Sergey Kuznetsov ν. Πέτρος Βάλκο κ.α., Αρ. Αγωγής: 1643/21, 14/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1643/21 Μεταξύ: Sergey Kuznetsov, από την Λεμεσό και 1.Πέτρος Βάλκο, από την Λεμεσό 2.Gravelscort Ltd, από την Λεμεσό 3.Arnos Limited, από το Ηνωμένο Βασίλειο 4.PPB INC. Limited, από την Λεμεσό Ημερομηνία: 14.5.24 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κα Α. Ευσταθίου για κκ Ευσταθίου & Ευσταθίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-4/Καθ' ων η αίτηση: κκ Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 14.11.23 o Ενάγων/Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή πρόσθετης ένορκης δήλωσης που να συμπληρώνει την ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 9.6.23 η οποία υποστηρίζει την αίτηση του για προσωρινό διάταγμα ίδιας ημερομηνίας, από τώρα και στο εξής «η αίτηση ημερομηνίας 9.6.23», και/ή την προσκόμιση απαντητικής και/ή αντικρουστικής μαρτυρίας στις θέσεις των Εναγόμενων/Καθ' ων η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ενίσταται στην χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος. Προς τούτο καταχώρησε Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 1 ο οποίος είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και εκ μέρους των υπόλοιπων Εναγόμενων. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται πιο κάτω αυτούσιοι:
- Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή καταχρηστική και/ή δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για την καταχώρηση Συμπληρωματικής και/ή πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος που φέρει αναφορικά με την ύπαρξη καλού και/ή επαρκούς λόγου για την καταχώρηση Συμπληρωματικής και/ή πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης και/ή απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία και/ή μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος τους και/ή του καλού λόγου.
- Οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν προσθέτουν τίποτα και/ή τίποτα ουσιαστικό και/ή σε τίποτα δεν διαφοροποιούν την εκδοχή του, η οποία προβάλλεται με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ημερομηνίας 9/6/2023 για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων και/ή είναι άσχετοι με τα επίδικα ζητήματα της Αίτησης, ημερομηνίας 9/6/2023 για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων και/ή αποτελούν επανάληψη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών και/ή μη αποδεκτή και/ή ανεπίτρεπτη μαρτυρία και/ή επιχειρηματολογία.
- Με τη σκοπούμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, φαίνεται να επιχειρείται η απάντηση και/ή αντίκρουση των προβαλλόμενων στην ένσταση ισχυρισμών των Εναγομένων 1-4/Καθ'ων η Αίτηση, γεγονός που αφεαυτού δεν συνιστά καλό λόγο για την χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα προς εισαγωγή των προβαλλόμενων ισχυρισμών του Αιτητή σε συνάρτηση με την φύση της εκκρεμούσας διαδικασίας, εφόσον στα πλαίσια διαδικασίας προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί και να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο η αποδεικτική τους αξία.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για παροχή άδειας στον Αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτει ο Ενόρκως Δηλών και/ή οι ισχυρισμοί που προβάλλονται δεν δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες.
- Οι προτιθέμενοι να προστεθούν, μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ισχυρισμοί του Αιτητή και/ή τα όσα επιθυμεί να εισάγει ο Αιτητής αποτελούν ανεπίτρεπτη και/ή μη αποδεκτή μαρτυρία και/ή οποία μπορεί να τεθεί σε κατοπινό στάδιο και όχι στα πλαίσια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή συνιστά ανεπίτρεπτη σε αυτό το στάδιο επιχειρηματολογία και/ή σχολιασμό μαρτυρίας.
- Όπως καταδεικνύεται από το προσχέδιο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 28 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και όπως ο ίδιος Αιτητής παραδέχεται, τα όσα επιθυμεί να εισάγει αποτελούν επιχειρηματολογία προς απόδειξη των αρχικών ισχυρισμών του και επομένως συνιστούν επανάληψη αυτών και άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, η οποία θα εκδικασθεί σε κατοπινό στάδιο και όχι στα πλαίσια της εκκρεμούσας αίτησης ημερομηνίας 9/6/
- Όπως προκύπτει τόσο από την ένορκη δήλωση που συνοδέυει την αίτηση όσο και από το τεκμήριο 28, ο Αιτητής επιθυμεί να εισάγει, ως επί το πλείστον στοιχεία, έγγραφα και ισχυρισμούς για άλλες δικαστικές υποθέσεις στις οποίες εκπροσωπήθηκε από άλλους δικηγόρους και για θέματα που είναι άσχετα με τα επίδικα και καμία σημασία δεν έχουν για σκοπούς εκδίκασης της εκκρεμούσας αίτησης ημερομηνίας 9/6/
- Οι αιτούμενες θεραπείες συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) και εκτροπής της από τα θέσμια. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Παρέχεται, επομένως, με τον πιο πάνω θεσμό η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για να τύχει, όμως, διάδικος του ευεργετήματος τούτου θα πρέπει να δείξει «καλό λόγο». Το αν θα επιτραπεί ή όχι σε διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση επαφίεται συναφώς στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510). Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η έννοια του καλού λόγου προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Α. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1 ΑΑΔ 195 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 199: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιόν μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι στους ώµους του αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να δείξει την σχετικότητα των ισχυρισµών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικό λόγο γιατί οι ισχυρισµοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν από την αρχή στην αρχική του ένορκη δήλωση. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής επιδιώκει την καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να απαντήσει σε ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι προβάλλονται με την ένσταση τους στην αίτηση ημερομηνίας 9.6.23. Και αυτό για να παρουσιασθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και για να δοθεί μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα της υπόθεσης πριν την ακρόαση της εν λόγω αίτησης. Ο Αιτητής, επίσης, αναφέρει ότι με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση θα τεθούν νέα στοιχεία και γεγονότα πρόσθετα από αυτά που ήδη προβάλλονται με την αρχική ένορκο δήλωση. Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523 η έφεση στόχευε στην ανατροπή της ενδιάμεσης απόφασης ως προς την οριστικοποίηση του μέρους του διατάγματος που αφορούσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσείουσας. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τους επτά εγειρόμενους λόγους έφεσης προσβάλλεται, ουσιαστικά, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το συμπέρασμα του ότι δεν υπήρχε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τον εφεσίβλητο και η απόφαση του να επιτρέψει στον εφεσίβλητο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το τελευταίο από τα παραπάνω παράπονα της εφεσείουσας αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης. Υποστηρίζει συναφώς πως ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε καλό λόγο ώστε να του επιτραπεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ επιτρέποντας την καταχώρηση της, αλλοιώθηκε η αρχική εικόνα που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εφεσίβλητο ήταν για να απαντήσει σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της που υποστήριζαν την ένσταση της στην αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εγκρίνοντας το αίτημα του εφεσίβλητου, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχαν καταδειχθεί «καλοί λόγοι», όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με το σκεπτικό, «Αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής αποδέχεται τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση». Θεώρησε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αποτελούσε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσίβλητου να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να τεθεί η θέση του σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας «που περιλαμβάνονται σε είκοσι έξι παραγράφους στην αρχική ένορκη δήλωσή της και άλλες έξι παραγράφους στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, σε δεκατρία τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση και σε τέσσερα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό,τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί, αναπόφευκτα, σε επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης και τον παραμερισμό της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.9.2014 με την οποία παραχωρήθηκε άδεια στον εφεσίβλητο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης .». Στην υπόθεση Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 1665 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Υπό το φως των πιο πάνω και δη των επισημάνσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Κούππα και Κόκκινου, πιο πάνω, ότι, πρώτο, στις διαδικασίες όπως η παρούσα το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ή στην εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων, παρά μόνο περιορίζεται σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και, δεύτερο, ότι για τον πιο πάνω λόγο η ανάγκη και μόνο για αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς κατά κανόνα δεν τεκμηριώνει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το Δικαστήριο θα ανέμενε από την πλευρά του Αιτητή να δώσει μια ιδιαίτερα καλή εξήγηση για τον λόγο που επιθυμεί να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση. Η θέση ότι με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα δοθεί στο Δικαστήριο μια σφαιρική εικόνα των γεγονότων αναμφίβολα δεν είναι επαρκής και απέχει κατά πολύ από τον ζητούμενο καλό λόγο. Στην υπόθεση Κόκκινου, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση ότι η ανάγκη να δοθεί στο Δικαστήριο μια σφαιρική εικόνα των γεγονότων συνιστούσε καλό λόγο για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς όφελος του ενάγοντα μετά την μονομερή έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ο ισχυρισμός δε του Αιτητή ότι με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση θα τεθούν νέα στοιχεία και γεγονότα πρόσθετα από αυτά που ήδη προβάλλονται με την αρχική ένορκο δήλωση είναι με όλο τον σεβασμό αδόκιμος. Με την μονομερή έκδοση του διατάγματος η μαρτυρία «κλειδώνει» οπότε είναι στην βάση της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε από τον αιτητή στο μονομερές στάδιο και μόνο που θα κριθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης αν το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ορθά εκδόθηκε. Άλλη μαρτυρία δεν επιτρέπεται να εισαχθεί αφού ό,τι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης είναι αν το διάταγμα ορθά εκδόθηκε στην βάση της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε ενώπιον του στο μονομερές στάδιο. Όπως λέχθηκε στην Κούππα, που πιο πάνω μνημονεύεται, η εικόνα που μεταδίδεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα. Η ίδια αρχή ισχύει και σε άλλες περιπτώσεις που διάταγμα εκδίδεται μονομερώς. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited και Άλλων
(1996)1 ΑΑΔ 597 κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επιλήφθηκε της αίτησης για παραμερισμό μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίσθηκε ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για την χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό (Βλ. Sait Electronic S.Α. από Βρυξέλλες ν. The Ship «Dominique» and 2 Others
(1989)1(E) ΑΑΔ 365). Δεν μου διαφεύγει ότι όπως λέχθηκε και στην Κόκκινου ανωτέρω άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Από την άλλη η Νομολογία κατέδειξε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σπάνια που χορηγείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην απουσία, λοιπόν, καλού λόγου και, μάλιστα, τόσο καλού ώστε η υπό εξέταση περίπτωση να θεωρείται ότι κατατάσσεται στις σπάνιες αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι έκθετο σε απόρριψη. Ο καλός λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω τέτοια ανάγκη δεν έχει καταδειχθεί. Αναφορικά με το τελευταίο υποδεικνύονται, επίσης, τα ακόλουθα. Παρατηρείται ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής δεν συναρτά την ανάγκη για καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η αίτηση ημερομηνίας 9.6.
- Το αίτημα δεν φαίνεται να υποβάλλεται σε συνάρτηση με την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως επίδικα. Τουναντίον ό,τι με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση φαίνεται πως επιδιώκεται είναι η φανέρωση της αλήθειας με αποτέλεσμα η εν λόγω δήλωση να επεκτείνεται πέραν του εύρους που καλύπτει το προαναφερόμενο άρθρο
- Οι πιο κάτω δηλώσεις του Αιτητή από την ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι ενδεικτικές της πιο πάνω διαπίστωσης. Ο Αιτητής αναφέρει ότι αν δεν επιτραπεί η καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης υπάρχει κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου «η σωστή εικόνα των πραγμάτων, τα αληθή γεγονότα και να μην αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη». Αναφέρει, επίσης, ότι είναι αναγκαίο να απαντηθούν και αντικρουσθούν οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση καθότι αυτοί αναληθείς και παραπλανητικοί και άπτονται «ζητημάτων επί της ουσίας της υπόθεσης». Ενδεικτικός της πιο πάνω διαπίστωσης, φρονώ, πως είναι και ο όγκος της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτή αποτελείται από 14 πυκνογραμμένες σελίδες με 25 παραγράφους - αρκετές από αυτές με υποπαραγράφους - και μέσω της επιχειρείται η παρουσίαση 27 τεκμηρίων! Και αυτό γιατί όπως ορθά κατά την κρίση μου υπογραμμίζεται στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση ο Αιτητής θεωρεί σκόπιμο «να απαντήσει ένα προς ένα στους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση». Σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο δεν ενδιαφέρει η ανακάλυψη της αλήθειας. Και αυτό γιατί το Δικαστήριο όπως ανωτέρω επισημάνθηκε δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπό του αιτητή προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788) και American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.), παρά μόνο σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»). Για να αποφασίσει δε αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 το Δικαστήριο ενεργεί στην βάση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και μόνο (Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523). Ενεργεί και στην βάση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση μόνο αν η μαρτυρία που παρουσιάζεται μέσω αυτής κλονίζει την αποδεικτική δύναμη ή ισχύ των ισχυρισμών του αιτητή σε τέτοιο βαθμό ώστε οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 εν τέλει να μην μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Δεν ενεργεί στην βάση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αν μέσω αυτής μεταδίδεται απλά μια διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Στην υπό εξέταση περίπτωση με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει την αίτηση σε συνάρτηση με τα θέματα που είναι επίδικα στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Συναφώς και στην εν λόγω ένορκο δήλωση δεν προωθείται θέση προς την κατεύθυνση ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της ένστασης στην αίτηση ημερομηνίας 9.6.23 και στους οποίους ο Αιτητής επιθυμεί να απαντήσει κλονίζουν την αποδεικτική ισχύ των ισχυρισμών του Αιτητή οπότε και αναδύεται ως αδήριτη πλέον η ανάγκη για απάντηση. Στην υπό εξέταση περίπτωση επιδιώκεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να τεθούν όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου ως εάν το Δικαστήριο είχε να αποφασίσει την υπόθεση στο τελικό στάδιο. Το πιο πάνω σκεπτικό από μόνο του μολύνει την υπό κρίση αίτηση. Η Διαταγή 48, θεσμός 4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επιβάλλει στον αιτητή το βάρος να καταδείξει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής δεν κατάφερε να καταδείξει καλό λόγο γιατί να επιτραπεί η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 6 ευσταθούν. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1-4/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο