← Κύπρος

Sky Callisto Holdings Ltd ν. Αντώνης Βασιλείου, υπό την ιδιότητα ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Larina Estates Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 1999/2022, 27/1

Sky Callisto Holdings Ltd ν. Αντώνης Βασιλείου, υπό την ιδιότητα ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Larina Estates Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 1999/2022, 27/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1999/2022 iJustice Μεταξύ: Sky Callisto Holdings Ltd Ενάγουσας και

  1. Αντώνης Βασιλείου, υπό την ιδιότητα ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Larina Estates Ltd
  2. Larina Estates Ltd Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 8.12.2022 για προσωρινά Διατάγματα 27 Δεκεμβρίου 2023 Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Χ. Μαμαντόπουλος για Σάββας Μαμαντόπουλος & Συνεταίροι ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2 /Καθ' ων η Αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα εταιρεία (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Αιτήτρια) στη βάση μονομερούς αίτησης της εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στους Εναγόμενους να προβούν στην απόσυρση από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού των περιγραφομένων στην Αίτηση (επτά) πωλητηρίων εγγράφων. Η Αίτηση περιλαμβάνει και άλλα αιτητικά, σε σχέση με τα οποία δόθηκαν οδηγίες για επίδοση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μ. Μαμαντόπουλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Σ' αυτή αναφέρει τα ακόλουθα: Περί τον Νοέμβριο του 2016 ο εκ των διευθυντών της Αιτήτριας κ. Masoud, τον ενημέρωσε ότι προτίθετο να αγοράσει εννιά διαμερίσματα από την Εναγόμενη 2 εταιρεία (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εναγόμενη 2). Περί τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, ο διευθυντής της Αιτήτριας συναντήθηκε με το διευθυντή της Εναγόμενης 2 και, κατόπιν διαπραγμάτευσης, συμφώνησαν όπως η Εναγόμενη 2 πωλήσει στην Αιτήτρια επτά διαμερίσματα υπ' αριθμό 301, 303, 401, 402, 403, 501 και 502 στο κτίριο με την επωνυμία «Τhe Conriche» για το συνολικό ποσό των €7.318.501,
  3. Κατά την 30.12.2016 υπογράφηκαν επτά πωλητήρια έγγραφα, ήτοι για ένα έκαστο εκ των πωληθέντων διαμερισμάτων, τα οποία κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού την 20.4.
  4. Ταυτόχρονα με την υπογραφή των ρηθέντων πωλητηρίων εγγράφων, η Αιτήτρια πλήρωσε το συνολικό ποσό των €41.650 ως προκαταβολή. Ο λόγος που είχε δοθεί χαμηλή προκαταβολή ήταν το ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε εξασφαλίσει ακόμη πολεοδομική άδεια από τις αρμόδιες αρχές. Επιπρόσθετα λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι θυγατρική εταιρεία της Αιτήτριας Callisto Wave Ltd, είχε αγοράσει από την Εναγόμενη 2, δύο ακόμα διαμερίσματα για το συνολικό ποσό των €1.606.500 το οποίο εξοφλήθηκε πλήρως. Στη συνέχεια η Αιτήτρια προχώρησε σε πληρωμές προς την Εναγόμενη 2, με βάση τους όρους των ρηθέντων πωλητηρίων εγγράφων. Πιο συγκεκριμένα, κατά την 25.7.2018 πλήρωσε το ποσό των €136.849 και μεταξύ 3.4.2020 - 6.4.2021 επιπρόσθετο ποσό €265.
  5. Με βάση τους όρους των ρηθέντων πωλητηρίων εγγράφων, η Εναγόμενη 2 υποχρεούτο να αποπερατώσει το έργο εντός 24 μηνών από την έκδοση της πολεοδομικής αδείας του έργου, η οποία είχε εκδοθεί την 18.6.
  6. Όμως, η Εναγόμενη 2 δεν συμμορφώθηκε με την ως άνω υποχρέωση της. Περί τον Μάϊο του 2021 περιήλθε σε γνώση της Αιτήτριας ότι εκκρεμούσε άλλη αίτηση για έκδοση πολεοδομικής αδείας, με αποτέλεσμα να θορυβηθεί και να ζητήσει εξηγήσεις από την Εναγόμενη 2 για την αλλαγή στα αρχιτεκτονικά σχέδια. Από υπαιτιότητα της Εναγόμενης 2 δημιουργήθηκαν προβλήματα, σοβαρές καθυστερήσεις στην προώθηση των εργασιών, αλλαγές στον αριθμό των ορόφων κλπ με αποτέλεσμα η Αιτήτρια εύλογα να ανησυχεί και να καθυστερήσει την πληρωμή των δόσεων της προς την Εναγόμενη
  7. Κατόπιν των ως άνω εξελίξεων, η Αιτήτρια έχασε εντελώς την αξιοπιστία της στην Εναγόμενη 2 και σταμάτησε να πληρώνει οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά, αφού η ίδια η Εναγόμενη 2 παραβίασε τους όρους των πωλητηρίων εγγράφων και προσπαθούσε με κάθε μέσο να αλλοιώσει το κτίριο, αλλάζοντας τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια και την αρίθμηση των διαμερισμάτων, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μη γνωρίζει ποια διαμερίσματα αγοράζει με την νέα πολεοδομική άδεια, μειώνοντας σημαντικά την αξία τους. Η Αιτήτρια ενημερώθηκε από δημοσιεύματα στον τύπο ότι η Εναγόμενη 2 τέθηκε υπό διαχείριση καθώς και ότι εκκρεμεί εναντίον της ποινική υπόθεση στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού. Περί τον Αύγουστο του 2022 ο Εναγόμενος 1, υπό την ιδιότητα του Παραλήπτη και διαχειριστή της Εναγόμενης 2, επικοινώνησε με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια και σε διάφορες συναντήσεις που ακολούθησαν, ο Εναγόμενος 1 απαίτησε όπως η Αιτήτρια καταβάλει άμεσα το ποσό των €1.500.000 το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, προκύπτει από εκτελεσθείσες εργασίες στο έργο. Η Αιτήτρια του τόνισε τις ανησυχίες της για το αν θα μπορούσε να αποπερατωθεί το έργο. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 1.11.2022 και 11.11.2022 προς τον Εναγόμενο 1, η Αιτήτρια τον ενημέρωσε ότι, παρά τις παρατυπίες και καθυστερήσεις στο έργο, ήταν πρόθυμη να προβεί σε πληρωμές, νοουμένου ότι θα τις δίδονταν εγγυήσεις ότι το έργο θα αποπερατωνόταν και θα της παραδίδονταν τα διαμερίσματα που αγόρασε. Αντ' αυτού, ο Εναγόμενος 1, παραβαίνοντας τις εξουσίες και τα καθήκοντα του, προχώρησε στον τερματισμό των ρηθέντων πωλητηρίων εγγράφων με επιστολή του ημερομηνίας 23.11.
  8. Η Αιτήτρια απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 30.11.2022, επεξηγώντας με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. Η αξία των διαμερισμάτων που αγοράστηκαν από την Αιτήτρια ανέρχεται σήμερα στο συνολικό ποσό των €12.205.500 με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εύλογες υποψίες στην Αιτήτρια ότι ο τερματισμός των πωλητηρίων εγγράφων αποσκοπεί στο να επωφεληθούν τρίτα πρόσωπα εις βάρος της τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της σημερινής αξίας των διαμερισμάτων. Ο μόνος τρόπος για να μην απωλέσει η Αιτήτρια το ποσό που κατέβαλε στην Εναγόμενη 2 είναι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υπάρχει άμεσος και σοβαρός κίνδυνος η Αιτήτρια να απωλέσει τα χρήματα της, περαιτέρω δε είναι προφανές ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ελπίδα ή και πιθανότητα να αποπερατωθούν και να της παραδοθούν τα διαμερίσματα τα οποία αγόρασε. Δεν υπάρχει λογική πρόβλεψη ότι θα αποπερατωθούν. Η Εναγόμενη 2 δεν έχει άλλη περιουσία εκτός του ακινήτου στο οποίο βρίσκονται τα επίδικα διαμερίσματα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εναντιώθηκαν στη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, όπως και στην έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης, την οποία καταχώρισαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  9. Η Αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις και ή τα αναφερόμενα στην υποστηρίζουσα αυτή Ένορκη Δήλωση γεγονότα ουδεμία εκ των προβλεπόμενων προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος στοιχειοθετούν.
  10. Η Αιτήτρια εμποδίζεται να επιζητεί την αιτούμενη θεραπεία για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή και δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ή ορατή προοπτική να δικαιούται οποιασδήποτε εκ των αιτούμενων θεραπειών.
  11. Η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και ή αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ή και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  12. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση δεν δεικνύουν ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  13. Η επιδίκαση αποζημιώσεων σε τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας.
  14. Η Αιτήτρια επέδειξε σε κάθε περίπτωση αδικαιολόγητη ή και υπέρμετρη καθυστέρηση στις ενέργειες της ή και στη λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων.
  15. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για το λόγο ότι γίνεται από δικηγόρο και δεν προκύπτει καλός λόγος γιατί οι διευθυντές της Αιτήτριας δεν ήταν εφικτό να μεταβούν στην Κύπρο.
  16. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν διατηρεί το υφιστάμενο status quo.
  17. To ισοζύγιο της ευχέρειας αποκλίνει από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή και δεν είναι δίκαιο ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  18. Η Αίτηση είναι εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την Ένορκο Δήλωση του Εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Την 21.7.2022 διορίστηκε παραλήπτης/διαχειριστής εφ' όλης της περιουσίας της Εναγόμενης 2, δυνάμει των προνοιών ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της Gordian Holdings Ltd. Με βάση τον όρο 1.1 των επίδικων αγοραπωλητηρίων εγγράφων, η πολεοδομική άδεια αναφορικά με το έργο θα έπρεπε να είχε εκδοθεί εντός τεσσάρων μηνών από την υπογραφή τους, σε αντίθετη δε περίπτωση η Αιτήτρια είχε το δικαίωμα να προχωρήσει στον τερματισμό τους. Η Αιτήτρια καμιά διαμαρτυρία προέβαλε για την καθυστέρηση στην έκδοση της ως άνω πολεοδομικής αδείας, η οποία εκδόθηκε τελικά στις 19.6.2018 με ισχύ μέχρι την 18.6.
  19. Περαιτέρω, η Αιτήτρια, πέραν του ότι καμιά διαμαρτυρία προέβαλε, κατά την 25.7.2018 προέβηκε στην πληρωμή του ποσού των €136.849, επιπλέον δε μεταξύ 3.4.2020 και 6.4.2021 κατέβαλε το ποσό των €265.000 έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης των επίδικων διαμερισμάτων. Παραδέχεται ότι η εκδοθείσα πολεοδομική άδεια αφορούσε τελικά εφτά ορόφους, αντί δέκα που προνοούσαν τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια, όμως με βάση τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα, η Εναγόμενη 2 καμιά απολύτως υποχρέωση είχε να πληροφορήσει την Αιτήτρια περί της ως άνω αλλαγής. Σύμφωνα με τους όρους 1.1 και 7.1 των επίδικων αγοραπωλητηρίων, ήταν στη διακριτική ευχέρεια της Εναγόμενης 2 να τροποποιήσει ή και διαφοροποιήσει την πολεοδομική άδεια. Σε κάθε περίπτωση, η μείωση των ορόφων από δέκα σε εφτά απέβηκε προς όφελος της Αιτήτριας εφόσον καθίσταται ιδιοκτήτρια μεγαλύτερου ποσοστού επί του υπό ανέγερση κτιρίου καθώς και της γης επί της οποίας ανηγέρθηκε. Επιπλέον, οι όποιες αλλαγές στους ορόφους δεν επηρέασαν τα διαμερίσματα της Αιτήτριας. Με βάση τους όρους των επίδικων αγοραπωλητηρίων εγγράφων, η Αιτήτρια θα έπρεπε να είχε καταβάλει το συνολικό ποσό των €1.785.000, αντ' αυτού όμως κατέβαλε ποσό €443.499,
  20. Η απαίτηση βασίζεται στην πρόοδο των εργασιών, όπως αυτή πιστοποιήθηκε από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα του έργου και σύμφωνα με τα πιστοποιητικά ημερομηνίας 2.12.2019 και 3.2.2020 που ο ίδιος εξέδωσε. Λόγω ακριβώς της άρνησης της Αιτήτριας να συμμορφωθεί με τους όρους των επίδικων συμφωνιών, η Εναγόμενη 2 κατά την 11.2.2020 απέστειλε στην Αιτήτρια σχετική επιστολή, στην οποία επιφύλασσε, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα της να αναστείλει την ανέγερση του έργου ή και να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες. Ως άλλωστε παραδέχεται και η Αιτήτρια, η τελευταία δεν είχε συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις εφόσον, μετά την επιστολή της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 11.2.2020 και με ιδιαίτερη καθυστέρηση, κατέβαλε το ποσό των €265.000 μόνο, ενώ καθυστερεί αδικαιολόγητα να καταβάλει το οφειλόμενο με βάση τις επίδικες συμφωνίες ποσό των €1.520.
  21. Η Εναγόμενη 2 επιδεικνύοντας πνεύμα εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας, δεν ανέστειλε άμεσα τις εργασίες αποπεράτωσης αλλά προχώρησε και στο δεύτερο στάδιο (stage B), όπως αυτό περιγράφεται στις επίδικες συμφωνίες, πριν τελικά αποφασίσει να αναστείλει τις εργασίες, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα χρηματοδότησης του έργου. Παραδέχεται ότι με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών, το έργο θα έπρεπε να αποπερατωθεί εντός 24 μηνών από την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, νοουμένου φυσικά ότι η Ενάγουσα θα συμμορφωνόταν με το πρόγραμμα αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης. Ενόψει όμως της από μέρους της Αιτήτριας παράβασης των όρων αποπληρωμής, η Εναγόμενη 2 ανέστειλε την αποπεράτωση του έργου. Παραδέχεται επίσης ότι κατά την 19.1.2022 υποβλήθηκαν από την Εναγόμενη 2 νέα αρχιτεκτονικά σχέδια για έκδοση τροποποιημένης πολεοδομικής αδείας, ώστε οι όροφοι του κτιρίου να μειωθούν από εφτά σε πέντε. Πέραν του ότι κάτι τέτοιο ήταν επιτρεπτό με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών, ουδόλως επηρεάζονται τα συμφέροντα της Αιτήτριας, αντίθετα η Αιτήτρια επωφελείται σημαντικά από την μείωση των ορόφων καθότι το ποσοστό ιδιοκτησίας της επί του συνόλου του ακινήτου αυξάνεται. Τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια, στα οποία κάμνει αναφορά ο κ. Μαμαντόπουλος στην Ένορκη Δήλωση του, παραδόθηκαν από τον ίδιο προς αυτόν για σκοπούς εκτίμησης της σημερινής αξίας των επίδικων διαμερισμάτων, ώστε να υποβληθεί πρόταση από την Αιτήτρια για συνολική διευθέτηση του θέματος. Όμως καμία πρόταση υποβλήθηκε από την Ενάγουσα. Η αναθεωρημένη πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στις 24.1.2023, για την οποία ενημέρωσε σχετικά τον κ. Μαμαντόπουλο καθώς, όπως επικαλέστηκε πολλές φορές, όταν και εφόσον εκδίδετο η πολεοδομική άδεια, θα προχωρούσε άμεσα στην πληρωμή των ληξηπρόθεσμων οφειλών. Παραδέχεται ότι είχε διάφορες συναντήσεις αλλά και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κ. Μαμαντόπουλο, ο οποίος του είχε παραδεχθεί την από μέρους των πελατών του παραβίαση των όρων των επίδικων συμφωνιών καθώς και την οφειλή του συνολικού ποσού των €1.520.000 προς την Εναγόμενη
  22. Μάλιστα είχαν επισκεφθεί μαζί συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα σε μια προσπάθεια να υποβοηθηθεί η εξεύρεση χρηματοδότησης από την Αιτήτρια για εξόφληση των οφειλόμενων ποσών. Παραδέχεται επίσης ότι με επιστολές του ημερομηνίας 23.11.2022 τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες, υπαιτιότητι της Αιτήτρια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30 - 32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4 - 9 και στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 8 και
  23. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θεωρώ ορθό όπως εξετάσω, πρωτίστως, το λόγο ένστασης των Εναγομένων ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για το λόγο ότι γίνεται από δικηγόρο, χωρίς να προκύπτει καλός λόγος γιατί οι διευθυντές της Αιτήτριας δεν ήταν εφικτό να μεταβούν στην Κύπρο και να ορκιστούν οι ίδιοι. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ομνύων την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση είναι δικηγόρος. Στην υπό αναφορά Ένορκη Δήλωση, ο κ. Μαμαντόπουλος προβάλλει ως λόγο για τον οποίο ορκίζεται ο ίδιος, αφενός το ότι οι διευθυντές της Αιτήτριας είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και κωλύονταν να έρθουν άμεσα στην Κύπρο για να ορκιστούν οι ίδιοι, αφετέρου το ότι η παρούσα διαδικασία αφορά κυρίως νομικά θέματα. Περαιτέρω ο κ. Μαμαντόπουλος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και έχει λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις για την αγορά των επίδικων διαμερισμάτων. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι τα αρμόδια για να προβούν στην Ένορκη Δήλωση πρόσωπα, δηλαδή οι διευθυντές της Αιτήτριας, διαμένουν στο εξωτερικό δεν συνιστά κατ' ανάγκη δικαιολογία, η οποία θα μπορούσε να νομιμοποιήσει την υπογραφή ένορκης δήλωσης από το δικηγόρο. Ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο χειρίζεται ενόρκους δηλώσεις που γίνονται από δικηγόρο επεξηγήθηκε στην Rybolovlev κ.ά v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036).» Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται, κατά την άποψη μου, επαρκής δικαιολογία ως προς το λόγο για τον οποίο η Ένορκη Δήλωση υπογράφεται από τον κ. Μαμαντόπουλο. Πέραν του ότι οι διευθυντές της Αιτήτριας βρίσκονται στο εξωτερικό, ο κ. Μαμαντόπουλος φαίνεται να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης αφού ο ίδιος ενεπλάκη στις διαπραγματεύσεις για την αγορά των επίδικων διαμερισμάτων. Αξίζει δε να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του εμπλέκει τον κ. Μαμαντόπουλο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι ο ενόρκως δηλών δεν είναι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση. Στη βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι ο υπό εξέταση λόγος ένστασης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Προχωρώ τώρα στην εξέταση των λόγων ένστασης που εστιάζονται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Όπως διαφαίνεται από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, καθώς και την Έκθεση Απαίτησης, η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση διατάγματος το οποίο να ακυρώνει τον τερματισμό των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων ως παράνομο, αυθαίρετο, καταχρηστικό και ως γενόμενο κατά παράβαση των καθηκόντων του Εναγόμενου
  1. Διαζευκτικά αξιώνει αποζημιώσεις για τη σημερινή αξία των επίδικων διαμερισμάτων στην περίπτωση που δεν θεωρηθεί παράνομος ο τερματισμός. Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη λόγω της παράβασης εκ μέρους της Εναγόμενης 2 του χρόνου αποπεράτωσης και παράδοσης των διαμερισμάτων, όπως και διαφυγόντα κέρδη συνεπεία της απώλειας χρήσης και κάρπωσής τους. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί ότι η απαίτηση της Αιτήτριας στηρίζεται σε αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής, με αποτέλεσμα να αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015 ημερ. 23.03.2017). Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών, διαφαίνεται ως κοινός τόπος η υπογραφή μεταξύ Εναγόμενης 2 και Αιτήτριας των επτά πωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 30.12.2016, δυνάμει των οποίων η Εναγόμενη 2 πώλησε στην Αιτήτρια επτά διαμερίσματα στο υπό ανέγερση κτίριο με την επωνυμία «The Corniche» έναντι του συνολικού ποσού των €7.318.501,19 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Μαμαντόπουλου γίνεται αναφορά σε δύο ακόμα διαμερίσματα τα οποία αγοράστηκαν από εταιρεία θυγατρική της Αιτήτριας, προς τούτο δε υπεγράφη ξεχωριστή συμφωνία. Όμως τα αμέσως πιο πάνω διαμερίσματα όπως και η συμφωνία η οποία υπεγράφη σε σχέση με αυτά, δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα, παρά την προσπάθεια του κ. Μαμαντόπουλου να τα διασυνδέσει με τα επίδικα θέματα. Αξίζει να αναφερθεί ότι καμιά θεραπεία αξιώνεται από την Αιτήτρια σε σχέση με αυτά. Η Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Μαμαντόπουλου, επιρρίπτει στην Εναγόμενη 2 ότι παρέβηκε τους όρους των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων. Ειδικότερα της επιρρίπτει ότι η πολεοδομική άδεια του έργου δεν εκδόθηκε εντός 4 μηνών, όπως προνοούν οι όροι τους, αλλά μετά από 18 μήνες. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2 δεν αποπεράτωσε το έργο εντός 24 μηνών από την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Διατείνεται επίσης ότι η Εναγόμενη 2 προέβηκε σε αλλαγή των αρχιτεκτονικών σχεδίων με αποτέλεσμα τη μείωση των ορόφων του έργου από δέκα, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, σε επτά και ακολούθως από επτά σε πέντε. Αποτέλεσμα της αλλαγής στα αρχιτεκτονικά σχέδια και της μείωσης των ορόφων του έργου, ήταν η Αιτήτρια να μην γνωρίζει ποια διαμερίσματα αγόρασε, όπως επίσης να μειωθεί σημαντικά η αξία τους, όπως ισχυρίζεται ο κ. Μαμαντόπουλος. Όμως, παρά την εκ μέρους της Εναγόμενης 2 παράβαση των όρων των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, εντούτοις η Αιτήτρια, όπως έχει διαφανεί, δεν προέβηκε στον τερματισμό των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων υπαιτιότητι της Εναγόμενης
  2. Στην υπόθεση A. N. Stasis Estates Co Ltd v. Edwards κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 385 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η παραβίαση ουσιώδους όρου συμφωνίας δεν επιφέρει αφεαυτής τον τερματισμό της σύμβασης. Ό,τι παρέχει (η παραβίαση ουσιώδους όρου) είναι δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να τερματίσει και να επιφέρει, με την άσκηση της εκλογής αυτής, την ακύρωση της συμφωνίας. Όπως εξηγείται στη Johnson and Another v. Agnew [1979] 1 All E.R. 883 (HL), η άσκηση της επιλογής του αθώου μέρους διέπεται από τους κανόνες της κοινής λογικής και της δικαιοσύνης.» Στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε ότι η συμφωνία παύει να ισχύει από την ημέρα που επενεργεί ο τερματισμός. Από εκείνη τη μέρα παύει να αποτελεί πηγή συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για οποιοδήποτε από τα μέρη. Διασφαλίζεται όμως το δικαίωμα του αναίτιου μέρους να αξιώσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης της συμφωνίας η οποία οδήγησε στην ακύρωση της. Στο δε σύγγραμμα «το Δίκαιο των Συμβάσεων», του Π.Γ. Πολυβίου Τόμος Β σελ. 639 - 640 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους ή να προσφέρουν να πράξουν τούτο. Εκτός εάν κάποιος συμβαλλόμενος απαλλάσσεται ή εξαιρείται από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έχει νομικό καθήκον να προχωρήσει με την εκπλήρωσή τους, σύμφωνα με τις προδιαγραφές και όρους της σύμβασης.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Αιτήτρια επέλεξε να μην προβεί στον τερματισμό των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, παρά το ότι η κοινά παραδεκτή παραβίαση τους εκ μέρους της Εναγόμενης 2 της παρείχε τέτοιο δικαίωμα. Από τη στιγμή όμως που οι επίδικες συμφωνίες δεν τερματίστηκαν, εξακολουθούσαν να αποτελούν πηγή δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων. Η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να τηρήσει τους όρους τους, ειδικότερα δε να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης. Όμως, όπως παραδέχεται μέσω της ενόρκου δηλώσεως του κου Μαμαντόπουλου, καθυστέρησε την πληρωμή των δόσεων της συνεπεία της παραβίασης από την Εναγόμενη 2 των όρων των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων. Θα πρέπει δε να αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του παραπέμπει στον όρο 6.1 των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, ο οποίος παρέχει στην Εναγόμενη 2, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να αναστείλει τις εργασίες στο έργο σε περίπτωση που η Αιτήτρια παραλείπει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό το οποίο καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό, όπως επίσης και το δικαίωμα να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες. Φαίνεται ότι είναι στον ως άνω όρο που στηρίχθηκε ο Εναγόμενος 1 για να προβεί στον τερματισμό των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, μέσω της επιστολής των δικηγόρων του ημερομηνίας 23.11.2022 (Τεκμήριο 12 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Μαμαντόπουλου). Αξίζει να επισημανθεί ότι στην ρηθείσα επιστολή γίνεται αναφορά σε μη συμμόρφωση εκ μέρους της Αιτήτριας με τον όρο 2.1.1. των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, ο οποίος καθορίζει το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης. Ο όρος 2.1.1. που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω, ρυθμίζει τις δόσεις που θα πρέπει να πληρωθούν από την Αιτήτρια, όπως επίσης και το χρόνο που αυτές καθίστανται πληρωτέες. Παραθέτω το σχετικό όρο, όπως αυτός περιγράφεται στο πωλητήριο έγγραφο - Τεκμήριο 6.1: «2.1.1 The amount of €1.103.223,00 plus €209.612,00 (19% VAT) totaling to €1.312.835,00 to be paid in three equal 6-monthly payments of €367.841,00 plus €69.871,00 (19% VAT) totaling to €437.612,00 each, and paid by the Purchaser to the Vendor based on the progress of work (stages of construction completion) described in the Stages A, B and C herein below; these amounts will be paid as soon as the Project Architect issues a notice certifying the completion of each Stage. The progress of works will be structured to reflect basic timelines for the project work flow, and will be itemized in detail as follows. Furthermore it is agreed between the Parties that the Purchaser has the right to appoint an expert on his behalf in order to evaluate the progress of work but the only person who can certify an approve the completion of each stage is the project's architect. STAGE A Six
(6)months from the date of the issuance of the Planning Permit and upon completion of the slab of the 3rd floor, (Preliminaries, excavation, foundation, column and slab of 1st, Mezzanine, 2nd and 3rd floor, first stage of electrical and mechanical of floors 1st - 4th). STAGE B Twelve
(12)months from the date of the issuance of the Planning Permit, upon completion of the frame, (Column and slab of 5th, 6th, 7th, 8th, 9th, 10th, roof, bricks of ground to 4th floor, first stage of electrical and mechanical works for floors 5th - 10th and roof). STAGE C Eighteen
(18)months from the issuance of the Planning Permit, upon completion of the brick works and second coat of plastering (Bricks of 5th to 10th floor, 1st and 2nd coat of plastering in all floors, second stage of electrical an mechanical works, first stage of metal and aluminum an carpentry works).» Πανομοιότυπο όρο περιλαμβάνουν και τα υπόλοιπα πωλητήρια έγγραφα με μόνη διαφοροποίηση τα ποσά των δόσεων που θα πρέπει να πληρωθούν, ως εκ του ότι το τίμημα πώλησης για το κάθε διαμέρισμα ήταν διαφορετικό. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο κ. Μαμαντόπουλος στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι οι σοβαρές καθυστερήσεις στην προώθηση του έργου ήταν ένας εκ των λόγων για τους οποίους η Αιτήτρια έχασε την αξιοπιστία της έναντι της Εναγόμενης 2, γι' αυτό σταμάτησε να πληρώνει οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά. Αυτό το οποίο παρατηρώ όμως είναι ότι ο κ. Μαμαντόπουλος παραλείπει να αναφέρει σε ποιο ακριβώς στάδιο (stage) βρισκόταν το έργο όταν η Αιτήτρια σταμάτησε τις πληρωμές. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του διατείνεται ότι με βάση την πρόοδο των εργασιών, όπως αυτές πιστοποιήθηκαν από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα του έργου, η Αιτήτρια θα έπρεπε να πληρώσει ποσό €1.785.000. Αντ' αυτού όμως πλήρωσε μόνο €265.000. Στην Molvi Estates Ltd v. Κίμωνος Πολ Έφεση αρ. Ε193/2016 ημερ. 9.5.2023, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, εξηγήθηκε, και αυτό είναι το ουσιώδες, ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Επισημάνθηκε, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια παρέλειψε να παραθέσει εκείνες τις λεπτομέρειες από τις οποίες θα μπορούσε να διαφανεί ότι δεν υπήρχε πρόοδος των εργασιών στο έργο, όπως προνοεί ο όρος 2.1.1 των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, γι' αυτό και δικαιολογημένα σταμάτησε τις πληρωμές. Αντίθετα, η μαρτυρία την οποία παρουσίασε ήταν γενική και αόριστη, περιοριζόμενη στο ότι δημιουργήθηκαν σοβαρές καθυστερήσεις στην αποπεράτωση των εργασιών. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω, καταλήγω ότι η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αξίωσης της. Κατ' επέκταση απέτυχε να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  1. Παρά τη μη ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεωρώ ορθό όπως προβώ στην εξέταση της συνδρομής και της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  2. Στην Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013 ημερ. 11.09.2019 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».» Η Αιτήτρια με την υπό εξέταση Αίτηση της αξιώνει την έκδοση τεσσάρων συνολικά διαταγμάτων. Ειδικότερα αξιώνει την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναστέλλει ή και διακόπτει τον τερματισμό των επτά επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, όπως και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν την εξουσία ή και δικαίωμα να τα τερματίσουν ή και αποσύρουν από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Αξιώνει επίσης διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους από του να αποσύρουν τα επίδικα πωλητήρια έγγραφα από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, όπως και διάταγμα το οποίο να απαγορεύει την πώληση των επίδικων διαμερισμάτων προς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, σε οποιαδήποτε τιμή και με οποιουδήποτε είδους τρόπο πώλησης. Εν πρώτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, όπως και η Έκθεση Απαίτηση της Αιτήτριας, εμπεριέχει παρόμοια αξίωση για ακύρωση ή και διαγραφή του τερματισμού των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων. Αναμφισβήτητα το κατά πόσο ο από μέρους του Εναγόμενου 1 τερματισμός των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων έγινε παράνομα, αυθαίρετα ή και καταχρηστικά, ή ακόμα κατά παράβαση των καθηκόντων του, όπως διατείνεται η Αιτήτρια, δεν είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξης πραγμάτων, αλλά την απόδοση θεραπείας στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο και μάλιστα προς ικανοποίηση κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή (Σταυράκης κ.α ν. Δήμου Λευκωσίας
(2015)1 Α.Α.Δ. 731). Κατ' επέκταση ούτε και η θεραπεία με την οποία ζητείται δήλωση ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν εξουσία ή και δικαίωμα να τερματίσουν τα επίδικα πωλητήρια έγγραφα θα μπορούσε να αποδοθεί στο στάδιο αυτό. Όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα, η Αιτήτρια διατείνεται, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Μαμαντόπουλου, ότι ο μόνος τρόπος για να μην απωλέσει το ποσό των €2.049.949,82 που κατέβαλε στην Εναγόμενη 2, είναι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος να αποξενωθούν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ανεπανόρθωτα. Προβάλλει ακόμα ότι η Εναγόμενη 2 δεν έχει άλλη περιουσία εκτός από το συγκεκριμένο ακίνητο. Πρωτίστως θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο πιο πάνω περιγραφόμενο ποσό περιλαμβάνεται και το τίμημα πώλησης, το οποίο πληρώθηκε για την αγορά των δύο επιπλέον διαμερισμάτων από τη θυγατρική της Αιτήτριας εταιρείας Callisto Wave Limited. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα ανωτέρω διαμερίσματα δεν είναι επίδικα, ούτε και ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με αυτά με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, όπως και με την Έκθεση Απαίτησης της Αιτήτριας. Επισημαίνεται ότι το παράπονο της Αιτήτριας εστιάζεται στον τερματισμό των επτά πωλητηρίων εγγράφων, τον οποίο χαρακτηρίζει ως παράνομο, αυθαίρετο, καταχρηστικό και ως γενόμενο κατά παράβαση των καθηκόντων του Εναγόμενου 1. Όπως διαφαίνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Μαμαντόπουλου, το ποσό το οποίο η Αιτήτρια κατέβαλε για την αγορά των επτά επίδικων διαμερισμάτων ανέρχεται σε €443.499,82 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Είμαι της άποψης ότι η κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο των επτά επίδικων πωλητηρίων εγγράφων αποτελεί επαρκή εξασφάλιση για την Αιτήτρια. Αναμφισβήτητα η κατάθεση τους δημιούργησε εμπράγματο βάρος προς όφελος της Αιτήτριας, ως προνοεί το άρθρο 5
(1)του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Nόμου 81(I)/2011, το οποίο θα μπορούσε να αρθεί μόνο κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου ή κατόπιν συγκατάθεσης της Αιτήτριας. Ο από μέρους του Εναγόμενου 1 τερματισμός των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων από μόνος του δεν είναι αρκετός για να άρει την κατάθεση τους στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, αφού ακόμα δεν έχει κριθεί η νομιμότητα και εγκυρότητα του. Από τη στιγμή που η κατάθεση των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων εμποδίζει την Εναγόμενη 2 από του να προβεί σε οποιαδήποτε αποξένωση των επίδικων διαμερισμάτων, καθίσταται φανερό ότι ούτε το αιτούμενο στην παράγραφο Δ της Αίτησης διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους από του να προβούν σε πώληση των επίδικων διαμερισμάτων προς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, είναι αναγκαίο. Στη βάση των όσων έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αιτήτρια δεν ικανοποίησε ούτε και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Η αποτυχία της να ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 κατέστησε περιττή την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και ειδικότερα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος και της έκδοσης των υπόλοιπων (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980 και Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. Ε176/2019 ημερ. 10.12.2019). Ένας εκ των λόγων ένστασης των Εναγομένων είναι ότι η Αιτήτρια επέδειξε καθυστέρηση στη λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων με αποτέλεσμα να είναι υπαίτια αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για το συγκεκριμένο λόγο ένστασης ο οποίος αναμφίβολα είναι παντελώς απαράδεκτος. Επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια προσέφυγε στο Δικαστήριο λίγες μόνο μέρες μετά τον εκ μέρους του Εναγόμενου 1 τερματισμό των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, ο οποίος έγινε με την επιστολή των συνηγόρων του ημερομηνίας 23.11.
  1. Υπενθυμίζεται δε ότι η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 08.12.
  2. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα και το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων. Νοείται όμως ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστεί, αφού οι Εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 / Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 12.12.2022 ακυρώνεται. (Υπ.) ............. Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.