← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Boris Sosin ν. -, Αίτηση Έκδοσης: 7/2022, 19/5/2023

Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Boris Sosin ν. -, Αίτηση Έκδοσης: 7/2022, 19/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης: 7/2022 Αναφορικά με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο 95/1970 και Αναφορικά με τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/1970 και Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Boris Sosin Ημερομηνία: 19.5.2023 Για την Αιτούσα Αρχή: κα Φρ. Σωτηρίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Εκζητούμενο: κ. Α. Σάββα Εκζητούμενος: Παρών Μεταφράστρια από την ελληνική στη ρωσική κα Ζ. Λαζίδου: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση επιζητείται από τη Ρωσική Ομοσπονδία να της παραδοθεί ο εκζητούμενος, άτομο με Ρωσική και Ισραηλινή υπηκοότητα, για να δικαστεί για αδίκημα το οποίο κατ' ισχυρισμό διέπραξε στην εν λόγω χώρα και συγκεκριμένα για τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης κατά τη λήψη πληρωμών, δηλαδή την υπεξαίρεση χρημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων κατά τη λήψη παροχών, αποζημιώσεων, επιδοτήσεων και άλλων κοινωνικών πληρωμών που καθορίζονται από νόμους και άλλες κανονιστικές νομικές πράξεις, με την υποβολή εν γνώσει ψευδών και/ή αναξιόπιστων πληροφοριών, το οποίο διαπράχθηκε με συνομωσία από ομάδα προσώπων, σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα κατά παράβαση του μέρους 4 του Άρθρου 159.2 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά την περίοδο από 27.2.2014 έως 12.8.

  1. Ο εκζητούμενος ο οποίος παρέμεινε ελεύθερος με εγγύηση κατά την ακρόαση της υπόθεσής του συμμορφωμένος με τους όρους που το Δικαστήριο του έθεσε, έφερε ένσταση στο ως άνω αίτημα και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Εκ μέρους της Αιτούσας αρχής παρουσιάστηκαν 4 μάρτυρες ενώ για τον εκζητούμενο ένας. Ως Μ.Α.1 παρουσιάστηκε ο κ. Πλατής ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως λειτουργός νομικών θεμάτων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης στη Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας. Ο μάρτυρας περιέγραψε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση από τη λήψη του αιτήματος από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέχρι την υπογραφή της εξουσιοδότησης από την τότε Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας (η Υπουργός) για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης. Ισχυρίστηκε ότι ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 20.10.2022 στο αεροδρόμιο Λάρνακας δυνάμει ρωσικής ερυθράς αγγελίας και πως το Υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε από τις Ρωσικές Αρχές διευκρινήσεις αναφορικά με τα έγγραφα έκδοσης που στάλθηκαν για την έκδοσή του. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων που αποτελείται από 59 φύλλα χαρτί στα οποία έκανε ειδικότερη αναφορά στο κατάλληλο κάθε φορά σημείο της μαρτυρίας του. Στις σελίδες 2 έως 5 του εν λόγω τεκμηρίου είναι η επιστολή της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κύπρο ημερ. 10.11.2022 η οποία είναι γραμμένη στα ρωσικά με τη μετάφρασή της στα ελληνικά προς την Υπουργό με την οποία ζητείται η έκδοση του παρόντος εκζητούμενου. Περιλαμβάνεται επίσης στις σελίδες 6 έως 20 στα ρωσικά και στις σελίδες 21 έως 36 στα ελληνικά αντίστοιχα, το «Διάταγμα περί Προσελεύσεως του Κατηγορούμενου» το οποίο ισχυρίστηκε πως αποτελεί το κατηγορητήριο της υπόθεσης και ταυτόχρονα και την έκθεση γεγονότων. Περιλαμβάνεται περαιτέρω στις σελίδες 37 και 38 και 39 έως 42, στα ρωσικά και τα ελληνικά αντίστοιχα το έγγραφο ημερ. 20.5.2022 που ισχυρίστηκε ότι είναι το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από τις Ρωσικές Αρχές και το οποίο απαιτείται από το άρθρο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων. Στις σελίδες 43 έως 46 περιλαμβάνεται το «Διάταγμα περί αναζήτησης του κατηγορούμενου ημερ. 21.2.2017 και στις σελίδες 47 έως 54 αντίγραφο της αίτησης του εκζητούμενου ημερ. 20.6.2011 για έκδοση διαβατηρίου στην οποία περιλαμβάνονται στοιχεία για την οικογενειακή του κατάσταση, τη διεύθυνση διαμονής του καθώς και φωτογραφίες του. Τέλος οι σελίδες 55 έως 57 στα ρωσικά και οι σελίδες 58 και 59 στα ελληνικά αντίστοιχα αφορούν απόσπασμα από τον Ποινικό Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας αναφορικά με τα αδικήματα στα οποία εδράζονται οι κατηγορίες. Ο Μ.Α.1 ισχυρίστηκε επίσης πως λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας καθορίστηκε ως πολιτική στο Υπουργείο να ζητούνται από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας πρόσθετες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις ως προς την τήρηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επικράτειά της. Αυτές λήφθηκαν για την παρούσα υπόθεση στις 29.11.2022 και κατατέθηκαν ως τεκμήριο
  2. Στη συνέχεια επεξήγησε ένα προς ένα τα σημεία του εν λόγω τεκμηρίου και ισχυρίστηκε ότι στη σελίδα 2 αυτού το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας διαβεβαιώνει το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι ισχύουν και για τον παρόντα εκζητούμενου οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στις 24.10.2022 στην αίτηση έκδοσης κάποιου άλλου Ρώσου υπηκόου. Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω διαβεβαιώσεις διαλαμβάνουν άλλες διεθνείς συμβάσεις και δεσμευτικά νομικά κείμενα πέραν της Ε.Σ.Δ.Α. όπως το Διεθνές Σύμφωνο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Κατέθεσε στη συνέχεια ως τεκμήριο 3 το έγγραφο ημερ. 24.10.2022 για το οποίο γίνεται αναφορά στο τεκμήριο 2 με το οποίο η Γενική Εισαγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας εγγυάται ότι σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα της 16.12.1966 θα παρασχεθούν στον εκζητούμενο, μεταξύ άλλων, όλες οι δυνατότητες της προστασίας, συμπεριλαμβανομένης και της βοήθειας δικηγόρων και δεν θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε βάναυσα, απάνθρωπα και ταπεινωτικά για την αξιοπρέπεια είδη συμπεριφοράς ή τιμωρίας. Εγγυάται επίσης ότι το αίτημα για έκδοση δεν έχει στόχο να διωχθεί ο εκζητούμενος για λόγους πολιτικούς, θρησκευτικούς, φυλετικούς ή εθνικούς. Θα διωχθεί μόνο για το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοσή του και μετά την αποπεράτωση της ποινικής δίωξης ή της δικαστικής διαδικασίας και στην περίπτωση της καταδίκης μετά την εκτέλεση της ποινής θα μπορεί να φύγει από τη Ρωσία. Ο εκζητούμενος θα κρατηθεί σε ένα ίδρυμα στο οποίο οι συνθήκες ανταποκρίνονται στα κριτήρια που προβλέπονται στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ημερ. 16.12.
  3. Σύμφωνα με το τεκμήριο 3 θα μπορεί επίσης σε περίπτωση που ισχυριστεί ότι είναι θύμα παραβίασης οποιουδήποτε από τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ημερ. 16.12.1966, αφού προηγουμένως εξαντλήσει όλα τα διαθέσιμα εσωτερικά μέτρα προστασίας, να υποβάλει γραπτή αναφορά στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Ο.Η.Ε. προκειμένου αυτή να την εξετάσει λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Ρωσική Ομοσπονδία αναγνωρίζει την αρμοδιότητα της Επιτροπής να λαμβάνει και να εξετάζει αιτήσεις προσώπων που ισχυρίζονται πως είναι θύματα της παραβίασης των διατάξεων του Συμφώνου. Σύμφωνα με το άρθρο 129 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τον Ομοσπονδιακό Νόμο «Περί της Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας» οι εισαγγελικές αρχές εποπτεύουν την τήρηση των νόμων στα ιδρύματα του σωφρονιστικού συστήματος, είναι ανεξάρτητες και έχουν την αρμοδιότητα να ζητήσουν τη συμμόρφωση με τους νόμους από άλλες αρχές αναφορικά με την τήρηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των υπόπτων, κατηγορουμένων και καταδικασθέντων προσώπων. Ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι μόλις λήφθηκαν τα έγγραφα έκδοσης από τη Ρωσική Ομοσπονδία, εξέτασε κατά πόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση του φυγοδίκου και ετοίμασε στη συνέχεια την εξουσιοδότηση της Υπουργού Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Α.1 ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 1 παραλήφθηκε διά της διπλωματικής οδού μέσω της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κύπρο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Ρωσική Ομοσπονδία παρά την αποχώρησή της από το Συμβούλιο της Ευρώπης εξακολουθεί να δεσμεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων αφού αυτή είναι «ανοικτού τύπου» σύμβαση δηλαδή μπορούν να είναι μέλη της και κράτη που δεν συμμετέχουν στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι πέραν από το Διεθνές Δίκαιο υπάρχουν και οι διαβεβαιώσεις της εθνικής νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας τις οποίες το Υπουργείο Δικαιοσύνης στη βάση της αρχής της αβροφροσύνης μεταξύ των κρατών δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει και οι εν λόγω διαβεβαιώσεις είναι αυτές που δόθηκαν με τα τεκμήρια 1, 2 και
  5. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης με απόφασή του ημερ. 18.10.2022 μετά την αποχώρηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας από την Ε.Σ.Δ.Α. καθόρισε ως πολιτική του να ζητά πρόσθετες διαβεβαιώσεις και ικανοποιήθηκε ότι αυτές θα τηρηθούν. Ως Μ.Α.2 παρουσιάστηκε ο Αστ. Μαρκίδης του Τ.Α.Ε. Λάρνακας ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στη διαδικασία για την έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης για τον εκζητούμενο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5 την κατάθεση του Αστ. Παπαϊωάννου ο οποίος εντόπισε το μήνυμα «Stop List» των Ρωσικών Αρχών σχετικά με τον εκζητούμενο και ως τεκμήριο 6 το μήνυμα της Ιντερπόλ το οποίο αναφέρει ότι ο εκζητούμενος καταζητείται από τις Ρωσικές Αρχές. Παρουσίασε επίσης διάφορα άλλα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 8 έως
  6. Κατά τη μοναδική ερώτηση που του τέθηκε κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο που κατάθεσε ως τεκμήριο 9 παρουσιάζει τη λίστα των κρατών που υπέγραψαν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων ως αυτή ίσχυε μέχρι τις 14.6.
  7. Ως Μ.Α.3 παρουσιάστηκε ο Αστ. Παπαθεοδώρου του Τ.Α.Ε. Λάρνακας ο οποίος αναφέρθηκε στη διαδικασία σύλληψης του φυγόδικου και κατέθεσε ως τεκμήριο 14 το έντυπο πληροφόρησης δικαιωμάτων συλληφθέντος το οποίο ισχυρίστηκε ότι έχει το αντίστοιχο περιεχόμενο με το τεκμήριο 12 που είναι συνταγμένο στα ρωσικά. Ο Μ.Α.3 δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Α.4 παρουσιάστηκε η κα Χατζηπροδρόμου η οποία εργάζεται ως νομικός στη Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και χειρίζεται αιτήματα έκδοσης φυγοδίκων. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στα ηλεκτρονικά μηνύματα που απευθύνθηκαν προς τη Γενική Εισαγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και κατέθεσε ως τεκμήριο 15 αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 6.2.2023 προς υπάλληλο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας αναφορικά με τις επιπρόσθετες πληροφορίες που ζήτησε να λάβει η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 16 τις εν λόγω πληροφορίες. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η Ρωσική Ομοσπονδία εξακολουθεί να δεσμεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων παρά την αποχώρησή της από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Α.4 ισχυρίστηκε ότι για σκοπούς καλύτερης προώθησης του αιτήματος για την έκδοση του εκζητούμενου κρίθηκε ορθότερο να ζητηθούν πρόσθετες εγγυήσεις και πληροφορίες από τις Ρωσικές Αρχές οι οποίες δόθηκαν με το σχετικό έγγραφο ημερ. 17.2.2023, τεκμήριο
  8. Ισχυρίστηκε πως σύμφωνα με τις εγγυήσεις που δόθηκαν θα τηρηθούν όλες οι διεθνείς πρόνοιες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εκζητούμενου και πως αυτός θα διωχθεί μόνο για το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοσή του και πως μετά την εκδίκαση της υπόθεσής του θα του επιτραπεί να φύγει από το έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ο δικηγόρος κ. Μαυρόγιαννης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α καθώς και τα τεκμήρια 17 έως
  9. Στη γραπτή του δήλωση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο του Σάντερλαντ και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες. Από το 2013 ασκεί τη δικηγορία στην Ελλάδα και ασχολήθηκε με αρκετές υποθέσεις που αφορούν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα και λόγω της ενασχόλησής του με τον εν λόγω τομέα φροντίζει να ενημερώνεται για τις σχετικές εξελίξεις. Ισχυρίστηκε ότι του ζητήθηκε να παρουσιάσει την νομική του άποψη κατά πόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα διασφαλίζονται και τυγχάνουν σεβασμού στη Ρωσική Ομοσπονδία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Ρωσία κατέχει τη 2η θέση στη μη εφαρμογή των αποφάσεων του Ε.Δ.Α.Δ. και κατέθεσε ως τεκμήριο εκτύπωση από την επίσημη ιστοσελίδα του European Implementation Network το οποίο είναι όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 16.3.2022 η Ρωσική Ομοσπονδία αποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης λόγω της εισβολής της στην Ουκρανία και ότι στις 23.3.2022 το Συμβούλιο αποφάσισε επίσης όπως την παύσει από μέλος της Ε.Σ.Δ.Α. και του Ε.Δ.Α.Δ. από τις 16.9.
  10. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 22 ανακοίνωση της Ρωσικής Δούμας σύμφωνα με την οποία ψηφίστηκε νομοθεσία με την οποία οποιαδήποτε απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. μετά τις 15.3.2022 δεν θα εφαρμόζεται στη Ρωσία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω της αποχώρησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας από την Ε.Σ.Δ.Α. και το Ε.Δ.Α.Δ. η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αυτή δεν είναι επαρκής ή ενδεδειγμένη αφού δεν υπάρχει ασφαλιστική δικλείδα και έλεγχος για την προστασία τους επειδή δεν εφαρμόζονται οι σχετικές αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η συμμετοχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966 δεν αποτελεί εχέγγυο για την προστασία και την τήρηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αφού η σχετική μέσω των Η.Ε. δικαστική διαδικασία και οι σχετικές αποφάσεις είναι αναγνωριστικού χαρακτήρα και δεν επιφέρουν οποιεσδήποτε κυρώσεις. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε τις πανεπιστημιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Σάντερλαντ στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2005 τις οποίες ολοκλήρωσε το 2009 και στη συνέχεια παρακολούθησε στο ίδιο πανεπιστήμιο μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών με τίτλο «Human Rights and Civil Liberties» και έλαβε τον μεταπτυχιακό του τίτλο το
  11. Από τις 13.2.2013 ανήκει στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και από την 1.9.2017 είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σε ερώτηση αναφορικά με την εμπειρία του στον τομέα της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων ισχυρίστηκε ότι στην Ελλάδα ασχολήθηκε με πολλές υποθέσεις που αφορούσαν ζητήματα απελάσεων ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Αθηνών στις οποίες ο προσφεύγων προωθούσε το θέμα ότι δεν θα τύγχανε δίκαιης δίκης στη χώρα όπου θα απελαυνόταν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν χειρίστηκε καμία υπόθεση ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. και ότι η ανώτερη ιεραρχικά υπόθεση που χειρίστηκε ήταν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στην Ελλάδα και αφορούσε υπόθεση απέλασης. Δεν έλαβε μέρος σε καμιά αποστολή του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά την σύνταξη των εκθέσεών του, δεν αρθρογράφησε ποτέ σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα ούτε δίδαξε σε σχέση με αυτά σε οποιαδήποτε σχολή. Ισχυρίστηκε πως στην Ελλάδα χειρίστηκε υποθέσεις Ρώσων εναντίον των οποίων εκδόθηκαν διατάγματα απέλασης στη Ρωσική Ομοσπονδία και πως η κατάσταση για αυτή την οποία παρουσιάζει στη δήλωσή του τη γνωρίζει μέσα από το διαδίκτυο και τον ηλεκτρονικό τύπο. Μετά την ολοκλήρωση της προσκόμισης μαρτυρίας οι δικηγόροι των μερών ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Η κα Σωτηρίου εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων του αιτητή ήταν αξιόπιστη και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει αποδεκτή σε αντίθεση με αυτή του Μ.Υ. η οποία ήταν γενική και αόριστη και δεν αναφέρεται στις εγγυήσεις που δόθηκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που διέπουν την επίδικη αίτηση και εισηγήθηκε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία αυτές έχουν ικανοποιηθεί. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για τον οποίο δεν θα έπρεπε να διαταχθεί η έκδοση του εκζητούμενου. Εισηγήθηκε τέλος ότι οι εγγυήσεις που δόθηκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία και οι οποίες βασίζονται στο εθνικό και διεθνές δίκαιο είναι επαρκείς και διασφαλίζουν ότι ο εκζητούμενος θα τύχει δίκαιης δίκης και δεν θα καταστρατηγηθούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματά του και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει την επίδικη αίτηση. Από την άλλη ο κ. Σάββα εισηγήθηκε ότι τα έγγραφα που απέστειλαν οι Ρωσικές Αρχές προς υποστήριξη της αίτησής τους και περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 1 δεν αποτελούν ένταλμα σύλληψης και δεν ικανοποιούν τις πρόνοιες του άρθρου 12 του Ν.95/
  12. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο αποκαλύπτουν μια χαοτική ασυνέπεια η οποία δεν επιτρέπει την κατάληξη σε οποιαδήποτε σαφή ευρήματα με συνέπεια και πάλι να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
  13. Εισηγήθηκε τέλος ότι λόγω της απόφασης του Συμβουλίου της Ευρώπης να παύσει την Ρωσική Ομοσπονδία από μέλος της Ε.Σ.Δ.Α. εξέλειπε η ασφαλιστική δικλείδα για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην εν λόγω χώρα με αποτέλεσμα οι διασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν ότι ο εκζητούμενος εάν εκδοθεί σε αυτή θα τύχει δίκαιης δίκης δεν είναι επαρκείς και ενδεδειγμένες επειδή δεν βασίζονται στην Ε.Σ.Δ.Α. Η μαρτυρία του Μ.Α.1 αφορούσε την παρουσίαση των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του ως λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αυτά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και συνακόλουθα γίνονται αποδεκτά. Από αυτά αποκαλύπτεται ότι στις 17.2.2017 οι αρμόδιες αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποφάσισαν να κατηγορήσουν τον εκζητούμενο για τη διάπραξη εγκλήματος σύμφωνα με το μέρος 4 του άρθρου 159.2 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (σελ. 6 έως 33 του τεκμηρίου 1). Ο εκζητούμενος φέρεται ως δράστης διάπραξης του αδικήματος της υπεξαίρεσης 2.497.000 ρουβλιών που διατέθηκαν από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως αποζημίωση για υλικές ζημιές σε σχέση με την απώλεια περιουσίας λόγω του ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ από ομάδα προσώπων με προηγούμενη συνεννόηση σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα που έλαβε χώρα από τις 27.2.2014 έως τις 12.8.2014 στην περιφέρεια Μπριάνσκ της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ο εκζητούμενος αναζητήθηκε στη διεύθυνση διαμονής του αλλά δεν εντοπίστηκε και στις 21.2.2017 κηρύχθηκε καταζητούμενος (σελ. 43 έως 46 του τεκμηρίου 1). Στις 2.7.2021 ο εκζητούμενος τέθηκε στον διεθνή κατάλογο καταζητούμενων από το Εθνικό Κέντρο Ιντερπόλ του Υπουργείου Εσωτερικών Υποθέσεων της Ρωσίας στην περιφέρεια Μπριάνσκ και στις 20.5.2022 εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Στις 10.11.2022 η Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κυπριακή Δημοκρατία με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας προς την Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ζήτησε την έκδοση του παρόντος εκζητούμενου. Στις 29.11.2022 το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας διαβίβασε τις εγγυήσεις της τελευταίας ότι το αίτημα για έκδοση δεν έχει στόχο να διωχθεί ο εκζητούμενος για λόγους πολιτικούς, θρησκευτικούς, φυλετικούς ή εθνικούς και ότι θα διωχθεί μόνο για το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοσή του. Απέστειλε σχετικά το έγγραφο ημερ. 24.10.2022 (τεκμήριο 3). Στις 2.12.2022 η Υπουργός υπέγραψε την εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης (τεκμήριο 4). Η μαρτυρία του Μ.Α.2 ήταν τυπική και αφορούσε τη διαδικασία έκδοσης του προσωρινού εντάλματος σύλληψης του εκζητούμενου και την παρουσίαση των σχετικών εγγράφων ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε αφού μόνο μία ερώτηση του τέθηκε κατά την αντεξέτασή του, η οποία ήταν διευκρινιστικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα όσα ισχυρίστηκε να έχουν παραμείνει στην ουσία αναντίλεκτα και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με αυτά στις 20.10.2022 ο εκζητούμενος αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας και κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στη βάση δεδομένων της Ιντερπόλ διαπιστώθηκε ότι αυτός καταζητείτο από τις Ρωσικές Αρχές για έκδοσή του. Εναντίον του εκδόθηκε αυθημερόν προσωρινό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε αργότερα την ίδια ημέρα. Κατά τη σύλληψή του πληροφορήθηκε γραπτώς στα ρωσικά τους λόγους της σύλληψής του καθώς και τα δικαιώματά του ως συλληφθέν πρόσωπο. Η μαρτυρία του Μ.Α.3 δεν αμφισβητήθηκε καθόλου και για αυτό γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της από το Δικαστήριο. Στις 20.10.2022 μετέφερε τον εκζητούμενο από το αεροδρόμιο στο ΤΑΕ Λάρνακας. Η μαρτυρία της Μ.Α.4 αφορούσε την παρουσίαση των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή της στα πλαίσια των καθηκόντων της ως λειτουργού στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα εν λόγω έγγραφα αφορούν τις διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις που έδωσαν οι αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας ότι θα τηρηθούν όλες οι διεθνείς πρόνοιες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εκζητούμενου. Τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια δεν αμφισβητήθηκαν. Ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στο Μητρώο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφού ο εν λόγω ισχυρισμός του ομοίως δεν αμφισβητήθηκε. Αποδέχομαι επίσης ότι χειρίστηκε τέτοιας φύσης υποθέσεις στα Ελληνικά Δικαστήρια. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν τυγχάνουν σεβασμού στη Ρωσική Ομοσπονδία επειδή από όσα ισχυρίστηκε δεν προκύπτει ότι χειρίστηκε οποιαδήποτε τέτοια υπόθεση που να αφορά την εν λόγω χώρα για να είναι σε θέση να σχηματίσει ιδία άποψη για το εν λόγω θέμα. Κρίνω συνακόλουθα πως δεν απέκτησε επαρκή γνώση του θέματος της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσική Ομοσπονδία ώστε η γνώμη του να καθίσταται επιβοηθητική στην επίλυση τούτου του επίδικου θέματος. Συνεπώς κρίνω ότι ο ως άνω ισχυρισμός του στερείται πειστικότητας, δεν πείθει για τη βασιμότητά του και δεν γίνεται αποδεκτός. Ακόμα όμως και να αποδεχόμουν τον εν λόγω ισχυρισμό του κρίνω ότι αυτός δεν θα επενεργούσε προς όφελος του εκζητούμενου αφού δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι αυτή η κατάσταση θα οδηγούσε και σε παραβίαση των δικαιωμάτων του σε περίπτωση έκδοσής του. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα πιο πάνω την οποία κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναλάβω προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της επίδικης αίτησης. Ως γνωστό, η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκων αποσκοπεί «στον παραμερισμό των συνόρων ως φραγμού στη δίωξη του σοβαρού εγκλήματος που αποτελεί κοινή επιδίωξη των Εθνών» (Hachem

(1991)1 Α.Α.Δ., 723). Κατ' επέκταση, οι διεθνείς συμβάσεις που αφορούν στην έκδοση φυγοδίκων, ερμηνεύονται κατά φιλελεύθερο τρόπο για να επιτευχθεί ο στόχος που επιδιώκουν, που δεν είναι άλλος από την καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνές επίπεδο (Atapina v. Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ., 1509). Στην υπόθεση ΈΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ TON ALADIN FATHI EL-BUSTANI,
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, έγινε αναφορά στη σχέση μεταξύ του Ν.95/70 και του Ν.97/70 και λέχθηκε πως «Προς το σκοπό άρσης οποιασδήποτε αμφιβολίας για τις συνέπειες στο κυπριακό νομικό στερέωμα των δυο νομοθετημάτων, διευκρινίζεται ότι ο Ν 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων, ενώ ο Ν 95/70 καθορίζει με την κύρωση της Συνθήκης τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσεχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγόδικων. Ο Ν 97/90 βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες όπου ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση (Άρθρο 3 - Ν 97/90)». Σύμφωνα με το άρθρο 2.1 του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικού) Νόμου 95/1970 έκδοση ενεργείται για πράξεις που είναι κολάσιμες τόσο από το αιτούν Μέρος όσο και από το Μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση και τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανώτατου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή αυστηρότερα. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 12 του Ν.95/1970 μια αίτηση για έκδοση υποβάλλεται εγγράφως και διά της διπλωματικής οδού και προς υποστήριξή της προσάγονται το πρωτόκολλο ή επίσημο αντίγραφο είτε της εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή κάποιας άλλης πράξης που έχει την ίδια ισχύ και εκδόθηκε κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους. Προσάγεται επίσης έκθεση των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, ο τόπος και ο χρόνος πράξεως, ο κατά νόμο χαρακτηρισμός των πράξεων, η παραπομπή στις νομοθετικές διατάξεις οι οποίες έχουν εφαρμογή και αντίγραφό των εν λόγω διατάξεων και κάθε άλλη πληροφορία η οποία μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα του εκζητούμενου προσώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(5)(γ) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 97/1970 σε περίπτωση αίτησης έκδοσης δυνάμει της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων που κυρώθηκε από τον Ν.95/1970 εφαρμόζονται οι διατάξεις της εν λόγω σύμβασης αντί οι διατάξεις του εδαφίου
(5)του άρθρου 9 του Νόμου 97/1970. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Shimkevich, Πολιτική Έφεση Αρ.235/2012, ημερ. 30.3.2017, λέχθηκε ότι «Σε διαδικασία όπως στην παρούσα, διάχυτη είναι η αρχή της αβροφροσύνης, καθότι αφορά διακρατικές σχέσεις και η περίπτωση έκδοσης φυγοδίκων έχει ως μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του εγκλήματος, τηρουμένων πάντοτε των εχεγγύων που παρέχουν οι συνθήκες και εσωτερική νομοθεσία. Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Γεγονότων, στα δικαιολογητικά έγγραφα που τη συνοδεύουν αλλά και ο αλλοδαπός Νόμος της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση της φύσης αυτής και δεν παρέχεται η ευχέρεια σ΄ αυτό να τα αμφισβητήσει. Η απόδειξη τους όπως και οποιαδήποτε υπεράσπιση του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν το Δικαστήριο της χώρας που αιτείται την έκδοση του (βλ. Re Victor Nicolaevich Makushin
(2012)1 Α.Α.Δ. 567 και Re Evans
(1994)1 W.L.R. 1006, Mechavor (Aρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228)». Στην ως άνω υπόθεση λέχθηκε περαιτέρω με σχετική αναφορά και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Konovalova, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, ημερ. 30.9.2015, ECLI:CY:AD:2015:D639 ότι στη διαδικασία έκδοσης το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης περιορίζεται στα γεγονότα όπως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Γεγονότων και εξετάζει πρωταρχικά κατά πόσο από το υλικό που τίθεται ενώπιόν του αποκαλύπτεται επιλήψιμη συμπεριφορά που να παρέχει τη δυνατότητα αναγνωρίσεως ποινικού αδικήματος με βάση την ημεδαπή νομοθεσία. Στην υπόθεση Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228 λέχθηκε ότι «Το άρθρο 12
(2)(β) δεν περιέχει διάταξη για ειδικό έγγραφο στο οποίο να αναφέρονται όλα μαζί τα γεγονότα». Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται, είναι να δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για να διαπιστώνεται η ακριβής περιγραφή της πράξης ή των πράξεων που καταλογίζονται στον εκζητούμενο και ότι αυτές συνιστούν αδίκημα (Kotlyarenko v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2011)1 Α.Α.Δ. 505). Έχοντας υπόψη μου όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 καθώς και από την εξουσιοδότηση της Υπουργού, τεκμήριο 4, που τέθηκαν ενώπιόν μου διαπιστώνω ότι η συμπεριφορά του εκζητούμενου, ως φαίνεται στο «Διάταγμα περί Προσελεύσεως του Κατηγορουμένου» αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως το ποινικό αδίκημα της απάτης κατά τη λήψη πληρωμών, δηλαδή την υπεξαίρεση χρημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων κατά τη λήψη παροχών, αποζημιώσεων, επιδοτήσεων και άλλων κοινωνικών πληρωμών που καθορίζονται από νόμους και άλλες κανονιστικές νομικές πράξεις, με την υποβολή εν γνώσει ψευδών και/ή αναξιόπιστων πληροφοριών, το οποίο διαπράχθηκε με συνομωσία από ομάδα προσώπων, σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα κατά παράβαση του μέρους 4 του Άρθρου 159.2 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά την περίοδο από 27.2.2014 έως 12.8.
  1. Το εν λόγω αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δέκα ετών. Αποκαλύπτεται επίσης από την εξουσιοδότηση της Υπουργού ότι οι ως άνω κατ' ισχυρισμό εγκληματικές πράξεις που καταλογίζονται στον εκζητούμενο συνιστούν πέρα από παράβαση της νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και παράβαση της Κυπριακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα των άρθρων 20 (αυτουργοί), 21 (συναυτουργοί), 255 (κλοπή), 262 (ποινή κλοπής), 297 (ψευδείς παραστάσεις), 298 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις) 300 (απάτη), 331 (ορισμός πλαστογραφίας), 333 (καταρτισμός πλαστού εγγράφου) και 371 (συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος), του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 τα οποία επιφέρουν ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω συνακόλουθα κρίνω ότι έχει ικανοποιηθεί ο κανόνας της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας (άρθρο 2.1 του Ν.95/1970). Διαπιστώνω επίσης ότι η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε εγγράφως διά της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κυπριακή Δημοκρατία και προς υποστήριξή της προσάχθηκε αντίγραφο του εγγράφου ημερ. 20.5.2022 που εκδόθηκε από τις Ρωσικές Αρχές εναντίον του εκζητούμενου. Από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου προκύπτει ότι ο εκζητούμενος αναζητήθηκε στον τόπο που δήλωσε ως διαμονή του και επειδή δεν εντοπίστηκε εκεί εναντίον του εκδόθηκε από δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Σοβέτσκι της Περιφέρειας του Μπριάνσκ ένταλμα σύλληψης. Συνεπώς κρίνω ότι το εν λόγω έγγραφο πράγματι αποτελεί ένταλμα σύλληψης που αναφέρεται στο άρθρο 12 του Ν.95/1970 Προσάχθηκε επίσης έκθεση των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του παρόντος εκζητούμενου από την οποία αποκαλύπτεται ότι οι κατ' ισχυρισμό εγκληματικές πράξεις τελέστηκαν στην περιφέρεια του Μπριάνσκ της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά την περίοδο από τις 27.2.2014 έως τις 12.8.
  2. Προσάχθηκε περαιτέρω αντίγραφο του άρθρου 159 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας καθώς και οι αναγκαίες πληροφορίες αναφορικά με την ταυτότητα και την εθνικότητα του εκζητούμενου ήτοι η επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερ. 20.5.2022 σύμφωνα με την οποία ο εκζητούμενος γεννήθηκε στις 8.6.1966 στην Νοβοζιμπκόβ της περιφέρειας του Μπριάνσκ και δήλωσε ως τόπο διαμονής του το χωριό [ ], οδός [ ]
  3. Έχοντας επίσης υπόψη μου όσα προκύπτουν από τα έγγραφα που περιέχονται στο τεκμήριο 1 προχωρώ να εξετάσω την εισήγηση του κ. Σάββα ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο αποκαλύπτουν μια χαοτική ασυνέπεια η οποία δεν επιτρέπει την κατάληξη σε οποιαδήποτε σαφή ευρήματα με συνέπεια και πάλι να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του SERGE EFIMOV,
(2009)1 Α.Α.Δ. 326 λέχθηκε ότι δεν είναι ο ρόλος του Δικαστηρίου που εξετάζει το ζήτημα της έκδοσης να αποφασίσει την ενοχή ή την αθωότητα του εκζητούμενου και ως εκ τούτου δεν αξιολογεί σε βάθος τη μαρτυρία ούτε προβαίνει σε ευρήματα. Είναι πράγματι αρκετές οι σελίδες του τεκμηρίου 1 και στις σελίδες 21 έως 33 αυτού γίνεται αναφορά σε πολλούς τόπους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σε πολλά πρόσωπα και σε πολλές και διαφορετικές ενέργειες οι οποίες καταλαμβάνουν μια μεγάλη χρονική περίοδο. Παρά όμως τα πιο πάνω σε αυτές φαίνεται με χρονολογική σειρά και με επαρκή λεπτομέρεια τι καταλογίζεται στον εκζητούμενο και καθένα από όσους φέρονται ως συνεργοί του ότι διέπραξαν. Συνεπώς κρίνω ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο επιτρέπουν στο Δικαστήριο να προβεί σε όσες διαπιστώσεις είναι επιτρεπτό για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Έχοντας υπόψη μου όσα εκτίθενται στις εν λόγω σελίδες του τεκμηρίου 1 με όλο το σεβασμό προς την εισήγηση του κ. Σάββα κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Ν.95/1970. Έχοντας ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 2.1 και 12 του Ν.95/1970 προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση του δικηγόρου του εκζητούμενου πως δεν υφίστανται πλέον διασφαλίσεις ότι σε περίπτωση που ο εκζητούμενος εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία θα τύχει δίκαιης δίκης επειδή επαρκείς και ενδεδειγμένες είναι μόνο οι εγγυήσεις που προσκομίζονται με βάση την Ε.Σ.Δ.Α. Το άρθρο 6
(1)του Ν.97/1970 ορίζει ότι: «Ουδείς θέλει εκδoθή δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ εις Κράτoς συvάψαv συvθήκηv εκδόσεως μετά της Δημoκρατίας . εάv . τo εκδικάζov τηv αίτησιv της εκδόσεως δικαστήριov . κρίvη ότι- (α) τo αδίκημα, δι' o oύτoς διώκεται ή κατεδικάσθη είvαι πoλιτικoύ χαρακτήρoς· (β) η αίτησις εκδόσεως (καίτoι εμφαvιζoμέvη ως αφoρώσα εις αδίκημα δι' o δύvαται vα χωρήση έκδoσις) υπεβλήθη εv τη πραγματικότητι επί τω σκoπώ διώξεως ή κoλάσεως αυτoύ λόγω της φυλής εις ηv αvήκει, τωv θρησκευτικώv αυτoύ πεπoιθήσεωv, της εθvικότητoς τoυ ή τωv πoλιτικώv αυτoύ φρovημάτωv· ή (γ) oύτoς θα ηδύvατo, εφ' όσov εvηργείτo η έκδoσις τoυ, vα τύχη δυσμεvoύς μεταχειρίσεως κατά τηv εκδίκασιv της υπoθέσεως τoυ ή vα κoλασθή, κρατηθή ή περιoρισθή η πρoσωπική αυτoύ ελευθερία, λόγω της φυλής εις ηv αvήκει, τωv θρησκευτικώv αυτoύ πεπoιθήσεωv, της εθvικότητoς τoυ ή τωv πoλιτικώv αυτoύ φρovημάτωv». Ο κ. Σάββα παρέπεμψε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του D.A.A., Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2021, ημερομηνίας 8.7.2022, στην έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης ημερομηνίας 16.3.2022 με την οποία έπαυσε τη Ρωσική Ομοσπονδία από μέλος του εξαιτίας της στρατιωτικής επίθεσης που η τελευταία διενεργεί κατά της Ουκρανίας. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε επίσης αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης ημερομηνίας 23.3.2022 σύμφωνα με την οποία «Τhe Russian Federation shall cease to be a High Contracting Party to the European Convention on Human Rights on 16 September 2022. In line with the Resolution of 22 March 2022 of the European Court of Human Rights, the Court remains, competent to deal with applications directed against the Russian Federation in relation to acts or omissions capable of constituting a violation of the Convention provided that they occurred until 16 September 2022». Στην ως άνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε επίσης πως το Νομοθετικό Σώμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας με απόφασή του ίδιας ημερομηνίας με αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης ημερομηνίας 23.3.2022 αποφάσισε την αποχώρηση της χώρας από την Ε.Σ.Δ.Α., εν πάση περιπτώσει. Αναφέρθηκαν επίσης στην εν λόγω υπόθεση και τα ακόλουθα: «Με τη διαμορφωθείσα, ως ανωτέρω, κατάσταση πραγμάτων, συνεπεία των προαναφερθεισών αποφάσεων του Συμβουλίου και την απόφαση της Ρωσικής Ομοσπονδίας να αποσυρθεί από την Ε.Σ.Δ.Α., έπαυσε να υφίσταται η διαβεβαίωση που η τελευταία είχε δώσει, ως ανωτέρω, σε σχέση με τον εφεσείοντα, στο πλαίσιο της αίτησης έκδοσης. Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω εγγυήσεις που είχαν δοθεί για τη διασφάλιση, προς όφελος του, συγκεκριμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, εμφανώς, εξέλειπαν. Ως αποτέλεσμα, απώλεσε και η απόφαση του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 83/2020 το υπόβαθρο της· δεν υφίσταται πλέον η διαβεβαίωση ότι αν ο εφεσείων αποδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, θα τύχει δίκαιης δίκης». Έχοντας υπόψη μου όλα όσα αποφασίστηκαν στην ως άνω υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του D.A.A. κρίνω ότι αυτή δεν έθεσε γενικό κανόνα πως λόγω της απόσυρσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας από την Ε.Σ.Δ.Α. κάθε αίτηση για έκδοση φυγόδικου στην εν λόγω χώρα θα απορρίπτεται επειδή οι εγγυήσεις που δίδει δεν θα θεωρούνται πλέον ικανοποιητικές. Κρίνω επίσης ότι η παρούσα υπόθεση στην οποία δόθηκαν εγγυήσεις με βάση την εθνική νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του Διεθνούς Συμφώνου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται διαφοροποιείται από την ως άνω υπόθεση στην οποία κρίθηκε ότι οι εγγυήσεις που είχαν αρχικά δοθεί στη βάση της Ε.Σ.Δ.Α. εξέλειπαν στη συνέχεια λόγω της αποχώρησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας από την εν λόγω σύμβαση. Στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ YAZEED ESSA
(2007)1 Α.Α.Δ. 1127 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα του βάρους της απόδειξης των ισχυρισμών του προσώπου εναντίον του οποίου εξετάζεται αίτηση για την έκδοση του έχουν καθοριστεί με τον πιο κάτω τρόπο από το Δικαστή Diplock στην υπόθεση Fernandez v. Government of Singapore [1971] 2 All E.R. 691 ως ακολούθως: "38. Το βάρος απόδειξης για τα πιο πάνω θέματα βρίσκεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση και δεν είναι αυτό της ποινικής δίκης δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία ούτε της αστικής υπόθεσης δηλ. με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Είναι κατώτερο απ' αυτά, δοθέντος της σοβαρότητας των συνεπειών επιστροφής ενός προσώπου. Είναι αρκετό εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα (reasonable chance), ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει (substantial grounds for thinking) ή σοβαρή πιθανότητα (serious possibility) να υφίστανται αυτές οι επιπτώσεις. Σε τέτοια περίπτωση ο φυγόδικος δεν θα εκδοθεί."» Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι ο εκζητούμενος δεν ισχυρίστηκε για ποιο λόγο δεν θα τύχει δίκαιης δίκης σε περίπτωση έκδοσής του στην εν λόγω χώρα, π.χ. ότι ενδεχομένως θα στερηθεί υπηρεσιών δικηγόρου ή ότι η δίωξή του γίνεται για πολιτικούς, θρησκευτικούς, φυλετικούς ή εθνικούς λόγους, κρίνω ότι δεν παρουσίασε στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογη ή σοβαρή πιθανότητα ή ουσιώδεις λόγους που θα υποστήριζαν τη θέση του. Αντιθέτως, έχω ικανοποιηθεί ότι σε περίπτωση που αποδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία θα έχει όλα τα δικαιώματα και εγγυήσεις που διασφαλίζουν το θεμελιώδες δικαίωμά του για διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Συνεπώς για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται. Διατάσσεται η έκδοση του εκζητούμενου στη Ρωσική Ομοσπονδία για να δικαστεί από τα Δικαστήρια της χώρας του σχετικά με το ποινικό αδίκημα για το οποίο ζητήθηκε η έκδοσή του. Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι να εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία σύμφωνα με τον Νόμο. Δίδονται οδηγίες όπως η παρούσα απόφαση κοινοποιηθεί αμελλητί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.