← Κύπρος

Γεώργιου Συμεού κ.α. ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά, Αρ. Αγωγής: 835/2016, 31/5/2023

Γεώργιου Συμεού κ.α. ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά, Αρ. Αγωγής: 835/2016, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Αγωγής: 835/2016 Ενώπιον: Μ.Π. Μιχαήλ προσ. Ε.Δ Μεταξύ:

  1. Γεώργιου Συμεού
  2. Θεοδούλας Αντώνη Θεοδώρου Ενάγοντες και Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά Εναγομένου Ημερομηνία: 31/05/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ρ. Σορντίνι για Ανδρέου, Χατζηχριστοφής ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: κ. Θ. Σέας για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Απόφαση I. Εισαγωγή/Δικογραφία: Η κύρια αιτία καταχώρησης της παρούσας αγωγής είναι η ύπαρξη απέναντι από την κατοικία των Εναγόντων, μίας κατασκευής από ευτελή υλικά εντός της οποίας διατηρούνται ζώα και πτηνά. Η συγκεκριμένη κατασκευή βρίσκεται εντός της αυλής γειτονικής τους οικίας. Εξ' όσων δικογραφούν οι Ενάγοντες, η εν λόγω κατασκευή υπάρχει από το έτος 1999 και δημιουργεί ανυπόφορες συνθήκες διαβίωσης για τους ίδιους, όπως έντονη δυσοσμία, αποτελεί εστία ακαθαρσιών και εκκόλαψης τρωκτικών και εντόμων με αποτέλεσμα να συνιστά μία επικίνδυνη συνθήκη για την υγεία των ιδίων και της οικογένειας τους. Η παρούσα αγωγή δεν στρέφεται εναντίον των προσώπων που αποτελούν τους πρωταίτιους αυτής της κατάστασης. Δεν στρέφεται δηλαδή εναντίον των προσώπων που για τόσα χρόνια έχουν στην αυλή τους την εν λόγω κατασκευή και προκαλούν αυτή τη συνθήκη οχληρίας στους Ενάγοντες. Αντιθέτως, στρέφεται εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου του Χωριού τους στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Οι Ενάγοντες θεωρούν, εν ολίγοις, ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού τους δεν λαμβάνει τα δέοντα μέτρα προκειμένου να τερματίσει την κατάσταση οχληρίας που επικρατεί στο σημείο. Συγκεκριμένα καταλογίζουν στο Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του που θεσπίζονται με το άρθρο 82 εδάφια (στ), (ια), (ιβ) και (ιγ) του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86(Ι)/
  3. Το Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο, από την άλλη, αρνείται ότι δεν εκτέλεσε τα καθήκοντα του και ισχυρίζεται ότι κάλεσε επανειλημμένως τους γείτονες των Εναγόντων να μετακινήσουν τα ζώα από την αυλή της οικίας τους αλλά αυτοί αρνούνταν πεισματικά. Μάλιστα έστειλε σε διάφορες ημερομηνίες επιστολές στα εν λόγω πρόσωπα για να συμμορφωθούν και προέβη σε καταγγελία στην Επαρχιακή Διοίκηση, που αποτελεί την αρμόδια αρχή. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι επισκέφθηκε αρκετές φορές την εν λόγω οικία των γειτόνων των Εναγόντων αλλά αυτοί του απαγόρευσαν την είσοδο. II. Μαρτυρία: Στο πλαίσιο ακρόασης της παρούσας υπόθεσης κατέθεσαν 4 μάρτυρες: Για την πλευρά των Εναγόντων, έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 1, (στο εξής Μ.Ε 1) και η Ενάγουσα 2, (στο εξής Μ.Ε 2). Για την πλευρά του Εναγομένου έδωσε μαρτυρία ο Κοινοτάρχης Ψευδά, κ. Φρίξος Μιχαήλ (στο εξής Μ. Υ 1) και ο κ. Χάρης Ζαμπάς, μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου του Ψευδά (στο εξής Μ. Υ 2) Μαρτυρία Μ.Ε. 1 O M.E 1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Επίσης, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του κατέθεσε τα εξής έγγραφα: Τεκμήριο 1: Επιβεβαίωση λήψης επιστολής από τον Έπαρχο Λάρνακας ημερομηνίας 05/10/
  4. Τεκμήριο 2:Επιστολή από την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας προς την κα. Σ. Θεοδώρου ημερομηνίας 26/03/
  5. Τεκμήριο 3: Δέσμη Φωτογραφιών. Τεκμήριο 4: Επιστολή από τους Δικηγόρους των Εναγόντων προς το Εναγόμενο ημερομηνίας 04/02/2016 συνοδευόμενη από Ένορκη Δήλωση Επίδοσης ιδιώτη επιδότη. Εν περιλήψει, μέσω της μαρτυρίας του ο Μ.Ε 1, διευκρίνισε ότι διαμένει μαζί με τη σύζυγο του, Ενάγουσα 2, σε κατοικία στην Κοινότητα Ψευδά, στην οδό [ ], σε οικιστική περιοχή. Απέναντι από την κατοικία των Εναγόντων διατηρεί την κατοικία του ζεύγος συγχωριανών τους. Στην αυλή της κατοικίας των γειτόνων τους υπάρχει από το έτος 1986 κατασκευή από πρόχειρα υλικά, εντός της οποίας υπήρχαν μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής ζώα και πτηνά. Η συγκεκριμένη μάντρα αποτελούσε αιτία συσσώρευσης σκυβάλων, ακαθαρσιών και απορριμμάτων και προκαλούσε ενόχληση και δυσχέρεια στους κατοίκους της περιοχής, ήταν επιβλαβής για τη δημόσια υγεία και πηγή δημόσιου κινδύνου και οχληρίας. Επίσης από τον συγκεκριμένο χώρο αναδυόταν έντονη δυσοσμία και αποτελούσε εστία επικίνδυνων μολυσματικών ιών και ασθενειών λόγω της αναπαραγωγής τρωκτικών, εκκόλαψης κουνουπιών και άλλων συναφών εντόμων, ζωυφίων και μυγών, με αποτέλεσμα η οικογένεια του και ο ίδιος να στερείται για πολλά χρόνια την απόλαυση της κατοικίας τους. Ανάφερε ο Μ.Ε 1 ότι λόγω της έντονης δυσοσμίας δεν μπορούσε η οικογένεια του είτε να καθίσει στην αυλή της οικίας τους είτε να βγουν στον κήπο τους, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να περιορίζονται εντός της οικίας. Πριν καταχωρήσουν την συγκεκριμένη αγωγή, ο Μ.Ε 1 πήγαινε καθημερινά σχεδόν στα γραφεία της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση. Επίσης έστειλε επιστολή στο Εναγόμενο Συμβούλιο με την οποία το καλούσε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Σημειώνει επίσης ο Μ.Ε 1 ότι κάθε φορά που υπέβαλλε παράπονο στο Εναγόμενο τα τελευταία χρόνια, αναφορικά με το γειτονικό υποστατικό, οι γείτονες τους μετακινούσαν τα ζώα από την αυλή τους σε μάντρα που διατηρούσαν στην κτηνοτροφική περιοχή του χωριού, αλλά σύντομα επέστρεφαν τα ζώα πίσω στην οικία τους. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι γείτονες τους μετακίνησαν τα περισσότερα ζώα από την αυλή τους, όμως παραμένει η πρόχειρη μάντρα εντός της αυλής και ουδέποτε καθαρίστηκε ή απολυμάνθηκε με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να αποτελεί εστία συσσώρευσης σκουπιδιών, έντονης μυρωδιάς και είναι ένας χώρος με πολλές μύγες, ποντικούς, έντομα και κουνούπια. Αντεξέταση Μ.Ε 1 Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε 1, υποβλήθηκε σε αυτόν ότι η μάντρα στην αυλή των γειτόνων τους βρισκόταν από το 1999 και όχι από το
  6. Ο Μ.Ε 1 επέμεινε όμως ότι η συγκεκριμένη μάντρα βρισκόταν από το
  7. Ο Μ.Ε 1 συμφώνησε ότι σήμερα δεν υπάρχουν ζώα στην αυλή των γειτόνων τους, όπως επίσης και ότι η αυλή των γειτόνων τους έχει καθαριστεί. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που περιέχονται στην γραπτή δήλωση του Μ.Ε 1 (συγκεκριμένα οι παράγραφοι 11 και 12) , ισχυρίστηκε ότι ανατρέχουν χρονικά πίσω στο χρονικό σημείο έγερσης της αγωγής. Το ίδιο και οι φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 3, έχουν ληφθεί πριν τη μετακίνηση των ζώων. Ο Μ.Ε 1 διαφώνησε στην υποβολή των δικηγόρων του Εναγομένου αναφορικά με τη χρονική στιγμή που τα ζώα έφυγαν από το σημείο. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε 1 ισχυρίστηκε ότι τα ζώα έφυγαν το έτος 2018 ενώ ο συνήγορος του Εναγομένου υπέβαλε τη θέση ότι τα ζώα έφυγαν περί το έτος
  8. Επίσης, ο Μ.Ε 1 διευκρίνισε ότι παραλήπτες των επιστολών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1 και 2 ήταν ο πεθερός του και η πεθερά του. Ο λόγος ήταν ότι αυτοί προέβαιναν στις ενέργειες με τις Δημόσιες Αρχές καθότι αυτοί ήταν κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οι ιδιοκτήτες του υποστατικού. Σχετικά με την επικινδυνότητα της μάντρας στη δημόσια υγεία, ο Μ.Ε 1 ανάφερε ότι αποτάθηκε σε ιατρικό λειτουργό όταν ο μεγάλος του υιός αρρώστησε με τύφο. Ο Μ.Ε 1 ερωτώμενος ανέφερε ότι ανέμενε από το Κοινοτικό Συμβούλιο να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την κατεδάφιση της μάντρας. Ο Δικηγόρος του Εναγόμενου υποβάλλοντας τη θέση του υποστήριξε ότι: ● Είναι οι ενέργειες του Κοινοτικού Συμβουλίου που κινητοποίησαν τις αρχές, όπως την Επαρχιακή Διοίκηση, τον Επίτροπο περιβάλλοντος, και την υγειονομική υπηρεσία, οι οποίες οδήγησαν στην μετακίνηση των ζώων. ● Εστάλησαν οι επιστολές, 30/09/2011, 01/06/2012 και 25/04/2013 στον ιδιοκτήτη του υποστατικού για άρση της κατάστασης. ● Το Κοινοτικό Συμβούλιο στις 25/06/2013 προέβη σε καταγγελία στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακάς για να λάβει τις ενέργειες της ως αρμόδια αρχή. ● Στις 19/03/2014 η υγειονομική υπηρεσία της Κοινοτικής αρχής επιχείρησε να επισκεφθεί το ακίνητο που προκαλούσε την ενόχληση, αλλά δεν του επιτράπηκε η είσοδος. ● Αρνήθηκε ότι ο γείτονας του που διατηρούσε τη μάντρα ασκούσε κάποιο επάγγελμα. ● Αμφισβήτησε τη θέση των Εναγόντων ότι ο υιός τους αρρώστησε με τύφο. Μαρτυρία Μ.Ε 2 H M.E 2 κατάθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Με την μαρτυρία της ουσιαστικά επαναλαμβάνει όσα αναφέρει ο σύζυγος της Μ.Ε 1 στη δική του μαρτυρία. Αναφέρει ότι η οικία των Εναγόντων είναι η πατρική της οικία και εκεί που μεγάλωσε. Ο πατέρας της ενέγραψε τη συγκεκριμένη οικία στο όνομα της ιδίας και του συζύγου της περί το έτος
  9. Περαιτέρω, αναφέρει ότι λόγω της μάντρας που διατηρούσαν οι γείτονες του επικρατούσε δυσοσμία, αλλά ήταν και η κύρια αιτία που υπήρχαν πολλά τρωκτικά, κουνούπια και άλλα έντομα, στο σημείο με αποτέλεσμα της δημιουργίας προβλημάτων στην οικογένεια της. Αναφέρει ότι σπίτι τους αναγκάστηκαν να τοποθετήσουν κάγκελα προκειμένου να μην μπαίνουν μέσα στο σπίτι ποντικοί και άλλα τρωκτικά τα οποία προκαλούσαν σοβαρό πρόβλημα. Συχνά εντόπιζε στο σπίτι κοπριές από ποντικούς, στρατιές από παράσιτα ακόμη και φίδια. Αντεξέταση Μ.Ε 2 Κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, υποβλήθηκε από τους Δικηγόρους του Εναγομένου η θέση ότι είναι εξαιτίας των ενεργειών του που τα ζώα μετακινήθηκαν από την αυλή των γειτόνων των Εναγόντων, όπως επίσης και ότι οι Ενάγοντες δεν υπέστηκαν την οποιαδήποτε ζημία από την παρουσία των ζώων στο γειτονικό υποστατικό. Μαρτυρία Μ.Υ 1: Ο Μ.Υ 1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Περιληπτικά, η μαρτυρία του ΜΥ 1 είναι η εξής: Ο Μ.Υ 1 δήλωσε ότι είναι ο κοινοτάρχης του Ψευδά από το 2007 μέχρι σήμερα. Όταν ανέλαβε καθήκοντα ως Κοινοτάρχης, 16 χρόνια προηγουμένως, ήταν σύνηθες κάτοικοι να έχουν ζώα στις αυλές του, μερικοί μάλιστα διατηρούσαν κοπάδια στις αυλές των σπιτιών τους. Αργότερα μετακινήθηκαν τα ζώα σε κτηνοτροφική περιοχή. Αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, ο Μ.Υ 1 ανάφερε ότι η πρώτη φορά που δέχθηκε παράπονα αναφορικά με τα ζώα που διατηρούσαν στην αυλή τους οι γείτονες των Εναγόντων ήταν περί το Σεπτέμβρη του
  10. Ο ίδιος δεν είχε γνώση για παλαιότερα παράπονα των Εναγόντων αναφορικά με το ρηθέν υποστατικό. Τα παράπονα τα δέχθηκε από τον Ενάγοντα 1 αλλά και από επισκέπτες του Ιερού Ναού που βρίσκεται πλησίον του σημείου διατήρησης των ζώων. Εξ' όσων αναφέρει, μόλις δέχθηκε τα παράπονα, έστειλε εκ μέρους του Εναγόμενου Κοινοτικού Συμβουλίου, επιστολή ημερομηνίας 30/09/2011 προς τους γείτονες των Εναγόντων που διατηρούσαν τα ζώα, ζητώντας την απομάκρυνση των αιγοπροβάτων το συντομότερο δυνατό. O M.Y 1 αναφέρει ότι προσπάθησαν να προσεγγίσουν καλόπιστα τους γείτονες των Εναγόντων με σκοπό τη συμμόρφωση τους παρά τον ιδιόρρυθμό χαρακτήρα τους. Σκοπός επίσης ήταν η αποφυγή διενέξεων μεταξύ των κατοίκων της περιοχής. Ο Μ.Υ 1 αναφέρει ότι μέσα στους μήνες που ακολούθησαν έλαβε αρκετές προφορικές διαβεβαιώσεις από τους γείτονες των Εναγόντων ότι θα μετακινήσουν τα ζώα από την αυλή της οικίας τους. Εκείνο όμως που παρατηρήθηκε είναι να μετακινούνται κάποιες κατσίκες από την αυλή και μετά από κάποιο διάστημα να αντικαθίστανται με άλλες κατσίκες μικρότερου μεγέθους. Όταν έγινε αντιληπτός ο εμπαιγμός των γειτόνων των Εναγόντων, τότε το Κοινοτικό Συμβούλιο προχώρησε σε αποστολή των επιστολών ημερομηνίας 01/06/2012 και 25/04/
  11. Στην τελευταία επιστολή τάχθηκε προθεσμία για μετακίνηση των αιγών διαφορετικά το Κοινοτικό Συμβούλιο θα προχωρούσε σε καταγγελία στην Επαρχιακή Διοίκηση και στο Υγειονομείο. Ακολούθως το Κοινοτικό Συμβούλιο, με επιστολή ημερομηνίας 25/06/2013 προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας με κοινοποίηση στον υπεύθυνο Υγειονομικό Επιθεωρητή Λάρνακας, προέβη σε καταγγελία και ζήτησε όπως γίνουν άμεσες ενέργειες για την άμεση απομάκρυνση του παράνομου κτηνοτροφικού υποστατικού. Ως αποτέλεσμα των ενεργειών του Κοινοτικού Συμβουλίου, η Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας έστειλε επιστολές ημερομηνίας 02/09/2013 και 15/01/2014 προς τους γείτονες των Εναγόντων, ζητώντας τους να κατεδαφίσουν τα παράνομα υποστατικά και να απομακρύνουν τα ζώα από την οικιστική περιοχή. Στις 24/03/14 το Κοινοτικό Συμβούλιο έλαβε επιστολή από τον Υπεύθυνο Υγειονομικό Επιθεωρητή Λάρνακας στην οποία αναφερόταν ότι υπάλληλος του γραφείου του, συνοδευόμενος από υπάλληλο του Κοινοτικού Συμβουλίου, προέβη σε επιτόπια εξέταση του επίδικου υποστατικού, όπου παρατηρήθηκε ότι όντως εκτρέφονταν αιγοπρόβατα σε υποστατικό από ευτελή υλικά στην αυλή της οικίας των γειτόνων των Εναγόντων. Οι ιδιοκτήτες του υποστατικού διαβεβαίωσαν τα εν λόγω πρόσωπα ότι θα μετακινήσουν εντός 15 ημερών τα 5 αιγοπρόβατα που εκτρέφουν στην αυλή τους. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ο Μ.Υ 1 συνέχισε να επικοινωνεί με τους ιδιοκτήτες του υποστατικού και να τους ζητά να άρουν την παρανομία. Επισκέφθηκε μάλιστα την οικία τους 2 -3 φορές γι' αυτό το σκοπό. Εξ' όσων όμως ανάφερε, το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα να προχωρήσει σε κατεδάφιση του υποστατικού. Μετά τη λήψη της επιστολής από τους Δικηγόρους των Εναγόντων ημερομηνίας 04/02/2016, το Κοινοτικό Συμβούλιο απευθύνθηκε εκ νέου στους γείτονες των Εναγόντων με αυστηρό ύφος ζητώντας τους να μετακινήσουν τα ζώα. Τελικά τα ζώα μετακινήθηκαν το δεύτερο μισό του
  12. Εν ολίγοις ο Μ.Υ 1 ισχυρίζεται ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο έκανε ό,τι μπορούσε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για να αρθεί η παρανομία που προκαλείτο από τους γείτονες των Εναγόντων. Ο Μ.Υ 1 κατέθεσε τα εξής έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του: τεκμήριο 5: Επιστολή ημερομηνίας 30/09/2011 με αποστολέα το Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά. τεκμήριο 6: Επιστολή ημερομηνίας 01/06/2012 με αποστολέα το Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά. τεκμήριο 7: Επιστολή ημερομηνίας 25/04/2013 με αποστολέα το Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά. τεκμήριο 8: Επιστολή ημερομηνίας 25/06/2013 με αποστολέα το Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά. τεκμήριο 9: Επιστολή ημερομηνίας 15/01/2014 με αποστολέα την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και αποδέκτη τον Επίτροπο Περιβάλλοντος. τεκμήριο 10: Επιστολή ημερομηνίας 24/03/2014 με αποστολέα τον Υπεύθυνο Υγειονομικό Επιθεωρητή Λάρνακας και αποδέκτη τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Ψευδά. τεκμήριο 11: Επιστολή ημερομηνίας 31/03/2014 με αποστολέα την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και αποδέκτη τον Αν. Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών. τεκμήριο 12: Δέσμη φωτογραφιών. Αντεξέταση Μ.Υ 1: Κατά το στάδιο της αντεξέτασης υποβλήθηκε στον Μ.Υ 1 ότι η κατοικία των Εναγόντων ανήκει σε οικιστική περιοχή, πράγμα το οποίο ο Μ.Υ 1, παραδέχτηκε. Στον Μ.Υ 1 υποβλήθηκε ότι παράπονα προς το Κοινοτικό Συμβούλιο αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε στα υποστατικά των γειτόνων των Εναγόντων είχαν υποβληθεί πολύ πριν το
  13. Ο Μ. Υ 1 απάντησε ότι μπορεί να υποβλήθηκαν παράπονα και προηγουμένως αλλά στην αντίληψη του υπέπεσαν για πρώτη φορά τον 09/
  14. Ο Μ.Υ 1 ανέφερε σε σχετική ερώτηση, ότι με τις επιστολές που απέστελλε το Κοινοτικό Συμβούλιο ήλπιζαν ότι θα υπήρχε αποτέλεσμα. Ο Μ.Υ 1 αναφέρθηκε στον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα των γειτόνων των Εναγόντων που διατηρούσαν τα ζώα στην αυλή τους. Αναφέρθηκε επίσης και στην πρακτική τους να απομακρύνουν τα ζώα από την αυλή και ακολούθως μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να τα επιστρέφουν. Ο Μ.Υ 1 ανάφερε ότι ο ίδιος επισκέφθηκε το υποστατικό 2-3 φορές αλλά οι ιδιοκτήτες του δεν του επέτρεπαν την είσοδο. Ανάφερε ότι σε υποστατικά ανοικτά μπορεί να εισέρχεται αλλά στην προκειμένη περίπτωση το υποστατικό που προκαλούσε την οχληρία βρισκόταν εντός αυλής οικίας. Διερωτήθηκε τί άλλο θα μπορούσε να κάνει το Κοινοτικό Συμβούλιο που δεν το έκανε και επέμεινε στη θέση ότι από την πλευρά τους έκαναν ότι μπορούσαν. Μαρτυρία Μ.Υ 2 Ο Μ.Υ 2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Περιληπτικά με την μαρτυρία του ο ΜΥ 2 ανάφερε τα εξής: Είναι κάτοικος ψευδά και μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου από το
  15. Εξ' όσων αναφέρει με την έναρξη της θητείας του νέου Κοινοτικού Συμβουλίου έλαβαν γνώση ότι στην αυλή της γειτονικής οικίας των Εναγόντων, διατηρούνται αίγες με αποτέλεσμα να προκαλείται έντονη δυσοσμία. Ακολούθησε προειδοποιητική επιστολή προς τους ιδιοκτήτες του υποστατικού στο οποίο διατηρούνταν τα αιγοπρόβατα αλλά, εξ' όσων χαρακτηριστικά αναφέρει, αυτοί έπαιζαν με τη νοημοσύνη των μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου. Συγκεκριμένα, αυτό που έκαναν ήταν να διαβεβαιώνουν ότι θα απομακρύνουν τα ζώα, προχωρούσαν μάλιστα σε απομάκρυνση των ζώων για κάποιο διάστημα, και ακολούθως μετέφεραν μετά από κάποιο διάστημα ξανά τα ζώα στην αυλή τους. Λόγω μάλιστα της προκλητικής στάσης των προσώπων αυτών το Κοινοτικό Συμβούλιο προέβη εναντίον τους, το έτος 2013, σε επίσημη καταγγελία στην Επαρχιακή Διοίκηση, με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν οι αρμόδιες Αρχές. Οι ιδιοκτήτες του υποστατικού, σε επιτόπιους ελέγχους που επιχειρήθηκαν τόσο από Λειτουργός της Υγειονομικής Υπηρεσίας όσο και από τον Κοινοτάρχη, αρνούνταν την είσοδο στο υποστατικό τους, πράγμα που δυσχέραινε τις προσπάθειες. Τέλος θεωρεί άδικη την αγωγή εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου και ισχυρίζεται ότι τα ζώα εν τέλει μετακινήθηκαν εξαιτίας των έντονων προσπαθειών του Κοινοτάρχη, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει ένα ζεύγος ανθρώπων μη συνεργάσιμο και ιδιόρρυθμο. Αντεξέταση Μ.Υ 2 Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ 2 ανέφερε ότι δεν είχε προσωπική εμπλοκή με τη συγκεκριμένη υπόθεση και ότι η γνώση του βασίζεται σε ενημέρωση που τύγχανε από τον Κοινοτάρχη αλλά και στην παρουσία του στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου. Ανέφερε ότι τα ζώα έφυγαν από την συγκεκριμένη οικία περί το δεύτερο εξάμηνο του
  16. Επανέλαβε ότι θεωρεί άδικη την αγωγή εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου, καθ' ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατό από μέρους τους για να επιλύσουν το θέμα που προέκυψε. Επίσης ανέφερε ότι δεν έτυχε ξανά να αντιμετωπίσουν ένα τόσο σοβαρό ζήτημα στην Κοινότητα τους. Τέλος ισχυρίστηκε ότι όταν είχε εμπλακεί στα κοινά, το 2011, δεν γνώριζε για την κατάσταση που επικρατούσε με τη δυσοσμία στο συγκεκριμένο υποστατικό. III. Προσδιορισμός επίδικων θεμάτων: Μέσω της αντιπαραβολής των δικογράφων, της μαρτυρίας αλλά και των τελικών αγορεύσεων των διαδίκων, προκύπτουν ως παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα εξής: 1) Από το έτος 1999 μέχρι και το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, σε αυλή γειτονικής οικίας των Εναγόντων διατηρούνταν ζώα και πτηνά σε υποστατικά από ευτελή υλικά. 2) Οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει παράπονο στο Κοινοτικό Συμβούλιο αναφορικά με τη διατήρηση ζώων στο συγκεκριμένο υποστατικό προφορικά περί τον Σεπτέμβριο του
  17. 3) Η διατήρηση των αιγοπροβάτων στο συγκεκριμένο σημείο προκαλούσε δυσοσμία και οχληρία. 4) Το Κοινοτικό Συμβούλιο απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 30/09/2011 (τεκμήριο 5), 01/06/2012 (τεκμήριο 6), 25/04/2013 (τεκμήριο 7) προς τον ιδιοκτήτη του υποστατικού που διατηρούσε τα ζώα. 5) Στις 25/06/13 το Κοινοτικό Συμβούλιο Ψευδά απέστειλε την επιστολή καταγγελίας προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας αναφορικά με τη διατήρηση ζώων στο ρηθέν υποστατικό. 6) Στις 22/02/2016 επιδόθηκε στον Εναγόμενο επιστολή των Δικηγόρων των Εναγόντων, ημερομηνίας 04/02/2016, με την οποία καλείτο το Εναγόμενο Συμβούλιο να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για μετακίνηση της επίδικης μάντρας. 7) Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής τα ζώα μετακινήθηκαν και η επίδικη μάντρα έχει καθαριστεί. Παραμένουν επίδικα ζητήματα: 1) Κατά πόσο οι Ενάγοντες υπέβαλαν παράπονο αναφορικά με το ρηθέν υποστατικό πριν το έτος
  18. 2) Κατά πόσο στο επίδικο υποστατικό διεξαγόταν κάποιου είδους επιχείρηση, επάγγελμα ή εργασία. 3) Κατά πόσο στο επίδικο υποστατικό υπήρχε συσσώρευση σκυβάλων, ακαθαρσιών και απορριμμάτων. 4) Η ζημία που υπέστησαν οι Ενάγοντες από τη διατήρηση της επίδικης μάντρας με τα ζώα. IV. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίστηκαν ανωτέρω ( βλ. Al Ittihad Al Watani κ.ά. v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Σημειώνω ότι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον κάθε ένα από τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Η εντύπωση που αποκόμισα για τον κάθε μάρτυρα, από τις αντιδράσεις τους και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, είναι με βάση πάγια Νομολογιακή Αρχή, εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας τους. (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση εκάστης μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της. Η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα αντιπαραβάλλεται και συγκρίνεται με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1Β ΑΑΔ 1172 ). Τέλος, έχω υπόψη μου την Νομολογιακή Αρχή ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αιτιολογημένη. ( βλ. Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου Χάρης ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454) Αναφορικά με τον Μ.Ε 1, επισημαίνω ότι η εντύπωση που έχω αποκομίσει από την μαρτυρία του είναι σε γενικές γραμμές αρνητική. Σε ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας του υπέπεσε σε σοβαρή αντίφαση. Συγκεκριμένα, ενώ στην παράγραφο 12 της γραπτής του δήλωσης, αναφέρει ότι "η πρόχειρη μάντρα παραμένει μέχρι και σήμερα εντός της αυλής τους, με αποτέλεσμα ο χώρος να εξακολουθεί να αποτελεί εστία συσσώρευσης σκουπιδιών.», κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ανταποκρίνεται στο σήμερα. Το ζήτημα της ύπαρξης της μάντρας, των αιγοπροβάτων και των συνεπακόλουθων ακαθαρσιών στο γειτονικό υποστατικό αποτελεί το κύριο παράπονο των Εναγόντων και η αιτία που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Συνεπώς, αντίφαση στη μαρτυρία του Μ.Ε 1 αναφορικά με το πότε μετακινήθηκαν τα αιγοπρόβατα και καθαρίστηκε το επίδικο υποστατικό, δεν μπορεί να λάβει επουσιώδη χαρακτήρα και σαφώς επηρεάζει την αξιοπιστία του Μ.Ε
  1. Σημειώνω επίσης ότι ακόμα και σε επιμέρους σημεία της μαρτυρίας του, ο μάρτυρας προέβη σε ισχυρισμούς, μη δικογραφημένους, ακόμα και αντίθετους στη δικογραφημένη θέση του. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε 1 επέμεινε ότι το επίδικο υποστατικό από ευτελή υλικά, στο οποίο διατηρούνταν τα ζώα, βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο από το έτος
  2. Αυτός ο ισχυρισμός του Μ.Ε 1 συγκρούεται, όμως, με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, ότι το επίδικο υποστατικό βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο από το έτος
  3. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας της επικρατούσας κατάστασης ο υιός του αρρώστησε με τύφο. Αυτός ο σοβαρός ισχυρισμός όμως δεν δικογραφείται πουθενά στο δικόγραφο των Εναγόντων. Ούτε βεβαίως και μπορεί να εξαχθεί το οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα, από ένα τέτοιο αόριστο ισχυρισμό, ο οποίος δεν υποστηρίζεται από το παραμικρό τεκμήριο. Ενόψει των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Ε 1 δεν γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και την απορρίπτω στην ολότητα της. H Μ.Ε 2 έκανε θετική εντύπωση και κρίνεται εν γένει αξιόπιστη. Απαντούσε με ευθύ και άμεσο τρόπο σε όλες τις ερωτήσεις και σε κανένα σημείο δεν έδωσε την εντύπωση ότι επιχειρεί να υπερβάλει ή να παραπλανήσει. Δεν μπορώ, βεβαίως να κάνω δεκτό τον ισχυρισμό της ότι από τον καιρό που μένει στο συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο μάλιστα αποτελούσε το πατρικό της σπίτι, υπήρχε η επίδικη μάντρα. Ο ισχυρισμός αυτός συγκρούεται με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι η συγκεκριμένη μάντρα υφίσταται από το έτος
  4. Κάνω δεκτό ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό της Μ.Ε.2, ότι στο επίδικο υποστατικό μαζεύονταν σκύβαλα και ακαθαρσίες εξαιτίας της μάντρας που διατηρείτο. Ο εν λόγω ισχυρισμός, όχι μόνο δεν έτυχε της δέουσας αμφισβήτησης κατά το στάδιο της αντεξέτασης της (βλέπε σχετικά Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527), αλλά έτι περαιτέρω, κρίνω ότι αυτή η θέση συνάδει σε μεγάλο βαθμό και με τη θέση της Υπεράσπισης, η οποία ουδέποτε διαφώνησε ότι η συγκεκριμένη μάντρα στην γειτονική οικία των Εναγόντων, προκαλούσε δυσοσμία και γενικότερα συνιστούσε οχληρία ( βλέπε τεκμήρια 8, 10 και 11) . Κάνω επίσης δεκτή ως αξιόπιστη τη θέση της Μ.Ε 2 ότι εξαιτίας της μάντρας προκαλείτο δυσοσμία γεγονός που εμπόδιζε την οικογένεια των Εναγόντων, να βγει έξω στους εξωτερικούς χώρους της οικίας τους, όπως την αυλή και τον κήπο. Ο Μ. Υ 1, άφησε επίσης καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός στις θέσεις του ενώ η μαρτυρία του διέπετο από σαφήνεια και αμεσότητα. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση των δικηγόρων των Εναγόντων ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπέπεσε σε αντίφαση αναφορικά με το πότε έλαβε για πρώτη φορά γνώση για τα παράπονα που αφορούσαν το επίδικο υποστατικό. Ο μάρτυρας απάντησε ξεκάθαρα ότι έλαβε ο ίδιος γνώση των παραπόνων σχετικά με το επίδικο υποστατικό πρώτη φορά περί το Σεπτέμβριο του έτους
  1. Ως ανέφερε τα παράπονα ήταν προφορικά και προέρχονταν τόσο από επισκέπτες του ναού που βρίσκεται πλησίον του επιδίκου υποστατικού, όσο και από τον Μ.Ε
  2. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία υποβολής των προφορικών παραπόνων μετά από 12 έτη, δεν θεωρώ ότι είναι στοιχείο ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του. Ούτε βεβαίως είναι ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του το ότι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, ο πεθερός του Μ. Ε 1 να υπέβαλε πολύ παλαιότερα παράπονο στο Κοινοτικό Συμβούλιο αναφορικά με το επίδικο υποστατικό, αλλά ο ίδιος να μην το γνώριζε. Ο Μ. Υ 2, δεδομένου ότι κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν είχε ο ίδιος προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση αλλά η γνώση του πηγάζει από γεγονότα που του μετέφερε ο Μ. Υ 1, κρίνω ότι η μαρτυρία του, ως εξ' ακοής, δεν μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε πέραν αυτών που κατέθεσε ο Μ.Υ 1, που αποτελεί και την ουσιαστική πηγή της γνώσης του. V. Διατύπωση Ευρημάτων: Υπό το φως των παραδεκτών γεγονότων (τα οποία προκύπτουν κατόπιν αντιπαραβολής των δικογράφων και της μαρτυρίας), αλλά και της αξιόπιστης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου καταλήγω στον εξής κατάλογο ευρημάτων σχετικών με τα επίδικα θέματα. 1) Από το έτος 1999 μέχρι και το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, σε αυλή γειτονικής οικίας των Εναγόντων διατηρούνταν ζώα και πτηνά σε υποστατικά από ευτελή υλικά. 2) Η διατήρηση των ζώων στο συγκεκριμένο σημείο προκαλούσε δυσοσμία και οχληρία. Επίσης αποτελούσε εστία ακαθαρσιών και σκυβάλων. 3) Οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει παράπονο στο Κοινοτικό Συμβούλιο αναφορικά με τη διατήρηση ζώων στο συγκεκριμένο υποστατικό περί τον Σεπτέμβριο του
  3. 4) Το Κοινοτικό Συμβούλιο απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 30/09/2011 (τεκμήριο 5), 01/06/2012 (τεκμήριο 6), 25/04/2013 (τεκμήριο 7) προς τον ιδιοκτήτη του υποστατικού που διατηρούσε τα ζώα. 5) Στις 25/06/13 το Κοινοτικό Συμβούλιο απέστειλε την επιστολή καταγγελία προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας αναφορικά με τη διατήρηση ζώων στο ρηθέν υποστατικό ( τεκμήριο 8). 6) Στις 15/01/2014 στάλθηκε επιστολή εκ μέρους του Αναπληρωτή Επάρχου Λάρνακας προς τον Επίτροπο Περιβάλλοντος, με κοινοποίηση το Εναγόμενο Συμβούλιο, αναφορικά με την υγειονομική οχληρία που προκαλούσε η επίδικη μάντρα. 7) Στις 24/03/14 στάλθηκε επιστολή, από τον Υπεύθυνο Υγειονομικό Επιθεωρητή Λάρνακας, Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Διοίκησης, Υπουργείο Υγείας, προς τον πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Ψευδά, με την οποία καλείτο, μεταξύ άλλων, το Κοινοτικό Συμβούλιο να λάβει ως αρμόδια αρχή όλες τις αναγκαίες ενέργειες για άρση της ανθυγιεινής κατάστασης που προκαλούσε το επίδικο υποστατικό ( τεκμήριο 10) 8) Στις 31/03/2014 στάλθηκε επιστολή εκ μέρους του Αναπληρωτή Επάρχου Λάρνακας προς τον Αν. Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, με κοινοποίηση στο Εναγόμενο Συμβούλιο, στην οποία ουσιαστικά αναφέρονται οι ενέργειες της Επαρχιακής Διοίκησης σχετικά με το ζήτημα της επίδικης μάντρας και την ανάγκη κατεδάφισης της.(τεκμήριο 11) 9) Στις 22/02/2016 επιδόθηκε στο Εναγόμενο Συμβούλιο επιστολή των Δικηγόρων των Εναγόντων, ημερομηνίας 04/02/2016, με την οποία καλείτο να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για μετακίνηση της επίδικης μάντρας ( τεκμήριο 4). 10) Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής τα ζώα μετακινήθηκαν και η επίδικη μάντρα έχει καθαριστεί. VI. Νομική Πτυχή- Κρίση Δικαστηρίου : Είναι ξεκάθαρο από τη δικογράφηση των Εναγόντων, αλλά και από την τελική τους αγόρευση, ότι το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο στηρίζεται η αξίωση τους είναι αυτό της παράβασης θέσμιου καθήκοντος («breach of statutory duty») από πλευράς Εναγομένου. Εγείρουν επίσης, παράλληλα και ζήτημα παραβίασης του Συνταγματικού Δικαιώματος τους σε απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους. Το αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος, είναι γνωστό στο κοινοδίκαιο και έχει αναγνωριστεί από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως μέρος της Κυπριακής έννομης τάξης, δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60[1]. Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται σε περίπτωση αγωγής στη βάση παράβασης θέσμιου καθήκοντος, είναι το κατά πόσο η επίδικη νομοθετική διάταξη που θεσπίζει το καθήκον αποσκοπούσε στη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος για αποζημιώσεις εναντίον του παραβάτη. Το ζήτημα τελικά κρίνεται από περίπτωση σε περίπτωση, κατόπιν ερμηνείας της επίδικης νομοθετικής διάταξης με σκοπό την εξακρίβωση της πρόθεσης του Νομοθέτη[2]. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Δημητρίου
(1997)1 ΑΑΔ (Α) 336, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση που ακολούθησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τη διακρίβωση του εάν η εκεί επίδικη νομοθετική διάταξη δημιουργούσε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του παραβάτη της. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Είναι γεγονός πως ο νόμος δεν δίδει δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις για κάθε περίπτωση που ένα πρόσωπο υφίσταται ζημιά σαν αποτέλεσμα παράβασης θέσμιου καθήκοντος από άλλο. Όταν ο νόμος επιβάλλει τέτοιο καθήκον σε ένα άτομο, η διακρίβωση κατά πόσο δημιουργείται δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις εξαρτάται από το κατά πόσο το νομοθέτημα είχε σκοπό να επιβάλει το καθήκον αυτό σαν δημόσιο καθήκον, οπότε το πρόσωπο που υπέστη τη ζημιά δεν έχει δικαίωμα αγωγής ή αν επιπρόσθετα προς το δημόσιο καθήκον υπήρχε πρόθεση να επιβάλει το καθήκον αυτό και προς όφελος του προσώπου που υπέστη τη ζημιά, οπότε δημιουργείται το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ενδιατρίψει επί του θέματος αυτού μεταξύ άλλων και στην Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, στην οποία γίνεται αναφορά και σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις. Δεν θα ενδιατρίψουμε άλλο στην ανάλυση του θέματος αυτού, αλλά θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολούμενο με το θέμα αυτό ορθά έθεσε τα ακόλουθα ερωτήματα προς απάντηση επί του θέματος: "(α) Η αγωγή έχει εγερθεί αναφορικά με το είδος της ζημιάς την οποία το συγκεκριμένο νομοθέτημα είχε πρόθεση να αποτρέψει; (β) Ανήκει ο ενάγων στην τάξη που το νομοθέτημα είχε πρόθεση να προστατεύσει; (γ) Είναι η ειδική θεραπεία που προβλέπεται από το νομοθέτημα αρκετή για την προστασία του ζημιωθέντος;" Τα δύο πρώτα ερωτήματα τα απάντησε καταφατικά ενώ το τρίτο αρνητικά και κατάληξε ότι η επιβολή του καθήκοντος των πιστοποιούντων υπαλλήλων όπως διατυπώνεται στο άρθρο 7 του Νόμου, είχε σκοπό την προστασία των συναλλαττομένων γενικά, την αποφυγή καταδολιεύσεων και την πρόκληση χρηματικής ή περιουσιακής απώλειας, ακριβώς της ίδιας φύσης με την απώλεια που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι. Το δικαίωμα του Υπουργού Εσωτερικών να ανακαλέσει το διορισμό Πιστοποιούντος Υπαλλήλου δεν υπέχει τη μορφή τιμωρίας και ότι δεν υπάρχει στο νομοθέτημα ειδική θεραπεία αρκετή για την προστασία του ζημιωθέντος από την αθέτηση του συγκεκριμένου θέσμιου καθήκοντος. Τέλος καταλήγει με τα ακόλουθα στη σελ. 23 της απόφασης: "Στην παρούσα υπόθεση όλες οι προϋποθέσεις ικανοποιούνται και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εναγόμενος 2 αθέτησε το θέσμιο καθήκον που είχε έναντι των εναγόντων. Η αθέτηση του καθήκοντος αυτού δίδει, κατά τη γνώμη μας, το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ζημιώσει από την αθέτηση αυτή να διεκδικήσει αποζημιώσεις μέσω σχετικής αγωγής."» Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις θεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματος της παράβασης θέσμιου καθήκοντος παραπέμπω στην υπόθεση SIGMA RADIO TV PUBLIC LTD κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. Αρ. 272/2013, ημερ. 8.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A242 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής : "Το δικαστήριο ορθά καθοδηγήθηκε από τη νομολογία (Koυππάρης ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 ΑΑΔ 1780), παραπέμποντας και στο ακόλουθο απόσπασμα από τα Halsbury's Laws of England, 4th ed., Τόμος 45-2, παράγρ. 395: «
  1. Essentials of the cause of action. In order to succeed in a claim for damages for breach of statutory duty the claimant must establish a breach of a statutory obligation which, on the proper construction of the statute, was intended to be a ground of civil liability to a class of persons of whom he is one; He must establish an injury or damage of a kind against which the statute was designed to give protection; And he must establish that the breach of statutory obligation caused, or materially contributed to, that injury or damage.» Αντλώ, επίσης, καθοδήγηση από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 20th edition όπου στη σελ. 567, Κεφάλαιο 9 - Breach of Statutory Duty, υπό τον πλαγιότιτλο, Essentials of the actions, αναφέρεται το εξής σχετικά με τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματος της παράβασης θέσμιου καθήκοντος: «. Once the question of whether the statute is ever actionable in private law has been determined, there are four further issues that must be considered: 1) The claimant must show that the damage he suffered falls within the ambit of the statute, namely that its was of the type that the legislation was intended to prevent and that the claimant belonged to the category of persons that the statute was intended to protect. It is not sufficient simply that the loss would not have occurred if the defendant had complied with the terms of the statute. The rule performs a function similar to that of remoteness of damage. 2) It must be proved that the statutory duty was breached. The standard of liability varies considerably with the wording of the statute, ranging from liability in negligence to strict liability. 3) As with other torts, the claimant must prove that the breach of statutory duty caused his loss, which he will fail to do if the damage would have occurred in any event. 4) Finally, there is the question whether there are any defences available to the action. » Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, καθίσταται εμφανές ότι για την επιτυχή αξίωση στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της παράβασης θέσμιου καθήκοντος, πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) Η νομοθετική διάταξη που επιβάλει το θέσμιο καθήκον, να παρέχει παράλληλα δικαίωμα για έγερση αγωγής για ανάκτηση τυχόν ζημιάς προκληθείσας από την παράβαση του εν λόγω καθήκοντος. 2) Η απόδειξη παράβασης εκπλήρωσης θέσμιου καθήκοντος από πλευράς Εναγομένου. 3) Η απόδειξη ζημίας του Ενάγοντος, η οποία μάλιστα να εμπίπτει στην κατηγορία που αποσκοπούσε ο Νόμος να προστατεύσει 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας του Ενάγοντος και της παράβασης του θέσμιου καθήκοντος του Εναγομένου. Υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στη Νομική πτυχή: Αναφορικά με το κατά πόσο το άρθρο 82 εδάφια (στ), (ια), (ιβ) και (ιγ) του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86(Ι)/99, παρέχει δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις. Το θέσμιο καθήκον που κατ' ισχυρισμό παρέβηκε το Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο στην παρούσα υπόθεση, εδράζεται στο άρθρο 82 εδάφια (στ), (ια), (ιβ) και (ιγ) του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86(Ι)/
  2. Οι συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις αναφέρουν το εξής: "Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου ισχύοντος κάθε φορά νόμου, το Συμβούλιο οφείλει να εκτελεί, μέσα στα όρια της κοινότητας και στο μέτρο των οικονομικών του δυνατοτήτων, τα ακόλουθα καθήκοντα: (στ) Να προνοεί για την καθαριότητα και την υγιεινή της κοινότητας με τη συλλογή, την αποκομιδή, τη διάθεση και την επεξεργασία των σκυβάλων, να ελέγχει και να παρεμποδίζει τη συσσώρευση σκυβάλων, ακαθαρσιών και απορριμμάτων σε οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο ή υποστατικό, να προμηθεύει και να διατηρεί σε υγιεινή κατάσταση δημόσια σκυβαλοδοχεία ή άλλα δοχεία ή ειδικούς χώρους για την προσωρινή τοποθέτηση και την αποκομιδή σκυβάλων, να προνοεί για τη δημιουργία μόνιμων χώρων για την εναπόθεση και την επεξεργασία σκυβάλων ή λυμάτων, καθώς και για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την εξάλειψη και τη μετακίνηση οποιασδήποτε ακαθαρσίας ή απορριμμάτων και τον περιορισμό οποιασδήποτε οχληρίας. (ια) Να ρυθμίζει, να ελέγχει, να περιορίζει ή να απαγορεύει την άσκηση επαγγέλματος ή την εκτέλεση εργασίας πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με τρόπο που είναι δυνατό να επηρεάσει τις ανέσεις της περιοχής ή να προκαλέσει ενόχληση ή δυσχέρεια στους κατοίκους της περιοχής ή σε όσους διακινούνται στο δρόμο αυτό. (ιβ) Να ρυθμίζει, να ελέγχει, να περιορίζει ή να απαγορεύει επάγγελμα, επιχείρηση ή εργασία που είναι δυνατό, κατά την κρίση του Πρώτου Ιατρικού Λειτουργού, να είναι επιβλαβής για τη δημόσια υγεία ή να αποτελεί πηγή δημόσιου κινδύνου ή οχληρίας ή ενόχλησης των κατοίκων της περιοχής ή, αν αυτό κρίνεται σκόπιμο, να προβαίνει στα πιο πάνω για το δημόσιο συμφέρον. (ιγ) Να ρυθμίζει και να απαγορεύει τη διατήρηση, την εκτροφή ή τη φύλαξη οποιωνδήποτε ζώων ή πτηνών." Σημειώνω αρχικά ότι στην υπόθεση ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. C & N KYRIAKOY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 228/2009, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A100, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 84 εδάφιο (β) του Περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85, δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Δήμου για αποζημίωση σε περίπτωση παράβασης του. Το άρθρο 84 του περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85, παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το υπό κρίση, στην παρούσα υπόθεση, άρθρο 82 του Περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86(Ι)/
  3. Συνεπώς, αντλώ καθοδήγηση από την εν λόγω απόφαση στο ζήτημα του κατά πόσο τα επίδικα εδάφια του άρθρου 82 του Ν. 86(Ι)/99 παρέχουν δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημίωση, σε περίπτωσης παράβασης τους. Έχω εξετάσει με προσοχή τις επίδικες νομοθετικές διατάξεις υπό το πρίσμα της Νομολογίας που εκτέθηκε ανωτέρω. Θεωρώ ότι ο σκοπός τους είναι όπως επωμιστούν τα Κοινοτικά Συμβούλια με την ευθύνη να ενεργούν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να φροντίζουν για την αποφυγή καταστάσεων εντός της κοινότητας, που ενδεχομένως να συνιστούν οχληρία, ενόχληση, η υγειονομικό κίνδυνο για τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής. Σε περίπτωση που το Κοινοτικό Συμβούλιο παραλείψει να ανταποκριθεί σε κάποιο εκ των καθηκόντων του, δεν προβλέπεται μεν κάποια ποινή, αλλά υπάρχει ειδική πρόνοια στο Νόμο με την οποία ουσιαστικά το συγκεκριμένο καθήκον/αρμοδιότητα μεταφέρεται προς εκτέλεση στον Έπαρχο, με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού ( άρθρο 45 Ν. 86(Ι)/99). Ενόψει των ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι υπάρχει επαρκής θεραπεία στο Νόμο για τα πρόσωπα που αποσκοπεί ο Νόμος να προστατέψει από τυχόν παράλειψη του Κοινοτικού Συμβουλίου να εκτελέσει τα εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντα του. Συνεπώς θεωρώ ότι παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα για αποζημίωση στα πρόσωπα που υφίστανται ζημία από ενδεχόμενη παράβαση των ρηθέντων καθηκόντων του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αναφορικά με το κατά πόσο στοιχειοθετείται παράβαση θέσμιου καθήκοντος από πλευράς Εναγομένου. Οι Ενάγοντες δικογραφούν (παράγραφος 8 Έκθεσης Υπεράσπισης) ότι το Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο παράβηκε τα θέσμια καθήκοντα του που τίθενται στο άρθρο 82 εδάφια (στ), (ια), (ιβ) και (ιγ) του Ν. 86(Ι)/99 καθότι: Α. Παραλείπει και/ή αμελεί να μεριμνήσει για την καθαριότητα και την υγιεινή της κοινότητας, να ελέγξει και να παρεμποδίσει τη συσσώρευση σκυβάλων, ακαθαρσιών και απορριμμάτων σε οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό ή υποστατικό και/ή παραλείπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψη και τη μετακίνηση οποιασδήποτε ακαθαρσίας ή απορριμμάτων και τον περιορισμό οποιασδήποτε οχληρίας. Β. Παραλείπει και/ή αμελεί να ρυθμίσει, να ελέγξει, να περιορίσει ή να απαγορεύσει την άσκηση επαγγέλματος ή την εκτέλεση εργασίας πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με τρόπο που είναι δυνατό να επηρεάσει τις ανέσεις της περιοχής ή να προκαλέσει ενόχληση ή δυσχέρεια στους κατοίκους της περιοχής ή σε όσους διακινούνται στο δρόμο αυτό. Γ. Παραλείπει ή/και αμελεί να ρυθμίσει, να ελέγξει, να περιορίσει, να ελέγξει, να περιορίσει ή να απαγορεύσει επάγγελμα, επιχείρηση ή εργασία που είναι επιβλαβής για τη δημόσια υγεία ή να αποτελεί πηγή δημοσίου κινδύνου ή οχληρίας ή ενόχλησης των κατοίκων της περιοχής ή, αν αυτό κρίνεται σκόπιμο, να προβαίνει στα πιο πάνω για το δημόσιο συμφέρον. Δ. Παραλείπει και/ή αμελεί να ρυθμίσει και να απαγορεύσει τη διατήρηση, την εκτροφή ή τη φύλαξη οποιωνδήποτε ζώων ή πτηνών. Στην έκταση που η παράλειψη που καταλογίζεται στο Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο σχετίζεται με την άσκηση επαγγέλματος, εργασίας ή επιχείρησης από τρίτους ή από τους γείτονες των Εναγόντων, σημειώνεται ότι αυτή παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη καθότι δεν έχει αποδειχθεί, στη βάση αξιόπιστης μαρτυρίας, η άσκηση του οποιουδήποτε επαγγέλματος ή εργασίας από το οποιονδήποτε πρόσωπο, στο επίδικο υποστατικό. Συνεπώς, η συγκεκριμένη αξίωση των Εναγόντων η οποία αφορά σε παράβαση του καθήκοντος που τίθεται με βάση το άρθρο 82 εδάφια (ια) και (ιβ) του Ν. 86(Ι)/99, απορρίπτεται. Ως προς την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του Κοινοτικού Συμβουλίου να επιτελέσει τα καθήκοντα που επιφορτίζεται βάσει του άρθρου 82 εδάφιο (στ) και (ιγ) του Ν. 86(Ι)/99, δηλαδή να μεριμνήσει για την καθαριότητα, την εξάλειψη ακαθαρσιών και τον περιορισμό οποιασδήποτε οχληρίας στην κοινότητα, όπως επίσης και να ρυθμίσει και να απαγορεύσει τη διατήρηση και την εκτροφή των αιγοπροβάτων στο γειτονικό υποστατικό των Εναγόντων, παρατηρώ τα εξής: Αποτελεί κοινό έδαφος και διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι σε υποστατικό, γειτονικό της οικίας των Εναγόντων, διατηρούνταν αιγοπρόβατα τα οποία προκαλούσαν δυσοσμία και ενοχλούσαν τους Ενάγοντες. Από την στιγμή όμως που έλαβε γνώση για την εν λόγω κατάσταση, το Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο έλαβε όλα τα μέτρα που μπορούσε για να άρει την κατάσταση που επικρατούσε στο εν λόγω υποστατικό. Δηλαδή, απευθύνθηκε προς τους προκαλούντες την οχληρία με επιστολές ημερομηνίας 30/09/2011, 01/06/2012 και 25/04/2013 και τους ζητούσε όπως απομακρύνουν τα αιγοπρόβατα από την αυλή τους. Όταν μάλιστα αντιλήφθηκε ότι τα πρόσωπα που προκαλούσαν την οχληρία δεν ήταν ειλικρινείς στις διαβεβαιώσεις τους ότι θα μετακινήσουν τα αιγοπρόβατα, προέβη σε καταγγελία στην Επαρχιακή Διοίκηση με την επιστολή ημερομηνίας 25/06/
  4. Τελικώς τα αιγοπρόβατα απομακρύνθηκαν από το σημείο στο οποίο βρίσκονταν και προκαλούσαν την οχληρία στους Ενάγοντες και αυτό δεν μπορεί να πιστωθεί σε οποιονδήποτε άλλο πέραν του Εναγόμενου Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο έλαβε ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση. Άξιο μάλιστα, αναφοράς είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες που επηρεάζονταν από το γειτονικό υποστατικό δεν έκαναν τη παραμικρή ενέργεια προς την κατεύθυνση των πρωταιτίων της οχληρίας, αλλά απευθύνονταν αποκλειστικά και μόνο προς το Κοινοτικό Συμβούλιο. Το παράπονο των Εναγόντων, αναφορικά με την μη εκτέλεση των καθηκόντων του Εναγόμενου Κοινοτικού Συμβουλίου, βάσει του άρθρου 82 του Ν. 86(Ι)/99, δεν εξειδικεύεται. Κυρίως, δεν προσδιορίζεται τι περαιτέρω όφειλε να πράξει στην προκειμένη περίπτωση το Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο, το οποίο δεν έπραξε; Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση παραβίαση των Θέσμιων Καθηκόντων από πλευράς Κοινοτικού Συμβουλίου. Οι Ενάγοντες επικαλούνται διαζευκτικά το αγώγιμο δικαίωμα της παραβίασης του Συνταγματικού Δικαιώματος τους για απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους. Είναι βεβαίως Νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η παραβίαση Συνταγματικού Δικαιώματος αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος[3]. Στην προκειμένη περίπτωση όμως οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντες εναντίον των Εναγόντων, οι πρωταίτιοι δηλαδή της κατ' ισχυρισμό οχληρίας, δεν είναι μέρος της παρούσας αγωγής. Η όποια ευθύνη καταλογίζεται δικογραφικά στο Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο, είναι συνυφασμένη με την μη εκπλήρωση εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος του, που είχε ως συνέπεια τη συνέχιση της ύπαρξης του επίδικου υποστατικού με τα αιγοπρόβατα πλησίον της οικίας των Εναγόντων. Συνεπώς, παράβαση του ρηθέντος Συνταγματικού Δικαιώματος, από το Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο, δεν μπορεί να εξεταστεί κατά απομόνωση, αλλά σε συνάρτηση με το αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΔΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ) v. Λ.Ι.Κ. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2019, 21/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:A353 από το Ανώτατο Δικαστήριο, απόσπασμα από την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω: "Τo δίκαιο, κατά κανόνα, δεν αναγνωρίζει καθήκον επιμέλειας ή μέριμνας (duty of care) ώστε να αποτραπεί η βλάβη ή η ζημία άλλου προσώπου, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις (βλ. απόφαση της Baroness Hale στην Michael v. Chief Constable of South Wales [2015] UKSC 2).[3] Μεταξύ των εξαιρέσεων αυτών, συγκαταλέγεται η περίπτωση που προβλέπεται από το νόμο καθήκον ενέργειας για προστασία του άλλου από τον κίνδυνο (duty to act). Είναι επί αυτής της εξαίρεσης που θεμελιώνεται λ.χ. το εκ του κοινοδικαίου αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης που λαμβάνει τη μορφή παράβασης θεσμίου καθήκοντος, ή λόγω αμέλειας σε περιπτώσεις που απαιτείται θετικό καθήκον ενέργειας (duty to act). Επίσης, επί της ίδιας εξαίρεσης, θεμελιώνεται το αγώγιμο δικαίωμα που προκύπτει εναντίον του κράτους σε περιπτώσεις στις οποίες, από παραλείψεις καθηκόντων του, παραβιάζονται θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα με αποτέλεσμα να προκαλείται ζημία ή βλάβη (βλ. απόφαση της Baroness Hale στη Michael v. Chief Constable of South Wales, ανωτέρω). (...) Είναι ασαφές κατά πόσον με την αναφορά του το δικαστήριο σε «παράβαση θεσμίων καθηκόντων» είχε κατά νου το ομώνυμο αστικό αδίκημα (breach of statutory duty), υπό την έννοια της γνωστής αυτοτελούς αιτίας αγωγής (SIGMA RADIO TV PUBLIC LTD κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. Αρ. 272/2013, ημερ. 8.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A242, ECLI:CY:AD:2021:A242), ή κατά πόσον αναφερόταν σε παράλειψη λήψης μέτρων για προστασία των περιοίκων, υπό την έννοια της προστασίας των δικαιωμάτων ζωής, ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και κατοικίας και της παράβασης δικαιωμάτων που προστατεύονται από τη Σύμβαση. Βεβαίως το ένα δεν αποκλείει το άλλο, εφόσον μάλιστα μπορούν να αλληλοκαλύπτονται. To ζητούμενο είναι, εν πάση περιπτώσει, να στοιχειοθετείται θετικό καθήκον και παράβαση αυτού. Συνεπώς, δεδομένης της κρίσης μου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει παράβαση θέσμιου καθήκοντος του Εναγομένου, θεωρώ ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης από μέρους του, του οποιουδήποτε Συνταγματικού Δικαιώματος των Εναγόντων. VII. Κατάληξη: Ενόψει των πιο πάνω η Απαίτηση των Εναγόντων κρίνω ότι αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Μ. Π. Μιχαήλ Πρ. Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Koυππάρης ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 ΑΑΔ 1780 [2] Βλέπε σχετικά 1) Koυππάρης ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 ΑΑΔ 1780, 2) Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 2ος, σελ. 69 [3] Γιάλλουρος Tάκης ν. Ευγένιου Nικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.