← Κύπρος

PRIME INSURANCE CO LTD ν. Γ.Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1850/2014, 12/1/2023

PRIME INSURANCE CO LTD ν. Γ.Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1850/2014, 12/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1850/2014 Μεταξύ: PRIME INSURANCE CO LTD Εναγόντων και

  1. Γ.Ν.
  2. Δ.Ν. Εναγόμενων ------ Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Η κα Μιτσίδου, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: Ο κ. Πουτζιουρής, για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία, με την αγωγή της, αιτείται την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι δικαιούται να ανακτήσει από τους Εναγόμενους 1 και 2 οποιοδήποτε ποσό διαταχθεί να καταβάλει στην Αγωγή Αρ.1183/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Επίσης, ζητά προστακτικό διάταγμα με το οποίο να διατάζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 όπως της καταβάλουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις διαταχθεί η ίδια να καταβάλει στον Ενάγοντα στην Αγωγή Αρ.1183/
  3. Ζητά, παράλληλα, αναγνωριστική απόφαση ότι δικαιούται να ανακτήσει, από τους Εναγόμενους 1 και 2, το ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην Αγωγή Αρ.1923/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας καθώς και το ποσό των €8.373,00, το οποίο έχει καταβάλει για επιδιόρθωση των ζημιών του ασφαλισμένου οχήματος ενώ ζητά και διάταγμα που να διατάζει τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως καταβάλουν τα συγκεκριμένα ποσά. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, η εταιρεία Demco Insurance Co Limited, στα πλαίσια των εργασιών της ως ασφαλιστική εταιρεία, στις 12/08/2011 εξέδωσε αρχικά καλυπτικό σημείωμα σε σχέση με την Εναγόμενη 2 και ακολούθως εξέδωσε ασφαλιστήριο έγγραφο, το έγγραφο με αριθμό VPR-[ ], με το οποίο της παρείχε περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη για την περίοδο 12/08/2011 μέχρι 11/08/2012 αναφορικά με το όχημά της. Η εταιρεία Demco Insurance Co Limited διαλύθηκε και συγχωνεύτηκε, στις 02/02/2012, με την ασφαλιστική εταιρεία Prime Insurance Co Ltd, η οποία συνέχισε τις εργασίες της. Το εκδοθέν ασφαλιστήριο έγγραφο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη προς την Εναγόμενη 2 και προς οποιονδήποτε οδηγό ηλικίας μεταξύ 23 μέχρι 70 ετών, ο οποίος ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης πέραν των 2 ετών. Με βάση τις γενικές εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου εγγράφου, η Ενάγουσα δεν είχε ευθύνη να παρέχει κάλυψη σε οδηγό που βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, φαρμάκων ή ναρκωτικών, σε οδηγό που αρνήθηκε ή απέφυγε με οποιονδήποτε τρόπο να παράσχει δείγμα εκπνοής καθώς και στον ασφαλισμένο, εάν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, φαρμάκων ή ναρκωτικών και ο οδηγός καταδικάστηκε σε Ποινικό Δικαστήριο ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αυτή ή ότι υπήρχε επαρκής μαρτυρία βάσει της οποίας θα μπορούσε να καταδικαστεί από Ποινικό Δικαστήριο ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αυτή. Σύμφωνα δε με άλλο όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σε περίπτωση που η Ενάγουσα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει των όρων του ασφαλιστηρίου, της παρέχεται δικαίωμα ανάκτησης από τον ασφαλιζόμενο ή/και τον οδηγό και κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 14

(5)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/
  1. Όσον αφορά τα γεγονότα, το βράδυ της 13/08/2011 ο Εναγόμενος 1, εν γνώσει του και με τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 2 και ενώ οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα στη Λάρνακα, κατά παράβαση του ασφαλιστηρίου εγγράφου, ήτοι υπό την επήρεια αλκοόλης, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα την πεζή Μ.Α. και τραυμάτισε σοβαρά τον σύζυγό της Μ.Α. Στις 24/08/2011, ο Εναγόμενος 1 ή και η Εναγόμενη 2 υπέβαλαν έντυπο απαίτησης σε σχέση με το συγκεκριμένο ατύχημα αποκρύβοντας ότι ο Εναγόμενος 1, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο υπό την επήρεια αλκοόλης. Η ασφαλιστική εταιρεία, βασιζόμενη στη συγκεκριμένη δήλωση, προχώρησε στην επιδιόρθωση του οχήματος καταβάλλοντας το ποσό των €8.
  2. Καταχωρήθηκε, εναντίον του Εναγόμενου 1, η Ποινική Υπόθεση 14681/11 με τις κατηγορίες της οδήγησης καθ' ον χρόνον η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο και της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Στις 10/12/2013, μετά από ακροαματική διαδικασία, ο Εναγόμενος 1 κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης. Ο σύζυγος της αποβιώσασας, Μ.Α., καταχώρισε την Αγωγή Αρ. 1183/14 εναντίον του Εναγόμενου 1 και της Ενάγουσας αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που είχε υποστεί ο ίδιος συνεπεία του δυστυχήματος. Παράλληλα, εκ μέρους των κληρονόμων ή και εξαρτώμενων της αποβιώσασας Μ.Α., έχει διαβιβαστεί, από τους διαχειριστές της περιουσίας της, προς την Ενάγουσα επιστολή με την οποία απαιτείται το ποσό των €255.200,00 σε σχέση με το θάνατό της και ακολούθως καταχωρίστηκε η Αγωγή Αρ. 1923/14, στην κλίμακα €100.000 με €500.000, στην οποία η Ενάγουσα κατέστη διάδικος για να προστατέψει τα συμφέροντά της. Σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2, η οποία δεν είναι υπόλογη ή και υπεύθυνη για τις πράξεις ή και παραλείψεις του Εναγόμενου
  3. Προωθείται η θέση ότι η όροι του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ήταν προδιατυπωμένοι και προκαθορισμένοι χωρίς οποιαδήποτε προηγηθείσα ενημέρωση των Εναγομένων ή και οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 και ότι οι συγκεκριμένοι όροι ήταν γενικοί, ασαφείς και αόριστοι και αποτελούσαν αθέμιτη εμπορική πρακτική ή και καταχριστικές ρήτρες κατά παράβαση του Νόμου. Προωθείται η θέση ότι το άρθρο 14
(5)του Ν.96(Ι)/2000 είναι αντισυνταγματικό γιατί παραβιάζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Ουδέποτε είχαν δοθεί αντίγραφα του ασφαλιστηρίου προς ενημέρωση των Εναγομένων, ιδιαίτερα σε σχέση με τις εξαιρέσεις και τις ρήτρες. Προωθείται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν δικαιούχος και ασφαλισμένος οδηγός, σύμφωνα με τους όρους του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου, αφού ήταν 66 ετών και ότι η Εναγόμενη 2 ουδέποτε παρείχε τη συγκατάθεσή της ή είχε γνώση της επίδικης οδήγησης από τον Εναγόμενο 1 αφού βρισκόταν στην Αγγλία, όπου κατοικεί μόνιμα, και ότι εν πάση περιπτώσει δεν είναι νομικά υπεύθυνη για τις πράξεις ή τυχόν παραλείψεις του Εναγόμενου
  1. Παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι σύζυγοι, βρίσκονται σε διάσταση για πάρα πολλά χρόνια. Αρνούνται ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν στην αμέλεια του Εναγόμενου 1 καθώς και ότι η ανίχνευση αλκόολης στο αίμα του ήταν η αιτία του δυστυχήματος ή ότι είχε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκλησή του. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι πληροφόρησε την Ενάγουσα ή τους αντιπροσώπους της άμεσα για το επίδικο δυστύχημα και για την ανίχνευση αλκόλης στο σώμα του από την Αστυνομία. Παραδέχονται, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι για την επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος είχε πληρώσει η Ενάγουσα, πλην όμως αρνούνται ότι η Ενάγουσα έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα γιατί η ασφάλεια της Εναγόμενης 2 ήταν περιεκτική και την κάλυπτε και για ζημιές άλλων οδηγών που οδηγούσαν το αυτοκίνητό της. Επίσης, παραδέχονται την καταχώριση της Ποινικής Υπόθεσης 14681/2011 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εναντίον του Εναγόμενου 1, πλην όμως, η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι αγνοούσε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, την ύπαρξή της. Είναι η θέση των Εναγόμενων 1 και 2 ότι το επίδικο δυστύχημα δεν έχει σχέση με την αλκοόλη που βρέθηκε στο αίμα του Εναγόμενου 1, αφού κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα ο Εναγόμενος 1 οδήγησε αρκετά χιλιόμετρα χωρίς το παραμικρό πρόβλημα. Ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή την παράβαση των νομίμων καθηκόντων της Ενάγουσας ή και της αποβιώσασας ή/και του συζύγου της λόγω του ότι εμφανίστηκαν απότομα μπροστά του και ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Προωθούν τον ισχυρισμό ότι δεν δικαιούται η Ενάγουσα σε οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον τους, σύμφωνα με το Νόμο και την επίδικη ασφάλιση της Εναγόμενης
  2. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν ότι η Ενάγουσα έχει παραιτηθεί από οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα με τις πράξεις ή τη συμπεριφορά της ή και με την αποδοχή της απαίτησης των Εναγόμενων 1 και 2 για τις υλικές ζημιές. Μαρτυρία δόθηκε μόνο για την Ενάγουσα από τρεις μάρτυρες, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η Φ.Λ., Μ.Ε.1, Υπεύθυνη του πρωτοκολλητείου Ποινικών Υποθέσεων του Δικαστηρίου Λάρνακας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Εναγόμενος 1 είχε κατηγορηθεί, στην Υπόθεση Αρ. 14681/11, για αμελή οδήγηση, για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης στις 13/08/2011 και στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 1, το κατηγορητήριο στην Υπόθεση Αρ. 14681/11, ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση του Αστ.3229, ως Τεκμήριο 3 το έντυπο διαπίστωσης του ποσοστού αλκοόλης, ως Τεκμήριο 4 την κατάθεση του Αστ.2828 και ως Τεκμήριο 5 τη γραπτή κατηγορία που απαγγγέλθηκε στον Εναγόμενο
  3. Ήταν η θέση της ότι, σύμφωνα με το δικό της αρχείο, ο Εναγόμενος 1 είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 15 μηνών στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου ενώ, παράλληλα, του επιβλήθηκαν 8 βαθμοί ποινής και 30 μήνες στέρηση της άδειας οδηγήσεως. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 6, την απόφαση του Δικαστηρίου και την ποινή και ως Τεκμήριο 7 το έντυπο τελικής ένδειξης αλκοόλης. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Π.Α, Μ.Ε.2, ασφαλιστικό σύμβουλο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο ίδιος δεν γνώριζε την Εναγόμενη
  4. Είχε εκδώσει καλυπτικό συμβόλαιο «Cover note», το οποίο του είχε διαβιβαστεί από τον Α.Σ., αντιπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας. Κατάθεσε το «Cover note» ως Τεκμήριο
  5. Η συγκεκριμένη πρόταση του είχε διαβιβαστεί από τον Α.Σ. και γι' αυτό ο ίδιος δεν είχε το πρωτότυπο. Το καλυπτικό συμβόλαιο αφορούσε ένα αυτοκίνητο Mercedes κουπέ, επ' ονόματι της Εναγόμενης
  6. Το συμβόλαιο ασφάλισης αφορούσε οποιονδήποτε οδηγό από 23 ετών μέχρι
  7. Η περίοδος ασφάλισης ξεκινούσε από 12/08/2011, την ίδια μέρα που εκδόθηκε το cover note. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι ποτέ δεν είχε δει την Εναγόμενη 2 ούτε και την είχε δει να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Α/Αστ.2828, Μ.Ε.3, ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας στον Κλάδο Τροχαίας στα δυστυχήματα. Ήταν η θέση του ότι στις 13/08/2011 ο ίδιος είχε εξετάσει το συγκεκριμένο δυστύχημα και είχε δώσει κατάθεση. Υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  8. Υποστήριξε ότι στην τελική εξέταση το αλκοτέστ κατέγραψε ένδειξη 74 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αντί 22 που είναι το όριο σύμφωνα με τον Νόμο. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 13, το αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης αλκοόλης της συσκευής. Προώθησε τη θέση ότι κατά την άφιξή του στο χώρο του δυστυχήματος, μετά από πάροδο 10 λεπτών, εντόπισε τον Εναγόμενο 1 και σε συνομιλία που είχε μαζί του μύριζε έντονα οινόπνευμα και παραπατούσε, ενώ δεν φάνηκε να είναι εντάξει. Οι αντιδράσεις του δεν ήταν κανονικές και γι' αυτόν τον λόγο ο αστυνομικός που τον συνόδευε τον υπέβαλε σε προκαταρτική εξέταση αλκοόλης με θετική ένδειξη. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι δεν είχε καταγράψει στην κατάθεσή του την όλη διαδικασία υποβολής του Εναγόμενου 1 σε άλκοτεστ γιατί, πρώτον, είχε διενεργηθεί από τον συνάδελφό του και δεύτερον, ήταν απλώς η προκαταρκτική. Όμως, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που υπεβλήθη ο Εναγόμενος 1 σε άλκοτεστ ήταν η συμπεριφορά του και η έντονη μυρωδιά αλκοόλ στην αναπνοή του. Ερωτηθείς, εξήγησε ότι δεν υπάρχει ημερολόγιο ενεργείας για να καταγράφονται όλες οι ενέργειες των Αστυνομικών και ανέφερε ότι εκ παραδρομής δεν είχε καταγράψει στην κατάθεσή του την κατάσταση στην οποία βρήκαν τον οδηγό, Εναγόμενο
  9. Όμως, επέμενε ότι ήταν λόγω της συμπεριφοράς του που προχώρησαν στη συνέχεια και τον υπέβαλαν σε προκαταρτική εξέταση αλκοόλης και ακολούθως σε τελική εξέταση. Εξήγησε ότι δεν είναι μόνο σε θανατηφόρα δυστυχήματα που ο οδηγός οχήματος υποβάλλεται σε έλεγχο αλκοόλης. Ο συγκεκριμένος έλεγχος γίνεται και όταν υπάρχει υποψία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. Ως εξεταστής του δυστυχήματος, είχε ρωτήσει τον οδηγό, Εναγόμενο 1, να του αναφέρει τις συνθήκες του δυστυχήματος, όμως ο Αστ.3229 ήταν αυτός που είχε υποβάλει τον Εναγόμενο 1 σε έλεγχο αλκοόλης και κατέγραψε τις δικές του ενέργειες στη δική του κατάθεση. Κατά τη δική του άποψη, όλα έγιναν νομότυπα. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος προέκυψε ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και ότι ήταν υπαίτιος για το δυστύχημα. Ισχυρίστηκε ότι κατά την άφιξη των αστυνομικών στον χώρο του δυστυχήματος, ο Εναγόμενος 1 τους είχε αναφέρει ότι κτυπήθηκε από παρευρισκόμενους, χωρίς όμως να γνωρίζει ποιοι τον κτύπησαν. Επίσης ανάφερε, ο Εναγόμενος 1, ότι το όχημα του υπέστη ζημιές κατά την επίθεση. Το όχημα, όμως, είχε εμφανείς ζημιές από το δυστύχημα, οι οποίες ζημιές φωτογραφήθηκαν. Είχε ζημιές στο μπροστινό μέρος και τον ανεμοθώρακα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι υπέστη επίθεση, αυτός εξετάστηκε από το Τ.Α.Ε. Λάρνακας. Ήταν η θέση του ότι λήφθηκε κατάθεση από την Εναγόμενη 2 στις 16/08/
  10. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν είχε διωχθεί η Εναγόμενη 2 ήταν γιατί, στη δική της κατάθεση, είχε αναφέρει ότι η ίδια είχε επιτρέψει στον σύζυγό της να οδηγεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Η κατάθεση της Εναγόμενης 2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Διαφάνηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας, ότι ο Εναγόμενος 1 βρισκόταν για διακοπές στην Κύπρο και όπως του είχε λεχθεί, οι δύο τους βρίσκονταν σε διάσταση. Παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης τη συγκεκριμένη μέρα γιατί βρισκόταν στο εξωτερικό. Κατατέθηκαν εκ συμφώνου το ασφαλιστήριο έγγραφο και οι όροι του ως Τεκμήριο 9, η Δήλωση Απαίτησης Τροχαίου Ατυχήματος ως Τεκμήριο 10, το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής Αρ. 1923/14 ως Τεκμήριο 11 και το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής Αρ. 1183/14 ως Τεκμήριο
  12. Έγινε παραδεκτό ότι η εκδοθείσα απόφαση στην Αγωγή. Αρ. 1183/14 αφορά την Εναγόμενη
  13. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν προσέφεραν μαρτυρία. Και οι δύο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι δεν προωθήθηκαν στη γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 οι ισχυρισμοί που αφορούσαν την παραίτηση της Ενάγουσας από τα δικαιώματά της λόγω της αποδοχής της απαίτησης που είχε υποβληθεί από τον Εναγόμενο 1 σε σχέση με τις ζημιές του οχήματος καθώς και σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 14
(5)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση έναντι Τρίτων) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000. Οπόταν, θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2 γίνονται παραδοχές. Συγκεκριμένα, ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, ότι το ποσό των €8.373,00 έχει καταβληθεί από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 2 και ότι καταχωρίστηκε εναντίον του Εναγόμενου 1 η Ποινική Υπόθεση 14681/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Αναφορά γίνεται και στο Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», όπου στη σελίδα 196 και επέκεινα διαβάζονται τα ακόλουθα: «Στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.». Στην υπό κρίση υπόθεση δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας, αφού δεν υπήρξε πιεστική αντεξέταση των τριών μαρτύρων ή ουσιαστική αμφισβήτηση των γεγονότων. Αυτό που αμφισβητείται από την Υπεράσπιση είναι κατά πόσον η Ενάγουσα έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 2 και κατά πόσον αυτή δικαιούται στις συγκεκριμένες θεραπείες με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Εν πάσει περιπτώσει, δεν έχω λόγο να απορρίψω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα αφού προήλθε από ανεξάρτητους μάρτυρες χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση και δεν κλονίστηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση αφορούν το δυστύχημα που επεσυνέβη το βράδυ της 13/08/2011 ενώ ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα της Εναγόμενης 2 υπό την επήρεια αλκοόλης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην Ενάγουσα Εταιρεία. Στο συγκεκριμένο δυστύχημα ο Εναγόμενος 1 τραυμάτισε θανάσιμα μια γυναίκα και πολύ σοβαρά το σύζυγό της. Καταχωρίστηκαν, σε σχέση με το θάνατο της πεζής και τον σοβαρό τραυματισμό του συζύγου της, δύο ξεχωριστές αγωγές, οι Αγωγές Αρ. 1923/14 και 1183/
  2. Στις συγκεκριμένες, εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις εναντίον της Ενάγουσας, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της στην υπό κρίση αγωγή. Για το ίδιο δυστύχημα καταχωρίστηκε η Ποινική Υπόθεση 14861/11 στην οποία ο Εναγόμενος 1 κρίθηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, ένοχος, μεταξύ άλλων, στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών καθώς και άλλες ποινές. Το πρώτο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσον η Ενάγουσα έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης
  3. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8, το ασφαλισμένο πρόσωπο είναι η Δ.Ν., η Εναγόμενη 2 και είχε καθορίσει ως εξουσιοδοτημένο οδηγό του οχήματός της τον Εναγόμενο
  4. Οπόταν, συμβατική σχέση με την Ενάγουσα είχε η Εναγόμενη 2, η οποία είχε καταρτίσει το ασφαλιστήριο έγγραφο σε σχέση με το όχημα δικής της ιδιοκτησίας και είχε καθορίσει ως εξουσιοδοτημένο οδηγό για το όχημά της τον Εναγόμενο
  5. Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΧΧΧΧΧ Λιπέρη, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθερίου Γεώργιου Πουτζιουρή τέως εξ Αραδίππου v. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά. Πολ. Έφεση 42/13 ημερ. 19/07/2019, η οποία αφορά την ερμηνεία ασφαλιστικών συμβολαίων: «Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.
(1998)1 W.L.R. 896).». Η Εναγόμενη 2 ήταν το πρόσωπο προς όφελος του οποίου είχε εκδοθεί το ασφαλιστήριο έγγραφο και με την υπογραφή της είχε καθορίσει ως εξουσιοδοτημένο οδηγό τον Εναγόμενο 1. Η Εναγόμενη 2, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας αλλά και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος αλλά και το ασφαλισμένο πρόσωπο, σύμφωνα με την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο «ασφαλισμένο πρόσωπο» τόσο από το άρθρο 2 του Ν.96(Ι)/2000 καθώς και από το ίδιο το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 2, ως περιγράφεται στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισής της, ότι δεν είναι υπόλογη και ή υπεύθυνη για τις πράξεις του Εναγόμενου 1, δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού ήταν η ίδια που είχε συμβατική σχέση με την Ενάγουσα. Ο λόγος της απόφασης Ανδρέας Κωνσταντίνου ν. Compass Insurance Co LTD
(2000)1 Α.Α.Δ. 1265 θεμελιώνει το συγκεκριμένο συμπέρασμα. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «Ο οδηγός που καλύπτεται ασφαλιστικά μαζί με τον ιδιοκτήτη του οχήματος ή το πρόσωπο που συμβάλλεται ασφαλιστικά με την ασφαλιστική εταιρεία, καθίσταται και αυτό συμβαλλόμενο μέρος και δεσμεύεται με τους ίδιους όρους όπως και ο κύριος συμβαλλόμενος. Ο τελευταίος σε περίπτωση ατυχήματος που περιέρχεται σε γνώση του δεν μπορεί να ζητήσει απαλλαγή από τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ισχυριζόμενος ότι το ατύχημα προκλήθηκε από άλλο και όχι από τον ίδιο.». Σύμφωνα με το Μέρος 1 του Τεκμηρίου 9, το οποίο αφορά την ευθύνη έναντι Τρίτων Προσώπων, η Ενάγουσα οφείλει να καλύψει όχι μόνο τον ασφαλισμένο οδηγό αλλά και οποιονδήποτε εξουσιοδοτημένο οδηγό που θα καταστεί κατά νόμον υπόλογος να πληρώσει λόγω του ατυχήματος που προκλήθηκε ή προέκυψε από τη χρήση του ασφαλιζόμενου μηχανοκίνητου οχήματος και σχετίζεται με θάνατο ή σωματική βλάβη οποιουδήποτε προσώπου. Οπόταν, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης σύμφωνα με την ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου και εφαρμόζοντας τις αρχές που αφορούν την ερμηνεία των ασφαλιστικών συμβολαίων. Το δεύτερο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η Ενάγουσα έχει αγώγιμο δικαίωμα να απαιτεί αυτά που δικαστικώς κρίθηκε όπως καταβάλει σε τρίτα πρόσωπα, στις Αγωγές Αρ. 1923/14 και 1183/14, λόγω του δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο Εναγόμενος
  1. Στο Μέρος 1 του Τεκμηρίου 9 υπάρχει όρος για δικαίωμα ανάκτησης, ήτοι προβλέπεται ρητά η ανάκτηση. Συγκεκριμένα καταγράφονται τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που η εταιρεία καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει των διατάξεων του Νόμου το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει των Όρων του Ασφαλιστηρίου, ο Ασφαλισμένος ή/και ο οδηγός του Μηχανοκίνητου Οχήματος οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Εταιρεία και η Εταιρεία δικαιούται να επιζητήσει την ανάκτηση του ποσού από τον Ασφαλισμένο και/ή τον Οδηγό.». Σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, Τεκμήριο 9, όρος 8, η Ενάγουσα δεν έχει ευθύνη να παρέχει κάλυψη στον οδηγό όταν αυτός εμλέκεται σε δυστύχημα ενώ τελεί υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και στον ασφαλισμένο αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή υπήρχε μαρτυρία δυνάμει της οποίας θα μπορούσε ο οδηγός να καταδικαστεί από Ποινικό Δικαστήριο ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αυτή. Ο Εναγόμενος 1, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.3, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και αυτό αποδεικνύεται από τα Τεκμήρια 6, 7 και 13, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Με βάση τη γραμματική ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου, η Ενάγουσα δεν υπέχει υποχρέωση να καλύψει τον Εναγόμενο 1 αλλά ούτε και την Εναγόμενη 2 γιατί υπάρχει και μαρτυρία που καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος 1 καταδικάστηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, Τεκμήριο
  2. Τέτοιου είδους όροι, οι οποίοι απαλλάσσουν από την ευθύνη, επιτρέπονται σε ασφαλιστικά συμβόλαια. Αναφορά γίνεται στο σύγραμμα MacGillivray on Insurance Law, 14η εκδ, όπου στη σελίδα 1123, παρά. 31-094 διαβάζονται τα ακόλουθα: «Motor vehicle policies may contain clauses exempting liability for injury sustained by the insured while under the influence of drugs or intoxicating liquor. The question is whether the drug or liquor disturbed the quiet, calm, intelligent exercise of the faculties. ». Με βάση τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, υπάρχει απτή μαρτυρία ότι είχε επηρεαστεί η ικανότητα οδήγησης του Εναγόμενου 1 από την κατανάλωση αλκοόλης, αφού τραυμάτισε δύο άτομα που περπατούσαν στο δρόμο. Ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τον συγκεκριμένο όρο στα γεγονότα της υπόθεσης, δεν υπάρχει υποχρέωση παροχής κάλυψης από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους 1 και 2 για το δυστύχημα που επεσυνέβη στις 13/08/
  3. Όμως, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)(β)(i) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου Ν.91(Ι)/2000: «(β) με την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3)το ασφαλιστήριο πρέπει βάσει ενιαίου ασφαλίστρου και ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα παραμονής του οχήματος σε άλλα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης- (i) να ασφαλίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που καθορίζονται ρητά σε αυτό για οποιαδήποτε ευθύνη αυτού ή αυτών που τυχόν να προκύψει έναντι ζημιωθέντων, και...». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 4
(4)του ίδιου Νόμου, η Ενάγουσα έχει καθήκον: «Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται σε οποιοδήποτε νόμο, πρόσωπο που εκδίδει ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο αυτό ευθύνεται να αποζημιώσει τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που ορίζονται στο ασφαλιστήριο σχετικά με οποιαδήποτε ευθύνη την οποία το ασφαλιστήριο φέρεται να καλύπτει στην περίπτωση των προσώπων αυτών ή τις κατηγορίες των προσώπων αυτών.». Συνεπακόλουθα, η Ενάγουσα έχει υποχρέωση να αποζημιώσει το πρόσωπο που υποβάλλει την αξίωση, Μέρος Ι του Τεκμηρίου 9, στο οποίο έχει γίνει αναφορά ανωτέρω. Δυνάμει των συγκεκριμένων προνοιών, αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης για καταβολή αποζημιώσεων στις Αγωγές Αρ. 1923/14 και 1183/14, στις 02/02/2022. Το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται να ανακτήσει τα συγκεκριμένα ποσά για τα οποία έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις εναντίον της. Απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα δίδεται από το άρθρο 14
(5)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου Ν.96(Ι)/2000, το οποίο δίδει δικαίωμα ανάκτησης στον ασφαλιστή ποσού που έχει καταβληθεί δυνάμει δικαστικής απόφασης. Τα Τεκμήρια 11 και 12, τα οποία κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, αποκαλύπτουν ότι η Ενάγουσα κλήθηκε όπως καταβάλλει το ποσό των €95.000,00 με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα στην Αγωγή Αρ. 1923/14 καθώς και το ποσό των €150.000,00 πλέον νόμιμο τόκο και δικηγορικά έξοδα στην Αγωγή Αρ. 1183/14. Στο Μέρος 4 του ασφαλιστηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 9, που αφορά τις Γενικές Εξαιρέσεις, παρέχει δικαίωμα μη παροχής κάλυψης το οποίο όμως ανατρέπεται από τις πρόνοιες του Ν.96(Ι)/2000, πλην όμως, δίδεται δικαίωμα ανάκτησης έναντι του ασφαλισμένου αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή υπήρχε επαρκής μαρτυρία βάσει της οποίας θα μπορούσε να καταδικασθεί από Ποινικό Δικαστήριο ή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 14
(5)του Ν.96(Ι)/
  1. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Shawcross on Motor Insurance, 2η εκδ., σελ. 668, η ασφαλιστική εταιρεία δεν φέρει ευθύνη να καλύψει τον ασφαλισμένο σε περίπτωση που υπήρξε παράβαση ρητού όρου του συμβολαίου. Στη σελ. 670 αναφέρονται τα εξής: «Breach of an express term - .. The breach of these may, as has been seen, entitle the insurers to repudiate liability in respect of any claim - past, present or future - under the policy or in respect of all claims arising after the breach, or only in respect of the claim with which the breach is connected.». Η Ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να καλύψει τις ζημιές, με βάση τις πρόνοιες του ασφαλιστικού συμβολαίου. Λόγω του ότι ανέλαβε να τις καλύψει, όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, της παρέχεται από το ίδιο το συμβόλαιο δικαίωμα επιστροφής των συγκεκριμένων ποσών δυνάμει του Μέρους 1 της σύμβασης ασφάλισης, ως προβλέπεται στην παράγραφο που τιτλοφορείται «Αναίρεση ορισμένων όρων και δικαιώματα ανάκτησης.». Ο συγκεκριμένος όρος καλύπτεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Ν.96(Ι)/2000, το οποίο περιέχει επιφύλαξη σε σχέση με τέτοιας μορφής όρους. Προβλέπει τα ακόλουθα: «Νοείται ότι, καμία διάταξη που περιλαμβάνεται στο παρόν άρθρο δεν θα ερμηνεύεται κατά τρόπο που να καθιστά άκυρη οποιαδήποτε διάταξη ασφαλιστηρίου, η οποία απαιτεί από τον κάτοχο ασφαλιστηρίου ή/και τον ασφαλισμένο να αποπληρώσει στον ασφαλιστή οποιαδήποτε ποσά τα οποία ο ασφαλιστής δυνατό να έχει καταστεί υπόχρεος να πληρώσει βάσει του ασφαλιστηρίου και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν προς ικανοποίηση αξιώσεων ζημιωθέντων.». Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα όσα επιβάλλονται από τις αρχές δικαίου αλλά και τους συμβατικούς όρους του Τεκμηρίου 9, κρίνεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαίτησής της, ειδικότερα: Την ύπαρξη ασφάλισης με τους Εναγόμενους 1 και 2, την παραβίαση όρου του συμβολαίου και δη ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, την ανάληψη υποχρέωσης καταβολής αποζημιώσεων σε τρίτα πρόσωπα εξαιτίας συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 και το δικαίωμα ανάκτησης των ποσών που θα καταβληθούν δυνάμει των δικαστικών αποφάσεων, Τεκμήρια 11 και
  2. Επιπρόσθετα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υποβλήθηκε απαίτηση από τον εξουσιοδοτημένο οδηγό, όπως καθορίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8, για τις ζημιές του ίδιου του ασφαλισμένου οχήματος, Τεκμήριο
  3. Στην απαίτηση που υποβλήθηκε, στις 24/08/2011, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε αναφορικά με το θέμα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και το ποσό για την επιδιόρθωση του οχήματος της Εναγόμενης 2 καταβλήθηκε σύμφωνα και με δική της παραδοχή στην Έκθεση Υπεράσπισης. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ότι οι όροι που επικαλείται η Ενάγουσα είναι «προδιατυπωμένοι και προκαθορισμένοι από την ίδια, χωρίς προσυμβατική ενημέρωση των εναγομένων και χωρίς να γίνει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μεταξύ των διαδίκων και ή οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ήταν γενικοί, ασαφείς και ή αόριστοι και ή αποτελούσαν σοβαρή διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων ..», το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του αξιόπιστη μαρτυρία που να τους δικαιολογεί ή να τους εξειδικεύει και συνεπώς παρέμειναν γενικόλογοι και ατεκμηρίωτοι. Έχοντας δε υπόψη τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996), το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που να αποδεικνύουν ή έστω να εισηγούνται ότι η επίδικη εξαίρεση στην ασφαλιστική κάλυψη είναι καταχρηστική. Το κατά πόσο μια συμβατική πρόνοια είναι καταχρηστική ή καταπιεστική ώστε να δικαιολογείται ή να επιβάλλεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για να κατασταλεί, είναι πρωτίστως ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα και γεγονότα που περιβάλλουν τη συνομολόγηση της συμφωνίας. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει και να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη φύση της πρόνοιας, τα δεδομένα που οδήγησαν στη συμπερίληψή της στη συμφωνία, τη διαπραγματευτική ισχύ των μερών, τη δυνατότητα που υπήρχε για διαπραγμάτευσή της και τις επιπτώσεις στα μέρη από τη συμπερίληψη της πρόνοιας αυτής στη μεταξύ τους συμφωνία. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο δεν διακρίνει ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη ήταν καταχρηστική ή καταπιεστική. Από τα όσα έχει ενώπιόν του, δεν διαπιστώνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 διαμαρτυρήθηκαν ή διαφώνησαν με τη συμπερίληψή της στη σύμβαση ασφάλισης. Έγινε ισχυρισμός, στη γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, ότι δεν παρουσιάστηκε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης, ο Πίνακας Ασφάλισης και η Πρόταση Ασφάλισης. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υποστηρίχθηκε, στην Υπεράσπιση, ότι δεν υπήρχε Πιστοποιητικό Ασφάλισης ή ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε υπογράψει την πρόταση ασφάλισης. Ούτε και αμφισβητήθηκε ότι δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε απαίτηση σε σχέση με το συγκεκριμένο δυστύχημα, το Τεκμήριο 10, στο οποίο δήλωνε ως ασφαλιζόμενη την Εναγόμενη
  4. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν μπορούν να εξαταστούν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί οι οποίοι προτάθηκαν εκ των υστέρων. Εν πάση περιπτώσει, το ασφαλιστήριο έγγραφο και οι όροι, Τεκμήριο 9, κατατέθηκε εκ συμφώνου και χωρίς να αμφισβητηθεί το περιεχόμενό του. Σημειώνεται ότι ο λόγος που αφορά την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 14
(5)του Ν.96(Ι)/2000 δεν προωθήθηκε. Έχοντας καταλήξει ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε θεραπεία, το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να εξετάσει τη φύση των θεραπειών που ζητούνται. Η έκδοση δηλωτικής απόφασης είναι θεραπεία η οποία δίδεται μόνον εφόσον εξυπηρετεί κάποιο σκοπό στα πλαίσια της υπόθεσης και θα έχει απτό αποτέλεσμα για τον αιτούντα. Η εξουσία έκδοσης δηλωτικών αποφάσεων προκύπτει από το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και συνίσταται στην αναγνώριση δικαιώματος όπου αυτό αμφισβητείται. Το άρθρο 41 του Ν.14/60 ρητά παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης μια τέτοιας απόφασης, είτε ζητείται ή θα μπορούσε να ζητηθεί παρεπόμενη θεραπεία είτε όχι. Στην απόφαση Ιωσήφ Σολωμού ν. Αντωνάκη Τζιάνναρου κ.α., Πολ. Έφεση 93/2011 ημερ. 18/01/2016, διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων: «Συνήθως τα δικαστήρια εκδίδουν δηλωτική απόφαση σε σχέση με νομικά δικαιώματα. Όμως όπου με την αγωγή ζητείται μόνο αναγνωριστική απόφαση, χωρίς να ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή (βλ Mellstrom v. Garner
(1970)2 All ER CA και Annual Practice 1958, σελ 578). Συχνά ζητείται αναγνωριστική απόφαση επί γεγονότων που δεν έχουν ακόμη προκύψει (Greenwich Healthcare National Health Servicev. London and Quadrant Housing Trust and others
(1998)3 All ER 437 και Gasto Shipping Company Limited, ανωτέρω). Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα (Maerkle v. British and Continental Fur Co Ltd
(1954)3 All ER 50 CA). Τα δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα (Howard v. Pickford Tool Co. Ltd
(1951)1 KB 417 CA) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι δια ανταπαιτήσεως Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εφεσείοντα και ούτε έδειξαν ότι υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος ή ότι θα προέκυπτε σε αυτούς κάποιο όφελος, ώστε να είναι αναγκαία η έκδοση δηλωτικής απόφασης υπέρ τους. Αν η έκδοση δηλωτικής απόφασης επιτρεπόταν να καταστεί τυπική διαδικασία τότε σε κάθε αγωγή που θα απορρίπτετο, θα μπορούσε να εκδοθεί δηλωτική απόφαση προς το αντίθετο. Όμως κάτι τέτοιο, χωρίς να υπάρχουν ειδικές ή άλλες περιστάσεις, όχι μόνο δεν είναι αναγκαίο αλλά ούτε προβάλλει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν υπήρχε καμιά ιδιαίτερη περίσταση που να καθιστούσε την έκδοση δηλωτικής απόφασης αναγκαία Όλα τα θέματα μεταξύ των διαδίκων επιλύονταν την έκδοση δηλωτικής απόφασης αναγκαία.». Στην απόφαση Padden v. Arbuthnot Pensions & Investments Ltd [2004] EWCA Civ 582 γίνεται αναφορά στην υπόθεση FSA v. Rourke, η οποία εκδόθηκε στις 09/10/2001 πλην όμως δεν δημοσιεύτηκε, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....the power to make declarations appears to be unfettered. As between the parties. It seems to me that the court can grant a declaration as to their rights, or as to the existence of facts, or as to a principle of law, where those rights, facts or principles have been established to the court's satisfaction. The court should not, however, grant any declarations merely because the rights, facts or principles have been established when one party asks for a declaration. The court has to consider whether, in all the circumstances, it is appropriate to make such an order. » Στο σύγγραμμα Bullen and Leake Precedents of Pleadings, 12η εκδ., στη σελ.385, αναλύεται η αγγλική νομολογία και οι αρχές που αναπτύχθηκαν σε σχέση με την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων Καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: «The action for a declaration is a useful and important procedural method for ascertaining and determining the legal right of parties, or for the determination of a point of law or the construction of a document and for the determination of the validity of orders or decisions of inferior courts or tribunals." Accordingly, the action for a declaration may be used in a great variety of circumstances, and may be accompanied by other claims for ancillary or specific or alterative relief or remedies. ...on the other hand an action for a declaration only lies for a declaration of legal right and only against a defendant who has asserted a right or formulated a claim against the plaintiff or controverted the claim of the plaintiff to his legal right (see Re Clay [1911] 1 Ch. 66)". Η αρχή που αναφύεται από την προαναφερθείσα απόφαση καθώς και οι αρχές που έχουν εδραιωθεί είναι ότι αναγνωριστική απόφαση εκδίδεται μόνο όταν ένας εναγόμενος έχει προβάλει δικαίωμα, σχηματίσει απαίτηση ή αμφισβητήσει την απαίτηση του ενάγοντα στην ενάσκηση των νομικών του δικαιωμάτων. Πέραν των ανωτέρω, για να ενδείκνυται η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης, το ζήτημα που εγείρεται θα πρέπει να είναι πραγματικό και όχι αφηρημένο ή υποθετικό. Σχετικά είναι και τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Zamir and Woolf, «The Declaratory Judgment», 4η εκδ., 2011, στις σελ. 151-152. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αγωγής δεν είχε αποκρυσταλλωθεί ακόμα το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας για ανάκτηση καταβληθέντων ποσών, όμως, κατά την εκδίκασή της έχουν εκδοθεί εναντίον της Ενάγουσας δύο δικαστικές αποφάσεις στις Αγωγές Αρ. 1923/14 και 183/14 για την καταβολή του συνολικού ποσού των €245.000,00 πλέον δικηγορικά έξοδα. Η Ενάγουσα, με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, προσδιόρισε το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2. Εκείνο που στην ουσία ζητά είναι δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούται να ανακτήσει τα ποσά που έχουν επιδικαστεί εναντίον της σε δύο δικαστικές διαδικασίες. Κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αγωγής δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ποσά τα οποία η Ενάγουσα θα δικαιούτο να ανακτήσει. Κατά τη εκδίκαση της αγωγής, όμως, υπήρχαν δύο σημαντικά ποσά τα οποία είχαν επιδικαστεί εναντίον της δυνάμει εκδοθείσων δικαστικών αποφάσεων. Η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 εδράζεται στο νομικό δικαίωμα που της δίδεται από τη σύμβαση ασφάλισης για ανάκτηση ποσών που θα καταβληθούν και για τα οποία δεν είναι υπόλογη. Έχοντας καταλήξει ότι η Ενάγουσα δεν είναι υπόλογη, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω και ότι δικαιούται σε ανάκτηση των συγκεκριμένων ποσών, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και οι αρχές της νομολογίας για έκδοση δηλωτικής απόφασης. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ως οι παράγραφοι Β και Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Επιπλέον, επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα ή και κεχωρισμένα, δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.