Μάριος Αντωνίου κ.α. ν. Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της εταιρείας Α. IΟANNOU & G. PANAYI DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αγωγή Αρ.: 4/2015, 25/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 4/2015 Μεταξύ: 1. .... Αντωνίου 2. .... Λουκαρή Εναγόντων -και- 1. Α. IΟANNOU & G. PANAYI DEVELOPMENTS LTD 2. VOUVAKOS LUXURY LIVING LTD (ως μετονομάστηκε από ΩΜΕΓΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ) 3. ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 1/8/2022 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αγωγή Αρ.: 4/2015 Μεταξύ: 1. Μάριος Αντωνίου 2. Θεονίτσα Λουκαρή Εναγόντων -και- 1. Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της εταιρείας Α. IΟANNOU & G. PANAYI DEVELOPMENTS LTD 2. VOUVAKOS LUXURY LIVING LTD (ως μετονομάστηκε από ΩΜΕΓΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ) 3. ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1: κ. Κ. Ανδρέου μαζί με κ. Θ. Ποσνακίδη για Κύπρος Ανδρέου ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 2: κα Α. Νικολάου για Α. Νικολάου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 3: κ. Χ. Σκορδής Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικογραφία Οι ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3, διάταγμα με το οποίο ν' αναγνωρίζεται ότι η μεταξύ τους συμφωνία ημερ. 27/8/2007 έχει νόμιμα τερματιστεί με υπαιτιότητα των εναγόμενων ή και διάταγμα με το οποίο να τερματίζεται η εν λόγω συμφωνία. Περαιτέρω αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, καθώς επίσης διάφορα ποσά ως ειδικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 27/8/2007, οι ενάγοντες αγόρασαν από τους εναγόμενους το επίδικο διαμέρισμα στη Λάρνακα. Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των €140.105,32.- (Λ.Κ.82.000), το οποίο θα καταβάλλετο ως ακολούθως: (
- i)€1708,60.- (Λ.Κ.1.000) ως προκαταβολή, (
- ii)€34.172,03.- (Λ.Κ.20.000) με την υπογραφή των συμβολαίων και (iii) €104.224,69.- (Λ.Κ.61.000) αμέσως και ταυτόχρονα με την παράδοση της κατοχής και χρήσης του πωλούμενου διαμερίσματος. Για σκοπούς συμμόρφωσης με την πληρωμή του ποσού υπό (iii) ανωτέρω, σύναψαν δάνειο με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων, ύψους €104.224,69, ποσό το οποίο ήταν εγγυημένο με εγγυητική επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου, έπειτα από αίτηση και ή διαβήματα των εναγόμενων, με ρητή πρόνοια όπως οι εναγόμενοι εγγράψουν το ρηθέν διαμέρισμα στους ενάγοντες μέχρι 8/9/2008, προθεσμία η οποία αργότερα παρατάθηκε μέχρι 8/3/2013, συμπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο το πωλητήριο έγγραφο. Οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τους όρους αποπληρωμής, όμως οι εναγόμενοι κατά παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου και ή της συμπληρωματικής εγγυητικής επιστολής, δεν προέβησαν στην εγγραφή και ή μεταβίβαση και ή έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος επ΄ ονόματι των εναγόντων. Ως αποτέλεσμα της ως άνω παράβασης, η πιο πάνω εγγυητική κατέπεσε και εισπράχθηκε το εν λόγω ποσό από την Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς αποπληρωμής του δανείου. Οι ενάγοντες δε, λόγω μη τήρησης των όρων της συμφωνίας, αφού παραχώρησαν προθεσμία ενός μηνός και κατέστησαν το χρόνο ουσιώδη, με επιστολή ημερ. 25/4/2014, στη συνέχεια, με την επιστολή τους ημερ. 23/6/2014 η οποία αποστάληκε στις 25/6/2014, τερμάτισαν το πωλητήριο έγγραφο εξ΄ υπαιτιότητας των εναγόμενων. Ο εναγόμενος 1, στην τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, παραδέχεται τόσο την ιδιότητα με την οποία ενάγεται όσο και τη σύναψη της συμφωνίας ημερ. 27/8/2007. Επίσης παραδέχεται τη σύναψη δανείου από τους ενάγοντες, το οποίο ήταν εγγυημένο με την αναφερόμενη εγγυητική επιστολή. Αρνείται όμως ότι η εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, περιείχε ρητή πρόνοια για εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στους ενάγοντες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για έκδοση πολεοδομικής άδειας και ή άδεια οικοδομής και ή πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, όμως δεν κατέστη δυνατό να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το επίδικο διαμέρισμα μέχρι 8/3/2013, λόγω υπαιτιότητας και ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης των αρμοδίων αρχών και ή το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας εξέδωσε τίτλο ιδιοκτησίας κατά ή περί το 2014. Ως εκ τούτου, οι όροι του πωλητηρίου εγγράφου ουδέποτε παραβιάστηκαν από τον εναγόμενο 1 και ή η μη εκπλήρωση των όρων του πωλητηρίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγόμενου 1. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν πλήρωναν το δάνειο που έλαβαν, με αποτέλεσμα να καταπέσει η εγγυητική. Αποτελεί επίσης θέση του ότι ήταν πρόθυμος ν' ανανεώσει περαιτέρω την ισχύ της εγγυητικής, αλλά δεν ανανεώθηκε εξ΄ υπαιτιότητας των εναγόντων που δεν επιθυμούσαν να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα με αποτέλεσμα την κατάπτωση της εγγυητικής. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι το Κτηματολόγιο Λάρνακας εξέδωσε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας κατά ή περί το 2014 και οι ενάγοντες κλήθηκαν να καταβάλουν το ποσό των €104.224,69, πλέον τόκους και ή έξοδα και ή προμήθειες για να γίνει η μεταβίβαση, όμως οι ενάγοντες αρνήθηκαν και ή αμέλησαν και ή αδιαφόρησαν. Παρά ταύτα οι ενάγοντες εξακολουθούν να κατέχουν το διαμέρισμα, καθώς επίσης το εκμίσθωναν έως το 2015. Ο εναγόμενος 1 ακόμα, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν το χρόνο ουσιώδη με την επιστολή τους ημερ. 25/4/2014 και το πωλητήριο έγγραφο δεν τερματίστηκε νόμιμα με την επιστολή 23/6/2014 και ή ο τερματισμός είναι άκυρος και ή παράνομος και δεν παράγει κανένα νομικό αποτέλεσμα. Τέλος, είναι η θέση του πως οι ενάγοντες δεν δικαιούνται στις αξιούμενες αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος 1 εγείρει δε ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων και ζητά δήλωση ότι το πωλητήριο τερματίστηκε ή και έπαψε να ισχύει εξ΄ υπαιτιότητας των εναγόντων, δήλωση ότι η επιστολή των εναγόντων ημερ. 23/6/2014 δεν παράγει κανένα νομικό αποτέλεσμα και ή ο τερματισμός είναι άκυρος και ή παράνομος, ποσό €100.000, πλέον τόκους, που χρεώθηκε ο εναγόμενος από την Τράπεζα Κύπρου συνεπεία κατάπτωσης της εγγυητικής και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ή έξοδα εγγυητικής. Η εναγόμενη 2 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Άνευ βλάβης δε, ισχυρίζεται ότι εάν αποδειχθεί ότι έχει υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο, θα ισχυριστεί ότι το υπέγραψε τυπικά και ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 ήταν τα πρόσωπα που συμφώνησαν ή και πώλησαν το διαμέρισμα στους ενάγοντες ή και είχαν ευθύνη προς αυτούς, κάτι το οποίο οι ενάγοντες γνώριζαν και η εναγόμενη 2 δεν δεσμευόταν από τους όρους του πωλητηρίου. Επίσης είναι η θέση της ότι οι ενάγοντες κωλύονται ή και δεν δικαιούνται ή και δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητούν από την εναγόμενη 2 την εγγραφή ή και μεταβίβαση ή και έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, εφόσον έχουν εισπράξει το ποσό της εγγυητικής. Περαιτέρω, η εναγόμενη 2 ουδεμία ευθύνη φέρει για τη μη μεταβίβαση ή και εγγραφή ή και έκδοση χωριστού τίτλου. Επιπλέον, αρνείται ότι οι ενάγοντες απέστειλαν τις αναφερόμενες επιστολές ή και ότι η εναγόμενη 2 παρέλαβε ή και έλαβε γνώση των επιστολών αυτών και ισχυρίζεται ότι το πωλητήριο ουδέποτε τερματίστηκε ή και τερματίστηκε νομότυπα και οι ενάγοντες παράνομα ή και αδικαιολόγητα ή και κατά παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου προχώρησαν σε είσπραξη του ποσού της εγγυητικής. Άνευ βλάβης δε, αναφέρει ότι εάν οι ενάγοντες αποδείξουν ότι το πωλητήριο τερματίστηκε νόμιμα, τότε δικαιούνται αποζημιώσεις ως ενδιάμεσα οφέλη τα οποία απαιτούν ανταπαιτητικά, εφόσον οι ενάγοντες εξακολουθούν να κατέχουν ή και να απολαμβάνουν το διαμέρισμα το οποίο δεν επέστρεψαν. Σε ότι αφορά τις αξιούμενες αποζημιώσεις, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται ή και δεν νομιμοποιούνται να διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό. Αξιώνουν δε ανταπαιτητικά ποσό €104.224,69, ως το ποσό που εισέπραξαν οι ενάγοντες μέσω της εγγυητικής, ειδικές αποζημιώσεις από 25/6/2014 μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής του διαμερίσματος, ως ενδιάμεσα οφέλη, ως επίσης γενικές ή και επαυξημένες ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις για καταπάτηση ή και παράνομη κατοχή ή και σφετερισμό ακινήτου. Η εναγόμενη 3, πλην της σύναψης της συμφωνίας ημερ. 27/8/2007 μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται και ή δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος, καθότι δεν έχουν συμμορφωθεί με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου, αφού όπως δηλώνουν έχουν εισπράξει το ποσό της εγγυητικής. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η μη έγκαιρη έκδοση του ξεχωριστού τίτλου του διαμερίσματος οφειλόταν σε υπαιτιότητα και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση των αρμοδίων αρχών και ή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Αποτελεί ακόμα θέση της, ότι μετά την αποστολή της επιστολής ημερ. 25/4/2014, οι ενάγοντες επικοινώνησαν μαζί της και την ενημέρωσαν ότι ενδιαφέρονται να πωλήσουν το διαμέρισμα και να μην λάβει υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής και συνεπώς αποποιήθηκαν του δικαιώματος τους να τερματίσουν το πωλητήριο έγγραφο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται ότι κατέστησαν το χρόνο ουσιώδη και ότι το πωλητήριο έχει τερματιστεί νόμιμα. Ο τερματισμός δε του πωλητηρίου είναι άκυρος και ή παράνομος. Εάν όμως οι ενάγοντες αποδείξουν ότι ο τερματισμός είναι νομότυπος και έγκυρος, τότε παράνομα επεμβαίνουν και ή εξακολουθούν να κατέχουν το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο οφείλουν να παραδώσουν στην εναγόμενη 3. Τέλος, η εναγόμενη 3 αρνείται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται ή και νομιμοποιούνται στην αξίωση οποιουδήποτε ποσού, με την ανταπαίτηση τους δε ζητούν διάταγμα με το οποίο ν' αναγνωρίζεται ότι το πωλητήριο δεν έχει τερματιστεί νομότυπα, ποσό €104.224,69 ως το ποσό που εισέπραξαν οι ενάγοντες μέσω της εγγυητικής, γενικές αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή και ή εκμετάλλευση του διαμερίσματος, καθώς επίσης ειδικές αποζημιώσεις ως ενδιάμεσα οφέλη, από 25/4/2014 μέχρι παραδόσεως ελεύθερης της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος. Αυτό είναι θεωρώ το κατάλληλο σημείο, προκειμένου ν' αναφερθεί ότι όλοι οι εναγόμενοι, με δηλώσεις των συνηγόρων τους, έχουν περιορίσει το ύψος των απαιτήσεων τους στο πλαίσιο των ανταπαιτήσεων τους, μέχρι το ποσό των €100.000.-. Οι ενάγοντες με τις απαντήσεις τους στην υπεράσπιση και υπερασπίσεις στην ανταπαίτηση που καταχώρισαν, αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και ζητούν την απόρριψη των ανταπαιτήσεων ως αβάσιμων. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι η εναγόμενη 2 επέδωσε ειδοποιήσεις συνεισφοράς προς τους δύο συνεναγόμενους της, δυνάμει της Δ.10, θ.12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - ότι σε περίπτωση που αποδειχθούν οι ισχυρισμοί των εναγόντων, τότε αξιώνει ότι δικαιούται ν' αποζημιωθεί ή και δικαιούται σε συνεισφορά απ' αυτούς -, ενώ στο πλαίσιο αίτησης της εναγόμενης 2, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για καταχώρηση έκθεσης απαίτησης και υπερασπίσεων από την εναγόμενη 2 και τους εναγόμενους 1 και 3 αντίστοιχα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της εναγόμενης 2 εναντίον των εναγόμενων 1 και 3, η εναγόμενη 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ιδιοκτήτρια οικοπέδου στη Λάρνακα και με γραπτή συμφωνία ημερ. 5/10/2005 συμφώνησε με τους εναγόμενους 1 και 3 την αξιοποίηση του ακινήτου της με την ανέγερση εννέα
(9)διαμερισμάτων. Ως αντάλλαγμα και ή αντιπαροχή της πιο πάνω συμφωνίας, η εναγόμενη 2 θα ελάμβανε τρία διαμερίσματα εκ των εννέα που θα ανεγείρονταν από τους εναγόμενους 1 και
- Κατά ή περί τις 27/8/2007, οι εναγόμενοι 1 και 3 συμφώνησαν την πώληση του διαμερίσματος 101 προς τους ενάγοντες. Η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι στη συμφωνία 27/8/2007 υπέγραψε ως πωλητής του διαμερίσματος, μόνο για το λόγο ότι ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος και ήταν αντιληπτό μεταξύ των εναγόμενων ότι ουδεμία υποχρέωση και ή ευθύνη θα υπείχε για την εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας. Επίσης ισχυρίζεται ότι η έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος ή και εγγραφή ή και μεταβίβαση επ΄ ονόματι των εναγόντων, ήταν ευθύνη ή και υποχρέωση των εναγόμενων 1 και 3, οι οποίοι οφείλουν να αποζημιώσουν ή και να συνεισφέρουν στην έκταση που θα καθορίσει το Δικαστήριο για οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί εναντίον της ή και σε περίπτωση που ευρεθεί ότι η εναγόμενη 2 έχει ευθύνη έναντι των εναγόντων. Γι΄ αυτό αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται να της καταβάλουν εξ΄ ολοκλήρου οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί εναντίον της ή και οποιοδήποτε ποσό καταβάλει στους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι 1 και 3 στις υπερασπίσεις που καταχώρισαν, ισχυρίζονται ουσιαστικά ότι η ευθύνη βαραίνει αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα όλους τους εναγόμενους, αφού με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής, υποχρέωση για τη λήψη μέτρων προς τις αρμόδιες αρχές για έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, είχαν όλοι οι εναγόμενοι και ζητούν την απόρριψη της απαίτησης της εναγόμενης 2 εναντίον τους. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, κατέθεσαν οι δύο ενάγοντες. Για την πλευρά του εναγόμενου 1, κατέθεσαν δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ο Δ. Σιταρένος και ο Γ. Παναγή. Οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν από ένα μάρτυρα. Για την εναγόμενη 2, κατέθεσε ο Ι. Βουβάκος και για την εναγόμενη 3, ο Ν. Αριστοτέλους. Ο ενάγοντας 1 αναφέρθηκε στην αγορά του επίδικου διαμερίσματος δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 27/8/
- Το τίμημα πώλησης ήταν €140.105,32 (Λ.Κ.82.000) και θα πληρωνόταν ως ακολούθως : (α) €1708,60 (Λ.Κ.1000) ως προκαταβολή, (β) €34.172,03 (Λ.Κ.20.000) με την υπογραφή των συμβολαίων και (γ) €104.224,69 (Λ.Κ.61.000) ταυτόχρονα με την παράδοση της κατοχής και χρήσης του διαμερίσματος. Για το τελευταίο ποσό, έλαβαν δάνειο ύψους €104.224,69.-, το οποίο ήταν εγγυημένο με εγγυητική επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου, με ρητή πρόνοια όπως οι εναγόμενοι εγγράψουν το διαμέρισμα επ' ονόματι τους μέχρι 8/9/2008, προθεσμία που αργότερα παρατάθηκε μέχρι τις 8/3/2013 (βλ. τεκμ.10), συμπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο το πωλητήριο έγγραφο. Είχαν συμμορφωθεί με τους όρους αποπληρωμής και κατέβαλαν το συμφωνηθέν ποσό, όμως οι εναγόμενοι κατά παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου και της συμπληρωματικής εγγυητικής επιστολής, δεν προέβησαν στην εγγραφή, μεταβίβαση και έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι τους. Ως αποτέλεσμα της ως άνω παράβασης, η εγγυητική επιστολή κατέπεσε και εισπράχθηκε το ποσό από την Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς αποπληρωμής του δανείου. Λόγω μη τήρησης των όρων της συμφωνίας, αφού παραχώρησαν προθεσμία 1 μηνός και κατέστησαν το χρόνο ουσιώδη, με επιστολή ημερ. 25/4/2014, ακολούθως, με την επιστολή τους 23/6/2014 που εστάλη στις 25/6/2014, τερμάτισαν το πωλητήριο έγγραφο. Σύμφωνα με τον ενάγοντα 1, συνεπεία της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγόμενων, υπέστησαν ζημιές και απώλειες ως εξής:
(1)Απώλεια €35.880,63 (Λ.Κ.21.000), το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο του τιμήματος που κατέβαλαν σύμφωνα με το πωλητήριο,
(2)€5.125,80 που κατέβαλαν ως έξοδα της εγγυητικής και
(3)€8.543.- ως έξοδα και δαπάνες για εξωραϊσμό και βελτίωση του διαμερίσματος. Οι εναγόμενοι δε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις των εναγόντων και των δικηγόρων τους, αμελούν και αρνούνται να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Κατά την κυρίως εξέταση του, κατατέθηκαν 7 συνολικά τεκμήρια. Η γραπτή του κατάθεση, σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι η εγγυητική δόθηκε σαν εξασφάλιση, προκειμένου να μπορέσουν πάρουν δάνειο και ότι χρεώθηκε ο λογαριασμός των εναγόμενων 1 για το ποσό των €104.000 και δόθηκε η εγγυητική προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων, από το οποίο θα έκανε το δάνειο η ενάγουσα
- Ως αναφέρεται και στο συμβόλαιο, τα έξοδα της εγγυητικής, των δυο πρώτων ετών, θα τα πλήρωνε ο ίδιος και μετά ανέλαβαν να πληρώσουν τα έξοδα οι εναγόμενοι 1, τα οποία και πλήρωναν. Η εγγυητική ανανεωνόταν, για ν' αποτελεί εξασφάλιση του δανείου. Όσον αφορά την ημερομηνία 8/9/2008, ανέφερε ότι αυτή είναι η ημερομηνία που έληγε η εγγυητική και που έπρεπε ν' ανανεωθεί και δεν αφορά την ημερομηνία που θα έπρεπε να τους μεταβιβάσουν με βάση το συμβόλαιο. Στο συμβόλαιο δεν γράφει ημερομηνία που θα εγγράψουν το διαμέρισμα οι εναγόμενοι. Επίσης δεν ήταν όρος ότι θα τους εγγράψουν το διαμέρισμα μέχρι 8/3/2013 και ανέφερε ότι ζητήθηκε η μεταβίβαση. Ως προς το λόγο που τους οδήγησε να πάνε να πάρουν τα λεφτά της εγγυητικής, είπε ότι ζητήθηκε η εγγυητική διότι το διαμέρισμα δεν τιτλοποιείτο. Διαφώνησε ότι το έκαναν γιατί δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους στην τράπεζα, καθώς επίσης ότι τον κάλεσε ο εναγόμενος να πάνε στην τράπεζα για ανανέωση της εγγυητικής και ο ίδιος πήγε από μόνος του και πήρε τα λεφτά για να εξοφλήσει το δάνειο του. Ανέφερε ότι ζήτησε τον τίτλο κατ' επανάληψη, τον οποίο δεν μπορούσαν να παραδώσουν. Ήταν η θέση του ότι, από την στιγμή που πήραν ένα διαμέρισμα, το οποίο εξόφλησαν πλήρως και περίμεναν τον τίτλο και οι εναγόμενοι δεν ήταν σε θέση να τον παραδώσουν, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και συνεχή επικοινωνία, τότε ζητήθηκε η εγγυητική. Εφόσον πέρασε και το 2013 και δεν πήρε τίτλο, ζήτησε την εγγυητική. Η εγγυητική πληρώθηκε στις 15/4/
- Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση αν εκδόθηκε τίτλος και σε ποιόν. Επίσης, διαφώνησε ότι ψεύδεται και ότι του έχει λεχθεί επανειλημμένα αυτό το πράγμα από τους εναγόμενους. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι κρατά το κλειδί του διαμερίσματος μέχρι σήμερα, όμως διαφώνησε ότι το εκμεταλλεύεται και ότι το ενοικίαζε. Ως ανέφερε, το διαμέρισμα παραμένει κλειστό, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τέλος, ερωτώμενος αν έχει το πωλητήριο έγγραφο σε ισχύ και κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, ανέφερε ότι το πωλητήριο έχει τερματιστεί, όμως υπάρχει μια διαφορά με τους εναγόμενους και από τη στιγμή που δεν έχει ολοκληρωθεί το συγκεκριμένο θέμα, το πωλητήριο έγγραφο υπάρχει. Η ενάγουσα 2, κατ' αρχήν κατέθεσε την γραπτή δήλωση που έχει ετοιμάσει (βλ. τεκμήριο 8). Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η συμφωνία δανείου με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων, καταρτίστηκε από την ίδια προσωπικά και κατά τη σύναψη του δανείου, συμφωνήθηκε η παραχώρηση τραπεζικής εγγύησης από τους εναγόμενους 1, για εξασφάλιση του δανείου. Ως ανέφερε, το δάνειο ήταν πάντα εξυπηρετούμενο, όπως φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
- Όταν παραχωρήθηκε η αρχική εγγυητική, με οδηγίες που οι εναγόμενοι έδωσαν στην Τράπεζα και τις οποίες αποδέχτηκαν, καθορίστηκε ως χρόνος έκδοσης χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας η 8/9/2008, η οποία ακολούθως, με τη συγκατάθεσή τους, παρατείνετο και με την αίτηση τροποποίησης που υπέβαλαν οι εναγόμενοι την 2/4/2012, καθορίστηκε ως ημερομηνία έκδοσης ξεχωριστού τίτλου εγγραφής η 8/3/2013 (βλ. τεκμ.10), συμπληρώνοντας με αυτό το τρόπο το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 27/08/
- Όταν ακολούθως προχώρησαν στον τερματισμό της συμφωνίας ημερ. 27/8/2007, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 23/6/2014, τα κλειδιά του διαμερίσματος ήταν πάντα στη διάθεση των εναγόμενων. Οι ίδιοι προχώρησαν σε διακοπή ρεύματος και νερού (βλ. τεκμ.11) και καμία εκμετάλλευση και όφελος είχαν από το διαμέρισμα, το οποίο ουδέποτε χρησιμοποίησαν, ούτε το αξιοποίησαν με οποιοδήποτε τρόπο προς όφελος τους. Επιπρόσθετα, στο διαμέρισμα είχαν τοποθετήσει εξοπλισμό, για το συνολικό ποσό Λ.Κ.205,67 (€351.47), που έχει παραμείνει στο διαμέρισμα και το επωφελούνται οι εναγόμενοι και το διεκδικούν (βλ. τεκμ.12). Περαιτέρω, είχαν προβεί και σε επιπρόσθετες κατασκευές, που παρέμειναν στο διαμέρισμα, αλλά δεν έχουν εξευρεθεί οι σχετικές αποδείξεις και δεν τα διεκδικούν. Επιπρόσθετα προς τα ανωτέρω, αξιώνονται και τα ποσά που έχουν καταβάλει για τις ανανεώσεις της εγγυητικής ήτοι €3,451 (Λ.Κ.2.020). Γι' αυτό με την αγωγή τους διεκδικούν €35.880 (Λ.Κ.21.000) πλέον νόμιμο τόκο από τον τερματισμό του πωλητηρίου και/ή την καταχώρηση της αγωγής, πλέον €3,451 (Λ.Κ.2,020) για τα έξοδα εγγυητικής και ευρώ €351.47 (Λ.Κ.205,67) δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον νόμιμο τόκο και δικηγορικά έξοδα. Σε σχέση με τη θέση των εναγόμενων 1 στην υπεράσπιση τους, ότι έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα το 2014, η μάρτυρας παρουσίασε επιστολή του Κτηματολογίου ημερ.19/2/2015 (τεκμ.13), η οποία τους έχει κοινοποιηθεί. Η επιστολή απευθύνεται στους εναγόμενους 2 και σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι για να μπορέσουν να προχωρήσουν με την εξέταση της αίτησης τους, θα πρέπει να προβούν σε υλοποίηση της αντιπαροχής. Αντεξεταζόμενη, συμφώνησε ότι είχαν αναλάβει και πλήρωναν τα έξοδα της εγγυητικής τα δύο πρώτα χρόνια και για τα υπόλοιπα χρόνια ανέλαβαν να πληρώνουν οι εναγόμενοι. Συμφώνησε επίσης ότι η ίδια ήταν συνεπής με την τράπεζα (βλ. τεκμ.9) και επίσης, οι εναγόμενοι 1 ήταν συνεπείς με την καταβολή των εξόδων και την ανανέωση της εγγυητικής. Ακολούθως, ανέφερε ότι δεν ειδοποιήθηκε από την τράπεζα ότι σταματά την εγγυητική και σ' ερώτηση αν μπορούσε η εγγυητική να συνεχίσει ν' ανανεώνεται από το 2013, απάντησε ως εξής: «Κύριε, η εγγυητική αυτή θα μπορούσε να ανανεώνεται, όμως είχαμε χάσει την εμπιστοσύνη μας προς τους «A. Ioannou & G. Panayi». Συγγενικά μας άτομα αγόρασαν διαμερίσματα πολύ αργότερα από εμάς και είχαν εκδοθεί τίτλοι. Εμείς δεν είχαμε καμία ενημέρωση, καμία επαφή μαζί τους, είχαμε οικονομικά προβλήματα. Τα γραφεία τους στη Φανερωμένη που είχαμε επισκεφθεί είχαν κλείσει. Ένα με δύο άτομα που μιλούσαμε είχαν έννοια και εγώ ήμουν αυτή που είχα συνάψει το δάνειο, ανησυχούσα παρά πολύ και έκανα χρήση του νόμιμου δικαιώματος το όποιο είχαν οι Αιτητές υπογράψει να εκτελέσει την εγγυητική. Δεν βλέπω κάτι το μεμπτό σε αυτό που έκανα.» Η εγγυητική εκτελέστηκε με δικές της οδηγίες, με αποτέλεσμα να εξοφληθεί το δάνειο της και να χρεωθεί ο λογαριασμός των εναγόμενων 1 με το ποσό των €140.000.-. Ως προς την αναφορά της ότι ο χρόνος μεταβίβασης του διαμερίσματος ήταν 8/9/2008, ανέφερε ότι ήταν όρος της συμφωνίας. Στη συνέχεια, είπε ότι δεν γράφει αυτό το πράγμα στο πωλητήριο, αλλά η εγγυητική επιστολή είναι συνέχεια του πωλητηρίου εγγράφου. Σ' ερώτηση πως γίνεται εφόσον ήταν όρος η μεταβίβαση να γίνει 8/9/2008, στη συνέχεια ν' ανανεωθεί για μια πενταετία ήτοι μέχρι το 2013, ουσιαστικά ανέφερε ότι είχαν συμφωνήσει με την άλλη πλευρά ότι το 2013 θα εκδοθούν οι τίτλοι. Σε υποβολή ότι «.έτσι σας ήρθε, συμφωνήσατε με τον άνδρα σου και είπετε «εμείς δεν θα περιμένουμε την έκδοση των τίτλων, όπως λέει το πωλητήριο μας» και το 2013 που μόνοι σας αποφασίσετε να πάτε να τερματίσετε την εγγυητική, ούτως ώστε το δάνειο σου να εξοφληθεί και να χρεωθεί ο λογαριασμός των Εναγομένων», η μάρτυρας έδωσε καταφατική απάντηση και διερωτήθηκε αν υπάρχει κάτι παράνομο σ' αυτό. Αναφορικά με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 25/4/2014 (βλ. τεκμ.4), με την οποία ζητήθηκε από τους εναγόμενους να τους μεταβιβάσουν εντός ενός
(1)μηνός, της τέθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει μεταβίβαση σε καμία περίοδο μετά το 2013, γιατί το τίμημα δεν πληρώθηκε, αφού χρεώθηκαν οι εναγόμενοι €140.000.-. Η απάντηση της ήταν ότι αποτάθηκαν σε δικηγόρους για να τους συμβουλέψουν πώς να χειριστούν την υπόθεση, ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι θα μπορούσαν να δώσουν πίσω τα λεφτά και να πάρουν τον τίτλο. Η μάρτυρας ανέφερε ότι μετά τον τερματισμό, δεν απέσυραν το πωλητήριο από το Κτηματολόγιο, αλλά δεν είχαν κάποιο όφελος. Τότε της τέθηκε ότι λέει ψέματα, αφού το έγγραφο χρησιμοποιήθηκε το 2021 στην αίτηση Α.Ε.Α ../21, την οποία έκανε με το σύζυγο της. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η ίδια δεν γνωρίζει και δεν είχε πάει στο Κτηματολόγιο. Ο σύζυγός της είχε μιλήσει με κάποιους ένοικους αγοραστές που είχαν καταφύγει και εκείνοι στο Α.Ε.Α. για να εξασφαλίσουν τίτλο, γιατί η πολυκατοικία είχε παρά πολλά προβλήματα. Ο σύζυγος της ίσως κατέφυγε στο Α.Ε.Α. Είναι σε μια δικαστική διαμάχη πολλών χρόνων, δεν έβλεπαν φως στο τούνελ και ήθελαν να τερματιστεί αυτή η διαφορά. Όταν στη συνέχεια της αναφέρθηκε ότι η αίτηση υποβάλλεται και από τους δύο αγοραστές και υπόγραψε και η ίδια, απάντησε ότι προσπαθούσαν να βρουν μια λύση γιατί το θέμα χρόνιζε. Επίσης είπε ότι δεν ενημέρωσαν το Κτηματολόγιο, κατά την κατάθεση της αίτησης τους, ότι είναι στο Δικαστήριο για να πάρουν τα λεφτά τους και ότι είχαν τερματίσει το πωλητήριο, αλλά δεν γνωρίζει τις διαδικασίες. Όπως ανέφερε, δεν παρέδωσε το κλειδί του διαμερίσματος στους εναγόμενους, γιατί κανένας δεν επικοινώνησε μαζί της για να το παραδώσει. Δεν θα το άφηνε στην πόρτα, ούτε θα το πετούσε. Το διαμέρισμα από τότε που ακυρώθηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τους ίδιους και το έχουν αποδείξει με τις αποδείξεις από την Αρχή Ηλεκτρισμού και Υδατοπρομήθειας. Σε άλλη ερώτηση, είπε ότι το κλειδί είναι στην κατοχή της, γιατί είναι σε μια δικαστική διαμάχη, εκδικάζεται και αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι έλαβαν πληροφόρηση από οποιονδήποτε για την έκδοση του τίτλου το
- Επίσης, τέλος, ανέφερε ότι διέμεναν στο συγκεκριμένο διαμέρισμα μέχρι τον Ιούνιο του 2013 και το είχαν ενοικιάσει για λίγους μήνες, ήτοι από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι τον Νοέμβριο του
- Δεν υπήρξε άλλη εκμετάλλευση του, πέραν των εν λόγω ημερομηνιών. Ο Σιταρένος είναι υπεύθυνος στο Τμήμα Εγκλωβισμένων Αγοραστών στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και αναφέρθηκε στο φάκελο ΑΕΑ ./
- Στο φάκελο του υπάρχει το πωλητήριο έγγραφο τεκμ.2, το οποίο έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο στις 8/9/2007 (ΠΩΕ../2007 - βλ. τεκμ.14) και το οποίο δεν έχει αποσυρθεί και ευρίσκεται σε ισχύ. Ως ανέφερε, κατέληξε κοντά του το έγγραφο, για να μπει στο φάκελο αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή, για να προχωρήσουν στην διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου στον αγοραστή. Ο φάκελος δε ανοίχθηκε, για να κάνουν αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή, οι αγοραστές του τεκμηρίου
- Επίσης, ανέφερε ότι στο φάκελο υπάρχουν οι αποδείξεις τεκμ.6, δηλαδή προκαταβολής και εξόφλησης για την αγορά του διαμερίσματος. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι αναγνώρισε τα έγγραφα που του έχουν υποδειχθεί και έχει γνώση σε σχέση με αυτά, ως υπάλληλος του Κτηματολογίου. Ο Παναγή, διευθυντής της εναγόμενης 1, η οποία ευρίσκεται υπό εκκαθάριση, μέσω της γραπτής δήλωσης που κατέθεσε (τεκμ. 15), αναφέρθηκε κατ' αρχήν στη συμφωνία αντιπαροχής που υπεγράφη μεταξύ των εναγόμενων 1, 2 και 3 (τεκμ.16). Η εναγόμενη 2, ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου οικοπέδου στη Λάρνακα, συμφώνησε να το παραχωρήσει στις εναγόμενες 1 και 3 για την ανέγερση συγκροτήματος διαμερισμάτων. Σύμφωνα δε με το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 27/8/2007 (τεκμ.2), οι εναγόμενες συμφώνησαν να πωλήσουν στους ενάγοντες το διαμέρισμα αρ.101 και με βάση τους όρους του πωλητηρίου, οι εναγόμενοι ανέλαβαν να διευθετήσουν και παραδώσουν εγγυητική επιστολή που να καθιστά τους Ενάγοντες δικαιούχους του ποσού των Λ.Κ. 61.000.- ήτοι €104.310.-. Οι Ενάγοντες έναντι του τιμήματος πώλησης πλήρωσαν το ποσό των ΛΚ 1.000.- της προκαταβολής και το ποσόν των ΛΚ 20.000.- με την υπογραφή των συμβολαίων, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ.61.000.-, η Ενάγουσα 2 πήρε δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων ύψους ΛΚ.61.000.- και η Εναγόμενη 1 παρέδωσε εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των ΛΚ.61.000 - πλέον τόκους, προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων για εξασφάλιση του δανείου της Ενάγουσας
- Σύμφωνα με το μάρτυρα, το διαμέρισμα παραδόθηκε στους ενάγοντες αρχές Νοεμβρίου του 2007 και το κατέχουν και το εκμεταλλεύονται μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια, αναφέρεται στις διαδικασίες που έγιναν για έκδοση τίτλων και στις οχλήσεις που έγιναν από μέρους τους στο Κτηματολόγιο. Για τις διαδικασίες είχε ενημερώσει τον ενάγοντα
- Το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης εκδόθηκε στις 27/12/2013 (τεκμ.17) και τα δικαιώματα του Κτηματολογίου για έκδοση των τίτλων πληρώθηκαν στις 18/2/2014 (τεκμ.18). Ο τίτλος του διαμερίσματος εκδόθηκε την 01/08/16 (τεκμ.19). Αποτελεί θέση του ότι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα μόλις εκδοθούν οι τίτλοι και ουδέποτε συμφώνησαν, ούτε υποσχέθηκαν ότι ο χρόνος μεταβίβασης θα ήταν ο χρόνος που κατά καιρούς ανανεωνόταν η εγγυητική. Η εγγυητική συνιστούσε εγγύηση του δανείου της ενάγουσας 2 και θα συνέχιζε ν' ανανεώνεται μέχρι την έκδοση τίτλων. Η εγγυητική ανανεώθηκε για 6 συνεχή χρόνια και όπως ανέφερε η ίδια η ενάγουσα 2, θα μπορούσε να συνεχίσει η ανανέωση, όμως οι ενάγοντες αποφάσισαν από μόνοι τους να μην την ανανεώσουν και να την εξαργυρώσουν. Και ενώ η ενάγουσα 2 εξαργύρωσε την εγγυητική και εισέπραξε την 15/04/13 το ποσό των €139.948, τους κάλεσε αρχικά την 25/4/2014 να τους μεταβιβάσουν σ' ένα μήνα από την επιστολή αυτή και μετά τερμάτισε το πωλητήριο με την επιστολή 23/6/
- Δεν ήταν δυνατόν να τους μεταβιβάσουν, όταν κατ' ουσία δεν πλήρωσαν κανένα ποσό έναντι της τιμής πώλησης και εισέπραξαν όλο το τίμημα πώλησης, το οποίο όπως ισχυρίζονται πλήρωσαν. Επίσης, ενώ οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν το πωλητήριο, μέχρι σήμερα κατέχουν τα κλειδιά και διατηρούν το πωλητήριο κατατεθειμένο και σε ισχύ. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η συμπεριφορά των εναγόντων τους προκάλεσε ζημιές και απώλειες, τις οποίες αξιώνουν ανταπαιτητικώς και το πωλητήριο τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας των εναγόντων, οι οποίοι το τερμάτισαν μονομερώς και ετσιθελικά. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι στο πωλητήριο έγγραφο τεκμήριο 2, δεν έχει επισυναφθεί οποιαδήποτε συμφωνία του με τους υπόλοιπους εναγόμενους. Σε άλλο σημείο, αναγνώρισε την άδεια οικοδομής που έχει εκδοθεί αναφορικά με την ανέγερση της πολυκατοικίας (τεκμ.20), ενώ ερωτώμενος για το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης τεκμ.17 και συγκεκριμένα σε τι συνίστατο η αναφερόμενη «προσθήκη», απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σε σχέση με την ημερομηνία 8/9/2008 που αναγραφόταν στην αρχική εγγυητική και θα έπρεπε να εκδοθεί ο τίτλος, ανέφερε ότι αυτοί είναι οι όροι της εγγυητικής και πάντα ο όρος όλων των εγγυητικών είναι να εγγραφεί το ακίνητο. Η ημερομηνία μπαίνει, δεν καθορίζει όμως την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου, για τον λόγο ότι δεν είναι δική τους αρμοδιότητά να βγάλουν τον τίτλο, αλλά των Αρμόδιων Αρχών του Κράτους. Με βάση το πωλητήριο έγγραφο, τα δύο πρώτα χρόνια θα πλήρωναν οι αγοραστές τις εγγυητικές και τα υπόλοιπα χρόνια θα πλήρωναν οι ίδιοι. Μέχρι το 2013 που έγινε η απαίτηση (της εγγυητικής), πλήρωναν την εγγυητική. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι το 2007 το διαμέρισμα ήταν τελειωμένο και μπήκαν μέσα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν εξέδωσαν τίτλο για τα επόμενα 6 χρόνια, γιατί δεν έχουν σχέση με την έκδοση του τίτλου. Η δική τους υποχρέωσή είναι να καταθέσουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία στις Αρμόδιες Αρχές και είναι θέμα των Αρμόδιων Αρχών πώς και ποτέ θα προχωρήσουν με την έκδοση των τίτλων. Ανέφερε όμως πως δεν θυμάται πότε υπόβαλαν όσα έπρεπε, προκειμένου να εκδοθούν οι άδειες, διότι δεν έχει κάτι μπροστά του. Ακολούθως, πέραν του ότι το 2012 έγινε κάποια προσθήκη στην πολυκατοικία (βλ.τεκμ.17), η οποία επανέλαβε πως δεν γνωρίζει τι ακριβώς ήταν, δεν συμφώνησε ότι δεν έκαναν σωστές δουλειές και γι' αυτό δεν έβγαιναν οι τίτλοι. Όταν δε του τέθηκε ότι από την επιστολή του Κτηματολογίου ημερ.19/2/2015 (τεκμ.13), προκύπτει ότι δεν πήγαν να υλοποιήσουν την αντιπαροχή για να εκδοθούν οι τίτλοι, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ της συμφωνίας αντιπαροχής και της έκδοσης των τίτλων. Έγιναν όλες οι απαραίτητες ενέργειες και οι τίτλοι εκδόθηκαν 6/7/2016 (βλ. τεκμ.19). Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι πήγαινε προσωπικά στο Κτηματολόγιο, όπως και οι συνεργάτες του, για το θέμα του τίτλου, μετά την έκδοση των τελικών εγκρίσεων. Σε υποβολή ότι ουδέποτε τηλεφώνησε στον ενάγοντα 1 για να υπογράψουν στην τράπεζα για την ανανέωση της εγγυητικής και η απάντηση που του έδωσε ο τελευταίος ήταν «μην με ενοχλείς παίζω πιλόττα», απάντησε ότι είναι πολύ χτυπητή κουβέντα και το είχε 10 χρόνια μέσα του και έπρεπε να το πει. Όταν του τέθηκε δε, ότι ο όρος 9 της συμφωνίας που αναφέρεται στη μεταβίβαση του διαμερίσματος, έχει συμπληρωθεί με την εγγυητική επιστολή τεκμ.3 και την τροποποίηση της τεκμ.10, απάντησε ότι αυτό είναι λάθος και ότι τα συμβόλαια που υπέγραψαν είναι εκεί. Ακολούθως, σ' ερώτηση τι έκανε όταν παρέλαβε την επιστολή με την οποία τον καλούσαν να μεταβιβάσει το ακίνητο εντός ενός μηνός (βλ. τεκμ.4), απάντησε ότι από τη στιγμή που τους πλήρωσε το δάνειο, δεν θα προχωρούσε να τους μεταβιβάσει τον τίτλο. Σε διάφορες υποβολές που του τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων, επανέλαβε τις θέσεις του. Ως ανέφερε, τα προβλήματα που υπήρχαν στην οικοδομή τα είχαν επιλύσει και γι' αυτό βγήκαν οι τίτλοι. Ανέφερε επίσης ότι τερματισμός της συμφωνίας δεν υπήρξε και πρόσθεσε ότι το συμβόλαιο είναι σήμερα κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο, ενώ διερωτήθηκε πως το έχουν τερματίσει, αφού το 2021 έκαναν αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή. Σε άλλο σημείο δε, είπε ότι είχε ζητήσει τα κλειδιά του διαμερίσματος για να το πωλήσει και να μειώσουν τη ζημιά που είχαν και αρνήθηκε ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Κατά την αντεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγόμενης 2, ανέφερε ότι το τίμημα πώλησης εισπράχθηκε από την εταιρεία τους και η εναγόμενη 2 δεν έλαβε κάποιο ποσό, ενώ η εγγυητική εκδόθηκε από την εταιρεία τους. Η εναγόμενη 2 είναι η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου και υπάρχει άλλη συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ των εναγόμενων (βλ. τεκμ.16). Η εναγόμενη 2 δεν έχει παραβιάσει οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας τεκμ.16 και δεν υπήρξε κάποια καθυστέρηση αναφορικά με ενέργειες που θα έπρεπε να είχε κάνει η εναγόμενη
- Ανέφερε επίσης ότι η εναγόμενη 2 δεν ήταν υπεύθυνη για την ανέγερση των διαμερισμάτων και υπεύθυνοι ήταν οι άλλοι δύο συμβαλλόμενοι. Τέλος, είπε ότι τα έξοδα για την έκδοση των αιτούμενων αδειών, πληρώθηκαν από την εναγόμενη 2 (βλ. τεκμ.18). Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης
- Ο Βουβάκος, διευθυντής της εναγόμενης 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατά την κυρίως εξέταση του (βλ. την κατάθεση του τεκμ.21), αναφέρθηκε στη συμφωνία ημερ. 5/10/2005 με τους εναγόμενους 1 και 3, για αξιοποίηση ακινήτου της εναγόμενης 2 στη Λάρνακα, με την ανέγερση 9 διαμερισμάτων (βλ. τεκμ.16) και στη συνέχεια, στη συμφωνία ημερ.27/8/2007 (τεκμ.2). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η τελευταία αυτή συμφωνία καταρτίστηκε από τους εναγόμενους 1 και 3, ενώ η εναγόμενη 2 αναγράφηκε και υπέγραψε ως πωλητής του διαμερίσματος λόγω του ότι ήταν ιδιοκτήτρια του κτήματος και προκειμένου να μπορεί να κατατεθεί η συμφωνία στο Κτηματολόγιο. Ήταν αντιληπτό μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 3, αλλά και των Αγοραστών/Εναγόντων, ότι ουδεμία υποχρέωση και ευθύνη θα υπείχε η Εναγόμενη 2 για την εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας. Η Εναγόμενη 2 δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη σχέση με τους Ενάγοντες ή είχε ευθύνη προς τους Ενάγοντες, κάτι το οποίο οι Ενάγοντες γνώριζαν κατά την υπογραφή του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου. Επίσης, η εναγόμενη 2 κανένα ποσό δεν θα λάμβανε, όπως και δεν έλαβε. Με βάση τους όρους της συμφωνίας αντιπαροχής, αλλά και της συμφωνίας ημερομηνίας 27/8/2007, η έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος, αλλά και η εγγραφή και η μεταβίβαση του επ' ονόματι των εναγόντων ήταν ευθύνη και υποχρέωση των Εναγόμενων 1 και
- Η μεταβίβαση του ακινήτου με βάση τον όρο 9 της συμφωνίας ημερομηνίας 27/8/2007, θα γινόταν με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε διαμέρισμα και εφόσον οι Ενάγοντες έχουν εκπληρώσει όλες τους τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία. Επίσης αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έλαβε για την παραχώρηση της εγγυητικής και στην εξαργύρωση της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι ενάγοντες έλαβαν κατοχή του διαμερίσματος το 2007 και έχουν την κατοχή μέχρι σήμερα. Ο ίδιος προσωπικά, από το 2007, είχε συχνή επικοινωνία με τον Ενάγοντα 1 για θέματα διαχείρισης της πολυκατοικίας και ουδέποτε τον ενημέρωσε (ο τελευταίος) ότι δεν κατέχει ή δεν επιθυμεί την κατοχή του ακινήτου, καθώς επίσης ουδέποτε του ανέφερε ότι είναι πρόθυμος ή ότι επιθυμεί την παράδοση του ακινήτου στους Εναγόμενους. Αποτελεί δε θέση του, ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται ν' αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό. Σε ότι αφορά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, αναφέρθηκε στο ενδιαφέρον του για την έκδοση των τίτλων και στις ενέργειες που προέβη, με τη βοήθεια και της εναγόμενης
- Επίσης η εναγόμενη 2, από το 2007 μέχρι και την έκδοση των τίτλων, προχωρούσε σ' εξόφληση των φορολογιών που ελάμβανε επ'ονόματι της, ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Περί τον Ιούλιο του 2013 δε, τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι κάτοχοι και ή δικαιούχοι στην έγγραφή των διαμερισμάτων, πλην των Εναγόντων, κατέβαλαν για το κάθε διαμέρισμα ποσό εκ €300 προς ολοκλήρωση των ενεργειών της Πυροσβεστικής, με σκοπό την έκδοση της τελικής έγκρισης και την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Το ποσό που αναλογούσε στο μερίδιο των Εναγόντων για την πιο πάνω ενέργεια, καταβλήθηκε από την Εναγόμενη
- Συνέπεια των πιο πάνω ενεργειών, ήταν η έκδοση του πιστοποιητικού εγκρίσεως (Τεκμήριο 17) και η κατάθεση όλων των εγγράφων για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο Λάρνακας περί τις 18/2/2014 (Τεκμήριο 18). Περί τις 6/7/2016 εκδόθηκαν οι ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας των εννέα διαμερισμάτων επ' ονόματι του (βλ. τεκμ. 19 που αφορά το επίδικο διαμέρισμα), ενώ περί το 2018, μετά από ενέργειες που έκανε για την εκτέλεση της συμφωνίας αντιπαροχής ημερομηνίας 5/10/2005, οι τίτλοι ιδιοκτησίας είχαν μεταβιβαστεί στους Εναγόμενους 1 και 3, όπως προέβλεπε η εν λόγω συμφωνία. Ως ανέφερε επίσης, ήταν τόσες οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε με τη στάση και την αδράνεια των Εναγόμενων 1, που και ο ίδιος αναγκάστηκε να καταφύγει στην διαδικασία των εγκλωβισμένων αγοραστών έτσι ώστε να εκτελεστεί η συμφωνία ημερομηνίας 5/10/
- Για τους ενάγοντες δε, είπε ότι η όλη στάση τους ήταν περίεργη από τότε, δηλαδή από το
- Ενώ ήξεραν ότι είχε ξεκινήσει η διαδικασία έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, αυτοί επέλεξαν να εξαργυρώσουν την τραπεζική εγγυητική επιστολή και να τερματίσουν, όπως ισχυρίζονται, περί το 2014 τη συμφωνία. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι στη συμφωνία τεκμήριο 2, δεν υπάρχει όρος που ν' αναφέρει ότι η εναγόμενη 2 υπογράφει μόνον σαν ιδιοκτήτης και ότι δεν έχει σχέση, όπως επίσης συμφώνησε ότι το θέμα του διαμοιρασμού των χρημάτων αφορούσε τους εναγόμενους και όχι τους ενάγοντες. Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποια ήταν η ευθύνη της εναγόμενης 3 ή αν είχε οικονομική σχέση με την πώληση του διαμερίσματος. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι ο ίδιος θα έπαιρνε τρία διαμερίσματα και οι άλλοι θα έπαιρναν έξι. Ως προς το ότι η εγγυητική έχει δοθεί για τις υποχρεώσεις και των τριών εναγόμενων, είπε ότι είναι κατανοητό, διότι στο συμβόλαιο είναι και οι τρείς. Πρόσθεσε όμως, ότι δεν είδε ποτέ την εγγυητική και δεν γνώριζε ότι αναφερόταν το όνομα της εταιρείας του σ' αυτήν, ούτε είχε σχέση με την εγγυητική. Σε υποβολή δε ότι λέει ψέματα, ότι δεν τον αφορούσε η εγγυητική, αφού εγγυάτο τις υποχρεώσεις τους για έκδοση τίτλου και μεταβίβαση του ακινήτου, απάντησε ότι δεν λέει ψέματα και είναι αυτός που έτρεξε για να μπορέσουν να εκδώσουν τίτλους, λόγω του ότι οι εναγόμενοι 1 είχαν τα προβλήματα τους. Τα τρία διαμερίσματα που έλαβε από την αντιπαροχή, τα είχε πωλήσει σε ανθρώπους δικούς του και ένιωθε ότι έπρεπε να τρέξει για να βοηθήσει να εκδοθούν οι τίτλοι και γι' αυτό κάλεσε τον Νίκο Αριστοτέλους να τον βοηθήσει, για να γίνουν όλες οι ενέργειες προκειμένου να φέρουν εις πέρας την πολυκατοικία. Οι μόνοι που δεν συνεργάζονταν ήταν οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν είχαν πληρώσει κανένα ποσό, ούτε για φορολογίες δικές τους (σκύβαλα, φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας, κτηματικός φόρος, κοινόχρηστα), τις οποίες πλήρωσαν μαζί με τον εναγόμενο
- Τηλεφωνούσε συνεχώς στον ενάγοντα 1 και αρνείτο να πληρώσει, ενώ όλοι οι άλλοι πελάτες είχαν πληρώσει. Ως ανέφερε, δεν έχει μαζί του οιεσδήποτε αποδείξεις για να παρουσιάσει και μπορεί να τις φέρει άλλη μέρα. Σε σχέση με την επιστολή τερματισμού, ανέφερε ότι δεν θυμάται να του έχει κοινοποιηθεί οτιδήποτε για τερματισμό. Αναφορικά τώρα με τη θέση που του τέθηκε, ότι μέχρι το Φεβρουάριο του 2015 που του εστάλη η επιστολή του Κτηματολογίου τεκμήριο 13, η αίτηση για έκδοση τίτλων δεν προχωρούσε όχι για μη πληρωμή φόρων ή δικαιωμάτων, αλλά διότι δεν υλοποιήθηκε η αντιπαροχή, ανέφερε πως είχε κάνει όλες τις ενέργειες και πιστεύει ότι ο λόγος που δεν είχε υλοποιηθεί η αντιπαροχή, ήταν λόγω των Eναγόμενων 1, διότι είχαν κάποια προβλήματα απ' ότι είχαν ακούσει. Εξ' ου και η εταιρεία του κατέφυγε μετά στη διαδικασία του Α.Ε.Α, για να μπορέσει να υλοποιηθεί η αντιπαροχή. Επίσης, για το ότι οι τίτλοι εκδόθηκαν το 2016, ανέφερε ότι υπήρχαν κάποιες διαδικασίες που έπρεπε να γίνουν και υπήρξε μία ελαφρά τροποποίηση των σχεδίων. Λέει ελαφρά, διότι εξ' όσων θυμάται, μιλούμε για δύο τοίχους στο ισόγειο, για να βολευτούν κάποιοι επιπρόσθετοι χώροι στάθμευσης. Δηλαδή δεν είχαν χτιστεί δύο τοιχάκια, αλλά έπρεπε να πάνε πίσω στο Δημαρχείο για τροποποίηση σχεδίων και δυστυχώς είναι χρονοβόρες οι διαδικασίες. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης 1, ανέφερε ότι η τελευταία, από το 2007 που είχε ολοκληρωθεί η πολυκατοικία και για 3-4 χρόνια, δεν είχαν καμία θέληση στο να προχωρήσουν στις ενέργειες που έπρεπε για να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Αυτό το έχει πει στη δικηγόρο του και υπάρχει και η ανταπαίτηση. Σε υποβολή ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε κάποιο πρόβλημα την περίοδο που αναφέρει, απάντησε ότι εξ' όσων γνωρίζει, δεν είχαν γίνει οι ενέργειες που έπρεπε για να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι. Τέθηκε στο μάρτυρα, με παραπομπή στις 2 τελευταίες γραμμές της παραγράφου 7 του τεκμηρίου 16, ότι το θέμα της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής ήταν δικές του υποχρεώσεις και όχι της εναγόμενης
- Ως ανέφερε, η δική του υποχρέωση ήταν να τους εκδώσει την πρώτη άδεια οικοδομής, την οποία τους είχε παραδώσει, πληρωμένη, για ν' αρχίσουν εργασίες. Μετά είχαν κάνει αλλαγές οι εναγόμενοι 1, γιατί είχαν πουλήσει σε κάποιους οι οποίοι ήθελαν να κάνουν αλλαγές στον χώρο στάθμευσής τους. Ο ίδιος δεν είχε ζητήσει αλλαγές. Τις αλλαγές τις είχαν ζητήσει οι πελάτες των Eναγόμενων 1 και είχαν την υποχρέωση να διορθώσουν την άδεια οικοδομής. Ακολούθως, πρόσθεσε ότι η υποχρέωση για την έκδοση των ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, ήταν των Eναγόμενων 1 και 3 και όχι δική του. Και τελείωσε, λέγοντας ότι η Eναγόμενη 1 δεν έχει πληρώσει ούτε €
- Εκεί που χρειαζόταν για να εκδώσουν τροποποιητική άδεια και τελική έγκριση και να καταθέσουν αίτηση στο Κτηματολόγιο για έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, δεν τους έχουν δώσει ούτε €1, ενώ ήταν αποκλειστική υποχρέωσή τους. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης
- Ο Αριστοτέλους, είναι διευθυντής της εναγόμενης 3 και αναφέρθηκε στη συμφωνία αντιπαροχής και στη συμφωνία με τους ενάγοντες. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι ενάγοντες βρήκαν τον Α. Ιωάννου (προφανώς εδώ μιλούσε για την εναγόμενη 1) και έκαναν κάποιες συμφωνίες μεταξύ τους με εγγυητικές. Ο ίδιος όταν έπιασε ειδοποίηση που έλεγε ότι διεκδικούσαν την εγγυητική, εκπλάγηκε. Όταν ρώτησε το συνέταιρο του, του είπε ότι έχει βάλει εγγυητική. Για την εγγυητική αυτή δεν ειδοποιήθηκαν από την Τράπεζα για να πει αν αποδέχεται, ούτε έβαλε υπογραφή, ούτε ήξεραν ότι το είχε δεχτεί. Επίσης ανέφερε ότι με την εναγόμενη 2, ουδέποτε είχαν πρόθεση να μην το μεταβιβάσουν. Μπορεί να υπήρξαν κάποια προβλήματα, κάποιες καθυστερήσεις, αλλά ήταν πάντοτε καθαροί. Έτρεξαν και πλήρωσαν φόρους. Έχει τις αποδείξεις και μπορεί να τις φέρει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά από παρέλευση χρόνου, του έχουν πει ότι έστειλαν επιστολή τερματισμού της συμφωνίας και προχθές εις στο Δικαστήριο έμαθε ότι έκαναν ενέργειες για Α.Ε.Α και εκπλάγηκε. Από τη μία να τερματίζει το πωλητήριο έγγραφο και από την άλλη να δέχεται το Κτηματολόγιο την αίτηση Α.Ε.Α για να του εκδώσει τίτλο. Επίσης, ανέφερε πως όταν μία οικοδομή ξεκινά, μέχρι την αποπεράτωσή της μπορεί να γίνουν κάποιες μικροαλλαγές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αφαίρεσαν δύο τοιχαράκια για να είναι πιο ελεύθερα τα πάρκινγκ. Όταν ήρθαν για τελική έγκριση, τους απέρριψαν και τους είπαν ότι πρέπει να λάβουν νέα άδεια, νέα τελική έγκριση, κάτι το οποίο έχει γίνει. Πέρασε χρόνος για να υλοποιηθούν τούτες οι μετατροπές. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, είπε ότι το διαμέρισμα παραδόθηκε στους Ενάγοντες γύρω στο 2007 - 2008 και μέχρι σήμερα δεν έχουν δώσει την κατοχή. Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι πήραν την άδεια για τις τροποποιήσεις στις 16/11/2012 και πιστοποιητικό εγκρίσεως στις 22/12/
- Όταν του τέθηκε ότι από τη μέρα που τελείωσαν την οικοδομή, έκαναν 5 χρόνια να υποβάλουν την αίτηση, απάντησε ότι έπρεπε να είναι όλοι μαζί, όμως ο ένας λόγω κάποιων προβλημάτων δεν συνεργαζόταν μαζί τους. Παρόλο τον χρόνο που παραδέχεται ότι πέρασε, ήθελαν να είναι σωστοί με τους πελάτες τους και έκαναν την πολυκατοικία, η οποία δεν είχε προβλήματα ως το τέλος της. Αναφορικά με την υλοποίηση της συμφωνίας αντιπαροχής, ανέφερε ότι έπρεπε να βγουν οι τίτλοι πάνω σ' έναν και μετά να γίνει η κατανομή από το Κτηματολόγιο. Δεν γινόταν να γίνει κατανομή των διαμερισμάτων στους αγοραστές, προτού βγουν οι τίτλοι επ' ονόματι των εναγόμενων. Ο λόγος που δεν βγήκε ήταν γιατί δεν παρουσιάζονταν τα χαρτιά από τον φόρο, λόγω των προβλημάτων της Ιωάννου. Το θέμα της αντιπαροχής δεν είχε να κάμει με τους αγοραστές. Για την εγγυητική, συμφώνησε ότι το όνομα της εταιρείας του είναι στο έγγραφο, όμως επανέλαβε ότι δεν τον κάλεσε η Τράπεζα για να είναι γνώστης τι γράφει πάνω. Μπορούσε τον καλέσει να δώσει και ο ίδιος προσωπική εγγύηση. Δεν λέει ότι δεν είναι γνώστης της πρόνοιας στο έγγραφο, το οποίο τον δέσμευε, αλλά δεν τον κάλεσε η Τράπεζα και έγινε εν αγνοία του. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγόμενων 1 και
- Παραδεκτά ή και μη αμφισβητούμενα γεγονότα Στις 3/10/2022, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των πλευρών δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι: Οι δύο επιστολές που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 4, έχουν αποσταλεί στους Εναγόμενους και έχουν παραληφθεί. Προέκυψε όμως, μέσα από την ακροαματική διαδικασία, ότι αποτελούν παραδεκτά ή και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα: (α) Η υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 27/8/2007 μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων 1-3, για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος (τεκμ.2). Η συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, με βάση τη σχετική νομοθεσία για την ειδική εκτέλεση, στις 18/9/2007 (βλ. τεκμ.14) και έκτοτε δεν έχει αποσυρθεί. Η παράδοση του διαμερίσματος στους ενάγοντες έγινε αρχές Νοεμβρίου του
- (β) Η σύναψη δανείου από την ενάγουσα 2, με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων Κύπρου Λτδ, ημερ. 23/10/2007, για το ποσό των Λ.Κ.61.000.- (τεκμ.3), προκειμένου οι ενάγοντες να συμμορφωθούν με τον όρο του συμβολαίου για καταβολή Λ.Κ.61.000.- ταυτόχρονα με την παράδοση της κατοχής και χρήσης του διαμερίσματος. Το σύνολο του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος εκ Λ.Κ.82.000.-, καταβλήθηκε από τους ενάγοντες με δύο δόσεις στις 27/9/2007 και στις 5/11/2007 (Λ.Κ.21.000 και Λ.Κ.61.000 αντίστοιχα - βλ. τεκμ.6). (γ) Το εν λόγω δάνειο ήταν εγγυημένο με εγγυητική επιστολή ημερ.9/10/2007, η οποία εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου, κατόπιν αίτησης του εναγόμενου 1 (βλ. επισυνημμένο έγγραφο στο τεκμ.3). Δικαιούχος της εγγυητικής, η οποία αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.61.000.-, ήταν το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων Κύπρου. Η εγγυητική είχε ημερομηνία λήξης 8/10/2008, η οποία όμως στη συνέχεια παρατάθηκε μέχρι 8/4/2013 (βλ. τεκμ.10). Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας τεκμ.2 (βλ. όρο 3), τα έξοδα της εγγυητικής για τα δύο πρώτα χρόνια, επιβαρύνθηκαν οι ενάγοντες και μετά τα δύο χρόνια τα επιβαρύνθηκε ο εναγόμενος
- (δ) Η ενάγουσα 2, αρχές Απριλίου 2013 απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής και το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων Κύπρου ενήργησε ανάλογα, αποστέλλοντας σχετική επιστολή στην Τράπεζα Κύπρου (βλ. τεκμ.5). Γι' αυτό η Τράπεζα Κύπρου, εξέδωσε επιταγή ημερ. 15/4/2013 προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων Κύπρου για το ποσό των €139.948,56.-. Ο λογαριασμός του εναγόμενου 1, χρεώθηκε με το εν λόγω ποσό. Εκ του ποσού αυτού, με το ποσό των €93.887,30.- έγινε εξόφληση του δανείου της ενάγουσας 2 (βλ. τεκμ.9), ενώ το υπόλοιπο ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό της ενάγουσας
- (ε) Στις 5/10/2005, υπεγράφη συμφωνία μεταξύ των εναγόμενων 1, 2 και 3, αναφορικά με την αξιοποίηση από τους εναγόμενους 1 και 3, κτήματος ιδιοκτησίας της εναγόμενης 2, για την ανέγερση 9 διαμερισμάτων με αντιπαροχή (βλ. τεκμ.16). Ένα εκ των διαμερισμάτων αυτών που ανεγέρθηκαν, είναι το υπ' αρ.101 που πωλήθηκε στους ενάγοντες με βάση τη συμφωνία τεκμ.
- Η άδεια οικοδομής για τα εν λόγω διαμερίσματα εκδόθηκε το 2005 (βλ. τεκμ.20), τα δικαιώματα στο Κτηματολόγιο για έκδοση ξεχωριστών τίτλων πληρώθηκαν από την εναγόμενη 2 στις 18/2/2014 (βλ. τεκμ.18) και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα, επ' ονόματι της εναγόμενης 2, στις 6/7/2016 (βλ. τεκμ.19). Στην πορεία των εργασιών ανέγερσης, τον Νοέμβριο του 2012 χρειάστηκε να εξασφαλιστεί άδεια για «προσθήκη» και στις 27/12/2013 εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης αναφορικά μ' αυτήν (τεκμ.17). Επίσης, στις 19/2/2015, το Κτηματολόγιο απέστειλε επιστολή προς την εναγόμενη 2, με την οποία πληροφορείτο ότι για να μπορέσουν να εξετάσουν την αίτηση τους, θα πρέπει πρώτα να προβούν στην υλοποίηση της αντιπαροχής (βλ. τεκμ.13). Όλα τα πιο πάνω, γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων όλων των πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που αυτοί είχαν την ευγενή καλοσύνη να ετοιμάσουν και να παραδώσουν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις έχουν τύχει βεβαίως ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Υπενθυμίζω εδώ, ότι στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ανάλογα πάντοτε με την συγκεκριμένη περίπτωση που έχει ενώπιον του, ν' αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και ν' απορρίψει άλλο μέρος (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, Π.Ε.89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24/7/13 και το σύγγραμμα των κ.κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Β' Έκδοση, σελ.141-143). Οι ενάγοντες 1 και 2 είναι ανδρόγυνο και οι αγοραστές του επίδικου διαμερίσματος. Αμφότεροι, προκειμένου να πείσουν ότι καθορίστηκε συγκεκριμένος χρόνος για έκδοση ξεχωριστού τίτλου και μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι τους, ισχυρίστηκαν ότι η εγγυητική επιστολή συμπλήρωνε το πωλητήριο έγγραφο. Ας σημειωθεί πως η ίδια θέση, τέθηκε στην επιστολή των δικηγόρων τους ημερ.25/4/2014 (τεκμ.4), με την οποία δόθηκε χρόνος ενός μηνός στους εναγόμενους για να εγγράψουν και μεταβιβάσουν το διαμέρισμα. Πριν προχωρήσω περαιτέρω, τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι ο ενάγοντας 1, αντεξεταζόμενος, σε αντίθεση με ότι ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του, αλλά και με ότι ισχυρίστηκε στη συνέχεια η ενάγουσα 2, ανέφερε ότι η ημερομηνία 8/9/2008 ήταν η ημερομηνία που έληγε η εγγυητική και που έπρεπε ν' ανανεωθεί και δεν αφορούσε την ημερομηνία που θα έπρεπε να γίνει μεταβίβαση με βάση το συμβόλαιο. Επίσης δεν ήταν όρος ότι θα τους εγγράψουν το διαμέρισμα μέχρι 8/3/2013. Στο πωλητήριο έγγραφο, ο όρος 3 έχει ως εξής: «Ο πωλητής οφείλει να διευθετήση και να παραδώσει μέσω της τράπεζας εγγυητική επιστολή που να καθιστά τον αγοραστή το δικαιούχο χρηματικού ποσού ύψους (61,000 Λιρών Κύπρου)». Και ο όρος 3
(1): «Τα έξοδα της εγγυητικής για τα δύο πρώτα χρόνια από της παραδόσεως του διαμερίσματος επιβαρύνουν τον αγοραστή. Μετά τα δύο χρόνια η επιβάρυνση μεταφέρετε στον Πωλητή.» Είναι αποδεκτό και από τους ενάγοντες, ότι συμφωνήθηκε να δοθεί τραπεζική εγγύηση για σκοπούς εξασφάλισης δανείου. Η εγγυητική επιστολή είχε δοθεί από την Τράπεζα Κύπρου, κατά παράκληση του εναγόμενου 1, και όχι των εναγόντων, ως εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου που είχε συνάψει η ενάγουσα
- Στο πλαίσιο και για τον σκοπό αυτό, εγγυόταν από πλευράς της η Τράπεζα την υποχρέωση των Εναγόμενων να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα εντός συγκεκριμένου χρόνου ήτοι μέχρι την 8/9/
- Ακολούθως, ο χρόνος παρατάθηκε μέχρι 8/3/
- Ως έχει νομολογηθεί, οι εγγυητικές επιστολές είναι αυτοτελείς, δηλαδή έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Οι υποχρεώσεις λοιπόν που απορρέουν από αυτές είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας, αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Όταν δε τέτοιες εγγυητικές εκδίδονται από τραπεζικό ίδρυμα, αποτελούν ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθούν στη βάση των όρων τους. Η υποχρέωση της τράπεζας που εκδίδει τέτοια εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται για πληρωμή της. Εφόσον λοιπόν ικανοποιούνται οι τυπικοί όροι της εγγυητικής, η τράπεζα θα πρέπει να καταβάλει το ποσό της στον δικαιούχο της (βλ. Σ.Π.Ε. Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1Β Α.Α.Δ. 837, Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1Β Α.Α.Δ. 1235 και Κωμοδρόμου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 281/2013, ημερ. 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:A99). Ως τέτοια, στην προκειμένη, η εγγυητική ήταν αυτόνομη και ανεξάρτητη από την συμφωνία δανείου την οποία εξασφάλιζε, πόσο μάλλον από την επίδικη συμφωνία, τους όρους της οποίας δεν επηρέαζε και δεν δημιουργούσε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων (βλ. και το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, τόμος Β', σελ.841). Επισημαίνεται εδώ, ότι προφανώς δεν θα εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας η ορθότητα ή η νομιμότητα της εκτέλεσης της εγγυητικής, αφού αυτό δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην υπό κρίση αγωγή. Ακόμη όμως και να τίθετο κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να το εξετάσει καθότι δεν είναι μέρη στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Συναφώς, η βασική θέση των εναγόντων περί συμπλήρωσης της συμφωνίας τεκμ.2, από την εγγυητική, σε ότι αφορά το θέμα του χρόνου μεταβίβασης, δεν γίνεται αποδεκτή. Ο όρος 9
(1)του πωλητηρίου εγγράφου προνοεί ότι: «Η μεταβίβαση του Διαμερίσματος επ' ονόματι του Αγοραστή θα γίνει με την Έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε Διαμέρισμα και εφόσον ο Αγοραστής έχει εκπληρώσει όλες του τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν Συμβόλαιο.» Με βάση τη συμφωνία λοιπόν, η οποία είναι η μόνη που διέπει τις σχέσεις των εναγόντων και των εναγόμενων, δεν οριζόταν συγκεκριμένη ημερομηνία για τη μεταβίβαση, όμως είναι σαφές ότι η μεταβίβαση θα γινόταν «με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε διαμέρισμα». Ο ισχυρισμός της ενάγουσας 2 δε, περί συμφωνίας για έκδοση τίτλων το 2013, κατά την κρίση μου ετέθη με αναφορά στην εγγυητική και όχι βεβαίως επειδή συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η διαφοροποίηση του πιο πάνω όρου. Αυτό που συνέβη εν προκειμένω, είναι ότι επειδή οι ενάγοντες δεν μπορούσαν ν' αναμένουν άλλο την έκδοση ξεχωριστού τίτλου, αφού πέρασαν 6 χρόνια από την αγορά του διαμερίσματος και έχασαν την εμπιστοσύνη τους, όπως ανέφεραν οι ενάγοντες 1 και 2 αντίστοιχα, ζήτησαν την εγγυητική και στη συνέχεια προχώρησαν με τις επιστολές του τεκμηρίου
- Μάλιστα, υπενθυμίζω εδώ ότι η ενάγουσα 2, έδωσε καταφατική απάντηση όταν της έγινε η ακόλουθη υποβολή: «.έτσι σας ήρθε, συμφωνήσατε με τον άνδρα σου και είπετε «εμείς δεν θα περιμένουμε την έκδοση των τίτλων, όπως λέει το πωλητήριο μας» και το 2013 που μόνοι σας αποφασίσετε να πάτε να τερματίσετε την εγγυητική, ούτως ώστε το δάνειο σου να εξοφληθεί και να χρεωθεί ο λογαριασμός των Εναγομένων». Επισημαίνεται επίσης εδώ, ότι έγινε αποδεκτό από τον ενάγοντα 1, ότι η εγγυητική ανανεωνόταν για ν' αποτελεί εξασφάλιση του δανείου, ενώ περαιτέρω, έγινε αποδεκτό από την ενάγουσα 2, ότι θα μπορούσε να συνεχίσει ν' ανανεώνεται και ότι ο εναγόμενος 1 πλήρωνε τα έξοδα της εγγυητικής μετά τα 2 χρόνια, όπως προνοούσε δηλαδή η συμφωνία. Γενικότερα, η εντύπωση που αποκόμισα από τους ενάγοντες δεν ήταν καλή. Μοναδική τους έγνοια κατά τη μαρτυρία τους, ήταν περισσότερο να παραμείνουν στη γραμμή που αποφάσισαν εξ' αρχής ν' ακολουθήσουν, παρά ν' αποκαλύψουν την πλήρη αλήθεια. Στη μαρτυρία τους δε, εντοπίζονται αντιφάσεις. Μία σοβαρή αντίφαση έχει ήδη επισημανθεί, όταν δηλαδή ο ενάγοντας 1, σε αντίθεση με τη βασική θέση που προώθησαν οι ενάγοντες περί συμφωνίας μεταβίβασης στις 8/3/2013, αποδέχτηκε ότι δεν αποτελούσε όρο μεταξύ τους ότι θα τους εγγράψουν το διαμέρισμα μέχρι τις 8/3/
- Για τον ενάγοντα 1 ειδικά, επισημαίνω και τη σύγχυση που υπήρχε γενικότερα στη μαρτυρία του. Απλή μελέτη της μαρτυρίας του, θεωρώ πως επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, εντοπίζεται στο σημείο όπου ο δικηγόρος του εναγόμενου 1, του ζήτησε να επιβεβαιώσει ότι η εγγυητική δόθηκε σαν εξασφάλιση του δανείου. Ας σημειωθεί ότι αυτό, στην κυρίως εξέταση του, αποτέλεσε και δική του θέση. Χρειάστηκε να γίνουν πολλές ερωτήσεις και ο ίδιος να δώσει διάφορες άσχετες και συγκεχυμένες απαντήσεις, για να έρθει τελικά να συμφωνήσει, με κάτι, που επαναλαμβάνω, ήταν εξ' αρχής και δική του θέση. Επίσης, ο ενάγοντας 1 αρνήθηκε ότι το διαμέρισμα ενοικιαζόταν. Ήρθε όμως να τον διαψεύσει η ενάγουσα 2, η οποία στη δική της μαρτυρία, ανέφερε ότι το διαμέρισμα ενοικιάστηκε για κάποιους μήνες και συγκεκριμένα από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι τον Νοέμβριο του
- Σε σχέση με όσα ανέφερε ο ενάγοντας 1 για πάρα πολλά προβλήματα στην πολυκατοικία, για διάφορους λόγους, κάτι που πρόβαλε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά τόσο επειδή ήταν γενικά και αόριστα, όσο και επειδή δεν έχει δικογραφηθεί από μέρους των εναγόντων οτιδήποτε σχετικό. Περαιτέρω, την ίδια στιγμή που ισχυρίζονται ότι έχουν προβεί σε τερματισμό της συμφωνίας με την επιστολή τους ημερ. 23/6/2014, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό γιατί συνέχισαν να κρατούν το κλειδί και δεν έχουν παραδώσει την κατοχή στους εναγόμενους. Είναι σαφές δε, ότι ως εκ της παραδοχής τους ότι κρατούν το κλειδί και δεν έχει παραδοθεί η κατοχή, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι επωφελούνται αδικαιολόγητα εξοπλισμού που έχουν τοποθετήσει στο διαμέρισμα, είναι εν γνώσει τους αναληθής. Ας σημειωθεί ότι η ενάγουσα 2, την ίδια στιγμή που ισχυριζόταν ότι δεν παρέδωσε το κλειδί γιατί δεν επικοινώνησε κανένας μαζί της για να το παραδώσει και δεν θα το άφηνε στην πόρτα, ούτε θα το πετούσε, σε άλλο σημείο, στην ουσία δήλωσε ότι το κλειδί είναι στην κατοχή της γιατί εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία και αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου. Πρόκειται βεβαίως για αντιφατικούς ισχυρισμούς, που δείχνουν βεβαίως και μη καθαρές θέσεις. Όταν τέθηκε στην ενάγουσα 2 το θέμα της αδυναμίας μεταβίβασης του διαμερίσματος, όταν ζητήθηκε με την επιστολή ημερ. 25/4/2014, γιατί το τίμημα δεν πληρώθηκε, αφού χρεώθηκαν οι εναγόμενοι €140.000.-, αυτή απάντησε ότι θα μπορούσαν να δώσουν πίσω τα χρήματα και να πάρουν τίτλο. Όμως ουδέποτε εξέφρασαν τέτοια πρόθεση οι ενάγοντες, ούτε στη ρηθείσα επιστολή αναφέρεται κάτι τέτοιο. Είναι θεωρώ προφανές ότι η συγκεκριμένη απάντηση της μάρτυρος αποτελούσε μια εκ των υστέρων σκέψη και δόθηκε επειδή φάνηκε βολική τη δεδομένη στιγμή που ρωτήθηκε και όχι επειδή πράγματι οι ενάγοντες είχαν ποτέ τέτοια πρόθεση. Το Δικαστήριο δεν θ' ασχοληθεί με την αίτηση Α.Ε.Α. ../21, αφού δεν έχει δικογραφηθεί οτιδήποτε σχετικό προκειμένου να καταστεί επίδικο θέμα (βλ. σχετικά και όσα αναφέρονται σε άλλο σημείο κατωτέρω). Όμως, στο πλαίσιο της μελέτης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η ενάγουσα 2 είπε ψέματα αναφορικά με τη γνώση της για τη συγκεκριμένη διαδικασία. Αρχικά προσπάθησε να πείσει ότι δεν γνώριζε περί αυτής, αναφέροντας ότι «ίσως» ο σύζυγος της να κατέφυγε στη συγκεκριμένη διαδικασία. Στη συνέχεια όμως, όταν της αναφέρθηκε ότι η διαδικασία έπρεπε να υποβληθεί και από τους δύο αγοραστές και υπόγραψε και η ίδια, ανέφερε ότι προσπαθούσαν να βρουν μια λύση γιατί το θέμα χρόνιζε, δείχνοντας σαφώς ότι γνώριζε πολύ καλά ότι έγινε από μέρους τους η συγκεκριμένη διαδικασία. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι, από τη μαρτυρία της ενάγουσας 2, γίνεται αποδεκτό ότι έχουν προχωρήσει σε αποσύνδεση του ηλεκτρισμού και της υδατοπρομήθειας από το διαμέρισμα στις 13/5/2014 και στις 29/10/2014 αντίστοιχα, όπως επιμαρτυρείται από τα έγγραφα της Αρχής Ηλεκτρισμού και του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας που έχει παρουσιάσει (βλ. τεκμήριο 11). Σε σχέση με τα ποσά που διεκδικούν ως ειδικές ζημιές, αναφέρονται τα ακόλουθα. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι οι ενάγοντες, συμμορφούμενοι με τον όρο 3 της συμφωνίας τεκμ.2, επιβαρύνθηκαν τα έξοδα της εγγυητικής για τα δύο πρώτα χρόνια. Ο ενάγοντας 1 ανέφερε στη μαρτυρία του, ότι για το θέμα αυτό κατέβαλαν €5.125,80.- (Λ.Κ.3.000) και παρουσίασε σχετικά τις αποδείξεις τεκμήριο
- Οι αποδείξεις όμως, δεν επιβεβαιώνουν την πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού. Η πρώτη απόδειξη για το ποσό των €1000.-, αφορά «εξόφληση τιμολογίου Ergo home group Ltd & μέρος εγγυητικής». Ουδείς έχει εξηγήσει τι αφορούσε το εν λόγω τιμολόγιο και ποιο ποσό ή εν πάση περιπτώσει ποιο είναι το ποσό που αφορά μόνον την εγγυητική. Η δεύτερη απόδειξη εκ €854,30.- (Λ.Κ.500), είναι σαφές ότι πληρώθηκε για την εγγυητική. Από την άλλη, η ενάγουσα 2 ανέφερε ότι το ποσό που έχουν καταβάλει για τις ανανεώσεις της εγγυητικής είναι €3.451.- (Λ.Κ.2.020). Καμία εξήγηση δεν έχει δοθεί για τη διαφορά που υπάρχει στη μαρτυρία των δύο για το συγκεκριμένο θέμα ή για τη μη παρουσίαση αποδείξεων για όλο το ποσό που ισχυρίζονται ότι πλήρωσαν. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν ως έξοδα της εγγυητικής ποσό €854,30.-. Σύμφωνα με τον ενάγοντα 1, αξιώνεται περαιτέρω το ποσό των €8.543.- (Λ.Κ.5.000) ως έξοδα και δαπάνες, τα οποία δαπανήθηκαν για εξωραϊσμό και βελτίωση του διαμερίσματος. Ο ενάγοντας δεν ανέφερε σε τι ακριβώς συνίσταντο τα συγκεκριμένα έξοδα και δαπάνες, ούτε παρουσίασε οιεσδήποτε αποδείξεις και η μαρτυρία του, επί του συγκεκριμένου θέματος, κρίνεται γενική και αόριστη. Με τη σειρά της, η ενάγουσα 2, ανέφερε ότι είχαν τοποθετήσει εξοπλισμό στο διαμέρισμα και παρουσίασε το τιμολόγιο τεκμήριο 12, για το συνολικό ποσό των €351,47 (Λ.Κ.205,67). Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχαν προβεί και σε επιπρόσθετες κατασκευές που παρέμειναν στο διαμέρισμα, αλλά δεν έχουν εξευρεθεί οι σχετικές αποδείξεις και δεν τα διεκδικούν. Από την περιγραφή στο τιμολόγιο, στο οποίο φαίνεται το όνομα του ενάγοντα 1 στις σελίδες 3 και 4, κάτω από την περιγραφή, παρόλο που αυτό εκδόθηκε επ' ονόματι κάποιας εταιρείας στην Πάφο, προκύπτει ότι αφορούσε ρολοκουρτίνες και λαμβάνοντας υπόψη ότι καμία αμφισβήτηση δεν υπήρξε από μέρους των εναγόμενων εν σχέση με το συγκεκριμένο τιμολόγιο ή ότι αφορούσε πράγματι το επίδικο διαμέρισμα, δέχομαι ότι για την τοποθέτηση ρολοκουρτίνων στο διαμέρισμα, τέλη του 2007, οι ενάγοντες πλήρωσαν το ποσό των €351,47 (Λ.Κ.205,67). Εν κατακλείδι, με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας των εναγόντων 1 και 2 που γίνεται αποδεκτό με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και το μέρος της μαρτυρίας τους που συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, θεωρώ αναξιόπιστη τη μαρτυρία των εναγόντων 1 και 2 και σε κάθε περίπτωση μη πειστική και δεν την αποδέχομαι. Για το κατά πόσο κατέστησαν ή μη τον χρόνο ουσιώδη με την επιστολή τους ημερ. 25/4/2014, αυτό είναι ένα νομικό ζήτημα που θ' αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω. Από τη μαρτυρία του Σιταρένου, γίνεται αποδεκτό ότι το πωλητήριο έγγραφο, τεκμήριο 2, ευρίσκεται σήμερα κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και δεν έχει αποσυρθεί. Όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά την αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή. Δεν έχει δικογραφηθεί οτιδήποτε σχετικό και το γεγονός ότι έχει υπάρξει άρνηση στο δικόγραφο του εναγόμενου 1 περί της νομιμότητας του τερματισμού, δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών, οι οποίοι μάλιστα αφορούν γεγονότα πολύ μεταγενέστερα του δικογράφου του εναγόμενου 1 (βλ. μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη
(1980)1 CLR 180, Παπαγεωργίου v. Κλάππας
(1991)1 ΑΑΔ 24 και Πολ. Έφ. 75/2013 Γρηγορίου v. Τράπεζας Κύπρου, ημερ.28/3/2019). Επισημαίνω εδώ, ότι η αίτηση του εναγόμενου 1 για τροποποίηση του δικογράφου του και η αίτηση του, στη συνέχεια, για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης, στο πλαίσιο της προσπάθειας του να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένους ισχυρισμούς αναφορικά με την αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή, έχουν απορριφθεί με αιτιολογημένες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Έχοντας παρατηρήσει τον Παναγή ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του, σε καμία περίπτωση δεν διαπίστωσα ότι αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο με πρόθεση ν' αποκρύψει την αλήθεια. Αποδέχομαι τη θέση του ότι ουδέποτε συμφώνησαν, ούτε υποσχέθηκαν ότι ο χρόνος μεταβίβασης θα ήταν ο χρόνος που κατά καιρούς ανανεωνόταν η εγγυητική και ότι η εγγυητική συνιστούσε εγγύηση του δανείου της ενάγουσας 2 και θα συνέχιζε ν' ανανεώνεται μέχρι την έκδοση τίτλων. Επίσης, ότι η ημερομηνία που μπαίνει στην εγγυητική δεν καθορίζει την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου, ενώ η εγγυητική ανανεώθηκε για 6 συνεχή χρόνια και θα μπορούσε να συνεχίσει η ανανέωση, όμως οι ενάγοντες αποφάσισαν από μόνοι τους να μην την ανανεώσουν και να την εξαργυρώσουν. Όλα τα πιο πάνω συνάδουν και με όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο ανωτέρω, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των εναγόντων. Ότι οι ενάγοντες κατέχουν μέχρι σήμερα το κλειδί και διατηρούν το πωλητήριο κατατεθειμένο στη Κτηματολόγιο, είναι αποδεκτό και από τους ενάγοντες. Το γεγονός ότι δεν γνώριζε ν' απαντήσει σε τι συνίστατο η αναφερόμενη «προσθήκη» στο τεκμήριο 17, σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ πως συνιστά στοιχείο αναξιοπιστίας. Έχοντας υπόψη ότι μιλούμε για άδεια και πιστοποιητικό που εκδόθηκαν τον Νοέμβριο του 2012 και Δεκέμβριο του 2013 αντίστοιχα, δεν είναι θεωρώ παράλογο να μην μπορεί να θυμηθεί αυτή τη λεπτομέρεια όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο, 9-10 χρόνια μετά. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία των Βουβάκου και Αριστοτέλους, το όλο θέμα και η ανάγκη εξασφάλισης άδειας τον Νοέμβριο του 2012 και ακολούθως, πιστοποιητικού τελικής έγκρισης τον Δεκέμβριο του 2013, αφορούσε 2 τοιχαράκια που δεν είχαν κτιστεί, για να βολευτούν κάποιοι επιπρόσθετοι χώροι. Θα πρόσθετα δε εδώ, ότι η υποβολή που έγινε στο μάρτυρα ότι γενικότερα δεν έκαναν σωστές δουλειές και γι' αυτό δεν έβγαιναν οι τίτλοι, κάτι που ο μάρτυρας αρνήθηκε, δεν έχει υποστηριχθεί με μαρτυρία από τους ενάγοντες και γι' αυτό η συγκεκριμένη θέση παρέμεινε μετέωρη και είναι έκθετη σε απόρριψη. Αναφορικά δε με τη θέση του ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ της συμφωνίας αντιπαροχής και της έκδοσης των τίτλων, προφανώς αυτή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Βουβάκου, η οποία επί του συγκεκριμένου σημείου παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον τελευταίο, το 2018, μετά από ενέργειες που έκανε για την εκτέλεση της συμφωνίας αντιπαροχής, οι τίτλοι ιδιοκτησίας είχαν μεταβιβαστεί στους Εναγόμενους 1 και 3, όπως προέβλεπε η εν λόγω συμφωνία. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι οι τίτλοι είχαν ήδη εκδοθεί στις 6/7/
- Εκ της μαρτυρίας του όμως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ενάγοντα 1 για να υπογράψουν στην τράπεζα για την ανανέωση της εγγυητικής, η απάντηση που του έδωσε ο τελευταίος ήταν «μην με ενοχλείς παίζω πιλόττα». Κάτι τέτοιο δεν ετέθη ποτέ στον ενάγοντα 1 για σχολιασμό και η εκ των υστέρων προβολή του από τον μάρτυρα, σε συνάρτηση με την απουσία σαφούς εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης, οδηγεί στην απόρριψη του συγκεκριμένου ισχυρισμού του (βλ. το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, σελ. 720-723). Επίσης, νοείται ότι η σχετική αναφορά του μάρτυρα για το θέμα της αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή, ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο ανωτέρω, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Τώρα, αν ήταν δυνατόν να γίνει μεταβίβαση, όταν κλήθηκαν από τους ενάγοντες να μεταβιβάσουν, έχοντας υπόψη την είσπραξη της εγγυητικής από τους τελευταίους, αν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες ή αν προκλήθηκαν ζημιές και απώλειες λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων, τις οποίες δικαιούνται, είναι θέματα που στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θ' αποφασιστούν κατωτέρω. Έρχομαι στον Βουβάκο. Εξ' αρχής αναφέρεται πως η θέση του, ότι δεν υπήρχε συμβατική σχέση της εναγόμενης 2 με τους ενάγοντες και ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 27/8/2007, η έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος, αλλά και η εγγραφή και η μεταβίβαση του επ' ονόματι των εναγόντων ήταν ευθύνη και υποχρέωση των Εναγόμενων 1 και 3, δεν γίνεται αποδεκτή. Είναι σαφές ότι η εναγόμενη 2 υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 27/8/2007, το οποίο δεν διαχωρίζει την εναγόμενη 2, από τις εναγόμενες 1 και
- Όλοι οι εναγόμενοι, στο πωλητήριο έγγραφο θεωρούνται ως ο Πωλητής του επίδικου διαμερίσματος και με βάση τους όρους της συμφωνίας, η όποια ευθύνη έναντι των εναγόντων είναι κοινή. Συναφώς, η θέση του ότι ήταν αντιληπτό στους ενάγοντες ότι ουδεμία υποχρέωση και ευθύνη θα είχε για την εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας, απορρίπτεται. Η σχέση του με τους εναγόμενους 1 και 3, ρυθμίζεται από τη συμφωνία αντιπαροχής που υπεγράφη μεταξύ τους, η οποία δεν μπορεί να προβάλλεται έναντι των εναγόντων. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι υπήρχε επικοινωνία με τον ενάγοντα 1, αυτός είναι αποδεκτός. Εξάλλου και ο τελευταίος παραδέχτηκε την επικοινωνία μεταξύ τους. Επισημαίνεται όμως ότι δεν ερωτήθηκε ποτέ ο ενάγοντας 1, κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της εναγόμενης 2, αν ανέφερε οτιδήποτε στον μάρτυρα, περί της επιθυμίας του να κατέχει το ακίνητο ή αν ήθελε να το παραδώσει. Ο ενάγοντας 1 αναφέρθηκε, γενικά και αόριστα ομολογουμένως, σε επικοινωνία για κάποια θέματα της πολυκατοικίας και επίσης σε προσπάθεια να γίνει ένας συμβιβασμός. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του μάρτυρα ότι ο ενάγοντας 1 δεν του ανέφερε ποτέ αυτά τα πράγματα, όταν δεν δόθηκε η ευκαιρία στον τελευταίο να τοποθετηθεί. Εκ της μαρτυρίας του, αποδέχομαι ότι για το λόγο που εξήγησε, ενδιαφέρθηκε για την έκδοση των τίτλων και προέβη σ' ενέργειες για έκδοση τους, με τη βοήθεια της εναγόμενης 3, καθώς επίσης ότι μέχρι την έκδοση των τίτλων εξοφλούσε τις φορολογίες που ελάμβανε η εναγόμενη 2 επ' ονόματι της. Ακόμη, γίνεται αποδεκτό ότι το 2018, μετά τις ενέργειες που έκανε για την εκτέλεση της συμφωνίας αντιπαροχής, οι τίτλοι ιδιοκτησίας είχαν μεταβιβαστεί στους εναγόμενους 1 και 3, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Επισημαίνω ότι τούτο το μέρος της μαρτυρίας του, δεν έχει αμφισβητηθεί. Όμως δεν είναι αποδεκτό ότι τον Ιούλιο του 2013, πληρώθηκε συγκεκριμένο ποσό από την εναγόμενη 3 για τα έξοδα της πυροσβεστικής που αναλογούσαν στους ενάγοντες, όπως επίσης δεν γίνεται αποδεκτό ότι πληρώθηκαν από τους εναγόμενους 2 και 3 άλλες φορολογίες για λογαριασμό των εναγόντων, τις οποίες αρνούνταν να πληρώσουν. Εκτός του ότι δεν παρουσιάστηκαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, τίποτε σχετικό δεν ετέθη στο δικόγραφο της εναγόμενης 2, ούτε όμως αυτά τα πράγματα υποβλήθηκαν στους ενάγοντες για να τοποθετηθούν. Επίσης, ο Αριστοτέλους δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, στο βαθμό που αναφέρθηκε σε δυσκολίες στην έκδοση των τίτλων λόγω της στάσης και αδράνειας του εναγόμενου 1 ή σε μη υλοποίηση της αντιπαροχής λόγω προβλημάτων του εναγόμενου 1, με αποτέλεσμα ν' αναγκαστεί να καταφύγει στη διαδικασία εγκλωβισμένων αγοραστών, ή ακόμα σε μη οικονομική συνεισφορά του εναγόμενου 1 για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, η μαρτυρία του επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν εντοπίζεται σε κανένα εκ των δικογράφων της εναγόμενης 2 κάποιος σχετικός ισχυρισμός, ούτε και τέθηκε στον Παναγή από πλευράς της συνηγόρου της εναγόμενης 2 τέτοια θέση για να την σχολιάσει. Σύμφωνα με τον όρο 3 της συμφωνίας τεκμ.2, ο πωλητής δηλ. οι εναγόμενοι, θα διευθετούσαν και θα παρέδιδαν στον αγοραστή δηλ. στους ενάγοντες, εγγυητική επιστολή ύψους Λ.Κ.61.000.-. Η εναγόμενη 2 υπέγραψε τη συμφωνία και δεσμευόταν απ' αυτήν. Η εγγυητική τελικά, δόθηκε μόνον από τον εναγόμενο
- Η θέση του μάρτυρα ότι δεν είδε ποτέ την εγγυητική και δεν γνώριζε ότι αναφερόταν το όνομα της εταιρείας του σ' αυτήν, ούτε είχε σχέση με την εγγυητική, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εναγόμενη 2, δεν ισχυρίστηκε ποτέ στην υπεράσπιση της στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων, έλλειψη γνώσης για την εγγυητική. Αυτό που προκύπτει σαν θέση της στο συγκεκριμένο δικόγραφο της, είναι ουσιαστικά ότι η εγγυητική δεν εκδόθηκε με δικά της διαβήματα. Ούτε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, στην έκθεση απαίτησης της εναντίον των εναγόμενων 1 και
- Έπειτα, επισημαίνεται εδώ πως δεν τέθηκε ποτέ στον Παναγή, κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της εναγόμενης 2, ότι ουσιαστικά ενήργησε μόνος του για το θέμα της εγγυητικής, εν αγνοία της εναγόμενης 2 ή και ότι η τελευταία δεν είχε καμία σχέση ή γνώση του περιεχομένου της, προκειμένου να πει τη θέση του και να ξεκαθαρίσει το θέμα αυτό. Θα πρόσθετα επίσης, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι είναι τουλάχιστον μη πειστικό να ισχυρίζεται ως ανωτέρω, εν γνώσει της ύπαρξης του συγκεκριμένου όρου στο πλαίσιο της συμφωνίας που υπόγραψαν όλοι οι εναγόμενοι. Για το λόγο που έπρεπε να πάνε πίσω στο Δημαρχείο για τροποποίηση των σχεδίων - εξασφαλίζοντας άδεια και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, για την αναφερόμενη στο τεκμήριο 17 «Προσθήκη»-, η μαρτυρία του συνάδει με αυτήν του Αριστοτέλους και δεν έχει αμφισβητηθεί. Είναι αποδεκτό λοιπόν, ότι το όλο θέμα αφορούσε 2 τοιχαράκια που δεν είχαν κτιστεί για να βολευτούν κάποιοι επιπρόσθετοι χώροι στάθμευσης. Με βάση τους όρους της συμφωνίας αντιπαροχής τεκμ.16, η ανέγερση και η συμπλήρωση των διαμερισμάτων θα γινόταν με αποκλειστικά έξοδα και ευθύνη των εναγόμενων 1 και
- Η εναγόμενη 2 θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα αδειών ανέγερσης και οποιωνδήποτε αδειών, αρχιτεκτονικών σχεδίων και μελετών. Οι εναγόμενοι 1 και 3 δε, θα επιβαρύνονταν τα έξοδα έκδοσης ξεχωριστών τίτλων και γενικά τα έξοδα μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της όλης οικοδομής και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για κάθε ξεχωριστή ιδιοκτησία. Η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης ήταν ευθύνη των εναγόμενων 1 και
- Γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του αναφορικά με το ότι η δική του υποχρέωση ήταν ουσιαστικά να τους εκδώσει την πρώτη άδεια οικοδομής, την οποία τους είχε παραδώσει, πληρωμένη, για ν' αρχίσουν εργασίες (βλ. τεκμ.20). Επίσης, είναι αποδεκτό ότι τις αλλαγές στο χώρο στάθμευσης δεν τις είχε ζητήσει ο ίδιος αλλά πελάτες του εναγόμενου 1, ο οποίος είχε υποχρέωση να διορθώσει την άδεια οικοδομής, ως επίσης ότι την υποχρέωση για έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, την είχαν οι εναγόμενοι 1 και
- Τέλος, υπενθυμίζεται εδώ ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός η αποστολή και λήψη της επιστολής τερματισμού. Συναφώς δεν γίνεται αποδεκτή η άρνηση ουσιαστικά από μέρους του ότι έλαβε τη συγκεκριμένη επιστολή, η οποία ακριβώς έρχεται σε σύγκρουση με το παραδεκτό γεγονός (βλ. Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143). Ευθέως αναφέρω, ότι ο Αριστοτέλους δεν μου έδωσε σε καμία περίπτωση την εντύπωση ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο έχοντας πρόθεση ν' αποκρύψει οτιδήποτε. Είναι βέβαια γεγονός, ότι σε κάποια σημεία η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα ή ακόμα και σύγχυση. Αυτό όμως, κατά την κρίση μου, δεν οφειλόταν σε πρόθεση του να κρύψει κάτι. Αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για ένα απλό, αυθόρμητο και ευθύ άνθρωπο, ο οποίος προσπάθησε με δικά του λόγια να πει αυτά που ήθελε. Από την άλλη όμως θα πρέπει να λεχθεί, ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Εξηγώ. Κατ' αρχήν δεν μπορώ ν' αποδεχτώ τη θέση του, ότι ουσιαστικά καθυστέρησε η έκδοση των τίτλων και η υλοποίηση της αντιπαροχής, λόγω προβλημάτων του εναγόμενου
- Η εναγόμενη 3, σε κανένα από τα δικόγραφα που καταχώρησε (υπεράσπιση στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων και υπεράσπιση στην έκθεση απαίτησης της εναγόμενης 2) δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση που οφειλόταν στον εναγόμενο
- Στην υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων, αποδίδεται υπαιτιότητα ή και καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές ή και το Κτηματολόγιο, ενώ στην υπεράσπιση στην απαίτηση της εναγόμενης 2, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά περί καθυστέρησης εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου
- (βλ. τις αποφάσεις Κούρτης, Παπαγεωργίου και Γρηγορίου ανωτέρω). Ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι είναι γνώστης της πρόνοιας που υπήρχε στο συμβόλαιο, το οποίο τον δέσμευε, αναφορικά με την εγγυητική. Ήταν όμως η θέση του ότι η εγγυητική έγινε εν αγνοία του και έμαθε ουσιαστικά εκ των υστέρων από τον Παναγή για την εγγυητική. Η συγκεκριμένη θέση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εναγόμενη 3 υπέγραψε τη συμφωνία τεκμ.2 και γνώριζε τους όρους που τη διέπουν. Εν πάση περιπτώσει, δεν εντοπίζεται θετικός ισχυρισμός στα δικόγραφα της εναγόμενης 3 περί άγνοιας παραχώρησης της εγγυητικής, ενώ περαιτέρω, ο Παναγή δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο της εναγόμενης 3, προκειμένου να του τεθεί η συγκεκριμένη θέση και να μπορέσει να τοποθετηθεί (βλ. την υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ.720-723). Επίσης, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη όσα είπε για αίτηση Α.Ε.Α. (εγκλωβισμένου αγοραστή) από μέρους των εναγόντων και σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο ανωτέρω, κατά την αξιολόγηση του Σιταρένου. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι, παρόμοια αίτηση με αυτήν που καταχώρησε ο εναγόμενος 1, για προσθήκη ισχυρισμών στο δικόγραφο της για το συγκεκριμένο ζήτημα, καταχώρησε και η εναγόμενη 3, η οποία όμως επίσης απορρίφθηκε. Από εκεί και πέρα, με απόλυτη ειλικρίνεια αποδέχτηκε ότι ο λόγος που χρειάστηκε ν' αποταθούν ξανά για άδεια και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, ήταν επειδή είχαν προβεί στην αφαίρεση δύο τοίχων προκειμένου να είναι πιο ελεύθερα τα πάρκινγκ. Επίσης, δέχτηκε ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση. Την ίδια στιγμή όμως, αποδέχομαι τη θέση του ότι ήθελαν να είναι σωστοί με τους πελάτες τους και παρόλο τον χρόνο που πέρασε, έτρεξαν, πλήρωσαν τους φόρους και έκαναν την πολυκατοικία, η οποία στο τέλος δεν είχε προβλήματα. Σε σχέση με την παράδοση του διαμερίσματος, ανέφερε ότι παραδόθηκε στους Ενάγοντες γύρω στο 2007 -
- Κατ' αρχήν να πω, ότι θεωρώ λογικό, μετά την πάροδο τόσων χρόνων, να μην θυμάται επακριβώς πότε έγινε η παράδοση. Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς της παρούσας, η ακριβής ημερομηνία της παράδοσης δεν διαδραματίζει κάποιο ουσιαστικό ρόλο. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κάνει ήδη αποδεκτό ότι η παράδοση έγινε αρχές Νοεμβρίου
- Η μαρτυρία του Παναγή επί του συγκεκριμένου ζητήματος παρέμεινε αναντίλεκτη. Η μαρτυρία του τελευταίου όμως, επιβεβαιώνεται και από το ότι, με βάση τη συμφωνία τεκμ.2, η παράδοση θα γινόταν με την πληρωμή του τελευταίου ποσού εκ Λ.Κ.61.000.-, το οποίο καταβλήθηκε στις 5/11/2007 (βλ. τεκμ.6) και οι ενάγοντες ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι η παράδοση δεν έγινε όπως προνοούσε η συμφωνία. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο ανωτέρω, είναι τα ακόλουθα:
- Η μοναδική συμφωνία που διέπει τη σχέση των εναγόντων και των εναγόμενων, είναι η συμφωνία τεκμήριο
- Η εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου θα μπορούσε να συνεχίσει ν' ανανεώνεται μετά τη λήξη της στις 8/4/2013, όμως η ενάγουσα 2 προχώρησε σε απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής, επειδή ουσιαστικά οι ενάγοντες 1 και 2 αποφάσισαν ότι δεν ήθελαν ν' αναμένουν άλλο την έκδοση ξεχωριστού τίτλου αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα.
- Κατά την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης στην πολυκατοικία όπου ευρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, είχαν αφαιρεθεί 2 τοιχαράκια που υπήρχαν στα αρχικά σχέδια της οικοδομής προκειμένου να είναι πιο ελεύθερα τα πάρκινγκ. Αυτός είναι ο λόγος που δεν είχε παραχωρηθεί τελική έγκριση στους εναγόμενους όταν έγινε έλεγχος της οικοδομής για το σκοπό αυτό και χρειάστηκε να εκδοθεί νέα άδεια τον Νοέμβριο του 2012 και ακολούθως πιστοποιητικό τελικής έγκρισης στις 27/12/2013 για «Προσθήκη» (βλ. τεκμ.17).
- Οι ενάγοντες : (α) Ουδέποτε παράδωσαν το κλειδί και την κατοχή του διαμερίσματος στους εναγόμενους ή σε οιονδήποτε εξ' αυτών, παρά το γεγονός ότι αυτό τους ζητήθηκε. (β) Την περίοδο από τον Ιούνιο 2013 μέχρι τον Νοέμβριο 2013, είχαν ενοικιάσει το διαμέρισμα σε τρίτο/ους, ενώ μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 13/5/2014 και στις 29/10/2014 είχαν προχωρήσει σε αποσύνδεση του ηλεκτρισμού και της υδατοπρομήθειας αντίστοιχα από το διαμέρισμα. (γ) Κατέβαλαν ως έξοδα της εγγυητικής ποσό €854,30.-. (δ) Για την τοποθέτηση ρολοκουρτίνων στο διαμέρισμα, τέλη του 2007, πλήρωσαν το ποσό των €351,
- Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το δόγμα της συμβατικής σχέσης («privity of contract»), σαν γενικός κανόνας στο Κοινοδίκαιο, δικαιώματα και υποχρεώσεις από μια σύμβαση δημιουργούνται μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων (βλ. Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153). Ένας εκ των τρόπων τερματισμού της ισχύος μιας σύμβασης και κατ' επέκταση και της περαιτέρω εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που προκύπτουν από αυτήν, είναι λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενός μέρους, όταν δηλαδή οφείλεται στην συμπεριφορά και ανάγεται στην υπαιτιότητα του ενός συμβαλλομένου. Είναι δε θεμελιωμένο ότι όταν υπάρχει αθέτηση μιας συμφωνίας, το αθώο - αναίτιο μέρος, έχει δικαίωμα είτε να τερματίσει την συμφωνία και να αξιώσει αποζημιώσεις, είτε να επιμείνει στην τήρηση της και να αξιώσει αποζημιώσεις (βλ. και Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1311). Ο χρόνος εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί κατά κανόνα - αφ' εαυτού, ουσιώδη όρο της σύμβασης, εκτός εάν αυτή είναι η πρόθεση των μερών, όπως διαγράφεται από τους όρους της (βλ. άρθρο 55 του περί Συμβάσεων Νόμου). Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαφωτίζει πότε συμβατικός όρος, ως προς το χρόνο εκπλήρωσης υποχρεώσεων, μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης και πότε μπορεί να καταστεί ουσιώδης (βλ. Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ. 867). Ο χρόνος θεωρείται ουσιώδης και αποτελεί συστατικό στοιχείο, η μη τήρηση του οποίου καθιστά την συμφωνία ακυρώσιμη κατ' εκλογή του αθώου μέρους, στις περιπτώσεις: (α) που οι συμβαλλόμενοι έχουν σαφώς διατυπώσει στην συμφωνία ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης ή (β) όπου οι συνθήκες ή η φύση της συμφωνίας υποδηλούν ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως ο χρόνος εκπλήρωσης τηρηθεί επακριβώς ή (γ) όταν ο χρόνος εφόσον δεν τηρηθεί, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος καταστήσει τον όρο ουσιώδη θέτοντας εύλογο προθεσμία - προειδοποίηση για συμμόρφωση (βλ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.ά.
(1997)1Α Α.Α.Δ. 199). Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο χρόνος με βάση τους όρους της σύμβασης δεν καθίσταται ουσιώδης, το ένα εκ των μερών μπορεί να τον καταστήσει ουσιώδη αν διατείνεται ότι έχουν παραβιαστεί οι όροι της σύμβασης. Θα πρέπει όμως και στην περίπτωση αυτή να παράσχει στο άλλο μέρος λογική προειδοποίηση για συμμόρφωση, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό τον χρόνο ως ουσιώδη (βλ. Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 και Σάντης ν. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288). Αυτό μπορεί με την κατάλληλη ειδοποίηση να γίνει ακόμη και με την πάροδο πολλών ετών (βλ. Ξενοφώντος ν. Τυρίμου
(1984)1 Α.Α.Δ. 23). Ως εξηγείται στην Cybarco Ltd v. Guest κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 2071, με παραπομπή στο Chitty on Contracts, 12η Έκδοση, Τόμος 1, παρ. 21-017, σκοπός της αποστολής της ειδοποίησης, δεν είναι να διαφοροποιηθούν οι όροι της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν μπορούν μονομερώς να τους αλλοιώσουν. Η συνέπεια της ειδοποίησης είναι να τερματίσει την παρεμβολή του δικαίου της επιείκειας στα συμβατικά δικαιώματα των μερών και να προειδοποιήσει τον οφειλέτη ότι στο μέλλον οι σχέσεις τους θα διέπονται από τους όρους της σύμβασης και των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου, ο οποίος κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινοδικαίου. Ως δε προβλέπεται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, ο ζημιωθείς λόγω παράβασης της σύμβασης έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για την ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής της παράβασης. Η γενική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των ζημιών είναι λοιπόν εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί (βλ. Saab a.ο. ν. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και George Charalambous Ltd ανωτέρω). Η ζημία αυτή θα πρέπει να προέκυψε φυσικά κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. Όπως διευκρινίζεται στην Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ. κ.ά. Τρυφωνίδου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 679, η αποκατάσταση του αθώου μέρους έχει ως λόγο την τοποθέτηση του στην θέση την οποία θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι την ζημία την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας. Η λογική πρόβλεψη και τα φυσικά επακόλουθα των όσων ήταν προβλεπτά, όπως διαγράφονται από την σύμβαση, συνιστούν το μέτρο για προσδιορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας (βλ. Markidou v. Kiliaris a.o.
(1983)1 C.L.R. 392, Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23 και Μουρτζινός ν. Του Πλοίου "Galaxias" κ.ά.
(1997)1Α Α.Α.Δ. 80). Ο κανόνας είναι δε ότι οι αποζημιώσεις καθορίζονται κατά το χρόνο της διάρρηξης - παράβασης της σύμβασης, διότι η ζημία την οποία υπέστη το αθώο μέρος αποκρυσταλλώνεται κατά το χρόνο εκείνο και καθένας εκ των συμβαλλομένων μπορεί να κατευθύνει τις πράξεις του ανάλογα με τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Ο κανόνας αυτός δεν είναι όμως άκαμπτος. Εξαίρεση μπορεί να γίνει όταν το επιβάλλει το δίκαιο της υπόθεσης, οπόταν οι αποζημιώσεις μπορεί να εκτιμηθούν σε μεταγενέστερη ημερομηνία (βλ. Saab ανωτέρω, Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.ά.
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1800 και Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1Β Α.Α.Δ. 881). Συμπεράσματα Το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ανωτέρω, ότι η μόνη συμφωνία που διέπει τις σχέσεις των εναγόντων και των εναγόμενων είναι το τεκμήριο 2. Με βάση δε τον όρο 9
(1)της συγκεκριμένης συμφωνίας, οι εναγόμενοι θα μεταβίβαζαν το διαμέρισμα επ' ονόματι των εναγόντων με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε διαμέρισμα και εφόσον οι ενάγοντες είχαν εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις τους. Επιπλέον και ανεξάρτητα του χρόνου μεταβίβασης, οι ενάγοντες δικαιούντο με βάση τη συμφωνία να κατέχουν το διαμέρισμα από τις αρχές Νοεμβρίου 2007, οπότε τους παραδόθηκε. Κατά την κρίση μου, ορθά αναφέρουν οι συνήγοροι των εναγόμενων 1 και 3 στις γραπτές τους αγορεύσεις, ότι τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν με αυτά στην υπόθεση Μάρω Χαραλάμπους, κ.α. v Θέμη Ιωάννου Κτηματική Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ
- Στην υπόθεση εκείνη, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 27/3/1991, οι εφεσείοντες αγόρασαν από την εφεσίβλητη ένα διαμέρισμα, υπό κατασκευή τότε, στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας «ΕΛΕΝΑ ΚΩΡΤ», επί της οδού Π. Κυπριανού, στη Λάρνακα. Ως τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.20.
- Ο όρος 7 του πωλητηρίου εγγράφου, ήταν όμοιος με τον όρο 9
(1)του τεκμ.2 και είχε ως εξής: «7. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΙΣ Η μεταβίβασις θα γίνει εις τον αγοραστήν όταν ο πωλητής εξασφαλίση ξεχωριστόν τίτλον δια το διαμέρισμα και νοουμένου ότι ο αγοραστής έχει εξοφλήση τελείως τις υποχρεώσεις του.» Το διαμέρισμα αποπερατώθηκε και παραδόθηκε στους εφεσείοντες μέσα στο 1991, οι δε εφεσείοντες κατέβαλαν ολόκληρο το τίμημα της πώλησης πλέον £1.000 για «έξτρα» εργασίες. Μετά τρία περίπου χρόνια, με επιστολή των δικηγόρων τους προς την εφεσίβλητη, ημερομηνίας 5/4/1994, οι εφεσείοντες διαμαρτυρήθηκαν ότι καθυστερούσε η έκδοση ξεχωριστών τίτλων για τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Στις 15/6/1994, με νέα επιστολή των δικηγόρων τους, οι εφεσείοντες έταξαν στην εφεσίβλητη προθεσμία δύο μηνών για να τους μεταβιβάσει το διαμέρισμα. Όμως, η εφεσίβλητη δεν απάντησε. Ακολούθησε νέα, τρίτη, επιστολή των δικηγόρων των εφεσειόντων, ημερομηνίας 22/8/1994, με την οποία τερμάτισαν τη συμφωνία και, ταυτόχρονα, ζήτησαν να τους επιστραφούν τα καταβληθέντα ποσά. Εις απάντηση η εφεσίβλητη, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 1/9/1994, πρόβαλε τη θέση ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν νομικά ανίσχυρος. Κατόπιν τούτου, στις 7/9/1994, οι εφεσείοντες καταχώρησαν αγωγή με την οποία αξίωσαν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία της 27/3/1991 τερματίστηκε λόγω υπαιτιότητας της εφεσίβλητης. Αξίωσαν, επίσης, τα καταβληθέντα ποσά, πλέον τόκους και έξοδα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στη συμφωνία καθοριζόταν ο χρόνος μεταβίβασης του διαμερίσματος και αυτός είναι η ημερομηνία που η Εναγομένη Εταιρεία θα εξασφαλίσει ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα. Εφόσον δεν είχε επέλθει αυτό το γεγονός, οι Ενάγοντες δεν ενομιμοποιούντο να ζητήσουν μεταβίβαση. Παρέπεμψε δε στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Εταιρεία Level Tachxcavs Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Συνεπώς η συμφωνία τερματίστηκε από τους Ενάγοντες εντελώς αδικαιολόγητα και κατά παράβαση της συμφωνίας. Η αγωγή απορρίφθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την Έφεση, ανέφερε τα ακόλουθα: « Η ερμηνευτική προσέγγιση του όρου 7 της συμφωνίας, όπως την εισηγείται ο δικηγόρος των εφεσειόντων, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η ορθή ερμηνεία του όρου 7 της συμφωνίας είναι ότι αυτός σκοπό έχει τον καθορισμό του χρόνου εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς μεταβίβαση του διαμερίσματος και, ως τέτοιο χρόνο, καθορίζει το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο πωλητής θα εξασφαλίσει ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα. Δεν γεννάται, επομένως, ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 46 του Κεφ.
- Το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντινίδης ν. Level Tachxcavs Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 600, στις σελίδες 605-606, όπου το πωλητήριο έγγραφο περιλάμβανε όρο πανομοιότυπο με τον όρο 7 της συμφωνίας, είναι άμεσα σχετικό: «Εδώ δεν υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο που θεωρήθηκε ότι ενέπλεκε το άρθρο 46 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Δεν είναι ορθό πως η σύμβαση δεν προσδιόριζε χρόνο εκπλήρωσης της υποχρέωσης των εφεσιβλήτων. Δεν αναφερόταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά όριζε ρητά πως η μεταβίβαση θα γινόταν "ευθύς ως ήθελαν εκδοθεί υπό του Κτηματολογίου οι σχετικοί τίτλοι των οικοπέδων." Έπεται πως στο πλαίσιο των συμβατικών όρων, δεν μπορούσε να υπάρχει περιθώριο αναζήτησης εύλογου χρόνου για πραγματοποίηση της μεταβίβασης και μάλιστα με εναρκτήριο σημείο την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης.» Ενόψει των πιο πάνω, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αξίωση των εφεσειόντων για δήλωση ότι νόμιμα, λόγω υπαιτιότητας της εφεσίβλητης, τερμάτισαν τη συμφωνία της 27.3.1991, όπως, επίσης, και την αξίωσή τους για τα καταβληθέντα ποσά, πλέον τόκους και έξοδα. » Επισημαίνεται εδώ, ότι στην Πολ. Εφ. 78/2007, Ανδρέας Γιάγκου Σάντης v.
- Δέσποινας Χατζηβασιλείου, κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 288, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η χρησιμοποίηση από το Πρωτόδικο Δικαστήριο της υπόθεσης Μάρω Χαραλάμπους ανωτέρω, «.. ως αυθεντίας για το λανθασμένο του τερματισμού της σύμβασης από τον αγοραστή όταν έδωσε προειδοποίηση δύο μηνών για τη μεταβίβαση διαμερίσματος υπό κατασκευή, δεν ήταν ορθή εφόσον εκείνη η υπόθεση κρίθηκε επί των δικών της δεδομένων και χωρίς να υπήρχε ρητή ημερομηνία μεταβίβασης. Αντίθετα το όλο ζήτημα αφορούσε ερμηνεία συγκεκριμένου όρου. Εδώ, υπήρχε ρητή ημερομηνία μεταβίβασης στο πωλητήριο, ασχέτως αν κρίθηκε να μην ήταν ουσιώδης. Ο χρόνος επομένως για τη μεταβίβαση δεν ήταν απεριόριστος, ούτε στην απόλυτη κρίση των εφεσιβλήτων, ούτε και εξαρτάτο με οποιοδήποτε τρόπο από το χρόνο της έκδοσης τίτλου... ». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο, πριν απ' οτιδήποτε άλλο, ν' αναφέρω τα εξής. Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται νόμιμο τερματισμό της συμφωνίας τεκμ.2 από μέρους τους, στις 23/6/2014 και κατ' επέκταση την από τότε εκατέρωθεν απαλλαγή των μερών από τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Παρά ταύτα, συνέχισαν να κρατούν την περιουσία που έλαβαν δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να την κατέχουν, χωρίς όμως να δηλώνουν έτοιμοι να την επιστρέψουν στους εναγόμενους ή έστω να ισχυρίζονται ότι την κρατούν για να μετριάσουν τις κατ' ισχυρισμό ζημιές τους. Υπενθυμίζω ότι οι ενάγοντες δεν ζητούν την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, αφού άλλωστε την τερμάτισαν, κατ' εκείνους νόμιμα. Από την άλλη, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος, ισχυρισμός ο οποίος υποδηλοί ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα συνέχισαν να υφίστανται. Παρά ταύτα, ούτε αυτοί ζητούν την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, δηλαδή τη μεταβίβαση του ακινήτου προς εκπλήρωση της δικής τους συμβατικής υποχρέωσης, αφού έχουν ήδη λάβει το τίμημα αγοράς, ενώ την ίδια στιγμή οι δύο εκ των εναγόμενων θεωρούν ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να κατέχουν την περιουσία, που είναι κοινώς αποδεκτό ότι την έλαβαν και δικαιούνται να την κρατούν για όσο καιρό η σύμβαση ευρίσκεται σε ισχύ. Με άλλα λόγια, οι θέσεις που αμφότερες οι πλευρές προβάλλουν εν σχέση με τα εκατέρωθεν δικαιώματα επί της επίδικης περιουσίας, δεν συνάδουν με τις θέσεις που προβάλλονται εν σχέση με τον τερματισμό της συμφωνίας ή με το αν παρέμεινε ή όχι σε ισχύ η συμφωνία μετά τις 23/6/2014. Αυτό διότι αν ο τερματισμός κηρυχθεί νόμιμος, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, τότε οι τελευταίοι δεν θα νομιμοποιούνται να έχουν την κατοχή της επίδικης περιουσίας από τις 23/6/2014 που ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν νόμιμα και υπενθυμίζω ότι δεν προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι την κρατούν για να μετριάσουν τις ζημιές τους. Ενώ από την άλλη, αν ο τερματισμός είναι παράνομος, ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, τότε οι τελευταίοι δεν δικαιούνται να έχουν παράπονο για το ότι οι ενάγοντες συνεχίζουν να κρατούν την περιουσία, την οποία δυνάμει της συμφωνίας δικαιούνται να κρατούν μέχρι να εγγραφεί στο όνομα τους, ως η σύμβαση προνοεί. Τούτων λεχθέντων, θα προχωρήσω, παρά ταύτα, να εξετάσω το θέμα του νόμιμου ή μη του τερματισμού της συμφωνίας υπό των εναγόντων. Εν προκειμένω, δεν είχε εξασφαλιστεί χωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για κάθε διαμέρισμα και συνεπώς δεν τίθετο θέμα μη τήρησης του χρόνου που συμφωνήθηκε. Κατ' επέκταση δεν μπορούσαν οι ενάγοντες να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο, δίνοντας εύλογη προθεσμία. Συνεπώς, αποτελεί διαπίστωση μου ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν υπό τις περιστάσεις να ζητήσουν μεταβίβαση, όταν την ζήτησαν και επομένως όταν η συμφωνία τερματίστηκε από μέρους τους, αυτό έγινε εντελώς αδικαιολόγητα και κατά παράβαση της συμφωνίας. Ο παράνομος, στην έννοια ότι είναι αδικαιολόγητος / εσφαλμένος (wrongful), τερματισμός της συμφωνίας, συνιστά διάρρηξη της συμφωνίας (Pop Life Electric Shops Ltd κ.ά. ν. Ονησιφόρου κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 359), που επιτρέπει στο αναίτιο μέρος να διεκδικήσει θεραπεία από το μέρος που είχε προχωρήσει στον παράνομο τερματισμό (βλ. Πολ. Έφ.264/2014, Demari Kronos Limited v 1. Michael Leslie Gray, κ.α., ημερ.22/2/2023). Αποτελεί κανόνα στο δίκαιο των συμβάσεων, ότι το αναίτιο μέρος μιας συμφωνίας έχει την επιλογή είτε να θεωρήσει την παράβαση από το υπαίτιο μέρος ως τερματίζουσα την σύμβαση, να αποδεχθεί τον τερματισμό εκ μέρους του υπαιτίου μέρους και να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις, οπότε και οι δύο πλευρές απαλλάσσονται από την περαιτέρω εκτέλεση των προνοιών της σύμβασης, είτε να ζητήσει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και επιπλέον αποζημιώσεις για τυχόν ζημιά που προέκυψε από αργοπορία στην εκτέλεση της συμφωνίας. Δύναται επίσης να προχωρήσει και με τις δύο πιο πάνω θεραπείες διαζευκτικά, αν και στη δίκη θα πρέπει να επιλέξει ποια εν τέλει θα ακολουθήσει. Αν ο ένας συμβαλλόμενος αποδεχθεί την παράβαση και τερματίσει την σύμβαση, δεν μπορεί να ζητήσει ειδική εκτέλεση εφόσον και οι δύο πλευρές απαλλάσσονται από την περαιτέρω εκτέλεση (βλ. Metaxas Loizides Syrimis & Co v. L.K. Globalsoft Com. Ltd
(2007)1A Α.Α.Δ. 54 και Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών «Λευκόνοικο» Λτδ ν. Εμπορική Κεφαλαίου και Συμμετοχών Α.Ε. κ.ά.
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2691). Τον Πωλητή, με βάση τη συμφωνία, συνιστούν και οι τρείς εναγόμενοι. Οι εναγόμενοι δηλαδή, αποτελούν μαζί το ένα μέρος της συμφωνίας. Παρά ταύτα όμως, παρατηρώ τα εξής. Ο εναγόμενος 1, πέραν της απόφασης με την οποία ν' αναγνωρίζεται ότι ο τερματισμός υπό των εναγόντων είναι παράνομος, ζητά με την ανταπαίτηση του απόφαση με την οποία ν' αναγνωρίζεται ότι το πωλητήριο έγγραφο τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας των εναγόντων. Οι εναγόμενες 2 και 3 δεν ζητούν κάτι τέτοιο και ότι παραμένει σε σχέση με αυτές, είναι η θέση τους πως ο τερματισμός υπό των εναγόντων είναι παράνομος. Η εναγόμενη 2, άνευ βλάβης της θέσης της ότι ο τερματισμός είναι παράνομος, αναφέρει στην υπεράσπιση της ότι αν οι ενάγοντες αποδείξουν τη νομιμότητα του τερματισμού, ζητά αποζημιώσεις / ενδιάμεσα οφέλη. Στην ανταπαίτηση της, αξιώνει αποζημιώσεις / ενδιάμεσα οφέλη από 25/6/2014 μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής (του διαμερίσματος), ως επίσης γενικές ή και επαυξημένες ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις για καταπάτηση ή και παράνομη κατοχή ή και σφετερισμό του ακινήτου. Η εναγόμενη 3 επίσης, ισχυρίζεται ότι εάν οι ενάγοντες αποδείξουν ότι ο τερματισμός είναι νόμιμος, τότε ζητά αποζημιώσεις. Με την ανταπαίτηση της δε, ζητά γενικές αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή και ή εκμετάλλευση του ακινήτου και αποζημιώσεις / ενδιάμεση οφέλη από τις 25/4/2014 μέχρι την παράδοση ελεύθερης κατοχής του διαμερίσματος. Ο εναγόμενος 1, δεν προβάλλει τέτοιες αξιώσεις. Και όλοι οι εναγόμενοι, ζητούν την επιστροφή του ποσού που εισέπραξαν οι ενάγοντες μέσω της εγγυητικής. Την ίδια στιγμή, με βάση τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, ο κάθε εναγόμενος ζητά απόφαση ως η ανταπαίτηση του. Όλοι όμως υποστηρίζουν ότι οι ενάγοντες ενήργησαν αντισυμβατικά και ο τερματισμός ήταν παράνομος. Συνδυαστικά όλα τα πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επικρατεί πλήρης σύγχυση και αντιφατικότητα αναφορικά με το ποιες είναι οι πραγματικές και νομικές θέσεις των μερών και τι ακριβώς είναι που ζητούν. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι οι εναγόμενοι, ως ο Πωλητής στην επίδικη συμφωνία, όχι μόνον δεν τερμάτισαν τη συμφωνία επικαλούμενοι ως λόγο για τούτο τη διάρρηξη της συμφωνίας από μέρους των εναγόντων, αλλά δεν αποδέχτηκαν ούτε τον τερματισμό υπό των εναγόντων και ζήτησαν την κήρυξη του ως παράνομου και το Δικαστήριο με βάση όσα αναφέρθηκαν έκρινε πράγματι ως παράνομο τον τερματισμό, ενώ περαιτέρω δεν έχουν ζητήσει ούτε την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, συνάγεται ότι τα μέρη δεν έχουν απαλλαχθεί από τους όρους της συμφωνίας, η οποία συνεχίζει να ευρίσκεται σε ισχύ. Στην ουσία λοιπόν, οι απαιτήσεις στη βάση του ότι οι ενάγοντες κατέχουν παράνομα το διαμέρισμα και για ενδιάμεσα οφέλη, δεν έχουν κανέναν νομικό ή πραγματικό έρεισμα. Επισημαίνεται πάντως, ανεξάρτητα τούτου, ότι καμία αναφορά δεν υπάρχει από τους συνηγόρους των εναγόμενων 2 και 3 στις αγορεύσεις τους στις συγκεκριμένες αξιώσεις, ούτε όμως υπάρχει παραπομπή στη μαρτυρία και σε νομολογία. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρεται εδώ ότι δεν έχει δικογραφηθεί πουθενά από τους εν λόγω εναγόμενους η ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε και έχει παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία και συνεπώς δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως να αποδοθούν τέτοιες αποζημιώσεις αφού δεν μπορούν να υπολογιστούν. Στη βάση των πιο πάνω και έχοντας διαπιστώσει ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν τη συμφωνία με το να επιχειρήσουν να την τερματίσουν αδικαιολόγητα, κρίνω ότι η αγωγή των εναγόντων, η οποία εδράζεται στον ισχυρισμό ότι η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα, δεν μπορεί παρά ν' απορριφθεί. Το ερώτημα που παραμένει, είναι αν συνεπεία αυτής της παράβασης των εναγόντων, οι εναγόμενοι δικαιούνται σε αποζημιώσεις και δη στις αποζημιώσεις που ζητούν. Σε σχέση με το ερώτημα αυτό, παρατηρώ τα εξής. Όσον αφορά τις αποζημιώσεις που ζητούν οι εναγόμενοι 2 και 3 για κατ' ισχυρισμό παράνομη κατοχή περιουσίας, όπως έχω ήδη αναφέρει, οι αποζημιώσεις δεν μπορούν να δοθούν, ενόψει του ότι κρίθηκε ότι η σύμβαση δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες κατέχουν την επίδικη περιουσία δεν τερματίστηκε ποτέ νόμιμα. Σε ότι αφορά την αξίωση επιστροφής του ποσού της εγγυητικής που πληρώθηκε στους ενάγοντες, οφείλω να πω εδώ ότι η συγκεκριμένη αξίωση, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν είχε ούτως ή άλλως κάποια πιθανότητα επιτυχούς κατάληξης. Οι εναγόμενοι 2 και 3, έχοντας υπόψη τις θέσεις που προβάλλουν στα δικόγραφα τους και λαμβάνοντας υπόψη ότι, αφενός, δεν αποτελούν μέρη της εγγυητικής και αφετέρου, κανένα ποσό δεν χρεώθηκαν από την είσπραξη της εγγυητικής, δεν είναι αντιληπτό που βασίζουν τη συγκεκριμένη αξίωση τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, επαναλαμβάνεται εδώ ότι η ορθότητα ή η νομιμότητα της εκτέλεσης της εγγυητικής δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην υπό κρίση αγωγή, ούτε και έχει δικογραφηθεί από οποιονδήποτε εκ των εναγόμενων, αλλά κυρίως από τον εναγόμενο 1, ότι δεν εκτελέστηκε ορθά η εγγυητική. Η εγγυητική είναι σύμβαση μεταξύ της Τράπεζας και του εναγόμενου 1, διαφορετική και ανεξάρτητη από τη σύμβαση μεταξύ των μερών (τεκμ.2) και με δικούς της όρους. Παρενθετικά, να επαναλάβω και εδώ, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να εξεταστεί θέμα ορθής ή νόμιμης εκτέλεσης της εγγυητικής, έχοντας υπόψη ότι δεν είναι μέρη στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Στο πλαίσιο της παρούσας λοιπόν, η ισχυριζόμενη ζημιά του εναγόμενου 1 από την εκτέλεση της εγγυητικής, είναι ζήτημα αποσυνδεδεμένο από την παράβαση της επίδικης συμφωνίας τεκμ.2 και η αξίωση του, επαναλαμβάνεται, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι δικαιούνται γενικές αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος 1, στην ανταπαίτηση του ζητά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, όχι όμως οι εναγόμενοι 2 και 3. Όμως παρέχεται θεωρώ η δυνατότητα παροχής θεραπείας, η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα που δικογραφούνται στο σώμα της έκθεσης απαίτησης, έστω και αν η θεραπεία αυτή δεν έχει ζητηθεί (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1(A) A.A.Δ. 400 και Πολ. Έφ. 374/2005, Demil Co Ltd v. A. Panayides Constracting Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 661). Με δεδομένη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν την επίδικη συμφωνία, θεωρώ ότι όλοι οι εναγόμενοι δικαιούνται σε κάποιες αποζημιώσεις. Ενόψει όμως του ότι κανένας εκ των εναγόμενων δεν έχει προβάλει οτιδήποτε το σχετικό, αναφορικά με το ύψος τέτοιων αποζημιώσεων ή την έκταση τους, και ούτε και υπάρχουν στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε ίσως το Δικαστήριο να εξαγάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα για το ποιο θα ήταν υπό τις περιστάσεις το εύλογο ύψος των αποζημιώσεων, κρίνω ότι μόνον ονομαστικές αποζημιώσεις θα μπορούσαν να επιδικαστούν. Όμως εδώ θα πω και το εξής. Στην περίπτωση που οι εναγόμενοι ενεργούσαν στη βάση της πιο πάνω αναφερθείσας νομολογίας και αξίωναν συγκεκριμένες αποζημιώσεις, η αποζημίωση που θα δικαιούνταν, είναι η διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης του διαμερίσματος στους ενάγοντες και της αγοραίας του αξίας κατά το χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας, δηλαδή την ημερομηνία του παράνομου τερματισμού. Αυτό είναι το κλασσικό μέτρο σε περιπτώσεις αυτής της φύσης (βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Δημήτρη κ.ά. ν. Beven κ.ά.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 663 και την υπόθεση Demari Kronos Limited ανωτέρω). Είναι σαφές όμως ότι δεν ζητείται τέτοια θεραπεία με βάση τις ανταπαιτήσεις. Ούτε έχει δικογραφηθεί οτιδήποτε σχετικό από τους εναγόμενους ή η αγοραία αξία του διαμερίσματος κατά τον τερματισμό και το θέμα ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να εξεταστεί. Ό,τι θα μπορούσε λοιπόν να επιδικαστεί στους εναγόμενους, είναι και πάλιν ονομαστικές αποζημιώσεις για παράβαση της επίδικης συμφωνίας από τους ενάγοντες. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η μεν αγωγή απορρίπτεται, οι δε ανταπαιτήσεις επιτυγχάνουν μόνον στο βαθμό που αφορούν σε αποζημιώσεις για διάρρηξη συμφωνίας, οι οποίες για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί θα είναι ύψους €100 σε σχέση με τον κάθε εναγόμενο. Όσον αφορά την απαίτηση της εναγόμενης 2 εναντίον των εναγόμενων 1 και 3 για αποζημίωση και ή συνεισφορά, ενόψει της απόρριψης της αγωγής, αυτή θα πρέπει ν' απορριφθεί ως άνευ ουσίας. Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής και των ανταπαιτήσεων, χωρίς να παραγνωρίζω ότι η μεν αγωγή απορρίφθηκε, οι δε ανταπαιτήσεις οδήγησαν στην επιδίκαση μόνον ονομαστικών αποζημιώσεων, έχοντας υπόψη μου την πλήρη σύγχυση που διαπιστώθηκε να επικρατεί σε σχέση με τις θέσεις όλων των διαδίκων, η οποία σύγχυση περιέπλεξε τα πράγματα και συνέβαλε στη δημιουργία και αύξηση των εξόδων, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της τόσο στην αγωγή, περιλαμβανομένης και της απαίτησης που υπεβλήθη για συνεισφορά, όσο και στην ανταπαίτηση. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, στο πλαίσιο της ανταπαίτησης κάθε εναγόμενου ξεχωριστά, εκδίδεται απόφαση υπέρ του και εναντίον των εναγόντων 1 και 2 για το ποσό των €100.-, πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα. Η αγωγή των εναγόντων απορρίπτεται. Η απαίτηση της εναγόμενης 2 για συνεισφορά απορρίπτεται. Τόσο στην αγωγή, περιλαμβανομένης και της απαίτησης που υπεβλήθη για συνεισφορά, όσο και στην ανταπαίτηση, η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.)................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο