← Κύπρος

S.S. ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα A. S. ν. M. Z., Αρ. Αγωγής: 595/14, 23/2/2023

S.S. ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα A. S. ν. M. Z., Αρ. Αγωγής: 595/14, 23/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 595/14 Μεταξύ: Α.Μ. και Κ.Κ. ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα A. S. Ενάγοντα και M. Z. Εναγόμενης Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/02/2022 Μεταξύ: S.S. ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα A. S. Ενάγοντα και M. Z. Εναγόμενης Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα. Πιτσιλλίδου με κα Δημητρίου για Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα. Κλαϊδου και Μ. Χειμωνίδου για TTC Temple Court Chambers. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι ο αποβιώσαντας A.S. κατά την περίοδο 11/03/2009 μέχρι 12/08/2009 ήταν ανίκανος να διαχειρίζεται τις υποθέσεις ή/και την περιουσία του. Επίσης ζητά όπως αναγνωριστεί ότι το μισό μερίδιο του ακινήτου στην οδό [ ], στην Λάρνακα, περιήλθε στην περιουσία του αποβιώσαντα μετά τον θάνατό του και αποτελεί μέρος αυτής και ότι η μεταβίβαση που είχε γίνει στην Εναγόμενη δυνάμει δωρεάς είναι άκυρη ή/και το αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης ή/και εξαναγκασμού ή/και δόλου. Διαζευτικά, ζητείται αναγνωριστική απόφαση ότι η μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου επ ονόματι της Εναγόμενης είναι άκυρη γιατί είναι το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων ή/και δηλώσεων της Εναγόμενης προς τις Αρμόδιες Αρχές και ότι το πληρεξούσιο, με το οποίο έγινε η δωρεά στο όνομα της Εναγόμενης του συγκεκριμένου μεριδίου, είναι άκυρο λόγω ψυχικής πίεσης ή εξαναγκασμού ή/και δόλου στην λήψη του. Ζητείται παράλληλα δηλωτική απόφαση ότι η μεταβίβαση είναι άκυρη, παράνομη ή/και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος. Αξιώνονται αποζημιώσεις ύψους €200.000 για τις ζημιές που υπέστη η διαχείριση του αποβιώσαντα συνεπεία του δόλου ή/και της απάτης της Εναγομένης στον αποβιώσαντα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, ο οποίος απεβίωσε στις 20/01/2012. Καθορίστηκε διαχειριστής δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 07/10/2021, στην Αίτηση Διαχείρισης 198/13 με σκοπό την προστασία και διαφύλαξη της περιουσίας του αποβιώσαντα. Η Εναγόμενη είναι αδελφότεκνη του αποβιώσαντα, Ισραηλινή υπήκοος, μόνιμα διαμένουσα στο Ισραήλ. Ο αποβιώσαντας γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 1923, είχε κυπριακή ιθαγένεια και διέμενε μόνιμα στην Κύπρο από το 1947. Στις 19/05/2009 ο αποβιώσαντας εισήχθη σε στέγη ηλικιωμένων όπου και διέμενε μέχρι τις 20/01/12 όταν και απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε τέσσερα

(4)παιδιά, οι οποίοι είναι μοναδικοί κληρονόμοι του. Σύναψε δεύτερο γάμο, μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του, το 1973 χωρίς να αποκτήσει οποιαδήποτε τέκνα. Την 01/02/2002 ο αποβιώσαντας μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του κατέστησαν ιδιοκτήτες κατά 1/2 μερίδιο του ακίνητου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ601, στην οδό [ ], στην Λάρνακα ο καθένας τους. Στις 14/08/2007 ο αποβιώσαντας δώρισε το δικό του μισό μερίδιο στο συγκεκριμένο ακίνητο σε ένα από τα τέσσερα
(4)τέκνα του, την F.S. και το υπόλοιπο μισό μερίδιο παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα της δεύτερης συζύγου του, η οποία απεβίωσε τον Ιούλιο του
  1. Μετά τον θάνατο της συζύγου του ο αποβιώσαντας απώλεσε την ικανότητα να αυτοεξυπηρετείται και υπέφερε από γεροντική άνοια, με την κατάσταση της πνευματικής του υγείας να φτάνει στο απροχώρητο τον Ιανουάριο του 2009 όπου και ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες υγιεινής, γυρνούσε γυμνός στους δρόμους και έψαχνε τα σκυβαλοδοχεία για φαγητό. Από τον Ιανουάριο του 2009 μέχρι τον Μάιο του 2009, τέθηκε υπό την επιτήρηση του Γραφείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και με τη διαπίστωση της ανικανότητάς του να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του έγινε εισήγηση, από τον αρμόδιο λειτουργό, όπως τρίτο πρόσωπο αναλάβει τη φροντίδα του εξού και στις 19/05/2009 ο αποβιώσαντας μεταφέρθηκε για νοσηλεία και διαμονή στη Στέγη Ηλικιωμένων «Ολύμπια» στη Λάρνακα. Περί τα τέλη Αυγούστου του 2009 διαπιστώθηκε από τον υπεύθυνο γιατρό στη Στέγη Ηλικιωμένων ότι ο αποβιώσαντας βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, έπασχε από γεροντική άνοια, δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις υποθέσεις του και δεν είχε αντίληψη του τι γινόταν και που βρισκόταν. Στις 11/03/2009, ο αποβιώσαντας είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς την Εναγόμενη δίδοντάς της, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του διά δωρεάς ή/και πώλησης σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ακολούθως, στις 02/04/2009 διόρισε ή και συγκατατέθηκε όπως διοριστούν διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας δεύτερης συζύγου του δικηγόροι από τη Λάρνακα για να αιτηθούν όπως τους παραχωρηθούν έγγραφα διαχειρίσεως για την περιουσία της. Στις 17/07/2009, οι συγκεκριμένοι διαχειριστές απέδωσαν στον αποβιώσαντα, μοναδικό κληρονόμο της αποβιώσασας συζύγου του, το μισό μερίδιο του ακινήτου στο οποίο κατέστη εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης στις 17/07/
  2. Κατά τον ίδιο χρόνο ο αποβιώσαντας απευθύνθηκε στις Αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας αιτούμενος άδεια για απόκτηση της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας ως αλλοδαπός. Στις 20/07/2009 η Εναγόμενη, χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 11/03/2009 που της είχε παραχωρήσει ο αποβιώσαντας, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο ενώπιον λειτουργών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας επ' ονόματί της με τη Δήλωση Μεταβίβασης Δ.1136/
  3. Μετά από απαίτηση του Κτηματολογίου, η Εναγόμενη είχε διαβιβάσει στο Κτηματολόγιο Λάρνακας ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23/07/2009 με την οποία διαβεβαίωνε το Κτηματολόγιο ότι είχε συνεχή επικοινωνία με τον αποβιώσαντα, ότι αυτός ήταν ικανό πρόσωπο με δικαιοπρακτική ικανότητα και ότι συμφωνούσε με τη σκοπούμενη μεταβίβαση. Το συγκεκριμένο μισό μερίδιο ενεγράφη επ' ονόματι της Εναγόμενης στις 12/08/
  4. Όμως, κατά την υπογραφή του πληρεξούσιου εγγράφου, ημερομηνίας 11/03/2009, ο αποβιώσαντας ήταν παντελώς ανίκανος να διαχειρίζεται τις υποθέσεις και την περιουσία του και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου αλλά ούτε και να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της υπογραφής του. Η Εναγόμενη στις 20/07/2009 και 23/07/2009, ενεργώντας δόλια ή/και απατηλά, προέβη σε ψευδείς παραστάσεις και δηλώσεις ενώπιον των λειτουργών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας με σκοπό να προσποριστεί προς ίδιο όφελος το συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο στερώντας το από την περιουσία του αποβιώσαντα. Ως λεπτομέρειες του δόλου ή/και της απάτης ή/και της ψυχικής πίεσης ή/και του εξαναγκασμού, καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι υπόγραψε ή/και βοήθησε ή/και συνήργησε όπως υπογραφτεί το πληρεξούσιο έγγραφο, ότι συνωμότησε με τρίτο πρόσωπο για τον καταρτισμό του συγκεκριμένου εγγράφου ημερομηνίας 11/03/2009, ότι ενώ γνώριζε την πνευματική ή/και σωματική ανικανότητα του αποβιώσαντα άσκησε σ' αυτόν ψυχική πίεση, ότι κατάφερε να αποσπάσει την υπογραφή του δόλια και απατηλά, ότι εκμεταλλεύτηκε την εξουσιοδότηση που της παρείχε το συγκεκριμένο έγγραφο και μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στο όνομά της και ότι η ίδια προέβη σε ψευδείς παραστάσεις και δηλώσεις ενώπιον των αρμοδίων λειτουργών του Κτηματολογίου Λάρνακας. Λόγω των ενεργειών της Εναγόμενης η περιουσία του αποβιώσαντα απώλεσε το ποσό των €200.000, που είναι η αξία του μισού μεριδίου του ακινήτου. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της εγείρει αριθμό προδικαστικών εναστάσεων ισχυριζόμενη ότι στην υπό κρίση αγωγή εφαρμόζεται η αρχή της ολιγωρίας, ήτοι Laches, ότι υπάρχει έκδηλη καθυστέρηση η οποία συνιστά εμπόδιο στη χορήγηση των ζητουμένων θεραπειών, ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου έγινε λόγω της αγάπης και της εμπιστοσύνης που ο αποβιώσαντας έτρεφε προς το πρόσωπο της Εναγόμενης και υλοποιήθηκε δυνάμει δωρεάς και ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. Επιπρόσθετα, προωθείται ο ισχυρισμός ότι από το 2000 μέχρι το 2012 ή/και μέχρι την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντα η ίδια φρόντιζε τον αποβιώσαντα και τη σύζυγό του και κατέβαλλε τα αναγκαία έξοδα συντήρησης και διατροφής τους, γι' αυτό και ο αποβιώσαντας εξέφραζε πάντοτε την επιθυμία του όπως της δωρίσει το επίδικο ακίνητο αφού κανένα από τα τέκνα του δεν ενδιαφερόταν για αυτόν. Κατά τον χρόνο υπογραφής του πληρεξούσιου εγγράφου, ήτοι στις 11/03/2009, ο αποβιώσαντας αντιλαμβανόταν πλήρως και είχε πνευματική ικανότητα να αναγνωρίζει τις νομικές συνέπειες του συγκεκριμένου πληρεξούσιου εγγράφου καθώς και ότι αυτό παρείχε στην Εναγόμενη το δικαίωμα για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί της. Το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο υπογράφτηκε ενώπιον δικηγόρων ή/και ενώπιον πιστοποιούντα υπαλλήλου, ο οποίος προέβη στις νενομισμένες βεβαιώσεις. Με το συγκεκριμένο πληρεξούσιο η Εναγόμενη διορίστηκε ή/και κατέστη αντιπρόσωπος του αποβιώσαντα γι' αυτό και ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες του, οι οποίες αφορούσαν τη δωρεά του επίδικου ακινήτου στο όνομά της. Τόσο η ίδια καθώς και οι δικηγόροι, είχαν ενημερώσει τον αποβιώσαντα για όλα τα θέματα που αφορούσαν το πληρεξούσιο έγγραφο καθώς και για την υλοποίηση ή/και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα της Εναγόμενης. Αρνείται, η Εναγόμενη, ότι υπήρχε οποιαδήποτε πρόθεση δόλου ή/και απάτης ή/και ψυχικής πίεσης ή/και εξαναγκασμού καθώς επίσης και ότι το ακίνητο είχε αξία ύψους €200.
  5. Η Εναγόμενη ανταπαιτεί το ποσό των €28.000 ως οφειλόμενο προς αυτήν λόγω αύξησης της αξίας της περιουσίας του αποβιώσαντα, αφού προέβηκε στην αναπαλαίωση ή/και συντήρηση της συγκεκριμένης κατοικίας. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η θυγατέρα του αποβιώσαντα, η F.S., Μ.Ε.1, η οποία κατέθεσε γραπτό κείμενο στο οποίο παρέθεσε τους ισχυρισμούς της. Σημειώθηκε ως Έγγραφο 1 η γραπτή δήλωση στα αραβικά και ως Έγγραφο 1(Α) η μετάφρασή της στην ελληνική γλώσσα. Προωθεί τον ισχυρισμό ότι είναι μία εκ των τεσσάρων τέκνων του αποβιώσαντα από τον πρώτο του γάμο και προσπαθεί να διαφυλάξει την περιουσία του. Οι μοναδικοί κληρονόμοι του είναι τα τέσσερα παιδιά του. Από τον δεύτερό του γάμο δεν απέκτησε τέκνα. Την 01/02/2002 ο αποβιώσαντας με τη δεύτερη σύζυγό του κατέστησαν, κατά μισό μερίδιο έκαστος, ιδιοκτήτες του συγκεκριμένου ακινήτου στη Λάρνακα το οποίο, παρόλο που είναι εγγεγραμμένο ως οικόπεδο, έχει κτισμένες δύο ανεξάρτητες κατοικίες τριών υπνοδωματίων. Στη μια από τις κατοικίες διέμενε ο αποβιώσαντας μαζί με τη σύζυγό του μέχρι τον Ιούλιο του
  6. Στις 14/08/2007 ο αποβιώσαντας δώρισε στην ίδια και η ίδια αποδέχθηκε και κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του μισού μεριδίου του συγκεκριμένου ακινήτου. Το υπόλοιπο μισό μερίδιο παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα της δεύτερης συζύγου του παρόλο που είχε αποβιώσει από το
  7. Μετά τον θάνατο της δεύτερης συζύγου του και λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, ο αποβιώσαντας άρχισε να χάνει την ικανότητα αυτοεξυπηρέτησής του και υπέφερε από γεροντική άνοια με την κατάσταση της πνευματικής του υγείας να φτάνει στο απροχώρητο το
  8. Αποτέλεσμα ήταν ο αποβιώσαντας να ζεί κάτω από άθλιες συνθήκες υγιεινής, να γυρνά γυμνός στους δρόμους και να τρώει από σκυβαλοδοχεία. Την ίδια περίοδο καταστράφηκε η μια εκ των κατοικιών, η κατοικία στην οποία διέμενε ο αποβιώσαντας, λόγω πυρκαγιάς και ο ίδιος διασώθηκε από γειτονικό πρόσωπο. Μετά από παρέμβαση του Γραφείου Ευημερίας, στις 19/05/2009, ο αποβιώσαντας εισήχθη στη Στέγη Ηλικιωμένων «Ολύμπια», όπου και διέμενε μέχρι τις 20/01/
  9. Σε μια από τις επισκέψεις της στην Κύπρο, τον Νοέμβρη του 2009, η ίδια πληροφορήθηκε ότι στις 12/08/2009 το μισό μερίδιο της ιδιοκτησίας της αποβιωσάσης συζύγου του πατέρα της είχε εγγραφεί επ' ονόματι της Εναγόμενης. Ζήτησε και πληροφορήθηκε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε γίνει η συγκεκριμένη μεταβίβαση. Έμαθε ότι κατά ή περί την 11/03/2009, ο αποβιώσαντας πατέρας της υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς την Εναγόμενη παρέχοντάς της το δικαίωμα αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του δυνάμει δωρεάς ή πώλησης. Στις 02/04/2009 συγκατατέθηκε όπως διοριστούν ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας δεύτερης συζύγου του δύο δικηγόροι και όπως αυτοί προχωρήσουν με τη διαχείριση της περιουσίας της. Στα πλαίσια της διαχείρισης εκείνης, απέδωσαν στον αποβιώσαντα το μισό μερίδιο του συγκεκριμένου ακινήτου, στο οποίο ο ίδιος κατέστη ιδιοκτήτης στις 17/07/
  10. Στις 20/07/2009 η Εναγόμενη κάνοντας χρήση του πληρεξούσιου εγγράφου, προέβη σε δήλωση μεταβίβασης του συγκεκριμένου ακινήτου επ' ονόματί της υπογράφοντας ταυτόχρονα ως δικαιοπάροχος και δικαιοδόχος. Ως αποτέλεσμα των πράξεών της, η περιουσία του αποβιώσαντα αποξενώθηκε κατά τρόπο παράνομο ή/και με δόλο ή/και αντίθετα με τη θέληση του αποβιώσαντα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το πιστοποιητικό θανάτου του αποβιώσαντα, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας του άλλου μισού μεριδίου επ' ονόματί της, ως Τεκμήριο 4 δέσμη εγγράφων του Κτηματολογίου που αφορά τις κτηματολογικές πράξεις που είχαν γίνει από την Εναγόμενη, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του πληρεξούσιου εγγράφου, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο του εγγράφου συγκατάθεσης για τον διορισμό διαχειριστών σε σχέση με την διαχείριση της γυναίκας του αποβιώσαντα, ως Τεκμήριο 7 επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 10/07/2009 και ως Τεκμήριο 8 υπεύθυνη δήλωση της Εναγόμενης προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Ήταν η θέση της ότι με τον αποβιώσαντα είχε καλές σχέσεις και τον επισκεπτόταν συχνά, 4 με 5 φορές τον χρόνο, πριν εισαχθεί στη Στέγη Ηλικιωμένων. Όσον αφορά την υγεία του, υποστήριξε ότι δεν ήταν «εντάξη». Ερωτηθείσα κατά πόσο ο αποβιώσαντας μιλούσε αγγλικά, υποστήριξε ότι μιλούσε λίγο και ότι θα μπορούσε να διαβάσει το Τεκμήριο 5 «λίγο». Προώθησε τη θέση ότι όταν πληροφορήθηκε το γεγονός της εγγραφής του μισού μεριδίου επ' ονόματι της Εναγόμενης, η ίδια την ρώτησε και εκείνη αρνήθηκε ότι είχε εγγραφεί επ' ονόματί της το συγκεκριμένο ακίνητο. Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι έχει ακόμα τρία αδέλφια και ότι μια από τις κατοικίες είχε εγγραφεί επ' ονόματί της. Παραδέχθηκε ότι η άλλη ενοικιάστηκε στον Ν.Κ. Αρνήθηκε ότι ο Ν.Κ., ο ενοικιαστής της μίας από τις δύο κατοικίες είχε αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με τον αποβιώσαντα και προώθησε τη θέση ότι οι σχέσεις τους ήταν απλά εντάξει. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε το γεγονός ότι ο αποβιώσαντας πατέρας της είχε ζητήσει από τον Ν. Κ. όπως του βρει δικηγόρο για να μεταβιβάσει το σπίτι στην Εναγόμενη. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι δεν ήταν σε γνώση της το γεγονός ότι είχε μεταβιβαστεί το ακίνητο στην ξάδερφή της, την Εναγόμενη. Παραδέχθηκε όμως ότι η ξάδερφη της επισκεπτόταν τον πατέρα της και ότι μια φορά τον είχαν επισκεφθεί και μαζί. Χαρακτήρισε τις σχέσεις της ξαδέρφης της με τον πατέρα της «Ήταν εντάξει, ήταν καλή, κανονικά». Επίσης παραδέχθηκε ότι ο αποβιώσαντας ενίοτε έστελνε λεφτά στην Εναγόμενη, λεφτά τα οποία η Εναγόμενη της παρέδιδε και ότι το σπίτι που έκτισε ο αποβιώσαντας στο Ισραήλ συνιστά το σπίτι των αδελφών της. Παραδέχθηκε ότι το 2009 είχε περιέλθει σε γνώση της η συγκεκριμένη μεταβίβαση στην Εναγόμενη και μιλώντας με τον πατέρα της αυτός είχε αρνηθεί ότι είχε προβεί στη συγκεκριμένη πράξη. Υποστήριξε ότι μόλις έμαθαν για το γεγονός καταχωρίστηκε αγωγή. Όταν της υποβλήθηκε ότι παρήλθαν πέντε χρόνια από το χρόνο που έμαθε για τη μεταβίβαση μέχρι την καταχώριση της αγωγής, η ίδια υποστήριξε ότι δεν το γνώριζε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι σχέσεις της με τον πατέρα της δεν ήταν καλές. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο πατέρας της της έστελλε διάφορα ποσά, ενημερώνοντάς την ότι της τα απέστελλε ως δώρο, «zakat», γιατί δεν θα κληρονομούσε το δεύτερο σπίτι. Παραδέχθηκε ότι ο πατέρας της ήταν Άγγλος υπήκοος και η μητέρα της Κύπρια όμως αρνήθηκε την υποβολή ότι ο πατέρας της μιλούσε άπταιστα αγγλικά. Δέχθηκε ότι διάβαζε λίγα αγγλικά. Όσον αφορά την πνευματική του κατάσταση, υποστήριξε ότι η ίδια είχε στην κατοχή της φωτογραφίες και ότι το 2009 δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί οτιδήποτε. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν η υπογραφή του πατέρα της για να αναφέρει στη συνέχεια ότι ο πατέρας της υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο αλλά δεν ήταν η υπογραφή του. Για να καταλήξει ότι ο πατέρας της το είχε υπογράψει. Όσο αφορά το Τεκμήριο 8 υποστήριξε ότι έφερε την υπογραφή του πατέρα της, για να αρνηθεί αμέσως μετά ότι υπάρχει η υπογραφή του. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Β.S., Μ.Ε.2, εγγονό του αποβιώσαντα και υιό της Μ.Ε.
  11. Οι θέσεις του καταγράφηκαν σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 2, στην αραβική γλώσσα και Έγγραφο 2(Α) η ελληνική του μετάφραση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είναι ένα από τα εγγόνια του αποβιώσαντα και διαμένει στο Ισραήλ και καθ' όλο τον χρόνο της ζωής του αποβιώσαντα ο ίδιος είχε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, όμως μετά την πυρκαγιά οι τηλεφωνικές κλήσεις σταμάτησαν εντελώς. Το 2007 ο ίδιος είχε ταξιδέψει μαζί με τη μητέρα του, την Εναγόμενη, τον υιό της και την αδελφή της στην Κύπρο για να διαπιστώσουν την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα μετά τον θάνατο της δεύτερης συζύγου του. Διαπίστωσαν, κατά τον δεδομένο χρόνο, ότι ο αποβιώσαντας μπορούσε να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του, να οδηγεί ενώ είχε και την ικανότητα να λαμβάνει αποφάσεις για τη ζωή του. Σε εκείνην την επίσκεψη ο αποβιώσαντας μεταβίβασε το δικό του μερίδιο, ήτοι μισό μερίδιο της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, στη μητέρα του. Στις αρχές Ιανουαρίου του 2009 είχαν επικοινωνήσει οι γείτονες μαζί τους ενημερώνοντάς τους ότι το σπίτι στο οποίο ζούσε ο αποβιώσαντας είχε καεί, λόγω δικής του αμέλειας ενώ είχαν προκληθεί σ' αυτό σοβαρές ζημιές. Ο ίδιος ταξίδεψε στην Κύπρο και κατά τη διάρκεια της παραμονής του, ήτοι από τις 22/01/2009 έως τις 25/01/2009, διαπίστωσε ότι κάποια από τα δωμάτια της κατοικίας είχαν καεί εντελώς, ότι δεν υπήρχε παροχή νερού, ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεφώνου και ότι ο αποβιώσαντας ήταν σε άθλια κατάσταση, παραμελημένος, ακάθαρτος ενώ είχε χάσει βάρος. Στις συζητήσεις μαζί του είχε παρατηρήσει ότι η μνήμη του και η κρίση του ήταν ελλιπείς. Σε συζητήσεις που είχε με τους ενοικιαστές της άλλης κατοικίας, διαπίστωσε ότι ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό του και ότι οι γείτονες του παρείχαν φαγητό. Επίσης του είχαν αναφέρει ότι η κατάσταση ήταν αφόρητη καθώς ο αποβιώσαντας μάζευε σκουπίδια τα οποία μετέφερε στο σπίτι και στην αυλή ενώ τάιζε πολλές γάτες με αποτέλεσμα να υπάρχει δυσοσμία από την αυλή του. Όταν επέστρεψε στο Ισραήλ, ο ίδιος ενημέρωσε την οικογένεια για όσα είχε δει και για την κατάσταση του αποβιώσαντα και της κατοικίας του και αποφάσισαν να ταξιδέψουν προς την Κύπρο για να επισκευάσουν το σπίτι στο οποίο διέμενε. Τον Μάρτιο του 2009, η Εναγόμενη επικοινώνησε με τους γονείς του και τους ενημέρωσε ότι θα ταξιδέψει στην Κύπρο με την αδελφή της και τον υιό της για να επισκεφθεί τον αποβιώσαντα και να επισκευάσει το σπίτι. Ο ίδιος θυμάται ότι οι γονείς του της είχαν δώσει λεφτά. Η Εναγόμενη κατά την παραμονή της στην Κύπρο ενημέρωσε τηλεφωνικώς τη μητέρα του ότι βρήκε τον αποβιώσαντα σε δύσκολη κατάσταση και της ζήτησε όπως δώσει τη συγκατάθεσή της για να του παραχωρήσει φάρμακα. Ακολούθως ενημερώθηκαν ότι μετά από εισήγηση του Γραφείου Ευημερίας ο αποβιώσαντας είχε μεταφερθεί στη Στέγη Ηλικιωμένων, στην οποία διέμενε και ο υιός του. Τότε οι γονείς του ταξίδεψαν στην Κύπρο και επισκέφθηκαν τον αποβιώσαντα στην Στέγη. Στην επίσκεψή τους στην κατοικία, ο ενοικιαστής τους παρέδωσε μια τσάντα με έγγραφα του αποβιώσαντα και της δεύτερης συζύγου του. Σε άλλη επίσκεψή στην Κύπρο επισκέφθηκαν το Κτηματολόγιο, όπου υπέλαβαν αίτηση για να λάβουν πιστοποιητικά εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας και τότε έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι το μισό μερίδιο ήταν εγγεγραμένο επ' ονόματι της μητέρας του και το άλλο μισό επ' ονόματι της Εναγόμενης, η οποία είχε μεταβιβάσει επ' ονόματί της το μισό μερίδιο στις 07/09/
  12. Όταν της ζητήθηκαν εξηγήσεις, η ίδια ισχυρίστηκε ότι δεν το γνώριζε ενώ στη συνέχεια υποστήριξε ότι της μεταβιβάστηκε ως δώρο και ότι είχε καταβάλει σημαντικό ποσό για τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιώσασας δεύτερης συζύγου του αποβιώσαντα. Ήταν η θέση του ότι τόσο ο ίδιος καθώς και η μητέρα του είχαν καλή σχέση με τον αποβιώσαντα ενώ παραδέχθηκε ότι ο αποβιώσαντας φρόντιζε τον εαυτό του ακόμα και μετά που κάηκε το σπίτι του με τη βοήθεια των γειτόνων. Υποστήριξε ότι το σπίτι είχε καεί λόγω του ότι υπήρχε καντήλι με λάδι και το καντήλι αναποδογυρίστηκε και κάηκαν τα στρώματα. Οι ενοικιαστές διαμένουν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, μέχρι και σήμερα στη συγκεκριμένη κατοικία και με τον αποβιώσαντα είχαν μια κανονική σχέση και τον φρόντιζαν. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο παππούς του, όπως είχε μάθει από τη μητέρα του, τους είχε στείλει λεφτά και συγκεκριμένα το ποσό των $10.000 μέσω της Εναγόμενης η οποία δούλευε σε Τράπεζα. Όσον αφορά τη γνώση αγγλικών, προώθησε τη θέση ότι γνώριζε αγγλικά αλλά όχι πολύ καλά. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, υποστήριξε ότι το είχε δει τον Μάρτιο του 2009 αλλά από τον Ιανουάριο του 2009 η κατάσταση του αποβιώσαντα ήταν πολύ άσχημη γιατί δεν μπορούσε να διαβάζει αγγλικά ή να καταλαβαίνει τι καταγράφεται στο έγγραφο. Υποστήριξε ότι οι ίδιοι είχαν αρχίσει την δικαστική διαδικασία από το 2009 και το 2010 είχαν εργοδοτήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου. Ο ίδιος είχε βγάλει και φωτογραφίες με το κινητό του κατά την τελευταία επίσκεψή του, τον Νοέμβριο 2009, στην Στέγη Ηλικιωμένων όπου βρισκόταν ο παππούς του τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
  13. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν έχει ακούσει ποτέ τον παππού του να μιλά αγγλικά και ουδέποτε τον είχε ρωτήσει αν γνώριζε αγγλικά. Το 2007 που ο ίδιος είχε έρθει στην Κύπρο με τη μητέρα του, ήθελαν να τους μεταβιβαστεί το 1/2 μερίδιο της ακίνητης περιουσίας στο όνομα της μητέρας του και ο ίδιος είχε μεταφράσει τα έγγραφα στα αγγλικά στους υπαλλήλους του Δημαρχείου και του Κτηματολογίου. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε δει το Τεκμήριο 5 τον Νοέμβριο 2009 και είχε μιλήσει με τον παππού του για αυτό, πλην όμως ο παππούς δεν μπορούσε να τους παραχωρήσει οποιανδήποτε πληροφόρηση. Όσον αφορά την υπογραφή του παππού του, ήταν η θέση του ότι δεν την είχε δει ποτέ, ούτε και μια φορά. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η Εναγόμενη τους είχε πεί ότι ο παππούς της είχε δωρίσει την κατοικία αλλά δεν τους είχε πεί για το πληρεξούσιο έγγραφο. Παραδέχθηκε ότι τους είχε ενοχλήσει, τους ίδιους, το γεγονός της μεταβίβασης του 1/2 μεριδίου επ' ονόματι της Εναγόμενης. Οι γονείς του είχαν ρωτήσει την Εναγόμενη η οποία δεν τους έδωσε οποιανδήποτε πληροφόρηση σε σχέση με το έγγραφο αλλά τους ανέφερε ότι ο παππούς της είχε δωρίσει το συγκεκριμένο σπίτι. Υποστήριξε ότι η οικογένεια έχει παράπονο ότι η Εναγόμενη απέκτησε τη συγκεκριμένη περιουσία από τον παππού δόλια, χρησιμοποιώντας προς όφελός της την κατάσταση της υγείας του, που το 2009 δεν ήταν καλή. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είναι γιατρός και ότι δεν έχει χαρτιά στα χέρια του που να αποκαλύπτουν την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα. Όμως, τον είχε δει με τα μάτια του και είχε ακούσει τα παράπονα των γειτόνων καθώς και ότι ζούσε στο σπίτι του χωρίς νερό και ρεύμα. Παραδέχθηκε επίσης ότι μετά την πυρκαγιά είχαν επισκεφθεί τον αποβιώσαντα η Εναγόμενη με τον υιό της, ο οποίος είναι ηλεκτρολόγος πλην όμως δεν επιδιόρθωσε την παροχή ρεύματος. Οι ίδιοι είχαν επιδιορθώσει το σπίτι και το είχαν καθαρίσει. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο αποβιώσαντας στις 19/05/2009 με δική του απόφαση, έμενε στο συγκεκριμένο σπίτι και αρνείτο να το εγκαταλείψει παρά την πυρκαγιά. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν απόφαση του παππού να μεταβεί στη Στέγη Ηλικιωμένων αλλά ήταν απόφαση του Γραφείου Ευημερίας, το οποίο εξέτασε τις συνθήκες που ζούσε και τον τοποθέτησε στην Στέγη στην οποία βρισκόταν και ο υιός του. Υποστήριξε ότι στην Στέγη ο αποβιώσαντας είχε κάνει προσπάθεια να φύγει και τον επέστρεψαν οι υπάλληλοι. Λόγω ακριβώς της τάσης του για φυγή, οι υπάλληλοι της Στέγης τον έδεσαν στην καρέκλα. Παραδέχθηκε ότι το μερίδιο που μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη ανήκε στην δεύτερη σύζυγο του παππού του αλλά αρνήθηκε την υποβολή ότι ο παππούς του είχε υποσχεθεί το συγκεκριμένο σπίτι στην Εναγόμενη. Κατάγγειλαν τα γεγονότα στην Αστυνομία το 2012, χωρίς αποτέλεσμα. Υποστήριξε ότι από το 2009 μέχρι το 2012, ο ίδιος μαζί με την οικογένειά του είχαν προβεί σε προσπάθειες μέσω δικηγόρων για να εξασφαλίσουν ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα χωρίς αποτέλεσμα. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Ε.Η., Μ.Ε.3, λειτουργός στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Υποστήριξε ότι γνώριζε τον αποβιώσαντα και κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 έρευνα την οποία είχε διενεργήσει σε σχέση με αυτόν, η οποία είχε συνταχθεί στις 02/03/
  14. Είχε επισκεφθεί τη Στέγη Ηλικιωμένων όπου διέμενε ο αποβιώσαντας στις 18/02/2011 και εκεί συνομίλησε μαζί του. Διαπίστωσε ότι ήταν σχεδόν αδύνατη η επικοινωνία και ότι ο αποβιώσαντας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα. Το 2009 είχε πραγματοποιηθεί επίσκεψη, μετά την πυρκαγιά, στην κατοικία του αποβιώσαντα και διαπιστώθηκε ότι οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν καλές, ότι υπήρχε δυσοσμία, διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ότι ο αποβιώσαντας ήταν αφρόντιστος. Είχαν υποβληθεί δε παράπονα ότι ο αποβιώσαντας συχνά αναζητούσε φαγητό από τα σκυβαλοδοχεία και ότι κυκλοφορούσε γυμνός. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η ίδια δεν είχε επικοινωνία με τον αποβιώσαντα μέχρι το 2011 και ότι έλαβε πληροφορίες από άλλους συνάδελφούς της. Η ίδια δεν είχε αρμοδιότητα να αμφισβητήσει τις καταχωρήσεις στον φάκελο ή τον χειρισμό που είχε τύχει ο αποβιώσαντας από άλλους λειτουργούς. Σύμφωνα με τη δική της κατανόηση, στις 18/06/2009, ο αποβιώσαντας ήταν σύμφωνος για τη μεταφορά του σε Στέγη και επέλεξε τη συγκεκριμένη για να είναι μαζί με τον υιό του. Μετά την εισδοχή του στη Στέγη, έτυχε ιατρικής αξιολόγησης από τον γιατρό της Στέγης. Η Γ.Κ., Μ.Ε.4, η οποία εργάζεται στη Στέγη Ηλικιωμένων «Ολύμπια» στη Λάρνακα ήταν η επόμενη μάρτυρας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ο αποβιώσαντας εισήχθηκε στη Στέγη το 2009 σε άθλια κατάσταση και δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί. Η ίδια είχε καταρτίσει σχετική επιστολή την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  15. Κατά την εισδοχή του ήταν πολύ βρόμικος και με ρούχα σκισμένα, ενώ ήταν και αποσυντονισμένος, όμως ένιωθε οικεία λόγω της παρουσίας του υιού του στη Στέγη. Η ίδια μιλούσε μαζί του στην ελληνική γλώσσα παρά το περιορισμένο του λεξιλογίου του. Δεν γνώριζε ούτε τις συνθήκες διαβίωσής του πριν την εισαγωγή του στην Στέγη αλλά ούτε και κατά πόσο ο ίδιος γνώριζε αγγλικά. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι είναι Κοινωνική Λειτουργός στο επάγγελμα και ότι λόγω των σπουδών της μπορεί να αντιληφθεί κατά πόσο κάποιος έχει πλήρη αντίληψη των τεκταινόμενων. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι ο αποβιώσαντας είχε εξεταστεί από τον γιατρό της Στέγης, τον Δρ. Π.Κ. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Δρ. Π.Κ., Μ.Ε.5, γενικός ιατρός. Ήταν η θέση του ότι γνώριζε τον Ενάγοντα από την παιδική του ηλικία γιατί διέμεναν στην ίδια γειτονιά. Παράλληλα τον είχε εξετάσει κάποιες φορές στις Πρώτες Βοήθειες και ακολούθως στη Στέγη Ηλικιωμένων. Είχε ετοιμάσει ιατρικό σημείωμα το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  16. Δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί του είχε ζητηθεί η αξιολόγηση του αποβιώσαντα. Αυτό που μπορούσε να θυμηθεί ήταν ότι είχε μεταφερθεί στη Στέγη Ηλικιωμένων με τη βοήθεια του Γραφείου Ευημερίας γιατί δεν μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό του. Δεν αντιλαμβανόταν πού βρισκόταν και ούτε αντιλαμβανόταν τα διάφορα ερεθίσματα ως άνθρωπος. Όσον αφορά τη γλώσσα επικοινωνίας, υποστήριξε ότι καταλάβαινε λίγα ελληνικά και λίγα αγγλικά. Στην Στέγη είχε παραμείνει για 18 μήνες χωρίς να έχει αλλάξει οτιδήποτε στη νοητική του κατάσταση. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι κατά το έτος 2010 επισκεπτόταν τη Στέγη Ηλικιωμένων δύο φορές τον μήνα για αξιολόγηση των ενοίκων αφιλοκερδώς. Υποστήριξε ότι όταν εισήλθε στην Στέγη ο αποβιώσαντας, αντιμετώπιζε πρόβλημα πνευματικής ανικανότητας αφού δεν αντιλαμβανόταν τον χώρο και τον χρόνο. Δεν μπορούσε να απαντήσει σε απλές ερωτήσεις ή να εκτελέσει απλές πράξεις. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε διενεργήσει μια αδρή νευρολογική εξέταση της κατάστασης της μνήμης του αποβιώσαντα και της εγκεφαλικής λειτουργίας του χρησιμοποιώντας ένα ερωτηματολόγιο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο ο αποβιώσαντας είχε αξιολογηθεί από νευρολόγο ή ψυχίατρο κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Στέγη. Παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχει στον φάκελο του αποβιώσαντα οποιοδήποτε έντυπο σε σχέση με τη διενέργεια των οποιωνδήποτε εξετάσεων που αφορούσαν τη νοητική του κατάσταση. Ούτε μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο ο αποβιώσαντας είχε επισκεφθεί νευρολόγο ή ψυχίατρο ούτε και θυμόταν κατά πόσο είχε παραπεμφθεί στο παλαιό Νοσοκομείο Λάρνακας για περαιτέρω διερεύνηση. Για την πλευρά της Εναγόμενης μαρτυρία δόθηκε από τον Ν.Κ., Μ.Υ.1, ο οποίος κατέθεσε προς υποστήριξη των θέσεών του γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  17. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι είχε γνωριστεί με τον αποβιώσαντα το 2002 όταν ενοικίασε μια εκ των κατοικιών του. Διέμεινε στη συγκεκριμένη κατοικία από το 2002 μέχρι το
  18. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι ο αποβιώσαντας μιλούσε άπταιστα αραβικά, ελληνικά και αγγλικά. Αρχές του 2009 ο ίδιος του είχε ζητήσει να του βρει δικηγόρο γιατί ήθελε να μεταβιβάσει το σπίτι στην αδελφότεκνή του. Γνώριζε τη δικηγόρο Μ.Χ. γι' αυτό επισκέφθηκε τα γραφεία της. Ακολούθως, μαζί με τον αποβιώσαντα, επισκέφθηκαν τα γραφεία της δικηγόρου όπου ο αποβιώσαντας έδωσε ρητές οδηγίες σε σχέση με τη μεταβίβαση ενός από τα δύο σπίτια του στην αδελφότεκνή του γιατί τον αγαπούσε και της είχε εμπιστοσύνη. Στη συγκεκριμένη δικηγόρο είχε δώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του και διαβατηρίου του καθώς και τα προσωπικά του στοιχεία. Λίγες μέρες αργότερα, ξαναεπισκέφθηκαν το γραφείο της δικηγόρου η οποία του ανέφερε ότι είχε ετοιμάσει έγγραφο με το οποίο έδινε ως δωρεά το ακίνητο στην αδελφότεκνή του. Στη συνέχεια, ένα άλλο πρόσωπο, εξήγησε ξανά στον αποβιώσαντα το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο υπογράφτηκε από τον ίδιο. Στη συγκεκριμένη επίσκεψη υπήρχε πιστοποιών υπάλληλος, ο οποίος αφού εξήγησε στον αποβιώσαντα τι υπέγραφε, πιστοποίησε την υπογραφή του αποβιώσαντα. Κατά την επόμενη επίσκεψή τους στο γραφείο της δικηγόρου, ο αποβιώσαντας υπέγραψε κάποια πληρεξούσια έγγραφα καθώς και διαθήκη. Ο ίδιος ήταν μάρτυρας της υπογραφής του. Πριν υπογράψει, του εξηγήθηκε ότι με τη διαθήκη έδινε όλη την περιουσία του στην Κύπρο στην αδελφότεκνή του και ότι με το πληρεξούσιο έγγραφο η αδελφότεκνή του μπορούσε να μεταβιβάσει την περιουσία επ' ονόματί της. Ο αποβιώσαντας είχε πλήρη επίγνωση και γνώση για τη μεταβίβαση της περιουσίας του στο όνομα της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη ουδέποτε είχε επισκεφθεί τα γραφεία των δικηγόρων και ούτε γνώριζε για την ετοιμασία των εγγράφων. Η συγκεκριμένη μεταβίβαση έγινε λόγω επιθυμίας του αποβιώσαντα και εντολής του και ουδέποτε του ασκήθηκε οποιαδήποτε ψυχολογική πίεση από την Εναγόμενη. Η κόρη του αποβιώσαντα και ο γαμπρός του, με το που πληροφορήθηκαν τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, είχαν τηλεφωνήσει στον ίδιο αρκετά θυμωμένοι και ο ίδιος τους ενημέρωσε ότι αυτή ήταν η επιθυμία του αποβιώσαντα. Ο αποβιώσαντας γνώριζε τι έπραττε και όλα έγιναν ως επιθυμούσε. Το παράπονο του αποβιώσαντα ήταν ότι η κόρη του και ο γαμπρός του δεν τον φρόντιζαν, δεν τον πρόσεχαν και το μόνο πρόσωπο που τον αγαπούσε ήταν η Εναγόμενη, την οποία αποκαλούσε και κόρη του. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ο αποβιώσαντας έμενε μαζί του και ο ίδιος γνώριζε ότι μιλούσε αγγλικά που ήταν και η γλώσσα με την οποία επικοινωνούσε στην Τράπεζα. Ο ίδιος μετέφερε τον αποβιώσαντα στην Τράπεζα. Πολλές φορές του είχε ζητήσει ο αποβιώσαντας να του βρει δικηγόρο και λόγω της γνωριμίας του με τη δικηγόρο M. Χ τον έφερε σε επαφή μαζί της. Εξήγησε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στη μεταβίβαση του ακινήτου στην Εναγόμενη. Αντίθετα, βοηθούσε τον αποβιώσαντα σε όλες τις δουλειές του χωρίς να λαμβάνει οποιανδήποτε οικονομική βοήθεια. Ερωτηθείς ανέφερε ότι έδωσε το ένα από τα δύο σπίτια στην κόρη του και το άλλο στην Εναγόμενη. Στο γραφείο των δικηγόρων ο αποβιώσαντας του ζητούσε όπως μεταφράζει από ελληνικά στα αραβικά, γιατί τα ελληνικά του δεν ήταν πολύ καλά. Επέμενε ότι ο αποβιώσαντας ήταν καλά στην υγεία του και ότι η μόνη φορά που εξήλθε της κατοικίας του γυμνός ήταν τη μέρα που κάηκε το σπίτι του. Σε ερώτηση που του τέθηκε υποστήριξε ότι η κόρη του θύμωσε πολύ όταν μεταβιβάστηκε το σπίτι στην ξαδέλφη της όμως ουδέποτε φρόντισε τον πατέρα της και ήταν ο ίδιος που φρόντιζε για την τροφή του και για τη διαβίωσή του. Μαρτυρία δόθηκε και από την Εναγόμενη, Μ.Υ.2, η οποία κατέθεσε τη γραπτή της δήλωση και αυτή σημειώθηκε ως Έγγραφο
  19. Στη γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι ο αποβιώσαντας είναι Θείος της και συγκεκριμένα ο μικρότερος αδελφός της μητέρας της. Η ίδια είναι μόνιμη κάτοικος του Ισραήλ. Στην ηλικία των 23 ετών η ίδια ξεκίνησε να έχει επικοινωνία με τον Θείο της στην Κύπρο και με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκε μια στενή σχέση μεταξύ τους. Λόγω του ότι ο αποβιώσαντας είχε αγγλική υπηκοότητα, απαιτείτο η εξασφάλιση άδειας εισόδου του στο Ισραήλ. Τον είχε βοηθήσει, έτσι ώστε να εκδοθούν οι απαιτούμενες άδειες εισόδου τόσο για τον αποβιώσαντα καθώς και για την τότε σύζυγό του στο Ισραήλ, λόγω του ότι η ίδια εργαζόταν σε Τράπεζα. Κατά τη δεκαετία 1980 με 1990 η σχέση μεταξύ τους δυνάμωσε σε σημείο που να θεωρεί η ίδια τον αποβιώσαντα ως πατέρα της, αφού ήταν ορφανή ενώ το 1994 ο αποβιώσαντας υπέβαλε αίτημα στις Αρμόδιες Αρχές του Ισραήλ για να του παρασχεθεί άδεια να διαμένει μόνιμα με τη σύζυγό του στο Ισραήλ κοντά της. Η ίδια είχε επισκεφθεί τον αποβιώσαντα στην Κύπρο περί τις 7 φορές και σε μια από αυτές ήταν και η μητέρα της μαζί της. Όταν ο αποβιώσαντας είχε αποφασίσει να ανεγείρει κατοικία στο Ισραήλ, η ίδια, λόγω της εμπιστοσύνης που της έτρεφε ο Θείος της, είχε αναλάβει την επιθεώρηση της ανέγερσης της κατοικίας και διαχειριζόταν τα λεφτά που απέστελλε ο Θείος της στο Ισραήλ για την ανέγερση της κατοικίας. Στη συγκεκριμένη κατοικία εγκαταστάθηκε ο υιός του αποβιώσαντα με τη σύζυγό του. Τέτοια ήταν η εμπιστοσύνη που της έτρεφε που την άφηνε να διαχειρίζεται τις οικονομικές του συναλλαγές, μεταξύ αυτών ήταν και η αποστολή του ποσού των $10.000, το οποίο ποσό της απέστειλε με εντολή να το καταβάλει στην κόρη του. Όσον αφορά τη μεταβίβαση, προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος ο αποβιώσαντας της εξέφρασε την επιθυμία όπως της μεταβιβάσει ένα από τα δύο σπίτια. Η ίδια του ξεκαθάρισε ότι δεν ένιωθε καλά για τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, αφού γνώριζε για την ύπαρξη της κόρης του. Η επιθυμία του αποβιώσαντα για τη μεταβίβαση της κατοικίας ήταν γνωστή σε όλους όπως ήταν γνωστή και η στενή σχέση που η ίδια είχε μαζί του. Όλα τα απαιτούμενα διαβήματα για τη μεταβίβαση της περιουσίας του αποβιώσαντα στο όνομά της είχαν ληφθεί από τον ίδιο τον αποβιώσαντα, ο οποίος φρόντισε να διεκπεραιωθεί η επιθυμία του. Η ίδια είχε χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο έγγραφο που της παραχώρησε για τη μεταβίβαση της συγκεκριμένης περιουσίας. Κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ο αποβιώσαντας ήταν καλά στην υγεία του, επικοινωνούσε, είχε τα λογικά του και η ίδια δεν τον είχε ξεγελάσει. Όσον αφορά την πυρκαγιά, μόλις η ίδια είχε λάβει τηλεφώνημα, τον Μάρτιο του 2009, την ίδια μέρα με τη συνοδεία του αδελφού και της αδελφής της, ταξίδεψε στην Κύπρο έτσι ώστε να φροντίσουν τον αποβιώσαντα. Επιδιόρθωσαν, μπογιάτισαν και καθάρισαν το σπίτι ενώ ο αδελφός της φρόντισε τα ηλεκτρολογικά. Κατά τον δεδομένο χρόνο η ίδια πρότεινε στον αποβιώσαντα να επιστρέψει μαζί της στο Ισραήλ για να τον φροντίζει και η ίδια θα προέβαινε στις απαραίτητες ενέργειες για λήψη άδειας εισόδου του στο Ισραήλ. Οι σχέσεις της με την κόρη του αποβιώσαντα είναι μέχρι σήμερα καλές και ουδέποτε την είχε κατηγορήσει ότι ξεγέλασε τον πατέρα της ή ότι τον εκμεταλλεύτηκε. Όμως, καταχωρίστηκε εναντίον της η αγωγή με απώτερο σκοπό να πεισθεί η ίδια να πωλήσει το ακίνητο έτσι ώστε ο γαμπρός του αποβιώσαντα να προχωρήσει στην ανέγερση πολυκατοικίας. Την είχε επισκεφθεί, για το σκοπό αυτό, στο Ισραήλ αναφέροντάς της την επιθυμία όπως της καταβάλει χρήματα για να αγοράσει τη συγκεκριμένη κατοικία. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, επιστολή που της είχε διαβιβάσει ο Θείος της και ως Τεκμήριο 15 αντίγραφο επιταγής που της είχε αποστείλει ο Θείος της, ημερομηνίας 19/01/
  20. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η μητέρα της ήταν η μοναδική κόρη της οικογένειας και στην ηλικία των 5 χρονών ο αποβιώσαντας την είχε χτυπήσει στο μάτι με αποτέλεσμα να απωλέσει την όρασή της. Πάντοτε θεωρούσε την ίδια ως κόρη του εξ΄ού και ζητούσε τη βοήθειά της σε σχέση με τη μετάβασή του στο Ισραήλ. Κάθε χρόνο της απέστελνε μια επιταγή για να δώσει τα λεφτά σε αυτούς που ο ίδιος επιθυμούσε. Υποστήριξε ότι τα λεφτά για το σπίτι στο Ισραήλ είχαν κατατεθεί στον λογαριασμό του συζύγου της κόρης του αποβιώσαντα. Η ίδια είχε ολοκληρώσει την οικοδομή με τα λεφτά που της απέστελλε ο Θείος της. Εξήγησε ότι αρχικά η επιθυμία του αποβιώσαντα ήταν να της μεταβιβάσει και τα δύο σπίτια και η ίδια δεν είχε αποδεχθεί. Ερωτηθείσα επέμενε στη θέση της ότι το σπίτι, μετά που κάηκε, είχε επιδιορθωθεί όταν η ίδια ήρθε στην Κύπρο. Είχε ενημερωθεί από τους γείτονες του αποβιώσαντα ότι ο υιός της κόρης του δεν είχε επιδιορθώσει οτιδήποτε και τότε η ίδια αποφάσισε, μαζί με τον αδελφό και την αδελφή της, να ταξιδέψουν στην Κύπρο για να βοηθήσουν τον Θείο τους. Όταν έφτασαν στην Κύπρο, βρήκαν το σπίτι καμένο και τον Θείο τους καταβεβλημένο και λερωμένο. Τον έλουσαν και τον έντυσαν οι ίδιοι ενώ έφτιαξαν και τις παροχές νερού και ρεύματος στο σπίτι. Στη συνέχεια ζήτησε από τους γείτονες να μεριμνούν για το φαγητό και να τον προσέχουν τον Θείο της. Ερωτηθείσα σε σχέση με το Τεκμήριο 5, ήταν η θέση της ότι δεν το είχε υπογράψει ο Θείος της μπροστά της ούτε και είχε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με τη μεταβίβαση. Όμως, είχε κάνει τα πάντα έτσι ώστε να μπορέσει η ίδια να διενεργήσει τη μεταβίβαση. Ανέφερε ότι τα έγγραφα είχαν μεταφερθεί στο Κτηματολόγιο από τον Θείο της, εννοώντας τα έγγραφα της διαχειρίσεως της δεύτερης συζύγου του. Κατέληξε, ότι ο ίδιος ο Θείος της επιθυμούσε όπως της δωρίσει το σπίτι γιατί τα παιδιά του λάμβαναν τόσο τα λεφτά της σύνταξης του καθώς και λεφτά από ενοίκιο του σπιτιού που τους είχε μεταβιβάσει χωρίς να τον φροντίζουν. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Δρ. Α.Β., Μ.Υ.3, ο οποίος το 2009 εργαζόταν στο γραφείο της δικηγόρου M. Χ. Ο ίδιος ήταν παρών στις συναντήσεις με τον αποβιώσαντα και συμετείχε στη σύνταξη των εγγράφων. Υποστήριξε ότι ο αποβιώσαντας ζήτησε όπως καταρτιστεί έγγραφο δωρεάς στην Εναγόμενη. Επίσης ζήτησε όπως κάνει τη διαθήκη του. Λόγω της δυσκολίας στις κινήσεις του, καταρτίστηκε πληρεξούσιο για να μπορέσει η Εναγόμενη να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματί της, σύμφωνα με την επιθυμία του αποβιώσαντα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 και ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος το είχε καταρτίσει στα αγγλικά γιατί ο αποβιώσαντας καταλάβαινε κάποια αγγλικά. Η αρχή της συνεργασίας είχε ξεκινήσει με τηλεφώνημα του Ν.Κ., ο οποίος ζήτησε βοήθεια για να καταρτιστούν τα έγγραφα τα οποία επιθυμούσε ο αποβιώσαντας. Κατά την επίσκεψη στο δικηγορικό γραφείο, τους εξήγησε ότι ήθελε να δώσει το μερίδιο του ακινήτου του στην αδελφότεκνή του και ότι είχε δώσει το άλλο μισό μερίδιο του ακινήτου στην κόρη του. Πλην όμως η κόρη του δεν του έδειχνε αγάπη ενώ η αδελφότεκνή του τον επισκεπτόταν συχνά με δικά της έξοδα, τον φρόντιζε και του έκανε συντροφιά. Σε ανταπόδοση της συγκεκριμένης αγάπης, ο ίδιος ήθελε να της χαρίσει το ακίνητο. Εκεί του εξήγησαν τι έπρεπε να πράξει όμως λόγω της αδυναμίας του να μετακινείται, αποφασίστηκε η κατάρτιση πληρεξούσιου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 16, επιστολή ημερομηνίας 02/03/2009 με την οποία ενημερωνόταν ο αποβιώσαντας για την ετοιμασία των εγγράφων που είχε ζητήσει. Υποστήριξε ότι κάθε παράγραφος του πληρεξούσιου εγγράφου είχε επεξηγηθεί στον αποβιώσαντα με τη χρήση μεταφραστή και στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου. Ο πιστοποιών υπάλληλος είχε ρωτήσει τον αποβιώσαντα αν καταλάβαινε τι υπέγραφε και η απάντησή του ήταν θετική. Εξήγησε ότι το πληρεξούσιο συντάχθηκε πρώτο μαζί με την διαθήκη και ακολούθως είχε συνταχθεί το δωρητήριο. Λόγω του ότι έπρεπε να γίνει διαχείριση της αποβιώσασας δεύτερης συζύγου του αποβιώσαντα, έγιναν διαβήματα για την έκδοση διατάγματος διαχείρισης για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του μεριδίου της δεύτερης συζύγου του αποβιώσαντα επ' ονόματι του αποβιώσαντα. Όταν το ακίνητο μπορούσε να μεταβιβαστεί η Εναγόμενη προέβει στις δέουσες ενέργειες χρησημοποιώντας το πληρεξούσιο. Ο ίδιος είχε γνωρίσει την Εναγόμενη την μέρα της μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 το δωρητήριο έγγραφο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έχει σπουδές νομικής αλλά δεν είναι δικηγόρος. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον αποβιώσαντα και ότι τον γνώρισε όταν τον σύστησε ο Ν.Κ. και ακολούθως επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο ζητώντας την μεταβίβαση του ακινήτου στην αδελφότεχνή του φοβούμενος μην του συμβεί κάτι και δεν μπορεί να παρουσιαστεί για τη μεταβίβαση. Επέμενε στην θέση του ότι επιθυμία του αποβιώσαντα ήταν να ετοιμαστεί ένα έγγραφο με το οποίο να μπορεί να διενεργηθεί η μεταβίβαση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η μόνη γλώσσα συννενόησης ήταν τα αγγλικά και ενίοτε ο Ν.Κ. μετάφραζε και στα αραβικά προς τον αποβιώσαντα. Ο ίδιος του εξηγούσε στα αγγλικά και στον Ν.Κ. στα ελληνικά και μετάφραζε στα αραβικά τις πρόνοιες του εγγράφου. Υποστήριξε ότι λόγω του ότι υπήρχε η διαχείρηση όλα τα έγγραφα ήταν έτοιμα έτσι ώστε να γίνει παράλληλη μεταβίβαση του συγκεκριμένου μεριδίου του ακινήτου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ξεγελάστηκε ο αποβιώσαντας και επανέλαβε ότι όλα είχαν γίνει στην παρουσία μαρτύρων και του πιστοποιούντα υπαλλήλου. Δέχθηκε ότι η υγεία του αποβιώσαντα δεν ήταν καλή και αυτός ήταν και ο λόγος που είχε ζητήσει την ετοιμασία των εγγράφων. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Σ.Κ., Μ.Υ.4, Πιστοποιών Υπάλληλος. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 5 καθώς και την σφραγίδα του. Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη πιστοποίηση είχε γίνει στο δικηγορικό γραφείο της Μ.Χ. μετά από διευθέτηση ραντεβού. Ο ίδιος είχε βεβαιωθεί ότι ήταν το πραγματικό πρόσωπο που υπέγραφε βλέποντας το διαβατήριο του καθώς και ότι γνώριζε τι έκαμνε. Όταν ο ίδιος τον ρώτησε αν γνώριζε τι έπραττε με την κατάριση του εγγράφου του απάντησε ότι γνώριζε. Αντεξετασθείς υποστήριξε ότι είναι πιστοποιών υπάλληλος από το 1998 και έχει διενεργήσει πέραν των 40,000 πιστοποιήσεων. Σε ερώτηση που του τέθηκε ανέφερε ότι είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία για το συγκεκριμένο θέμα και είχε αναγνωρίσει το συγκεκριμένο πληρεξούσιο και τις υπογραφές του. Κατά τη δική του άποψη δεν ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους διαβιβάζοντας εμπερειστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της αντιπροσώπευσης και προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει την συγκατάθεση του αποβιώσαντα στην μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά της. Επικαλείται την ικανότητα του αποβιώσαντα προς το συμβάλλεσθαι κατά τον χρόνο καταρτισμού του πληρεξουσίου εγγράφου και υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη ενήργησε δόλια. Προβαίνει σε εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία που αφορά το θέμα της ψυχικής πίεσης για να εισηγηθεί ότι η Εναγόμενη είχε ασκήσει ψυχική πίεση στον αποβιώσαντα όταν τον επισκέφθηκε, μετά την πυρκαγιά, στο σπίτι του και τον φρόντισε. Λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της συνηγόρου, η Εναγόμενη κυριάρχησε επι της θελήσεως του αποβιώσαντα. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης στη δική της αγόρευση εισηγήθηκε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι έγκυρο και καταρτίστηκε από τον αποβιώσαντα με πλήρη επίγωνση του τι έπραττε. Εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη ενήργησε δόλια γιατί η μαρτυρία που προσκομίστηκε, επι του συγκεκριμένου θέματος, από την πλευρά της Ενάγουσας είναι εξ ακοής. Αναφορικά με το θέμα της ψυχικής πίεσης υποστήριξε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσαντας, κατά τον χρόνο καταρτισμού του πληρεξουσίου εγγράφου, ήταν ανίκανο πρόσωπο ή δεν είχε σώας τα φρένας. Καταλήγει, στην εισήγης ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι έγκυρο και είναι το προϊόν άσκησης της ελεύθερης βούλησης του αποβιώσαντα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι καμιά πλευρά δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση την αξίωσή της για αποζημίωση. Οπόταν, το θέμα των αποζημιώσεων όπως καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης και στην Ανταπαίτηση δεν θα εξεταστεί λόγω μη προσκόμισης μαρτυρίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295. Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και από την παρουσία τους στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας κατά νου κατά την αξιολόγηση της ως δείχτη, μεταξύ άλλων, το προσωπικό συμφέρον, την ειλικρίνεια, την ευθύτητα, τη σαφήνεια, την προσωπική γνώση, τη φιλαλήθεια, τη λογική του πράγματος, τη συνέπεια, τη συνοχή, την ποιότητα, την πειστικότητα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου (1999 1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Κουκόνη ν. A. N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 489 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ.
  1. Πρέπει λεχθεί ότι το γενικό συμπέρασμα, που προκύπτει από την αξιολόγηση της εκατέρωθεν δοθείσας μαρτυρίας, είναι ότι η μαρτυρία των κύριων πρωταγωνιστών - μαρτύρων θα πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή λόγω της ύπαρξης συμφέροντος στο αποτέλεσμα της δίκης. Αυτό βέβαια το στοιχείο δεν καθιστά, από μόνο του, τη μαρτυρία τους εν πάση περιπτώσει απορριπτέα, πλην όμως το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσεγγίσει μια τέτοια μαρτυρία με πλήρη επίγνωση του ενδεχομένου της εκούσιας ή και ακούσιας παραποίησης της πραγματικότητας. Η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, προσεγγίζεται με ιδιαίτερη προσοχή, δεδομένου του ότι η Μ.Ε.1 είναι κληρονόμος του αποβιώσαντα και ο Μ.Ε.2 είναι υιός της. Διαπιστώνεται σύχιση αλλά και αντιφάσεις στη μαρτυρία των δυο αυτών μαρτύρων. Όσο αφορά τη γνώση της αγγλικής γλώσσας από τον αποβιώσαντα η Μ.Ε.1 ήταν διστακτική στο να πεί την αλήθεια και το ίδιο μπορεί να λεχθεί αναφορικά με την υπογραφή του στο Τεκμήριο
  2. Αποτέλεσμα της στάσης της ήταν να οδηγηθεί σε άκρως αντιφατικές απαντήσεις. Όσο αφορά τα αγγλικά «Διάβαζε αλλά δεν μιλούσε» και σε σχέση με την υπογραφή του, αυτολεξή, «υπέγραψε αλλά δεν είναι η υπογραφή του.». Την ίδια στάση τήρησε και σε σχέση με την υπογραφή στο Τεκμήριο
  3. Παραδέχθηκε ότι ο πατέρας της είχε δώσει σε όλα του τα παιδιά σπίτια και ότι μέσω της Εναγόμενης τους είχε αποστείλει «zakat», δηλαδή χρηματικά ποσά ως δώρο. Επίσης παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη επισκεπτόταν τον αποβιώσαντα τακτικά ενώ εκείνη όχι τόσο. Η μαρτυρία της όσο αφορά τη γνώση της μεταβίβασης έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος ανέφερε ότι το γνώριζαν από το καλοκαίρι του 2009 και πριν ο αποβιώσαντας αποδημήσει εις κύριον. Η Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι μόλις το έμαθαν καταχώρισαν την υπό κρίση αγωγή. Αρνήθηκε τις σχέσεις του αποβιώσαντα με τον γείτονά του, τον Ν.Κ., ενώ η ίδια του τηλεφωνούσε για να μάθει για τον πατέρα της και πολύ καλά γνώριζε ότι ο γείτονας μεριμνούσε για το φαγητό του. Από τη μαρτυρία της διαφάνηκε ότι επισκεπτόταν τον πατέρα της σποραδικά και ότι είχε να κάνει με τα οικονομικά του το διαχειριζόταν η Εναγόμενη, η οποία της μετέφερε τα λεφτά που απέστελνε ο πατέρας της ως δώρο. Εγείρεται το ερώτημα αν η ίδια θερούσε ότι ο πατέρας της δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι έπραττε γιατί δεν μερίμνησε η ίδια όταν το κατάλαβε πριν τον Μάρτιο 2009 ήτοι τον Ιανουάριο όταν είχε καεί το σπίτι του πατέρα της. Ο Μ.Ε.2, υιός της Μ.Ε.1, παρόλο που είχε έρθει στην Κύπρο μετά την πυρκαγιά στο σπίτι του αποβιώσαντα, ήτοι από τις 22/01/2009 μέχρι 25/01/2009, δεν προσπάθησε να φτιάξει το σπίτι του παππού του. Παραδέχθηκε ότι αυτή που είχε φτιάξει την κατοικία του αποβιώασαντα μετά την πυρκαγιά ήταν η Εναγόμενη καθώς επίσης και ότι ο αποβιώσαντας φρόντιζε τον εαυτό του ακόμη και μετά που κάηκε το σπίτι του. Σε αντίθεση με την μητέρα του αποδέχθηκε ότι ο Ν.Κ. όχι μόνο είχε καλή σχέση με τον παππού του αλλά και ότι τον τάιζε και τον φρόντιζε. Παραδέχθηκε επίσης ότι γνώριζε για το πληρεξούσιο έγγραφο από τον Μάρτιο
  4. Γεννάται το ερώτημα γιατί δεν παραπονέθηκε ή γιατί δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα τότε ο ίδιος ή η μητέρα του. Επίσης παραδέχθηκε, σε αντίθεση και πάλι με τη μητέρα του, ότι η Εναγόμενη τους είχε αναφέρει για τη δωρεά της κατοικίας αλλά δεν τους είχε πεί οτιδήποτε για το πληρεξούσιο. Και ενώ προωθεί τη θέση ότι ο αποβιώσαντας δεν ήταν σε θέση να λαμβάνει αποφάσεις ισχυρίζεται ότι δεν ήταν απόφαση του αποβιώσαντα να μεταβεί στην Στέγη Ηλικιωμένων αλλά του Γραφείου Ευημερίας. Οι μαρτυρία των δυο αυτών μαρτύρων στερείται στέρεου υπόβαθρου και δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα από αυτή. Η μαρτυρία της Μ.Ε.3 προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου και η ίδια είχε επισκεφτεί τον αποβιώσαντα στην Στέγη Ηλικιωμένων 2 χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα οπόταν δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της αναφορικά με την νοητική κατάσταση του αποβιώσαντα το 2009 που είναι και το ζητούμενο. Όμως από το φάκελο προέκυπτε ότι συμφώνησε να μεταφερθεί στη Στέγη Ηλικιωμένων και επέλεξε αυτή που βρισκόταν και ο υιός του. Δηλαδή είχε την ικανότητα το 2009 να επιλέξει που θα πήγαινε και είχε και την νοητική κατάσταση να ζητήσει να πάει μαζί με τον υιό του. Οι Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 δεν προσέφεραν οτιδήποτε με τη μαρτυρία τους Η Μ.Ε.4 αναφέθηκε στην κατάσταση του αποβιώσαντα κατά την εισδοχή του στην Στέγη και ο Μ.Ε.5 τον αξιολόγησε το 2010 ως γενικός ιατρός και όχι ως νευρολόγος ή ειδικός ιατρός. Παραδέχθηκε ότι σε σχέση με τη νοητική κατάσταση του αποβιώσαντα δεν υπήρχε οποιαδήποτε ιατρική έκθεση στο φάκελό του. Κανένας από τους δυο δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία σε σχέση με τη νοητική κατάσταση του αποβιώσαντα κατά το έτος 2009 που είχαν εξελιχθεί τα υπο εκδίκαση γεγονότα. Ο Μ.Υ.1 βοήθησε με τη μαρτυρία του αφού αποκάλυψε τις προθέσεις του αποβιώσαντα τον οποίο φρόντιζε για χρόνια λόγω του ότι η οικογένειά του δεν τον επισκεπτόταν. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είχε οποιονδήποτε συμφέρον να εξυπηρετήσει ούτε και έχει οποιονδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης αφού έχει εγκαταλείψει την οικία που ενοικίαζε από τον αποβιώσαντα. Παρά τις κάποιες ανακρίβειες στην μαρτυρία του, οι οποίες προέκυψαν λόγω του χρόνου που παρεισέρφρησε, κατά τα λοιπά ήταν σε αρμονία με την μαρτυρία των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, που ήταν τα άτομα που πρωταγωνίστησαν στην κατάρτιση των αμφισβητούμενων εγγράφων, Τεκμήρια 5 και
  5. Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος ότι αυτή ήταν η επιθυμία του αποβιώσαντα, να λάβει η Εναγόμενη την συγκεκριμένη κατοικία λόγω της αγάπης που του έτρεφε και αγωνιούσε να γίνουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα πριν πάθει ο ίδιος οτιδήποτε. Δεν έδωσε στο Δικαστήριο λόγο να απορρίψει τη μαρτυρία του αλλά αντίθετα ως ανεξάρτητος μάρτυρας και καλός γνώστης των γεγονότων διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με αυτά. Πολλά από αυτά που ανέφερε η Εναγόμενη, Μ.Υ.2, ήταν παραδεκτά και από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  6. Δηλαδή η στενή σχέση της με τον αποβιώσαντα. Η θέση αυτή ενισχύθηκε και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  7. Επίσης η θέση της ότι ο αποβιώσαντας είχε φροντίσει για την κατάρτιση όλων των εγγράφων χωρίς η ίδια να το γνωρίζει υποστηρίζεται και από τα ίδια τα έγγραφα, από την ημερομηνία καταρτισμού τους αλλά και από την μαρτυρία των Μ.Υ.1, Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, οι οποίοι ανέφεραν ότι δεν ήταν παρούσα. Ήταν ειλικρινής και έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των λεχθέντων της. Οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 αναφέρθηκαν στην διαδικασία που οδήγησε στον καταρτισμό, την υπογραφή και την πιστοποίηση της συγκεκριμένης υπογραφής. Κανένας από τους δύο δεν είχε λόγο να ψευστεί στο Δικαστήριο, ότι είχαν εξηγήσει στον αποβιώσαντα τι σήμαιναν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Το Δικαστήριο νοιώθει ασφάλεια να βασιστεί στη συγκεκριμένη μαρτρυρία για να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα αφού ήταν ανεξάρτητη και αξιόπιστη. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα: Ο αποβιώσαντας απεβίωσε το 2012 καταλείποντας τέσσερα ενήλικα τέκνα. Είχε φροντίσει και για τα τέσσερα όσο αφορά την περιουσία του. Είχε μεριμνήσει όπως ανεγερθεί κατοικία στο Ισραήλ στην οποία διέμεναν οι δυο υιοί του. Απέστελνε λεφτά στην Εναγόμενη, η οποία διασφάλιζε ότι διενεργούνταν οι εργασίες για την ανέγερση της κατοικίας. Στην θυγατέρα του, Μ.Ε.1, είχε μεταβιβάσει, το 2007, το μερίδιο που του αναλογούσε στην ακίνητη ιδιοκτησία στην οδό Γεωργίου Λαπίθη. Κατά τον ίδιο χρόνο της απέστελνε χρηματικά ποσά ως δώρο μέσω της Εναγόμενης. Ο αποβιώσαντας μετά τον θάνατο της δεύτερης συζύγου του, το 2007, συνέχιζε να διαμένει μόνος του σε μια από τις δυο οικίες, αυτήν που ήταν εγγεγραμμένη στην δεύτερη σύζυγό του, που είχαν ανεγερθεί στο ακίνητο στην οδό Γεώργιου Λαπήθη στη Λάρνακα. Η Εναγόμενη διαχρονικά τον επισκεπτόταν και νοιαζόταν για αυτόν. Λόγω ακριβώς αυτής της φροντίδας ο αποβιώσαντας είχε αποφασίσει να της μεταβιβάσει το άλλο μισό μερίδιο της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο ήταν εγεγραμμένο επ ονόματι της δεύτερης συζύγου του. Για το σκοπό αυτό είχε ζητήσει από τον γείτονά του, Μ.Υ.1, με τον οποίο τους συνέδεε φιλιά και αγάπη όπως του βρεί δικηγόρο για να προβεί στα δέοντα. Ο ίδιος επικοινώνησε με δικηγορικό γραφείο και διευθέτησε όπως μεταφέρει τον αποβιώσαντα στο συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο. Έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους σε σχέση με την επιθυμία του και οι δικηγόροι προχώρησαν στον καταρτισμό του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 11/03/2009, το οποίο υπογράφτηκε στην παρουσία πιστοποιούντα υπαλλήλου και μετά από επεξήγηση του περιεχομένου του. Παράλληλα ετοιμάστηκαν τα έγγραφα διαχείρησης της περιουσίας της αποβιώσασα δεύτερης συζύγου του. Όμως στις 02/04/2009 είχε υπογραφτεί και δωρητήριο έγγραφο από τον αποβιώσαντα προς όφελος της Εναγόμενης σε σχέση με το συγκεκριμένο μερίδιο στο ακίνητο, το οποίο είχε υπογραφτεί στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου. Είχε προηγηθεί τον Ιανουάριο 2009 πυρκαγιά στο σπίτι που διέμενε ο αποβιώσαντας, η οποία είχε καταστρέψει μέρος της οικίας. Ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού και λόγω της ηλικίας του ο αποβιώσαντας είχε δεχθεί όπως μεταφερθεί στις 19/05/2009 στην Στέγη Ενηλίκων «Ολύμπια» στην Λάρνακα όπου βρισκόταν και ο υιός του. Κατά τον χρόνο της μεταφοράς του ήταν ατημέλητος και χρειαζόταν φροντίδα αφού λόγω της ηλικίας του δεν μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του. Όμως καταλάβαινε πλήρως τι έπραττε και είχε άποψη σε ποιά Στέγη ήθελε να μεταφερθεί. Πριν την μεταφορά του είχε μεριμνήσει και για την περιουσία του. Η Εναγόμενη χρησημοποίησε το πληρεξούσιο έγγραφο το καλοκαίρι του 2009, συγκεκριμένα στις 20/07/2009, για να εγγράψει το συγκεκριμένο ακίνητο επ ονόματί της σύμφωνα με την επιθυμία του αποβιώσαντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων δύο είναι τα ερωτήματα που εγείρονται για το Δικαστήριο. Το πρώτο αφορά την εγκυρότητα του πληρεξουσίου που υπόγραψε ο αποβιώσαντας κι αυτό, όπως είναι η θέση του Ενάγοντα, στη βάση του ισχυρισμού ότι ο αποβιώσαντας δεν ήταν καλά στην υγεία του κατά τον χρόνο που το υπέγραφε ή και δεν είχε αντίληψη και γνώση του τι υπέγραφε. Και, το δεύτερο, κατά πόσο η δωρεά ήταν προϊόν άσκησης «ψυχικής πίεσης» της Εναγόμενης προς τον αποβιώσαντα. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα κατά την άποψή του Δικαστηρίου δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Με την απόρριψη της μαρτυρίας για τον Ενάγοντα η βάση πάνω στην οποία προωθήθηκε η ακυρότητα του πληρεξουσίου εκθεμελιώθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη η γραπτή δήλωση του πιστοποιούντα υπαλλήλου ότι ο αποβιώσαντας γνώριζε τι έπραττε. Στην Nakery Trading Ltd κ.ά ν. Χαράλαμπου Σιαηλή κ.ά Πολ. Εφ. 343/2010 ημερ. 23/12/2015, εξετάζονται οι πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου του 2012 (Ν.165
(1)/2012) το οποίο προνοεί ότι: «Πιστοποιήσεις που θεωρούνται ότι διενεργήθηκαν από πιστοποιούντα υπάλληλο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι δεκτές ως απόδειξη των γεγονότων που πιστοποιούνται με αυτές από όλα τα Δικαστήρια». Αναφέρεται ότι: «Το θέμα εξετάστηκε στην Χαρούς ν. Χαρούς κ.α.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 267, όπου αποφασίστηκε ότι με βάση το γενικό κανόνα το βάρος απόδειξης ισχυρισμού για πλαστογραφία ενός πληρεξουσίου εγγράφου το φέρει αυτός που προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό. Απόφαση που εναρμονίζεται με το λεκτικό του άρθρου 9 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο οι πιστοποιήσεις πιστοποιούντα υπαλλήλου «. είναι δεκτές ως απόδειξη των γεγονότων που πιστοποιούνται με αυτές από όλα τα Δικαστήρια», λεκτικό που δημιουργεί τεκμήριο - μαχητό βέβαια - αυθεντικότητας ενός πληρεξουσίου που πιστοποιείται από πιστοποιών υπάλληλο. Τα πιστοποιημένα από πιστοποιών υπάλληλο πληρεξούσια είναι σημαντικό μέσο σε ένα ευρύ τομέα συναλλαγών και το άρθρο 9 του Νόμου του προσδίδει ιδιαίτερη αξιοπιστία, η οποία δεν μπορεί να πλήττεται απλώς και μόνο με απλή άρνηση του φερόμενου εξουσιοδοτούντος ότι η πιστοποιημένη υπογραφή του δεν είναι δική του. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία η οποία όντως να καταδεικνύει το βάσιμο τέτοιου ισχυρισμού..». Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη του την προαναφερθείσα νομολογία και έχοντας ενώπιόν του αξιόπιστη μαρτυρία για την κατάσταση του αποβιώσαντα κατά τον χρόνο καταρτισμού του πληρεξουσίου εγγράφου δεν έχει λόγο να μην αποδεχθεί την αυθεντικότητα του πληρεξουσίου εγγράφου. Τα όσα καταγράφει μετουσιώθηκαν στην συνέχεια στο Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/04/
  1. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο καταρτισμού του πληρεξουσίου εγγράφου η Εναγόμενη γνώριζε για την κατάρτισή του. Αντίθετα προκύπτει ότι τον Μάρτιο 2009 είχαν έθρει στην Κύπρο τόσο η Ενάγουσα με το υιό της καθώς και η Εναγόμενη με τον υιό της και την αδελφή της για να φροντίσουν τον αποβιώσαντα λόγω της πυρκαγιάς στο σπίτι του. Το σύγγραμμα του Bowstead & Reynolds on Agency, 19η εκδ., παρα. 2-039, σελ. 61, ερμηνεύει τον όρο πληρεξούσιο έγγραφο και καταγράφει τα ακόλουθα: «Powers of Attorney. A power of attorney is a formal instrument by which one person empowers another to represent him, or act in his stead for certain purposes.» Γενικά, ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είναι σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position), έναντι του αντιπροσωπευομένου, και ως εκ τούτου υπέχει καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας προς αυτόν, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου και όχι τα δικά του ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws οf England, 5η εκδ., παρα. 144, σελ.105, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Unauthorised dispositions not binding on the principal. Where an agent is entrusted with........... property belonging to the principal, as a general rule, no disposition of such property made by the agent without the authority of the principal is binding upon the principal; and not withstanding any such disposition, the principal is entitled to follow the property into the hands of third persons and recover it or its value.». Χωρίς αμφιβολία ο αποβιώσαντας με την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο 5, στις 11/03/2009 κατέστησε την Εναγόμενη, γενικό «αντιπρόσωπο» του και ο ίδιος κατέστη πρόσωπο «αντιπροσωπευόμενο». Δημιουργήθηκε έτσι μια σχέση αντιπροσωπείας η οποία διέπεται από το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 142 του Νόμου: «
  3. «Αντιπρόσωπος» είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται «αντιπροσωπευόμενος». Όπως καθορίζεται στα άρθρα 171, 172 και 174 του Περί Συμβάσεων Νόμου ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του δεύτερου και με δεξιότητα και επιμέλεια. Τα άρθρα προνοούν τα ακόλουθα: «
  4. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του ή ελλείψει τέτοιων οδηγιών, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στις εργασίες του ίδιου είδους, στον τόπο όπου ο αντιπρόσωπος διεξάγει τις εργασίες αυτές. Αντιπρόσωπος που ενεργεί κατά παράβαση των πιο πάνω οφείλει, αν προκύψει ζημιά, να αποκαταστήσει αυτήν στον αντιπροσωπευόμενο, και αν απορρεύσει κέρδος να λογοδοτήσει γι' αυτό.
  5. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες της αντιπροσωπείας καταβάλλοντας τη δεξιότητα, η οποία γενικά κατέχεται από πρόσωπα που διεξάγουν παρόμοιες εργασίες, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος γνωρίζει ότι αυτός στερείται της δεξιότητας αυτής. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να καταβάλει πάντοτε εύλογη επιμέλεια και τη δεξιότητα την οποία κατέχει υποχρεούται επίσης να αποζημιώσει τον αντιπροσωπευόμενο για τα άμεσα αποτελέσματα της παράλειψής του, έλλειψης δεξιότητας ή παραπτώματος, όχι όμως για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε έμμεσα ή απρόβλεπτα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων συνεπεία της εν λόγω παράλειψης, έλλειψης, δεξιότητας ή παραπτώματος. . ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ...
  6. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να καταβάλλει σε δυσχερείς περιστάσεις, κάθε εύλογη επιμέλεια για να επικοινωνεί με τον αντιπροσωπευόμενο και να παίρνει τις εντολές του.» Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency,ανωτέρω, παρα. 2-032, σελ. 56, καταγράφεται ότι τηρουμένων οιωνδήποτε ειδικών περιστάσεων οι οποίες υποδεικνύουν το αντίθετο, ενυπάρχει εξυπονοούμενος όρος σε σύμβαση αντιπροσωπείας, ότι ο αντιπρόσωπος είναι υποχρεωμένος να υπακούει σε όλες τις νόμιμες και εύλογες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου σε σχέση με τον τρόπο κατά τον οποίο ο αντιπρόσωπος εκτελεί τα καθήκοντα του. Επιπρόσθετα ο αντιπρόσωπος υπέχει καθήκον να ενεργεί μόνο προς όφελος του αντιπροσωπευόμενου, σελ. 117 του ιδίου συγγράμματος. Βλ. επίσης Hopkins v. T.L. Dallas Group Ltd [2004] EWCH
  7. Ενώ, κάθε αντιπρόσωπος υπέχει καθήκον να ενημερώνει τον αντιπροσωπευόμενο για θέματα τα οποία τον αφορούν. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 17 η επιθυμία του αποβιώσαντα ήταν να δωρίσει το μερίδιό του στο ακίνητο στην Εναγόμενη και η Εναγόμενη ενήργησε σύμφωνα με την επιθυμία του και όχι εκτός αυτής. Και εδώ χρήζει απάντησης το δεύτερο ερώτημα, ήτοι κατά πόσο το δωρητήριο έγγραφο είχε καταρτιστεί δυνάμει ψυχικής πίεσης. Σχετικό είναι το άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο έχει ως ακολούθως:- «16-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.». Οι πρόνοιες που πιο πάνω άρθρου έτυχαν εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και οι υποθέσεις Χαραλάμπους κ.α. ν. Κούτα
(1997)1 Α.Α.Δ. 23, Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602, Κεφάλας κ.α. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Δημητρίου κ.α. ν. Κωνσταντινίδη κ.α.,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1503, Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33 και Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 961. Για τους σκοπούς ωστόσο της παρούσας είναι αρκετό να παρατεθούν αυτούσια τα πιο κάτω αποσπάσματα πρώτα από την υπόθεση Κεφάλας και στη συνέχεια από την υπόθεση Χριστοφόρου (ανωτέρω): « Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώ­σεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρί­βεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party" Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) ο Cotton L.J. προσέγγισε το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίε­σης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία πε­ριλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να απο­δεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει.» Στην υπο εξέταση υπόθεση υπάρχει η ειδική σχέση μεταξύ των μερών, ήτοι θείος με αδελφότεχνη. Όπως δε έχει νομολογηθεί (βλ. Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α. (ανωτέρω)), για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης του άρθρου 16
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής (ο αποβιώσαντας) ενήργησε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο (την Εναγόμενη) και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε. Εγείρεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο η Εναγόμενη με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι η δωρεά δεν ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι σαφώς αρνητική. Όπως νομολογήθηκε στην Δημητρίου ν. Κωνσταντινίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1503: «Για να χρειάζεται απόδειξη του γεγονότος ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα από οποιανδήποτε επίδραση που προερχόταν από το πρόσωπο που θα αποκόμιζε το όφελος, με πλήρη επίγνωση των πράξεων του, θα πρέπει πρώτα να έχει αποδειχθεί η άλλη προϋπόθεση του άρθρου 16, ότι δηλαδή ο συμβαλλόμενος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του αντισυμβαλλόμενου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του. Μόνο σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να παρουσιάζεται μαρτυρία ότι η δωρεά δεν ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης». Εξετάζοντας τις σχέσεις της Εναγόμενης και του αποβιώσαντα διαφαίνεται ότι η Εναγόμενη τον φρόντιζε και τον αγαπούσε και το ίδιο και εκείνος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αποβιώσαντας είχε τυφλώσει τη μητέρα της Εναγόμενης όταν ήταν 5 ετών και ότι η Εναγόμενη ήταν ορφανή από πατέρα, θέσεις που δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δε έχει καταδειχθεί η ύπαρξη σχέσης εξάρτησης αφού η Εναγόμενη δεν βρισκόταν τακτικά στην Κύπρο για να φροντίζει τον αποβιώσαντα. Εν πάση περιπτώσει αν κάποιος υποθέσει ότι το πληρεξούσιο παραχωρήθηκε λόγω της όποιας επιρροής ασκούσε η Εναγόμενη στον αποβιώσαντα, ο αποβιώσαντας είχε χρόνο να αλλάξει γνώμη μέχρι τις 02/04/2009 που υπέγραψε το δωρητήριο έγγραφο. Όμως δεν το έπραξε και αυτό προσδίδει στο δωρητήριο εγκυρότητα. Ο αποβιώσαντας έδειξε με όποιο τρόπο μπορούσε την επιθυμία του να λάβει η Εναγόμενη τη συγκεκριμένη κατοικία. Η απλή ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης και αγάπης δεν εξυπακούει αυτόματα την ύπαρξη ψυχικής πίεσης. Σύμφωνα με το σκεπτικό της Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602 «η φύση της εμπιστευτικής σχέσης πρέπει να είναι τέτοια που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου». To ζητούμενο επομένως είναι κατά πόσο η φύση της εμπιστευτικής σχέσης ήταν τέτοια που δημιουργούσε τουλάχιστον υποψίες ότι η Εναγόμενη ήταν σε θέση να εκμεταλλευτεί τη σχέση αυτή για να αποκομίσει αθέμιτο όφελος. Τέτοιο συμπέρασμα, στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, δεν μπορεί να εξαχθεί. Ο Ενάγοντας δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι η Εναγόμενη ήταν σε θέση να κυριαρχήσει επί της θελήσεως του αποβιώσαντα. Όπως προέκυψε από την προσκομισθείσα μαρτυρία ο αποβιώσαντας είχε την δική του άποψη τόσο για το πότε αλλά και για το πού θα τοποθετηθεί από το Γραφείο Ευημερείας και αυτό λέει πολλά για τη νοητική του κατάσταση. Σχετική είναι η Έκθεση, Τεκμήριο 10, στην οποία αποτυπώνεται η θέση ότι ο αποβιώσαντας είχε καθοδηγηθεί να υποβάλλει αίτηση για την παροχή δημόσιου βοηθήματος και κατόπιν δική του επιθυμίας είχε εισαχθεί στις 19/05/2009 στην Στέγη Ηλικιωμένων «Ολύμπια». Υπάρχει όμως ακόμη μια παράμετρος, η οποία θα πρέπει να επισημανθεί και αυτή είναι ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ποιο τρόπο αποσπάστηκε η υπογραφή του αποβιώσαντα δόλια και απατηλά ενώπιον του Πιστοποιούντος Υπαλλήλου, Μ.Υ.4. Εν πάση περιπτώσει ο τρόπος προβολής του ισχυρισμού του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης είναι ανορθόδοξος αφού υπάρχουν σωρεία ισχυρισμοί ως λεπτομέρειες δόλου και απάτης ενώ παράλληλα συνιστούν γεγονότα ψυχικής πίεσης. Ο όρος «δόλος» πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός κατά την κοινή και συνήθη του έννοια. Όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255 και Re Companies Acts, Ex. P. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, το σκεπτικό των οποίων υιοθετήθηκε στην απόφαση Συμεών Μ. Συμεών v. Χριστάκης Γεωργίου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη
(2011)1 Α.Α.Δ. 1137 ο όρος «δόλος» υπονοεί κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα. Ένεκα του ότι ο δόλος είναι σοβαρή κατηγορία που εμπεριέχει και ποινικό χαρακτήρα, ο προβληθείς ισχυρισμός περί δόλου πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένος. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί. Στην υπό κρίση περίπτωση ο αποβιώσαντας μετέβη σε δικηγόρο μαζί με τον Μ.Υ.1 και έδωσε οδηγίες όπως καταρτιστούν διάφορα έγγραφα με τα οποία θα άφηνε την περιουσία του στην Εναγόμενη. Αφού πληροφορήθηκε, όπως ανέφεραν ο Μ.Υ.1, Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, ότι με αυτό τον τρόπο θα λάμβανε η Εναγόμενη το συγκεκριμένο ακίνητο υπέγραψε το Τεκμήριο 5 στις 11/03/2009 στην παρουσία του Μ.Υ.4 και το δωρητήριο έγγραφο στις 02/04/2009, Τεκμήριο 17. Τα υπέγραψε ενώπιον και του δικηγόρου, ΜΥ3 χωρίς να είναι παρούσα η Εναγόμενη. Είχε το χρόνο, εάν το επιθυμούσε, να αλλάξει γνώμη ιδιαίτερα λόγω του ότι η Εναγόμενη δεν χρησημοποίησε το πληρεξούσιο μέχρι τον Ιούλιο 2009 όπου προέβει στην μεταβίβαση, επ ονόματι της, του ακινήτου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης οι θέσεις του Ενάγοντα απορρίπτονται. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί δόλου, συνωμοσίας ή της οποιασδήποτε ψευδούς παράστασης από μέρους της Εναγόμενης. Ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία ότι ο αποβιώσαντας ήταν ανίκανος να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του. Όσο αφορά την προβληθείσα θέση για ψευδείς δηλώσεις εκ μέρους της Εναγόμενης στις Αρμόδιες Αρχές ούτε και για αυτό το μέρος της αγωγής δεν προσκομίστηκε μαρτυρία. Ως εκ των πιο πάνω επεξηγηθέντων συμπερασμάτων η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για την ανταπαίτηση. Απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Ενάγοντα. Βέβαια θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι συνεκδικάσθηκαν. ..................... Υπ.) Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.