλοφορούν δυσφημιστικές δηλώσεις (δηλαδή διαβάζονται) εφόσον έχει συμβεί ένα "επιβλαβές γεγονός" σε αυτήν τη δικαιοδοσία (γνωστό ως "Mosaic Approach"). · Σύμφωνα με την eDate (ανωτέρω) ένας ενάγοντας που εγείρει αξίωση για διαδικτυακή δυσφήμιση δύναται να επιλέξει να ασκήσει αγωγή για αποζημίωση για το σύνολο της αξίωσης, και για διάταγμα (injunction) αφαίρεσης του δημοσιεύματος, στα Δικαστήρια του κράτους μέλους όπου είτε έχει την κατοικία του ο εναγόμενος είτε έχει το κέντρο συμφερόντων του. Μια αξίωση σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος θα περιορίζεται σε αποζημίωση για την περιορισμένη ζημιά εντός της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας.
- Συνεπώς, το νομικό αποτέλεσμα της eDate (ανωτέρω) είναι ότι διευρύνθηκε το είδος των θεραπειών (αποζημιώσεις για το σύνολο της ζημιάς αντί μέρους της ζημιάς (βλ. Shevill ανωτέρω), καθώς και διατάγματα αφαίρεσης του δημοσιεύματος ή και τα δύο) που μπορεί ένας Ενάγοντας να αξιώσει αν η αγωγή εγερθεί στη χώρα που έχει το κέντρο των συμφερόντων του, νοούμενου ότι έχει προηγουμένως καταδειχθεί δημοσίευση εντός της εν λόγω δικαιοδοσίας.
- Αποφαίνομαι ότι η απόφαση eDate (ανωτέρω) δεν είχε ως αποτέλεσμα να καταργηθεί η υποχρέωση του εκάστοτε Ενάγοντα να αποδείξει ότι υπήρξε δημοσίευση εντός της δικαιοδοσίας στην οποία προωθεί την αξίωση του, υπό την έννοια του να έχει κυκλοφορήσει το δημοσίευμα και άρα ότι έχει διαβαστεί από πρόσωπα εντός της δικαιοδοσίας (βλ. Shevill - ανωτέρω), ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι έχει επισυμβεί το ζημιογόνο γεγονός εντός της δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)του Brussels Recast. Περαιτέρω, με την απόφαση eDate (ανωτέρω) δεν καθιερώθηκε ένας γενικός κανόνας αρχής όπου το ζημιογόνο γεγονός δύναται να τεκμαίρεται απλά και μόνο στη βάση της ύπαρξης του κέντρου συμφερόντων του ενάγοντα και έτσι να δίνεται γενικά και ανεξέλεγκτα προβάδισμα στον χώρο διαμονής του ενάγοντα, σε αντιδιαστολή με τον χώρο διαμονής του εναγόμενου. Η εν λόγω προσέγγιση απορρίφθηκε στην απόφαση Shevill (ανωτέρω) και σε κάθε περίπτωση είναι αντίθετη και ασυμβίβαστη με τις γενικές αρχές και σκοπούς που επιδιώκει να επιτευχθούν το Brussels Recast όπως αυτές καταγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου.
- Περαιτέρω, αντλώ καθοδήγηση από τον τρόπο που τυγχάνει εφαρμογής η απόφαση eDate (ανωτέρω) από την πολύ πρόσφατη Αγγλική απόφαση Mahmudov v Sanzberro [2021] EWHC 3433 (QB). Στην εν λόγω απόφαση προωθήθηκαν και απορρίφθηκαν ταυτόσημα επιχειρήματα με αυτά που προωθεί με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια. Παρόλο που κρίθηκε ότι οι εκεί Ενάγοντες είχαν το κέντρο συμφερόντων τους στο Ηνωμένο Βασίλειο εντούτοις το Αγγλικό δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την εν λόγω υπόθεση, μεταξύ άλλων, λόγω της απουσίας επαρκούς μαρτυρίας σχετικά με τη συντέλεση της δημοσίευσης, εντός της δικαιοδοσίας. Επιπλέον, στην εν λόγω απόφαση παρατέθηκαν οι δύο αντικρουόμενες αρχές τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να εξισορροπήσει σε τέτοιου είδους υποθέσεις: "But underlying the contest of law is a contest of two mainstream policies embodied in modern defamation law: on the one hand, the need for the law to keep up with the borderless realities of the internet, and on the other the need for international libel to be dealt with by the courts best able fairly to do so (or, to put it less neutrally, to prevent 'libel tourism'). (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
- Υπό το φως των ανωτέρω το Δικαστήριο οφείλει στην παρούσα υπόθεση να εξετάσει ως ζήτημα προτεραιότητας για σκοπούς ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας κατά πόσο υπήρξε δημοσίευση για σκοπούς του ημεδαπού νόμου ήτοι του άρθρο 17 του Κεφ.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 17
(1)του Κεφ. 148, η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος αποτελεί συστατικό στοιχείο της δυσφήμισης. Η δημοσίευση συντελείται όταν το δυσφημιστικό κείμενο λαμβάνεται από άλλο πρόσωπο και η απλή δημοσίευση δεν είναι αρκετή ειδικά σε περιπτώσεις διαδικτυακής δυσφήμισης. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12η έκδοση παράγραφος 24.21: «If there is damage, it is sustained and the act resulting in the damage is committed at the place or places of publication. Publication occurs at the place where the statement is seen or received by another person, a rule which has particular importance for internet publication. Thus, a defamatory internet page hosted by a foreign-based service provider is published in England if it is read here, and a foreign newspaper with an English circulation is (to that extent) published in this country: both cases, therefore, will come within the rule for the purposes of seeking leave to serve outside the jurisdiction».
- Περαιτέρω αναφέρω ότι σε υποθέσεις διαδικτυακής δυσφήμισης δεν υφίσταται τεκμήριο δημοσίευσης στο διαδίκτυο επειδή απλώς και μόνο υπήρξε ανάρτηση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να αναφέρω στην απόφαση ΜΑΡΙΑ ΠΑΡΘΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ κ.α. ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΛΛΩΣ ΤΖΙΟΡΤΖ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΛΛΩΣ 2J, Αρ. Αγωγής: 2548/2023, 9/10/2023 ότι θα πρέπει να καταδειχθεί ως πραγματικό γεγονός από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι το δημοσίευμα διαβάστηκε από πρόσωπα εντός δικαιοδοσίας. Στην υποσημείωση 61 του συγγράμματος Gatley (ανωτέρω) παρ. 32.17 αναφέρεται ότι: «There is no rebuttable presumption of law that an article placed on an internet website open to general access has been published to a substantial number of people within jurisdiction. The claimant bears the burden of proving that the material in question has been accessed and downloaded.»
- Τα ως άνω έχουν υιοθετηθεί και στην πρωτόδικη απόφαση Ιωάννου ν. Google, Γενική Αίτηση 220/2019, από το σκεπτικό της οποίας αντλώ καθοδήγηση, αν και η εν λόγω απόφαση αφορούσε παραμερισμό διατάγματος σφράγισης.
- Σχετικά με τα πιο πάνω είναι και οι Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες και παραπέμπω Trumm v Norman [2008] EWHC 116 (QB) παράγραφοι [35]-[36] και Al Amoudi v Brisard [2007] 1 WLR 113 παράγραφοι [33]-[35] και Qatar Airways Group v. Middle East
(2020)EW HC 2975 που παρέχουν υποστήριξη στη θέση ότι δεν υπάρχει νομικό τεκμήριο (presumption of law ότι ο ενάγων για δυσφήμιση στο διαδίκτυο δύναται να επικαλείται την ύπαρξη του δημοσιεύματος για να αποδείξει τη δημοσίευση του εντός της δικαιοδοσίας όπου προωθεί την αξίωση του. Εάν το δικαστήριο είναι σε θέση ή επιθυμεί να συμπεράνει ότι έχει συμβεί μια τέτοια δημοσίευση εντός της δικαιοδοσίας θα εξαρτηθεί από όλες τις περιστάσεις και τη μαρτυρία που προσκομίζεται σε κάθε υπόθεση. 34. Έχω διεξέλθει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και παρατηρώ ότι δεν έχει προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας ότι έχει συντελεστεί δημοσίευση των όποιων αναρτήσεων θεωρεί η Αιτήτρια ως δυσφημιστική (που δεν προσδιορίζονται επαρκώς) εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπό την έννοια του να έχει προσκομιστεί μαρτυρία από την οποία το Δικαστήριο να δύναται να συμπεράνει ότι τα εν λόγω σχόλια έχουν διαβαστεί από πρόσωπα εντός της δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αδυνατεί να συμπεράνει ότι βάσει των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του, η παρούσα εντάσσεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κέκτειται διεθνούς δικαιοδοσίας, δυνάμει του άρθρου 7
(2)του Brussels Recast. Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω η παρούσα αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας. Κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις
- Αν και η τύχη της παρούσας αίτησης έχει ήδη αποφασισθεί, θα απέρριπτα την παρούσα και για το λόγο ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατ' επείγοντος που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, για την παροχή θεραπείας μονομερώς όπως είναι η αίτηση για έκδοση των διαταγμάτων στην παρούσα περίπτωση.
- Μόνον όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου δικαιολογείται η άσκηση της δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου,
(1998)
(1)Α.Α.Δ 598 όπου λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Για αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατ' επείγουσα ανάγκη (βλ. Αίτηση C. M. K. Metal Construction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση αριθμός 138/18 ημερομηνίας 07/11/2018 και CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.α. v. CONTENT UNION S.A., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2018,Ε35/2018, 8/4/2021). 37. Επιπλέον, είναι γνωστές οι νομολογιακές αρχές για την έκδοση προσωρινών προστακτικών διαταγμάτων. Οφείλω να παραθέσω ότι προσωρινά διατάγματα σε υποθέσεις όπου η βάση αγωγής είναι η δυσφήμηση εκδίδονται με μεγάλη φειδώ. Είναι γνωστό ότι τέτοιο διάταγμα εκδίδεται μετά από εξέταση των προϋποθέσεων που ορίζει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και δη όταν φαίνεται ξεκάθαρα στο Δικαστήριο μεταξύ άλλων ότι η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική και ιδιαίτερα σοβαρή, όταν δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής, όταν δεν υπάρχει υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει, όταν υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης και τυχόν επανάληψη της δημοσίευσης θα οδηγήσει σε ιδιαίτερα σοβαρή και ίσως ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ενάγοντα (βλ. Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Ltd
(2014)1(Α) ΑΑΔ 212).
- Ως αναφέρεται ανωτέρω η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τέτοιας φύσεως εκδίδονται με φειδώ λόγω της φύσεως τους, πόσω μάλλον μονομερώς και δη χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας που προσφέρθηκε με την Ε/Δ ΑΑ από την οποία προωθείται μια γενική και αόριστη θέση της Αιτήτριας, χωρίς την απαραίτητη συγκεκριμενοποίηση και παράθεση συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών περί «καθημερινής οικονομικής ζημιάς» ή ότι ενδεχομένως να συνεχίσουν οι επιβλαβείς αναρτήσεις, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι συντρέχει το δικαιοδοτικό στοιχείο του κατεπείγοντος ή ότι συντρέχει άλλη ιδιαίτερη περίσταση. Σαφώς και δεν υποβαθμίζεται το δικαίωμα της Αιτήτριας στη φήμη και υπόληψη της αλλά τέτοιο διάταγμα όπως αυτό που αξιώνεται στην παρούσα, υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να εκδοθεί μονομερώς. Κατάληξη
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται, καμία διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.) ............. Κ. Πασιαρδής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο