Α. Τ. Γ. ν. Ε. Λ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1426/2015, 6/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1426/2015 Μεταξύ : Α. Τ. Γ. Ενάγοντα και
- Ε. Λ.
- Λ. Α. Λ. Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Δρ. Α. Ποιητής, μαζί με κ. Νεοφυτίδη, για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους 1 και 2: κα. Μ. Μικελλίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Η απόσυρση της αγωγής εναντίον του εναγόμενου 2 Η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση, για αμφότερους τους εναγόμενους. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2, δεχόμενος ότι «δεν δικαιούνται απόφαση εναντίον του». Την ίδια στιγμή όμως, εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει να επιδικαστούν έξοδα υπέρ του εναγόμενου
- Η εισήγηση βρήκε αντίθετη την συνήγορο του εναγόμενου 2, η οποία ζήτησε να επιδικαστούν έξοδα υπέρ του πελάτη της. Το Δικαστήριο έδωσε την αιτούμενη άδεια και η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 απορρίφθηκε. Το θέμα δε των εξόδων, παρέμεινε για ν' αποφασιστεί στο πλαίσιο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Στο θέμα αυτό, θα επανέλθω στο κατάλληλο σημείο κατωτέρω. Δικογραφία Ο Ενάγοντας, με την παρούσα αγωγή του, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 1, την μεταβίβαση των κτημάτων με αρ. τεμαχίων ..9, ..8, .9, .0, .1, .3, .7 και .8 του Φ/Σχ. ./., στη .... και διαζευκτικά, την καταβολή σε αυτόν - επιστροφή - του ποσού των €60.000, πλέον τόκο 4% από 19/1/2015 μέχρι εξόφλησης. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, κατά τον κρίσιμο χρόνο διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την εναγόμενη
- Ο εναγόμενος 2 είναι θείος της εναγόμενης
- Κατόπιν παρακλήσεως της εναγόμενης και ενώ όλοι οι διάδικοι βρίσκονταν στην Κύπρο, ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο 2 και ή στην εναγόμενη 1, €60.000, ώστε οι εναγόμενοι ή και η εναγόμενη 1 να τα χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν τα επίδικα κτήματα για λογαριασμό του ενάγοντα. Η εναγόμενη 1 πράγματι απέκτησε τα ακίνητα αυτά, αλλά τα ενέγραψε επ΄ ονόματι της. Οι σχέσεις του ενάγοντα με την εναγόμενη 1 διαλύθηκαν και ο ενάγων ζήτησε το κτήμα ή και τα χρήματα, αλλά τίποτε δεν πλήρωσε. Η εναγόμενη 1, στην υπεράσπιση της, παραδέχεται τη σχέση της με τον εναγόμενο 2 και περαιτέρω αναφέρει ότι ήταν αρραβωνιασμένη με τον ενάγοντα. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ενώ βρίσκονταν με τον ενάγοντα για διακοπές στην Κύπρο, φιλοξενούνταν στο σπίτι του εναγόμενου
- Ο τελευταίος ήταν ιδιοκτήτης των επίδικων κτημάτων, τα οποία αγόρασε από τον πατέρα της και η εναγόμενη 1 επιθυμούσε να τα αγοράσει πίσω. Εξέφρασε την επιθυμία της στον εναγόμενο 2, ο οποίος και συμφώνησε να της τα πωλήσει σε τιμή χαμηλότερη της αξίας τους. Ο ενάγοντας έμβασε στο λογαριασμό του εναγόμενου 2 το ποσό των €50.000, το οποίο όφειλε στην εναγόμενη 1 λόγω χρέους που του δάνεισε όταν ζούσαν μαζί στο εξωτερικό και η εναγόμενη 1 έδωσε στον εναγόμενο 2 ποσό €10.
- Ο ενάγοντας, ο οποίος ήταν παρών στο κτηματολόγιο κατά την μεταβίβαση των κτημάτων, ουδέποτε ανέφερε ότι επιθυμούσε ή ζήτησε να εγγραφούν επ΄ ονόματι του τα κτήματα. Ακολούθως, η εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι οι σχέσεις της με τον ενάγοντα διαλύθηκαν, όμως ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε εξ΄ υπαιτιότητας του ενάγοντα, ο οποίος της επιτέθηκε και γι΄ αυτό έλαβε ασφαλιστικά μέτρα στο Δικαστήριο της Florida εναντίον του. Είναι επίσης η θέση της ότι τα κτήματα της ανήκουν και κανένα δικαίωμα δεν έχει ο ενάγοντας, ενώ ουδέποτε ο ενάγοντας ζήτησε τα κτήματα ή και χρήματα από τους εναγόμενους. Για τους πιο πάνω λόγους ζητά την απόρριψη της αγωγής. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον των Εναγόμενων, κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας, ο οποίος κάλεσε και μια μάρτυρα, ήτοι την Ελευθερία Ζενιέρη. Για την πλευρά των εναγόμενων, κατέθεσε η εναγόμενη
- Η Ζενιέρη εργάζεται στο κτηματολόγιο και πιο συγκεκριμένα είναι η υπεύθυνη για τις δηλώσεις μεταβιβάσεων. Η μάρτυρας παρουσίασε τη δήλωση μεταβίβασης αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια (τεκμ.5). Όπως ανέφερε, η μεταβίβαση όλων των κτημάτων έγινε δυνάμει δωρεάς και για το λόγο αυτό δεν πληρώθηκαν μεταβιβαστικά τέλη στο κτηματολόγιο. Σε περιπτώσεις δωρεάς πληρώνονται μόνο κάποια μεταβιβαστικά στην εκτιμημένη αξία του ακινήτου και όχι στην αγοραία. Όσον αφορά δε την γραπτή δήλωση που υπάρχει στη δέσμη εγγράφων που κατέθεσε, ανέφερε πως όταν σε μια μεταβίβαση προκύψει από την έρευνα ότι το ακίνητο δεν βασίζεται στα εν χρήσει σχέδια, παίρνουν δικαιώματα για εκσυγχρονισμό του τίτλου και γίνεται επιτόπια έρευνα μετά. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση χρειάστηκε να γίνει επιτόπια έρευνα μόνο για τα δυο κτήματα που αναφέρονται στη γραπτή δήλωση και συγκεκριμένα για τα τεμάχια .8 και .
- Στη συνέχεια, ανέφερε ότι όταν έγινε η μεταβίβαση την 21/1/15, δεν ήταν η υπάλληλος που δέχθηκε την μεταβίβαση και δεν γνωρίζει αν είχε τεθεί οποιοδήποτε θέμα εκεί για τη μεταβίβαση. Αναφορικά με τα μεταβιβαστικά τέλη που ανέφερε προηγουμένως, διευκρίνισε ότι είναι δικαιώματα δωρεάς. Στην επανεξέταση της, ανέφερε ότι τα δικαιώματα ανήλθαν στο ποσό των €99,10, ως εμφαίνεται στην απόδειξη είσπραξης. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2015, είχαν ερωτικό δεσμό με την εναγόμενη 1 και διέμεναν μαζί στην Κύπρο. Η τελευταία τότε του ανέφερε ότι ο θείος της είχε κάποια κτήματα που είχε αποκτήσει από τον πατέρα της και ήταν πρόθυμος να τα πωλήσει. Η εναγόμενη 1 δε, τον παρακάλεσε να πληρώσει ο ίδιος για να τ' αποκτήσουν και να παραμείνουν στην οικογένεια, αφού θεωρούσαν ότι θα παντρεύονταν. Τότε, κατόπιν δικής της παραίνεσης, έδωσε στον εναγόμενο 2 συνολικό ποσό €60.000, ως εξής: (α) €25.000 με τραπεζική επιταγή επ' ονόματι του εναγόμενου 2 (τεκμ.2), (β) Έμβασμα €25.000 στον λογαριασμό του εναγόμενου 2 από την Lloyd's Bank ημερομηνίας 19/1/2015 (τεκμ.3), και (γ) Δολάρια σε μετρητά, που ήταν ισοδύναμα με €10.000.-. Τα κτήματα ενεγράφησαν επ' ονόματι της εναγόμενης 1, όμως αποκτήθηκαν για λογαριασμό του. Όταν η σχέση τους διαλύθηκε, ζήτησε πολλές φορές να πάρει είτε τα κτήματα είτε τα χρήματα που είχε καταβάλει, όμως η εναγόμενη 1 αρνείται να του τα επιστρέψει. Κατά την αντεξέταση του, ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι το ποσό των €50.000 που κατέβαλε, αφορούσε χρήματα που όφειλε στην εναγόμενη 1 δυνάμει δανείου, ως επίσης αρνήθηκε ότι το ποσό των €10.000 καταβλήθηκε στον εναγόμενο 2 από την εναγόμενη 1 και όχι από τον ίδιο. Με τη σειρά της, η εναγόμενη 1 πρόβαλε τη θέση ότι ο ενάγοντας κατέβαλε στον θείο της, εναγόμενο 2, το ποσό των €50.000, το οποίο της όφειλε από χρήματα που του είχε δανείσει. Το ποσό δε των €10.000 καταβλήθηκε από την ίδια, από χρήματα που της έδωσε ο πατέρας της. Ο ενάγοντας δε, ουδέποτε ανέφερε στον εναγόμενο 2 ότι επιθυμούσε να εγγραφούν επ' ονόματι του τα κτήματα. Σύμφωνα με την εναγόμενη 1, ο θείος της δέχθηκε να της πωλήσει τα κτήματα στη συγκεκριμένη τιμή, παρόλο που η αξία τους ήταν μεγαλύτερη, γιατί ήταν κτήματα δικά τους πιο πριν, αφού ανήκαν στον πατέρα της. Ο θείος της είπε αμέσως ναι και της τα πώλησε, γιατί ήξερε πόσο πολύ ήθελε τα κτήματα να μείνουν στην οικογένεια. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο ενάγοντας ζήτησε τα κτήματα ή χρήματα από την ίδια ή το θείο της και ο λόγος που κίνησε την αγωγή είναι για να την εκδικηθεί επειδή τον χώρισε, όταν της κτύπησε και φοβήθηκε. Κατά την αντεξέταση της, επέμεινε στη θέση της ότι τα χρήματα για την απόκτηση των κτημάτων, στην ουσία δόθηκαν από την ίδια. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο άκουσε τις προφορικές αγορεύσεις των δικηγόρων. Όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά, έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης και δεν θα τα επαναλάβω. Εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ζενιέρη, δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη δυσκολία. Η μάρτυρας κατέθεσε τη δήλωση μεταβίβασης των κτημάτων και τα συνοδευτικά έγγραφα. Όσα κατέθεσε προέκυπταν από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της, υπό την ιδιότητα της ως υπεύθυνη για τις δηλώσεις μεταβιβάσεων, αλλά και τις γνώσεις και την εμπειρία της ως λειτουργός του Κτηματολογίου. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της, ούτε προκύπτει κάτι που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφερε ή την αξιοπιστία της. Συναφώς, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της Ζενιέρη και το τεκμήριο 5, η μεταβίβαση των κτημάτων στην εναγόμενη 1, έγινε δυνάμει δωρεάς και όχι δυνάμει πωλήσεως. Είναι δε προφανές, ότι ο εναγόμενος 2 και η εναγόμενη 1, δικαιοπάροχος και δικαιοδόχος αντίστοιχα, με βάση το τεκμήριο 5, προέβησαν σε ψευδή δήλωση προς το Κτηματολόγιο, ότι τα κτήματα παραχωρούνται δυνάμει δωρεάς, προφανώς για ν' αποφύγουν την πληρωμή των μεταβιβαστικών τελών επί της αγοραίας αξίας των ακινήτων. Ερχόμενος τώρα στους πρωταγωνιστές της επίδικης διαφοράς, αναφέρω τα ακόλουθα. Ο ενάγοντας σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και θεωρώ πως για το θέμα της απόκτησης των επίδικων κτημάτων είπε την αλήθεια. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι ο ενάγοντας, μέσω των τεκμηρίων 2 και 3, έδωσε στον εναγόμενο 2 το ποσό των €50.000.- για την αγορά των επίδικων κτημάτων. Θεωρώ δε λογικό, να φέρει μαζί του χρήματα όταν ήρθε στην Κύπρο μαζί με την εναγόμενη 1 για να περάσουν τα Χριστούγεννα και ότι είχε στη διάθεση του χρήματα και έδωσε το επιπλέον ποσό των €10.000.-, για την αγορά των κτημάτων, στον εναγόμενο
- Το γεγονός ότι τα χρήματα δόθηκαν από τον ενάγοντα απευθείας στον εναγόμενο 2, όταν ήταν στην Κύπρο, πριν γίνει η μεταβίβαση των κτημάτων και η παρουσία του ενάγοντα στο Κτηματολόγιο κατά τη μεταβίβαση, καθώς επίσης η πληρωμή τοπογράφου στις 6/2/2015 για να προβεί σε χωρομετρική εργασία σε σχέση με ένα εκ των κτημάτων (βλ. τεκμ.4), καταδεικνύουν, κατά την κρίση μου, ότι η πληρωμή των χρημάτων προς τον εναγόμενο 2, ακριβώς έγινε προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση των κτημάτων, αλλά και το ενδιαφέρον του ενάγοντα για τα κτήματα. Ο ενάγοντας και η εναγόμενη 1 ευρίσκονταν σε σχέση και θεωρούσαν ότι η σχέση τους αυτή θα οδηγούσε σε γάμο. Γίνεται αποδεκτό ότι η εναγόμενη 1 παρακάλεσε τον ενάγοντα όπως πάρουν τα κτήματα, τα οποία ανήκαν προηγουμένως στον πατέρα της, προκειμένου να μην αποξενωθούν και να παραμείνουν στην οικογένεια. Γι' αυτό ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο 2 το ποσό των €60.000.-. Ο ενάγοντας δεν ήθελε να εγγραφούν στο δικό του όνομα τα κτήματα, επειδή όπως ανέφερε είχε δάνειο στο Μαϊάμι και δεν ήθελε προβλήματα. Φοβόταν να εγγραφούν στο όνομα του. Στη συνέχεια ανέφερε πως δεν ξέρει αν αυτό παίζει κάποιο ρόλο και δεν ρώτησε δικηγόρο. Δεν θεωρώ πως έχει κάποια ουσιαστική σημασία το γεγονός ότι ο ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήθελε να εγγραφούν τα κτήματα επ' ονόματι του, για το λόγο που ανέφερε. Έτσι σκέφτηκε τα πράγματα τη δεδομένη στιγμή. Η ουσία έγκειται στο γεγονός ότι αυτός έδωσε τα λεφτά για την απόκτηση των κτημάτων και προφανώς δεν έδωσε χαριστικά €60.000.-. Συναφώς δέχομαι ότι συμφωνήθηκε η απόκτηση των κτημάτων, με εγγραφή τους στην εναγόμενη 1, αλλά για λογαριασμό του. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για την αξία των κτημάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αν ο εναγόμενος 2 έδωσε τα κτήματα σε χαμηλότερη τιμή από την πραγματική, για χάρη της εναγόμενης 1, αυτό δεν μπορεί να διαπιστωθεί. Ακόμη και έτσι όμως να ήταν τα πράγματα, αυτό κατά την κρίση μου δεν θα άλλαζε κάτι επί της ουσίας. Ούτε θα μπορούσε τούτο από μόνο του, να υποστηρίξει τη θέση της εναγόμενης 1, ότι ο εναγόμενος 2 θα πουλούσε τα κτήματα στη συγκεκριμένη τιμή μόνον αν αυτά αγοράζονταν από την εναγόμενη
- Επαναλαμβάνεται και εδώ, ότι η εναγόμενη 1 και ο ενάγοντας είχαν ερωτική σχέση και σκοπός τους ήταν να παντρευτούν και κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμεναν μαζί, στο σπίτι του εναγόμενου
- Εν πάση περιπτώσει, μη έχοντας μαρτυρία για την αξία των κτημάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο, η θέση της υπεράσπισης παραμένει μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Δεν διέφυγε της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο ενάγοντας ανέφερε ότι τα λεφτά δόθηκαν «σαν δάνειο» και πίστευε ότι η εναγόμενη 1 θα τον πλήρωνε στο λογαριασμό του σε μια περίοδο 1-2 χρόνια, χωρίς όμως το δάνειο να αποτελεί βάση της αγωγής του. Δεν θεωρώ πως η συγκεκριμένη αναφορά του, θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, τη φύση μιας συναλλαγής την καθορίζουν τα γεγονότα και όχι το πώς αντιλαμβάνεται ο κάθε διάδικος τα πράγματα. Αναφορικά με τη θέση της εναγόμενης 1, ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθη ουσιαστικά από τον ενάγοντα για να την εκδικηθεί, γιατί τον κατήγγειλε στην Αστυνομία μετά που χώρισαν και είχε πρόβλημα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχήν, δεν αναφέρθηκε ποιο είναι το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο ενάγοντας. Έπειτα, μέσα από τη μαρτυρία, κάθε άλλο παρά προκύπτει ότι ο ενάγοντας κινήθηκε εκδικητικά. Συναφώς, η μαρτυρία του ενάγοντα γίνεται αποδεκτή. Έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή την εναγόμενη 1 στο εδώλιο του μάρτυρα και τις απαντήσεις της, κατ' αρχήν θα έλεγα ότι η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία, σύγχυση και έλλειψη λογικής. Από εκεί και πέρα, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και δεν παρουσίασε καθαρές θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά αντίθετα, με την μαρτυρία της, επιχείρησε να παραποιήσει την πραγματικότητα και κατέφυγε σε ψεύδη. Γενικότερα, η υπεράσπιση της εναγόμενης 1, για λόγους που θα εξηγηθούν κατωτέρω, κρίνεται αναξιόπιστη. Αυτά βεβαίως έχουν ως αποτέλεσμα να πληγεί ανεπανόρθωτα η αξιοπιστία της και γενικότερα η εκδοχή της. Πιο συγκεκριμένα:
- (α) Βασική θέση της εναγόμενης 1, είναι πως το ποσό των €50.000.- που πλήρωσε ο ενάγοντας στον εναγόμενο 2 για την αγορά των κτημάτων, οφειλόταν από τον ενάγοντα στην εναγόμενη 1 δυνάμει δανείου. Πρόκειται για μια γενική και αόριστη θέση. Η εναγόμενη 1, δεν παρουσίασε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί καταβολής στον ενάγοντα οιουδήποτε ποσού πριν την 21/1/2015, οπότε έγινε η μεταβίβαση των κτημάτων επ' ονόματι της εναγόμενης 1, ούτε όμως έδωσε λεπτομέρειες για την πληρωμή συγκεκριμένων ποσών στον ενάγοντα. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε γενικά και αόριστα ότι έδωσε στον ενάγοντα πολλές χιλιάδες δολάρια. Ας σημειωθεί ότι με τον ίδιο γενικό τρόπο, υποβλήθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του, ότι τα χρήματα τα οποία πλήρωσε στον θείο της, ήταν λεφτά που του δάνεισε η εναγόμενη 1 και σε άλλο σημείο ότι είχε χρέος προς την εναγόμενη 1 γιατί του δάνειζε συνεχώς λεφτά. Πότε όμως του δόθηκαν χρήματα, τι ποσό κάθε φορά και κάτω από ποιες συνθήκες, δεν του αναφέρθηκε για να μπορέσει να τοποθετηθεί. (β) Κατά την αντεξέταση της, υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ο ενάγοντας δεν της χρωστούσε οποιοδήποτε ποσό ή του έδωσε δάνειο. Η απάντηση της ήταν ότι της χρωστούσε πολλά λεφτά και ακόμα της χρωστά, αλλά δεν θυμάται πόσα. Ως ανέφερε, εκτός απ' αυτά που πλήρωσε στους υπεργολάβους, ήταν και τα χρήματα και τα κοσμήματα που της έκλεψε από το σπίτι. Κατ' αρχήν, η θέση αυτή της μάρτυρος, έρχεται σε αντίφαση με την θέση που υποβλήθηκε στον ενάγοντα, ότι τα χρήματα που πλήρωσε στο θείο της, ήταν χρήματα που όφειλε στην εναγόμενη 1 γιατί του δάνειζε συνεχώς χρήματα. Έπειτα, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι δικογραφημένο από μέρους της εναγόμενης 1, ότι ο ενάγοντας της όφειλε χρήματα γι' αυτά τα πράγματα. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι όποιες πληρωμές ενδεχομένως έγιναν από μέρους της για την ανακαίνιση της οικίας του ενάγοντα, η οποία αγοράστηκε τον Φεβρουάριο του 2015, ή οι όποιες διαφορές προέκυψαν ως εκ της διακοπής της σχέσης τους μεταγενέστερα, καμία σχέση δεν έχουν με το θέμα της αγοράς των κτημάτων και το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά τους προγενέστερα. Αναφορικά με τα χρήματα που ανέφερε η εναγόμενη 1 ότι δόθηκαν για την ανακαίνιση, η μη ύπαρξη σύνδεσης τους με την αγορά των κτημάτων, αναγνωρίστηκε και από τη συνήγορο της εναγόμενης 1, σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Από τα πιο πάνω, γίνεται πάντως αντιληπτό ότι ακριβώς, η εναγόμενη 1, δεν ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρές θέσεις αναφορικά με την προέλευση των χρημάτων που δόθηκαν στο θείο της, για την αγορά των κτημάτων και αυτό όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή έλεγε ψέματα. (γ) Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι ο ενάγοντας και η εναγόμενη 1, γνωρίστηκαν τον Σεπτέμβριο του
- Τα χρήματα δε για την αγορά των κτημάτων, δόθηκαν στον εναγόμενο 2 τον Ιανουάριο του 2015, πριν τη μεταβίβαση. Η εναγόμενη 1, στην ουσία ισχυρίζεται ότι μέσα στην περίοδο Σεπτεμβρίου 2014-Δεκεμβρίου 2015, δάνεισε στον ενάγοντα σε διάφορες περιπτώσεις ποσό περί τις €50.000.-. Ως ανέφερε, είχε χρήματα σε διάφορες τράπεζες και επίσης είχε μετρητά στο σπίτι. Πόσα ήταν αυτά τα λεφτά, δεν ανέφερε, ούτε παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμού που να δείχνουν ότι πράγματι είχε χρήματα και είτε έκανε μεταφορές χρημάτων στον ενάγοντα, είτε αναλήψεις συγκεκριμένων ποσών που να ισχυρίζεται ότι τα έδωσε στον ενάγοντα. Σύμφωνα με την εναγόμενη 1, η δουλειά της ήταν και είναι real estate constructions και τότε πληρωνόταν 4000 δολάρια ανά δεκαπενθήμερο, πλέον commission 4%. Επίσης, δούλεψε ως γκαρσόνι σε μπαρ για 2 μήνες, μόνο Σαββατοκύριακα, για βοηθήσει μια φίλη της που χρειαζόταν προσωπικό και πληρωνόταν σε μετρητά. Κατ' αρχήν ν' αναφερθεί ότι δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που ν' αποδεικνύει ότι εργαζόταν και είχε αυτά τα εισοδήματα κατά τον ουσιώδη χρόνο και σίγουρα η πληρωμή ημερ. 29/5/2015 που παρουσίασε (βλ. τεκμ.7), δεν συνιστά τέτοια απόδειξη. Εν πάση περιπτώσει, να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη πληρωμή από κάποια εταιρεία Chemicals ETC, Inc. και όχι constructions, αφορά πληρωμή για την περίοδο 16/5/2015-29/5/2015, ποσού 2.500 δολαρίων και όχι 4000 όπως ισχυρίστηκε. Για άγνωστο δε λόγο, παρά την αναφορά στην κατάθεση της ότι καταθέτει ηλεκτρονικό μήνυμα του ενάγοντα που της εστάλη στη δουλειά της, με το οποίο της ζητούσε βοήθεια για να βρει σπίτι, τέτοιο μήνυμα δεν κατατέθηκε. Όμως, σε κάθε περίπτωση, η θέση της περί δανεισμού του πιο πάνω ποσού, μέσα στην αναφερόμενη περίοδο, στερείται λογικής. Με την πολύ ακριβή ζωή στο Μαϊάμι, ως η ίδια ανέφερε, δεν εξήγησε πως θα ήταν δυνατόν, ακόμη και αν δεχόμασταν ότι είχε τα εισοδήματα που ανέφερε, να μπορεί να καλύψει η ίδια τις προσωπικές της ανάγκες και την ίδια στιγμή να δανείσει στον ενάγοντα, σε διάφορες περιπτώσεις, μέσα σε μια περίοδο 4 μηνών, συνολικό ποσό €50.
- Για το επιπλέον ποσό των €10.000 που δόθηκε στον εναγόμενο 2, η εναγόμενη 1 επίσης δεν έπεισε ότι δόθηκε από την ίδια. Ανέφερε γενικά και αόριστα ότι το ποσό προήλθε από χρήματα που φύλαγε ο πατέρας της. Μάλιστα, ανέφερε ότι ο τελευταίος δεν τα φύλαγε σε κάποια τράπεζα, διότι δεν του αρέσουν οι τράπεζες. Ομολογουμένως πολύ βολική αυτή η απάντηση της μάρτυρος. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για τα εισοδήματα του πατέρα της, ο οποίος δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας, ή για τα χρήματα που αυτός κατείχε τον ουσιώδη χρόνο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνον η γενική αναφορά της εναγόμενης 1, ότι η δουλειά του πατέρα της τότε, ήταν να φροντίζει κτήματα, δικά του και τρίτων, να πουλά ξυλεία, φρούτα, τεράτσια και ελαιόλαδο. Ας σημειωθεί εδώ ότι η δήλωση της, ότι δεν θέλει να πει συγκεκριμένα ποια είναι τα κτήματα του πατέρα της γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη στον ενάγοντα, κρίνω πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια βολική απάντηση, στο πλαίσιο της προσπάθειας υπεκφυγής της από το θέμα ή και προκειμένου να μην διαφανεί ακριβώς ότι ο πατέρας της δεν είχε κτήματα. Παρεμπιπτόντως, ν' αναφερθεί εδώ ότι ήταν βεβαίως δικαίωμα της εναγόμενης 1, να παρουσιάσει την υπόθεση της όπως επιθυμούσε και η μη κλήση του πατέρα της ως μάρτυρα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε δυσμενές συμπέρασμα για την εναγόμενη
- Είναι όμως γεγονός, ότι η απόφαση της να μην καλέσει τον συγκεκριμένο μάρτυρα για να δώσει εξηγήσεις για το συγκεκριμένο ποσό, άφησε ομολογουμένως κενό στην υπεράσπιση (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης v Δημητρίου κ.α.
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Όμως, θα πρέπει εδώ να επισημανθεί και το εξής. Κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, δεν του υποβλήθηκε ότι το ποσό των €10.000.- δόθηκε στην εναγόμενη 1 από τον πατέρα της, προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Αυτό που τέθηκε στον ενάγοντα, είναι ότι αυτά τα λεφτά τα είχε η εναγόμενη 1. Όταν δε ο ενάγοντας διερωτήθηκε που βρήκε τα λεφτά, αφού δεν δούλευε, του τέθηκε ότι δούλευε και έπαιρνε 4000 δολάρια ανά δεκαπενθήμερο, πλέον 4% προμήθεια επί των πωλήσεων, χωρίς ποτέ να γίνει λόγος για χρήματα που έλαβε από τον πατέρα της. Με αυτά υπόψη, θεωρώ πως η εκ των υστέρων προβολή της πιο πάνω θέσης, κατά τη δική της μαρτυρία, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να τοποθετηθεί, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να γίνει αποδεκτή. Σε κάθε περίπτωση όμως, δείχνει και την αναξιοπιστία της εναγόμενης 1 και της υπεράσπισης γενικότερα, ως εκ της μη προβολής καθαρών θέσεων εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, σελ. 720-723 και την υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551).
- Είναι γεγονός πως ήδη, με βάση όσα αναφέρθηκαν, προκύπτει σαφώς η αναξιοπιστία της εκδοχής της εναγόμενης
- Θα αναφέρω ως επιπλέον στοιχείο αναξιοπιστίας και το εξής. Η συνήγορος της εναγόμενης 1, υπέβαλε στον ενάγοντα, ότι στο Κτηματολόγιο δεν ήταν παρούσα η σύζυγος του εναγόμενου 2 και ότι παρούσα ήταν η αδελφή της εναγόμενης
- Τούτη η θέση, έρχεται σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση της εναγόμενης
- Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης της, η τελευταία ισχυρίζεται ότι στο Κτηματολόγιο ήταν παρούσα η οικογένεια της και η σύζυγος του εναγόμενου
- Αναφορικά με το λόγο που τελικά διακόπηκε η σχέση της εναγόμενης 1 με τον ενάγοντα, ευθέως αναφέρω ότι δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας. Ούτε έχει κάποια σημασία αν η σχέση τους διακόπηκε τον Απρίλιο, τον Μάιο ή τον Ιούνιο του
- Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρεται ότι δεν αποτελεί απόδειξη του λόγου διακοπής ή της ημερομηνίας της διακοπής, τα όσα αναφέρονται στην αίτηση που υπέβαλε σε δικαστήριο των ΗΠΑ για ασφαλιστικά μέτρα (βλ. τεκμ.8). Η αίτηση υποβλήθηκε από την ίδια με βάση κάποιους δικούς της ισχυρισμούς και δεν μπορεί, αυτοεξυπηρετικώς, να τους επικαλείται με σκοπό την ενίσχυση της μαρτυρίας της για το συγκεκριμένο θέμα (βλ. το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, σελ. 687-688). Συνεπώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μαρτυρία της εναγόμενης 1 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Ο ενάγοντας και η εναγόμενη 1, γνωρίστηκαν τον Σεπτέμβριο του 2014 και τον Οκτώβριο του 2014 ξεκίνησε ερωτική σχέση μεταξύ τους. Τον Δεκέμβριο του 2014 ήρθαν μαζί στην Κύπρο για να περάσουν τις γιορτές των Χριστουγέννων με την οικογένεια της εναγόμενης 1 και διέμεναν στο σπίτι του εναγόμενου 2, θείου της τελευταίας. Ο ενάγοντας και η εναγόμενη 1 είχαν σκοπό να παντρευτούν. Κατά τον Ιανουάριο του 2015, η εναγόμενη 1 ανέφερε στον ενάγοντα, ότι ο θείος της είχε κάποια κτήματα που είχε αποκτήσει από τον πατέρα της και ήταν πρόθυμος να τα πωλήσει. Τον παρακάλεσε δε να πληρώσει ο ίδιος για να τ' αποκτήσουν και να παραμείνουν στην οικογένεια, αφού θεωρούσαν ότι θα παντρεύονταν. Τότε, κατόπιν δικής της παραίνεσης, ο ενάγοντας έδωσε στον εναγόμενο 2 συνολικό ποσό €60.000, ως εξής: (α) €25.000 με τραπεζική επιταγή επ' ονόματι του εναγόμενου 2 (τεκμ.2), (β) Έμβασμα €25.000 στον λογαριασμό του εναγόμενου 2 από την Lloyd's Bank ημερομηνίας 19/1/2015 (τεκμ.3), και (γ) Δολάρια σε μετρητά, που ήταν ισοδύναμα με €10.000.-. Η μεταξύ τους συμφωνία ή και συνεννόηση, ήταν ότι ο ενάγοντας θα έδινε τα χρήματα, προκειμένου ν' αποκτηθούν τα κτήματα για λογαριασμό του. Εφόσον συνεχιζόταν η μεταξύ τους σχέση και θα παντρεύονταν, όπως είχαν σκοπό να κάνουν, θα έχτιζαν το σπίτι τους. Ο ενάγοντας, κατά τον επίδικο χρόνο, για δικούς του λόγους, δεν επιθυμούσε να εγγραφούν τα κτήματα επ' ονόματι του και έτσι, τα κτήματα, την 21/1/2015, ενεγράφησαν επ' ονόματι της εναγόμενης
- Τον Απρίλιο του 2015, η σχέση τους διαλύθηκε και παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας ζήτησε πολλές φορές είτε τα κτήματα είτε τα χρήματα που είχε καταβάλει, η εναγόμενη 1 αρνήθηκε να του τα επιστρέψει. Νομική Πτυχή-Συμπέρασμα Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, όταν ζητήθηκε από το Δικαστήριο, διευκρίνισε ότι, στην ουσία, αυτό που ζητά ο ενάγοντας είναι να του επιστραφούν τα χρήματα που έχει πληρώσει. Πρόκειται για αδικαιολόγητο πλουτισμό και αυτό προκύπτει και από τη μαρτυρία. Εν προκειμένω, ο ενάγοντας, δεν είχε σκοπό ν' αγοράσει τα κτήματα του θείου της εναγόμενης
- Όταν του ζητήθηκε από την εναγόμενη 1, αποδέχτηκε να δώσει τα χρήματα και να χρηματοδοτήσει την αγορά των κτημάτων, αφού είχαν σκοπό να παντρευτούν και τα κτήματα θα ανήκαν στην οικογένεια τους. Επειδή ο ενάγοντας δεν ήθελε τότε να εγγραφούν τα κτήματα στο δικό του όνομα, ενεγράφησαν επ' ονόματι της εναγόμενης
- Όμως ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι τα κτήματα θα ανήκουν στην εναγόμενη 1 και σίγουρα ο ενάγοντας δεν έδωσε τα χρήματα χαριστικά. Αντίθετα, ο ενάγοντας έδωσε τα χρήματα προκειμένου ν' αποκτηθούν τα κτήματα για λογαριασμό του. Εν τέλει οι δύο χώρισαν και η εναγόμενη 1 κράτησε τα κτήματα, ενώ ο ενάγοντας, ο οποίος κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα για την αγορά των κτημάτων, δεν πήρε τίποτε. Θεωρώ πως η άρνηση της εναγόμενης 1 να επιστρέψει στον ενάγοντα τα κτήματα, συνιστά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ή και συνεννόησης. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να αποζημιωθεί με το ποσό που πλήρωσε για την απόκτηση των κτημάτων. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι η εναγόμενη 1, η οποία κρατά την ακίνητη περιουσία που αγοράστηκε με χρήματα του ενάγοντα, έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του ενάγοντα κατά €60.000 (βλ. μεταξύ άλλων, Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, Ismini Kyriacou Hjiloizi & others v. Irini Ioan
(1963)2 C.L.R. 11 και Πολιτική Έφεση αρ.278/2010, 1. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ, κ.α. v. Δημήτριου Κάκαβου, ημερ.15/10/15). Τα έξοδα της αγωγής Τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010, ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, ημερ. 15/10/2015). Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η επίδραση παραγόντων, άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος (βλ. Χαψή ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403). Η νομολογία έχει καταδείξει ότι τέτοιοι «αποχρώντες λόγοι» που δυνατό να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις όπου ο ίδιος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλ. Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλ. Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 634). Η επιμέλεια όμως των δικηγόρων του δεν συνιστά ένα τέτοιο παράγοντα (βλ. Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Βλ. και το σύγγραμμα Δικαστική Πρακτική, σελ.731 επ., του αείμνηστου αδελφού μου δικαστή Κώστα Σατολιά. Εν προκειμένω, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο ενάγοντας θεωρείται επιτυχών διάδικος έναντι της εναγόμενης 1 και συνεπώς δικαιούται τα έξοδα της δίκης. Αναφορικά με τον εναγόμενο 2, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει να επιδικαστούν έξοδα υπέρ του και εναντίον του ενάγοντα. Αιτιολογώντας την εισήγηση του, ανέφερε ότι επειδή έγινε μία δίκη, δεν υπάρχει διαφορετικό σετ εξόδων. Ακόμη και η υπεράσπιση των δύο εναγόμενων, είναι πανομοιότυπη. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για επιδίκαση εξόδων υπέρ του εναγόμενου
- Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου 2, ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 καταχώρησε υπεράσπιση, η οποία ομοιάζει με αυτήν της εναγόμενης 1 αλλά δεν είναι ακριβώς ίδια, προέβη σε διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων στο εξωτερικό και ήρθε στην Κύπρο για να την ενημερώσει. Ο εναγόμενος 2, ο οποίος ταλαιπωρήθηκε, πλήρωσε εισιτήρια, έκανε έξοδα και αποκάλυψη στο εξωτερικό, δικαιούται τα έξοδα και είναι άσχετο το ότι δεν παρουσιάστηκε στην ακρόαση επειδή είναι στο εξωτερικό. Λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί και συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα, έχω την άποψη ότι η απόσυρση της αγωγής εναντίον του εναγόμενου 2, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, συνιστά αποτέλεσμα που η νομολογία αναγνωρίζει ότι τον δικαιώνει. Ο εναγόμενος 2 ήταν απλά ο πωλητής των κτημάτων, τα οποία μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη
- Ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή εναντίον του και την προώθησε μέχρι το τέλος, χωρίς να υπάρχει ουσιαστικά κάποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου
- Ο τελευταίος δε, αναγκάστηκε να διορίσει δικηγόρο για να χειριστεί την υπόθεση για λογαριασμό του. Βρίσκω λοιπόν ότι θα ήταν «...ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων.» (βλ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12). Άλλωστε, η δικαίωση, δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος ανωτέρω, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Κοντολογίς, βρίσκω ότι ο εναγόμενος 2 δικαιούται τα έξοδα. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, για το ποσό των €60.000.-, πλέον νόμιμο τόκο από 21/7/2015 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος της εναγόμενης 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τον εναγόμενο 2, εναντίον του οποίου η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 13/1/2023, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του και σε βάρος του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο