Sincerity Estates Limited ν. Oleg Fyodorovich Vdonin κ.α., Αρ. Αγωγής: 1933/15, 2/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1933/15 Μεταξύ: Sincerity Estates Limited, από την Λεμεσό Ενάγοντες και 1.Oleg Fyodorovich Vdonin, από την Λεμεσό 2.Vladimir Yuriyevich Shuvalov, από την Λεμεσό 3.Propellant Intermidiary & Consulting Limited, από την Λεμεσό Εναγόμενων ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 15.4.16 Μεταξύ: Sincerity Estates Limited, από την Λεμεσό Ενάγοντες και 1.Oleg Fyodorovich Vdonin, από την Λεμεσό 2.Vladimir Yuriyevich Shuvalov, από την Λεμεσό 3.Propellant Intermidiary & Consulting Limited, μετονομασθείσα την 28.12.2012 εις Property Investment & Consulting Limited, από την Λεμεσό Εναγόμενων Ημερομηνία: 2.5.24 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1/Αιτητή: κκ Χρ. Ιωάννου ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση: κ. Μ. Β. Ιωάννου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε στις 12.5.22 εκ μέρους του Εναγόμενου 1/Αιτητή με την οποία ζητείται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται διαγραφή ή και απόρριψη της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής λόγω κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας (abuse of process) ή και προώθησης πολλαπλών διαδικασιών για επίτευξη του ίδιου σκοπού. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης της ανωτέρω υπό παράγραφο (Ι) θεραπείας, Διάταγμα διά του οποίου να αναστέλλεται η παρούσα αγωγή και/ή οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση τυχόν επιδιώξουν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, από τώρα και στο εξής «η δικηγόρος». Ο λόγος που προέβη η δικηγόρος στην όρκιση της ένορκης δήλωσης είναι γιατί ο Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, και συγκεκριμένα Ρωσίας, και του ήταν αδύνατο να μεταβεί στη Κύπρο για να ορκιστεί την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της διευθύντριας της Καθ' ης η αίτηση η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, από τώρα και στο εξής «η διευθύντρια». Στο σώμα της Ειδοποίησης παρατίθενται οι λόγοι στους οποίους αυτή εδράζεται σύμφωνα με την Διάταξη 48, θεσμό 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Κεντρικό επιχείρημα στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι ότι η απόρριψη της αγωγής είναι επιβεβλημένη καθότι η ταυτόχρονη προώθηση της απαίτησης της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», και της ανταπαίτησης της Ενάγουσας στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μιας και οι δυο αξιώσεις είναι πανομοιότυπες. Η αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ ηγέρθη από τον Εναγόμενο 1 στην παρούσα αγωγή, από τώρα και στο εξής «ο Εναγόμενος 1», εναντίον της Ενάγουσας προτού η παρούσα αγωγή επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 και, κατ' επέκταση, προτού ο Εναγόμενος 1 πληροφορηθεί για την διαδικασία αυτή εναντίον του. Ως αναφέρεται η πορεία των δυο αγωγών είχε ως ακολούθως:
- στις 28.5.15 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο
- στις 18.6.15 καταχωρήθηκε υπό του Εναγόμενου 1 η αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ
- στις 9.7.15 επιδόθηκε η αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ στην Ενάγουσα
- στις 27.8.15 επιδόθηκε η παρούσα αγωγή στον Εναγόμενο 1
- στις 16.10.15 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ από τον Ενάγοντα και
- στις 30.10.15 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή. Είναι η θέση της δικηγόρου ότι η Ενάγουσα «επιτηδευμένα» δεν επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή στον Εναγόμενο 1 μέχρι και μετά την καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Με δεδομένο και το ότι η Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ η κατάχρηση στην προώθηση της παρούσης αγωγής είναι ορατή. Η Ενάγουσα με την απαίτηση της στην παρούσα αγωγή και με την ανταπαίτησή της στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ (παράγραφος ΧΧ) αξιώνει ακριβώς τις ίδιες θεραπείες. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του η δικηγόρος προβαίνει σε σύγκριση μεταξύ της αξίωσης της Ενάγουσας στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή και της ανταπαίτησης στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση: 1.
- Η αξίωση Α στην παρούσα, ταυτίζεται με την αξίωση Η στην Ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ, με την οποία ουσιαστικά ζητείται ακύρωση της επιστολής τερματισμού από τον Αιτητή ημερ. 12/05/
- 1.
- Η αξίωση Β στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες της συμφωνίας ημερ. 28/01/2012 και ότι ο τερματισμός από τον Αιτητή είναι άκυρος, ταυτίζεται με την αξίωση Η στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Γ στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε παράταση και δεν θα επέμενε στην προθεσμία παράδοσης του έργου, ταυτίζεται με την αξίωση Ε στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Δ στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε παράταση και δεν θα επέμενε στην προθεσμία παράδοσης του έργου, ταυτίζεται επίσης με την αξίωση Ε στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Ε στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι υπάρχει novation λόγω της επιστολής του Αιτητή ημερ. 09/03/2013, ταυτίζεται επίσης με την αξίωση Ε στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Στ στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι εφαρμόζεται το άρθρο 62 του Κεφ.149 λόγω της επιστολής του Αιτητή ημερ. 09/03/2013, ταυτίζεται επίσης με την αξίωση Ε στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Η στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι ο Αιτητής με παραστάσεις του κατέστησε το χρόνο παράδοσης υπό την αίρεση εξασφάλισης των αναγκαίων αδειών, ταυτίζεται επίσης με την αξίωση Ε στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Θ στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι νόμιμα η Καθ' ων η Αίτηση δεν παρέδωσαν το έργο ως ο όρος 1.3 της συμφωνίας ημερ. 28/01/2012, ταυτίζεται επίσης με την αξίωση Ε στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Ι στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι η καθυστέρηση δεν είναι εξ' υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση, ταυτίζεται επίσης με την αξίωση Ε στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Κ στην παρούσα ήτοι για επιστροφή του ποσού των €137.000 από τους Εναγόμενους 2 και 3 στην παρούσα, ταυτίζεται με την αξίωση Γ στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ, εφόσον οι Καθ' ων η Αίτηση αξιώνουν το ποσό αυτό από τον Αιτητή. Περαιτέρω εξήγηση δίδεται πιο κάτω. 1.
- Η αξίωση Λ στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι ο Αιτητής κατέβαλε μόνο το ποσό των €933.300,50.-, ταυτίζεται με την αξίωση Β στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Μ στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι ο Αιτητής οφείλει το ποσό των €437.699,50, ταυτίζεται με την αξίωση Γ στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Μ στην παρούσα ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι οι 3 αποδείξεις πληρωμής ημερ. 28/01/2012, 03/02/2012 και 09/07/2012 είναι άκυρες, ταυτίζεται με την αξίωση Ζ στην ανταπαίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. Η δικηγόρος προβαίνει και σε σύγκριση μεταξύ της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή και της ανταπαίτησης της στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ αν και θεωρεί ότι η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή επεκτάθηκε ανεπίτρεπτα με την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, πράγμα το οποίο, όπως και να' χει, δεν θα απασχολήσει στην παρούσα διαδικασία. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση: 1.
- Η αξίωση Α ως η παράγραφος 28 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα, επεκτείνει ανεπίτρεπτα την αξίωση ως το Κλητήριο Ένταλμα. Η αξίωση Α στην Έκθεση Απαιτήσεως ταυτίζεται με την παράγραφο 34 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Β ως η παράγραφος 28 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα, επεκτείνει ανεπίτρεπτα την αξίωση ως το Κλητήριο Ένταλμα. Η αξίωση Β στην Έκθεση Απαιτήσεως ταυτίζεται με την παράγραφο 37 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η αξίωση Η ως η παράγραφος 28 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα, επεκτείνει ανεπίτρεπτα την αξίωση ως το Κλητήριο Ένταλμα. 1.
- Η αξίωση Ι ως η παράγραφος 28 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα, επεκτείνει ανεπίτρεπτα την αξίωση ως το Κλητήριο Ένταλμα. 1.
- Η αξίωση Κ ως η παράγραφος 28 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα, επεκτείνει ανεπίτρεπτα την αξίωση ως το Κλητήριο Ένταλμα. Η παράγραφος ΧΧ της Ανταπαίτησης αφορά στο ίδιο ακριβώς ποσό και τα ίδια διατάγματα τα οποία αξιώνονται και με την παρούσα αγωγή. Επίσης η βάση των γεγονότων και στις δυο αγωγές είναι η ίδια, πράγμα από το οποίο προκύπτει έμπρακτα η κατάχρηση από μέρους της Ενάγουσας στην προώθηση της παρούσης αγωγής. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση: 1.
- Υπογραφή συμφωνίας ημερ. 28/01/
- Βασικοί όροι ότι το έργο θα ολοκληρωθεί εντός 1.5 έτος από υπογραφή (όρος 1.3) και ο Αιτητής θα το χρηματοδοτήσει για το ποσό των €1.371.000.- (όρος 5.1) 1.
- Μη κατασκευή του έργου μέχρι και την 28/07/2013 ήτοι ενάμιση έτος αργότερα. 1.
- Ανταλλαγή επιστολών μεταξύ διαδίκων. 1.
- Τερματισμός από Αιτητή ημερ. 12/05/
- 1.
- Απαίτηση από Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής οφείλει ακόμα το ποσό των €437.699,50.- με ταυτόχρονη αποδοχή λήψης μόνο του ποσού των €933.300.50.- 1.
- Αξίωση από Καθ' ων η Αίτηση ότι ο τερματισμός είναι πρόωρος λόγω αποδοχής καθυστέρησης από Αιτητή για λόγους που αφορούν λήψη άδειας. 1.
- Αξίωση από Καθ' ων η Αίτηση ακύρωσης των 3 αποδείξεων είσπραξης ημερ. 28/01/2012, 03/02/2012 και 09/07/
- 1.
- Αξίωση από Καθ' ων η Αίτηση ότι υπάρχει αντικατάσταση σύμβασης (novation) και ότι εφαρμόζεται το άρθρο 62 του Κεφ.
- Τα κύρια επίδικα θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει και στις δυο αγωγές είναι τα ακόλουθα:
- κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε όλο το ποσό που απαιτείται από τον όρο 5.1 της συμφωνίας ημερομηνίας 28.1.12
- κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και αν ο τερματισμός από τον Εναγόμενο 1 ήταν πρόωρος
- κατά πόσο υπήρξε novation ή εφαρμόζεται το άρθρο 62 του Κεφ. 149 και αν ο Εναγόμενος 1 κωλύετο να τερματίσει εφόσον κατέστησε τον χρόνο παράδοσης υπό την αίρεση της εξασφάλισης των αναγκαίων αδειών. Σχεδόν όλοι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης επαναλαμβάνονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Και η ίδια η Ενάγουσα εξάλλου παραδέχεται με την παράγραφο 1(α) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ ότι η παρούσα αγωγή αφορά στα ίδια επίδικα θέματα. Προς περαιτέρω επίρρωση της εν γένει θέσης της πλευράς του Εναγόμενου 1 η δικηγόρος ενδεικτικά παραπέμπει σε παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα αγωγή που ταυτίζονται με παραγράφους από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Ενάγουσας στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Παρατίθεται αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση: 1.
- Η παράγραφος 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα είναι ταυτόσημη με την παράγραφο 9 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα είναι ταυτόσημη με την παράγραφο 10 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα είναι ταυτόσημη με την παράγραφο 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η παράγραφος 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα είναι ταυτόσημη με την παράγραφο 13 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η παράγραφος 12 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα είναι ταυτόσημη με την παράγραφο 14 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η παράγραφος 14 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα είναι ταυτόσημη με την παράγραφοι 19 - 20 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. 1.
- Η παράγραφος 18 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρούσα είναι ταυτόσημη με την παράγραφο 43 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει εμφανέστατα κατάχρηση από μέρους της Ενάγουσας αφού αυτή επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με την προώθηση δυο παράλληλων ένδικων μέσων, ήτοι την παρούσα αγωγή και την ανταπαίτησή της στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Η δε βάση γεγονότων είναι εντελώς η ίδια εφόσον και οι δυο αξιώσεις βασίζονται στην ίδια συμφωνία ημερομηνίας 28.1.12 και την ίδια μαρτυρία. Η ακροαματική διαδικασία στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ έχει ήδη ξεκινήσει, πράγμα που καθιστά την κατάχρηση εκ μέρους της Ενάγουσας ακόμα πιο εμφανή με αποτέλεσμα η καταστολή της να προβάλλει ακόμα πιο επιτακτική. Συγκεκριμένα, η ακροαματική διαδικασία στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ ξεκίνησε στις 19.1.22 με την κυρίως εξέταση του Εναγόμενου
- Μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης είχαν πραγματοποιηθεί 5 δικάσιμοι κατά τις οποίες εξετάσθηκαν και αντεξετάσθηκαν 3 μάρτυρες και η αγωγή εκκρεμούσε για συνέχιση της ακρόασης. Συγκεκριμένα είχαν καταθέσει για την πλευρά του Εναγόμενου 1 ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, ο Εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή που είναι και εναγόμενος 2 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ και αφότου έκλεισε την υπόθεσή της η πλευρά του Εναγόμενου 1 η Διευθύντρια της Ενάγουσας για την πλευρά της Ενάγουσας. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ότι η ανταπαίτηση της Ενάγουσας θα συνεκδικάζονταν με την απαίτηση του Εναγόμενου 1, πράγμα που όντως έλαβε χώρα κατά την ακρόαση με την Ενάγουσα να προωθεί όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Υπάρχει ταύτιση διαδίκων στις δυο αγωγές πλην της Εναγόμενης 3 στην παρούσα αγωγή η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Κατά τα άλλα οι διάδικοι και στις δυο αγωγές είναι οι ίδιοι. Η απουσία της Εναγόμενης 3 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ δεν αποτελεί, όμως, κώλυμα στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης εφόσον παρέχεται η δυνατότητα στην Ενάγουσα να προσθέσει την Εναγόμενη 3 ως συνεναγόμενη. Η παρούσα αγωγή κατέστη καταχρηστική από την γένεση της ανταπαίτησης αφού η έγερση ή η προώθηση περισσότερων της μιας διαδικασίας για επίτευξη του ίδιου σκοπού συνιστά κατάχρηση. Η επιδίωξη των ίδιων αξιώσεων με δυο διαφορετικές αγωγές - η ανταπαίτηση συνιστά αγωγή - έχει ως απόρροια την άσκηση καταπίεσης εναντίον του Εναγόμενου 1 εφόσον με καταχρηστική τακτική και κακοπιστία η Ενάγουσα διεκδικεί την ίδια θεραπεία εναντίον του Εναγόμενου 1 δυο φορές και με παράλληλα μέσα. Η παρούσα αγωγή διαπνέεται από αλλότριο και καταπιεστικό κίνητρο. Η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή εγείρει τα ίδια θέματα που εγείρει και στα πλαίσια της ανταπαίτησης της στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Επίσης απέκρυψε κακόπιστα από το Δικαστήριο την ύπαρξη της ανταπαίτησης της αφού ουδέποτε ανέφερε στο Δικαστήριο ότι με αυτή εξαιτείται παράλληλα και ενώπιον άλλου Δικαστηρίου τις ίδιες αξιώσεις που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Η απόκρυψη έγινε παρά το ότι δόθηκε στην Ενάγουσα η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισής του στην παρούσα αγωγή δικογραφεί ότι η Ενάγουσα καταχράται της δικαστικής διαδικασίας δεδομένης της ύπαρξης της ανταπαίτησης της για τα ίδια γεγονότα στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Η Ενάγουσα δολίως παρέλειψε να απαντήσει στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 και να δικογραφήσει τις θέσεις της επί του ζητήματος της κατάχρησης παρόλο που οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας - Διάταξη 21, θεσμός 14 - της έδιναν αυτό το δικαίωμα. Τυχόν συνέχιση της παρούσης αγωγής θα έχει ως αποτέλεσμα την παραμόρφωση της δικαστικής διαδικασίας και την φαλκίδευση της αξιοπιστίας της εφόσον υπάρχει η πιθανότητα έκδοσης δυο διαφορετικών δικαστικών αποφάσεων επί των ίδιων ακριβώς ζητημάτων. Αυτό θα ήταν εντελώς ανεπιθύμητο καθότι θα οδηγούσε σε δικαστικό αδιέξοδο. Θα ήταν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αν ο Εναγόμενος 1 καταχωρούσε ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή με δεδομένη την καταχώρηση από μέρους του της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Υπενθυμίζεται ότι η αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ καταχωρήθηκε υπό του Εναγόμενου 1 πριν επιδοθεί σε αυτόν η παρούσα αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στα πλαίσια της παρούσης αγωγής καθότι έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Αν ξεκινούσε πρώτα η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα αγωγή η αίτηση θα υποβάλλονταν στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ για διαγραφή ή απόρριψη ή αναστολή της ανταπαίτησης της Ενάγουσας. Η συνέχιση της παρούσης αγωγής συνιστά οφθαλμοφανή περίπτωση κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή έστω οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία σε αυτή να ανασταλεί. Με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην εξέλιξη της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η αγωγή με αριθμό 1ΧΧ5/1Χ εν τέλει ολοκληρώθηκε. Συγκεκριμένα στις 28.6.22 ακούσθηκε η τελευταία μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας και την ίδια ημέρα παραδόθηκαν στο Δικαστήριο τελικές αγορεύσεις και το Δικαστήριο επιφύλαξε την τελική του απόφαση. Στις 9.12.22 το Δικαστήριο εξέδωσε την τελική του απόφαση - Τεκμήριο 1 - με την οποία έγινε αποδεκτή η απαίτηση του Εναγόμενου 1 και απορρίφθηκε η ανταπαίτηση της Ενάγουσας. Στις 16.1.23 η Ενάγουσα καταχώρησε έφεση εναντίον της προειρημένης απόφασης ημερομηνίας 9.12.
- Αντίγραφο της ειδοποίησης έφεσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η έφεση δεν είναι αποδεκτή από την πλευρά του Εναγόμενου
- Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται πιο κάτω αυτούσιοι: δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αγωγής λόγω κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική αφού ο Αιτητής δεν συμπεριέλαβε στον τίτλο την τροποποίηση σύμφωνα με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 15.04.2016 υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αφού η Αγωγή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου από 2015 και δεν δίδεται καμία δικαιολογία από τον Αιτητή για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αφού ο Αιτητής την 28.01.2015 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία και την 07.03.2016 καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης χωρίς να προβεί σε περαιτέρω διαδικασία ο Εναγόμενος 3 την 01.12.2017 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω του δικηγορικού γραφείου Χριστάκης Κωνσταντίνου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και ο Αιτητής παρέλειψε να προβεί σε επίδοση της παρούσας στο γραφείο επίδοσης του Εναγόμενου 2 η Εναγόμενη 3 την 19.06.2015 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω του δικηγορικού γραφείου C.D. MESSIOS L.L.C. και ο Αιτητής παρέλειψε να προβεί σε επίδοση της παρούσας στο γραφείο επίδοσης της Εναγόμενης
- οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είναι Αιτητές εις την παρούσα αίτηση προτού καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση όπως προκύπτει από τον φάκελο έγιναν διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις χωρίς να προβληθεί θέμα κατάχρησης κατά τρόπο ώστε ο Αιτητής να εμποδίζεται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε προγενέστερα της Αγωγής 2ΧΧ5/20ΧΧ Ε.Δ. Λεμεσού και όπως τονίσθηκε εις την αίτηση BEOGRADSKA DD όπου η μεταγενέστερη διαδικασία δηλαδή η Αγωγή 2ΧΧ5/20ΧΧ καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται ενώ εκεί όπου καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου εις την προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας τα επίδικα ζητήματα δεν είναι τα ίδια όπως δεν είναι οι ίδιοι οι διάδικοι εις τις δύο υποθέσεις η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και οι θεσμοί εις τους οποίους στηρίζεται η αίτηση είναι παντελώς άσχετοι σύμφωνα με τη νομολογία η διαγραφή και/ή απόρριψη αγωγής αποτελεί δραστικό μέτρο το οποίο πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις εις την αίτηση δεν αναφέρονται τόσα και τέτοια γεγονότα κατά τρόπο ώστε να διαφαίνεται στο Δικαστήριο ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί καθαρή περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής εις το στάδιο το οποίο ευρίσκεται η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική η αίτηση αποσκοπεί εις την στέρηση των νόμιμων δικαιωμάτων των Εναγόντων όπως καθορίζονται στο σύνταγμα και τους νόμους της Δημοκρατίας προκειμένου τούτοι να διεκδικήσουν τα δικαιώματα των εναντίον του Εναγομένου Αιτητή καθώς και των υπόλοιπων Εναγομένων ο Εναγόμενος 1 Αιτητής με την αίτηση του αποκλειστικό σκοπό έχει να περιπλέξει τα πράγματα και να καθυστερήσει την δικαία εκδίκαση της αγωγής των Εναγόντων. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα.
- δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αγωγής λόγω κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας αφού οι διάδικοι δεν είναι οι ίδιοι στις δυο αγωγές και οι θεραπείες που προωθούνται δεν αφορούν στα ίδια ζητήματα
- της καταχώρησης της αίτησης προηγήθηκαν διάφορες άλλες αιτήσεις όπως και αίτηση για τροποποίηση του τίτλου και ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με το σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 15.4.16 που εκδόθηκε αφού δεν περιέλαβε στον τίτλο της αίτησης τον τροποποιημένο τίτλο
- η αγωγή εκκρεμεί από το 2015 οπότε υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία από τον Εναγόμενο 1 αφού ο Εναγόμενος 1 στις 28.1.15 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία και στις 7.3.16 καταχώρισε Υπεράσπιση χωρίς να προβεί σε περαιτέρω διαδικασία
- ο Εναγόμενος 2 την 1.12.17 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγορικού γραφείου πλην όμως ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να προβεί σε επίδοση της αίτησης στο γραφείο επίδοσης του Εναγόμενου 2
- η Εναγόμενη 3 στις 19.6.15 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης μέσω άλλου δικηγορικού γραφείου πλην όμως ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να προβεί σε επίδοση της αίτησης στο γραφείο επίδοσης της Εναγόμενης 3
- οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είναι αιτητές
- η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε προγενέστερα της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ και όπου η μεταγενέστερη διαδικασία - στην παρούσα περίπτωση η αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ - καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή, πρέπει να απορρίπτεται ενώ εκεί όπου καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε, πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Συνεπώς ο Εναγόμενος 1 εμποδίζονταν να προβεί στην καταχώρηση της αίτησης
- η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική αφού σε αυτήν δεν αναφέρονται τέτοια γεγονότα ώστε να διαφαίνεται ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί καθαρή περίπτωση για να διατάξει το Δικαστήριο την απόρριψη και/ή την αναστολή της αγωγής στο στάδιο στο οποίο αυτή βρίσκεται
- η αίτηση αποσκοπεί στην στέρηση των νόμιμων δικαιωμάτων της Ενάγουσας όπως αυτά καθορίζονται στο Σύνταγμα και τους νόμους της Δημοκρατίας
- ο Εναγόμενος 1 με την αίτηση αποκλειστικό σκοπό έχει να περιπλέξει τα πράγματα και να καθυστερήσει την δικαία εκδίκαση της αγωγής της Ενάγουσας. Σύμφωνα με την διευθύντρια η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και ο Εναγόμενος 1 να καταδικαστεί στα έξοδα. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με την Αίτηση του Τζεννάρο Περέλλα για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas corpus
(1995)1 ΑΑΔ 217 η έφεση της Δημοκρατίας/εφεσείοντα στρεφόταν εναντίον πρωτόδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία εκδόθηκε ένταλμα Habeas Corpus και διατάχθηκε η απελευθέρωση κρατούμενου αλλοδαπού/εφεσίβλητου. Με την εν λόγω έφεση επιδιώκονταν ο παραμερισμός της εν λόγω απόφασης και η αποκατάσταση του διατάγματος έκδοσης. Συγκεκριμένα μετά από αίτηση της αρμόδιας αρχής το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας διέταξε την έκδοση του εφεσίβλητου ο οποίος προσέβαλε το διάταγμα με αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος Habeas Corpus. Το Ανώτατο Δικαστήριο για λόγο που υπέδειξε έκρινε ότι η διαδικασία έκδοσης ήταν άκυρη από την αρχή. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προσβλήθηκε με την έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 27.5.94. Σε προγενέστερο, όμως, χρόνο και δη στις 10.5.94 η αρμόδια αρχή είχε καταχωρήσει την υπ' αριθμό 1/94 νέα αίτηση έκδοσης του εφεσίβλητου βασιζόμενη σε νέα εξουσιοδότηση που είχε δώσει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Παρά το ότι ο εφεσίβλητος απέσυρε την διαζευκτική αξίωση ή απόρριψης της έφεσης ή έκδοσης διαταγής που να θέτει την Δημοκρατία προ της εκλογής μεταξύ προώθησης είτε της έφεσης, είτε της αίτησης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την έκδοση του και περιορίστηκε μόνο στην αξίωση της απόρριψης της έφεσης, το Δικαστήριο ενόψει της ευρύτητας της σχετικής εξουσίας του επιλήφθηκε θέματος αποτροπής κατάχρησης δικαιοδοσίας προκύπτουσας από την συνύπαρξη δύο παράλληλων διαδικασιών έκδοσης. Συνέπεια της έφεσης σύμφωνα με το αρ. 10
(5)του περί Εκδόσεως Φυγόδικων Νόμου του 1990 (Ν.97/70) ήταν η διατήρηση σε ισχύ του πρώτου διατάγματος έκδοσης του εφεσίβλητου με επακόλουθο την δυνατότητα παράτασης της κράτησής του μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η Δημοκρατία αντιτάχθηκε στο αίτημα του εφεσίβλητου να απορριφθεί η έφεση για κατάχρηση δικαιοδοσίας και υποστήριξε ότι οι δύο διαδικασίες μπορούσαν να συνυπάρχουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα Αγγλικά να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Λέχθηκε ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση δικαστικών διαδικασιών πέραν της μιας για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια δικαστική διαδικασία. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα ενδεικτικά: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. Στην Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL), αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου." .................................................................. .......................................................................................................................... Η χρήση διαδικασιών που οδηγούν σε καταπίεση συνιστά μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας γιατί το αποτέλεσμα οποιασδήποτε απ' αυτές παύει να είναι καθοριστικό για τα δικαιώματα του διαδίκου γενικά και, την ελευθερία του κατηγορουμένου, ειδικά. Η αναγκαιότητα υπεράσπισης της ελευθερίας του υποδίκου σε περισσότερες από μια διαδικασίες για το ίδιο θέμα, συνιστά καταπίεση. Στη Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100, ο Λόρδος Αρχιδικαστής Πάρκερ παρατήρησε: "... every court has undoubtedly a right in its discretion to decline to hear proceedings on the ground that they are oppressive and an abuse of the process of the court. ..." (σ. 104). Αφετέρου, η ανάγκη για την αποσαφήνιση του δικαίου μέσω της νομολογίας, μεγάλη όσο κι αν είναι, δεν αποτελεί αφεαυτής λόγο για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο λόγος των δικαστικών αποφάσεων συναρτάται με την επίλυση διαφορών ζωτικών για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων εκείνου που επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο των θεσμοθετημένων διαδικασιών. Διαπιστώθηκε ότι η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Εξάλλου η Αίτηση 1/94 θεμελιώνονταν στην εγκατάλειψη της πρώτης διαδικασίας για την έκδοση του εφεσίβλητου. Η σύννομη ύπαρξή της στοιχειοθετείτο με την εγκατάλειψη της πρώτης διαδικασίας. Η υποβολή της έφεσης επανάφερε στην ζωή την πρώτη διαδικασία· έτσι, υφίσταντο δυο εξουσιοδοτήσεις και δυο παράλληλες διαδικασίες, η έφεση και η Αίτηση 1/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που αν και ανεξάρτητες δικονομικά ήταν όμοιες ως προς το αντικείμενό τους αφού είχαν τον ίδιο σκοπό, ήτοι την έκδοση του εφεσίβλητου. Η υποβολή της έφεσης συνιστούσε, επομένως, κατάχρηση της διαδικασίας και καταπίεση για την υπεράσπιση του εφεσίβλητου στο αίτημα για την έκδοσή του η οποία έπρεπε να αποτραπεί και παρεμποδισθεί, στόχος που μπορούσε να επιτευχθεί με την απόρριψη της έφεσης. Στην υπόθεση Beogradska DD
(1996)1 ΑΑΔ 911 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα ............................................... Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides ν. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. Αποφάσισε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου...". Παρόμοιες θέσεις είχαν διατυπωθεί και σε προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου (Βλ. Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, Τρύφωνος ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706, καθώς και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση (βλ. Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να απορρίπτει αγωγές οι οποίες αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας έχει αναγνωριστεί στην Αγγλία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην Lawrence v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω: "It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Μετάφραση στα ελληνικά: "Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία να απορρίψει μια αγωγή η οποία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Είναι μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις." (Βλ. και Hardy ν. Elphick [1973] 1 All E.R. 914, 918.) Η υπόθεση Wright ν. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: "The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action." Μετάφραση στα ελληνικά: "Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή." Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R.
- Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33: "If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court ........................................................................................................ Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious." Μετάφραση στα ελληνικά: "Εάν υπάρχουν δυο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια εάν με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιάς, και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο ............................................................................................................ Ο συνήγορος των εναγομένων λέγει ότι ένας δεν πρέπει να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερο από ένα δικαστήριο. Κατά την κρίση μου η αρχή είναι μάλλον πιο πλατειά. Είναι ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει στην πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό." Δόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο η προώθηση της μεταγενέστερης διαδικασίας μέχρι την τελική εκδίκαση της προηγούμενης διαδικασίας. Η αρχή της Thames Launches (πιο πάνω) εφαρμόστηκε στην Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments [1971] 3 All E.R. 558 στην οποία διατάχθηκε αναστολή της μεταγενέστερης διαδικασίας. Στην Slough Estates v. Slough B.C. [1967] 2 All E.R. 271 διατυπώθηκε η άποψη ότι είναι επιθυμητό να καλείται ο συγκεκριμένος διάδικος να επιλέξει ποια από τις δυο διαδικασίες επιθυμεί να προωθήσει πριν εξεταστεί θέμα αναστολής και ότι η διαδικασία την οποία επέλεξε να μην προωθήσει πρέπει να τερματίζεται. Κρίθηκε ότι κατά την άσκηση της δυνητικής θεραπείας της αναστολής το δικαστήριο δικαιούται και πρέπει να εξετάζει την ουσία του ζητήματος, περιλαμβανομένων και των σχετικών περιστατικών τα οποία βρίσκονται καταλλήλως ενώπιόν του κατά τον χρόνο της απόφασης του (Βλ. σελ. 281). Το δικαίωμα της επιλογής έχει τύχει αναγνώρισης και εφαρμογής και από τη δική μας νομολογία. Στη Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας άσκησε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του δικάσαντος δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί αίτησή του για την αναστολή ακυρωτικής απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε κατά της ακυρωτικής απόφασης. Παράλληλα υπέβαλε αίτηση με κλήση, ενώπιον του Εφετείου, με το ίδιο αντικείμενο όπως και η έφεση, για την παροχή αναστολής μέχρι την έκβαση της έφεσης. Στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τον έλεγχο των διαδικασιών που εγείρονται προς αποτροπή κατάχρησης των δικονομικών μέσων που παρέχονται ζητήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα να καθορίσει ποιο από τα παράλληλα μέτρα που έλαβε θα προωθήσει. Μετά που ο Γενικός Εισαγγελέας πληροφόρησε το Εφετείο ότι θα προχωρήσει με την αίτηση με κλήση το Εφετείο έδωσε οδηγίες όπως η έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης παραμείνει στο φάκελο και όπως μη προχωρήσει εκτός με άδεια του δικαστηρίου. Στην Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL) αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι' άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100, 104 το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το κατηγορητήριο επειδή ήταν καταπιεστικό και αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Σε σχέση με το λόγο απόρριψης του κατηγορητηρίου ο Αρχιδικαστής Λόρδος Πάρκερ διατύπωσε την άποψη ότι χωρίς αμφιβολία κάθε δικαστήριο δικαιούται, εντός της διακριτικής του ευχέρειας, να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία επειδή είναι καταπιεστική και καταχρηστική της δικαστικής δικαιοδοσίας. Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων δήλωσε ότι θα εγκαταλείψει την έφεση 9423 στο βαθμό που αυτή αναφέρεται σε ζητήματα που καλύπτονται από την παρούσα έφεση. Δεν το είχε πράξει μέχρι την ημέρα της ακρόασης της παρούσας έφεσης. Θεωρούμε ότι ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας - εδώ της παρούσας έφεσης (Βλ. Slough Estates, πιο πάνω). Εφόσο μέχρι την ημέρα της ακρόασης της παρούσας έφεσης δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο προς την κατεύθυνση που έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος ή προς την κατεύθυνση της επιλογής δεν μπορούμε να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που θα είχε το διάβημά του πάνω στο ζήτημα που εξετάζουμε». Λέχθηκε ότι οι δυο εφέσεις που εκκρεμούσαν, όπως αυτές αποκαλύπτονταν μέσα από τους λόγους έφεσης, είχαν τον ίδιο σκοπό. Αντιμετώπιζαν, επομένως, οι εφεσίβλητοι δυο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενό τους. Η συνύπαρξη των δυο εφέσεων συνιστούσε, επομένως, κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου η οποία έπρεπε να αποτραπεί και παρεμποδισθεί. Ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με την απόρριψη της έφεσης η οποία ήταν μεταγενέστερη. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση της δικηγόρου. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση ενδεικτικό των επίδικων θεμάτων και των θεραπειών που αξιώνονταν στην εκεί αγωγή: «Ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη 1 το ποσό των €1.371.000, ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, για τη ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης της σύμβασης, ημερομηνίας 28.01.2012 και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων και/ή αμέλειας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων της Εναγομένης
- Αξιώνει επίσης εναντίον και των δύο Εναγομένων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία, ημερομηνίας 28.01.2012, τερματίσθηκε νόμιμα από τον Ενάγοντα, συνεπεία παράβασης των νομίμων καθηκόντων και/ή αμέλειας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων της Εναγομένης
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε με βάση τη συμφωνία κοινοπραξίας, ημερομηνίας 28.01.2012, που είχε συναφθεί μεταξύ των τριών διαδίκων. Η συμφωνία αφορούσε την ανέγερση τριώροφου κτιρίου στη Λεμεσό. Ο Ενάγοντας κατέβαλε στην Εναγόμενη 1, τη συνεισφορά που του αναλογούσε, €1.371.000, δυνάμει των όρων της συμφωνίας. Το ποσό των €137.000 από το ποσό των €1.371.000 που κατέβαλε ο Ενάγοντας, λήφθηκε από τον Εναγόμενο 2 ως προμήθεια. Η προμήθεια ήταν πληρωτέα από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να ολοκληρώσει την ανέγερση του κτιρίου εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας και να δώσει στον Ενάγοντα στοιχεία σε σχέση με το έργο και ως εκ τούτου ο τελευταίος τερμάτισε τη συμφωνία, με επιστολή ημερομηνίας 12.05.2015, η οποία επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1, τη 14.05.
- Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία προβάλλει τη θέση ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική καθότι αυτή καταχώρησε, την 28.05.2015, την αγωγή 1933/2015 εναντίον του Ενάγοντα, του Εναγόμενου 2 και ενός νομικού προσώπου, η οποία αφορά τα ίδια επίδικα θέματα με την παρούσα υπόθεση. Εισηγείται επίσης ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν παράνομος και ότι ο Ενάγοντας παρέλειψε να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις, ήτοι να εξοφλήσει το συμφωνηθέν ποσό. Ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των €1.371.000, αυτός όμως κατέβαλε μόνο το ποσό των €933.300,
- Ο Ενάγοντας πλήρωσε προς τον Εναγόμενο 2 το ποσό των €137.000, το οποίο ο τελευταίος εισέπραξε παράνομα καθότι δεν διέθετε άδεια κτηματομεσίτη. Με την Ανταπαίτηση η Εναγόμενη 1 αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης και/ή καθ' ολοκληρία νόμω αβασιμης και/ή για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω. B. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το μοναδικό ποσό που κατέβαλε ο Ενάγων στην Εναγομένη είναι το ποσό των €933.300,50.- Γ. Απόφαση εναντίον του Ενάγοντα για το ποσό των Ευρώ 437.699,50.- το οποίο έχει υποχρέωση να καταβάλει συμφώνως του όρου 5.1 της συμφωνίας, ημερομηνίας 28.01.2012, και το οποίο παρέλειψε και/ή αμέλησε να πληρώσει μέχρι σήμερα. Δ. Ευρώ 7.570.000.- ποσό το οποίο θα στερηθεί η Εναγομένη από την πώληση του ακινήτου, συνεπεία εκδόσεως ενδιάμεσου διατάγματος, ημερομηνίας 21.09.
- Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου δεν οφείλεται εις υπαιτιότητα της Εναγομένης 1 αλλά στις 'παραστάσεις και συμπεριφορές'' του Ενάγοντα καθώς και εις τις μεταγενέστερες συμφωνίες που συνήψε με την Εναγομένη 1, με τις οποίες παρέτεινε το χρόνο κατασκευής και παράδοσης τον έργου, αφού έγινε " . σύναψη νέας σύμβασης σε αντικατάσταση της υφιστάμενης λόγω των σαφών παραστάσεων του Ενάγοντος τόσο με την επιστολή του ημερομηνίας 09.03.2013 όσο και για τούς λόγους που αναφέρονται ανωτέρω". Z. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσονται άκυρες από την αρχή οι αποδείξεις πληρωμής, ημερομηνίας 28.01.2012, 03.12.2012 και 09.07.2012 για τα ποσά των €50.000, €330.000 και €991.000 αντίστοιχα. H. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο ισχυριζόμενος τερματισμός της συμφωνίας, με επιστολή, ημερομηνίας 12.05.2015, είναι πρόωρος και άκυρος. Θ. Αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη και συνεχίζει να υφίσταται η Εναγομένη 1 λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντα και/ή λόγω της εκδόσεως του ενδιαμέσου διατάγματος ημερομηνίας 21 .09.2015 και/ή ως άνωθι αναφέρεται». Ένα από τα κύρια θέματα που απασχόλησε το Δικαστήριο στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ ήταν κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας και συγκεκριμένα κατά πόσο κατέβαλε ολόκληρο το ποσό που προέβλεπε η εν λόγω συμφωνία και δη το ποσό των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ. Τόσο ο ίδιος όσο και ο εναγόμενος 2 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ ο οποίος στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής κατέθεσε υπέρ του Εναγόμενου 1 - ο εναγόμενος 2 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ είναι ο ίδιος με τον Εναγόμενο 2 στην παρούσα αγωγή - ισχυρίσθηκαν ότι ο Εναγόμενος 1 εκπλήρωσε πλήρως τις οικονομικές του υποχρεώσεις, θέση με την οποία διαφώνησε η διευθύντρια η οποία κατέθεσε ως ΜΥ
- Η τελευταία ισχυρίσθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε μόνο το ποσό των Ευρώ 933.300,50 σεντ και εξακολουθούσε να οφείλει το υπόλοιπο ύψους Ευρώ 437.699,50 σεντ. Το Δικαστήριο δέχθηκε την μαρτυρία του Εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 2 και απέρριψε την μαρτυρία της διευθύντριας καταλήγοντας ότι η θέση που προβλήθηκε από τη διευθύντρια περί μη πληρωμής από τον Εναγόμενο 1 των συμφωνηθέντων ποσών αποτελούσε εκ των υστέρων σκέψη. Κατέληξε, επίσης, στο ότι ο εναγόμενος 2 θα λάμβανε το ποσό που δικαιούνταν από την Ενάγουσα και όχι από τον Εναγόμενο
- Το ύψος του ποσού είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και του εναγόμενου 2 και στην συμφωνία αυτή ουδεμία εμπλοκή είχε ο Εναγόμενος
- Το Δικαστήριο απασχόλησε, επίσης, ο χρόνος που συμφωνήθηκε για την αποπεράτωση του έργου. Η διευθύντρια ισχυρίσθηκε ότι ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου δεν ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας και ότι εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος 1 συγκατατέθηκε όπως ο όρος επεκταθεί επ' αόριστον μέχρι την έκδοση της νέας άδειας. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας και ότι ο χρόνος παράδοσης του έργου με βάση τους όρους της συμφωνίας ήταν 1½ έτος από την μέρα της υπογραφής της συμφωνίας και όχι 1½ έτος μετά την εξασφάλιση της άδειας οικοδομής για ανέγερση του κτηρίου. Επίσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανοχή που επέδειξε ο Εναγόμενος 1 δεν ισοδυναμούσε με παραίτηση των δικαιωμάτων του ή ότι ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε όπως ο χρόνος παράδοσης παραταθεί επ' αόριστον. Σύμφωνα με το Δικαστήριο αποτελούσε αναντίλεκτο γεγονός ότι το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί εντός της προθεσμίας που προέβλεπε η επίδικη συμφωνία αλλά ούτε και μέχρι την δεύτερη ημερομηνία που τέθηκε εκ των υστέρων από την Ενάγουσα με την ανοχή του Εναγόμενου 1 και δη μέχρι την 31.12.
- Πέραν τούτου αποτελούσε αναντίλεκτο γεγονός ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με αίτημα του Εναγόμενου 1 ως αυτό διατυπώθηκε σε επιστολή του που απέστειλε στην Ενάγουσα μέσω του δικηγόρου του ημερομηνίας 25.2.
- Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 είχε ζητήσει αντίγραφα των προσφορών που είχαν δοθεί για το έργο, αντίγραφα των λογαριασμών των αδειών οικοδομής, το όνομα του εργολάβου, του αρχιτέκτονα και του λογιστή και στοιχεία όλων των ενεργειών που έγιναν από την μέρα υπογραφής της συμφωνίας μέχρι την 25.2.15 που απέστειλε την επιστολή. Η παράδοση των πιο πάνω στοιχείων αποτελούσε ουσιώδη όρο της επίδικης συμφωνίας σύμφωνα με τον όρο 3.4 αυτής. Το Δικαστήριο κατέληξε, επομένως, ότι η Ενάγουσα παραβίασε τους όρους της επίδικης συμφωνίας και, κατ' επέκταση, ότι ο τερματισμός της από τον Εναγόμενο 1 ήταν νόμιμος. Εν τέλει το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του Εναγόμενου 1 και εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Το Δικαστήριο δεν επιδίκασε τόκο προς 5% ετησίως παρά το ότι σύμφωνα με τον όρο 7.8 της επίδικης συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 δικαιούνταν να λάβει το ποσό που κατέβαλε πλέον τόκους προς 5% ετησίως. Και αυτό γιατί με το κλητήριο ένταλμα ο Εναγόμενος 1 περιορίσθηκε σε νόμιμο τόκο και δεν αξίωνε τόκο προς 5%. Η ανταπαίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο καθότι αυτή εδράζονταν στους ίδιους λόγους που εδράζονταν και η Υπεράσπιση. Οι λόγοι αυτοί απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο και, κατά συνέπεια, έπρεπε να απορριφθεί και η ανταπαίτηση. Η Ενάγουσα ανταπαιτούσε, επίσης, την καταβολή αποζημιώσεων ύψους Ευρώ 7.570.000,00 σεντ λόγω της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Καμιά, όμως, θετική μαρτυρία δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του ύψους της ζημιάς αυτής. Πέραν, όμως, τούτου η έφεση που ασκήθηκε κατά της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος πρόσφατα είχε απορριφθεί. Ενόψει των πιο πάνω, ούτε αυτή η αξίωση κρίθηκε ότι μπορούσε να πετύχει. Στην παρούσα αγωγή η Ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης της δικογραφεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ο Εναγόμενος 2 ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 1 έπεισε τον Εναγόμενο 1 να προβεί σε συμφωνία κοινοπραξίας με την Ενάγουσα. Εν τέλει στις 28.1.12 υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 1 και 2 συμφωνία της οποίας ήταν, μεταξύ άλλων, όρος ότι ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ κατά παράβαση της συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του ακινήτου με το συμφωνηθέν ποσό των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ αφού κατέβαλε στην Ενάγουσα μόνο το ποσό των Ευρώ 933.300,50 σεντ οι Εναγόμενοι 2 και 3 εισέπραξαν από τον Εναγόμενο 1 ποσό Ευρώ 437.699,50 σεντ ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα να εισπράξουν το εν λόγω ποσό αφού στην ουσία αυτό ήταν μέρος του ποσού των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ το οποίο ο Εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση να πληρώσει στην Ενάγουσα με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Το ποσό των Ευρώ 437.699,50 σεντ εισπράχθηκε από τους Εναγόμενους 2 και 3 παράνομα αφού αυτοί δεν διέθεταν άδεια κτηματομεσίτη και αφαιρέθηκε από τον Εναγόμενο 1 από το ποσό της συνεισφοράς του κατά παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας. Η πληρωμή του ποσού των Ευρώ 437.699,50 σεντ στους Εναγόμενους 2 και 3 έγινε κατόπιν συνωμοσίας για να προκληθεί ζημιά στην Ενάγουσα οι αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσε η Ενάγουσα για τα ποσά των Ευρώ 50.000,00 σεντ, Ευρώ 330.000,00 σεντ και Ευρώ 991.000,00 σεντ, ήτοι για το συνολικό ποσό των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ, είναι άκυρες καθότι αυτές εκδόθηκαν από την Ενάγουσα κατόπιν δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων του Εναγόμενου 1 σε συμπαιγνία με τους Εναγόμενους 2 και
- Ο Εναγόμενος 1 παρέστησε στην Ενάγουσα ότι αν του υπέγραψε τις αποδείξεις πληρωμής θα κατέθετε τα ποσά που αναφέρονται στις αποδείξεις στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας ενώ γνώριζε ότι τούτο δεν ήταν αληθές. Η Ενάγουσα εισέπραξε από τον Εναγόμενο 1 μόνο το ποσό των Ευρώ 933.300,50 σεντ ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του ημερομηνίας 12.5.15 τερμάτισε την συμφωνία ημερομηνίας 28.1.12 παράνομα και αυθαίρετα ο τερματισμός της συμφωνίας ημερομηνίας 28.1.12 από τον Εναγόμενο 1 είναι παράτυπος, άκυρος, παράνομος, πρόωρος και αντικανονικός και/ή είναι αποτέλεσμα συνωμοσίας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου των Εναγόμενων 1 και 2 ο όρος 1.3 της συμφωνίας ημερομηνίας 28.1.12 σύμφωνα με τον οποίο η προθεσμία παράδοσης του έργου θα ήταν όχι αργότερα από 1½ χρόνο από την μέρα υπογραφής της συμφωνίας αντικαταστάθηκε με νέα συμφωνία και έγινε σύναψη νέας συμφωνίας εις αντικατάσταση της υφιστάμενης σύμβασης με αποτέλεσμα την απαλλαγή των συμβαλλομένων από τον όρο 1.3 σε σχέση με την προθεσμία κατασκευής και παράδοσης του έργου οποιαδήποτε καθυστέρηση στην κατασκευή και παράδοση του έργου δεν οφείλεται στην Ενάγουσα αλλά στις παραστάσεις και συμπεριφορές του Εναγόμενου 1 και σε καθυστερήσεις των αρμοδίων αρχών. Με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός υπό του Εναγομένου 1 με επιστολή του ημερ. 12.05.2015 της συμφωνίας ημερ. 28.01.2012 μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου 1 ήτο αποτέλεσμα μαφιόζικων σχεδίων και/ή συμπαιγνίας και συνωμοσίας των Εναγομένων 1, 2 και 3 ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός υπό του Εναγομένου 1 με επιστολή του ημερ. 12.05.2015 της συμφωνίας ημερ. 28.01.2012 μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου 1 δεν ήτο λόγω της καθυστέρησης υπό της Ενάγουσας στην ολοκλήρωση του έργου αλλά ο λόγος ήτο ότι ο Εναγόμενος 1 έκρινε ότι η επένδυση του θα ήτο ζημιογόνος πληροφορία που του έδωσε ο Εναγόμενος 2 ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός υπό του Εναγομένου 1 με επιστολή του ημερ. 12.05.2015 της συμφωνίας ημερ. 28.01.2012 μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου 1 είναι παράνομος και/ή άκυρος και/ή ανυπόστατος ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα συμμορφώθη πλήρως με τους όρους της συμφωνίας της ημερ. 28.01.2012 μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων 1 και
- Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 με την επιστολή του ημερ. 09.03.2013 με την συμπεριφορά του, τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του τόσο γραπτές όσο και προφορικές εμποδίζεται στον τερματισμό της συμφωνίας ημερ. 28.01.
- Ζ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση στην κατασκευή και παράδοση του έργου δεν οφείλεται εις υπαιτιότητα της Ενάγουσας αλλά οφείλεται εις τις περιστάσεις και συμπεριφορές τόσο του Εναγομένου 1 όσο και των Εναγομένων 2 και 3 ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Η. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους 2 και 3 όπως επιστρέψουν προς την Ενάγουσα και/ή προς τον Εναγόμενο 1 όπως ήθελε το Δικαστήριο αποφασίσει το ποσό των €437.699,50.- το οποίο εισέπραξαν από τον Εναγόμενο 1 παράνομα αφού δεν διέθεταν άδεια κτηματομεσίτη για την πώληση του ακινήτου αντικείμενο της συμφωνίας ημερ. 28.01.2012 και/ή καθ' ότι εισέπραξαν το εν λόγω ποσό άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος και/ή καθ' ότι εισέπραξαν το εν λόγω ποσό κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή άλλως πως και/ή ως άνωθι αναφέρεται. Θ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 κατά παράβαση της υποχρέωσης του και/ή κατά παράβαση του όρου 5.
- της συμφωνίας ημερ. 28.01.2012 παρέλειψε και/ή αμέλησε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του ακινήτου με ποσό €1.371.000.- στους χρόνους που αναφέρονται στην εν λόγω συμφωνία αφού κατέβαλε κατά παράβαση του όρου 5.1 της εν λόγω συμφωνίας το ποσό των €933.300,50.-. Ι. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω δολίων παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή άλλως πως προς την Ενάγουσα και/ή τους αντιπροσώπους της υπό των Εναγομένων 1, 2 και 3 και/ή των αντιπροσώπων των. Κ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως. Λ. Περαιτέρω η άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις. Διαπιστώνεται με ενάργεια ότι τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην ανταπαίτηση στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/15 τα επίδικα θέματα είναι τα ίδια και ότι με την προώθηση των δυο αυτών διαδικασιών επιδιώκεται η επίτευξη ίδιων στόχων. Αποτελεί, επομένως, η παρούσα περίπτωση κλασσική περίπτωση προώθησης διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορούν και πρέπει να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία. Το φαινόμενο αυτό που παρατηρείται συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και η ύπαρξή του είναι πλέον εμφανής στην υπό εξέταση περίπτωση. Η Νομολογία κατέδειξε ότι η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων το να υποχρεωθεί ο Εναγόμενος 1 να υπερασπισθεί την απαίτηση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Απολήγει, επίσης, σε καταπίεση του Εναγόμενου 1 αφού ο Εναγόμενος 1 καλείται να αντιμετωπίσει στην ουσία την ίδια υπόθεση που είχε να αντιμετωπίσει στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ. Αυτή η κατάχρηση, ενόχληση και καταπίεση πρέπει να αποτραπούν και παρεμποδισθούν. Το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίσει, περιστείλει, αποτρέψει και παρεμποδίσει διαδικασία η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την απόρριψη της παρούσης αγωγής μιας και η μεταγενέστερη, ήτοι η αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ, έχει εκδικασθεί και εκδοθεί τελική απόφαση. Από την υπόθεση Παπακοκκίνου ν. Surebuilt Constructions Ltd, Πολιτική Έφεση Ε155/16, 14.9.23 προκύπτει ότι στην κατάλληλη περίπτωση δύναται να απορριφθεί η αρχική διαδικασία ως καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας. Στην πιο πάνω υπόθεση όταν η εναγόμενη/εφεσείουσα εφεσίβαλε την τελική απόφαση εφεσίβαλε στα πλαίσια της ίδιας έφεσης και ενδιάμεση απόφαση για την οποία είχε καταχωρήσει άλλη έφεση στο παρελθόν και δη την πιο πάνω έφεση με αριθμό Ε155/
- Ως αποτέλεσμα εκκρεμούσαν δύο εφέσεις με το ίδιο αντικείμενο. Υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι με δεδομένη πλέον την τελική απόφαση δεν ετίθετο θέμα να ζητηθεί από την εφεσείουσα να επιλέξει ποια από τις δύο εφέσεις επιθυμούσε να προωθήσει. Με την καταχώριση της μεταγενέστερης έφεσης και την συμπερίληψη σε αυτή ολόκληρης, ουσιαστικά, της πρώτης έφεσης η τελευταία έφεση απώλεσε το αντικείμενο της. Κρίθηκε ότι προώθηση της πρώτης έφεσης συνιστούσε σύμφωνα με την Νομολογία κατάχρηση της διαδικασίας (Beogradska Banka D.D.
(1996)1 AAΔ.911, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 και Κονναρής ν. Θεοφάνους, Πολιτικές Εφέσεις 35/2014 και 251/2014, 27.1.22). Αναφορικά με τους λόγους ένστασης υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Ο λόγος ένστασης με αριθμό 2 δεν προωθήθηκε με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας. Για τον λόγο αυτό θεωρώ πως δίκαια δύναται να λεχθεί ότι εγκαταλείφθηκε. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός δεν θα με απασχολήσει. Με την υπό κρίση αίτηση δεν είναι βέβαιο αν ζητείται η απόρριψη της αγωγής εναντίον όλων των Εναγόμενων ή μόνο εναντίον του Εναγόμενου
- Ό,τι με αυτή ζητείται είναι η απόρριψη της αγωγής. Σημαντικό για το ζήτημα τούτο είναι κατά την κρίση μου το ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται μόνο από τον Εναγόμενο
- Δεν υποβάλλεται και εκ μέρους των υπόλοιπων στην αγωγή Εναγόμενων. Επίσης θεωρώ ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έχει locus standi να εξαιτείται την απόρριψη της αγωγής για εναγόμενους άλλους από τον ίδιο. Οπότε αν με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η απόρριψη της αγωγής λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και 3, αυτό, δεν είναι κάτι που μπορεί να εγκρίνει το Δικαστήριο. Συνεπώς τα όσα προωθούνται με τους λόγους ένστασης με αριθμούς 4 και 5 δεν θα με απασχολήσουν. Επισημαίνεται ότι δεν ήταν αναγκαία η επίδοση της αίτησης στους Εναγόμενους 2 και 3 για να επιληφθεί το Δικαστήριο αίτησης για απόρριψη της αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 1 λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Διαφωνώ με τον 10ο λόγο ένστασης σύμφωνα με τον οποίο τα επίδικα ζητήματα δεν είναι τα ίδια στις δυο αγωγές. Τα σχετικά με το ζήτημα τούτο έχουν ήδη υποδειχθεί ανωτέρω και η επανάληψή τους δεν κρίνεται σκόπιμη. Είναι σημαντικό, επίσης, να υπομνησθεί ότι άλλη ήταν η επίσημη θέση της Ενάγουσας επί του προκειμένου ζητήματος. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 1(α) της Υπεράσπισης της Ενάγουσας στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ η Ενάγουσα δικογραφεί ότι η καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ5/1Χ συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι η παρούσα αγωγή ηγέρθη για τα ίδια επίδικα θέματα. Τέλος στα πλαίσια του ίδιου λόγου υποδεικνύεται ότι το ότι στην παρούσα αγωγή υπάρχει και τρίτος Εναγόμενος, αυτό, δεν εμποδίζει την απόρριψη της αγωγής εναντίον του πρώτου Εναγόμενου λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και το ότι της υπό κρίση αίτησης είχαν προηγηθεί άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις χωρίς να προβληθεί το θέμα της κατάχρησης. Η διαπίστωση από μέρους του Δικαστηρίου κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας επιβάλει καθήκον στο Δικαστήριο να αποτρέψει και να παρεμποδίσει την διαδικασία αυτή. Αναφορικά με τον 11ο λόγο ένστασης αρκεί μόνο να υποδειχθεί ότι το Δικαστήριο αντλεί την εξουσία να απορρίψει αγωγή λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από την σύμφυτη του εξουσία. Αναφορικά με τον 14ο λόγο ένστασης αρκεί να υποδειχθεί ότι υπό το φως των όσων έχουν υποδειχθεί αναφορικά με την ουσία της αίτησης, αυτή, δεν είναι ούτε κακόπιστη, ούτε καταχρηστική. Και ότι συντρέχει βάσιμος λόγος για την υποβολή της. Τέλος ούτε και ο 15ος λόγος ένστασης ευσταθεί. Η διαπίστωση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εξυπακούει ότι τα δικαιώματα διαδίκου μπορούν να εξακριβωθούν ή όπως στην υπό εξέταση περίπτωση έχουν εξακριβωθεί στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Οπότε καμία στέρηση συνταγματικών ή άλλων δικαιωμάτων της Ενάγουσας δεν θα προέλθει από την απόρριψη της παρούσης αγωγής. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης που πραγματεύεται ο 2ος λόγος ένστασης υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Πράγματι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Η κατάχρηση διεφάνη από της καταχώρησης στις 16.10.15 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Ενάγουσας στην αγωγή με αριθμό 2295/
- Παρόλα αυτά ο Εναγόμενος προέβη σε καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης 6 χρόνια και πλέον μετά. Χωρίς, μάλιστα, να δώσει και οποιαδήποτε δικαιολογία για τον χρόνο που παρήλθε. Θα συμφωνήσω, όμως, με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Εναγόμενου 1 ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να επενεργήσει προς όφελος της Ενάγουσας. Αφ' ης στιγμής διαπιστώνεται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας το Δικαστήριο έχει πρωτίστως καθήκον να την αποτρέψει. Φρονώ πως η καθυστέρηση θα πρέπει να διαδραματίσει ρόλο στα έξοδα που θα επιδικασθούν κατά την απόρριψη της αγωγής εναντίον του Εναγόμενου
- Η πλευρά του Εναγόμενου 1 καθυστέρησε σημαντικά στην υποβολή της αίτησης με αποτέλεσμα ως εκ της καθυστέρησης αυτής να δημιουργηθούν έξοδα εν τέλει αχρείαστα. Από την άλλη και η πλευρά της Ενάγουσας με την καταχώρηση της ανταπαίτησης της στην αγωγή με αριθμό 2295/15 προκάλεσε πρόβλημα. Πρόβλημα το οποίο διαιώνισε με το να μην επιλέξει ποια διαδικασία επιθυμούσε να προωθήσει και δη από τα αρχικά στάδια των δυο αγωγών. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ πως το ορθό και δίκαιο θα ήταν όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Αναφορικά με τους υπόλοιπους λόγους τους οποίους δεν έχω σχολιάσει εξειδικευμένα, αυτοί, καλύπτονται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν και υποδείχθηκαν σε σχέση με την ουσία της αίτησης και που για τον λόγο αυτό η επανάληψή τους μόνο περιττή θα καθίστατο. Ακολουθεί ότι κανένας εκ των λόγων ένστασης δεν ευσταθεί. Η αίτηση εγκρίνεται. Συνακόλουθα η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Κάθε πλευρά τα δικά της έξοδα αναφορικά με την αγωγή. Τα έξοδα αυτά δεν θα περιλαμβάνουν τα έξοδα της αίτησης. Αυτά ως εκ του αποτελέσματος θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ του Εναγόμενου
- Συνακόλουθα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 1/Αιτητή και εναντίον της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο