D.S. ν. Β.Χ., Αρ. Αγ. 1440/2018, 12/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1440/2018 Μεταξύ: D.S. Ενάγουσας και Β.Χ. Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Α. Ττίκκου για Stelios A. Stylianou & Co LLC Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κα Χρ. Μιλή για Κενδέα Α. Σέργη ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση της η ενάγουσα-αιτήτρια (στο εξής η ενάγουσα), ζητά διάταγμα που να διατάζει τον εναγόμενο όπως παραδώσει άμεσα και ή παράσχει τη δυνατότητα και ή επιτρέψει την επιθεώρηση από τους δικηγόρους της ενάγουσας, της ιατρικής έκθεσης τους Δρ. Ηλία Γεωργίου, ημερ. 15/2/2021, η οποία αναφέρεται στον Πίνακα Β της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων του κ. Θεόδωρου Αντωνίου, ημερ. 22/4/2021. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.28, θ.θ. 1, 2, 5 και 11 και Δ.48, θ.θ. 1-9, στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο, 138
(1)/2001, στη νομολογία, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της Αφροδίτης Παρασκευά, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Ως αναφέρει, έχει καλή γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, από πληροφορίες που έχει λάβει από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και από την ενάγουσα, ως επίσης από έγγραφα και στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. Είναι δε πλήρως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην ΕΔ και εξηγεί το λόγο για τον οποίο προβαίνει η ίδια στην ΕΔ αντί της ενάγουσας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σ' επιστολογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών και στην εξέταση της ενάγουσας από τον ιατρό της επιλογής του εναγόμενου Δρ. Ηλία Γεωργίου στις 5/2/2021, αλλά και στα όσα διαδραματίστηκαν κατά την επίσκεψη της ενάγουσας στον εν λόγω ιατρό. Στις 22/4/2021, ο εναγόμενος καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και σύμφωνα με αυτή, μετά την καταχώριση της αρχικής ένορκης δήλωσης ημερ. 21/10/2020, ο εναγόμενος εντόπισε περαιτέρω έγγραφα, τα οποία είναι επισυνημμένα στους Πίνακες Α και Β και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Ως αναφέρεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, το έγγραφο που αναφέρεται στον Πίνακα Α, ήτοι έκθεση αξονικής τομογραφίας αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ημερ. 16/2/2018, ο εναγόμενος δεν έχει ένσταση να το προσκομίσει στην ενάγουσα. Το έγγραφο όμως που παρατίθεται στον επισυνημμένο Πίνακα Β, ήτοι την ιατρική έκθεση του Δρ. Ηλία Γεωργίου ημερ. 15/2/2021 και η οποία βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου, είναι έγγραφο προνομιούχο και καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο, καθώς ετοιμάστηκε κατ΄ εντολή του εναγόμενου με σκοπό να είναι σε καλύτερη θέση οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση του να προετοιμαστούν κατάλληλα σε σχέση με την δικαστική διαδικασία. Στις 11/11/2021, με ηλεκτρονικό μήνυμα, ζήτησαν από τους δικηγόρους του εναγόμενου όπως τους αποστείλουν αντίγραφα των εγγράφων που αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και έγινε υπενθύμιση τους στις 17/11/
- Την τελευταία αυτή ημερομηνία, οι δικηγόροι του εναγόμενου απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα και επισύναψαν μόνο τα έγγραφα που αναφέρονται στον Πίνακα Α της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στις 18/11/2021, με ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους του εναγόμενου, ζήτησαν αντίγραφο της ιατρικής έκθεσης του Δρ. Ηλία Γεωργίου, αλλά οι δικηγόροι του εναγόμενοι με ηλεκτρονικό μήνυμα 29/11/2021, απάντησαν ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είναι προνομιούχο και καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τους αποσταλεί. Όλη η σχετική αλληλογραφία που αναφέρεται ανωτέρω, επισυνάπτεται ως τεκμήριο ΣΤ. Αποτελεί θέση της, ότι η ιατρική έκθεση ανωτέρω, έχει σχέση με τα επίδικα θέματα και είναι ορθό και δίκαιο όπως επιτραπεί στην ενάγουσα και στους δικηγόρους της να την επιθεωρήσουν και να λάβουν αντίγραφο αυτής. Το γεγονός ότι η ιατρική έκθεση έχει σχέση με τα επίδικα θέματα, αποδεικνύεται τόσο από τα λεχθέντα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όπου αναφέρεται ότι ο εναγόμενος εντόπισε έγγραφα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής, όσο και από τον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, όπου συμπεριλαμβάνεται ως μάρτυρας ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου και στη σύνοψη της μαρτυρίας του, αναφέρεται ότι θα καταθέσει ιατρικό πιστοποιητικό και θα δώσει μαρτυρία αναφορικά με τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες της ενάγουσας και τη διάγνωση του. Ο λόγος που ο συγκεκριμένος γιατρός συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο μαρτύρων, είναι καθότι είναι ένας από τους γιατρούς που εξέτασε την ενάγουσα και η ιατρική έκθεση που ετοίμασε είναι ουσιώδης και σχετική με τα επίδικα θέματα. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι εφόσον η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων έχει ως ένα από τα στοιχεία της τον μη αιφνιδιασμό της άλλης πλευράς και από την άλλη η παρουσίαση της υπόθεσης να γίνεται με καθαρά χέρια, ούτως ώστε να ξέρει και η μια πλευρά και η άλλη πλευρά τι θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη και εφόσον η ιατρική έκθεση σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, από την οποία θα φανεί αν όντως η ενάγουσα υπέστη ή δεν υπέστη αυτά που ισχυρίζεται και το ύψος πιθανόν των αποζημιώσεων, η ιατρική έκθεση είναι άμεση και σχετική για δίκαια αποπεράτωση της υπόθεσης. Επίσης αναφέρει ότι η ιατρική έκθεση δεν καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο, ενώ περαιτέρω σημειώνει ότι αυτή αφορά το πρόσωπο της ενάγουσας και παράλειψη παράδοσης της σε αυτήν ή στους δικηγόρους της θα συνιστά κατάφωρη παράβαση προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας. Αυτό που ζητείται με την αίτηση, είναι να δοθεί η ιατρική έκθεση στην ενάγουσα και όχι σε οποιοδήποτε τρίτο. Η ενάγουσα θεωρεί ότι έχει αυτό το δικαίωμα, αφού αυτή υποβλήθηκε στην ιατρική εξέταση. Τέλος, αναφέρει ότι συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο ζητά όπως εκδοθεί. Ο εναγόμενος - καθ΄ ου η αίτηση (στο εξής ο εναγόμενος), ενίσταται στην αίτηση. Στην ένσταση που καταχώρισε, προβάλλει 12 λόγους ένστασης, που είναι συγκεκριμένα οι ακόλουθοι: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η Νομολογία δια ένασκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου δια έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Το έγγραφο του οποίου ζητείται η επιθεώρηση με την υπό κρίση αίτηση είναι έγγραφο το οποίο καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο (legal privilege).
- Το υπό κρίση έγγραφο είναι έκθεση εμπειρογνώμονα-ορθοπεδικού ιατρού η οποία ετοιμάστηκε κατ΄ εντολήν της ασφαλιστικής εταιρείας του οχήματος του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η αίτηση, Υδρογείου Ασφαλιστικής Εταιρείας (Κύπρου) Λτδ, με σκοπό οι δικηγόροι του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η αίτηση να είναι σε καλύτερη θέση να τους συμβουλεύσουν σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον τους και παράλληλα να είναι σε θέση να προετοιμάσουν κατάλληλα για να χειριστούν την παρούσα αγωγή.
- Το υπό κρίση έγγραφο δεν είναι βέβαιο εάν θα παρουσιαστεί και χρησιμοποιηθεί από τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία και κατά πόσο θα κληθεί ο συντάκτης του για να μαρτυρήσει επ΄ αυτού.
- Το υπό κρίση έγγραφο δεν είναι έγγραφο που σχετίζεται αφ΄ εαυτού με κάποιο επίδικο στην αγωγή ζήτημα και δεν αποτελεί μέρος των γεγονότων της υπόθεσης αλλά μια εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης αναφορικά με το ζήτημα των ισχυριζόμενων τραυματισμών της Ενάγουσας - Αιτήτριας.
- Η αρχή της επίκλησης του νομικού επαγγελματικού προνομίου έγκειται στο ότι ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση είναι ελεύθερος να αναζητήσει μαρτυρία χωρίς να είναι υπόχρεος να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών του στην Ενάγουσα - Αιτήτρια.
- Η αίτηση αποσκοπεί σε «ψάρεμα» μαρτυρίας και/ή σε αλλότριους σκοπούς ή/και σε επιθεώρηση που δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.
- Τυχόν έγκριση του αιτήματος επιθεώρησης του υπό κρίση εγγράφου θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση.
- Η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση και χωρίς να δίνεται επαρκής δικαιολογία για τη μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της.
- Η αίτηση είναι νομικά καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Γενικά η αίτηση είναι παράνομη, αντίθετη στους Δικονομικούς Θεσμούς, κακόπιστη και σκοπό έχει στην καθυστέρηση της υπόθεσης.
- Η αίτηση της ενάγουσας - αιτήτριας είναι νόμο και ουσία αβάσιμη, αθεμελίωτη και αδικαιολόγητη. » Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.28, Δ.39, Δ.48, θ.θ.1-4 και 9, Δ.64, στη νομολογία, στο Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων, στη βιβλιογραφία και στις αρχές που διέπουν το νομικό επαγγελματικό προνόμιο, καθώς επίσης και στις γενικές αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, πρακτικής και συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Ορθόδοξου Ευαγγελίδη, ο οποίος είναι διευθυντής στο Τμήμα Απαιτήσεων της Υδρογείου Ασφαλιστικής Εταιρείας (Κύπρου) Λτδ (στο εξής η Υδρόγειος Ασφαλιστική ή η Ασφαλιστική Εταιρεία ή η Ασφαλιστική), η οποία παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος ασφάλιση στο όχημα του εναγόμενου. Ως αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκ της θέσης του αλλά και από πληροφορίες που έχει λάβει από τους δικηγόρους του εναγόμενου. Είναι δε πλήρως εξουσιοδοτημένος τόσο από τον εναγόμενο όσο και από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία να προβεί στην ΕΔ, ενώ εξηγεί και τον λόγο που προβαίνει ο ίδιος στην ΕΔ εκ μέρους του εναγόμενου. Είναι η θέση του, πως η ιατρική έκθεση, η οποία ετοιμάστηκε κατ΄ εντολή και από ιατρό της επιλογής της Υδρογείου Ασφαλιστικής, είναι έγγραφο προνομιούχο, το οποίο καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό απόρρητο. Το υπό κρίση έγγραφο, ετοιμάστηκε με σκοπό οι δικηγόροι του εναγόμενου να είναι σε καλύτερη θέση να συμβουλεύσουν τους πελάτες τους σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας, καθώς και να προετοιμαστούν κατάλληλα σε σχέση με την υπόθεση. Σκοπός της εξέτασης της ενάγουσας και σύνταξης ιατρικής έκθεσης από τον ιατρό της επιλογής της Ασφαλιστικής Εταιρείας και του εναγόμενου, είναι η καταγραφή των ευρημάτων και της γνώμης του ως εμπειρογνώμονα ιατρού, αναφορικά με τους ισχυριζόμενους τραυματισμούς της ενάγουσας. Εξ΄ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους του εναγόμενου και της Ασφαλιστικής Εταιρείας, προς το παρόν δεν είναι σε θέση ακόμα να γνωρίζουν εάν θα χρησιμοποιήσουν το υπό κρίση έγγραφο κατά την ακροαματική διαδικασία, καθότι αυτό θα αποφασισθεί σε κατοπινό στάδιο. Ως επίσης ενημερώνεται από τους δικηγόρους του εναγόμενου, ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα σε μετέπειτα χρονικό στάδιο να παραιτηθεί από το προνόμιο και να παραδώσει αντίγραφο του αιτούμενου εγγράφου στην ενάγουσα, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης, αναφέρει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι έγγραφο το οποίο σχετίζεται αφ΄ εαυτού με κάποιο επίδικο ζήτημα στην αγωγή, καθώς δεν αποτελεί μέρος των γεγονότων της υπόθεσης, αλλά μια εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης του εμπειρογνώμονα ιατρού αναφορικά με το ζήτημα των ισχυριζόμενων τραυματισμών της ενάγουσας. Σκοπός της ετοιμασίας του εγγράφου, είναι αφενός η διαπίστωση των αιτιών των ισχυριζόμενων τραυματισμών της ενάγουσας και αφετέρου η παροχή πληροφοριών στους δικηγόρους του εναγόμενου, προκειμένου να είναι σε θέση να συμβουλεύσουν τόσο τον τελευταίο όσο και την Ασφαλιστική Εταιρεία ως προς τις γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που αξιώνονται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Περαιτέρω, η συμπερίληψη του Δρ. Ηλία Γεωργίου στον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, έγινε για να μην απωλέσει το δικαίωμα του ο εναγόμενος κατά την ακροαματική διαδικασία, εάν και εφόσον κρίνει και αποφασίσει ότι είναι απαραίτητη η μαρτυρία του. Το ίδιο ισχύει και για την ιατρική έκθεση, η οποία συμπεριλήφθηκε στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στον κατάλογο Β. Το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνεται ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου στον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και η ιατρική του έκθεση στα αποκαλυφθέντα έγγραφα, δεν καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση τους στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά αυτό θα αποφασιστεί στην πορεία της υπόθεσης. Επαναλαμβάνει δε ότι, εάν ο εναγόμενος επιλέξει σε μετέπειτα στάδιο να παραιτηθεί από το προνόμιο για να το παρουσιάσει στην ακροαματική διαδικασία, θα πρέπει να παραδώσει αντίγραφο στην ενάγουσα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ως επίσης τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του εναγόμενου, η αρχή της επίκλησης του επαγγελματικού προνομίου έγκειται στο ότι ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να αναζητήσει μαρτυρία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών του στην ενάγουσα. Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση του εναγόμενου ότι το έγγραφο για το οποίο ζητείται η παράδοση/επιθεώρηση με την υπό κρίση αίτηση, συντάχθηκε προς όφελος των δικηγόρων του εναγόμενου και συνεπώς αποτελεί έγγραφο που καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο. Όταν ένα έγγραφο δε είναι προνομιούχο, το Δικαστήριο δεν δύναται να διατάξει την επιθεώρηση του, ακόμη και εάν είναι πολύ σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η παράλειψη παράδοσης της ιατρικής έκθεσης συνιστά κατάφωρη παράβαση των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, εξ΄ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους του εναγόμενου, το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν θα πρέπει να επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ή τις ελευθερίες άλλων, όπως το επαγγελματικό απόρρητο, ενώ επιτρέπεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπου η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα Δικαστήρια ενεργούν υπό την δικαιοδοτική τους ιδιότητα, όπως και εν προκειμένω. Τέλος, αποτελεί θέση του, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, περιττή και επιδιώκει την καθυστέρηση στη διαδικασία. Επίσης, η αίτηση αποσκοπεί σε απόσπαση και «ψάρεμα» μαρτυρίας, αλλά και αλλότριους σκοπούς και σε αποκάλυψη ή επιθεώρηση που δεν είναι αναγκαία για την δίκαια διεξαγωγή της δίκης. Με βάση δε όλα τα πιο πάνω, εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα αντίκειται στις αρχές που διέπουν το ζήτημα του νομικού επαγγελματικού προνομίου και θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του εναγόμενου για διεξαγωγή της δίκης. Δεν αντεξετάστηκε οιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Στο σημείο αυτό, αναφέρεται πως δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναλάβω όσα οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και θ' αρκεστώ να πω ότι οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί ενδελεχώς από το Δικαστήριο. Όπου κριθεί αναγκαίο κατωτέρω, θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένο σημείο ή σημεία των αγορεύσεων. Το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο στην παρούσα, απασχόλησε και τον αδελφό μου δικαστή Χ. Φιλίππου, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε), στο πλαίσιο της απόφασης του ημερομηνίας 5/6/2018, στην αγωγή 268/2013, Αλεξανδράκη v
- Houry, κ.α. Σ' εκείνη την υπόθεση, στο αίτημα για επιθεώρηση 3 ιατρικών εκθέσεων, προβλήθηκαν λόγοι ένστασης παρόμοιοι με αυτούς που εγείρονται στην παρούσα και έγινε επίκληση από μέρους της καθ' ης η αίτηση του νομικού επαγγελματικού προνομίου (όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό εξάλλου από το απόσπασμα κατωτέρω). Θα υιοθετήσω τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο αδελφός μου δικαστής, η οποία είναι ομολογουμένως εξαιρετική και καλύπτει πλήρως το θέμα. Την παραθέτω αυτούσια: « Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων έχουν αποκρυσταλλωθεί μεταξύ άλλων στις ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marritima SRL
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (1998 1 Α.Α.Δ. 2271, Vector Onega A.G. v. Το Πλοίο M/V Girvas κ.α. (αρ. 4)
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 823,The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600) Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στην λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων με σκοπό την προετοιμασία για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Στην υπόθεση Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55 από τον Brett L.J. στη σελίδα 63 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. It seems to me that every document relates to the matters in question in the action, which not only would be evidence upon any issue, but also which, it is reasonable to suppose, contains in formation which may - not which must - either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary. I have put in the words "either directly or indirectly" because, as it seems to me, a document can properly be said to contain information which may enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary, if it is a document which may fairly lead him to a train of inquiry, which may have either of these two consequences.» Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, παράγραφο 1 σελίδα 2 παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation.» Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δε θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί, κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας (Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431), ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση (Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R. 823). Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη (O' Rourke v. Darbishre
(1920)A.C. 581, H.L. 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 660, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40). Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων, θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Αναφορικά με τη «σχετικότητα» όπως και την «κατοχή» των εγγράφων από την άλλη πλευρά είναι αρκετό για τον αιτητή να αποδείξει την υπόθεση του εκ πρώτης όψεως. Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από το συγκεκριμένο διάδικο γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι Δικαστής της ίδιας της υπόθεσής του. Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28, θ.1 που αντιστοιχεί με την Αγγλική διάταξη O.31 r.12 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, είτε ειδική βάσει της Δ.28 θ.11 που αντιστοιχεί με την O.31 r.19A
(3). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εξάλλου αναφέρεται από τον Αιτητή, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, κυρίως, στην Δ.28 θ.11 η οποία προνοεί τα ακόλουθα:. «The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them.» Σε ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, κατόπιν αίτησης από οποιοδήποτε διάδικο στο ζήτημα, σε οποιοδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα αν μια ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει διαταχθεί να γίνει, να εκδώσει διάταγμα που να ζητά από οποιοδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκο δήλωση κατά πόσο οποιοδήποτε ειδικό έγγραφο ή έγγραφα ή οποιαδήποτε τάξη ή τάξεις εγγράφων που ειδικεύεται ή καθορίζεται στη αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στον κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του, πότε τα αποξενώθηκε και τι απέγιναν. Τέτοια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με ένορκο δήλωση που να αναφέρει ότι εξ όσων κάλλιο πιστεύει ο ενόρκως δηλών ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο το ειδικό ή ειδικά έγγραφα ή την τάξη ή τάξεις εγγράφων που ειδικεύονται ή καθορίζονται στην αίτηση και ότι σχετίζονται με τα ζητήματα της υπόθεσης ή σε μερικά ή σε ένα από αυτά.» Αντίθετα με την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28 θ.1, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28 θ.11. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί, όμως, να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της Δ.28 θ.11 όπου αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί, ανεξάρτητα του αν έχει προηγηθεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 153 η οποία και αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η Δ.28 θ.11 χρησιμοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που με έρεισμα πλέον τoν θ. 11 μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Παρατέθηκε δε το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218, ως αποκαλυπτικό του σκοπού της πανομοιότυπης διάταξης O.31 r.19 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών αλλά και της κοινής αντιμετώπισης με την κυπριακή Διάταξη: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient. ................................................................................................................. In his Lordhip's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents" Στη σελίδα 713 της Ετήσιας Πρακτικής (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι: "The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require at any time if it is not unreasonable to suppose, from certain sources, or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession....". Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή του. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δε διατάσσεται περαιτέρω Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης (Further Affidavit). Όπως αναφέρεται στη σελ. 685 του Annual Practice 1958: «For the purpose of considering whether a further affidavit of documents should be ordered, the affidavit of documents, the documents therein referred to (any documents produced) . and the pleadings were, according to Jones v. Montevideo Co., 5 Q. B. D. p. 558; . the only sources.» Όπως δε προκύπτει περαιτέρω από τη σελ. 713: «Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered;» Στο Annual Practice 1958 (σελ. 725) αναφέρεται επίσης ότι μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί στον Αιτητή το διάταγμα. «A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order.» Στο Annual Practice του 1958 στις σελ. 718 επ. σε σχέση με την εν λόγω διαταγή αναφέρεται ότι δε θα διαταχθεί διάδικος να προσαγάγει κάποιο έγγραφο εκτός εάν αμέσως ή εμμέσως έχει παραδεχθεί τόσο την κατοχή όσο και την σχετικότητα του. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι όταν ο διάδικος έχει παραδεχθεί τόσο την σχετικότητα όσο και την κατοχή κάποιου εγγράφου τότε υπάρχει διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την προσαγωγή του. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση προέβη σε Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων ημερομηνίας 15.05.2017, στην οποία αποκάλυψε ότι έχει στην κατοχή της ένα Πίνακα/Κατάλογο με 7 συνολικά έγγραφα. Εντός του Καταλόγου αυτού συμπεριλαμβάνονται και έγγραφα τα οποία τιτλοφορούνται ως Ιατρικά Πιστοποιητικά από τον Δρ. XXXXX Γεωργίου και τον Δρ. XXXXX Περδίου. Στο πλαίσιο αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε η οποία βρίσκεται ήδη στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια, μεταξύ των δικηγόρων του Αιτητή και των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση, γίνεται αναφορά σε Ιατρικά Πιστοποιητικά του Δρος Κουμή, Δρος Πρωτοπαπά και Δρος Παχνιώτη. Στα πλαίσια της αποκάλυψης τίθεται και η διαδικασία της επιθεώρησης. Κατ' αρχήν η επιθεώρηση ως διαδικασία πραγματοποιείται μεταγενέστερα της διαδικασίας αποκάλυψης. Δηλαδή, το Δικαστήριο αφότου εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων έχει τη δυνατότητα να εκδώσει παρεμφερές διάταγμα προς επιθεώρηση από τα μέρη, των εγγράφων που έχουν προηγουμένως αποκαλυφθεί με ένορκη δήλωση, στα πλαίσια προηγούμενου δικαστικού διατάγματος. Τέτοιο διάταγμα εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του θ.5 της Δ.28 των Θεσμών περί πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή κατόπιν αιτήσεως και συνοδεύεται επιτακτικώς από ένορκη δήλωση: «Μια αίτηση για διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων, εκτός από αυτά που αναφέρονται στα δικόγραφα, λεπτομέρειες ή ενόρκους δηλώσεις του διαδίκου εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση, θα στηρίζεται από ένορκη δήλωση που θα δείχνει για ποια έγγραφα ζητείται επιθεώρηση, ότι το μέρος που αιτείται δικαιούται να επιθεωρήσει και ότι ευρίσκονται στην κατοχή ή στον έλεγχο του άλλου διαδίκου. [.]» Στην απόφαση Alpha Bank Limited v. Πρέστου κ.ά, Αρ. Αγ. 130/06 του Ε.Δ. Πάφου, ημερ. 04.10.2012 του του αδελφού δικαστή κ. Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. όπως ήταν τότε, επισημαίνει ξεκάθαρα ότι: «Η διαδικασία της αποκάλυψης και η διαδικασία της προσαγωγής εγγράφων και/ή επιθεώρηση ή λήψη αντιγράφων είναι δύο αλληλένδετες διαδικασίες που καλύπτονται κάτω από το κεφάλαιο της αποκάλυψης αλλά παρά ταύτα παραμένουν αυτοτελείς. Υπάρχουν τρεις διαδικασίες που στηρίζονται σε αντίστοιχες δικονομικές πρόνοιες που καλύπτουν τρεις ξεχωριστές περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση καλύπτεται από τις πρόνοιες της Δ.28, Θ.6-9 και σχετίζεται με έγγραφα που αναφέρονται στα δικόγραφα, στις λεπτομέρειες και/ή στις ένορκες δηλώσεις και απαιτείται να δοθεί προηγούμενα σχετική ειδοποίηση. Η δεύτερη περίπτωση καλύπτεται από το Θ.5 της Δ.28 και προϋποθέτει Αίτηση που να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και εδώ εμπλέκεται και η περίπτωση που αφορά την επιθεώρηση. Στην τρίτη περίπτωση που στηρίζεται στο Θ.4 της Δ.28 το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσαγωγή εγγράφων και να πάρει σχετικά με αυτά όπως κρίνει δίκαιο.» Η επιθεώρηση εγγράφων γενικότερα εξυπηρετεί σκοπούς ακροαματικής διαδικασίας στην εκάστοτε αγωγή και συγκεκριμένα αποσκοπεί στην απάλειψη οποιουδήποτε ενδεχομένου οποιοδήποτε μέρος να βρεθεί εξ απήνης κατά την ακρόαση. Επιπρόσθετα, θέτει τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου με «ίσα όπλα» και ως εκ τούτου προσφέρεται ευχερέστερα η άρτια και δίκαιη απονομή δικαιοσύνης. Περαιτέρω, η παραλαβή αντιγράφων περιλαμβάνεται και συμπαρασύρεται από την επιθεώρηση εγγράφων, η πραγμάτωσή της δε, εξυπηρετεί τον καθορισμό ενός υποδειγματικού πλαισίου της υπόθεσης καθενός εκ των διαδίκων, χωρίς οποιοσδήποτε να προβαίνει σε διαδικαστικές παρεκτροπές ή υπόκωφα αιφνιδιαστικά τεχνάσματα. Με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης και εμφαίνονται στο πιο πάνω ιστορικό της, πλέον εκείνο που ενδιαφέρει είναι αν θα επιτραπεί η επιθεώρηση και η έκδοση διατάγματος ειδικής αποκάλυψης των ως άνω εγγράφων θα προχωρήσω στη συνέχεια με παράθεση της σχετικής με αυτό το ειδικότερο θέμα νομικής πτυχής. Ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28 θ.11. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί όμως να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της Δ.28 θ.11 όπου αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση μπορεί να καταχωριστεί, ανεξάρτητα του αν έχει προηγηθεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης (βλ. Κάζανος ν. Cyprus Popular Bank Co Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 207/15 Ε.Δ. Λευκωσίας του κ. Αλ. Παναγιώτου Π.Ε.Δ. ημερ. 07.06.2017). Αναφέρθηκαν στην απόφαση αυτή τα ακόλουθα: «Η Δ.28 Θ.11 που ρυθμίζει την ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι πανομοιότυπη με την O.31 R.19 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και ως εκ τούτου η Αγγλική νομολογία είναι καθοδηγητική επί του θέματος (βλ. TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 153). Στην πιο πάνω υπόθεση, παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218: «The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.» ...................................................................................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση που επιδιώκεται η αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου ή κατηγορίας εγγράφων δυνάμει της Δ.28 θ.11, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη αυτών των εγγράφων όπως βέβαια και η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα. Θα πρέπει επιπλέον να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι τα έγγραφα, είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση. Στην υπόθεση Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ιωάννου, Αρ. Αγ. 5246/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας απόφαση ημερ. 28.02.2013 της κας Στ. Χ¨ Γιάννη Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο αιτητής βασίζει την αίτηση του στη Δ.28 θ.1 η οποία ρυθμίζει τη γενική αποκάλυψη εγγράφων και δεν απαιτεί όπως η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Τέτοια απαίτηση προνοείται ρητά από τη Δ.28 θ.11 που ρυθμίζει την ειδική αποκάλυψη εγγράφων, η οποία καθιστά αναγκαία την ύπαρξη ένορκης δήλωσης που να υποστηρίζει την αίτηση και στην οποία θα πρέπει να αναφέρεται ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Με την παρούσα αίτηση, ο αιτητής ζητά γενικά την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, όμως ζητά συγχρόνως και την ένορκη αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων τα οποία και εξειδικεύει. Ειδικότερα αναφέρεται σε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων από το 2007, δηλ. σε χρόνο προγενέστερο της επίδικης σύμβασης που συνομολογήθηκε στις 4.11.08 σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης και σε όλα τα έγγραφα που προηγούνται της επίδικης σύμβασης και τα οποία, όπως αναφέρεται στην αίτηση «είναι άρρηκτα και/ή έμμεσα συνδεδεμένα με την παρούσα αγωγή.» «Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η συγκεκριμενοποίηση των πιο πάνω εγγράφων, των οποίων ζητείται ενόρκως η αποκάλυψη, καθιστούσε απαραίτητη για τον Αιτητή, την επίκληση της Δ.28 θ.11 και όχι της Δ.28 θ.1. Σε τέτοια περίπτωση, η αίτηση θα έπρεπε - όπως επιτακτικά προνοεί η Δ.28 θ.11- να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, με την οποία ο Αιτητής είχε την υποχρέωση να πείσει το Δικαστήριο ότι πράγματι τα εν λόγω έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Ωστόσο, ο Αιτητής βασίζει την αίτηση του στη Δ.28 θ.1 χωρίς να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο στην απουσία ένορκης δήλωσης, αδυνατεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του Αιτητή αφού δεν έχουν τεθεί ενώπιον του ενόρκως, οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ένορκη αποκάλυψη των πιο πάνω εγγράφων, αλλά πολύ περισσότερο δεν έχει επεξηγήσει καθόλου και δεν έπεισε το Δικαστήριο ενόρκως, ότι τα εν λόγω έγγραφα που προηγούνται της επίδικης σύμβασης συνδέονται, σχετίζονται και πώς, με την επίδικη σύμβαση και την παρούσα αγωγή. Είναι περαιτέρω σημαντικό να τονιστεί ότι, ούτε και με την παρούσα αίτηση, ακόμα και στην απουσία ένορκης δήλωσης, δεν επεξηγείται στο Δικαστήριο η σχετικότητα των συγκεκριμένων εγγράφων με τα επίδικα θέματα. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης ή όχι, είναι έργο του Δικαστηρίου να αποφασίσει και όχι των διαδίκων.» Έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο και τις νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται στην υπό κρίση Αίτηση για Ειδική Αποκάλυψη, η προσπάθεια μου στη συνέχεια θα επικεντρωθεί στην ανάλυση των θέσεων που προβάλλονται με τους λόγους Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση. Αυτοί μπορούν να διαχωριστούν σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τους λόγους 1, 2, 3, 4, 5 και 6 όπου η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ότι τα υπό κρίση έγγραφα είναι έγγραφα που καλύπτονται από Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο και ετοιμάστηκαν κατ' εντολή της Gan Direct με σκοπό οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση να είναι σε καλύτερη θέση να τη συμβουλεύσουν και να προετοιμαστούν κατάλληλα σε περίπτωση έγερσης μιας δικαστικής διαδικασίας. Οι λόγοι ένστασης 1,2,3,4,5 και 6 συνιστούν την πρώτη ενότητα και σε αυτούς η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ότι δεν είναι βέβαιο ότι τα υπό κρίση έγγραφα θα παρουσιαστούν κατά την ακροαματική διαδικασία και κατά πόσο θα κλητευθούν οι συντάκτες τους για να μαρτυρήσουν, ότι τα υπό κρίση έγγραφα δεν είναι έγγραφα που σχετίζονται αφ' εαυτού με κάποιο επίδικο στην αγωγή ζήτημα και δεν αποτελούν μέρος των γεγονότων της υπόθεσης αλλά μία εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης αναφορικά με το ζήτημα των ισχυριζόμενων τραυματισμών του Αιτητή καθώς και ότι η αρχή της επίκλησης του Νομικού Επαγγελματικού Προνομίου έγκειται στο ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι ελεύθερη να αναζητήσει μαρτυρία χωρίς να είναι υπόχρεη να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών της στον Αιτητή. Με τους πιο πάνω λόγους ένστασης η Καθ' ης η Αίτηση επικαλείται δηλαδή το Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο στη βάση του οποίου της παρέχεται η διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσο θα διαθέσει για επιθεώρηση τα αιτούμενα με την υπό κρίση Αίτηση έγγραφα. Η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ότι ο λόγος που τα αιτούμενα με την υπό κρίση Αίτηση έγγραφα, τα οποία είναι ιατρικά πιστοποιητικά που ετοιμάστηκαν κατ' εντολή της Gan Direct, ασφαλιστικής εταιρείας της Καθ' ης η Αίτηση, δεν αποκαλύφθηκαν στην Αρχική ΕΔ Αποκάλυψης της έγκειται στο ότι τα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά δεν είναι ολοκληρωμένα καθότι κατά το χρόνο σύνταξής τους οι ιατροί (Δρ Κουμή, Δρ Πρωτοπαπάς και Δρ Παχνιώτης) δεν είχαν στην κατοχή τους συγκεκριμένες εξετάσεις, με αποτέλεσμα να μην ληφθούν υπόψη κατά την ετοιμασία των ιατρικών πιστοποιητικών. Ο άλλος λόγος για τον οποίο τα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν στην Αρχική ΕΔ Αποκάλυψης είναι διότι η Gan Direct ανέμενε τη νομική συμβουλή των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση, κ.κ. Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ, αναφορικά με το κατά πόσο τα εν λόγω έγγραφα θα αποκαλυφθούν και κατ' επέκταση θα είναι διαθέσιμα στον Αιτητή για επιθεώρηση ή εάν είναι έγγραφα προνομιούχα και συνεπώς η Καθ' ης Αίτηση θα έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει κατά πόσο θα τα προσφέρει για επιθεώρηση στην πλευρά του Αιτητή. Όσον αφορά λοιπόν την αρχή του Νομικού Επαγγελματικού Προνομίου, αναφέρεται στο σύγγραμμα Civil Litigation, των John O' Hare και Robert N. Hill, 4η έκδοση, 1986, (σελ. 335) στο οποίο με παρέπεμψε η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση,???????????? ότι το μέρος που προβαίνει σε αποκάλυψη εγγράφων μπορεί να ενστεί στην προσαγωγή για επιθεώρηση προνομιούχων εγγράφων, όρος που περιλαμβάνει: Ι. αλληλογραφία μεταξύ πελάτη και των νομικών του συμβούλων και επίσης έγγραφα που ετοιμάστηκαν ενόψει του Δικαστικού αγώνα (νομικό επαγγελματικό προνόμιο) ΙΙ. έγγραφα που τείνουν να ενοχοποιήσουν ή να εκθέσουν σε ποινή, και ΙΙΙ. έγγραφα η επιθεώρηση των οποίων θα απέβαινε σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος. Επίσης στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, 2005, στην παράγρ. 23-81 αναφέρονται τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Η δεύτερη κατηγορία του νομικού επαγγελματικού προνομίου είναι πλατύτερη από την πρώτη, αλλά εγείρεται μόνο όταν δικαστικός αγώνας επίκειται ή εκκρεμεί. Από αυτό το σημείο οιεσδήποτε επικοινωνίες μεταξύ πελάτη και του δικηγόρου του ή αντιπροσώπου του, ή μεταξύ ενός εξ αυτών και τρίτου προσώπου, θα είναι προνομιούχες εάν γίνονται μόνο ή για τον κυρίαρχο σκοπό της παροχής ή λήψης νομικής συμβουλής αναφορικά με τη δικαστική διαδικασία ή της συλλογής μαρτυρίας για χρήση στη δικαστική διαδικασία. Αυτή είναι η βάση της επίκλησης προνομίου για αλληλογραφία με μάρτυρες γεγονότων ή εμπειρογνώμονες, και αποδείξεις, εκθέσεις ή έγγραφα που δημιουργούνται από αυτούς. Η αρχή είναι ότι ένας διάδικος ή εν δυνάμει διάδικος θα πρέπει να είναι ελεύθερος να αναζητήσει μαρτυρία χωρίς να είναι υπόχρεος να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών του στην άλλη πλευρά.» Στο ίδιο σύγγραμμα (Phipson on Evidence) στην παράγρ. 23-84 γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Re Highgrade Traders
(1984)BCLC 151 όπου οι ασφαλιστές ζήτησαν εκθέσεις καθ' όσον αφορά την αιτία της πυρκαγιάς. Αποφασίστηκε πως είχαν ζητηθεί για δύο σκοπούς, πρώτον για να μπορέσει η εταιρεία να αποφασίσει κατά πόσο να αντιτεθεί στην ασφαλιστική απαίτηση και δεύτερο, για να παράσχει μαρτυρία επί της αιτίας της πυρκαγιάς στα χέρια των δικηγόρων εάν οι εκθέσεις έτειναν να δείξουν ότι τη φωτιά προκάλεσε ο ασφαλισμένος. Πρωτόδικα αποφασίστηκε πως μόνο ο δεύτερος σκοπός καλυπτόταν από προνόμιο και άρα το κριτήριο του κυρίαρχου σκοπού δεν ικανοποιείτο. Αποφασίστηκε κατ' έφεση πως οι δύο σκοποί δεν μπορούσαν να διαχωριστούν και ότι στην πραγματικότητα υφίστατο ένας σκοπός που καλυπτόταν από προνόμιο, δηλαδή να αποφασιστεί κατά πόσο θα υπερασπίζονταν την απαίτηση και να δυνηθούν οι δικηγόροι να τους συμβουλεύσουν επ' αυτού. Στο ως άνω σύγγραμμα Civil Litigation, των John O' Hare και Robert N. Hill, 4η έκδοση, 1986, σελ. 340 αναφέρεται επίσης πως όταν το έγγραφο είναι προνομιούχο, το Δικαστήριο δεν δύναται να διατάξει την επιθεώρηση του ακόμα και αν είναι πολύ σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, πλην όμως το κατά πόσο το έγγραφο είναι προνομιούχο πρέπει να αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Το ζήτημα απασχόλησε τον έντιμο κ. Χ. Μαλαχτό Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε στην υπόθεση Κυριάκου ν. Κουμή, Αρ. Αγ. 5303/06 Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 11.02.2009. Εκεί, η πλευρά του εναγόμενου είχε ζητήσει από εμπειρογνώμονα να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με το επίδικο ατύχημα μαζί με φωτογραφικό υλικό. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του εναγομένου, αυτός πρόβαλλε ένσταση - όπως και στην παρούσα υπόθεση - στην προσαγωγή ή παρουσίαση του εν λόγω εγγράφου διότι, κατά τη θέση του, ήταν προνομιούχο και αποτελούσε μαρτυρία που μπορούσε να παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Μετά από σχετική αίτηση του ενάγοντος για επιθεώρηση του εν λόγω εγγράφου, το Δικαστήριο ανάφερε τα ακόλουθα: «Όπως εξηγείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση το επίδικο έγγραφο είναι έκθεση εμπειρογνώμονα η οποία ετοιμάστηκε κατ' εντολή των δικηγόρων του Εναγόμενου ώστε οι τελευταίοι να είναι σε καλύτερη θέση να συμβουλεύσουν τον πελάτη τους αλλά και να ετοιμαστούν κατάλληλα για να χειριστούν την παρούσα αγωγή. Δεν έχουν ακόμα οι δικηγόροι του Εναγόμενου αποφασίσει κατά πόσο θα παρουσιάσουν την έκθεση κατά την ακροαματική διαδικασία ή και κατά πόσο θα κλητεύσουν τον εν λόγω εμπειρογνώμονα για να μαρτυρήσει. Καθίσταται αντιληπτό, σε βαθμό που να είναι αχρείαστο να επιθεωρήσει το Δικαστήριο το επίδικο έγγραφο, πως δεν πρόκειται για έγγραφο το οποίο σχετίζεται αφ' εαυτού με κάποιο επίδικο στην αγωγή ζήτημα. Το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί μέρος των γεγονότων της υπόθεσης αλλά μια εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης. Είναι πρόδηλο πως αφορά έκθεση εμπειρογνώμονα αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα, έκθεση που ζητήθηκε από τους δικηγόρους του Εναγομένου γεγονός που προδίδει και τον συνδυασμένο σκοπό για τον οποίο ζητήθηκε η έκθεση δηλαδή να δυνηθούν οι δικηγόροι να συμβουλεύσουν ανάλογα και ενδεχομένως κατά την ακροαματική διαδικασία να χρησιμοποιήσουν κάποια στοιχεία. Είναι η κατάληξη μου πως το επίδικο έγγραφο καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο.» Είναι γεγονός, όπως επισημαίνεται και στην αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση ότι η κυπριακή νομολογία δεν είναι πλούσια αναφορικά με το θέμα του Νομικού Επαγγελματικού Προνομίου. Επομένως είναι θεμιτό να ανατρέξει κάποιος σε σχετική με αυτό το ζήτημα νομολογία από χώρες που εφαρμόζουν το Κοινοδίκαιο (common law), το οποίο είναι εφαρμοζόμενο δίκαιο στην Κυπριακή Δημοκρατία με βάση το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση με παρέπεμψαν προς επίρρωση της θέσης τους στις ακόλουθες αποφάσεις που η έρευνα τους εντόπισε και τις οποίες παραθέτω στη συνέχεια και οι οποίες θα με οδηγήσουν στο ανάλογο συμπέρασμα μου: (α) Στην αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council v. Bank of England (No.6) [2004] UKHL 48 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «In the formulation of Millett J in Price Waterhouse v BCCI Holdings (Luxembourg) SA [1992] BCLC 583, 588d-e legal advice privilege attaches to all communications made in confidence between solicitors and their clients for the purpose of giving or obtaining legal advice even at a stage when litigation is not in contemplation. It does not matter whether the communication is directly between the client and his legal adviser or is made through an intermediate agent of either. [.] I agree with the view expressed by Colman J in Nederlandse Reassurantie Groep Holding NV v Bacon & Woodrow Holding [1995] 1 All ER 976 at 982 that the statement of the law in Balabel v Air India does not disturb or modify the principle affirmed in Minter v Priest, that all communications between a solicitor and his client relating to a transaction in which the solicitor has been instructed for the purpose of obtaining legal advice will be privileged, notwithstanding that they do not contain advice on matters of law or construction, provided that they are directly related to the performance by the solicitor of his professional duty as legal adviser of his client.» Σε ελληνική μετάφραση (όπως παρατίθεται στην γραπτή αγόρευση και υιοθετείται για τους σκοπούς της παρούσας): «Στη διατύπωση του Millett J στην Price Waterhouse κατά BCCI Holdings (Λουξεμβούργο) SA [1992] BCLC 583, 588d-e το προνόμιο παροχής νομικής συμβουλής αποδίδεται σε όλες τις επικοινωνίες που πραγματοποιούνται εμπιστευτικά μεταξύ δικηγόρων και πελατών τους με σκοπό την παροχή ή τη λήψη νομικής συμβουλής ακόμη και σε στάδιο κατά το οποίο η εκδίκαση δεν είναι υπό συζήτηση. Δεν έχει σημασία αν η επικοινωνία είναι απευθείας μεταξύ του πελάτη και του νομικού του συμβούλου ή γίνεται μέσω ενός ενδιάμεσου αντιπροσώπου οποιουδήποτε από αυτούς. [.] Συμφωνώ με την άποψη του Colman J στην Nederlandse Reassurantie Groep Holding NV v Bacon & Woodrow Holding [1995] 1 All ER 976 at 982 ότι δήλωση του νόμου στην Balabel ν. Air India δεν διαταράσσει ούτε τροποποιεί την αρχή που επιβεβαιώνεται από την Minter v Priest ότι όλες οι επικοινωνίες μεταξύ ενός δικηγόρου και του πελάτη του σχετικά με μια συναλλαγή για την οποία ο δικηγόρος έχει λάβει εντολή για τη λήψη νομικής συμβουλής θα είναι προνομιούχες, παρά το γεγονός ότι δεν περιέχουν συμβουλή για ζητήματα νόμου ή ερμηνείας, υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση από τον δικηγόρο της επαγγελματικής του ιδιότητας ως νομικού συμβούλου του πελάτη του.» (β) Στην αγγλική υπόθεση Property Alliance Group Ltd v. Royal Bank of Scotland plc [2016] 1 WLR 992 με αναφορά στην υπόθεση Balabel v. Air India [1988] 1 Ch 317 ειπώθηκαν τα εξής: «Taylor LJ conducted a review of the earlier authorities and stated, at pages 330D-G, "Although originally confined to advice regarding litigation, the privilege was extended to non-litigious business. Nevertheless, despite that extension, the purpose and scope of the privilege is still to enable legal advice to be sought and given in confidence. In my judgment, therefore, the test is whether the communication or other document was made confidentially for the purposes of legal advice. Those purposes have to be construed broadly. Privilege obviously attaches to a document conveying legal advice from solicitor to client and to a specific request from the client for such advice. But it does not follow that all other communications between them lack privilege. In most solicitor and client relationships, especially where a transaction involves protracted dealings, advice may be required or appropriate on matters great or small at various stages. There will be a continuum of communication and meetings between the solicitor and client . Where information is passed by the solicitor or client to the other as part of the continuum aimed at keeping both informed so that advice may be sought and given as required, privilege will attach. A letter from the client containing information may end with such words as "please advise me what I should do." But, even if it does not, there will usually be implied in the relationship an overall expectation that the solicitor will at each stage, whether asked specifically or not, tender appropriate advice.¨ Taylor LJ acknowledged the need to keep legal advice privilege within justifiable bounds, but held that HHJ Paul Baker's formulation of the principle had been too narrow. He concluded, at page 332B-D, ". the formulation adopted by Judge Paul Baker and quoted earlier in this judgment is in my view too restrictive. It suggests that a communication only enjoys privilege if it specifically seeks or conveys advice. If it does so, it is privileged, notwithstanding it may also contain "narratives of facts or other statements which in themselves would not be protected." However, the second half of the judge's formulation implies that all documents recording information or transactions with or without instructions or recording meetings lack privilege if they do not specifically contain or seek advice . In my judgment that formulation is too narrow. As indicated, whether such documents are privileged or not must depend on whether they are part of that necessary exchange of information of which the object is the giving of legal advice as and when appropriate.» Σε ελληνική μετάφραση (ως άνω): «Ο Taylor LJ προέβη σε επανεξέταση των προηγούμενων αρχών και ανέφερε, στις σελίδες 330D-G, «Παρόλο που αρχικά περιοριζόταν σε συμβουλές σχετικά με τη δικαστική διαδικασία, το προνόμιο επεκτάθηκε σε ζητήματα που δεν είναι δικαστικά. Παρόλα αυτά, παρά την επέκταση αυτή, ο σκοπός και το εύρος του προνομίου εξακολουθεί να είναι το να επιτρέπει την αναζήτηση νομικής συμβουλής η οποία θα δίδεται εμπιστευτικά. Συνεπώς, κατά την κρίση μου, το ερώτημα είναι αν η επικοινωνία ή άλλο έγγραφο έγινε εμπιστευτικά για σκοπούς παροχής νομικής συμβουλής. Οι σκοποί αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως. Το προνόμιο συνδέεται προφανώς με ένα έγγραφο που παρέχει νομική συμβουλή από δικηγόρο στον πελάτη και με συγκεκριμένο αίτημα του πελάτη για τέτοια συμβουλή. Αλλά δεν προκύπτει ότι όλες οι άλλες επικοινωνίες μεταξύ τους δεν καλύπτονται από το προνόμιο. Στις περισσότερες σχέσεις δικηγόρου και πελάτη, ειδικά όταν μια συναλλαγή αφορά παρατεταμένες δοσοληψίες, μπορεί να απαιτείται ή να είναι απαραίτητη συμβουλή σε σημαντικά ή ασήμαντα θέματα σε διάφορα στάδια. Θα υπάρχει συνεχής επικοινωνία και συναντήσεις μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη ... Όταν οι πληροφορίες διαβιβάζονται από τον δικηγόρο ή τον πελάτη στον άλλο ως μέρος της συνέχισης που αποσκοπεί στο να είναι και οι δύο ενήμεροι ώστε να μπορεί να αναζητηθεί και να δοθεί συμβουλή όπως απαιτείται, υπάρχει προνόμιο. Μια επιστολή από τον πελάτη που περιέχει πληροφορίες μπορεί να τελειώσει με λέξεις όπως «παρακαλώ όπως με συμβουλεύσετε ως προς το τι πρέπει να κάνω». Αλλά, ακόμη και αν δεν συμβαίνει αυτό, συνήθως θα υπάρχει σιωπηρή γενική προσδοκία στη σχέση ότι ο δικηγόρος σε κάθε στάδιο, είτε του ζητείται συγκεκριμένα είτε όχι, θα προσφέρει τις κατάλληλες συμβουλές.» Ο Taylor LJ αναγνώρισε την ανάγκη να διατηρηθεί το προνόμιο της νομικής συμβουλής εντός δικαιολογημένων ορίων, αλλά έκρινε ότι η διατύπωση της αρχής του HHJ Paul Baker ήταν υπερβολικά περιορισμένη. Ολοκλήρωσε, στη σελίδα 332Β-D, «... η διατύπωση που υιοθετήθηκε από τον δικαστή Paul Baker και η οποία παρατέθηκε προηγουμένως σε αυτή την απόφαση είναι κατά την άποψή μου υπερβολικά περιορισμένη. Υποδεικνύει ότι μια επικοινωνία απολαμβάνει προνόμιο μόνο αν επιδιώκει ή μεταφέρει συμβουλή. Αν είναι έτσι, είναι προνομιούχα, παρά το γεγονός ότι μπορεί επίσης να περιέχει «αφηγήσεις γεγονότων ή άλλες δηλώσεις οι οποίες δεν θα προστατευθούν από μόνες τους». Ωστόσο, το δεύτερο μέρος της διατύπωσης του δικαστή σημαίνει ότι όλα τα έγγραφα που καταγράφουν πληροφορίες ή συναλλαγές με ή χωρίς εντολές ή καταγραφές συνεδριάσεων στερούνται προνομίου εάν δεν περιέχουν συγκεκριμένα ή αναζητούν συμβουλή ... Κατά την κρίση μου, η διατύπωση αυτή είναι υπερβολικά στενή. Όπως αναφέρθηκε, το κατά πόσον αυτά τα έγγραφα είναι προνομιούχα ή όχι εξαρτάται από το αν αποτελούν μέρος αυτής της αναγκαίας ανταλλαγής πληροφοριών, σκοπός της οποίας είναι η παροχή νομικής συμβουλής.» Η έρευνα οδήγησε επίσης και σε δύο ακόμα αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας. (α) Στην υπόθεση The Daniels Corporation International Pty Ltd v. Australian Competition and Consumer Commission
(2002)HCA 49 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It is now settled that legal professional privilege is a rule of substantive law which may be availed of by a person to resist the giving of information or the production of documents which would reveal communications between a client and his or her lawyer made for the dominant purpose of giving or obtaining legal advice or the provision of legal services, including representation in legal proceedings. Σε ελληνική μετάφραση (ως άνω): «Είναι τώρα καθιερωμένο ότι το νομικό επαγγελματικό προνόμιο είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ένα πρόσωπο για να αρνηθεί να παραχωρήσει πληροφορίες ή να παρουσιάσει έγγραφα τα οποία θα αποκαλύψουν επικοινωνίες μεταξύ πελάτη και του δικηγόρου του που γίνονται για τον κυρίαρχο σκοπό της λήψης ή παραχώρησης νομικής συμβουλής ή της παραχώρησης νομικών υπηρεσιών περιλαμβανομένης της εκπροσώπησης σε νομικές διαδικασίες.» (β) Στην υπόθεση Pratt Holdings Pty Ltd v. Commissioner of Taxation [2004] FCAFC 122 αναφέρθηκαν τα εξής: «Where the issue, as here, is with whether a document attracts legal advice privilege at the time it is brought into existence (as distinct from whether a copy of it is privileged when communicated at a later date: cf Propend Finance), the obvious starting point is with what was the intended use (or uses) of that document which accounted for it being brought into existence: Grant v Downes, at 692; Propend Finance, at 508. In answering that question - which is a question of fact: Waterford v The Commonwealth [1987] HCA 25;
(1987)163 CLR 54 at 66 -attention necessarily must focus on the purpose (or purposes) of the person who created the document, or who, if not its author, had the authority to, and did, procure its creation: Grant v Downs, at 677; Hartogen Energy Ltd (in liq) v Australian Gas Light Co
(1992)36 FCR 557 at 568-569; Mitsubishi Electric Australia, at 338; Guinness Peat Properties Ltd v Fitzroy Robinson Partnership [1987] 1 WLR 1027 at 1036ff.» Σε ελληνική μετάφραση (ως άνω): «Όταν το ζήτημα, όπως συμβαίνει εδώ, έγκειται στο κατά πόσο ένα έγγραφο είναι προνομιούχο έγγραφο τη στιγμή που δημιουργείται (σε αντίθεση με το αν ένα αντίγραφο αυτού είναι προνομιούχο όταν ανακοινώνεται σε μεταγενέστερη ημερομηνία: βλ. Propend Finance), το προφανές αρχικό σημείο είναι ποια ήταν η σκοπούμενη χρήση (ή χρήσεις) του εν λόγω εγγράφου για την οποία δημιουργήθηκε: Grant v Downes, 692; Propend Finance, στο 508. Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα - το οποίο είναι πραγματικό: Waterford v The Commonwealth [1987] HCA 25;
(1987)163 CLR 54 στο 66 - η προσοχή πρέπει απαραίτητα να επικεντρωθεί στον σκοπό (ή τους σκοπούς) του προσώπου που δημιούργησε το έγγραφο ή ποιος, αν όχι ο συντάκτης του, είχε την εξουσία και προξένησε τη δημιουργία του: Grant v Downs, στο 677; Hartogen Energy Ltd (in liq) v Australian Gas Light Co
(1992)36 FCR 557 στo 568-569, Mitsubishi Electric Australia, στο 338. Guinness Peat Properties Ltd ν Fitzroy Robinson Partnership [1987] 1 WLR 1027 στο 1036ff.» Σε σχέση ειδικότερα ως προς το ζήτημα της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και του διαδίκου και τρίτου προσώπου οι ακόλουθες αποφάσεις είναι σχετικές αποσπάσματα των οποίων παραθέτω στη συνέχεια: (α) Στην Αυστραλιανή απόφαση Trade Practices Commission v. Sterling
(1979)36 FLR 244 αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις εγγράφων που έχουν Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο. Περιλαμβάνεται η περίπτωση επικοινωνιών και εγγράφων μεταξύ του δικηγόρου του διαδίκου και τρίτου προσώπου εάν γίνονται ή ετοιμάζονται όταν αναμένεται ή εκκρεμεί δικαστική διαδικασία για σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας, για το σκοπό της λήψης συμβουλής για τη διαδικασία ή μαρτυρίας που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτή ή πληροφορία που μπορεί να οδηγήσει στην αποκόμιση τέτοιας μαρτυρίας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Communications and documents passing between the party's solicitor and a third party if they are made or prepared when litigation is anticipated or commenced, for the purposes of the litigation, with a view to obtaining advice as to it or evidence to be used in it or information which may result in the obtaining of such evidence. See Wheeler v. Le Marchant
(1881)17 Ch D 675; Laurenson v. Wellington City Corporation
(1927)NZLR 510, and O'Sullivan v. Morton
(1911)VLR 70.» (β) Στην πρόσφατη Αυστραλιανή υπόθεση Cargill Aust Ltd & Ors v. Viterra Malt Pty Ltd & Ors (No 8) [2018] VSC 193 το Δικαστήριο συνόψισε τις αρχές που διέπουν το Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο ως εξής: «Legal professional privilege protects the confidentiality of certain communications made in connection with giving or obtaining legal advice or the provision of legal services. The party claiming privilege bears the onus of establishing that the communication was undertaken, or the document brought into existence, for the dominant purpose of giving or obtaining legal advice. The onus may be discharged by (inter alia) evidence as to the circumstances and context in which the communications occurred or the documents were brought into existence, or by reference to the nature of the documents supported by argument or submissions. The purpose for which a document is brought into existence is a question of fact that must be determined objectively. A dominant purpose is one that predominates over other purposes; it is the prevailing or paramount purpose. An appropriate starting point when applying the dominant purpose test is to ask what was the intended use or uses of the document which accounted for it being brought into existence. Where communications take place between a client and his or her independent legal advisers, or between a client's in-house lawyers and those legal advisers, it is appropriate to assume that legitimate legal advice was being sought, absent any contrary indications. Legal professional privilege will attach to communications between a salaried legal adviser and his or her employer, provided that the legal adviser is consulted in a professional capacity in relation to a professional matter and the communications are made in confidence and arise from the relationship of lawyer and client. A communication made by a third party adviser to a client's lawyer, and a communication made by a third party adviser to a client, will in each case be privileged if made for the requisite dominant purpose of the client obtaining legal advice from the lawyer. Where a communication includes a third party, the question is whether the inclusion of the third party means that the communication or document is no longer confidential; if the third party was under an express or implied obligation not to disclose its contents, the document remains privileged. [.] The principle of legal professional privilege extends to any document prepared by a lawyer or client from which one might infer the nature of the advice sought or given, and to internal documents or parts of documents of the client, or of the lawyer, reproducing or otherwise revealing communications which would be covered by privilege.» Σε ελληνική μετάφραση (ως άνω): «Το νομικό επαγγελματικό προνόμιο προστατεύει την εμπιστευτικότητα ορισμένων επικοινωνιών που πραγματοποιούνται σε σχέση με την παροχή νομικής συμβουλής ή την παροχή νομικών υπηρεσιών. Ο διάδικος που διεκδικεί το προνόμιο φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η επικοινωνία πραγματοποιήθηκε ή το έγγραφο δημιουργήθηκε για τον κυρίαρχο σκοπό της παροχής ή λήψης νομικής συμβουλής. Το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με (μεταξύ άλλων) αποδεικτικά στοιχεία ως προς τις περιστάσεις και το πλαίσιο εντός του οποίου συνέβη η επικοινωνία ή δημιουργήθηκαν τα έγγραφα, ή με αναφορά στη φύση των εγγράφων που υποστηρίζονται από επιχειρήματα ή παρατηρήσεις. Ο σκοπός για τον οποίο δημιουργείται ένα έγγραφο είναι ένα πραγματικό ζήτημα που πρέπει να καθοριστεί αντικειμενικά. Ένας κυρίαρχος σκοπός είναι αυτός που υπερισχύει έναντι άλλων σκοπών· είναι ο επικρατών ή πρωταρχικός σκοπός. Μια κατάλληλη αφετηρία κατά την εφαρμογή του κυρίαρχου σκοπού είναι να αναρωτηθούμε ποια ήταν η σκοπούμενη χρήση ή οι χρήσεις του εγγράφου που την οδήγησε στη δημιουργία του. Όταν πραγματοποιούνται επικοινωνίες μεταξύ ενός πελάτη και των ανεξάρτητων νομικών του συμβούλων, ή μεταξύ των εσωτερικών δικηγόρων του πελάτη και των νομικών συμβούλων, είναι σκόπιμο να υποτεθεί ότι αναζητήθηκε νόμιμη νομική συμβουλή χωρίς να υπάρχουν αντίθετες ενδείξεις. Το νομικό επαγγελματικό προνόμιο θα συνδέεται με τις επικοινωνίες μεταξύ ενός μισθωτού νομικού συμβούλου και του εργοδότη του, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος διαβουλεύεται υπό την επαγγελματική του ιδιότητα σε σχέση με ένα επαγγελματικό θέμα και οι επικοινωνίες γίνονται εμπιστευτικά και προκύπτουν από τη σχέση δικηγόρου και πελάτη. Η επικοινωνία ενός τρίτου συμβούλου με το δικηγόρο ενός πελάτη, και η επικοινωνία που γίνεται από ένα τρίτο σύμβουλο σε έναν πελάτη, θα είναι προνομιούχα εάν γίνεται για τον απαιτούμενο κυρίαρχο σκοπό του να λάβει νομική συμβουλή ο πελάτης από το δικηγόρο. Όταν η επικοινωνία περιλαμβάνει ένα τρίτο πρόσωπο, το ερώτημα είναι εάν η συμπερίληψη του τρίτου προσώπου σημαίνει ότι η επικοινωνία ή το έγγραφο δεν είναι πλέον εμπιστευτικά· αν το τρίτο πρόσωπο είχε ρητή ή σιωπηρή υποχρέωση να μην αποκαλύψει το περιεχόμενό του, το έγγραφο παραμένει προνομιούχο. [.] Η αρχή του νομικού επαγγελματικού προνομίου επεκτείνεται σε κάθε έγγραφο που συντάσσεται από δικηγόρο ή πελάτη, από το οποίο μπορεί κανείς να συμπεράνει τη φύση της συμβουλής που ζητήθηκε ή παρασχέθηκε, και σε εσωτερικά έγγραφα ή μέρη εγγράφων του πελάτη, ή του δικηγόρου, αποκαλύπτοντας τις επικοινωνίες που θα καλύπτονταν από το προνόμιο.» Η έρευνα κατέδειξε ότι δεν υπάρχει ούτε κυπριακή ούτε αγγλική νομολογία, ειδικότερα σε σχέση με τα ιατρικά πιστοποιητικά και πότε αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως προνομιούχα έγγραφα, δηλαδή το κατά πόσο ιατρικά πιστοποιητικά που ετοιμάστηκαν προς όφελος διαδίκου κατ' εντολή των δικηγόρων του ώστε οι τελευταίοι να είναι σε καλύτερη θέση να συμβουλεύσουν τον πελάτη τους αλλά και να ετοιμαστούν κατάλληλα για να χειριστούν την αγωγή. Η μόνη απόφαση από δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε χώρα που εφαρμόζει το κοινοδίκαιο, όπως κατέδειξε η έρευνα είναι μία απόφαση από Εφετείο του Χονγκ Κονγκ η οποία αναφέρει ότι τέτοια έγγραφα είναι προνομιούχα. Αυτή η απόφαση μνημονεύεται στο αγγλικό σύγγραμμα που πραγματεύεται το Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο ως η μοναδική απόφαση που υπάρχει. Πρόκειται για την απόφαση του Εφετείου του Χονγκ Κονγκ Chung Fung Chu v. Secretary for Justice [2007] HKCA 451 όπου ο Αιτητής ζήτησε αντίγραφο της ιατρικής έκθεσης του Δρος Chu ισχυριζόμενος ότι η ιατρική έκθεση ήταν προς το συμφέρον του. Το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «It is clear in my view that the report was (and is) subject to legal professional privilege. It came into existence after the proceedings were commenced and was prepared by Dr Chu for the purposes of advising or informing the Respondent in regard to the litigation. The conditions of legal professional privilege are clearly satisfied. The fact that Dr Chu had examined the Applicant before preparing the report makes no difference. Of course if the Respondent intends to adduce Dr Chu's report as expert evidence in the proceedings, that would be different but that is not the case. Nor has the Respondent waived legal professional privilege in any way. Σε ελληνική μετάφραση: «Είναι ξεκάθαρο κατά την άποψή μου ότι η έκθεση ήταν (και είναι) υποκείμενη σε νομικό επαγγελματικό προνόμιο. Δημιουργήθηκε μετά την έναρξη διαδικασιών και συντάχθηκε από το Δα. Chu για σκοπούς συμβουλής ή ενημέρωσης του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με τη διαδικασία. Οι προϋποθέσεις του νομικού επαγγελματικού προνομίου πληρούνται. Το γεγονός ότι ο Δρ Chu εξέτασε τον Αιτητή πριν την ετοιμασία της έκθεσης δεν έχει σημασία. Φυσικά εάν ο Καθ' ου η Αίτηση προτίθεται να προσκομίσει την έκθεση του Δρος Chu ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα στη διαδικασία, αυτό θα ήταν διαφορετικό αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ούτε ο Καθ' ου η Αίτηση αποποιήθηκε του δικαιώματός του για επίκληση νομικού επαγγελματικού προνομίου.» Η πιο πάνω απόφαση μνημονεύεται και στο σύγγραμμα Privilege του Collin Passmore, 3rd edn., Chapter 3, Section 10, παρ. 3-246, footnote 396, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Of course, when a medical report is prepared for the benefit of a defendant which involves an examination of the claimant, that report will privileged while in the hands of the defendant: see, if any authority is needed for this proposition, the Hong Kong Court of Appeal decision in Chung Fung Chu v Secretary for Justice [2007] HKCA
- In such situations, the claimant should usually know that the report is being prepared confidentially for the use of the opposing party.» Σε ελληνική μετάφραση: «Φυσικά, όταν ετοιμάζεται μία ιατρική έκθεση προς όφελος ενός εναγόμενου η οποία περιλαμβάνει εξέταση του ενάγοντα, η έκθεση αυτή θα είναι προνομιούχα ενόσω βρίσκεται στα χέρια του εναγομένου: βλ., εάν χρειάζεται κάποια αυθεντία για την αρχή αυτή, την απόφαση του Εφετείου του Χονγκ Κονγκ στην υπόθεση Chung Fung Chu v Secretary for Justice [2007] HKCA
- Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ενάγων πρέπει συνήθως να γνωρίζει ότι η έκθεση ετοιμάζεται εμπιστευτικά για τη χρήση του αντιδίκου.» » Εν προκειμένω, η ιατρική έκθεση του Δρ. Ηλία Γεωργίου, ετοιμάστηκε με οδηγίες της Υδρόγειου Ασφαλιστικής, με σκοπό οι δικηγόροι της εν λόγω Ασφαλιστικής και του εναγόμενου να είναι σε καλύτερη θέση να συμβουλεύσουν τους πελάτες τους σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας, καθώς και να προετοιμαστούν κατάλληλα σε σχέση με την υπόθεση. Σκοπός της εξέτασης της ενάγουσας και σύνταξης ιατρικής έκθεσης από τον ιατρό της επιλογής της ασφαλιστικής εταιρείας και του εναγόμενου, ήταν η καταγραφή των ευρημάτων και της γνώμης του ως εμπειρογνώμονα ιατρού, αναφορικά με τους ισχυριζόμενους τραυματισμούς της ενάγουσας. Ο εναγόμενος συμπεριέλαβε το επίδικο έγγραφο στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, στον πίνακα Β, δηλώνοντας από την πρώτη στιγμή ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είναι προνομιούχο και καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο, καθώς ετοιμάστηκε κατ' εντολή του εναγόμενου, με σκοπό να είναι σε καλύτερη θέση οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση του, να προετοιμαστούν κατάλληλα σε σχέση με τη δικαστική διαδικασία. Αυτή ήταν και η θέση των δικηγόρων του εναγόμενου, στο ηλεκτρονικό μήνυμα τους ημερ. 29/11/2021, με το οποίο απάντησαν σε αίτημα των δικηγόρων της ενάγουσας για να τους αποσταλεί το συγκεκριμένο έγγραφο. Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας, η θέση του εναγόμενου ότι το επίδικο έγγραφο καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο, γίνεται αποδεκτή. Ο σκοπός για τον οποίο ζητήθηκε και ετοιμάστηκε το επίδικο ιατρικό πιστοποιητικό, προκύπτει ξεκάθαρα μέσα από τα λεγόμενα του Ευαγγελίδη, ο οποίος επίσης αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση ακόμα να γνωρίζουν εάν θα χρησιμοποιήσουν το υπό κρίση έγγραφο κατά την ακροαματική διαδικασία, καθότι αυτό θα αποφασισθεί σε κατοπινό στάδιο. Και βεβαίως, όπως ορθά αναφέρει ακολούθως, αν σε κατοπινό στάδιο η πλευρά του εναγόμενου αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο έγγραφο κατά την ακροαματική διαδικασία, για να μπορέσει να το κάνει, θα πρέπει να παραιτηθεί από το προνόμιο και να παραδώσει, πριν την έναρξη της διαδικασίας, αντίγραφο του εγγράφου στην άλλη πλευρά. Ως προκύπτει περαιτέρω, το υπό συζήτηση έγγραφο, δεν είναι έγγραφο που σχετίζεται αφ' εαυτού με κάποιο επίδικο ζήτημα στην αγωγή, καθώς δεν αποτελεί μέρος των γεγονότων της υπόθεσης, αλλά μία εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης του ιατρού αναφορικά με το ζήτημα των τραυματισμών που υπέστη η ενάγουσα. Δεν θεωρώ δε πως η συμπερίληψη του συγκεκριμένου εγγράφου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, με τον τρόπο που αναφέρθηκε ή η συμπερίληψη του γιατρού Γεωργίου στον κατάλογο μαρτύρων του εναγόμενου, προκειμένου να μπορεί ο εναγόμενος να χρησιμοποιήσει το έγγραφο και τον μάρτυρα κατά την ακροαματική διαδικασία, εφόσον έτσι αποφασίσει, αλλάζει την ουσία του πράγματος. Ως εκ τούτου, το ιατρικό πιστοποιητικό δεν είναι έγγραφο το οποίο είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται όταν ένας διάδικος ζητά αποκάλυψη εγγράφων και δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό στο δικόγραφο του εναγόμενου. Σκοπός της ετοιμασίας του εγγράφου είναι αφενός η διαπίστωση των αιτιών των ισχυριζόμενων τραυματισμών της ενάγουσας και αφετέρου η παροχή πληροφοριών στους δικηγόρους του εναγόμενου προκειμένου να είναι σε θέση να συμβουλεύσουν τόσο τον τελευταίο όσο και την ασφαλιστική εταιρεία ως προς τις γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που αξιώνονται στην υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Στη βάση της νομολογίας πιο πάνω, όπως ορθά αναφέρεται από τον Ευαγγελίδη, η αρχή της επίκλησης του Νομικού Επαγγελματικού Προνομίου έγκειται στο δικαίωμα του εναγόμενου να αναζητήσει μαρτυρία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών του στην ενάγουσα. Το αν υπέστηκε δε η ενάγουσα τους τραυματισμούς που ισχυρίζεται στις έγγραφες προτάσεις της, εναπόκειται στην ίδια να το αποδείξει μέσω μαρτυρίας που θα προσκομίσει και δεν είναι καθόλου αντιληπτή η θέση της Παρασκευά, ότι από τη συγκεκριμένη έκθεση «..πιθανόν από τη μια να φανεί εάν όντως η Ενάγουσα/Αιτήτρια υπέστηκε ή δεν υπέστηκε αυτά τα οποία ισχυρίζεται και από την άλλη με το ύψος πιθανόν των αποζημιώσεων.». Ως εκ των ανωτέρω και στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, το ιατρικό πιστοποιητικό του οποίου ζητείται η προσαγωγή και επιθεώρηση συντάχθηκε προς όφελος των δικηγόρων του εναγόμενου και συνεπώς αποτελεί έγγραφο που καλύπτεται από Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο. Γι' αυτό, δεν μπορεί ο εναγόμενος να υποχρεωθεί να το διαθέσει προς επιθεώρηση στην πλευρά της ενάγουσας. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, οι λόγοι ένστασης 1-6 και 8 γίνονται αποδεκτοί. Είναι επίσης αποδεκτό, ότι η αίτηση αποσκοπεί σ' επιθεώρηση που δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης (βλ. λόγο ένστασης 7). Δεν θεωρώ όμως πως έχει καταδειχθεί ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, αλλά ούτε κακοπιστία ή αλλότριοι σκοποί από μέρους της ενάγουσας. Η τελευταία, για τους λόγους που εξήγησε, απλά θεώρησε ότι δικαιούται να λάβει ή να επιθεωρήσει την ιατρική έκθεση. Επίσης, διαπιστώνω πως δεν προκύπτει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και σίγουρα όχι μοιραία για την αίτηση καθυστέρηση. Η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι η μη παράδοση της ιατρικής έκθεσης, συνιστά παράβαση των προσωπικών της δεδομένων. Το ζήτημα, με κάθε σεβασμό λέω, τίθεται γενικά και αόριστα στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα άρθρα του σχετικού νόμου ή σε νομολογία. Γι' αυτό, η συγκεκριμένη θέση δεν μπορεί να εξεταστεί και απορρίπτεται. Ότι άλλο χρειάζεται να εξεταστεί, είναι το εξής. Αποτελεί θέση της πλευράς της ενάγουσας, ότι την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση θα έπρεπε να την κάνει ο εναγόμενος, ως διάδικο μέρος και δεν αποκαλύπτεται κανένας λόγος που να δικαιολογεί γιατί να προβεί ο Ευαγγελίδης στην ένορκη δήλωση. Ο Ευαγγελίδης, ο οποίος ως αναφέρθηκε είναι διευθυντής στο Τμήμα Απαιτήσεων της Υδρογείου Ασφαλιστικής, η οποία παρείχε τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος ασφάλιση στο όχημα του εναγόμενου, κατ' αρχήν ανέφερε ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος τόσο από τον εναγόμενο όσο και από την εν λόγω Ασφαλιστική Εταιρεία να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει τα γεγονότα καλώς και προσωπικώς ως εκ της θέσης του, αλλά και από πληροφορίες που έχει πάρει από τους δικηγόρους του εναγόμενου. Δεν έμεινε όμως μέχρι εδώ. Στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του, εξηγεί ακριβώς για ποιο λόγο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του εναγόμενου. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά ζητήματα για τα οποία τον αποκλειστικό χειρισμό έχει η Υδρόγειος Ασφαλιστική και επίσης οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί στην ενάγουσα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, εκ του νόμου έχει υποχρέωση πληρωμής του η ασφαλιστική εταιρεία του οχήματος. Συναφώς, έχοντας κατά νουν όσα αναφέρθηκαν, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, διαπιστώνεται ότι ο Ευαγγελίδης ήταν αναμφίβολα κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Συναφώς, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας. (Υπ.)..................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο