← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. MO.SA CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 901/2022, 16/3/2023

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. MO.SA CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 901/2022, 16/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. (iJustice) Αρ. Αγωγής: 901/2022 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενάγοντες και MO.SA CONSTRUCTIONS LTD, (H.E.58092) Εναγόμενοι Ημερομηνία: 16.3.2023 Αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 2.11.2022 για συνοπτική απόφαση Για τους Ενάγοντες: κ. Γ. Τ. Χριστοφίδης για κ.κ. Ορφανίδης, Χριστοφίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κα Λ. Κουμή ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπεύθυνο για την εγκαθίδρυση, συντήρηση και λειτουργία του αποχετευτικού συστήματος της Λάρνακας και πως με βάση τους περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμους και Κανονισμούς έχουν εξουσία να επιβάλλουν σε ιδιοκτήτες ή/και κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας μέσα στα όρια της περιοχής τους τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις για τη μη έγκαιρη εξόφληση των τελών. Ισχυρίζονται επίσης ότι κατά τα έτη 2012 έως 2020 επέβαλαν στην εναγόμενη ως αποχετευτικά τέλη και/ή επιβαρύνσεις το ποσό των €13.473,95 για την ακίνητη περιουσία της που βρίσκεται στις ενορίες Σκάλας και Αγίου Νικολάου στη Λάρνακα και στα Λειβάδια. Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν το ως άνω ποσό με νόμιμο τόκο καθώς επίσης και €57,00 ως έξοδα αποστολής προειδοποιητικής επιστολής προς την εναγόμενη. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 23.9.

  1. Στις 2.11.2022 οι ενάγοντες καταχώρησαν την επίδικη αίτηση με την οποία αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησής τους και έξοδα. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 και Δ.48 ΘΘ.1 - 4 και 9 και υποστηρίζεται από την επισυνημμένη στην αίτηση ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίας Παύλου Λεοντίου στην οποία επισύναψε 2 έγγραφα τα οποία σημείωσε ως τεκμήρια Α και Β. Η κα Λεοντίου ισχυρίζεται ότι κατέχει τη θέση της Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού και έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Εξ όσων γνωρίζει οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των €13.473,95 ως αποχετευτικά τέλη και επιβαρύνσεις για τα οποία επισύναψε σχετική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο Α. Ισχυρίζεται επίσης πως σύμφωνα με όσα την πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 και Δ.48 ΘΘ. 1 -
  2. Οι εναγόμενοι με την ένστασή τους προβάλλουν 14 λόγους για τους οποίους ισχυρίζονται ότι η αίτηση των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση η οποία αφορά ολόκληρο το μέρος της απαίτησης την οποία δικαιούνται να προβάλουν στην ουσία της αγωγής, υπάρχουν γεγονότα που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν, τα πραγματικά ισχυριζόμενα γεγονότα και ζητήματα που εγείρουν οι ενάγοντες με την αξίωσή τους εγείρουν αμφιβολία κατά πόσο δικαιούνται σε απόφαση και ότι το πρόσωπο το οποίο ορκίζεται εκ μέρους των εναγόντων δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Γιαννάκη Σακκά διευθυντή των εναγομένων. Σε αυτή ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι η κα Λεοντίου δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής επειδή η ίδια δεν είχε προσωπική ανάμιξη στην υπόθεση. Ισχυρίζεται επίσης ότι στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση των αιτητών και στο Τεκμήριο Α ανεγέρθηκαν ανεξάρτητες κατοικίες ή διαμερίσματα τα οποία πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σε τρίτα πρόσωπα κατά τα έτη 2003 έως
  3. Επισύναψε σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου ως Τεκμήριο 1 στο οποίο φαίνονται τα πωλητήρια έγγραφα και οι αγοραστές των ως άνω κατοικιών. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι από την παράδοση των κατοικιών στους αγοραστές τους και μετά αυτοί είναι που εξυπηρετούνται από τους ενάγοντες και είναι υπόχρεοι για την καταβολή των σχετικών τελών. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απαίτηση των εναγόντων δεν είναι εκκαθαρισμένη αφού δεν εξειδικεύει το ποσό για τα τέλη και το ποσό της επιβάρυνσης και πως λόγω των πιο πάνω η αίτησή τους πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιοδήποτε προσώπου επί των ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους διαδίκους. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και όπου κρίνω σκόπιμο στη συνέχεια θα αναφερθώ σε αυτές. Ο κ. Χριστοφίδης εκ μέρους των εναγόντων εισηγήθηκε ότι η επιβολή αποχετευτικών τελών αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία υπόκειται σε έλεγχο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και επομένως για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής δεν μπορεί να συζητηθεί οτιδήποτε πέραν του εάν επιβλήθηκαν τα σχετικά τέλη και εάν εξοφλήθηκαν ή κατά πόσο η επιβολή τους ακυρώθηκε. Εισηγήθηκε επίσης πως στην παρούσα υπόθεση οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Εισηγήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πληροί τις προυποθέσεις της Δ.18 και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση και να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγόντων. Η κα Κουμή από την άλλη πλευρά είχε εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη. Εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν γεγονότα ικανά να επιτρέψουν στην εναγόμενη να προβάλει την υπεράσπισή της. Ειδικότερα ανέφερε ως τέτοια το γεγονός ότι στην ακίνητη περιουσία των εναγομένων για την οποία επιβλήθηκαν τα επίδικα τέλη ανεγέρθηκαν κατοικίες οι οποίες δεν κατέχονται από τους ίδιους αλλά από τρίτα πρόσωπα. Ανάφερε επίσης ότι η αξίωση των εναγόντων δεν είναι ξεκάθαρη επειδή σε αυτή δεν ξεκαθαρίζεται ποιο ποσό αφορά τα τέλη και ποιο τις επιβαρύνσεις. Ανέφερε τέλος ότι 2 από τα ακίνητα ουδέποτε ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματί της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετική με τα θέματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα αίτηση είναι η Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.18 Θ.1(α) προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 Α.Α.Δ. 818, λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα τα οποία είναι σχετικά και με την παρούσα υπόθεση: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ.136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στην προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790 - 794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Joulios Theodoridis πιο πάνω, σελ.338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C.122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs ν. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής: Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση είτε του ιδίου είτε κάποιου άλλου τρίτου ο οποίος να μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L.J. στην αγγλική υπόθεση Symon and Co. v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στη Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκη δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Δ.14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον συνήθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στον αντίποδα, δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013, ημερομηνίας 5.3.2019, λέχθηκαν τα πιο κάτω αναφορικά με το βάρος το οποίο φέρει ο εναγόμενος σε σχέση με την υπεράσπιση την οποία προβάλλει: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, κατά το στάδιο εξέτασης της Δ.18 Θ.1, πρέπει το Δικαστήριο να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση». Στην πιο πάνω υπόθεση (Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ) λέχθηκε επίσης ότι: «Το Δικαστήριο, εφόσον παρατίθενται λεπτομέρειες προβαλλόμενης καλής υπεράσπισης, ενώ, κατ' αρχήν δεν δύναται να αξιολογήσει το αληθινό της υπεράσπισης, μπορεί να εξετάσει εάν οι προβαλλόμενες θέσεις είναι έκδηλα ψευδείς. Στη Βanque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray
(1984)1 Loyd's Rep.21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Στη Bhogal v. Punjab National Bank,
(1988)2 All E.R. 296 "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, όπου αναφέρθησαν και τα ακόλουθα: Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9). Η ένορκη δήλωση που υποβάλλεται από τον εναγόμενο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει και η διαδικασία της έκδοσης συνοπτικής απόφασης δεν είναι η δίκη της ουσίας της υπόθεσης για να προσκομίσει τη μαρτυρία που διαθέτει. Η δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για συνοπτική απόφαση προσφέρεται ανεξαρτήτως της καταχώρισης Υπεράσπισης, όπως έχει αναλυθεί στην υπόθεση SIGMA ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να καταλήξει σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση για να δοθεί στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817) νοουμένου ότι οι προβαλλόμενες θέσεις του δεν είναι έκδηλα ψευδείς. Αυτό που αναμένεται από τον εναγόμενο να δείξει είναι πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης (Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd και Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ) (πιο πάνω). Ο ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης δεν είναι να αποφασίσει κατά πόσο τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει πιθανότητα επιτυχίας αλλά να εντοπίσει κατά πόσο υπάρχουν επίδικα ζητήματα προς εκδίκαση. Το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση. Το απαύγασμα της νομολογίας για το επίδικο θέμα συνίσταται στο ότι συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Προχωρώ να εξετάσω πρώτα το κατά πόσο οι ενάγοντες με την ένορκή τους δήλωση πέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.
  1. Προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο που τηρείται ηλεκτρονικά ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής είναι Ειδικώς Οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6), ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 23.9.2022 και ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 2.11.
  2. Δεν απαιτείται από τους ενάγοντες να αποδείξουν οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τις 2 αυτές προϋποθέσεις και από τα πιο πάνω ικανοποιούμαι ότι οι πρώτες 2 προϋποθέσεις πληρούνται. Ακολούθως πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν και την τρίτη προϋπόθεση. Σε σχέση με αυτήν πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, μπορεί να ορκιστεί θετικά για αυτά, επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και να δηλώνει ρητά πως απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την προϋπόθεση της προσωπικής γνώσης των γεγονότων κρίνω ότι δεν είναι αρκετό να δηλώνει κάποιος πως αυτή υπάρχει αλλά πρέπει να δίδει ορισμένες περαιτέρω λεπτομέρειες για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο η σχετική δήλωση είναι ακριβής. Προς τούτο λαμβάνω καθοδήγηση από την υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Στην ένορκή της δήλωση η κα Λεοντίου επαναλαμβάνει και υιοθετεί την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων και επιπλέον ισχυρίζεται ότι είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός των εναγόντων και ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Η αξίωση των εναγόντων οι οποίοι είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη καταβολής τελών αποχέτευσης από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες για ακίνητη ιδιοκτησία που τους ανήκε ή ήταν κάτοχοί της. Λόγω της ως άνω ιδιότητάς της και της φύσης του αξιούμενου ποσού κρίνω ότι η πιο πάνω αναφερόμενη είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης και επιβεβαιώνει ότι το επίδικο ποσό αφορά τέλη χρήσης του αποχετευτικού συστήματος των εναγόντων τα οποία επιβλήθηκαν για ακίνητη περιουσία των εναγομένων. Ως εκ τούτου κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1 και προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πρέπει να δοθεί άδεια στους εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Είναι νομολογημένο ότι πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs ν. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322). Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να καταλήξει σε ευρήματα ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση για να δοθεί στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα (πιο πάνω)), νοουμένου ότι οι προβαλλόμενες θέσεις του δεν είναι έκδηλα ψευδείς. Ο πυρήνας των ισχυρισμών των εναγομένων ως προκύπτει από την ένστασή τους είναι αυτός που αναφέρεται στην πώληση και παράδοση των κατοικιών και διαμερισμάτων που ανεγέρθηκαν στα επίδικα ακίνητα από αυτούς σε τρίτα πρόσωπα το οποία πλέον, είναι η θέση των εναγομένων, ότι υποχρεούνται να πληρώνουν τα σχετικά τέλη. Έχοντας υπόψη μου και το σχετικό τεκμήριο 1 που κατέθεσαν οι εναγόμενοι κρίνω πως από αυτό προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός τους δεν είναι έκδηλα ψευδής ούτε γενικός ή αόριστος. Παρά την ως άνω κρίση μου ότι ο ως άνω ισχυρισμός των εναγόντων δεν είναι έκδηλα ψευδής κρίνω περαιτέρω ότι η επίδικη αίτηση δεν ολοκληρώνεται σε αυτό το σημείο. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της νομολογίας ότι η απόφαση επιβολής αποχετευτικών τελών και η γνωστοποίησή της συνιστούν διοικητική πράξη η οποία μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή και η οποία αν δεν ακυρωθεί, διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (KANIKA HOTELS LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(1996)3 Α.Α.Δ. 169 και PHILIPPA ESTATES LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1026) κρίνω ότι πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί κατά πόσο ο ως άνω ισχυρισμός των εναγομένων, ο οποίος δεν είναι έκδηλα ψευδής ούτε γενικός και αόριστος, επαρκεί για να τους επιτρέψει να καταχωρίσουν υπεράσπιση. Εξετάζοντας την ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας διαπιστώνω ότι σε αυτή δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εταιρεία καταχώρησε προσφυγή εναντίον των πράξεων με τις οποίες οι ενάγοντες της επέβαλαν τα επίδικα τέλη ούτε ότι οι εν λόγω πράξεις ακυρώθηκαν. Έχοντας διαπιστώσει ότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα επιβολής των επίδικων αποχετευτικών τελών και λαμβάνοντας υπόψη μου τη σχετική επί του θέματος νομολογία (Ε.Ο.Ε. ΤOURIST ENTERPRISES LTD ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2000)1 Α.Α.Δ. 441) ότι Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία δεν επιτρέπεται να εξετάζει και να αποφαίνεται επί θεμάτων διοικητικού δικαίου κρίνω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα ακίνητα κατέχονται εδώ και χρόνια από τρίτα πρόσωπα τα οποία πλέον υποχρεούνται να πληρώνουν τα σχετικά τέλη, δεν μπορεί να αποτελέσει συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση εκ μέρους των εναγομένων ούτως ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να το προβάλουν με την καταχώριση υπεράσπισης. Λόγω της ικανοποίησης εκ μέρους των εναγόντων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από τη Δ.18 και τη μη αποκάλυψη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση εκ μέρους των εναγομένων που να τους δίδει το δικαίωμα να το προβάλουν με την καταχώριση υπεράσπισης η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €13.473,95 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων και αυτών της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.