← Κύπρος

COSTAS MYLONAS CONSTRUCTIONS LTD ν. ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Αγωγή Αρ.: 1220/2019, 28/4/2023

COSTAS MYLONAS CONSTRUCTIONS LTD ν. ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Αγωγή Αρ.: 1220/2019, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 1220/2019 Μεταξύ: COSTAS MYLONAS CONSTRUCTIONS LTD Ενάγουσα και ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Εναγόμενη Ημερομηνία: 28.4.2023 Αίτηση διά κλήσεως της εναγόμενης ημερομηνίας 2.9.2022 για ακύρωση και/ή παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης Για την Αιτήτρια: κα Δ. Παπαμιλτιάδου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Φλουρέντζου για κ.κ. Γιώργος Α. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2),

(1999)1 Α.Α.Δ. 1938) προκύπτει ότι η ενάγουσα στις 28.8.2019 καταχώρησε την παρούσα αγωγή σε κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο διεκδικώντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ή/και ποσό ως οφειλόμενο δυνάμει εκτελεσθείσας εργασίας ή/και άλλως πως. Προκύπτει επίσης ότι στις 17.10.2019 Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης για την εναγόμενη και στις 20.7.2020 η ενάγουσα καταχώρησε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καθώς και Έκθεση Απαίτησης. Στις 28.9.2020 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση με την οποία εξαιτείτο την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης λόγω μη καταχώρησης εκ μέρους της Υπεράσπισης η οποία ορίστηκε στις 11.11.2020 και η οποία τελικά αποσύρθηκε στις 12.4.
  1. Προκύπτει περαιτέρω ότι στη συνέχεια η ενάγουσα στις 19.7.2021 καταχώρησε παρόμοια αίτηση με την πιο πάνω η οποία ορίστηκε αρχικά στις 5.10.2021 και στη συνέχεια στις 8.11.2021 για απόδειξη με οδηγίες όπως η υπεράσπιση της εναγόμενης καταχωρηθεί το αργότερο 5 ημέρες πριν την εν λόγω δικάσιμο. Τελικά στις 8.11.2021 η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη και εκδόθηκε απόφαση στην απουσία της εναγόμενης σύμφωνα με την οποία αυτή διατάχθηκε να πληρώσει στην ενάγουσα εντόκως το ποσό των €8.863,68, €35.401,63, €30.450,07 και €2.755,78 πλέον δικηγορικά έξοδα. Σημειωτέο ότι τις πιο πάνω ημερομηνίες η υπόθεση διεκπεραιώθηκε ηλεκτρονικά χωρίς τη φυσική παρουσία των διαδίκων ή των δικηγόρων τους λόγω της ανάγκης λήψης μέτρων για τον περιορισμό της εξάπλωσης της Covid - 19 για την οποία είχαν εκδοθεί σχετικές εγκύκλιοι από το Ανώτατο Δικαστήριο οι οποίες βρίσκονταν τότε σε ισχύ. Προκύπτει τέλος ότι η Υπεράσπιση της εναγόμενης καταχωρήθηκε στις 10.11.2021 και η παρούσα επίδικη αίτηση στις 2.9.
  2. Ως αναγράφεται στην αίτηση η εναγόμενη με την αιτούμενη θεραπεία υπ' αρ. 1 αιτείται την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση ημερομηνίας 10.11.
  3. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Β, Δ.17 Θ.10, Δ.26, Δ.48 ΘΘ. 1 - 9, στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στα άρθρα 6, 30, 36, 46, 61 και 152 του Συντάγματος και στα άρθρα 29 - 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  4. Προς υποστήριξη της αίτησης επισυνάφθηκε ένορκη δήλωση της Δικηγόρου της Δημοκρατίας κας Μαρίας Δρυμιώτου. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: κατά την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη αυτή δεν αναγραφόταν στο πινάκιο του Δικαστηρίου και η ίδια θεώρησε ότι αυτό έγινε λόγω της καταχώρισης της Υπεράσπισης που είχε ήδη ετοιμάσει μία εβδομάδα προηγουμένως και ανέμενε την προώθησή της από τον κλητήρα της Νομικής Υπηρεσίας στο Ε.Δ. Λάρνακας για καταχώρηση. Συνεπώς δεν παρουσιάστηκε στο Ε.Δ. Λάρνακας ούτε έδωσε οδηγίες σε άλλο δικηγόρο της Δημοκρατίας που βρισκόταν εκεί για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Υπεράσπιση της εναγόμενης παρόλο που είχε συνταχθεί εγκαίρως τελικά καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι για το επίδικο έργο εκδόθηκαν 4 πιστοποιητικά πληρωμής από τον Μηχανικό του έργου κατόπιν του επιτόπιου ελέγχου που ο ίδιος διενήργησε και αφού προηγουμένως επιβεβαίωσε τις εκτελεσθείσες εργασίες. Με τα εν λόγω πιστοποιητικά πληρώθηκαν όλες οι εργασίες που είχαν εκτελεσθεί. Ισχυρίζεται επίσης ότι παρατηρήθηκε σοβαρή καθυστέρηση στην τήρηση του χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης του έργου εκ μέρους της ενάγουσας και ότι ο Επιβλέπων Μηχανικός του Έργου προέβαινε σε τακτικές επιβλέψεις των εργασιών και έδιδε άμεσες οδηγίες προς τον εργολάβο για επιδιορθώσεις και αποκατάσταση κακοτεχνιών, παραλείψεων ή και ελαττωμάτων οι οποίες δεν ακολουθήθηκαν. Ισχυρίζεται ότι μέχρι τον Νοέμβριο του 2018 είχε παρέλθει το 75% της διάρκειας της σύμβασης και είχαν εκτελεσθεί εργασίες στο 12% περίπου του έργου. Ισχυρίζεται τέλος ότι λόγω των πιο πάνω η επίδικη σύμβαση τερματίστηκε και πως η εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα αλλά αυτή της οφείλει λόγω της μη αποπεράτωσης και αδικαιολόγητης εγκατάλειψης του έργου. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην ως άνω αίτηση με την οποία προβάλλει 11 λόγους για τους οποίους είναι η θέση της ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.21, Δ.33, Δ.40, Δ.48, Δ.57 και Δ.64, στα άρθρα 27 - 32 και 40 - 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 καθώς επίσης στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η ενάγουσα είναι οι ακόλουθοι: δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καταστρατηγείται η αρχή της δίκαιης δίκης εντός ευλόγου χρόνου που καταλαμβάνει και το στάδιο της εκτέλεσης μιας εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, δεν δόθηκε καλός λόγος για την παράλειψη καταχώρησης υπεράσπισης και την παράλειψη εμφάνισης στο Δικαστήριο. Προβάλλει επίσης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη, υποβλήθηκε καθυστερημένα και πως η συμπεριφορά της εναγόμενης είναι ασυγχώρητη ή/και περιφρονητική της δικαστικής διαδικασίας και/ή των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Μυλωνά διευθυντή της ενάγουσας στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: από τη νομική συμβουλή την οποία λαμβάνει από τους δικηγόρους της ενάγουσας πληροφορείται ότι η αίτηση της εναγόμενης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και μη συνάδουσα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Οι ισχυρισμοί της εναγόμενης δεν αποκαλύπτουν καλό λόγο για τον παραμερισμό της απόφασης αφού δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για την υπερβολική αδιαφορία και καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης ούτε και δίδεται ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης υπεράσπισης. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση χωρίς την αντεξέταση των προσώπων που ορκίστηκαν τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στη συνέχεια της απόφασής μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η επίδικη αίτηση αποτελεί ενδιάμεση αίτηση και η ακρόασή της, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 (Iacovou Brothers Constructions Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377). Ο παραμερισμός μιας απόφασης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ασκείται σύμφωνα με τη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». Το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα οφείλει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης (Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210: "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-
  1. d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." Μετάφραση στα Ελληνικά (ελεύθερη): "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-
  2. d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), "Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pechtchachanskaia κ.ά. ν. Esipovich, Πολιτική Έφεση 310/2010, ημερομηνίας 20.6.2014, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.». Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 1129, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το βάρος το οποίο φέρει ο αιτητής σε αιτήσεις παραμερισμού απόφασης: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας». Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτα Λεωνίδου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε175/2014, ημερ. 23.3.2023, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αίτηση για παραμερισμό απόφασης, εκδοθείσας ερήμην του εναγομένου, εξετάζεται στη βάση της Δ.17 Κ.10 [1] των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η προβλεπόμενη, στον εν λόγω κανονισμό, εξουσία επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η άσκηση της επεξηγήθηκε, στην κλασσική, επί του θέματος, αυθεντία Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, με αναφορά στην αντίστοιχη αγγλική δικονομική πρόνοια. Όπως λέχθηκε, στην πιο πάνω υπόθεση, στη σελίδα 650, «The principle obviously is that, unless and until the court has pronounced a judgment upon the merits or by consent, it is to have the power to revoke the expression of its coercive power where that has been obtained only by a failure to follow any of the rules of procedure.". Όπως εξηγείται, περαιτέρω, η εν λόγω εξουσία ασκείται στη βάση κανόνων που έχουν θέσει τα ίδια τα δικαστήρια. Προηγουμένως, στην ίδια σελίδα, επισημαίνεται πως ένας τέτοιος κανόνας απαιτεί ότι, «.where the judgment was obtained regularly, there must be an affidavit of merits, meaning that the applicant must produce to the court evidence that he has a prima facie defence.". Η πιο πάνω αυθεντία έτυχε αποδοχής από την νομολογία, του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζεται από τα πρωτόδικα δικαστήρια. Παραδείγματα αποτελούν οι υποθέσεις Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 και Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954. Η διακριτική εξουσία, λοιπόν, που προβλέπεται στην Δ.17 Κ.10, ασκείται υπέρ του αιτητή και η απόφαση παραμερίζεται, εάν στην ένορκη μαρτυρία που αυτός προσκόμισε, καταδεικνύεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν απαιτείται αξιολόγηση της, ως άνω, προσφερόμενης μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στην Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118, στη σελίδα 2124, είναι αρκετό εάν η μαρτυρία, «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπισης η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη». Στην προκειμένη περίπτωση, σε συμφωνία με το Δικαστήριο, διαπιστώνεται ότι η πιο πάνω μαρτυρία, την οποία η εφεσίβλητη επικαλέστηκε προς υποστήριξη της αίτησης της, ικανοποιεί τον πιο πάνω κανόνα. Δεν χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε, περαιτέρω, αναφορά σε αυτήν». ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου μία απόφαση μπορεί να παραμεριστεί. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Η απόφαση παραμερίζεται ως οφειλόμενο χρέος (ex debito justiciae) προς τη Δικαιοσύνη (Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Η δεύτερη είναι η περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι η μη εμφάνισή του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. Συνεπώς το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η επίδικη θα πρέπει πρώτα να εξετάζει εάν συντρέχει το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη δηλαδή το κατά πόσο ο εναγόμενος προσκόμισε κάποια αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρία που να υποστηρίζουν την εκδοχή του ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ και Pechtchachanskaia κ.ά. ν. Esipovich (πιο πάνω)) και στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για να παραμερισθεί η απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησής της πως ασχολείται με εργολαβίες και πως η εναγόμενη της ανέθεσε εγγράφως κατόπιν προκήρυξης διαγωνισμού το έργο «Προσθηκομετατροπές σε υφιστάμενη παραδοσιακή οικοδομή και μετατροπή της σε γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίας Άννας» για το ποσό των €137.789 μη περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου καθορίστηκε στους 12 μήνες από την έναρξη των εργασιών, ήτοι από τον Μάρτη του 2018 μέχρι τον Μάρτη του
  1. Ισχυρίζεται επίσης ότι παρόλο που εκτέλεσε εργασίες βάσει του συμβολαίου ύψους €24.852,39 πληρώθηκε μόνο το ποσό των €15.988,71 παραμένοντας οφειλόμενο το ποσό των €8.863,
  2. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως κατόπιν οδηγιών του μηχανικού του έργου εκτέλεσε και εργασίες οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο συμβόλαιο ύψους €11.610,60 και πως το επιπλέον κόστος για αυτές υπολογίζεται σε €23.791,
  3. Πέραν των πιο πάνω αξιώνει επίσης και το ποσό των €30.450,07 ως απολεσθέντα και/ή διαφυγόντα κέρδη λόγω του εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης τερματισμού του συμβολαίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της εναγόμενης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα επέδειξε καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών με αποτέλεσμα νομίμως να τερματισθεί η σύμβαση. Προβάλλεται επίσης ότι η ενάγουσα πληρώθηκε ποσό μεγαλύτερο της αξίας των εργασιών που είχε εκτελέσει. Εξετάζοντας τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι στην παρούσα υπόθεση περιλαμβάνονται από την πλευρά της ενάγουσας ισχυρισμοί πως δεν πληρώθηκε για εργασίες που εκτέλεσε και ότι υπέστη ζημιά υπό τη μορφή διαφυγόντος κέρδους από τον εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης τερματισμό του επίδικου συμβολαίου. Από την πλευρά δε της εναγόμενης προβάλλονται ισχυρισμοί για καθυστέρηση εκ μέρους της ενάγουσας στην εκτέλεση των επίδικων εργασιών η οποία, κατά τη θέση της, της έδιδε το δικαίωμα να τερματίσει το επίδικο συμβόλαιο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω πως όσα προβάλλει η εναγόμενη στην ένορκή της δήλωση είναι ικανά να θεωρηθούν ότι αποτελούν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας για τον εκ μέρους της εναγόμενης παράνομο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας κρίνω ότι οι ισχυρισμοί που η τελευταία προέβαλε είναι ικανοί για να θεωρηθεί ότι αποτελούν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Εξάλλου αυτό και μόνο είναι ικανοποιητικό αφού από τη νομολογία προκύπτει ότι δεν απαιτείται στο παρόν στάδιο απόδειξη της υπεράσπισης. Εφόσον η εναγόμενη ικανοποίησε το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη σε αιτήσεις όπως η επίδικη ήτοι αυτό της εκ πρώτης όψεως ύπαρξης συζητήσιμης υπεράσπισης πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί κατά πόσο η παράλειψή της εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη για απόδειξη η αίτηση της ενάγουσας ήταν δικαιολογημένη και κατά πόσο επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης ότι η υπεράσπιση της εναγόμενης καταχωρίστηκε στις 10.11.2021 και η παρούσα αίτηση στις 2.9.
  4. Έχοντας υπόψη μου τις συνθήκες υπό τις οποίες διεκπεραιώνονταν υποθέσεις κατά την περίοδο που ίσχυαν τα μέτρα για περιορισμό της Covid - 19 καθώς και όσα σχετικά ισχυρίστηκε η κα Δρυμιώτου αναφορικά με το εν λόγω θέμα κρίνω ότι η μη εμφάνιση δικηγόρου για την εναγόμενη όταν η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη ήταν δικαιολογημένη αφού εύλογα θεώρησε ότι η υπόθεση θα διεκπεραιωνόταν χωρίς τη φυσική παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι η Υπεράσπιση της εναγόμενης ήταν έγκαιρα έτοιμη και καταχωρήθηκε στον δικαστικό φάκελο κρίνω πως η εναγόμενη έδειξε ότι ενήργησε έγκαιρα και πως η συμπεριφορά της δεν ήταν τέτοια που να θεωρηθεί ασυγχώρητη ή περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου της για να δικαιολογείται η απόρριψη του αιτήματός της. Έχοντας υπόψη μου όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η εναγόμενη με όσα έχει επικαλεστεί ικανοποίησε τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης. Ως εκ τούτου η αίτηση της εναγόμενης επιτυγχάνει. Η απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία της εναγομένης στις 8.11.2021 ως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και όχι στις 10.11.2021 ως η εναγόμενη αναγράφει στην αίτησή της, παραμερίζεται υπό τον όρο ότι η εναγόμενη θα καταβάλει στην ενάγουσα τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία, λόγω της φύσης της και παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη πέτυχε στην αίτησή της, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται, επομένως, οδηγίες προς την πλευρά της ενάγουσας όπως εντός 7 ημερών από σήμερα υποβάλει στον Πρωτοκολλητή σχετικό κατάλογο εξόδων. Τίθεται σαν όρος του παραμερισμού της απόφασης ότι η εναγόμενη θα καταβάλει το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς την ενάγουσα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που το ποσό αυτό θα γνωστοποιηθεί στην εναγόμενη ή τους δικηγόρους της. Ακολούθως, η εναγόμενη να καταχωρήσει την υπεράσπισή της εντός 15 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής των εν λόγω εξόδων. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.