← Κύπρος

Natalia Sigaeva ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 93/2019, 30/3/2023

Natalia Sigaeva ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 93/2019, 30/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 93/2019 Μεταξύ: Natalia Sigaeva Ενάγουσα -και- Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Σ. Οικονόμου Για Εναγόμενο: κα. Α. Χατζηιωσήφ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου, (α) ποσό €228,37.- για την αξία εισιτηρίου, (β) αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία της υπό του εναγόμενου και ή αντιπροσώπων και ή υπαλλήλων και ή υπηρετών και ή εργοδοτούμενων και ή προστηθέντων και ή συνεργατών αυτού, παράβασης των ρητών και ή θέσμιων και ή εξυπακουόμενων καθηκόντων του, και (γ) παραδειγματικές αποζημιώσεις. Επίσης, αξιώνει οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία που το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, τόκους επί των ανωτέρω και έξοδα. Τα γεγονότα της παρούσας, περιστρέφονται γύρω από τις συνθήκες που οδήγησαν στην απώλεια πτήσης της ενάγουσας για τη Ρωσία, μετά που έφτασε στην Κύπρο και δεν της επετράπη η είσοδος στη Δημοκρατία και στην παραμονή της υπό κράτηση, ως η ενάγουσα ισχυρίζεται, μέχρι να επιβιβαστεί σε άλλη πτήση. Ο εναγόμενος, στην υπεράσπιση του, προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς και αρνείται ότι υπέπεσε σε οποιαδήποτε παράβαση καθήκοντος και ότι η ενάγουσα δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση. Η ενάγουσα στην απάντηση της στην υπεράσπιση, αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της. Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η υπόθεση εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» υπόθεση, δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Γι' αυτό, αφού προηγουμένως έγινε αποκάλυψη εγγράφων από τα μέρη, ακολούθως δόθηκαν οδηγίες για εκατέρωθεν καταχώρηση της ένορκης μαρτυρίας τους. Για την πλευρά της ενάγουσας, κατατέθηκε γραπτή μαρτυρία του .. Taruz, ενώ, για την πλευρά του εναγόμενου, κατατέθηκε γραπτή μαρτυρία του α/αστ.917 Κυριάκου Νικολεττή. Σημειώνω ότι αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν το μάρτυρα της άλλης πλευράς, επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, εντούτοις καμία τέτοια αντεξέταση επιχειρήθηκε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία επομένως, θα προσεγγιστεί με γνώμονα και τις αρχές που αφορούν στις συνέπειες που η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ισχυρισμών συνεπάγεται, ήτοι ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων εμπεριέχεται στις γραπτές αγορεύσεις που αυτοί παρέδωσαν στο Δικαστήριο και τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω. Στο σημείο αυτό, αναφέρω πως δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και θ' αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι δύο πλευρές, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ή και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ότι η ενάγουσα είναι ρωσικής καταγωγής και στις 31/7/2018 ταξίδεψε στην Κύπρο νόμιμα, μέσω του αερολιμένα Λάρνακας. Ο εναγόμενος δε, «ενάγεται υπό την ιδιότητα του δυνάμει του Συντάγματος και του περί Δικαστηρίων Νόμου ως εκπροσώπου, για οποιαδήποτε αστικά αδικήματα έχουν διαπραχθεί από οποιοδήποτε λειτουργό και/ή Τμήμα της Δημόσιας Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας». Κατά την είσοδο της ενάγουσας στην Κυπριακή Δημοκρατία, διενεργήθηκε σε αυτή διαβατηριακός έλεγχος, ενώ αργότερα, αφού διαπιστώθηκε πρόβλημα και δεν της επετράπη η είσοδος στη Δημοκρατία, προχώρησε, μέσω του συντρόφου της, ο οποίος την ανέμενε στην αίθουσα αναμονής του Αερολιμένα Λάρνακας, στην αγορά νέου εισιτηρίου προκειμένου να επιστρέψει στη Ρωσία. Κατά τον έλεγχο δε των αποσκευών της, πριν την αναχώρηση της, εντοπίστηκαν αντικείμενα, τα οποία απαγορευόταν να μεταφερθούν στην καμπίνα του αεροσκάφους. Η ενάγουσα έχασε τελικά την πτήση της για Ρωσία και αναχώρησε με επόμενη πτήση. Τέλος, είναι αποδεκτό ότι η ενάγουσα, απέστειλε επιστολή προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, μέσω της δικηγόρου της, υποβάλλοντας το παράπονο της. Όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον Taruz, είναι σύντροφος της ενάγουσας και όσα αναφέρει αποτελούν γεγονότα, τα οποία γνωρίζει είτε προσωπικά είτε από πληροφορίες που έχει λάβει από την ίδια την ενάγουσα, αλλά και από έγγραφα και πληροφορίες που ευρίσκονται στο φάκελο που διατηρείται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Στο σημείο αυτό αναφέρεται, ότι η γραπτή μαρτυρία του μάρτυρα είναι στην αγγλική γλώσσα και σ' αυτήν επισυνάπτεται κείμενο στην ελληνική γλώσσα. Στην παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης στην αγγλική, αναφέρει ότι επισυνάπτει ως τεκμήριο F, ένορκη δήλωση της δικηγόρου Σοφίας Οικονόμου, η οποία μετάφρασε την ένορκη του δήλωση από τα αγγλικά στα ελληνικά. Επισημαίνω ότι στο ελληνικό κείμενο που επισυνάπτεται, δεν εντοπίζεται αντίστοιχη παράγραφος. Από εκεί και πέρα, υπάρχει στο φάκελο ένορκη δήλωση της Σοφίας Οικονόμου (τεκμήριο F), η οποία αναφέρει ότι έχει μεταφράσει την ένορκη δήλωση του μάρτυρα από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα και τις επισυνάπτει, χωρίς όμως να υπάρχει σ' αυτήν κάτι επισυνημμένο. Το γεγονός βέβαια ότι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, καταχώρησε ένορκη δήλωση για τη μετάφραση της ένορκης δήλωσης του μάρτυρα, είναι ανεπίτρεπτο και σχετικά είναι όσα αναφέρονται σε άλλο σημείο κατωτέρω για το ίδιο θέμα. Υπό τις περιστάσεις και ένεκα της σύγχυσης που παρατηρείται, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη όσα καταγράφονται στο αγγλικό κείμενο, το οποίο έχει υπογραφεί ενώπιον αρμόδιου Πρωτοκολλητή. Εν συντομία, ο μάρτυρας αναφέρει τα ακόλουθα. Την 31/7/2018, μετά από πρόσκληση προς την ενάγουσα να τον επισκεφθεί στην Κύπρο και να τη φιλοξενήσει, η ενάγουσα αποφάσισε να έρθει και αφού εξασφάλισε αεροπορικό εισιτήριο, ταξίδεψε από τη Ρωσία στην Κύπρο μέσω του αερολιμένα Λάρνακας (επισυνάπτει ως Τεκμήριον Α' το αντίγραφο της κάρτας επιβίβασης). Όταν έφτασε στην Κύπρο, κατά τον έλεγχο στον οποίον υποβλήθηκε, της ζητήθηκαν διευκρινίσεις για το σκοπό της επίσκεψης της στην Κύπρο, καθώς και για το ύψος του χρηματικού ποσού που είχε φέρει μαζί της ως επισκέπτρια. Η ενάγουσα, μη γνωρίζοντας τους περιορισμούς που η νομοθεσία και οι Κανονισμοί θέτουν σε τέτοιες περιπτώσεις, απάντησε με πλήρη ειλικρίνεια ότι ο σκοπός του ταξιδιού της ήταν να τον επισκεφθεί στην Αμμόχωστο και ότι η ίδια δεν είχε φέρει χρήματα μαζί της, καθ' ότι το κόστος του ταξιδιού της θα το επιβαρυνόταν ο ίδιος και θα τη φιλοξενούσε στο σπίτι του στην Αμμόχωστο. Για το ζήτημα που προέκυψε, ενημερώθηκε αμέσως, αφού βρισκόταν στην αίθουσα αναμονής του Αερολιμένα Λάρνακος για να την παραλάβει. Ο ίδιος κατανόησε το πρόβλημα το οποίο προέκυψε και αποδέχτηκε πως η σύντροφος του θα έπρεπε να επιστρέψει πίσω στη Ρωσία, χωρίς να εξέλθει από τον Αερολιμένα Λάρνακος, όπως προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί. Περαιτέρω, της αγόρασε νέο εισιτήριο για την επιστροφή της στην πατρίδα της, με την αμέσως επόμενη πτήση για Ρωσία, η οποία αναχωρούσε λίγες ώρες αργότερα την ίδια μέρα, αφού προηγουμένως (η ενάγουσα) είχε λάβει από τους αρμόδιους διαβεβαιώσεις ότι εάν προχωρούσε άμεσα στις συγκεκριμένες ενέργειες θα μπορούσε να επιβιβαστεί στην επόμενη διαθέσιμη πτήση και δε θα παρέμενε υπό κράτηση και υπό περιορισμό (επισυνάπτει ως Τεκμήριον Β' το αντίγραφο του σχετικού εισιτηρίου). Ως αναφέρει στη συνέχεια, παρά τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις των υπηρεσιακών και παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι ενημερώθηκαν άμεσα για τη δυνατότητα επιβίβασης της ενάγουσας στη πτήση από Λάρνακα-Μόσχα αρ. S7 610 με SIBERIA AIRLINES, μόλις δέκα λεπτά πριν την προγραμματισμένη αναχώρηση της εν λόγω πτήσης αποφάσισαν να ελέγξουν τις αποσκευές της, όπου κατά τον έλεγχο της τσάντας χειρός της ενάγουσας διαπίστωσαν ότι διατηρούσε τσαντάκι καλλυντικών με υγρά καλλυντικά, τα οποία ξεπερνούσαν την επιτρεπόμενη ποσότητα. Όταν πληροφόρησαν την ενάγουσα για το ζήτημα αυτό, η ίδια εισηγήθηκε αρχικά την τοποθέτηση τους στην αποσκευή, η οποία θα τοποθετείτο στο χώρο φύλαξης των αποσκευών στο αεροπλάνο όπως επιτρέπεται. Όταν διαπίστωσε η ενάγουσα ότι οι αρμόδιοι καθυστερούσαν και υπήρχε κίνδυνος να χάσει τη πτήση της πρότεινε η ίδια στους αρμόδιους υπαλλήλους όπως αφήσει τα εν λόγω καλλυντικά πίσω, έτσι ώστε να μην χάσει τη πτήση της. Παρά τη δεδηλωμένη συγκατάθεση της ενάγουσας ν' αφήσει πίσω τα εν λόγω καλλυντικά και ενώ οι υπηρεσιακοί γνώριζαν την ώρα αναχώρησης της πτήσης, αλλά και το ότι δεν υπήρχε επαρκής χρόνος, συνέχιζαν να συζητούν μεταξύ τους για την τύχη των καλλυντικών καθώς και να κάνουν διάφορα τηλεφωνήματα για να πάρουν οδηγίες, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι είναι αστυνομικοί πρώτης γραμμής και θα έπρεπε να γνωρίζουν τους κανονισμούς οι οποίοι ισχύουν εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον. Η εν λόγω κωλυσιεργία των αρμοδίων είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να χάσει τελικά τη πτήση της. Επιπλέον, η εν λόγω απώλεια της πτήσης είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να μείνει υπό κράτηση για τουλάχιστον 16 ώρες, μέχρι να επιβιβαστεί στην επόμενη πτήση για Ρωσία, σε χώρο ο οποίος δεν θύμιζε καθόλου χώρο φιλοξενίας ως οι αρμόδιοι τον αποκάλεσαν, απεναντίας ήταν ένας χώρος ακατάλληλος για να παραμείνει κάποιος έστω για ένα βράδυ. Επιπρόσθετα δε, πέραν του κόστους του πρώτου εισιτηρίου, το οποίο ανήλθε σε €228,37.- και των χρημάτων που πλήρωσε για αγορά φαγητού, ευθύς μόλις η ενάγουσα αφίχθηκε στη Ρωσία, ενημερώθηκε ότι έπρεπε να επωμιστεί και το κόστος του δεύτερου εισιτηρίου και το τιμολόγιο θα της αποστέλλετο σε σύντομο χρονικό διάστημα στη διεύθυνση της στη Ρωσία (επισυνάπτεται ως Τεκμήριον Γ' δέσμη από αντίγραφα φωτογραφιών του χώρου κράτησης). Με επιστολή της δικηγόρου της ενάγουσας ημερομηνίας 21/8/2018, προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, κοινοποιήθηκε το παράπονο της, πλην όμως οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια ή και απαντητική επιστολή για να καθορίσουν τη θέση τους (επισυνάπτει ως Τεκμήριον Δ το αντίγραφο της σχετικής επιστολής). Τέλος, επισυνάπτει ως Τεκμήριον Ε δήλωση της ενάγουσας, την οποία υιοθετεί. Ως αναφέρει είναι υπογραμμένη και πιστοποιημένη από εγκεκριμένο πιστοποιών υπάλληλο, καθότι η ενάγουσα βρίσκεται στον κατάλογο ατόμων που τους απαγορεύεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν μπορεί να ορκισθεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή στο Δικαστήριο εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την άλλη, ο Νικολεττής αναφέρει ότι υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και είναι αποσπασμένος και εργάζεται στο Κέντρο Διαβατηρίων του Διεθνούς Αερολιμένα Λάρνακας. Ως αναφέρει απορρίπτει κατηγορηματικά τα όσα αναφέρει ο Taruz και η έκθεση απαίτησης της ενάγουσας. Συμφωνεί δε με την υπεράσπιση του εναγόμενου. Την 31/7/2018 και ώρα 07:00, ανέλαβε καθήκον στο γραφείο αφίξεων στο Κέντρο Ελέγχου Διαβατηρίων (Κ.Ε.Δ) Αεροδρομίου Λάρνακας, μέχρι τις 19:00 της ίδιας ημέρας. Κατά ή περί τις 13:50, αφίχθηκε η Ενάγουσα, με την πτήση U67029 από τη Μόσχα, κάτοχος ρωσικού διαβατηρίου και του παρουσίασε Pro-visas. Κατά το διαβατηριακό έλεγχο της πρώτης γραμμής που διενήργησε, διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα είναι κάτοχος άδειας παραμονής ως φοιτήτρια στα κατεχόμενα, με ισχύ μέχρι τις 30/9/2018, χρησιμοποιώντας άλλο διαβατήριο (Tajikistan) και κάτοχος φοιτητικής ταυτότητας των κατεχόμενων με ισχύ μέχρι τον 01/23. Η Ενάγουσα χρησιμοποίησε την Pro-visas ως ρωσίδα υπήκοος, για να πετύχει είσοδο, με σκοπό να μεταβεί στα κατεχόμενα όπου φοιτούσε και είχε εγγραφή με άλλο διαβατήριο. Ως εκ τούτου οδηγήθηκε στη δεύτερη γραμμή για περαιτέρω έλεγχο. Αργότερα, ενημερώθηκε από τον τότε υπεύθυνο βάρδιας α/λοχ.4618, ότι δεν της επιτράπηκε η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ακολούθως, ο μάρτυρας δίνει μια διαφορετική εκδοχή ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα την επίδικη μέρα. Όχι επειδή έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων. Ως αναφέρει, έχει ενημερωθεί σε σχέση με τα γεγονότα από έκθεση του Ανώτερου Υπαστυνόμου και Υπεύθυνου ΚΕΔ Αερολιμένα Λάρνακας, ... Μιχαήλ. Κατόπιν παράθεσης δε των γεγονότων που προκύπτουν από την έκθεση που έχει αναφερθεί, λέγει ότι αποτελεί θέση του εναγόμενου ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση και χρονοτριβή και οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό ζημιά και ταλαιπωρία υπέστη η ενάγουσα, οφείλεται αποκλειστικά στη στάση που αυτή διατηρούσε και σε δικές της ενέργειες και λόγω της συμπεριφοράς της και λόγω του γεγονότος ότι δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμη και λόγω του ότι δε συμμορφώθηκε στις επαναλαμβανόμενες υποδείξεις των αρχών. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση τους ότι (ο εναγόμενος) δεν έχει, ούτε μπορούσε να έχει αρμοδιότητα επί θεμάτων ελέγχου επιβατών, που ασκείται από συγκεκριμένη εταιρεία ελέγχου αποσκευών του αεροδρομίου. Συνεπώς λανθασμένα εγείρεται η παρούσα αγωγή κατά της Δημοκρατίας. Επιπλέον, είναι θέση του Εναγόμενου, ότι εν πάση περιπτώσει η ίδια εξέθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο, κουβαλώντας αντικείμενα που δεν επιτρέπονταν και ήταν απαγορευμένα και που η ίδια γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν απαγορευμένα και που της είχε κοινοποιηθεί δεόντως ότι δεν επιτρέπονταν και που η ίδια είχε ευθύνη και έπρεπε να διευθετήσει όπως αφαιρεθούν από τη χειραποσκευή της πριν την έλευση της στο χώρο ελέγχου αποσκευών. Περαιτέρω, είναι θέση του Εναγόμενου ότι καμία κωλυσιεργία δεν υπήρξε από πλευράς της Αστυνομίας και η ίδια η Αστυνομία προέβη σε όλες τις ενδεικνυόμενες ενέργειες για να βοηθηθεί η Ενάγουσα και για να προλάβει την πτήση της και επιπλέον η Αστυνομία ενήργησε με βάσει το καθήκον της και ακολούθησε επακριβώς τα πρωτόκολλα δια τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών. Τέλος, αναφέρει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα μέλη του ΚΕΔ Αεροδρομίου Λάρνακας δεν ενδείκνυται να παρεμβαίνουν στα καθήκοντα των μελών των ιδιωτικών εταιρειών που προαναφέρει στη μαρτυρία του (διαχειρίστρια εταιρεία και εταιρεία ελέγχου των αποσκευών) και δεν έχουν οποιαδήποτε εξουσία να το πράξουν και αν εν τέλει κριθεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε ευθύνη, αυτή βαραίνει τις ιδιωτικές εταιρείες και ο Εναγόμενος κανένα έλεγχο δεν έχει επί των πράξεων και αποφάσεών τους και καμία ευθύνη δεν έχει γι' αυτές. Διεξήλθα με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία. Είναι σαφές ότι η ενάγουσα, δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την απόφαση των αρμοδίων αρχών να μην της επιτρέψουν την είσοδο στην Δημοκρατία. Αντίθετα, αποτελεί ουσιαστικά θέση της, ότι έγινε κατανοητό το πρόβλημα που προέκυψε και ότι θα έπρεπε να επιστρέψει πίσω στη Ρωσία. Το παράπονο της ενάγουσας εστιάζει στο τι έγινε μετά την αγορά νέου εισιτηρίου και στο λόγο που οδήγησε στο να χάσει τη πτήση της για Ρωσία, ως επίσης στις συνθήκες παραμονής της σε χώρο του Αερολιμένα Λάρνακας - υπό κράτηση ως ισχυρίζεται -, μέχρι την αναχώρηση της με νέα πτήση. Όπως γίνεται αντιληπτό από τις μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε ο Taruz, ούτε ο αστ.917 Νικολεττής, έχουν ιδίαν γνώση των γεγονότων που έλαβαν χώραν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ο Taruz έλαβε πληροφόρηση από την ενάγουσα. Δεν έχει διαφύγει ότι στη μαρτυρία του, επισυνάπτεται δήλωση που φέρεται να έχει υπογραφεί από την ενάγουσα (τεκμ. Ε), η οποία αναφέρεται στα γεγονότα. Η υπογραφή στη συγκεκριμένη δήλωση, όπως έγινε αποδεκτό από την ευπαίδευτη συνήγορο της ενάγουσας, πιστοποιείται από «πιστοποιών υπάλληλο» του ψευδοκράτους και φέρει σφραγίδα του ψευδοκράτους. Συναφώς, η εν λόγω πιστοποίηση δεν είναι αποδεκτή. Το Δικαστήριο θα αποδεχόταν την πιστοποίηση, μόνον εφόσον ο πιστοποιών υπάλληλος ήταν διορισμένος από τον Υπουργό Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, με βάση τις διατάξεις του Ν.165(Ι)/2012, κάτι που εν προκειμένω δεν ισχύει. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η υπογραφή στη δήλωση ανήκει στην ενάγουσα ή και ότι η δήλωση έγινε από την ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα τούτου, αναφέρεται ότι ούτως ή άλλως πρόκειται για μια απλή δήλωση, η οποία έγινε χωρίς όρκο και δεν μπορεί να αποδοθεί σ' αυτήν κάποια αποδεικτική αξία. Ανεξάρτητα των ανωτέρω, θα πρέπει ν' αναφερθεί εδώ πως το Δικαστήριο θεωρεί απαράδεκτο και το γεγονός ότι η πιο πάνω δήλωση, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τη δικηγόρο της ενάγουσας, η οποία έχει καταχωρίσει ένορκη δήλωση για τούτο. Όχι μόνον επειδή φέρει την πιο πάνω πιστοποίηση και σφραγίδα του ψευδοκράτους, αλλά και επειδή δεν νοείται δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, να ενεργεί και σαν μεταφραστής εγγράφων της διαδικασίας για λογαριασμό του πελάτη που εκπροσωπεί. Τούτο θα μπορούσε να γίνει κατ' εξαίρεση και μόνον εφόσον δινόταν κάποιος εξαιρετικός λόγος, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη (βλ. άρθρο 14
(2)του Ν. 45(Ι)/2019). Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω, ο μάρτυρας ως προς τα γεγονότα που ενδιαφέρουν, μεταφέρει αυτά που του είπε η ενάγουσα. Πρόκειται δηλαδή για εξ ακοής μαρτυρία, η οποία όμως, ευθέως αναφέρω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχήν, δεν αναφέρει πότε ακριβώς μίλησαν με την ενάγουσα και του μετέφερε αυτά τα πράγματα ή κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αυτό. Δεύτερον, η ενάγουσα ως διάδικος έχει συμφέρον στην υπόθεση και είχε κίνητρο ν' αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Τρίτον, η αναφορά ότι η ενάγουσα βρίσκεται στον κατάλογο προσώπων, των οποίων απαγορεύεται η είσοδος στη Δημοκρατία και γι' αυτό δεν μπορούσε να ορκιστεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή, κρίνεται γενική και αόριστη. Σε κάθε περίπτωση όμως, θα μπορούσε να ζητηθεί να καταθέσει προφορικά [βλ. Δ.30, θ.7 (β)], με τη χρήση της τεχνολογίας ή να δώσει δεόντως τον όρκο της στη χώρα που βρίσκεται. Δεν έχει προβληθεί ότι δεν ήταν εφικτό να προσαχθεί μαρτυρία με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς, θεωρώ πως δεν έχει προσκομιστεί από μέρους της ενάγουσας, η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, ενώ περαιτέρω, δεν δόθηκε στην πλευρά του εναγόμενου, η ευκαιρία να την αντεξετάσει αν το επιθυμούσε. Υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα, θεωρώ πως για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σ' αυτή την εξ ακοής μαρτυρία. Εκ της μαρτυρίας του Taruz, αποδέχομαι μόνον ότι η ενάγουσα είναι σύντροφος του και έχουν δεσμό και ότι η τελευταία έφτασε στην Κύπρο, κατόπιν δικής του πρόσκλησης. Επίσης, ότι ενημερώθηκε για το πρόβλημα που προέκυψε, το κατανόησε και αγόρασε στην ενάγουσα εισιτήριο για να επιστρέψει στη Ρωσία. Από την άλλη, ο Νικολεττής πέραν των όσων έχει διαπιστώσει ο ίδιος για την ενάγουσα, κατά το διαβατηριακό έλεγχο στον οποίο προέβη, τα υπόλοιπα γεγονότα τα γνωρίζει μέσω κάποιας έκθεσης που επικαλείται. Η συγκεκριμένη έκθεση, για άγνωστο λόγο, δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Συναφώς, αν ο μάρτυρας μεταφέρει επακριβώς όσα καταγράφονται στην έκθεση ή όχι, δεν μπορεί να εξεταστεί. Επίσης, δεν έχει αναφερθεί πότε ετοιμάστηκε η έκθεση και για ποιο λόγο, αλλά κυρίως πως είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα ο αναφερόμενος Υπαστυνόμος. Ήταν παρών την επίδικη μέρα, υπό την ιδιότητα που αναφέρει ο μάρτυρας, δηλαδή του υπεύθυνου του ΚΕΔ, και ενεπλάκη προσωπικά στην υπόθεση ή απλά συνέλεξε πληροφορίες από άλλα μέλη του ΚΕΔ Λάρνακας και υπαλλήλους των ιδιωτικών εταιρειών που αναφέρθηκαν; Αν είναι το δεύτερο που ισχύει, από ποιους συγκεκριμένα έλαβε την πληροφόρηση και ποια ήταν η δική τους εμπλοκή στην συγκεκριμένη υπόθεση; Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα και το βαθμό της εξ' ακοής μαρτυρίας, αν μιλούμε για πρόσωπο ή πρόσωπα που είχαν κίνητρο ν' αποκρύψουν ή παραποιήσουν τα γεγονότα, αν η αρχική ή αρχικές δηλώσεις μεταφέρθηκαν επακριβώς ή αν η εξ' ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση ή αρχικές δηλώσεις και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ή ο σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση ή αρχικές δηλώσεις. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση από την Υπεράσπιση, γιατί δεν έχει παρουσιαστεί ένορκη μαρτυρία του Υπαστυνόμου Μιχαήλ και γιατί στο τέλος της ημέρας δεν έχει παρουσιαστεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Πάντως δεν έχει προβληθεί ότι δεν ήταν εφικτό να προσαχθεί μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου. Επίσης, καμία εξήγηση δεν έχει δοθεί γιατί δεν παρουσιάστηκε η έκθεση. Υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα, εν προκειμένω, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, θεωρώ αδιανόητο να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σ' αυτή την εξ ακοής μαρτυρία. Εκ της μαρτυρίας του Νικολεττή, αποδέχομαι μόνον όσα διαπίστωσε ο ίδιος, κατά το διαβατηριακό έλεγχο που αναφέρθηκε. Σε σχέση με την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας, παραπέμπω στο άρθρο 27* του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, στην Ποιν. Έφ.19/2022 Νικηφόρου v. Αστυνομίας, ημερ. 6/3/2023 και στην εκεί αναφερόμενη νομολογία, ως επίσης στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Β' Έκδοση, Κεφ.6. ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- * 27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας ανωτέρω, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται με το παράπονο της ενάγουσας και συγκεκριμένα το λόγο που οδήγησε στο να χάσει τη πτήση της και τις συνθήκες παραμονής της στο χώρο του Αερολιμένα Λάρνακας μέχρι την αναχώρηση της με άλλη πτήση ή αν αυτή τελούσε υπό κράτηση και το Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις, δεν είναι σε θέση να προβεί σε ευρήματα εν σχέση με αυτά. Οι φωτογραφίες που επισυνάπτονται, από μόνες τους, δεν σημαίνουν τίποτε. Η ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της και γι' αυτό, με βάση όσα αναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας και θα πρέπει ν' απορριφθεί. Όμως, για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω εδώ και τα εξής. Από την έκθεση απαίτησης και συγκεκριμένα από την αξίωση Β, προκύπτει ότι η βάση της αγωγής της ενάγουσας, είναι η παράβαση των ρητών και ή θέσμιων και ή εξυπακουόμενων καθηκόντων του εναγόμενου και ή των αντιπροσώπων του κλπ. Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2019, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΔΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ) v. 1. Λ.Ι.Κ. κ.α., ημερ. 21/9/2022, αναφέρθηκε ότι: « To δίκαιο, κατά κανόνα, δεν αναγνωρίζει καθήκον επιμέλειας ή μέριμνας (duty of care) ώστε να αποτραπεί η βλάβη ή η ζημία άλλου προσώπου, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις (βλ. απόφαση της Baroness Hale στην Michael v. Chief Constable of South Wales [2015] UKSC 2).[3] Μεταξύ των εξαιρέσεων αυτών, συγκαταλέγεται η περίπτωση που προβλέπεται από το νόμο καθήκον ενέργειας για προστασία του άλλου από τον κίνδυνο (duty to act). Είναι επί αυτής της εξαίρεσης που θεμελιώνεται λ.χ. το εκ του κοινοδικαίου αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης που λαμβάνει τη μορφή παράβασης θεσμίου καθήκοντος, ή λόγω αμέλειας σε περιπτώσεις που απαιτείται θετικό καθήκον ενέργειας (duty to act). Επίσης, επί της ίδιας εξαίρεσης, θεμελιώνεται το αγώγιμο δικαίωμα που προκύπτει εναντίον του κράτους σε περιπτώσεις στις οποίες, από παραλείψεις καθηκόντων του, παραβιάζονται θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα με αποτέλεσμα να προκαλείται ζημία ή βλάβη (βλ. απόφαση της Baroness Hale στη Michael v. Chief Constable of South Wales, ανωτέρω). » Σε υποθέσεις με τέτοια βάση, εγείρονται δύσκολα ερωτήματα αναφορικά με το κατά πόσο ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δώσει στον ιδιώτη δικαίωμα αγωγής. Τελικά, το ζήτημα είναι θέμα ερμηνείας της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας. (βλ. το σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα», τόμος 2, σελ. 69-70) Εν προκειμένω, δεν καθορίζεται πουθενά στην έκθεση απαίτησης ποιο είναι το θέσμιο καθήκον που έχει παραβεί ο εναγόμενος και δεν δικογραφούνται λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης παράβασης θέσμιου καθήκοντος ή και της νομοθετικής ή κανονιστικής πρόνοιας που παραβιάστηκε, προκειμένου να διαφανεί αν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου. Επισημαίνεται πως ούτε στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της ενάγουσας, υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά σε νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια που παραβιάστηκε. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αλεξάνδρου
(2008)1 ΑΑΔ 432, αναφέρθηκε ότι η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παραβίασης νόμιμων καθηκόντων, αποτελεί συγκεκριμένη θεραπεία του κοινοδικαίου και η ορθή δικογράφηση επιβάλλει να εγείρεται ξεχωριστά από άλλες αξιώσεις. Επίσης, στην Πολ. Έφ. Αρ. 272/2013, SIGMA RADIO TV PUBLIC LTD κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα, ημερ. 8.6.2021, λέχθηκε ότι η παράβαση θέσμιου καθήκοντος (breach of statutory duty) αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και πρέπει να εγείρεται στα δικόγραφα αυτοτελώς και ξεχωριστά από άλλες αγώγιμες αξιώσεις. Στην 1. Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Κ. Παναγή
(2009)1 ΑΑΔ 145, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « ... Αυτή η νομοθετική βάση έπρεπε όμως να τίθετο με την ακρίβεια και τη λεπτομέρεια που απαιτούν και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.19, θ.13), ιδιαίτερα σ' ό,τι αφορά την παραβίαση των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου 5 και των αντιπροσώπων αυτού. (Δέστε The Annual Practice, 1958, O.19, r.15, σελ. 468-9 και Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 14η Έκδ., Τόμος 1, σελ. 19, παρ. 1-29 και για παράδειγμα προτύπου, Τόμος 2, σελ. 1153-54, παρ. 71-S.19). Η ορθή δικογράφηση θα έδινε και το στίγμα της ανάλογης τοποθέτησης της υπεράσπισης στη δική της δικογραφία. » Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, ανέτρεψε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, τονίζοντας και τον μη επακριβή τρόπο δικογραφικής διατύπωσης της αξίωσης του εφεσείοντα, που έπρεπε να καθορίσει και τον τρόπο χειρισμού της από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. (βλ. και Πολ. Εφ. 378/2009 και 386/2009,
  1. Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σία Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα, ημερ.10.7.2015) Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v.
  2. Λ.Ι.Κ. κ.α. ανωτέρω, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: « Εν προκειμένω, στις εκθέσεις απαιτήσεων δεν περιλαμβάνεται αναφορά σε οποιαδήποτε αιτία αγωγής, εκτός σε ορισμένες όπου γίνεται αναφορά σε «οχληρία». Ειδικότερα, αν και η αμέλεια αποτελεί την πιο συνηθισμένη βάση για να αποδοθούν αποζημιώσεις για σωματική βλάβη, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αστικό αυτό αδίκημα και πολύ περισσότερο, φυσικά, δεν παρατίθενται «λεπτομέρειες αμέλειας» (particulars of negligence) σύμφωνα με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Η ίδια αρχή ισχύει και για τη δικογράφηση παράβασης θεσμίου καθήκοντος (Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., pp 120-122). Ως προς τον τρόπο δικογράφησης απαίτησης για προσωπικές βλάβες στη βάση αμέλειας και/ή παράβασης θεσμίου καθήκοντος παραπέμπουμε ενδεικτικά στα δείγματα απαιτήσεων που παρατίθενται στον Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 19th ed., 81-Χ11, «Claim under Personal Protective Equipment at Work Regulations 1992», 81-Χ27 «Claim relating dermatitis», 81-Χ24 «Claim relating to asbestos disease». Παρατίθενται συγκεκριμένες λεπτομέρειες αμέλειας και συγκεκριμένες λεπτομέρειες παράβασης θεσμίου καθήκοντος, με παραπομπή στην αντίστοιχη νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια που κατ' ισχυρισμόν έχει παραβιαστεί. Εκτός της παράλειψης να δικογραφηθούν δεόντως λεπτομέρειες αμέλειας, δεν έχουν δικογραφηθεί ούτε λεπτομέρειες παράβασης θεσμίου καθήκοντος στις οποίες να εξειδικεύεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια. Οι συνέπειες της παράλειψης σαφούς επίκλησης συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών έχουν προσδιοριστεί στην υπόθεση Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Κ. Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145. Στην υπόθεση εκείνη το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας επ' ονόματι διαδίκου έπασχε καθότι, μεταξύ άλλων, δεν είχε γίνει οποιαδήποτε σαφής επίκληση στο δικόγραφο του ενάγοντα των συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών, πάνω στις οποίες βασίστηκε το Δικαστήριο για την απόφαση του και υποδείχθηκε η ανάγκη να τίθεται με λεπτομέρεια η νομοθετική βάση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την παραβίαση των νομίμων καθηκόντων. ............. Η έγκυρη στοιχειοθέτηση της «παράβασης θεσμίου καθήκοντος» ως αστικό αδίκημα εκ του κοινοδικαίου σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομολογία, προϋποθέτει τον προσδιορισμό εξ αρχής, στα δικόγραφα, των σχετικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, οι οποίες δημιουργούν το θετικό καθήκον και οι οποίες έχουν παραβιαστεί. Όμως, ούτε στα δικόγραφα, ούτε στην πρωτόδικη απόφαση προσδιορίστηκαν συγκεκριμένες νομοθετικές ή κανονιστικές πρόνοιες που παραβιάστηκαν. ... » Στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει ο απαιτούμενος προσδιορισμός της νομικής βάσης της αγωγής. Αντί της ορθής δικογραφικής σύνταξης, γίνεται παράθεση ισχυρισμών υπό μορφή μαρτυρίας, παρά δικογράφου. Η ενάγουσα στο δικόγραφο της αναφέρει απλά ότι υπήρξε κωλυσιεργία των αρμοδίων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της και να παραμείνει υπό κράτηση για 16 ώρες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να κάνει εικασίες και να προσδιορίσει το ίδιο νομοθετικές πρόνοιες που πιθανόν να δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου. Ούτε όμως, με βάση τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και τις αξιώσεις σ' αυτήν, εντοπίζεται κάποια άλλη νομική βάση αγωγής (Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156). Αναφορικά με το ποσό των €228,37.-, για την αγορά εισιτηρίου, αναφέρεται εδώ, για όποια σημασία αυτό έχει, ότι κατά την κρίση μου έχει δίκαιο η πλευρά του εναγόμενου, όταν λέει ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ν' αξιώνει το ποσό, αφού έχει πληρωθεί από τον Taruz. Δεν αναφέρθηκε ποτέ ότι η ενάγουσα οφείλει το ποσό στον τελευταίο ή ότι του κατέβαλε το ποσό. Λέγοντας αυτά, αποτελεί κατάληξη μου ότι ούτως ή άλλως, δεν έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου και θα απέρριπτα την αγωγή και γι' αυτό το λόγο. Κατάληξη Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας. (Υπ.) ............ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.