Κυριάκου Κυπριανού ν. Στέλιου Αργυρού κ.α., Αριθμός αγωγής: 1230/2023, 15/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1230/2023 (i-justice) Μεταξύ: Κυριάκου Κυπριανού Ενάγοντα και Στέλιου Αργυρού Αλεξίας Ανδρέου Εναγόμενων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13/2/2024 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/5/2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα - αιτητή: Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή του με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και μ' αυτή αξιώνει εναντίον των εναγόμενων, διάταγμα έξωσης από μια κατοικία που τους είχε νοικιάσει, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 1/11/2019, το συνολικό ποσό των €1.650 που αντιπροσωπεύει τρία οφειλόμενα ενοίκια, νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού και έξοδα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή, τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί και ο ενάγοντας, στις 21/9/2023 καταχώρησε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος. Με την υπό κρίση αίτηση, ο ενάγοντας ζητά άδεια που να του επιτρέπει να καταχωρήσει απαντητική και/ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση, εις απάντηση στην παραπάνω ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Η προτεινόμενη απαντητική ένορκη δήλωση - στην οποία θα προβεί ο ενάγοντας σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης - επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, στην οποία προέβη δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, η οποία ασφαλώς θα ιδωθεί υπό το φως και των λόγων ένστασης σ' αυτή. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου
(2016)1(Γ) Α.Α.Δ. 2523: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα.» Καθόλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των εταιρειών WARNER TRUST κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 45/2021, 2/4/2021: «Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας, είναι, κατ' αρχάς, τα ακόλουθα: (
- i)Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. (
- ii)Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ' εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (iii) Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48, θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου, είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην πιο πάνω Διάταξη δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την άσκηση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου, παρά μόνο υποδεικνύεται πως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (Δέστε Αναφορικά με την Αίτηση του χχχ Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 και Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643).» Με υπαγωγή των δεδομένων της υπό κρίση αίτησης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Όπως αναφέρει ο εναγόμενος στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, στο ενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλείται ο ενάγοντας φέρονται ως ιδιοκτήτες, τόσο ο ίδιος όσο και κάποια Στέλλα Γεωργίου και ως εκ τούτου, ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος, καθότι η Γεωργίου δεν έχει συμπεριληφθεί ως ενάγουσα και/ή αυτή προέβηκε σε ενοικίαση του διαμερίσματος που δεν της ανήκε και/ή δεν ήταν ιδιοκτήτρια και/ή συνιδιοκτήτρια και ως εκ τούτου, με την έκθεση υπεράσπισής τους αμφισβητείται και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαμερίσματος από τον ενάγοντα. Ο ενόρκως δηλών για τον ενάγοντα, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει ανάγκη αντίκρουσης των παραπάνω ισχυρισμών, αφού σήμερα, αποκλειστικός κύριος του διαμερίσματος είναι ο ενάγοντας, ενώ κατά την υπογραφή του συμβολαίου δεν είχαν εκδοθεί χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα σε ολόκληρο το οικόπεδο να είναι συγκύριος ο ενάγοντας με τη σύζυγό του, εξ ου και η υπογραφή του συμβολαίου και από τους δυο. Ωστόσο, κατά το 2021 και με την έκδοση των τίτλων, αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου είναι ο ενάγοντας. Τα παραπάνω, σε καμιά περίπτωση αποτελούν «καλό λόγο» για παραχώρηση άδειας στον ενάγοντα να καταχωρήσει είτε συμπληρωματική είτε απαντητική ένορκη δήλωση. Για να επαναλάβω σύμφωνα με την Κόκκινου (ανωτέρω) η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου συναφώς με το θέμα ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιόν του, ως επίδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγοντας ζητά να του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική και/ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησής του για έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία, θα πρέπει να έχει ως υπόβαθρο, ουσιώδη γεγονότα τα οποία να καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Με αυτό δεδομένο, εάν θεωρεί τόσο σημαντικά και αναγκαία τα παραπάνω για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησής του για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα έπρεπε να τα είχε συμπεριλάβει και στην έκθεση απαίτησής του, κάτι που δεν έχει γίνει, επομένως, όχι μόνο στο πλαίσιο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν μπορεί να επιτραπεί η συμπερίληψή τους, αλλά και στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης να τα είχε περιλάβει δε θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Η τροποποίηση της δικογραφίας, προφανώς, μόνο στο πλαίσιο σχετικής αίτησης μπορεί να επιδιωχθεί και επιτευχθεί και όχι αίτησης για άδεια καταχώρησης, είτε συμπληρωματικής είτε απαντητικής ένορκης δήλωσης. Συνεχίζοντας ο εναγόμενος, στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ισχυρίζεται ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλείται ο ενάγοντας, σε καμιά περίπτωση το έχει υπογράψει η σύζυγός του - εναγόμενη 2, ως εγγυήτρια και αν υφίσταται τέτοιο έγγραφο είναι πλαστογραφημένο και/ή έχει παραποιηθεί από τον ενάγοντα, μη δυνάμενο να επιφέρει οποιαδήποτε αποτελέσματα. Ο ενόρκως δηλών για τον ενάγοντα, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει ανάγκη αντίκρουσης των ισχυρισμών περί πλαστογραφίας, αφού αυτοί είναι ψευδείς. Υπάρχει μάλιστα μαρτυρία από τον ενάγοντα, προστίθεται, ότι οι εναγόμενοι έθεσαν υπογραφή εγγυητή, μόνο στο αντίγραφο που κατέχει ο ιδιοκτήτης και γι' αυτό το λόγο, το δικό τους αντίγραφο δεν έχει υπογραφή. Ο ενάγοντας, στην παράγραφο 4 της προτεινόμενης απαντητικής ένορκης δήλωσης, συναφώς με το θέμα αναφέρει τα εξής: ως αναφέρεται στην παράγραφο 14 της συμφωνίας ενοικίασης, αυτή έγινε σε δυο αντίγραφα. Τα ένα κρατήθηκε από τον ίδιο και το άλλο από τους εναγόμενους. Σ' αυτό που κρατήθηκε από τον ίδιο υπόγραψε η εναγόμενη, ως εγγυήτρια και είναι η θέση του, πως οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός είναι υστερόβουλος. Και να περιλαμβάνονταν οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενάγοντα στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι το επίμαχο ενοικιαστήριο έγγραφο είναι πλαστογραφημένο αποτελεί θεμελιακής φύσεως στοιχείο υπεράσπισης επί της ουσίας της αγωγής, για το οποίο, ασφαλώς δεν μπορώ να αποφανθώ στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Και τούτο, έχοντας υπόψη ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων τη Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818) ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή, να λαμβάνει ο ενάγοντας έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτησή του είναι τόση καθαρή που να μη χρειάζεται κανονική δίκη. Τυχόν αποδοχή του αιτήματος του ενάγοντα συναφώς με το θέμα και ακολούθως, απόφανση επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών που θα προκύψουν σε τέτοια περίπτωση, θα ισοδυναμούσε με μετατροπή της διαδικασίας ακρόασης της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, σε κανονική δίκη επί της ουσίας της αγωγής, κάτι που ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει. Ο εναγόμενος, στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ισχυρίζεται ότι η συνέχιση της ενοικίασης ήταν βάσει των προνοιών του ενοικιαστηρίου εγγράφου, καθότι, κανένας εκ των συμβαλλόμενων ενεργοποίησε τις πρόνοιες του όρου 13 της μεταξύ τους συμφωνίας. Αναφορικά με την εν λόγω παράγραφο, ο ενόρκως δηλών για τον ενάγοντα, στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει ανάγκη επεξήγησης και αποσαφήνισης του τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας, αλλά και υπό ποιο καθεστώς οι εναγόμενοι κατείχαν το ακίνητο, πράγμα σημαντικό για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Επί του προκειμένου, σχετική είναι η παράγραφος 5 της προτεινόμενης απαντητικής ένορκης δήλωσης και από το περιεχόμενό της είναι σαφές, ότι με αυτή ο ενάγοντας επιχειρεί απλώς να ερμηνεύσει διάφορα στοιχεία μαρτυρίας που βρίσκονται ήδη ενώπιόν μου και κυρίως, εγγράφων, κάτι το οποίο, κάλλιστα μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της αγόρευσης των δικηγόρων του κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης και που εν πάση περιπτώσει, σε καμιά περίπτωση αποτελεί «καλό λόγο» ώστε να μου παρέχεται ευχέρεια άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αποδοχής της παρούσας αίτησης. Ο εναγόμενος, στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ισχυρίζεται ότι η αγωγή και η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι εκδικητικές και/ή γίνονται για αλλότριους σκοπούς, ώστε ο ενάγοντας να νοικιάσει το διαμέρισμα σε άλλα πρόσωπα με μεγαλύτερο ενοίκιο, με αποτέλεσμα η βάση τερματισμού της ενοικίασης, ως φαίνεται από το περιεχόμενο της επιστολής, ημερομηνίας 5/3/2023 δεν είναι γνήσια και/ή είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική. Για τον ενάγοντα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, υπάρχει ανάγκη απάντησης, αφού η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στο ενοικιοστάσιο, αλλά στη συμβατική ενοικίαση η οποία έχει λήξει με αποτέλεσμα να μην απαιτείται καλός λόγος για την έξωση των ενοικιαστών στην περίπτωση που η ενοικίαση έχει λήξει. Περίπου αυτό είναι το περιεχόμενο και της παραγράφου 6 της προτεινόμενης απαντητικής ένορκης δήλωσης. Είναι φανερό ότι ο ενάγοντας και πάλιν επιδιώκει να του επιτραπεί να εισαγάγει υπό τύπον μαρτυρίας, νομική επιχειρηματολογία επί της υφιστάμενης θέσης του, τόσο δικογραφικά (βλ. την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης) όσο και ενόρκως (βλ. την παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης) ότι το επίδικο ακίνητο δεν εμπίπτει και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ό,τι ισχύει για την παράγραφο 5 της προτεινόμενης απαντητικής ένορκης δήλωσής του ισχύει και για την παράγραφο 6. Τέλος, χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω είτε το περιεχόμενο της παραγράφου 17 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόμενων στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης είτε ακόμη, το λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας ζητά να του επιτραπεί να αντικρούσει τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας στην εν λόγω παράγραφο είτε τέλος, τη σχετική παράγραφο 7 της προτεινόμενης απαντητικής ένορκης δήλωσης, προκειμένου να εξηγήσω γιατί ούτε και σ' αυτή την περίπτωση θεωρώ ότι υπάρχει «καλός λόγος» παραχώρησης της αιτούμενης άδειας, περιορίζομαι να πω τούτο: ότι η υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 4/9/2023 και η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, στις 21/9/2023 αποτελεί γεγονός το οποίο προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, από τον οποίο, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. την υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938) μπορώ να αντλήσω πληροφορίες. Με αυτό δεδομένο, ουδεμία ανάγκη να δοθεί σχετική μαρτυρία, είτε από τη μια πλευρά είτε από την άλλη, υπάρχει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, θεωρώ πως δεν τεκμηριώνεται «καλός λόγος» για άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο