← Κύπρος

Κ. Κ. ν. Π. Κ., Αρ. Αγωγής: 1159/2022, 21/3/2023

Κ. Κ. ν. Π. Κ., Αρ. Αγωγής: 1159/2022, 21/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. (iJustice) Αρ. Αγωγής: 1159/2022 Μεταξύ: Κ. Κ., Αθηαίνου, Λάρνακα Ενάγουσα και Π. Κ., Αθηαίνου, Λάρνακα Εναγόμενου Ημερομηνία: 21.3.2023 Μονομερής αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 27.1.2023 για έκδοση προσωρινού Διατάγματος Για την Αιτήτρια: κ. Α. Δημητρίου για κ.κ. Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Γ. Τσαρδελλής για κ.κ. Ηλίας Νεοκλέους & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα στις 12.9.2022 καταχώρησε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον του εναγόμενου Γενικές, Ειδικές, Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό επίθεση και ή εξύβριση ή και απειλές και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Αξιώνει επίσης διάταγμα που να του απαγορεύει προσωπικά είτε μέσω τρίτων προσώπων να την παρενοχλεί ή να την απειλεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στο άτομό της, είτε να την επισκέπτεται σε οποιοδήποτε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο ή να την ακολουθεί με αυτοκίνητο είτε με τα πόδια ή να προσεγγίζει αυτή ή την κατοικία ή τον χώρο εργασίας της σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων. Αξιώνει περαιτέρω διατάγματα με τα οποία να δηλώνεται πως ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει στην κατοχή της κατοικίας επί της οδού ΧΧΧ στην Αθηαίνου, να διατάσσεται να εγκαταλείψει την εν λόγω κατοικία της ενάγουσας, να της παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή της εν λόγω κατοικίας και να σταματήσει να την παρεμποδίζει από το να εισέρχεται ή και να χρησιμοποιεί την κατοικία της. Τέλος αξιώνει απόφαση με την οποία να διατάσσεται να της καταβάλλει το ποσό των €350,00 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από τις 8.8.2022 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης της κατοχής της επίδικης κατοικίας. Στις 12.9.2022 η ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση η οποία κατόπιν ακρόασης απορρίφθηκε στις 16.11.

  1. Στις 27.1.2023 η ενάγουσα καταχώρησε την επίδικη μονομερή αίτηση η οποία έχει τις ακόλουθες αιτούμενες θεραπείες οι οποίες στην ουσία είναι όμοιες με αυτές της αίτησης ημερ. 12.9.2022: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο προσωπικά είτε μέσω τρίτων προσώπων, από του να παρενοχλεί την Ενάγουσα ή και να απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στο άτομο της, είτε να της τηλεφωνά είτε άλλως πως επικοινωνεί μαζί της προφορικά ή γραπτά είτε να την επισκέπτεται σε οποιοδήποτε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο ή να την ακολουθεί με αυτοκίνητο είτε με τα πόδια ή να προσεγγίζει αυτήν ή την κατοικία της ή το χώρο εργασίας της σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται ο Εναγόμενος, όπως παύσει από της επιδόσεως του διατάγματος σ' αυτόν να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο της Ενάγουσας κατοικία με αρ. εγγρ. 32169 επί της οδού ΧΧΧ αρ. ΧΧΧ Αθηαίνου, Λάρνακα και όπως παύσει αμέσως κάθε επέμβαση και / ή εκμετάλλευση και / ή κατοίκηση στην εν λόγω οικία, μέχρι ακροάσεως και πλήρους περατώσεως της ως άνω αγωγής και / ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος, όπως σταματήσει να παρεμποδίζει την ενάγουσα από του να εισέρχεται ή και να χρησιμοποιεί στην κατοικία ιδιοκτησίας της ενάγουσας με αρ.εγγρ. 32169 επί της οδού ΧΧΧ αρ. ΧΧΧ Αθηαίνου, Λάρνακα. Δ. Οποιονδήποτε άλλο ή περαιτέρω Διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α.». Η αίτηση, σύμφωνα με όσα αναγράφονται σε αυτή, στηρίζεται στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 4, 8 και 9 και Δ.64, στα άρθρα 15 και 23 του Συντάγματος, στις αρχές επί των απαγορευτικών διαταγμάτων, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση της ενάγουσας και του αδελφού της Ανδρέα Αριστείδου. Στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ο εναγόμενος είναι ο εν διαστάσει σύζυγός της τον οποίο παντρεύτηκε το 1996 και με τον οποίο απέκτησε 2 θυγατέρες. Διέμεναν μαζί με τον εναγόμενο και τις θυγατέρες τους σε σπίτι ιδιοκτησίας της το οποίο εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει. Στις 12.9.2022 καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε παρόμοιες διαταγές η οποία απορρίφθηκε στις 16.11.
  2. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος πρόσφατα άρχισε να επεμβαίνει στο κτίριο της κατοικίας της προχωρώντας σε αλλαγές τις οποίες αυτή ουδέποτε ενέκρινε καθώς επίσης ότι δεν της επιτρέπει την είσοδο σε αυτή. Ο εναγόμενος είναι βίαιος και επιδεικνύει εναντίον της υβριστική, επιθετική και απειλητική συμπεριφορά. Πριν από 3 μήνες μετά από έντονη συζήτηση και καβγά ο εναγόμενος την κτύπησε. Στις 8.8.2022 της επιτέθηκε ξανά, την άρπαξε από τον λαιμό, την έριξε κάτω από την καρέκλα που καθόταν και την κλωτσούσε προκαλώντας της μώλωπες στην πλάτη και εκδορές και μώλωπες στο στήθος και στον λαιμό. Δεν μπορούσε πλέον να διαμένει στη συζυγική τους κατοικία που της δώρισε ο πατέρας της αφού ο εναγόμενος δεν φεύγει από εκεί και έκτοτε μετακόμισε στο σπίτι του αδελφού της. Προχώρησε επίσης σε καταγγελία εναντίον του εναγόμενου στην Αστυνομία. Μετά πάροδο μερικών ημερών προσπάθησε ξανά να πάει στο σπίτι της. Ο εναγόμενος δεν ήταν εκεί αλλά οι θυγατέρες της άρχισαν να της φωνάζουν και αναγκάστηκε και πάλι να φύγει. Στις 2.9.2022 μετέβηκε ξανά στο σπίτι της για να πάρει ρούχα και παπούτσια. Ο εναγόμενος ούτε αυτήν τη φορά ήταν εκεί και εκείνη αφού πήρε ό,τι χρειαζόταν έφυγε. Είναι 64 ετών, χωρίς επαρκή εισοδήματα και αδυνατεί να πληρώνει ενοίκια ή ξενοδοχεία και ο εναγόμενος στην ουσία κρατά το σπίτι της και δεν της επιτρέπει να εισέλθει σε αυτό. Στις 23.12.2022 συνοδευόμενη από τον αδελφό της πήγαν στην κατοικία της και όταν χρησιμοποίησε το κλειδί της για να ανοίξει την πόρτα αυτή δεν άνοιγε επειδή ο εναγόμενος είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Ο δικηγόρος της έστειλε επιστολή στην Αστυνομία ζητώντας πληροφορίες για την επέμβαση στην κατοικία της. Επίσης επέδωσε επιστολή στον εναγόμενο ζητώντας του να φύγει από εκεί. Η συμπεριφορά του εναγόμενου προς το πρόσωπό της χειροτερεύει, η βίαιη συμπεριφορά του είναι επαναλαμβανόμενη και η ίδια δεν μπορεί να πάει στο σπίτι της επειδή τρομοκρατείται και μόνο από την παρουσία του. Ισχυρίζεται επίσης ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα αναγκαστεί να πάει στο σπίτι της επειδή αδυνατεί να διαμένει επ' άπειρον με τον αδελφό της ούτε και έχει την οικονομική δυνατότητα να ενοικιάσει και σε αυτό το ενδεχόμενο είναι προφανές ότι θα κινδυνεύει. Ο εναγόμενος έχει την οικονομική δυνατότητα να βρει άλλο χώρο για τον εαυτό του και εάν πιστεύει ότι δικαιούται οποιοδήποτε ποσό για την ανακαίνιση της εν λόγω κατοικίας μπορεί να το διεκδικήσει με τις κατάλληλες διαδικασίες. Εξ όσων την ενημερώνει ο δικηγόρος της πρόκειται για ένα επείγον και σοβαρό ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να την προστατέψει με τα αιτούμενα διατάγματα αφού εάν δεν εκδοθούν ο εναγόμενος θα συνεχίσει να την παρακολουθεί, θα συνεχίσει να την παρεμποδίζει να εισέλθει στο σπίτι της, θα συνεχίσει να επεμβαίνει στο σπίτι της και θα συνεχίσουν να καταστρατηγούνται θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματά της. Στη συνέχεια σχολιάζει όσα ο εναγόμενος ισχυρίστηκε με την ένορκή του δήλωση στην προηγούμενη αίτησή της. Στην ένορκη δήλωση του αδελφού της ενάγουσας Α. Α. περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: πριν από 10 μήνες του τηλεφώνησε η ενάγουσα και του είπε πως την κτύπησε ο σύζυγός της και όταν αυτός πήγε στο σπίτι τους ο εναγόμενος του απολογήθηκε και υποσχέθηκε ότι δεν θα το επαναλάβει. Στις 8.8.2022 η αδελφή του τον ενημέρωσε ότι ο εναγόμενος την κτύπησε ξανά και επειδή εκείνος δεν φεύγει από το σπίτι τους την κάλεσε να μετακομίσει στο δικό του σπίτι για λίγες ημέρες. Στις 23.12.2022 μαζί με την ενάγουσα πήγαν στο σπίτι της, κτύπησε το κουδούνι αλλά ο εναγόμενος και οι κόρες τους δεν τους άνοιξαν παρόλο που βρίσκονταν εντός της οικίας. Η ενάγουσα χρησιμοποίησε το κλειδί της για να ανοίξει την πόρτα αλλά δεν μπόρεσε επειδή ο εναγόμενος είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Όταν κατευθύνθηκαν προς την πίσω πόρτα το κάγκελο είχε αλυσίδα δεμένη με κλειδαριά και δεν μπορούσαν να εισέλθουν. Κάποιος συγχωριανός του, τον οποίο δεν κατονομάζει, του ανέφερε πως ο εναγόμενος είπε σε εκείνον πως δεν έσπρωξε την ενάγουσα αλλά απλά έσπρωξε το τραπέζι προς εκείνη και γι' αυτό έπεσε στο έδαφος και κτύπησε. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την επίδικη αίτηση έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα και διέταξε την επίδοσή της στον εναγόμενο ο οποίος καταχώρησε ένσταση. Ο εναγόμενος με την ένστασή του προβάλλει 12 λόγους για την απόρριψη της επίδικης αίτησης. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης θα παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 16.11.2022, ότι τα νέα γεγονότα που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η αίτηση στηρίζεται σε ψευδή και αναληθή γεγονότα, ότι η επίδικη κατοικία αποτελεί περιουσιακή διαφορά την οποία αρμόδιο να εκδικάσει είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο, ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν μέρος των αιτητικών της αγωγής και τυχόν έκδοσή τους θα αποδώσει στην ενάγουσα τελική θεραπεία και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η ένσταση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 11

(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 23/1990, στα άρθρα 5 έως 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39 Δ.48 και Δ.64, στους γενικούς κανόνες επιείκειας, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση του εναγόμενου και των 2 θυγατέρων των διαδίκων. Ο εναγόμενος με την ένορκή του δήλωση ισχυρίζεται ότι πριν μερικούς μήνες η σύζυγός του είχε μαλώσει με τις κόρες τους ηλικίας 23 ετών και είχε τραβήξει τη μια από τα μαλλιά, τη δάγκωσε στο σώμα και άρχισε να την κτυπά. Ο ίδιος προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα χωρίς να χειροδικήσει εναντίον της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι παρόμοιο περιστατικό έλαβε χώρα και στις 8.8.2022 όταν και πάλι η ενάγουσα επιτέθηκε στη μια της κόρη και η άλλη επενέβη για να προστατέψει την αδελφή της απωθώντας την ενάγουσα. Στη συνέχεια η μια της κόρη εγκατέλειψε το πατρικό της σπίτι και όταν η άλλη της είπε ότι θα πράξει το ίδιο η ενάγουσα της απάντησε με τη φράση «να πας στ' ανάθεμα». Στις 14.8.2022 ήταν όλοι σε οικογενειακή συνάντηση μαζί με συγγενείς τους χωρίς να συμβεί το παραμικρό και στις 16.8.2022 η ενάγουσα αποφάσισε από μόνη της να εγκαταλείψει τη συζυγική τους οικία. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ίδιος έχει ύψος 1,49 μέτρα, ζυγίζει 100 κιλά και έχει προβλήματα υγείας που καθιστούν αδύνατο να ήταν σε θέση να επιτεθεί και να κτυπήσει την ενάγουσα. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 10.1.2023 έλαβε μέσω επιδότη μια επιστολή από τους δικηγόρους της ενάγουσας ημερ. 27.12.2022 η οποία περιέχει ανυπόστατους και αβάσιμους ισχυρισμούς. Ισχυρίζεται ότι μαζί με τις θυγατέρες τους προέβησαν σε αλλαγές των κλειδαριών της επίδικης κατοικίας και είναι πρόθυμοι να προμηθεύσουν την ενάγουσα με τα κλειδιά για να μπορεί να έχει ελεύθερη πρόσβαση σε αυτή. Στη συνέχεια σύμφωνα και με όσα τον πληροφορούν οι δικηγόροι του αναφέρεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και εισηγείται ότι αυτές δεν ικανοποιούνται. Με τις σχεδόν ίδιου περιεχομένου ένορκές τους δηλώσεις ημερ. 10.2.2023 οι θυγατέρες των διαδίκων, Ε. και Φ., αναφέρονται σε 2 περιστατικά που έλαβαν χώρα στις 8.8.2022 και 3 μήνες προηγουμένως αντίστοιχα. Κατά τους ισχυρισμούς τους στα εν λόγω περιστατικά η μητέρα τους φέρεται να είχε τσακωθεί μαζί τους και επιτέθηκε στην Ε. την οποία άρπαξε από τα μαλλιά, τη δάγκωσε στο σώμα και την κτύπησε. Η ενάγουσα στις 16.8.2022 εγκατέλειψε από μόνη της το σπίτι τους χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε και προχώρησε σε καταγγελία. Καθημερινά από τις 17 μέχρι τις 20.8.2022 όταν η ενάγουσα σχολούσε από τη δουλειά της επέστρεφε στο σπίτι, έκανε μπάνιο και άλλαζε ρούχα αλλά ήταν εντελώς ανένδοτη στις προσπάθειες που κατέβαλλαν να την πείσουν να επιστρέψει πίσω. Στις 11.11.2022 η μητέρα τους με τη συνοδεία αστυνομικού προσήλθε στην επίδικη κατοικία με σκοπό να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε πρόβλημα ή ανησυχία. Πράγματι προέβησαν σε αλλαγές των κλειδαριών και είναι πρόθυμες να προμηθεύσουν την ενάγουσα με τα κλειδιά για να μπορεί να έχει ελεύθερη πρόσβαση στην επίδικη κατοικία. Κανένα από τα πρόσωπα τα οποία ορκίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε και κατά την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται στον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης που φέρει στους ώμους της η κάθε πλευρά και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων (ΧΣ ν. ΚΧΣ, Έφεση 14/18, ημερ. 16.6.21, Κωνσταντίνου και Άλλων ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1990, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(B) A.A.Δ. 1377 και Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά. ν. Μ.L. PROPERTY SOLUTION LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε36/2017, ημερ. 30.11.2021). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει Διατάγματα και η εξουσία αυτή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για την έκδοσή τους στο Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου επεξηγήθηκε και διασαφηνίστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vouitton v. Δέρμοσακ Λίμιτεδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453) και από την επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι για να εκδοθεί κάποιο ενδιάμεσο Διάταγμα πρέπει να συντρέχουν οι τρεις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα, στις υποθέσεις Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd, Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα (Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό σε κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Είναι επίσης νομολογημένο ότι η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον Διάταγμα δεν ενδείκνυται (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των 3 προϋποθέσεων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (πιο πάνω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητες τις 3 προϋποθέσεις. Προϋπόθεση (α) - Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Η 1η προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση εξετάζει κατά πόσο από τα δικόγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιόν του αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ο αιτητής να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του αλλά να δείξει στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο σε αυτό το αρχικό στάδιο δεν θα αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε ούτε θα καταλήξει επί της βασιμότητας των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Στην υπόθεση Κυριάκου κ.ά. ν. Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017 με αναφορά στο σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55 υποδείχθηκε ότι: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι' αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος». Από το κλητήριο ένταλμα της παρούσας υπόθεσης φαίνεται ότι η ενάγουσα στηρίζει την αγωγή της σε κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αστικού αδικήματος της επίθεσης και της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, τα οποία στρέφονται κατά δικαιωμάτων αναγνωρισμένων από τον νόμο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καθώς επίσης πως δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της οικίας στην οδό ΧΧΧ ΧΧ στην Αθηαίνου φαίνεται ότι η ως άνω 1η προϋπόθεση της ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης ικανοποιείται. Προϋπόθεση (β) - Ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας Κατά την εξέταση της συνδρομής ή όχι της προϋπόθεσης της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας το Δικαστήριο θα ικανοποιηθεί ότι αυτή υφίσταται εφόσον ο αιτητής δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει αυτό στο επίπεδο που θα απαιτείτο να πράξει για να αποδείξει την υπόθεσή του. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας σε αυτό το στάδιο γίνεται στη βάση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, χωρίς όμως αυτό να ασχολείται με αντικρουόμενους ισχυρισμούς ή να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα. Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται πως η εκεί μαρτυρία θα αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές στις ένορκες δηλώσεις εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του εκάστοτε αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος, η έρευνα όμως του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της 2ης προϋπόθεσης θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος της επιτέθηκε σε 2 διαφορετικές χρονικά περιπτώσεις, την πρώτη πριν από 3 μήνες και τη δεύτερη στις 8.8.
  1. Για την τελευταία ημερομηνία και τι έπραξε ο εναγόμενος έδωσε συγκεκριμένες αναφορές οι οποίες επαρκούν για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας ώστε να καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος με τη δική του ένορκη δήλωση και τις ένορκες δηλώσεις των θυγατέρων του που υποστηρίζουν την έντασή του παρουσιάζει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα των γεγονότων κατά την οποία ο ίδιος ουδέποτε επιτέθηκε στην ενάγουσα η οποία αντιθέτως ήταν εκείνη που επιτέθηκε στις κόρες τους. Όμως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αξιολογήσει 2 αντικρουόμενες εκδοχές και να καταλήξει σε ευρήματα επί γεγονότων, οπόταν το εν λόγω θέμα δεν θα απασχολήσει περαιτέρω αφού ως ανέφερα πιο πάνω οι συγκεκριμένες αναφορές της ενάγουσας επαρκούν σε ό,τι αφορά την αγωγή της για την κατ' ισχυρισμό επίθεση. Αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης επέμβασης στην ακίνητη ιδιοκτησία της ενάγουσας στην ένορκη δήλωσή της υπάρχει ισχυρισμός ότι με επιστολή του δικηγόρου της πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι δεν του επιτρέπει την παραμονή του σε αυτή και τον κάλεσε να την εγκαταλείψει άμεσα. Αυτό ήταν αναγκαίο να είχε γίνει αφού ο εναγόμενος ως σύζυγος της ενάγουσας διέμενε στην εν λόγω κατοικία με την άδειά της λόγω ακριβώς αυτής του της ιδιότητας και δεν είναι κάποιος άγνωστος επεμβασίας ο οποίος αυθαίρετα, παράνομα και χωρίς την άδειά της εισήλθε κάποτε στο σπίτι της. Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ότι η εν λόγω επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας ημερ. 27.12.2022 η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 8 στην ένορκή της δήλωση του επιδόθηκε στις 10.1.
  2. Η εν λόγω επιστολή φαίνεται να είναι μεταγενέστερη της καταχώρησης της παρούσας αγωγής και συνεπώς δεν μπορεί να επενεργήσει αναδρομικά. Εξετάζοντας περαιτέρω την ένορκη δήλωση της ενάγουσας δεν φαίνεται να υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους της περί ανάκλησης της άδειας προς τον εναγόμενο να διαμένει στον συζυγικό τους οίκο πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Συνακόλουθα φαίνεται ότι αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης επέμβασης η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και συνακόλουθα δεν ικανοποιείται η 2η προϋπόθεση. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα ικανοποίησε την 3η προϋπόθεση του άρθρου
  3. Προϋπόθεση (γ) - Πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς Η 3η προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με τον νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις που θα αποδοθούν στο τέλος της δίκης θεωρείται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την υπό συζήτηση προϋπόθεση: «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία». Για την ικανοποίηση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν αρκούν γενικοί ισχυρισμοί αλλά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες ή επεξήγηση που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης (Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου (πιο πάνω). Η ενάγουσα σε σχέση με την εν λόγω 3η προϋπόθεση ισχυρίζεται πως σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και αναγκαστεί να επιστρέψει στη συζυγική τους κατοικία την οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει θα κινδυνεύσει από τον εναγόμενο ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς της ήδη της επιτέθηκε και την τραυμάτισε και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά. Στην ένορκή της δήλωση παρέθεσε συγκεκριμένους ισχυρισμούς για το συμβάν που φέρεται να έλαβε χώρα στις 8.8.2022, για δε το πρώτο χρονικά περιστατικό που φέρεται να έγινε 3 μήνες πριν αναφέρει τον γενικό ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος την κτύπησε χωρίς τις αναγκαίες λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση των ισχυρισμών της ενάγουσας στο παρόν στάδιο αλλά μόνο για τους περιορισμένους σκοπούς της εξέτασης κατά πόσο παρέχονται λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι εάν επιστρέψει στο σπίτι της θα κινδυνεύσει από τον εναγόμενο και ως εκ τούτου θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, όσα φέρεται να έλαβαν χώρα στις 8.8.2022 και οι τραυματισμοί που υπέστηκε δεν φαίνεται να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Πέραν των πιο πάνω, σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης επιδικάζονται αποζημιώσεις σε χρήμα και έχοντας υπόψη μου τούτο καθώς επίσης και τον ισχυρισμό της ενάγουσας πως ο εναγόμενος είναι φερέγγυος αφού έχει την οικονομική δυνατότητα να βρει χώρο για τον εαυτό φαίνεται πως δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό διότι αν στο τέλος της κυρίως υπόθεσης αποδείξει το ως άνω αγώγιμο δικαίωμά της οι αποζημιώσεις που θα της επιδικασθούν θα αποτελούν απόδοση πλήρους δικαιοσύνης προς αυτή. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, παρόλο που ως προανέφερα η ενάγουσα δεν ικανοποίησε τη 2η προυπόθεση του άρθρου 32, σε περίπτωση που αυτό συνέβαινε και προχωρούσα να εξετάσω την 3η προϋπόθεση κρίνω ομοίως πως και σε αυτή την περίπτωση εάν η ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της οι αποζημιώσεις που θα της επιδικασθούν θα αποτελούν απόδοση πλήρους δικαιοσύνης προς αυτήν και δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ενδεικτικό του πιο πάνω είναι το γεγονός ότι η ενάγουσα με την αιτούμενη θεραπεία Θ της Έκθεσης Απαίτησής της καθόρισε το εν λόγω ποσό στα €350,00 μηνιαίως. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιείται η 3η προυπόθεση σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης ούτε η 2η και 3η προυπόθεση σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία αντίστοιχα οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της επίδικης αίτησης. Λόγω των ως άνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της παρούσας αγωγής. (Υπ.) .............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο/Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.