← Κύπρος

CCAT STOREROOMS LTD ν. Γιώργου Χριστάκη κ.α., Αρ. Αγωγής: 395/2015, 14/3/2023

CCAT STOREROOMS LTD ν. Γιώργου Χριστάκη κ.α., Αρ. Αγωγής: 395/2015, 14/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 395/2015 Μεταξύ: CCAT STOREROOMS LTD, H.E. 191291, Λειβάδια Λάρνακας Ενάγοντες και

  1. Γιώργου Χριστάκη, Λειβάδια Λάρνακας
  2. Στέλιου Στυλιανού, Άγιοι Ανάργυροι, Λάρνακα Εναγόμενοι Ημερομηνία: 14.3.2023 Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Ταμπούρλας Για τους Εναγόμενους: κ. Κ. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους η οποία καταχωρήθηκε στις 5.3.2015 ισχυρίζονται ότι ενοικίασαν στους εναγόμενους μια αποθήκη τους για περίοδο 5 ετών την οποία οι τελευταίοι κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας εγκατέλειψαν πρόωρα παραλείποντας συνάμα να τους πληρώσουν τα μέχρι τότε ενοίκια και να αποκαταστήσουν τις ζημιές που προκάλεσαν σε αυτή. Με την παρούσα αγωγή αξιώνουν από τους εναγόμενους οφειλόμενα ενοίκια, έξοδα αποκατάστασης ζημιών, αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν από τη μη τήρηση της συμφωνίας μέχρι τις 5.3.2015, ενδιάμεσα οφέλη για ενοίκια από τον Απρίλη του 2015 μέχρι τη λήξη του συμβολαίου ή την εξεύρεση νέου ενοικιαστή, τόκο προς 9% από 1.8.2014 μέχρι εξοφλήσεως και δικηγορικά έξοδα. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτησής τους η οποία τροποποιήθηκε στις 7.11.2022 ισχυρίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικίασαν στους εναγόμενους μια αποθήκη τους που βρίσκεται στη βιομηχανική περιοχή Λειβαδιών για την περίοδο από 1.6.2011 μέχρι 31.5.
  3. Οι εναγόμενοι περί τα τέλη Αυγούστου 2014 απροειδοποίητα και αντισυμβατικά εγκατέλειψαν το επίδικο ακίνητο χωρίς να τους καταβάλουν μέρος του μηνιαίου ενοικίου για την περίοδο Ιουνίου 2013 μέχρι Ιούλιο του 2014 και ολόκληρο το ενοίκιο για τον Αύγουστο του 2014 συνολικού ύψους €1.
  4. Ισχυρίζονται επίσης ότι δαπάνησαν το ποσό των €850,00 για να αποκαταστήσουν τις ζημιές που οι εναγόμενοι προκάλεσαν στην αποθήκη καθώς επίσης ότι υπέστησαν ζημιές ποσού €5.180,00 μέχρι αυτή να ενοικιαστεί ξανά. Αξιώνουν επίσης ενδιάμεσα οφέλη για την περίοδο από τον Απρίλη του 2015 μέχρι και τη λήξη της περιόδου ενοικίασης ή/και την εξεύρεση νέου ενοικιαστή. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση ισχυριζόμενοι δόλο, εξαπάτηση και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των εναγόντων τελικά όμως δεν προώθησαν την ανταπαίτησή τους. Στην υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2013 συμφώνησαν με τους εναγόμενους να μειωθεί το ενοίκιο στα €550,00 μηνιαίως μέχρι τη λήξη της ενοικίασης. Ισχυρίζονται επίσης ότι μετά από προφορική συνομιλία που είχαν με τους ενάγοντες συμφώνησαν να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία τον Αύγουστο του 2014 και ότι με την αποχώρησή τους τον Αύγουστο οι ενάγοντες παρέλαβαν την επίδικη αποθήκη διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από αυτούς. Ισχυρίζονται τέλος ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για περιορισμό της ζημιάς την οποία κατά τους ισχυρισμούς τους υπέστησαν αφού χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι το επίδικο υποστατικό και δεν μερίμνησαν για την ενοικίασή του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ακρόαση της υπόθεσης ήταν σύντομη αφού σε μία δικάσιμο ολοκληρώθηκε η μαρτυρία των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν, ένας για κάθε πλευρά. Ως Μ.Ε.1 παρουσιάστηκε ο κ. Χριστάκης Χριστοφή ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στην περίοδο ενοικίασης της αποθήκης, στο ύψος του ενοικίου που συμφωνήθηκε και ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι τον Αύγουστο του 2014 απροειδοποίητα και χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η περίοδος ενοικίασης εγκατέλειψαν το επίδικο υποστατικό παραλείποντας να τους καταβάλουν μέρος των ενοικίων που τους όφειλαν μέχρι τότε. Παρέλειψαν επίσης να τους καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2014 έως την ημερομηνία λήξης της ενοικίασης στις 31.5.
  5. Αναφέρθηκε τέλος στις προσπάθειες που κατέβαλαν οι ενάγοντες για να βρουν νέους ενοικιαστές καθώς και στο ποσό που ενοικίασαν την αποθήκη στους νέους ενοικιαστές που τελικά εξηύραν. Κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε τα τεκμήρια 1 έως
  6. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Ε.1 συμφώνησε με υποβολές ότι οι εναγόμενοι κατείχαν την επίδικη αποθήκη μέχρι τον Αύγουστο του 2014, ότι για την περίοδο από 1.6.2013 έως 31.5.2014 κατέβαλλαν μηνιαίο ενοίκιο €650,00 αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €700,00 καθώς επίσης ότι τον Ιούνη και Ιούλη του 2014 κατέβαλαν το ίδιο ως άνω ποσό των €650,00 αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €740,
  7. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες κατέχουν το ποσό των €1.300,00 που τους κατέβαλαν οι εναγόμενοι ως ντεπόζιτο κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε τους ενημέρωσαν για την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από το επίδικο υποστατικό και διαπίστωσαν ότι τούτο έγινε όταν το είδαν ανοικτό και εγκαταλελειμμένο και τους εναγόμενους να έχουν μεταφέρει την επιχείρησή τους σε κάποια άλλη αποθήκη που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολές ότι ο εναγόμενος 1 τον Ιούλη του 2014 τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για την πρόθεσή των εναγομένων να τερματίσουν την ενοικίαση και να αποχωρήσουν από το υποστατικό τον Αύγουστο. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι ενάγοντες πλήρωσαν συνολικά €850,00 για να επιδιορθώσουν τις ζημιές που προκάλεσαν οι εναγόμενοι στο υποστατικό για τις οποίες έχει αποδείξεις που βρίσκονται ως ανέφερε επί λέξει «στο φάιλ της εταιρείας». Ο εναγόμενος 1 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι συνέταιρος με τον εναγόμενο 2 σε επιχείρηση βαφείου αυτοκινήτων. Αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 1 είναι το ενοικιαστήριο έγγραφο με το οποίο ενοικίασαν την επίδικη αποθήκη. Ισχυρίστηκε ότι περί τα μέσα Ιουλίου μίλησαν με τον διευθυντή των εναγόντων και τον ειδοποίησαν για την αποχώρησή τους από την αποθήκη και πράγματι αποχώρησαν από αυτή στις αρχές Αυγούστου. Ισχυρίστηκε πως τον ειδοποίησαν τηλεφωνικώς ότι θα έφευγαν γιατί δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην αύξηση που τους είχε κάνει και ήθελαν να λήξει η συνεργασία τους και αυτός συμφώνησε στο να λύσουν τη συνεργασία τους. Στη συνέχεια ο διευθυντής των εναγόντων τους ζήτησε να αποκαταστήσουν τις ζημιές που έκαναν και αυτοί συμμορφώθηκαν. Στη νέα αποθήκη που βρίσκεται περίπου 100 με 150 μ. από την επίδικη μετακόμισαν στις αρχές του Σεπτέμβρη και για 2 μήνες περίπου έβλεπαν ότι κάποιοι λειτουργούσαν την επίδικη αποθήκη. Σε αυτή δεν είδαν διαφημιστικές πινακίδες. Ισχυρίστηκε τέλος ότι τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία τηλεφωνικώς επειδή το συμβόλαιο το οποίο υπέγραψαν δεν έγραφε με ποιον τρόπο έπρεπε να τερματίσουν τη συνεργασία τους. Κατά την αντεξέτασή του ο εναγόμενος 1 συμφώνησε με υποβολή ότι η αύξηση του ενοικίου στην οποία αναφέρθηκε είχε καθοριστεί στο συμβόλαιο που υπέγραψαν και τη γνώριζαν από το έτος
  8. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν ενημέρωσαν τον κ. Χριστοφή για την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν τους ρώτησε τον λόγο και του απάντησαν ότι δεν είχαν όσες δουλειές χρειαζόταν για να ανταπεξέλθουν και επειδή βρήκαν άλλη μεγαλύτερη αποθήκη με πολύ χαμηλότερο ενοίκιο. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν του ανακοίνωσαν ότι θα αποχωρούσαν αυτός δεν τους είπε τίποτε και ότι πριν φύγουν από το υποστατικό επιδιόρθωσαν τα πάντα όπως λ.χ. έκτισαν τον τοίχο, εφάρμοσαν την πίσω πόρτα και επανατοποθέτησαν όσες φλωρέντζες είχαν αφαιρέσει. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε ενημέρωσαν τον κ. Χριστοφή περί της αποχώρησής τους από το υποστατικό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μετά τη λήψη της επιστολής του δικηγόρου των εναγόντων τεκμήριο 3 τηλεφώνησε στον κ. Χριστοφή και διαμαρτυρήθηκε και εκείνος του απάντησε πως η επιστολή που τους έστειλε ήταν για τα ενοίκια μέχρι το τέλος του συμβολαίου. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης μαρτυρίας η αγωγή ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν ο καθένας τους γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Ο κ. Ταμπούρλας εισηγήθηκε ότι ο μάρτυρας των εναγόντων είναι αξιόπιστος σε αντίθεση με τον εναγόμενο 1 και οι ισχυρισμοί του πρέπει να γίνουν αποδεκτοί. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεσή τους και ζήτησε την έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Ο κ. Χριστοφόρου από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες συγκατατέθηκαν αρχικά στη μείωση του ενοικίου και αργότερα στην κοινή συναινέσει πρόωρη λύση της μεταξύ των διαδίκων γραπτής συμφωνίας ενοικίασης. Εισηγήθηκε επίσης ότι η μείωση του ενοικίου στην οποία συμφώνησαν οι ενάγοντες κατέστησε την επίδικη ως ενοικίαση από μήνα σε μήνα και πως με την αποδοχή τους να αποχωρήσουν οι εναγόμενοι από το επίδικο υποστατικό τον Αύγουστο του 2014 και την ανάληψη της κατοχής του εκ μέρους τους δεν δικαιούνται να αξιώνουν οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά ως ενοίκια ή αποζημιώσεις. Εισηγήθηκε τέλος την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Ε.1 είναι ο διευθυντής των εναγόντων και λόγω αυτής της ιδιότητάς του είχε άμεση εμπλοκή στα θέματα της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να έχει ιδία γνώση για αυτά και να βρίσκεται σε καλή θέση να τα θυμάται και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με την αναγκαία λεπτομέρεια. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας αφού η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και πλην του ισχυρισμού του που αναφέρω πιο κάτω την αποδέχομαι ως ειλικρινή και ασφαλή για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή για να προβεί στα συμπεράσματά του. Έχοντας υπόψη μου ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης είχε καταρτιστεί γραπτώς και είχε πενταετή διάρκεια κρίνω πως είναι λογικός ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες ουδέποτε ενημερώθηκαν από τους εναγόμενους για την αποχώρησή τους από την επίδικη αποθήκη ούτε συγκατατέθηκαν στον πρόωρο τερματισμό της επίδικης ενοικίασης επειδή αυτό θα ήταν σε βάρος των οικονομικών τους συμφερόντων και του κέρδους το οποίο πρόσβλεπαν να είχαν από αυτή. Η επιδίωξη οικονομικού οφέλους από μια εταιρεία στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της είναι καθόλα θεμιτή και κρίνω πως δεν θα ήταν λογικό ο εν λόγω μάρτυρας να είχε συμφωνήσει τα πιο πάνω τα οποία θα καθιστούσαν την περιουσία των εναγόντων μη προσοδοφόρα και θα τους ενέπλεκαν συγχρόνως σε αβέβαιες και ενδεχομένως χρονοβόρες αναζητήσεις νέων ενοικιαστών. Παρά την αποδοχή της υπόλοιπης μαρτυρίας του Μ.Ε.1 δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες δαπάνησαν το ποσό των €850,00 για να αποκαταστήσουν τις ζημιές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους αφού δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι πράγματι κατέβαλαν το εν λόγω ποσό. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία με επιχειρηματικές δραστηριότητες και κρίνω πως ήταν λογικώς αναμενόμενο ότι σε περίπτωση που πράγματι είχαν πληρώσει τα εν λόγω ποσά θα μεριμνούσαν να παρουσίαζαν τις σχετικές αποδείξεις για αυτά. Τούτο μπορούσε εύκολα να είχε γίνει λαμβανομένου υπόψη του ισχυρισμού του πως οι εν λόγω αποδείξεις «λογικά πρέπει να υπάρχουν στο φάιλ της εταιρείας». Συνακόλουθα κρίνω ότι η μη προσκόμισή τους στο Δικαστήριο οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες ουδέποτε κατέβαλαν τα εν λόγω ποσά. Ο εναγόμενος 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού κρίσιμοι για την υπόθεση των εναγομένων ισχυρισμοί του έρχονται σε αντίθεση με τους όρους της επίδικης γραπτής συμφωνίας των διαδίκων η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες απαίτησαν από τους εναγόμενους αύξηση ενοικίου καταρρίπτεται από το γεγονός ότι η εν λόγω αύξηση είχε ήδη συμφωνηθεί με την υπογραφή της συμφωνίας, 3 περίπου χρόνια πριν τον επίδικο χρόνο. Κρίνω επίσης ότι δεν είναι λογικός και δεν πείθει για τη βασιμότητά του ο ισχυρισμός του πως οι ενάγοντες συγκατατέθηκαν στην πρόωρη αποδέσμευση των εναγομένων από το επίδικο συμβόλαιο για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Κρίνω ότι οι εναγόμενοι αυτόβουλα επέλεξαν να τερματίσουν πρόωρα την εν λόγω συμφωνία επειδή βρήκαν άλλο μεγαλύτερο υποστατικό σε κοντινή απόσταση από το επίδικο με κατά πολύ μικρότερο ενοίκιο και πως οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα λόγο να συγκατατεθούν στην πρόωρη αποδέσμευση των εναγόντων. Κρίνω επίσης πως ο ισχυρισμός του ότι οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά να τερματίσουν πρόωρα τη μεταξύ τους γραπτή συμφωνία ενοικίασης δεν είναι λογικός, δεν πείθει για τη βασιμότητά του και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και για τον εξής λόγο: ο εναγόμενος 1 είναι ένας ελεύθερος επαγγελματίας, βαφέας αυτοκινήτων ο οποίος καθημερινά στα πλαίσια της εργασίας του συναλλάσσεται με αρκετό κόσμο. Έχοντας υπόψη μου τούτο καθώς επίσης και το γεγονός ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είχε καταρτιστεί γραπτώς κρίνω πως σε περίπτωση που ο ως άνω ισχυρισμός του ήταν αληθής θα μεριμνούσε να εξασφάλιζε γραπτώς τον κοινή συναινέσει πρόωρο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας κάτι το οποίο είναι και το λογικώς αναμενόμενο να πράξει ο μέσος πολίτης που μεριμνά για τη διασφάλιση των συμφερόντων του κατά τις συναλλαγές του. Εάν αυτό ήταν αληθές δεν θα ήταν δύσκολο να είχε γίνει λαμβανομένου υπόψη και του άλλου ισχυρισμού του πως ο διευθυντής των εναγόντων συμφώνησε με τον κατ' ισχυρισμό πρόωρο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Από τη στιγμή όμως που δεν μερίμνησε για τούτο κρίνω πως ο ισχυρισμός του περί αποδοχής εκ μέρους των εναγόντων να εγκαταλείψουν οι εναγόμενοι την επίδικη αποθήκη πριν τη συμπλήρωση της συμφωνηθείσας περιόδου ενοικίασης δεν πείθει για τη βασιμότητά του και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καθώς και όσα δεν αμφισβητήθηκαν από τους διάδικους τα πιο κάτω είναι τα ευρήματα μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: με γραπτή συμφωνία ημερ. 31.5.2011 οι ενάγοντες ενοικίασαν στους εναγόμενους μία αποθήκη ιδιοκτησίας τους στη βιομηχανική περιοχή Λειβαδιών. Η εν λόγω συμφωνία είχε πενταετή διάρκεια και αφορούσε την περίοδο από 1.6.2011 έως 31.5.2016. Το ενοίκιο για το 1ο χρονικά έτος συμφωνήθηκε στα €6.500, για το 2ο έτος στα €7.800, για το 3ο στα €8.400, για το 4ο στα €8.880 και για το 5ο έτος στα €9.300 και ήταν πληρωτέο, πλην του 1ου έτους, με 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Οι ενάγοντες κατά την υπογραφή της συμφωνίας έλαβαν από τους ενάγοντες και εξακολουθούν να κρατούν μέχρι σήμερα το ποσό των €1.300,00. Ήταν περαιτέρω όρος της μεταξύ των διάδικων συμφωνίας ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης πληρωμής του ενοικίου ο ενοικιαστής θα κατέβαλλε τόκο προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού. Περί τον Αύγουστο του 2014 οι εναγόμενοι απροειδοποίητα και κατά παράβαση της ως άνω μεταξύ τους συμφωνίας εγκατέλειψαν το επίδικο υποστατικό. Οι εναγόμενοι διαπίστωσαν τούτο τον Σεπτέμβριο 2014 όταν είδαν το επίδικο υποστατικό ανοικτό και εγκαταλελειμμένο και τους εναγόμενους να δραστηριοποιούνται σε μια άλλη αποθήκη σε απόσταση περί τα 100 με 150 μ. από την επίδικη. Οι εναγόμενοι μέχρι τότε δεν είχαν καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των €1.520,00 ως μέρος μηνιαίων ενοικίων για την περίοδο από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι τον Ιούλιο του 2014 συμπεριλαμβανομένου και του ενοικίου για τον Αύγουστο 2014 ύψους €740,00. Οι ενάγοντες τον Σεπτέμβρη του 2014 διά του διευθυντή τους τοποθέτησαν στην επίδικη αποθήκη πινακίδες με τις οποίες ενημέρωναν για τη διάθεση του υποστατικού προς ενοικίαση, απευθύνθηκαν σε διάφορα κτηματομεσιτικά γραφεία και σε διάφορους επαγγελματίες που στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους χρησιμοποιούν αποθήκες όπως η επίδικη. Οι εν λόγω προσπάθειες των εναγόντων αρχικά απέβησαν άκαρπες τελικά όμως καρποφόρησαν και στις 12.10.2015 οι ενάγοντες ενοικίασαν την επίδικη αποθήκη στην εταιρεία JUBITERBLUE LTD για την περίοδο από 1.11.2015 έως 31.10.2017 έναντι του ποσού των €400,00 μηνιαίως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαίτηση των εναγόντων ως αυτή προκύπτει από την έκθεση απαίτησής τους αφορά μεταξύ άλλων και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Όταν υπάρχει παράβαση σύμβασης το αναίτιο μέρος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση δικαιούται να λάβει αποζημιώσεις από το υπαίτιο μέρος για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής. Η βάση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων μετά την παράβαση σύμβασης είναι εκείνη η οποία παρέχεται από το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Αναφορικά με το θέμα των αρχών που διέπουν τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις παράβασης συμφωνίας, στην υπόθεση ΑΛΠΑΝ (ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΑΚΗ) ΛΤΔ κ.ά. ν. ΘΕΛΜΑΣ ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Η αποκατάσταση του αθώου μέρους έχει ως λόγο την τοποθέτησή του στη θέση την οποία θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι την ζημία την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας». Επίσης στην υπόθεση A. PANAYIDES CONTRACTING LIMITED v. M & M FRANGOS ENGINEERING & CONTRACTING LIMITED
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136, λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Οι αποζημιώσεις λαμβάνουν υπόψη και τις αρχές που αναπτύχθηκαν με την υπόθεση Hadley v. Baxendale [1854] 9 Ex. 341, όπως επεξηγήθηκε αργότερα από τις υποθέσεις Victoria Laundry v. Newman Industries [1949] 2 K.B. 528 (C.A.) και Koufos v. Czarnikow
(1969)1 A.C. 350 (H.L.), που έχουν σχέση με τις λογικά προβλεπόμενες κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας και που είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη, ζημιές, καθώς και αυτές που απορρέουν από οποιεσδήποτε ιδιαίτερες συνθήκες που το υπαίτιο μέρος γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, (δέστε και Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499)». Αναφορικά με το καθήκον του αθώου μέρους να μειώσει τη ζημιά του που προκλήθηκε από τη διάρρηξη μιας συμφωνίας εξ υπαιτιότητας του αντισυμβαλλομένου του σχετική είναι η υπόθεση Αννίτα Πατζιαρή ν. Aquarian Container Lines Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 748. Σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην ως άνω υπόθεση ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου έχει καθήκον να μετριάσει τη ζημιά του εάν το μίσθιο εγκαταλειφθεί από τον μισθωτή πριν από τη λήξη της συμβατικής περιόδου της μίσθωσης. Οι προσπάθειες αυτές σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει να είναι όλα τα λογικά μέτρα που θα μπορούσε να λάβει ο ιδιοκτήτης για μετριασμό της ζημιάς του στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Σε σχέση με το θέμα της απόδειξης των ειδικών αποζημιώσεων με βάση την επί του θέματος νομολογία η απόδειξή τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα ποσά που διεκδικεί και τα οποία έχει δικογραφήσει. Οι ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Παναγιώτου ν. Φραγκίσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687). Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει, όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 753). Στην πιο πάνω υπόθεση Ηρακλέους ν. Πίτρου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Aπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Τι ακριβώς είναι η ζημιά αυτή και πως διαφοροποιείται από την γενική ζημιά μας διευκρινίζει η κλασσική απόφαση του Λόρδου Goddard στην British Transport Commission v. Gourley [1956] A.C. 185, 206. H απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. O ίδιος δικαστής στην Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178 είπε: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it." H παρατήρηση αυτή αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στην κατοπινή υπόθεση Domsalla v. Barr [1969] 3 All E.R. 487». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σε πολιτικές υποθέσεις το βάρος της απόδειξης το φέρει ο ενάγων και αυτό είναι στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Όπως λέχθηκε στην ως άνω υπόθεση: «το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του». Στη βάση των πιο πάνω και λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων μου κρίνω ότι οι ενάγοντες παρουσίασαν μαρτυρία ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων που είναι το απαιτούμενο μέτρο για πολιτικές υποθέσεις (Loizou v. Soleas
(1983)1 C.L.R. 982, Antoniou v. Anayiotos
(1983)1 C.L.R. 648, Χρυσάνθου ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295 και Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να εκδοθεί απόφαση υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για τα πιο κάτω ποσά: Α) €220,00 μετά την αφαίρεση του ποσού των €1.300 που κρατούν από την υπογραφή της επίδικης σύμβασης ως υπόλοιπο μέρους μηνιαίων καθυστερημένων ενοικίων για την περίοδο από 1.6.2013 έως 31.8.2014 με τόκο προς 9% από 1.8.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Β) €5.920,00 (8 μήνες Χ €740,00) ως αποζημίωση για την περίοδο από 1.9.2014 έως 31.5.2015 που το επίδικο ακίνητο παρέμεινε ανοίκιαστο με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Γ) €3.875,00 (5 μήνες Χ €775,00) ως αποζημίωση για την περίοδο από 1.6.2015 έως 31.10.2015 που το επίδικο ακίνητο παρέμεινε ανοίκιαστο με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Δ) €2.625,00 (7 μήνες Χ €375,00) ως αποζημίωση για τη μείωση του ενοικίου από €775,00 μηνιαίως σε €400,00 για την περίοδο από 1.11.2015 έως 31.5.2016 που έληγε η περίοδος ισχύς της επίδικης σύμβασης με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Η απαίτηση των εναγόντων για το ποσό των €850,00 ως έξοδα αποκατάστασης ζημιών δεν έχει αποδειχθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγομένων απορρίπτεται ως αποσυρθείσα. Λόγω του ότι η ανταπαίτηση αποσύρθηκε κρίνω ορθό να επιδικασθεί μόνο ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.