ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ν. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ - ΕΛΑΣΤΙΚΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 1053/2022, 18/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1053/2022 ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ενάγων ν.
- ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ - ΕΛΑΣΤΙΚΑ ΛΤΔ
- ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 12.01.2023 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Ο. Γιαβάσιη (κα) για Yiavashi Christofi LLC, Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Α. Χουβαρτάς & Ε. Λουκά Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων είναι ο ιδιοκτήτης οικοπέδου στην περιοχή Μουττάλου, τα στοιχεία του οποίου πληρέστερα περιγράφονται στην αγωγή. Πρόκειται για ένα άδειο τεμάχιο γης, πίσω από κατάστημα που κατέχουν οι Εναγόμενοι. Περί το 2005 ή 2006, ο Ενάγων συμφώνησε προφορικά με τον πατέρα του Εναγόμενου 2 να του ενοικιάσει το τεμάχιο αυτό για ποσό Λ.Κ.1.000,00 και μετέπειτα, με την υιοθέτηση του Ευρώ, για €1.700,00, ετησίως. Μέχρι το 2011, πληρώνονταν κανονικά το ποσό αυτό από τον πατέρα του Εναγόμενου
- Το 2011, είχαν αρχίσει κάποια παράπονα από τις Αρχές και τα γειτνιάζοντα τεμάχια, λόγω ακαθαρσιών εντός του τεμαχίου. Τότε, ο Ενάγων επικοινώνησε με τον πατέρα του Εναγόμενου 2 και του ζήτησε να εκκενώσει και να επιστρέψει στον Ενάγοντα την κατοχή του ακινήτου. Από τότε χρονολογείται και η προσπάθεια του Ενάγοντος να ανακτήσει την κατοχή του ακινήτου του. Μέχρι τις αρχές του 2012, ο πατέρας του Εναγόμενου 2 δεν έπραξε οτιδήποτε, οπότε ο Ενάγων επανέλαβε το αίτημά του. Τότε, για πρώτη φορά ανέφερε στον Ενάγοντα πως ο ίδιος είχε σταματήσει να εργάζεται στην επιχείρηση του καταστήματος, που πλέον είχε μεταβιβαστεί και την λειτουργούσε ο Εναγόμενος
- Οι Εναγόμενοι ήταν εκείνοι που κατείχαν τα οχήματα και τα αντικείμενα που είχαν τοποθετήσει εντός του τεμαχίου του Ενάγοντος. Ο Ενάγων τότε άρχισε να καταβάλλει προσπάθειες να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 2, χωρίς αποτέλεσμα. Οι Εναγόμενοι, από το 2012 μέχρι το 2015, κατέβαλαν διάφορα ποσά, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1.505,00, ως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή του Ενάγοντος. Ο Ενάγων και το 2014 προσπάθησε να φέρει ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση, χωρίς αποτέλεσμα. Αναγκάστηκε να μεταβεί επιτόπου στο ακίνητο, ερχόμενος από τη Λευκωσία, όπου διαμένει, και με προβλήματα υγείας, συνοδεία συγγενικού του προσώπου, για να δει προσωπικά τι συνέβαινε με το ακίνητό του. Αντίκρυσε εντός του ακινήτου διάφορα χρησιμοποιημένα ελαστικά και παρκαρισμένα φορτηγά για τους σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης των Εναγόμενων. Η αναμονή και τα μηνύματα που άφησε στην επιχείρηση, ουδέποτε βρήκαν ανταπόκριση. Μετέβη εκ νέου στην Πάφο, στο ακίνητο, μία άλλη ημέρα. Επίσης, ήταν άκαρπη η προσπάθεια, ενώ ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε τον είχε ενημερώσει ότι δεν μπορούσε να συναντηθεί μαζί του, για κάποιον λόγο. Το 2018, μετέβη αιφνιδιαστικά στο ακίνητο και εντόπισε τον Εναγόμενο 2, τον οποίο ενημέρωσε πως είχε βρει αγοραστή για το ακίνητο και ήθελε να το εκκενώσει και να το παραδώσει. Τότε, ο Εναγόμενος 2 εξέφρασε ο ίδιος την προθυμία να υποβάλει προσφορά για την αγορά του ακινήτου και μέχρι τον Οκτώβριο του 2018 υποτίθεται κινούσε σχετική διαδικασία. Ξαφνικά, και πάλι, σταμάτησε να απαντά στον Ενάγοντα ή στη θυγατέρα του Ενάγοντος, που τον βοηθούσε με την υπόθεση. Εντωμεταξύ, οι Εναγόμενοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν το ακίνητο χωρίς να έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό από το 2015, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός πως ο Ενάγων διαμένει στη Λευκωσία και έχει δυσκολίες μετάβασης στην Πάφο και ελέγχου. Το 2022, ο Ενάγων είχε εκ νέου προσφορά για πώληση του ακινήτου και επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 2, χωρίς αποτέλεσμα. Εκ των υστέρων, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε στον Ενάγοντα πως δεν πρόκειται να του παραδώσει το ακίνητο γιατί αποτελεί την «εργασιακή του στέγη». Ο Ενάγων, με οικονομική βοήθεια από τη θυγατέρα του, αναγκάστηκε να αποταθεί σε δικηγόρο, για να ζητήσει πλέον νομική βοήθεια. Οι δικηγόροι του Ενάγοντος, εκ μέρους του, με επιστολή τους ημερομηνίας 06.09.2022, που επιδόθηκε στους Εναγόμενους την 12.09.2022, ανέφεραν ότι τερματίζουν οποιοδήποτε δικαίωμα κατοχής του ακινήτου, καλώντας τους να παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του μέχρι την 31.10.
- Οι Εναγόμενοι, με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 21.09.2022, ανέφεραν ότι δήθεν ο Ενάγων εισπράττει τα ενοίκια και ότι κατ' επιλογή του δεν εκδίδει αποδείξεις. Αυτό, όμως, θα ήταν αδύνατον, γιατί ο Ενάγων είναι ηλικιωμένος και δεν έχει τη δυνατότητα να μεταβαίνει στην Πάφο και να εισπράττει ενοίκια σε μετρητά. Ήταν ένας αναληθής ισχυρισμός. Η αλληλογραφία αναμεταξύ των δικηγόρων συνεχίστηκε, αναδύθηκε ξανά το επιχείρημα περί ενδιαφέροντος των Εναγόμενων να αγοράσουν το ακίνητο, αλλά ούτε κάτι τέτοιο συνέβη, επομένως οι Εναγόμενοι κατακρατούν το ακίνητο του Ενάγοντος, χωρίς να πληρώνουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα, και αντίθετα με την επιθυμία του Ενάγοντος. Ο Ενάγων αξιώνει €17.195,00 ως καθυστερημένα ενοίκια για μέρος του Νοεμβρίου 2012 και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2022 και ενδιάμεσα οφέλη εκ €141,67 μηνιαίως από την 01.01.2023 μέχρι την παράδοση ελεύθερης και κενής της κατοχής του οικοπέδου. Ζητά και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να παραδώσουν στον Ενάγοντα ελεύθερη και κενή την κατοχή του οικοπέδου του και να παύσουν να παρεμβαίνουν στο ακίνητό του. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης την 30.12.
- Την 12.01.2023, καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση, βάσει της Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), με την οποία ο Ενάγων ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης μόνον ως προς τα διατάγματα που αξιώνει στις υποπαραγράφους (Δ) και (Ε) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησής του[1], που αφορούν την ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου και την άρση της επέμβασης των Εναγόμενων σε αυτό. Θέτει πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση ως προς τις θεραπείες αυτές, και προκειμένου να αποφευχθεί η χρησιμοποίηση του δικαστικού χρόνου εις βάρος του δικαιώματος του Ενάγοντος να λάβει πίσω το ακίνητό του. Στη μαρτυρία του Ενάγοντος, που υποστηρίζει την αίτησή του, αναφέρονται ενόρκως όσα στην αγωγή του. Ο Ενάγων προσκομίζει τον τίτλο ιδιοκτησίας του επί του ακινήτου (Τεκμήριο 1), έγγραφο από τον Έφορο Εταιρειών στο οποίο αναφέρεται το νομικό πρόσωπο της Εναγόμενης 1 και ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ο μοναδικός της διευθυντής (Τεκμήριο 2). Εξηγεί, ο Ενάγων, πώς άρχισε η ανάληψη της κατοχής του ακινήτου του από τον πατέρα του Εναγόμενου
- Είχε αρχικά αφαιρέσει την περίφραξη και επενέβη, ο Ενάγων επικοινώνησε μαζί του και έτσι έγινε η συμφωνία ενοικίασης, με την πληρωμή Λ.Κ.1.000,00 και μετέπειτα €1.700,00 ετησίως. Αναφέρει τις διαχρονικές προσπάθειες ανάκτησης της κατοχής του. Προσκομίζει κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 3), στην οποία φαίνονταν οι ακόλουθες πληρωμές: την 07.09.2012 ποσού €500,00· την 08.11.2012 ποσού €100,00· την 19.12.2012 ποσού €150,00· την 14.01.2013 ποσού €150,00· την 17.01.2013 ποσού €300,00· την 03.10.2013 ποσού €65,00· την 24.10.2013 ποσού €40,00· την 17.01.2014 ποσού €100,00· και την 03.08.2015 ποσού €100,
- Αναφέρονται όλες οι προσπάθειες που συνεχίστηκαν μέχρι που του ανέφερε ο Εναγόμενος 2 πως το ακίνητο είναι η επαγγελματική του στέγη, και αναγκάστηκε να αποταθεί σε δικηγόρους. Προσκομίζει την αλληλογραφία των δικηγόρων (Τεκμήρια 4, 5, 7 και 9) και κατάσταση αποδοχών του (Τεκμήριο 6). Ο Ενάγων εξηγεί γιατί θεωρεί πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή αυτή. Οι Εναγόμενοι, με ένσταση που καταχώρισαν στην αίτηση αυτή, την 26.04.2023, προβάλλουν ότι η αίτηση του Ενάγοντος δεν έχει ορθή νομική βάση και είναι πραγματικά αστήρικτη, εφόσον η ένορκη δήλωσή της φέρει προγενέστερη ημερομηνία και περιέχει αναλήθειες, ενώ έχει και λανθασμένο τίτλο και γίνεται σε καθ' ύλη αναρμόδιο Δικαστήριο, και εν πάση περιπτώσει γίνεται προκειμένου να φιμώσει τους Εναγόμενους. Δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας και δεν πληρούνται οι προϋπόθεσης επιτυχίας της αίτησης. Και η ένσταση των Εναγόμενων συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις, του Εναγόμενου 2, και του πατέρα του. Στη δική του ένορκη δήλωση, ο Εναγόμενος 2, λέει πως το λάθος στον τίτλο είναι στο όνομα του Ενάγοντος. Αναφέρει πως το ειδικό Δικαστήριο ελέγχου ενοικιάσεων είναι αρμόδιο, αλλά δεν εξηγεί γιατί. Η εκδοχή των Εναγόμενων ως προς τα γεγονότα ήταν ότι οι ίδιοι ήταν πάντα συνεπείς με την πληρωμή του ενοικίου που γίνονταν είτε προσωπικά είτε μέσω Τράπεζας. Ο Ενάγων κάποια στιγμή είχε ζητήσει να γίνει μόνο προσωπικά, στον ίδιο ή σε αντιπροσώπους του, περιλαμβανομένου του γαμβρού του, ονόματι Λεωνίδα, για λόγους που αφορούν τον ίδιο τον Ενάγοντα. Η πληρωμή γίνονταν μετά το τέλος του καλοκαιρού, για κάθε έτος. Το 2022, ο Ενάγων αποφάσισε να μην λάβει το ενοίκιο, για να εκθέσει τους Εναγόμενους. Ο Εναγόμενος 2, όπως αναφέρει, είναι καθημερινά στο κατάστημά του, και χαρακτηρίζει «αστείους» και «ψευδείς» τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος πως προσπάθησε να τον εντοπίσει και δεν τα κατάφερε. Ο Ενάγων απέκρυψε, όπως αναφέρει ο Εναγόμενος 2, γεγονότα, όπως ότι την 03.09.2016 ο ίδιος κατέβαλε στον Ενάγοντα ποσό €5.000,00 που του ζήτησε γιατί τα χρειάζονταν για διάφορους σκοπούς, περιλαμβανομένου του να αγοράσει δώρο στον αδελφότεκνό του, που παντρεύονταν. Δεν εξέδωσε απόδειξη και με το ποσό εκείνο καλύφθηκαν τα ενοίκια μέχρι και το
- Οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι, στη αυτών των γεγονότων, έχουν καλή υπεράσπιση γιατί «η ζητούμενη αξίωση εναντίον μας εκ μέρους του ενάγοντα - αιτητή είναι αποτέλεσμα δόλου, ψευδών παραστάσεων και απάτης προς εμάς επειδή δώσαμε χρήματα στον αιτητή που ψευδώς αρνείται να το αναφέρει στην ένορκη δήλωση του οπότε έχωμεν υπεράσπιση επί της ουσίας καθώς και υπεράσπιση επί των πραγματικών γεγονότων και νομικών σημείων». Η κατοχή του ακινήτου, όπως αναφέρουν, δεν είναι παράνομη εφόσον υπήρξε μακροχρόνια ενοικίαση. Οι πληρωμές που έγιναν δείχνουν, κατά τους Εναγόμενους, πως η ενοικίαση εξακολουθεί να υφίσταται. Επαναλαμβάνουν, οι Εναγόμενοι, και τους λόγους ένστασης, χωρίς περαιτέρω ανάλυση ή επεξήγηση, και ζητούν απόρριψη της αίτησης και άδεια για να καταχωρίσουν την υπεράσπισή τους. Ο πατέρας του Εναγόμενου 2, στη δική του μαρτυρία, αναφέρει πως η ενοικίαση ήταν περί το 2000 και είχε ξοδέψει και αρκετά χρήματα για να το καθαρίσει, για να μπορεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της επιχείρησης. Όταν ήρθε η οικονομική κρίση, ο Ενάγων περιόρισε το ενοίκιο στα €1.000,
- Μέχρι το 2008, που ο ίδιος διαχειρίζονταν την επιχείρηση και κατ' επέκταση το ενοίκιο, ουδέποτε ο Ενάγων είχε δώσει κάποια απόδειξη πληρωμής. Εξ ου και δεν παρουσίασε και στο Δικαστήριο κάποια απόδειξη. Εκφράζει την πεποίθηση ότι ο Ενάγων θέλει «να πετάξει» «γρήγορα-γρήγορα» τους Εναγόμενους έξω, για να πωλήσει το ακίνητο και λέει ψέματα για να στερήσει από τους Εναγόμενους τη δυνατότητα να ακουστούν. Η αίτηση εκδικάστηκε με βάση τις αρχικές ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς αντεξέταση. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Με δεδομένο ότι το ενοικιαζόμενο, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, είναι οικόπεδο, που επίσης δεν προσφέρονταν για ενοικίαση πριν από τη σύναψη της συμφωνίας ενοικίασής του με τον πατέρα του Εναγόμενου 2, που με κοινή αποδοχή, δεν ήταν πριν από το 2000, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει τη διαφορά αυτή. Το όνομα του Ενάγοντος, όπως προκύπτει και από τα υπόλοιπα στοιχεία που προσκόμισε, είναι ορθό. Η ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε μαζί με την αίτηση στο ηλεκτρονικό σύστημα i-justice, την ίδια ημέρα, και προφανώς, όπως φαίνεται από το περιεχόμενό της, την συνοδεύει και συνιστά το πραγματικό της πλαίσιο. Τα περί αναγκαστικής χρονικής διάστασης στην χρονική στιγμή της όρκισης (με φυσικό τρόπο) και ανάρτησης στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρισης, κατ' επέκταση καταχώρισης, εξηγήθηκαν από το Δικαστήριο με αυτή τη σύνθεση και στην Τιμοθέου ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Έφεση 80/2023 IJ Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 08.05.2023, λέγοντας εκεί ότι πάντοτε προηγείται η όρκιση από την καταχώριση και το ζητούμενο είναι όχι η τεχνικότητα του θέματος, αλλά να μην υπάρχει ουσιαστική αποσύνδεση της αίτησης από τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση, λόγω της μεσολάβησης του χρόνου, ζήτημα πραγματικό. Επίσης, είναι θέμα απλής ανάγνωσης για να διαφανεί πως υπάρχει, στη νομική βάση της αίτησης, η Δ.18 ΚΠΔ. Οι λόγοι ένστασης των Εναγόμενων που σχετίζονται με τα προαναφερόμενα προδικαστικά ζητήματα είναι αβάσιμοι. Το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την αίτηση του Ενάγοντος κατ' ουσία και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αποκλείει τη δυνατότητα αυτή. Όπως έτυχε επανάληψης και στη νομολογία, ανάμεσα στην οποία και η Μιχαηλίδου-Φατσίτα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 60/2011, ημερομηνίας 12.07.2016 ή και η Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά, Πολιτική Έφεση Ε242/2014, ημερομηνίας 03.09.2020, προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 ΚΠΔ, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, δηλαδή σπάνιο· όσο σπάνιο βεβαίως θα έπρεπε να είναι και το φαινόμενο της προσπάθειας κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Δίδει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να επιτύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας την πολύ σημαντική διαδικασία της δίκης. Κατ' επέκταση, μπορεί να εκδοθεί τέτοια συνοπτική απόφαση μόνον όταν η υπόθεσή του ενάγοντος είναι τόσο ξεκάθαρη, και παράλληλα ο εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ή ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά γεγονότα, για να του δίνουν ουσιαστικά δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο, είναι να δείξει πως έχει ένα δικάσιμο θέμα (triable issue). Όταν έχει ένα δικάσιμο θέμα, το Δικαστήριο θα του επιτρέψει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ασχέτως εάν η υπεράσπισή του έχει ή όχι προοπτικές να επιτύχει. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να παρέχει λεπτομέρειες σε μια λογική έκταση[2]. Στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822, λέχθηκε πως «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Η ευχέρεια που παρέχει η Δ.18 ΚΠΔ για εξασφάλιση απόφασης χωρίς υπεράσπιση εξετάζεται υπό το φως της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα των διαδίκων βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ[3]. Ίχνη διαδικασίας έκδοσης απόφασης συνοπτικά εντοπίζονται από το Ρωμαϊκό δίκαιο. Στην Αγγλία, και πριν από το 1855, είχαν γίνει ορισμένες προσπάθειες να αναπτυχθούν μηχανισμοί συνοπτικής εκδίκασης χωρίς κανονική δίκη. Ο διαδικαστικός κανονισμός φαίνεται περισσότερο να βρίσκει ρίζες στη Summary Procedure on Bills and Exchange 1855, που έδιδε τη δυνατότητα εξασφάλισης απόφασης συνοπτικά εναντίον οφειλετών χρημάτων που καταχωρούσαν παρελκυστικές υπερασπίσεις. Με την Judicate Act 1873 και μετέπειτα τους Rules of the Supreme Court (RSC) 1883, η δυνατότητα επεκτάθηκε και σε άλλες περιπτώσεις, που στη εξέλιξη των RSC έλαβαν και τη μορφή που έχει σήμερα η εγχώρια Δ.18 ΚΠΔ. Ο διαχρονικός σκοπός ενός τέτοιου μηχανισμού ήταν και είναι η εξασφάλιση απόφασης χωρίς κανονική δίκη, σε περιπτώσεις όπου τα πράγματα είναι απλά και η υπεράσπιση καταχωρίζεται προφανώς για να κωλυσιεργήσει τη διαδικασία. Η προσέγγιση της νεότερης αγγλικής πρακτικής, μετά την αντικατάσταση της RSC O.14 (CPR PD 24), είναι πως κατάλληλο στάδιο για την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι κάθε στάδιο πριν ή κατά την προδικασία (before or when filing directions questionnaire). Εάν καταχωριστεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν και από την καταχώριση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, αναστέλλεται η προθεσμία της καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης· με την έννοια ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταχώρισής της, όχι ότι απαγορεύεται η καταχώρισή της[4]. Η επιθυμία του ενάγοντος να εκδοθεί προς όφελός του απόφαση το συντομότερο δυνατόν, είτε με οδηγίες σχετικά με την εκδίκαση της αγωγής και εκδίκασή της είτε με έκδοση συνοπτικής απόφασης εάν δικαιολογείται, και γενικότερα να προστατευθεί από οποιαδήποτε κατάχρηση από πλευράς εναγόμενου, απαντά στο δικό του δικαίωμα υπό το άρθρο 30 του Συντάγματος ή το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, να εκδικαστεί η απαίτησή του σε εύλογο χρόνο, όπου το «εύλογο», έναντι σε πιθανή καταχρηστική υπεράσπιση, επιβάλλει μηχανισμό ανάλογου χειρισμού. Είναι έτσι και μέσα στις γενικές δυνατότητες διαχείρισης που έχει κάθε Δικαστήριο, εκ της φύσης του και της κανονικής λειτουργίας του, να αποφασίζει ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν συνοπτικά, με αυτό τον τρόπο. Η απαίτηση του Ενάγοντος, στην προκειμένη περίπτωση, περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Έπειτα, ο Ενάγων βεβαίωσε το αληθές της αιτίας αγωγής του εναντίον των Εναγόμενων δια της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την αίτησή του. Ο ίδιος, αναμφίβολα, έχει την προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που καταθέτει, και δήλωσε επίσης πως, κατά τη θέση του, οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, και εξηγεί τους λόγους. Προσκομίζει έγγραφη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται η απαίτησή του, η οποία είναι ξεκάθαρη όσον αφορά τις συγκεκριμένες θεραπείες που ζητά να εκδοθούν συνοπτικά. Έχουν, κατά τη γνώμη μου, εκπληρωθεί οι τυπικές και κατ' επέκταση δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18,κ.1 ΚΠΔ, όσον αφορά την αξίωση του Ενάγοντος για ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου του και άρση της επέμβασης σε αυτό, όσον αφορά την Εναγόμενη 1, ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην Εναγόμενη 1, να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, όπως είναι κατανοητό, με τα επί του παρόντος δεδομένα που παρουσίασε ο Ενάγων, ο Εναγόμενος 2 δεν κατέχει προσωπικά το ακίνητο, απλώς είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, και όλες οι αναφορές του Ενάγοντος στον Εναγόμενο 2 είναι υπό εκείνη την ιδιότητά του. Δεν έχει ξεκάθαρα τεθεί υπόθεση του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου 2 και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μετάθεσης του βάρους απόδειξης στον Εναγόμενο
- Η εξέταση της αίτησης, όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, τελειώνει εδώ. Συνεχίζοντας την εξέταση της αίτησης εναντίον της Εναγόμενης 1, το ζητούμενο δεν είναι εάν τα γεγονότα είναι πράγματι όπως ισχυρίζεται η πλευρά της Εναγόμενης 1, αλλά κατά πόσον οι ισχυρισμοί που προβάλλονται θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεσή της σε σχέση με τις θεραπείες που ζητά ο Ενάγων συνοπτικά, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη (trial). Διαφαίνεται κάποια αντίφαση μεταξύ ισχυρισμών των Εναγόμενων ότι κατέβαλλαν ανελλιπώς το ενοίκιο στον Ενάγοντα ή σε αντιπρόσωπό του, από τη μια, και ότι κατέβαλαν εφάπαξ ποσό €5.000,00 το 2016, για άλλον σκοπό, που όμως καταλόγισαν έναντι ενοικίων μέχρι και το 2021, από την άλλη. Οι προσωπικές σημειώσεις του Εναγόμενου 2 για υποτιθέμενα ποσά που κατέβαλλαν (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2), ακόμα κι αν θεωρούνταν ικανοποιητικό πειστήριο, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, και εκείνες, αναφέρονται σε πληρωμές σε κάποιον Στέλιο για ένα χωράφι το 2016, έναντι και έπειτα προς εξόφληση των τότε υφιστάμενων ενοικίων. Κάποιες σημειώσεις αναφέρονται σε ημερομηνίες ημερολογίου του
- Εν πάση περιπτώσει, για το λογιστικό μέρος της διαφοράς μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγόμενων, τη χρηματική απαίτηση του Ενάγοντος, ούτως ή άλλως δεν ζητείται συνοπτική θεραπεία. Δεν έγινε αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα πληρωμών ή άλλα που να δείχνουν εξακολούθηση της ενοικίασης ή ύπαρξη κάποιας νομιμοποιητικής βάσης για να κατέχει η Εναγόμενη 1 το ακίνητο και να παρεμβαίνει σε αυτό. Ειδικότερα, από το σύνολο της μαρτυρίας, δεν προκύπτει από κάπου εκ πρώτης όψεως δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να κατέχει και να χρησιμοποιεί το ακίνητο του Ενάγοντος, εφόσον ο Ενάγων, που αναμφίβολα είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ακινήτου αυτού, κοινοποίησε ξεκάθαρα την πρόθεσή του να τερματίσει τη συμφωνία αυτή, και έκτοτε παρήλθε και επαρκής χρόνος, καταχωρίστηκε και αγωγή. Εντός του χρόνου που παρήλθε, η Εναγόμενη 1, δια των αξιωματούχων της, θα έπρεπε να προβεί στα ανάλογα διαβήματα, για να σεβαστεί το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του Ενάγοντος. Δεν έχει αποκαλυφθεί υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 που να σχετίζεται με την εξακολούθηση της κατοχής του ακινήτου του Ενάγοντος, και μπορεί να εκδοθεί, μέσω αυτής της διαδικασίας, σχετικό διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1, επιλύοντας αυτό το μέρος της διαφοράς συνοπτικά. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε η αίτηση του Ενάγοντος να έγινε για σκοπό άλλον από εκείνον που εξυπηρετεί ο θεσμός της συνοπτικής απόφασης. Απεναντίας, είναι ορατό πως, εάν δεν εκδοθεί συνοπτικά διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 να εκκενώσει και να παραδώσει το ακίνητο του Ενάγοντος στον ίδιο και να παύσει να επεμβαίνει σε αυτό, θα επιτρέψει στην Εναγόμενη 1 να κατακρατεί το ακίνητο του Ενάγοντος και να το χρησιμοποιεί για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, επωφελούμενη από την επιβάρυνση του δικαστικού χρόνου με παλαιότερες υποθέσεις, χωρίς όμως παράλληλα να εξηγεί εκ πρώτης όψεως δικαίωμα κατοχής του ακινήτου αυτού επ' αόριστο. Η δική της επιθυμία, επειδή εξυπηρετείται η επιχείρηση με το να μπορεί να χρησιμοποιεί το γειτονικό ακίνητο, δεν συνιστά επαρκή νομιμοποιητική βάση. Ήδη παρήλθε χρόνος κατά τον οποίο θα μπορούσαν με άνεση να ρυθμιστούν τα σχετικά με την άσκηση της επιχείρησής της, προκειμένου να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της να παραδώσει το ακίνητο στο νόμιμο ιδιοκτήτη του. Το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 που σχετίζεται με την άσκηση της επιχείρησής της, σκοπός για τον οποίο είχε λάβει την κατοχή του ακινήτου του Ενάγοντος δυνάμει συμφωνίας, που όμως πλέον δεν υφίσταται, ή με την ακρόασή της στην αγωγή, δεν επιτρέπεται να ασκείται καταχρηστικά. Ειδικότερα, απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, και αυτό ακριβώς επιχειρεί, θεμιτά, να αποκλείσει ο Ενάγων, με την υπό εξέταση αίτησή του. Δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση ο Ενάγων να παραχωρεί το ακίνητό του για τους σκοπούς άσκησης της επιχείρησης της Εναγόμενης
- Είναι ξεκάθαρη η επιθυμία του Ενάγοντος να μην υφίσταται κάποια συμφωνία με την Εναγόμενη 1 για την ενοικίαση του ακινήτου του. Το τι θα πράξει ο ίδιος με το δικό του ακίνητο, αν θα το πωλήσει ή εάν θα το αξιοποιήσει άλλως πώς δεν είναι κάτι στο οποίο μπορεί να δοθεί δικαιωματικός λόγος στην Εναγόμενη 1, στην οποία ο Ενάγων δεν φαίνεται να αρνήθηκε προτεραιότητα εξέτασης τυχόν προσφοράς της για αγορά, λόγω της γειτνίασης της επιχείρησής της. Το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει ανάλογα το λεκτικό των θεραπειών που ζητά ο Ενάγων. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδονται: Α. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη 1, δια οποιουδήποτε αξιωματούχου της, εντός 20 ημερών από σήμερα, να εκκενώσει και να παραδώσει στον Ενάγοντα ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου που αναφέρεται στην παράγραφο 30(Δ) της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντος. Β. Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1, δια οποιουδήποτε αξιωματούχου, εκπροσώπου, υπαλλήλου ή προσώπου που ενεργεί κατόπιν οδηγιών ή για λογαριασμό της, μετά την πάροδο 20 ημερών από σήμερα, να επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο που αναφέρεται στην παράγραφο 30(Δ) της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντος. Η αίτηση του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου 2, για τους λόγο που ήδη εξηγήθηκε, δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, το αποτέλεσμα είναι η πλήρης επιτυχία της εναντίον της Εναγόμενης 1, αλλά η πλήρης αποτυχία της εναντίον του Εναγόμενου
- Οι διαταγές για τα έξοδα αφορούν τους διάδικους, όχι τους δικηγόρους τους και τη δική τους σχέση με τους πελάτες τους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κοινή εκπροσώπηση στη διαδικασία, που διεξήχθη ενιαία, και ο Εναγόμενος 2 είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, δια του οποίου αποφασίζει και ενεργεί η Εναγόμενη 1, αν και είναι διαφορετικά πρόσωπα. Δεν δημιουργήθηκαν επιπλέον έξοδα στη δίκη είτε λόγω της ανεπιτυχούς προσθήκης και του Εναγόμενου 2 στην αίτηση του Ενάγοντος είτε λόγω της ανεπιτυχούς ένστασης της Εναγόμενης 1 στην αίτηση του Ενάγοντος, που θα μπορούσαν άλλως πώς να αποφεύγονταν. Προς αποφυγή διαταγών εξόδων κατ' ουσία vice versa, εκ του κανόνα του αποτελέσματος, ο Ενάγων να πρέπει να πληρώσει έξοδα της αίτησης στα οποία υποβλήθηκε ο Εναγόμενος 2, διευθυντής της Εναγόμενης 1, αλλά να πρέπει να πληρωθεί τα έξοδα της αίτησης στα οποία υποβλήθηκε ο ίδιος σχετικά με την Εναγόμενη 1, διευθυντής της οποίας είναι ο Εναγόμενος 2, είναι δίκαιο, εφόσον ο λόγος είναι για κοινά έξοδα αίτησης και ένστασης, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η αναφορά στον αριθμό 13 είναι προφανές τυπογραφικό λάθος. [2] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912. Βλ. και Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408 και Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148. [3] Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1968, J. & M. Loizides Agencies Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280, Ironfx Global Limited v. Χριστάκης Αλεξάνδρου & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε338/2016, ημερ. 23.03.2017. [4] Από την παλαιά Hobson v Monks [1884] WN 8 που τεκμηριώνει την αναφορά της Annual Practice σελ.252 με βάση την O.14, μέχρι και τη PBS Energo AS v Bester Generacion UK Ltd [2020] EWCA Civ 404 στη νεότερη δικονομική εποχή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο