PATROCLOS GEORGHIOY DEVELOPERS LTD κ.α. ν. ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1414/2021, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1414/2021 Μεταξύ:
- PATROCLOS GEORGHIOY DEVELOPERS LTD
- KATHRIUM DEVELOPMENT CO. LTD Ενάγοντες και
- ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
- ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΛΟΙΖΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 28.4.2023 Αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 14.11.2022 για συνοπτική απόφαση Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Καλλής για κ.κ. Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κα Β. Χριστοφόρου για κ. Λ. Π. Λουκά ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή την οποία καταχώρησαν στις 6.12.2021 και τροποποίησαν στις 9.2.2022 ισχυρίζονται ότι δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 24.7.2014 ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 με την εγγύηση της εναγομένης 2 μια αποθήκη τους για την περίοδο από τις 20.8.2014 μέχρι τις 19.8.2016 αντί μηνιαίου ενοικίου €1.450,00 στο οποίο συμφωνήθηκε μείωση €100,00 για το πρώτο έτος. Ήταν όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι αυτή κατά τη λήξη της θα ανανεωνόταν αυτόματα για ακόμα 2 χρόνια εκτός εάν τερματιζόταν από τον εναγόμενο με γραπτή ειδοποίηση 6 μήνες προηγουμένως. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος 1 μετά τη λήξη του συμβολαίου στις 19.8.2016 συνέχισε να κατέχει την εν λόγω αποθήκη με αποτέλεσμα αυτό να ανανεωθεί αυτόματα για ακόμα 2 χρόνια και το ενοίκιο παρέμεινε στα €1.350,00 μηνιαίως. Ισχυρίζονται πως μετά τη λήξη του συμβολαίου στις 19.8.2018 ο εναγόμενος 1 ήταν ενοικιαστής από μήνα σε μήνα και πως για την περίοδο από 20.8.2014 έως 20.11.2021 όφειλε να τους πληρώσει το συνολικό ποσό των €118.800,
- Αντί όμως του ως άνω ποσού τους κατέβαλε μόνο €41.500,00 και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €77.300,
- Ισχυρίζονται επίσης ότι με επιστολή τους ημερ. 27.10.2021 η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 στις 29.10.2021 τερμάτισαν τη μεταξύ τους συμφωνία και κάλεσαν τους εναγόμενους όπως μέχρι τις 30.11.2021 τους παραδώσουν την κατοχή της επίδικης αποθήκης και τους καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια. Παρά τούτο όμως ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να παραδώσει την κατοχή της αποθήκης και εξακολουθεί να την κατέχει ως παραβάτης (trespasser). Οι ενάγοντες αξιώνουν αφενός εναντίον του εναγομένου 1 διάταγμα το οποίο να τον διατάσσει να τους παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή της επίδικης αποθήκης και εναντίον και των 2 εναγομένων αφετέρου απόφαση για το ποσό των μη πληρωθέντων ενοικίων. Αξιώνουν περαιτέρω το ποσό των €1.350,00 μηνιαίως ως αποζημίωση από 19.12.2021 μέχρι την παράδοση της ελεύθερης κατοχής της επίδικης αποθήκης. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 21.12.2021 και Υπεράσπιση στις 17.10.
- Στις 14.11.2022 οι ενάγοντες καταχώρησαν την επίδικη αίτηση με την οποία αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησής τους καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη, έξοδα και Φ.Π.Α. Η παρούσα αίτηση ως αναγράφεται σε αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ.1 - 9, Δ.48 ΘΘ.1 - 4 και 9, στα άρθρα 31 και 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και στη συμφυή και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εμφαίνονται στην επισυνημμένη στην αίτηση ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Γεωργίου. Ο κ. Γεωργίου ισχυρίζεται ότι είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας 1 και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την ενάγουσα 2 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση και πως γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκή του δήλωση επισύναψε 7 έγγραφα τα οποία σημείωσε ως τεκμήρια 1 έως
- Με την ένορκή του δήλωση στην ουσία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής τους και επιπλέον ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση μόνο για σκοπούς καθυστέρησης αφού δεν έχουν καμιά υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.18 ΘΘ. 1 - 9, Δ.21 και Δ.48 Θ. 4, στη σχετική νομολογία και στη συμφυή και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προβάλλουν με την ένστασή τους 11 λόγους για τους οποίους ισχυρίζονται ότι η αίτηση των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρίζονται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση την οποία δικαιούνται να προβάλουν στην ουσία της αγωγής, ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη και μη εκτελεστή επειδή δεν υπογράφηκε σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ότι η εναγόμενη 2 δεν παραχώρησε οποιαδήποτε εγγύηση, ότι η αίτηση είναι άκυρη και θνησιγενής επειδή το κλητήριο ένταλμα δεν συμμορφώνεται με τις αυστηρές πρόνοιες της Δ.2 Θ.10 αφού σε αυτό δεν αναφέρεται η αξία του επίδικου ακινήτου και λόγω τούτου η αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική αφού καταχωρήθηκε μετά το κλείσιμο των δικογράφων και την καταχώρηση της Κλήσης για οδηγίες καθώς επίσης ότι το γεγονός πως οι ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση είναι αποδεικτικό του ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως το πρόσωπο που ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση των εναγόντων δεν εργάζεται στην 1η ενάγουσα, δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είναι άτομο το οποίο δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για αυτά. Ισχυρίζεται επίσης ότι το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο είναι άκυρο αφού δεν φέρει την υπογραφή 2 μαρτύρων, δεν χαρτοσημάνθηκε ούτε και δηλώθηκε στον Φόρο και συνεπώς δεν είναι δυνατό η εναγόμενη 2 να εγγυήθηκε άκυρο συμβόλαιο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το επίδικο ακίνητο παρουσιάζει εκτεταμένες φθορές και γι' αυτό συμφώνησε με τον διευθυντή της 1ης ενάγουσας να προβεί με δικά του έξοδα στην επιδιόρθωσή τους και τα χρήματα που θα κατέβαλλε προς τούτο θα αντιστοιχούσαν σε ενοίκια. Στις εργασίες που έκανε περιλαμβάνονται η μόνωση του κτιρίου και η αντικατάσταση όλων των παραθύρων, του πατώματος, της στέγης και των σωλήνων. Επίσης λόγω εισχώρησης νερού στο κτίριο το οποίο χρησιμοποιεί ως γυμναστήριο, καταστράφηκαν ορισμένα από τα όργανα γυμναστικής τα οποία αναγκάστηκε να αντικαταστήσει. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως τα χρήματα που δαπάνησε για τη διατήρηση του κτιρίου σε καλή κατάσταση και για αντικατάσταση των οργάνων γυμναστικής είναι πολλαπλάσια των ενοικίων που αξιώνονται τα οποία σε καμία περίπτωση δεν οφείλει. Παραδέχεται ότι τους επιδόθηκε η επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 27.10.2021 το περιεχόμενο της οποίας αρνήθηκαν με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 5.11.
- Ισχυρίζεται ακόμα πως η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και την έκδοση κλήσης για οδηγίες καθώς επίσης ότι το κλητήριο ένταλμα είναι αντικανονικό αφού δεν συμμορφώνεται με τη Δ.2 Θ.10 επειδή δεν αναφέρει ρητά την αξία του επίδικου ακινήτου. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου επί των ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους διαδίκους. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και στη συνέχεια όπου κρίνω αναγκαίο θα αναφερθώ σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετική με τα θέματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα αίτηση είναι η Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.18 Θ.1(α) προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818, λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα τα οποία είναι σχετικά και με την παρούσα υπόθεση: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ.136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στην προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790 - 794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Joulios Theodoridis πιο πάνω, σελ.338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C.122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs ν. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής: Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση ενός ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση είτε του ιδίου είτε κάποιου άλλου τρίτου ο οποίος να μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L.J. στην αγγλική υπόθεση Symon and Co. v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στη Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκη δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Δ.14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον συνήθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στον αντίποδα, δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013, ημερομηνίας 5.3.2019, λέχθηκαν τα πιο κάτω αναφορικά με το βάρος το οποίο φέρει ο εναγόμενος σε σχέση με την υπεράσπιση την οποία προβάλλει: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, κατά το στάδιο εξέτασης της Δ.18 Θ.1, πρέπει το Δικαστήριο να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση». Στην πιο πάνω υπόθεση (Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ) λέχθηκε επίσης ότι: «Το Δικαστήριο, εφόσον παρατίθενται λεπτομέρειες προβαλλόμενης καλής υπεράσπισης, ενώ, κατ' αρχήν δεν δύναται να αξιολογήσει το αληθινό της υπεράσπισης, μπορεί να εξετάσει εάν οι προβαλλόμενες θέσεις είναι έκδηλα ψευδείς. Στη Βanque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray
(1984)1 Loyd's Rep.21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Στη Bhogal v. Punjab National Bank,
(1988)2 All E.R. 296 "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, όπου αναφέρθησαν και τα ακόλουθα: Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9)». Η ένορκη δήλωση που υποβάλλεται από τον εναγόμενο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει και η διαδικασία της έκδοσης συνοπτικής απόφασης δεν είναι η δίκη της ουσίας της υπόθεσης για να προσκομίσει τη μαρτυρία που διαθέτει. Η δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για συνοπτική απόφαση προσφέρεται ανεξαρτήτως της καταχώρισης Υπεράσπισης και το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του την ήδη καταχωρηθείσα Υπεράσπιση αφού σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση SIGMA ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να καταλήξει σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση για να δοθεί στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817) νοουμένου ότι οι προβαλλόμενες θέσεις του δεν είναι έκδηλα ψευδείς. Αυτό που αναμένεται από τον εναγόμενο να δείξει είναι πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης (Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd και Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ) (πιο πάνω). Ο ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης δεν είναι να αποφασίσει κατά πόσο τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει πιθανότητα επιτυχίας αλλά να εντοπίσει κατά πόσο υπάρχουν επίδικα ζητήματα προς εκδίκαση. Το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση. Το απαύγασμα της νομολογίας για το επίδικο θέμα συνίσταται στο ότι συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω πρώτα το κατά πόσο οι ενάγοντες με την ένορκή τους δήλωση πέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.
- Προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής είναι Ειδικώς Οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6), ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή στις 21.12.2021 και Υπεράσπιση στις 17.10.2022 και ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.11.
- Δεν απαιτείται από τους ενάγοντες να αποδείξουν οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τις 2 αυτές προϋποθέσεις και από τα πιο πάνω ικανοποιούμαι ότι οι πρώτες 2 προϋποθέσεις πληρούνται. Απονέμει σε αυτό το στάδιο να εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν και την τρίτη προϋπόθεση. Σε σχέση με αυτήν πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, μπορεί να ορκιστεί θετικά για αυτά, επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και δηλώνει ρητά πως από όσα πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την προϋπόθεση της προσωπικής γνώσης των γεγονότων κρίνω ότι δεν είναι αρκετό ο ενόρκως δηλών να δηλώνει πως αυτή υπάρχει αλλά πρέπει να δίδει ορισμένες περαιτέρω λεπτομέρειες για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο η σχετική δήλωση είναι ακριβής. Προς τούτο λαμβάνω καθοδήγηση από την υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Στην παρούσα υπόθεση ο κ. Κωνσταντίνος Γεωργίου δηλώνει στην ένορκή του δήλωση ότι είναι στην υπηρεσία της 1ης ενάγουσας και πως επίσης έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Η αγωγή των εναγόντων αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη καταβολής ενοικίων για την επίδικη αποθήκη ιδιοκτησίας τους που ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 και με αυτή αξιώνεται επίσης να διαταχθεί ο εναγόμενος 1 να τους παραδώσει ελεύθερη κατοχή της εν λόγω αποθήκης. Έχοντας υπόψη μου την ως άνω ιδιότητα του κ. Γεωργίου και ότι τα επίδικα θέματα της ενοικίασης, του τερματισμού της ενοικίασης και των ενοικίων σχετίζονται με τα έγγραφα τα οποία επισύναψε στην ένορκή του δήλωση ως τεκμήρια κρίνω ότι είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης και επιβεβαιώνει επίσης ότι το αξιούμενο ποσό αφορά μη καταβληθέντα ενοίκια. Ως εκ τούτου κρίνω ότι οι ενάγοντες ικανοποίησαν και την τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1 και προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πρέπει να δοθεί άδεια στους εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής με την οποία επιζητείται η ανάκτηση της κατοχής της επίδικης αποθήκης δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.10 επειδή σε αυτό δεν αναφέρεται η αξία του επίδικου ακινήτου. Φαίνεται από το εν λόγω κλητήριο ένταλμα ότι σε αυτό δεν αναγράφηκε η αξία του επίδικου ακινήτου. Αυτό εξάλλου είναι παραδεκτό και από τον δικηγόρο των εναγουσών ο οποίος στην αγόρευσή του το αναγνωρίζει ως γεγονός. Ταυτόχρονα εισηγείται αφενός ότι η εν λόγω παράλειψη αποτελεί παρατυπία θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι δεν δύνανται να το επικαλούνται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης για 2 λόγους. Πρώτον, επειδή δεν το επικαλέστηκαν στην Υπεράσπιση την οποία ήδη καταχώρησαν και δεύτερο επειδή η προώθηση τέτοιου θέματος επιτρέπεται μόνο με καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου δυνάμει της Δ.64 Θ.2. Εισηγήθηκε επίσης ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου μπορεί να διαφανεί από τα τεκμήρια 2 και 4 που επισυνάφθηκαν στην αίτηση. Είναι γεγονός ότι με την Δ.64 ως αυτή υφίσταται μετά την τροποποίηση που έλαβε χώρα στις 24.2.1995 καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου (KARL HEINZ WUNDERLICH κ.ά. ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
(1999)1 Α.Α.Δ. 366) και παρέχεται πλέον η δυνατότητα στις κατάλληλες περιπτώσεις να θεραπεύονται παρατυπίες. Στην υπόθεση DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD. ν. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ (AP. 2),
(2009)1 Α.Α.Δ. 356, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Καλλής, πράγματι αποφασίστηκε ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.2. Θ.10 μπορεί, με κατάλληλο διάβημα να θεραπευθεί. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να αναφέρεται η αξία του επίδικου ακινήτου. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ότι οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν την ως άνω παρατυπία αλλά οι ενάγουσες, αν και την αναγνωρίζουν, δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για θεραπεία της. Συνεπώς κρίνω ότι η παρούσα αίτηση διαφοροποιείται από την ως άνω υπόθεση και πως υπό τις περιστάσεις αυτής δεν δικαιολογείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί προς θεραπεία της εν λόγω παρατυπίας. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι απέσεισαν το βάρος το οποίο μετατέθηκε στους ώμους τους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Εξετάζοντας τη θέση των εναγομένων περί μη συμμόρφωσης των εναγουσών με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.10 κρίνω πως συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση εκ μέρους τους και για αυτό κρίνω περαιτέρω πως δικαιούνται να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν αφού το νομικό αυτό ζήτημα δεικνύει πως στην παρούσα υπόθεση εγείρεται εύλογη αμφιβολία κατά πόσο οι ενάγουσες δικαιούνται σε απόφαση. Πέραν όμως του ως άνω λόγου θα απέρριπτα την επίδικη αίτηση και για τον ακόλουθο επιπλέον λόγο. Προβάλλεται από τους εναγόμενους ότι οι ενάγουσες κωλύονται να καταχωρήσουν αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 καθότι αυτή δεν παραχώρησε οποιαδήποτε εγγύηση για την επίδικη συμφωνία ενοικίασης ή και επειδή η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη και ως εκ τούτης της ακυρότητας δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη 2 νόμιμα εγγυήθηκε άκυρο συμβόλαιο. Έχοντας αφενός υπόψη μου πως, εξ όσων φαίνονται στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης, αυτή δεν υπογράφηκε από 2 μάρτυρες ως απαιτείται από το άρθρο 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και ως εκ τούτης της παράλειψης εγείρεται θέμα μη συμμόρφωσής της με τις πρόνοιες του Νόμου και αφετέρου την υπόθεση ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1098, στην οποία κρίθηκε ότι η εγγύηση που δόθηκε στη βάση παράνομης συμφωνίας ήταν άκυρη κρίνω ότι τα πιο πάνω ομοίως αποτελούν νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο οι ενάγουσες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον της εναγομένης 2. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι τέτοια καθαρή περίπτωση, ως η σχετική νομολογία ορίζει, που να μπορεί το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγουσών στερώντας ταυτόχρονα από τους εναγόμενους το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Λόγω των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγουσών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα εν λόγω έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο