← Κύπρος

Χριστάκης Γεωργίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 885/23, 8/12/2023

Χριστάκης Γεωργίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 885/23, 8/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 885/23 Μεταξύ: 1.Χριστάκης Γεωργίου, από την Λεμεσό 2.Στέλλα Μοδινού, από την Λεμεσό και 1.Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία 2.Themis Portfolio Management Holdings Limited, από την Λευκωσία Ημερομηνία: 8.12.23 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Ζ. Νικολαΐδης για κκ Ζ. Ν. Νικολαΐδης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Δαμιανού για κκ Α. Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 22.5.23 οι Ενάγοντες/Αιτητές εξαιτούνται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: A. Διάταγμα το οποίο ν' απαγορεύει στην εναγόμενη 1 και/ή 2 να προχωρήσει σε οποιανδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και/ή διάθεση της υποθηκευμένης περιουσίας της αιτήτριας της παρούσας αίτησης δυνάμει της πιο κάτω υποθήκης και το οποίο ακίνητο αποτελεί την πρώτη κατοικία της ενάγουσας 2 - Αιτήτριας, ήτοι: (α) Υποθήκη υπ' αριθμόν ΥΧΧΧΧ/2ΧΧΧ συσταθείσα την ΧΧ/Χ/ΧΧΧΧ και εγγραφείσα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Χ/ΧΧΧΧΧ, Φ/Σχ ΧΧ/ΧΧΧΧΧΧ, τμήμα Χ, τεμάχιο ΧΧΧ, στην ενορία ΧΧΧΧ της Επαρχίας Λεμεσού προς όφελος της εναγόμενης 1 και/ή 2 για την εξασφάλιση πληρωμής του ποσού των €200.000.00 ευρώ πλέον τόκους, προμήθειες, δικαιώματα και έξοδα και/ή προς εξασφάλιση των λογαριασμών δανείου υπ' αρ. 0ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ7, 0ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ7 και 3ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ5 και/ή άλλως μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που παραμερίζει και/ή να ακυρώνει την επιστολή Ι ημερ.16/03/2023 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Γ. Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία, την οποία το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Ενάγουσας 2 η οποία είναι εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα 1 να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και για λογαριασμό του. Την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζει, επίσης, ξεχωριστή ένορκη δήλωση του Ενάγοντα

  1. Με την ένορκό του δήλωση ο Ενάγων 1 επιβεβαιώνει την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας
  2. Η πλευρά της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση», ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Προς τούτο καταχώρησε Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «ο υπάλληλος», ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στην ένορκο δήλωση της Ενάγουσας 2, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η αγωγή ηγέρθη υπό των Αιτητών προς ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην τους και υπέρ της Εναγόμενης 1 στην παρούσα αγωγή στις ΧΧ.ΧΧ.19 στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό ΧΧΧΧ/ΧΧ με την οποία διατάσσονταν, μεταξύ άλλων, η με δημόσιο πλειστηριασμό εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρεται στην παράγραφο Α(α) της υπό κρίση αίτησης, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, από τώρα και στο εξής «το ακίνητο». Η απόφαση ημερομηνίας 18.11.19 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Το ακίνητο υποθηκεύτηκε προς εξασφάλιση δανείων και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 1 στον Ενάγοντα 1, από τώρα και στο εξής «ο Ενάγων», πρώην σύζυγο της Ενάγουσας. Διάταγμα λύσης γάμου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ. Αφορμή για την έγερση της αγωγής και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτέλεσε η παραλαβή από την Ενάγουσα μέσω Ταχυδρομείου τον Απρίλιο του 2023 Ειδοποίησης Τύπου Ι ημερομηνίας 16.3.23 η οποία υπογράφεται εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση με την οποία η Ενάγουσα καλούνταν να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό πλέον τόκους προκειμένου η Καθ' ης η αίτηση να μην προχωρήσει στην διαδικασία πλειστηριασμού βάση των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε. Η Ειδοποίηση τύπου Ι επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β. Τότε και μόνο με την παραλαβή της προειρημένης Ειδοποίησης τύπου Ι οι Αιτητές αντιλήφθηκαν τον δόλο και την απάτη που διενεργήθηκε εις βάρος τους από τους Εναγόμενους καθώς και ότι η απόφαση που εκδόθηκε στις ΧΧ.ΧΧ.19 εναντίον τους ήταν, επίσης, προϊόν απάτης και δόλου. Και αυτό γιατί οι λειτουργοί της Εναγόμενης 1 έδιναν στους Αιτητές την εντύπωση ότι δεν τους ενδιέφερε η εξασφάλιση υπέρ τους και εναντίον των Αιτητών δικαστικής απόφασης, αλλά η εξώδικη διευθέτηση των χρεών του Ενάγοντα. Μάλιστα ακόμα και όταν εκδόθηκε η απόφαση εναντίον των Αιτητών οι προσπάθειες εκατέρωθεν των πλευρών για εξώδικη διευθέτηση δεν έπαυσαν. Πριν την έκδοση της απόφασης έλαβαν χώρα πολλές επικοινωνίες με τους λειτουργούς πρώτα της Εναγόμενης 1 και μετά της Εναγόμενης 2 οι οποίες περιλάμβαναν την υποβολή προτάσεων που αφορούσαν σε αναδιάρθρωση των χρεών του Ενάγοντα και την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου άλλου από το ακίνητο. Το τελευταίο αποτελεί την πρώτη κατοικία της Ενάγουσας και των ανήλικων τέκνων της. Οι Αιτητές εν τέλει διέθεσαν και πώλησαν προς όφελος των Εναγόμενων και άλλη περιουσία την οποία είχαν υποθηκεύσει προς εξασφάλιση των χρεών του Ενάγοντα. Πράττοντας έτσι τελούσαν υπό την εντύπωση ότι έτσι θα διευθετούνταν κάθε υποχρέωση τους έναντι των Εναγόμενων και ότι το ακίνητο θα απαλλάσσονταν. Οι επικοινωνίες αυτές συνεχίσθηκαν και μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας ΧΧ.ΧΧ.
  3. Μάλιστα μέχρι και σήμερα οι λειτουργοί των Εναγόμενων εξέταζαν και αξιολογούσαν πιθανές λύσεις οι οποίες δεν εδράζονταν επί της απόφασης και συμπεριφέρονταν ως εάν η απόφαση δεν είχε ποτέ εκδοθεί. Σημειώνεται ότι για την απόφαση οι Αιτητές δεν πληροφορήθηκαν αμέσως. Όταν δε στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων έμαθαν για την έκδοση της απόφασης οι εκπρόσωποι των Εναγόμενων διαβεβαίωναν τους Αιτητές ότι η ύπαρξη της απόφασης δεν επηρέαζε την διαδικασία εξεύρεσης λύσης, κάτι το οποίο εξακολουθούσαν να κάνουν μέχρι και σήμερα. Ο λόγος που οι Αιτητές δεν εμφανίσθηκαν στην αγωγή με αριθμό ΧΧΧΧ/ΧΧ ήταν γιατί λειτουργοί της Εναγόμενης 1 τους διαβεβαίωσαν ότι εξετάζονταν λύσεις και ότι η υπόθεση τους δεν ήταν υπόθεση για την οποία η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε την έκδοση απόφασης, αλλά την εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Χαρακτηριστικά τους λέχθηκε από λειτουργό της Εναγόμενης 1 ο οποίος κατονομάζεται ότι η υπόθεση είχε προωθηθεί εκ παραδρομής στο Δικαστήριο και ότι επρόκειτο να αποσυρθεί. Υπό το φως των πιο πάνω δηλώσεων και λόγω των χρόνιων επαφών που είχαν οι Αιτητές με λειτουργούς της Εναγόμενης 1 οι Αιτητές πείσθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 δεν θα προχωρούσε σε έκδοση απόφασης. Η Ενάγουσα κατονομάζει ακόμα ένα λειτουργό ως βασικό χειριστή της υπόθεσης των Αιτητών και κατηγορεί και τους δυο ότι τους χειρίσθηκαν με εγκληματικό τρόπο και ιδιαίτερη στρατηγική για να φθάσουν στην έκδοση της απόφασης και την εκποίηση του ακινήτου εκμεταλλευόμενοι την άγνοια τους ως προς τα νομικά και διαδικαστικά ζητήματα. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε αλληλογραφία σχετιζόμενη με υποβολή προτάσεων η οποία επιτεύχθηκε κατά την διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ των Αιτητών και του οικονομικού αναλυτή και εμπειρογνώμονα που οι Αιτητές εξουσιοδότησαν για να τους εκπροσωπεί, από την μια, και των λειτουργών των Εναγόμενων, από την άλλη. Μετά την έκδοση της απόφασης και στα πλαίσια διαπραγματεύσεων οι Αιτητές πρόβηκαν σε πώληση άλλου ακινήτου τους το οποίο βρίσκεται στο Κολόσσι για Ευρώ 88.000,00 σεντ τα οποία και κατέβαλαν στους Εναγόμενους προς μερική διευθέτηση των χρεών του Ενάγοντα. Επίσης πρόβηκαν σε πώληση ακινήτου στον Ύψωνα, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα και της μητέρας της Ενάγουσας, για το ποσό των Ευρώ 288.000,00 σεντ το οποίο, επίσης, διέθεσαν προς όφελος των Εναγόμενων. Επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης για να μπορέσουν οι Αιτητές να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους και να προβάλουν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας που έχουν να κάμουν με την διαγωγή και τις πρακτικές των Εναγόμενων και την καταχρηστικότητα των ρητρών των επίδικων συμβάσεων και υποθηκών. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή. Επίσης αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς η πώληση του ακινήτου και, κατ' επέκταση, της κατοικίας θα έχει καταστροφικές συνέπειες αφού το ακίνητο θα πωληθεί και η Αιτήτρια και τα 3 τέκνα της θα βρεθούν στο δρόμο. Οπότε και το οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στην αγωγή δεν θα έχει καμία σημασία αν το ακίνητο αποξενωθεί. Συντρέχουν, επομένως, όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Είναι ορθό, δίκαιο, και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να διασφαλιστούν τα δικαιώματα της Ενάγουσας για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης. Με την δική του ένορκο δήλωση ο Ενάγων εισηγείται ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να εκδώσει το Δικαστήριο τα αιτούμενα διατάγματα. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι:
  4. Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν πληρούνται και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να επιτραπεί η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Συγκεκριμένα δεν πληρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και συγκεκριμένα: α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα πρoς εκδίκαση, β) ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο αιτών διάδικος να δικαιούται εις θεραπεία, και γ) ότι εκτός εάv εκδοθεί το παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγεvέστερov στάδιov.
  5. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι εύλογο και/ή ορθό και/ή δίκαιο να επιτραπούν.
  6. Η Αιτήτρια δεν έχει λάβει υπόψη της τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965 και ειδικότερα τις διατάξεις του Μέρους VIA αυτού.
  7. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει ακολουθήσει ορθά και νομότυπα την διαδικασία που ρυθμίζεται από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, εκδίδοντας και δεόντως επιδίδοντας τις υπό κρίση Ειδοποιήσεις «I» και «Θ», σε πλήρη συμμόρφωση με τον τύπο, περιεχόμενο και απαιτήσεις των διατάξεων και προβλεπόμενων Τύπων του εν λόγω Νόμου και Κανονισμών.
  8. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτό απορρέει από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξασφάλιση του λαβείν της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, θα αντιστρατεύεται το πνεύμα και τον σκοπό του εν λόγω Νόμου και θα συνιστά επέμβαση στην εξουσία του Νομοθέτη.
  9. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτό απορρέει από το Σύνταγμα και συγκεκριμένα τα άρθρα 23, 25, 26 και
  10. Oι αξιώσεις της Αιτήτριας είναι χρηματικής φύσης και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις στην Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής της, ούτε και έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση,
  11. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι φερέγγυα εταιρεία η οποία θα μπορεί να αποζημιώσει την Αιτήτρια σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι λανθασμένα πωλήθηκε τα επίδικο ακίνητο δυνάμει της ΥΧΧΧΧ/ΧΧΧΧ.
  12. Η Αιτήτρια κωλύεται να προβάλλει ισχυρισμούς περί ύπαρξης δόλου και απάτης διενεργηθείσας εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτησης κατά την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον των Εναγόντων και εν πάση περίπτωση, οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν την ουσία της αγωγής και δεν θα εκδικαστούν στα πλαίσια της αίτησης αυτής
  13. Η αίτηση καταχωρείται με υπέρμετρη καθυστέρηση και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι καταπιεστική, ενοχλητική και άδικη προς την Καθ' ης η Αίτηση.
  14. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα.
  15. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει, αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση διά της επίδικης σύμβασης υποθήκης ΥΧΧΧΧ/ΧΧΧΧ το δικαίωμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
  16. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων θεραπειών και δεν έχει αποσείσει το βάρος αποδείξεις των ισχυρισμών της. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η επίδικη υποθήκη ενεγράφη στο Κτηματολόγιο Λεμεσού προς όφελος της Εναγόμενης 1 στα δικαιώματα της οποίας υποκαταστάθηκε η Καθ' ης η αίτηση. Η υποθήκη δόθηκε, μεταξύ άλλων εξασφαλίσεων, προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που δόθηκαν από την Εναγόμενη 1 στον Ενάγοντα. Δυνάμει της υποθήκης η Ενάγουσα είχε υποθηκεύσει όλο το συμφέρον της στο ακίνητο. Οι Αιτητές παρέλειψαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα προς την Εναγόμενη 1 ή την Καθ' ης η αίτηση ποσά οπότε και καταχωρήθηκε η αγωγή με αριθμό ΧΧΧΧ/ΧΧ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπό της Εναγόμενης 1 και εναντίον των Αιτητών. Κανένας από τους εναγόμενους στην αγωγή με αριθμό ΧΧΧΧ/ΧΧ δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα στις ΧΧ.ΧΧ.19 να εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων των εκεί εναγόμενων. Στην συνέχεια η Καθ' ης η αίτηση ενεργοποίησε την διαδικασία πώλησης του ακινήτου με πλειστηριασμό δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, αποστέλλοντας προς τους Αιτητές Ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι. Με βάση τις πρόνοιες του Νόμου η καταχώρηση αγωγής από την Ενάγουσα 2 δεν συνεπάγεται την αποστέρηση του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση ως ενυπόθηκου δανειστή να προωθήσει την διαδικασία πλειστηριασμού όταν ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει καταστεί υπερήμερος πέραν των 120 ημερών. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστρατηγούσε τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς αφού δεν θα μπορέσει να εισπράξει το λαβείν της. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Δεν υπάρxει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί δόλιας συμπεριφοράς της Καθ' ης η αίτηση και της Εναγόμενης 1 πριν την έγερση της αγωγής, κατά την προώθηση της, αλλά και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης είναι αδικαιολόγητοι, ανυπόστατοι και δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Μετά την έκδοση της απόφασης τα μέρη βρίσκονταν μεν σε συζητήσεις, πάντοτε, όμως, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση που απορρέουν από την δικαστική απόφαση. Η δικαστική απόφαση είναι τελεσίδικη και 4 περίπου έτη μετά την έκδοση της δεν υπάρχει περιθώριο παραμερισμού της στην βάση ισχυρισμών περί δήθεν δόλιων και αθέμιτων ενεργειών από την Εναγόμενη
  17. Η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν με υπέρμετρη καθυστέρηση αφού η έκδοση της απόφασης ήταν σε γνώση των Αιτητών από τον Νοέμβριο του 2020 και μόλις με την υπό κρίση αίτηση κινήθηκαν με δικονομικό διάβημα. Σχετικό είναι το Τεκμήριο Ε που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας και συγκεκριμένα το ηλεκτρονικό μήνυμα στην 7η σελίδα του Τεκμηρίου Ε που απέστειλε ο διορισμένος οικονομικός σύμβουλος των Αιτητών προς λειτουργό της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 3.11.
  18. Καταχωρήθηκε δε η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση όταν οι Αιτητές παρέλαβαν την Ειδοποίηση τύπου «Ι» με απώτερο σκοπό να παρεμποδίσουν την Καθ' ης η αίτηση να λάβει όλα τα νόμιμα διαβήματα για είσπραξη των όσων δικαιούται και παρά το ότι στις 15.4.21 οι Αιτητές προέβησαν σε υπογραφή συμφωνίας μερικής διευθέτησης των υποχρεώσεων τους αναγνωρίζοντας το χρέος τους και την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Αντίγραφο της συμφωνίας μερικής διευθέτησης ημερομηνίας 15.4.21 επισυνάφθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  19. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι σοβαρός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και συνηγορεί με απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Δεν στοιχειοθετείται η παραμικρή πιθανότητα ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση καθώς οι Αιτητές ασκώντας την ελεύθερή τους βούληση και την ελευθερία του συμβάλλεσθαι με την υπογραφή των συμφωνιών υπέβαλαν εαυτόν στους όρους που αναφέρθηκαν πιο πάνω οι οποίοι καθιστούν την εκκίνηση της διαδικασίας πλειστηριασμού καθόλα νόμιμη και εύλογη. Ούτε και υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή. Με τον όρο 5 στο έγγραφο υποθήκης - Τεκμήριο 1 - ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραχωρεί ευρείες εξουσίες στον ενυπόθηκο δανειστή και δη σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό ο ενυπόθηκος δανειστής δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα με όποιο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένου δημόσιου πλειστηριασμού και/ή μέσω του Κτηματολογίου. Συνεπώς η διαδικασία εκποίησης του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού απορρέει από τα έγγραφα υποθήκης ως δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση και η πιθανότητα να επιτύχουν οι Αιτητές την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων μέσω της ανταπαίτησης τους είναι ανύπαρκτη. Οι Αιτητές δεν αμφισβητούν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεων, ούτε την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων υποθήκης αλλά ούτε και ότι έλαβαν τα ποσά από την Εναγόμενη 1 και ότι εξακολουθούν να έχουν χρέος προς την Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου η έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση. Ακόμα και αν οι Αιτητές παρ' ελπίδα αποδείξουν ότι η απόφαση εκδόθηκε με δόλο η θεραπεία στην οποία θα δικαιούνται οι Αιτητές δεν περιλαμβάνει την ακυρότητα της υποθήκης. Συνεπώς δεν θα πρέπει να απαγορευθεί στην Καθ' ης η αίτηση να προστατεύσει τα εκ του Νόμου και τα εκ του εγγράφου υποθήκης απορρέοντα δικαιώματά της μέσω εκποίησης του ακινήτου με πλειστηριασμό. Υπό το φως των πιο πάνω δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Και αν ακόμα οι Αιτητές δικαιούνται σε κάποια θεραπεία, αυτή, σίγουρα δεν περιλαμβάνει την απαγόρευση της εκποίησης του επίδικου ακινήτου. Oι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσης και η ικανότητα της Καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή ουδόλως αμφισβητήθηκε. Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τυχόν ζημιά, όσο μεγάλη και να είναι αυτή, δεν μπορεί έστω και δύσκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ο ισχυρισμός που προωθείται από τους Αιτητές περί αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης στο μέλλον δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. Επίσης δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα. Όπως και να χει η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στους Αιτητές αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί ότι υπέστη ζημία. Δεν έχει διαφανεί ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης γιατί δεν είναι λογικό να αποστερηθεί η Καθ' ης η αίτηση των δικαιωμάτων που της παρέχει η σύμβαση υποθήκης. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πλήξει τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση ανεπανόρθωτα και θα διαταράξει το status quo, διότι η Καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών στην βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο με αποτέλεσμα τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης να είναι υπέρμετρα και δυσανάλογα επαχθής για την Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Αιτητών και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Θα ασχοληθώ πρώτα με τον 10ο λόγο ένστασης ο οποίος καταπιάνεται με το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και, κατ' επέκταση, της αγωγής της ίδιας. Η κατά προτεραιότητα εξέταση του λόγου αυτού κρίνεται χρήσιμη καθότι η καθυστέρηση ή ολιγωρία ή αμέλεια στην καταχώρηση αγωγής και, κατ' επέκταση, σε επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας είναι ικανή σύμφωνα με την Νομολογία να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη αίτησης για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Στην υπόθεση Between Friends Limited κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 1379/18 ο κύριος Άγγελος Δαυίδ, Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης: «Είναι γεγονός ότι η καθυστέρηση αποτελεί ένα από τους παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όταν καλείται να λειτουργήσει στη βάση των αρχών της επιείκειας. Έχει κατ' επανάληψη κριθεί ότι κατ' ουσία αποτελεί έκφανση και μορφή της κατάχρησης των διαδικασιών. Ως η νομολογία των Δικαστηρίων μας υποδεικνύει, ο παράγοντας του χρόνου, δεν έχει σημασία μόνον στην περίπτωση προώθησης μονομερώς (ex parte) αιτήσεων του είδους. Αναμφίβολα, έχει τη δική του σημασία, ακόμα και στις περιπτώσεις που μια αίτηση εξ' αρχής προωθείται δια κλήσεως ή στην πορεία μετατρέπεται ως τέτοια μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι τα προσωρινά διατάγματα έλκουν την καταγωγή τους στο δίκαιο της επιείκειας, τομέα δικαίου στον οποίον η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση μιας υπόθεσης λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, δυνάμενη ενίοτε να αποβεί μοιραία για την υπόθεση του αιτητή, η καθυστέρηση και η αδράνεια κάποιου να προωθήσει αίτηση του είδους, μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ανυπέρβλητο ανάχωμα για την προώθηση της και την χορήγηση τελικά θεραπείας ως η συζητούμενη στην παρούσα (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd

(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Παράλληλα, αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της». Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη αναφέρεται στην σελίδα 22 ότι το θέμα της καθυστέρησης έχει συσχετισθεί με καθυστέρηση στην διεκδίκηση δικαιωμάτων και στην έγερση αγωγής με καθυστέρηση στην διεκδίκηση προσωρινής θεραπείας καθώς και με καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας η οποία αποτελεί μορφή κατάχρησης της διαδικασίας, όπως μη καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης ή μη υποβολή αιτήματος για ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Το Δικαστήριο σε αρκετές περιπτώσεις τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση είτε δεν εξέδωσε, είτε ακύρωσε διάταγμα, είτε ανέστειλε την ισχύ διατάγματος λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα με αγωγή η οποία θεωρήθηκε ότι αναιρούσε την προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Όταν, όμως, ο ενάγων δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην διεκδίκηση ενδιάμεσης θεραπείας και, κατ' επέκταση, ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος στην βάση του άρθρου 9 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο θα εγκρίνει την αίτηση και θα χορηγήσει το αιτούμενο διάταγμα. Παρατίθενται υποθέσεις στις οποίες ο χρόνος κρίθηκε δικαιολογημένος. Στην υπόθεση Evans & Sons Ltd v. Ιωάννου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2092, η οποία είναι υπόθεση παραβίασης εµπορικού σήµατος, κρίθηκε ότι ο χρόνος των 30 ημερών που διέρρευσε µετά την διαπίστωση από την εφεσείουσα ότι η εφεσίβλητη 3 είχε αρχίσει εργασίες µέχρι την καταχώριση της αγωγής δεν συνιστούσε καθυστέρηση που θα µπορούσε να προσµετρήσει εναντίον της εφεσείουσας λαμβανομένων υπόψη ότι η εφεσείουσα θα έπρεπε να προβεί στην συλλογή των απαραίτητων στοιχείων και ότι εν τω µεταξύ µεσολαβούσαν οι διακοπές του Πάσχα. Στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 112 ο τερµατισµός της συµφωνίας των διαδίκων έλαβε χώρα στις 23.4.02. Η εφεσείουσα καταχώρησε σχετική καταγγελία στην Επιτροπή Ανταγωνισµού στις 7.6.02 και στις 17.7.02 καταχώρησε την αγωγή με την οποία αξίωνε την επιδίκαση αποζηµιώσεων καθώς και αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγµατος. Ήταν η θέση των εφεσίβλητων ότι η καθυστέρηση των τριών µηνών που παρατηρήθηκε από τον τερµατισµό της συµφωνίας µέχρι την καταχώριση της αγωγής και της αίτησης για προσωρινό διάταγµα δεν επέτρεπε στο Δικαστήριο να χορηγήσει στην εφεσείουσα ενδιάμεση θεραπεία. Προς υποστήριξη της εισήγησης τους οι εφεσίβλητοι επικαλέστηκαν, µεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Louis Vuitton v. Δερµοσάκ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453, Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, Άκης (Μεταφορές Δεµάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 149 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εισήγηση δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Οι αποφάσεις στις οποίες έγινε αναφορά δεν µπορούσαν να ενισχύσουν την θέση της εφεσίβλητης γιατί αυτές αναφέρονταν σε καθυστερήσεις από 8 µήνες µέχρι και 3½ χρόνια µέσα στα ιδιάζοντα περιστατικά τους. Επίσης δεν µπορούσε να παραγνωριστεί η ίδια η παραδοχή της εφεσίβλητης ότι µετά τον τερµατισµό της συµφωνίας «ακολούθησε αλληλογραφία µεταξύ δικηγόρων» για την διαφορά που είχε προκύψει. Υπό τις περιστάσεις η καθυστέρηση που επακολούθησε στην λήψη των δικαστικών µέτρων δεν κρίθηκε αδικαιολόγητη. Κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Στην Larticon σπαταλήθηκε χρόνος για αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων. Στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ κ.α. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 606 καθυστέρηση 7 μηνών στην καταχώρηση αγωγής ως αποτέλεσμα εύλογης προσδοκίας για εξώδικη διευθέτηση κρίθηκε, επίσης, δικαιολογημένη. Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 280 οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι οι εφεσίβλητοι ήταν ένοχοι καθυστέρησης και συνεπώς δεν θα έπρεπε να δικαιούνται θεραπείας καθότι το χρονικό διάστηµα που µεσολάβησε µεταξύ των γεγονότων που συνιστούσαν την αιτία αγωγής των εφεσίβλητων και της καταχώρησης της αγωγής και της αίτησης για ενδιάµεσο διάταγµα ήταν 7 μήνες. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι οι εφεσείοντες δεν ήγειραν τέτοιο ισχυρισµό ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και συνεπώς εµποδίζονταν από του να τον εγείρουν κατ' έφεση. Λέχθηκε, όμως, υπό μορφή σχολίου ότι οι εφεσείοντες κατά τον υπολογισµό του διαρρεύσαντος χρόνου παρέλειψαν να αναφερθούν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία που έγινε σε µια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους η οποία πήρε κάποιο χρόνο. Παρέβλεψαν, επίσης, ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, µη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκαλεί η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούµενης θεραπείας άδικη. Η καθυστέρηση µεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγµα δεν λειτουργεί αρνητικά για τον αιτητή εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώµατα του αντιδίκου του. Κρίθηκε ότι στην υπόθεση δεν υπήρχε µη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας. Επίσης δεν υποστηρίχθηκε από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653 καθυστέρηση 19 μηνών στην καταχώρηση αγωγής κρίθηκε δικαιολογημένη. Είχε προηγηθεί άλλη αγωγή η οποία αποσύρθηκε και την επομένη καταχωρήθηκε η αγωγή. Στην υπόθεση Κώστα Κυρίσαββα κ.α. ν. Χάρη Κύζη κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1245 υπήρξε καθυστέρηση από μέρους του εφεσίβλητου να επιδιώξει ενδιάμεση θεραπεία. Η έκδοση μονομερούς διατάγματος δικαιολογήθηκε, όμως, στην βάση του ότι υπήρχε έκδηλη παρανομία η οποία έπρεπε να αναχαιτισθεί και, επομένως, ιδιαίτερες περιστάσεις. Η παρανομία συνίστατο στην ανέγερση περιπτέρου εντός αµφισβητούµενης ιδιοκτησίας κτήµατος. Οι πράξεις των καθ' ων η αίτηση κρίθηκαν παράνοµες και αυθαίρετες. Στην υπόθεση CTO Public Co Ltd κ.α. BAT (Cyprus) Ltd κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 178 η καθυστέρηση ενός μηνός περίπου στην λήψη μέτρων εναντίον των εναγόμενων θεωρήθηκε ότι ήταν αναγκαία για να συλλεγούν τα απαιτούμενα στοιχεία, να τεθούν ενώπιον των δικηγόρων τους και να προετοιμαστεί η αγωγή και η αίτηση για προσωρινό διάταγμα λαμβανομένου, επίσης, υπόψη ότι κάποιοι από τους ενάγοντες βρίσκονταν στο εξωτερικό. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α.
(2014)1 ΑΑΔ 200 λέχθηκε ότι ο παράγων χρόνος συνεκτιμάται με τις θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και την όλη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Στην υπόθεση Fastact Developments Ltd κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 543 καθυστέρηση περίπου ενός χρόνου μέχρι την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα οδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο να ακυρώσει το εκδοθέν τύπου Mareva διάταγμα με ένταλμα certiorari. Στην υπόθεση Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203 καθυστέρηση 7 ημερών στην υποβολή αίτησης για παρεμπόδιση σύγκλησης γενικής συνέλευσης κρίθηκε μοιραία. Στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου ν. M. Coward
(2013)1 ΑΑΔ 78 η διάσταση του αιτητή από την καθ' ης η αίτηση είχε επέλθει τον Αύγουστο
  1. Διεφάνη, επίσης, ότι η διάσταση ήταν παλαιότερη αφού, όπως προέκυψε, η καθ' ης η αίτηση είχε ήδη καταχωρήσει αίτηση διαζυγίου στην Ελλάδα από τις 23.4.
  2. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί ο Αιτητής καθυστέρησε µέχρι τις 18.1.10 για να αιτηθεί συντηρητικού διατάγματος. Κρίθηκε ότι αυτό το υπόβαθρο υπεδείκνυε ότι δεν υπήρχε έγκαιρη αντίδραση του αιτητή µε αποτέλεσµα να αναιρείται το όποιο κατεπείγον θα µπορούσε να ισχυρίζεται προς θεµελίωση της όλης υπόστασης της µονοµερούς αίτησής του. Η δε αντίληψη του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι εφόσον η εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε εντός της προθεσµίας του Νόµου ο υπολογισµός του χρόνου για σκοπούς του κατεπείγοντος µετρούσε από την ηµεροµηνία της εναρκτήριας αίτησης και όχι από την ηµέρα της διάστασης κρίθηκε πεπλανημένη. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση με αφορμή την παραλαβή Ειδοποίησης τύπου Ι. Δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο ενωρίτερα και δη όταν πληροφορήθηκαν την έκδοση της απόφασης εναντίον τους. Η Ενάγουσα στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρει την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία οι Αιτητές πληροφορήθηκαν την έκδοση της εναντίον τους απόφασης. Αναφέρει μόνο ότι η απόφαση εκδόθηκε στις ΧΧ.ΧΧ.19 και ότι γι' αυτήν οι Αιτητές έμαθαν μετά την έκδοση της και δη στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων που συνεχίζονταν. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση εντοπίζεται ότι οι Αιτητές πληροφορήθηκαν την έκδοση της απόφασης τον Νοέμβριο του 2020, ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος από την πλευρά των Αιτητών. Στην πραγματικότητα η πληροφόρηση πρέπει να έλαβε χώρα πριν από τις 3.11.
  3. Αυτή είναι η ημερομηνία που φέρει το ηλεκτρονικό μήνυμα του υπό των Αιτητών διορισμένου οικονομικού τους συμβούλου το οποίο απευθύνεται σε λειτουργό της Εναγόμενης 1 και το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου Ε που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Στο εν λόγω μήνυμα γίνεται αναφορά στην απόφαση. Ακολουθεί ότι αντί οι Αιτητές να κινηθούν με αγωγή και ενδιάμεση αίτηση από το 2020 που πληροφορήθηκαν την έκδοση της απόφασης εναντίον τους - δεν αποκλείεται να έμαθαν για την απόφαση και από το 2019 - παρέμειναν αδρανείς για 3 ολόκληρα χρόνια ίσως και περισσότερο και δυνήθηκαν να εγείρουν αγωγή και να επιδιώξουν ενδιάμεση θεραπεία με την οποία να αναχαιτίζεται η διαδικασία πλειστηριασμού που ξεκίνησε η Καθ' ης η αίτηση μόνο όταν παρέλαβαν την Ειδοποίηση τύπου Ι με πρόδηλο σκοπό την αναχαίτηση της εν λόγω διαδικασίας. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι οι Αιτητές δικαιολογούνταν να παραμείνουν αδρανείς επειδή οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση συνεχίζονταν και μετά την έκδοση της απόφασης ή επειδή οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 τους διαβεβαίωναν ότι αυτό που ενδιέφερε δεν ήταν η απόφαση αλλά η εξεύρεση συμβιβασμού. Η στάση και συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 μετά την έκδοση της απόφασης δεν έπρεπε να εφησυχάσει τους Αιτητές αφ' ης στιγμής η Εναγόμενη 1 είχε δείξει από πριν στους Αιτητές σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας την ανειλικρίνεια και την δολιότητά της. Ακόμα και αν δεχθώ ότι ως αδαείς που ήταν δικαιολογημένα οι Αιτητές έδωσαν πίστη στις δηλώσεις των λειτουργών της Εναγόμενης 1 που τους διαβεβαίωναν εκκρεμούσης της αγωγής ότι η υπόθεση τους δεν ήταν υπόθεση για την οποία η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε την έκδοση απόφασης, αλλά την εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης και ότι η αγωγή είχε προωθηθεί εκ παραδρομής στο Δικαστήριο και ότι επρόκειτο να αποσυρθεί, με δεδομένη την προηγούμενη πλέον στάση της Εναγόμενης 1 δεν μπορώ να δεχθώ ότι δικαιολογημένα έδωσαν πίστη και μετέπειτα, ήτοι μετά την έκδοση της απόφασης, στις δηλώσεις των λειτουργών της Εναγόμενης 1 προς την κατεύθυνση ότι η απόφαση δεν θα διαδραμάτιζε οποιοδήποτε ρόλο και ότι η Εναγόμενη 1 επέμενε σε εξεύρεση εξώδικης λύσης. Ήταν αναμενόμενο ότι αν οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση δεν καρποφορούσαν θα ξεκινούσε διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου χωρίς οι Αιτητές να έχουν πλέον την δυνατότητα, αφ' ης στιγμής εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους, να εξασφαλίσουν ενδιάμεση θεραπεία. Φρονώ πως αν οι Αιτητές είχαν ειλικρινή ελατήρια θα επιζητούσαν την προστασία του Δικαστηρίου και δη την επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας λαμβάνοντας ένδικα μέτρα χωρίς καθυστέρηση. Η τρίχρονη ίσως και μεγαλύτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και επιδίωξη εξασφάλισης της επιδιωκόμενης ενδιάμεσης θεραπείας είναι αδικαιολόγητη και κινείται μέσα στα όρια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Οπότε είναι αναγκαία η επέμβαση του Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση που κρίθηκε δικαιολογημένη στις υποθέσεις που πιο πάνω παρατέθηκαν ήταν πολύ μικρότερης διάρκειας και δικαιολογούνταν στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών τους. Στην υπό εξέταση περίπτωση η καθυστέρηση στην επιδίωξη προστασίας και, κατ' επέκταση, η υπό των Αιτητών επιδειχθείσα αμέλεια και ολιγωρία στην προστασία των συμφερόντων τους, αφενός, είναι πολύ μεγάλη, αφετέρου, δεν δικαιολογείται. Επίσης έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση. Η διαδικασία εκποίησης θα αναχαιτιστεί και η Καθ' ης η αίτηση θα στερηθεί της δυνατότητας να πωλήσει το ακίνητο προς εξασφάλιση του λαβείν της. Τέλος καμία παρανομία δεν καταδείχθηκε να υπάρχει στην διαδικασία που έχει ξεκινήσει η Καθ' ης η αίτηση. Στην υπόθεση Όξυνος κ.α. ν. Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066 λέχθηκε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των ενώπιόν του διαδικασιών έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαία για περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Θεωρώ ότι η καθυστέρηση είναι τόσο μεγάλη που δύναται δικαιολογημένα να αποβεί μοιραία για την πορεία της υπό κρίση αίτησης. Οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη ολιγωρία και απραξία για 3 ολόκληρα έτη. Με τέτοια διαγωγή που επέδειξαν το δίκαιο της επιείκειας δεν μπορεί να τους προσφέρει θεραπεία. Ο ενάγων έχει υποχρέωση να διεκδικεί τα δικαιώματά του χωρίς καθυστέρηση. Το δίκαιο της επιείκειας ανέκαθεν έθετε στον ενάγοντα, ο οποίος διεκδικούσε θεραπείες του δικαίου της επιείκειας, την υποχρέωση να διεκδικήσει τα δικαιώματά του χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή αμέλεια. Η υποχρέωση έχει ως βάση το αξίωμα ότι η καθυστέρηση καταπατά την επιείκεια (delay defeats equity) ή το αξίωμα ότι η επιείκεια βοηθά αυτόν που επαγρυπνεί και όχι τον νωθρό (equity aids the vigilant, not the indolent). Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση είναι δίχως άλλο καταδικασμένη σε αποτυχία. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage .....................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ..........................». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Η φρασεολογία της επιφύλαξης του άρθρου και η εισαγωγή σε αυτό των δυο από τα τρία ειδικά κριτήρια φαίνεται να συνδέεται με τα αποφασισθέντα στην Αγγλική υπόθεση Preston v. Luck
(1884)27 Ch D 497 στην οποία αποφασίσθηκε ότι για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι με βάση τα ενώπιόν του γεγονότα υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης η οποία προνοείται από την Διάταξη 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32. Οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Αν κριθεί ότι κάποια από αυτές δεν ικανοποιείται, τότε, προσωρινό διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις που πέραν των τριών προϋποθέσεων υπάρχουν και ειδικά κριτήρια που διέπουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αυτά, θα πρέπει, επίσης, να ικανοποιούνται. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Η πρώτη αυτή προϋπόθεση αφορά στην νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 215 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο στάδιο αυτό η εξέταση εστιάζεται στην δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ο ενάγων κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμo δικαίωμά του το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκό του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει και στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματά του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης. Οι Αιτητές με την αγωγή τους αξιώνουν την έκδοση αναγνωριστικής δήλωσης και/ή απόφασης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση ημερομηνίας ΧΧ.ΧΧ.19 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό ΧΧΧΧ/ΧΧ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καθ' ον μέρος αφορά στους Αιτητές είναι προϊόν, μεταξύ άλλων, δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόμενων και την έκδοση απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση καθ' ον μέρος αφορά στους Αιτητές ως προϊόν, μεταξύ άλλων, δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόμενων. Τα ουσιώδη γεγονότα αντανακλώνται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Στην βάση της υπό των Αιτητών προσκομισθείσας μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και γνωστό στον Νόμο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο δεν είναι ούτε επιπόλαιο, ούτε ενοχλητικό και το οποίο αν πετύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος τους ουσιαστικής θεραπείας, ήτοι την προβολή υπεράσπισης και ενδεχόμενα ως συνάγεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας την έγερση ανταπαίτησης στην αγωγή με αριθμό ΧΧΧΧ/ΧΧ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές κατέδειξαν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, κατ' επέκταση, ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction») και όχι σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κιζ κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας δεν είναι επιθυμητό όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής. Εκείνο που το Δικαστήριο αναζητά στο στάδιο αυτό είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14 τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει επί της ουσίας των εγειρόμενων επίδικων θεμάτων, αλλά δεν πρέπει να αφήνει «να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». Επειδή δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων το επίπεδο δεν είναι ψηλό ούτε αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Η ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης εξαρτάται από την συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται το νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Το ζητούμενο είναι η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας και όχι η κρίση επί του βάσιμου της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι το μέτρο είναι απλά κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και εν πάση περιπτώσει πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Στην βάση της υπό των Αιτητών προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν αποκλείεται η ύπαρξη ενδεχόμενου επιτυχίας στην αγωγή. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που εμπίπτει στην τρίτη προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. Είναι η θέση των Αιτητών ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι σε αντίθετη περίπτωση οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές αφού το ακίνητο θα πωληθεί και η Ενάγουσα και τα τρία της τέκνα θα βρεθούν στον δρόμο. Οπότε και το οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στην αγωγή δεν θα έχει καμία σημασία αν το ακίνητο αποξενωθεί. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κριτήριο κατά την άποψή μου δεν θα πρέπει να είναι οι συνέπειες από την πώληση της κατοικίας στην οικογένεια, αλλά η υπεράσπιση την οποία θα προωθήσουν οι Αιτητές στην αγωγή με αριθμό ΧΧΧΧ/ΧΧ καθώς και η ενδεχόμενη ανταπαίτηση που θα εγείρουν στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής. Η οποία παρέμεινε άγνωστη αφού καμία απτή ένδειξη δεν έδωσε η Ενάγουσα περί τούτου με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας προς αυτή την κατεύθυνση διέπονται από ασάφεια και αοριστία. Ό,τι μόνο η Ενάγουσα πρόβαλε σχετικά είναι γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς του τύπου ότι η ακύρωση της απόφασης επιδιώκεται για να μπορέσουν οι Αιτητές να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους και να προβάλουν ζητήματα νομιμότητας που έχουν να κάμουν με την διαγωγή και τις πρακτικές των Εναγόμενων και την καταχρηστικότητα των ρητρών των επίδικων συμβάσεων και υποθηκών. Καμία αναφορά και, μάλιστα, υπό τύπο εξειδίκευσης δεν γίνεται στα ζητήματα που έχουν να κάμουν με την διαγωγή και τις πρακτικές των Εναγόμενων, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, ή στις ρήτρες που σύμφωνα με την Ενάγουσα είναι καταχρηστικές και τον λόγο που συντρέχει γι' αυτό. Επίσης καμία αναφορά δεν γίνεται και, μάλιστα, υπό τύπο αιτιολογίας ότι τα πιο πάνω ζητήματα άπτονται της εγκυρότητας των «επίδικων συμβάσεων και υποθηκών» ή της επίδικης υποθήκης, κάτι που εντόπισε και έθιξε η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Αφ' ης στιγμής η έγερση αγωγής δεν αποτελεί εμπόδιο για να λάβει χώρα διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, φρονώ πως τα πιο πάνω θέματα όφειλαν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως άμεσα πλέον συνυφασμένα με την τρίτη προϋπόθεση. Το ότι οι Αιτητές ενδεχομένως να στερήθηκαν μέσω δόλου και/ή απάτης το δικαίωμα να υπερασπισθούν την αγωγή δεν σημαίνει ότι και η Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να στερηθεί του δικαιώματος που της δίνει ο Νόμος 9/65, όπως τροποποιήθηκε, να προχωρήσει με πλειστηριασμό του ακινήτου. Θα πρέπει να καταδειχθεί βάσιμος λόγος γιατί η Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να στερηθεί ενός τέτοιου δικαιώματος. Τέτοιος λόγος φρονώ πως δεν έχει καταδειχθεί από την πλευρά των Αιτητών. Η πλευρά των Αιτητών απέτυχε να δώσει απτή εικόνα της υπεράσπισης και ενδεχόμενης ανταπαίτησης της με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να πεισθεί ότι θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Αφ' ης στιγμής η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται δεν θα ήταν ορθό να προχωρήσω να εξετάσω αν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η πιο πάνω κατάληξή μου σηματοδοτεί την απορριπτική κατάληξη της υπό κρίση αίτησης και επί της ουσίας χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετάσω οτιδήποτε άλλο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................. Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.