← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 733/2016, 10/7/2023

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 733/2016, 10/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 733/2016 Μεταξύ : ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. .... ΚΥΡΙΑΚΟΥ
  2. ..... ΓΕΩΡΓΙΟΥ (....)
  3. ... ΔΗΜΗΤΡΗ
  4. ..... ΡΑΝΤΖΙΑΝΙ Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Κ. Κώστα για Γιώργος Α. Βασιλείου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 4: κα Γ. Πάτσαλου για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Η παρούσα υπόθεση, έχει προχωρήσει σε ακρόαση μόνον σε σχέση με την εναγόμενη
  5. Αναφορικά με τους υπόλοιπους εναγόμενους έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις προγενέστερα, καθότι αυτοί, παρά την επίδοση της αγωγής σ' αυτούς, δεν καταχώρισαν εμφάνιση στη διαδικασία και οι ενάγοντες προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησης τους εναντίον τους. Οι Ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή τους, αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1 - 4, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, ποσό €6.290,05, πλέον τόκο προς 9,75% από 1/1/2016 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου ημερ.12/8/2009, που διέπεται από το νόμο περί Καταναλωτικής Πίστης, συμφώνησαν με τον εναγόμενο 1 την παραχώρηση δανείου ύψους €10.000.-. Με βάση τη ρηθείσα συμφωνία, οι ενάγοντες άνοιξαν προς όφελος του εναγόμενου 1 τον λογαριασμό υπ΄ αριθμό ....-8 και παραχώρησαν σ' αυτόν το δάνειο. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, κατά ή περί την 12/8/2009, υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης και εγγυήθηκαν προς τους ενάγοντες από κοινού και χωριστά όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου
  6. Οι ενάγοντες δε, λόγω μη τήρησης των όρων της συμφωνίας από τον εναγόμενο 1, με επιστολές τους ημερ. 14/6/2013, 31/1/2014 και 31/3/2014 κάλεσαν τους εναγόμενους όπως μεριμνήσουν για επανόρθωση της παράβασης τους, χωρίς όμως αυτοί ν' ανταποκριθούν. Γι΄ αυτό οι ενάγοντες, με επιστολή τους ημερ. 15/5/2014, τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους να προβούν σε πλήρη και τέλεια εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, πλέον τόκο προς 9,75%, αλλά αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν. Η εναγόμενη 4, με την υπεράσπιση της, πλην του ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη και μεταξύ των ασχολιών της είναι και ο δανεισμός χρημάτων και ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων με αντάλλαγμα την πληρωμή τόκου και ότι με απόφαση των μελών της μετονομάστηκε από Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου - Δρομολαξιάς σε Συνεργατική Πιστωτική Αλληλεγγύης από τις 21/9/2009 και μετέπειτα σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αλληλεγγύης Λτδ από τις 24/6/2013, αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων. Ισχυρίζεται δε, μεταξύ άλλων, ως ακολούθως:
  7. Η εναγόμενη 4 είναι αλλοδαπή και κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και δεν διαβάζει ελληνικά, ούτε μιλά την ελληνική γλώσσα, παρά μόνο βασικές και λιγοστές λέξεις και ως εκ τούτου τα οποιαδήποτε έγγραφα φέρουν την υπογραφή της, δεν την δεσμεύουν και είναι άκυρα και ή παράνομα, εφόσον δεν υπογράφηκαν με την ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση της, δεν της δόθηκε η ευκαιρία για να λάβει ξεχωριστή νομική συμβουλή και ούτε αντιλήφθηκε το νόημα των οποιωνδήποτε εγγράφων που φέρουν την υπογραφή της.
  8. Σε ότι αφορά τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, οι οποίοι καταγράφονται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, αναφέρει ότι αυτοί είναι παράνομοι, καταχρηστικοί και επιβλήθηκαν μονομερώς, χωρίς να ενημερωθεί προσυμβατικά και ή χωρίς διαπραγμάτευση.
  9. Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό αποτελεί προϊόν παράνομου ανατοκισμού και ή χρέωση μη νόμιμων δικαιωμάτων και εξόδων.
  10. Ο τόκος 7,50% που χρέωναν οι ενάγοντες με βάση τη συμφωνία και ο τόκος 9,75% που χρέωναν μεταγενέστερα, είναι παράνομος και ή αντισυμβατικός και ουδέποτε οι ενάγοντες πληροφόρησαν τους εναγόμενους για την χρέωση των τόκων.
  11. Η εναγόμενη 4 δεν παραδέχεται τη σύναψη συμφωνίας εγγύησης. Άνευ βλάβης και διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί η υπογραφή της, αυτή είναι παράνομη και ή άκυρη και ή άνευ εννόμου αποτελέσματος εφόσον αντίκειται στον περί Εγγυητών Νόμο και δεν τηρήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες του νόμου και ή δεν αντιλήφθηκε την ισχυριζόμενη εγγύηση και τους όρους της και ουδέποτε θα υπέγραφε εάν της επεξηγείτο, εφόσον η ίδια δεν είχε και ούτε έχει τους πόρους και τα εισοδήματα για ν' αποπληρώσει οποιοδήποτε δάνειο σε περίπτωση που δεν το αποπλήρωνε ο πρωτοφειλέτης. Επίσης, οι ενάγοντες δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το νόμο για την προστασία των εγγυητών, αφού απέτυχαν να ενημερώνουν την εναγόμενη 4 μετά την πάροδο 3 μηνών και ή δόσεων από την ημέρα που όφειλε ο εναγόμενος 1 να αποπληρώσει το επίδικο δάνειο και ή υπερέβη το όριο του με αποτέλεσμα να τη ζημιώσουν.
  12. Η εναγόμενη 4 ισχυρίζεται επίσης, ότι ουδέποτε παρέλαβε τις αναφερόμενες από τους ενάγοντες επιστολές και οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν με το νόμιμο και ή συμβατικό τρόπο την ισχυριζόμενη έγγραφη συμφωνία και ή σε περίπτωση που το έπραξαν αυτό, όπως ισχυρίζονται, ο εν λόγω τρόπος που το έπραξαν ήταν παράνομος, αντισυμβατικός και καταπιεστικός για τους εναγόμενους και ή τερμάτισαν το επίδικο δάνειο πρόωρα και η εναγόμενη 4 δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής τερματισμού, η οποία ήταν στην ελληνική γλώσσα.
  13. Σε άλλο σημείο, η εναγόμενη 4 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ήταν αμελείς κατά την χορήγηση του επίδικου δανείου και τη λειτουργία του και ή παρέβηκαν τα νόμιμα καθήκοντα τους, παραθέτει δε λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης νόμιμων καθηκόντων των εναγόντων. Στη βάση όλων πιο πάνω ισχυρισμών της, η εναγόμενη 4 ζητά την απόρριψη της αγωγής εναντίον της. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι παρά το γεγονός ότι το δικόγραφο της εναγόμενης 4 τιτλοφορείται «Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Εναγόμενης 4», εντούτοις για άγνωστο λόγο δεν έχει περιληφθεί ανταπαίτηση και καμία εξήγηση δεν έχει δοθεί για τούτο ή ζητήθηκε οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Οι ενάγοντες στην απάντηση τους στην υπεράσπιση, ουσιαστικά αρνούνται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης 4 και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον της εναγόμενης 4, οι ενάγοντες κάλεσαν δυο μάρτυρες ήτοι την .... Σεργίου (ΜΕ1) και την ... Σάββα (ΜΕ2). Από πλευράς εναγόμενης 4, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ίδια. Η Σεργίου (ΜΕ1), ως αναφέρει στην κατάθεση της τεκμήριο 1, από τις 17/10/2022 εργάζεται ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής η Altamira) δυνάμει σχετικής συμφωνίας με τους ενάγοντες, με βάση την οποία η εν λόγω εταιρεία Altamira ενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων (βλ.τεκμ.2) και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων - εγγυήσεων και συναφών θεμάτων, μεταξύ αυτών και το επίδικο δάνειο και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Αναφέρει περαιτέρω ότι είναι μια από τις λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις των εναγόντων και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από τους ενάγοντες όσο και από την Altamira (βλ. τεκμ.3) για να δώσει τη μαρτυρία της. Στα πλαίσια των καθηκόντων της δε, έχει στην κατοχή της τα έγγραφα ή αντίγραφα των εγγράφων, αναλόγως της περίπτωσης, που αφορούν τις διάφορες συμφωνίες δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων που καταλήγουν σε αγωγή εναντίον οφειλετών - πελατών των εναγόντων. Εν συνεχεία, η μάρτυρας εξηγεί λεπτομερώς στην κατάθεση της, τις αλλαγές και μετονομασίες που έλαβαν χώραν αναφορικά με τους ενάγοντες και πως η ΣΠΕ Αραδίππου - Δρομολαξιάς έφτασε τελικά να φέρει το όνομα των εναγόντων (βλ. τεκμήρια 4 - 7 και τις σχετικές ειδοποιήσεις που ευρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου). Κατά την μαρτυρία της, κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα έγγραφα:
  14. Συμφωνία Δανείου ημερ. 12/8/2009, ως τεκμήριο
  15. Σύμβαση εγγύησης ημερ. 12/8/2009, ως τεκμήριο
  16. Επιστολές των εναγόντων ημερ. 14/6/2013, 31/1/14 και 31/3/2014, ως τεκμήρια 10, 11 και 12 αντίστοιχα.
  17. Επιστολή τερματισμού ημερ. 15/5/2014, ως τεκμήριο
  18. Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, μαζί με πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, ως τεκμήριο
  19. Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, μαζί με πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, ως τεκμήριο
  20. Η μάρτυρας ανέφερε ότι, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ.12/8/2009 (βλ. τεκμ.8), που διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους €10.000, το οποίο θα ήταν πληρωτέο δια 40 μηνιαίων δόσεων εκ €300 εκάστη και άνοιξαν επ΄ ονόματι του το λογαριασμό υπ΄αριθμό ...12, ο οποίος αργότερα μετατράπηκε σε .....12-8 και πιο μετά σε .....
  21. Με βάση δε τη συμφωνία, το δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 7,50%, ήτοι βασικό επιτόκιο 3,50% και περιθώριο 4,00% και σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή σε περίπτωση που το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο καταστεί πληρωτέο και ή απαιτητό, θα υπήρχε τόκος υπερημερίας μέχρι 3%. Επίσης, προνοείτο στη συμφωνία ότι, οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δυο φορές ετησίως, ήτοι την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Η εναγόμενη 4, μαζί με τους εναγόμενους 2 και 3, εγγυήθηκε προσωπικά τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, υπογράφοντας το έγγραφο εγγύησης ημερ. 12/8/2009 (βλ. τεκμ.9). Εξ΄ όσων γνωρίζει, η εγγύηση που υπέγραψε η εναγόμενη 4 είναι καθόλα νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική, έχει καταρτιστεί κανονικά και νομότυπα, έχει υπογραφεί ενώπιον μαρτύρων και ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Αποτελούσε πάγια τακτική των εναγόντων να επεξηγούνται οι βασικοί όροι των συμφωνιών που υπέγραφαν οι πρωτοφειλέτες και οι εγγυητές. Η εναγόμενη 4 δε, πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, είχε την ευκαιρία της ελεύθερης και ατομικής διαπραγμάτευσης με τους ενάγοντες, όπως ορίζεται στους περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμους και επίσης αντιλήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο αυτής και των εγγράφων που υπέγραφε. Επίσης, η εναγόμενη 4 είχε την ευκαιρία εάν το επιθυμούσε να λάβει και ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η εναγόμενη 4 διαμένει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Κύπρο και γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, πέραν δε τούτου της επεξηγήθηκαν από τους ενάγοντες σε απλή ελληνική γλώσσα τα επίδικα έγγραφα εγγύησης, καθώς και οι συνέπειες της υπογραφής από μέρους της αυτών των εγγράφων και δήλωσε ότι αντιλήφθηκε τόσο το περιεχόμενο των εγγράφων όσο και τις συνέπειες της υπογραφής τους και έθεσε με ελεύθερη βούληση την υπογραφή της. Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου και η εναγόμενη 4 κατά παράβαση των όρων του εγγράφου εγγύησης, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με αυτούς, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καλέσουν επανειλημμένα τους εναγόμενους δια των επιστολών τεκμήρια 10, 11 και 12 όπως μεριμνήσουν για την επανόρθωση της παράβασης τους, χωρίς όμως καμία ανταπόκριση. Λόγω μη συμμόρφωσης δε των εναγόμενων με τις πιο πάνω επιστολές, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 15/5/2014 τερμάτισαν τη λειτουργία του ως άνω λογαριασμού (βλ. τεκμ.13). Όσον αφορά την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που έχει ετοιμάσει (βλ. τεκμ.15), λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (βλ. τεκμ.14), ανέφερε ότι έχει αφαιρέσει όλες τις πρόσθετες χρεώσεις, όπως έξοδα τήρησης λογαριασμού και έξοδα επιστολών και παρέμεινε μόνο η χρέωση του αρχικού κεφαλαίου το οποίο εισπράχθηκε από τους εναγόμενους, πλέον η κεφαλαιοποίηση του τόκου. Με βάση δε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται στο ποσό των €7.570,13 πλέον τόκο προς 6,5% από 1/7/2022 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους και αξιώνεται απόφαση εναντίον της εναγόμενης 4 για το εν λόγω ποσό. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι δεν είχε προσωπική ανάμειξη κατά τον χρόνο υπογραφής του δανείου, όμως ένεκα της θέσης της έχει στην κατοχή της όλα τα έγγραφα του δανείου, τα έχει μελετήσει και είναι σε θέση να αναλύσει το περιεχόμενο τους. Στη συνέχεια, ερωτώμενη για τη διακύμανση του επιτοκίου, με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση μιλούμε για κυμαινόμενο επιτόκιο, ανέφερε ότι από 14/8/2009 μέχρι 28/2/2011 ήταν το συμβατικό επιτόκιο 7,50%, από 1/3/2011 μέχρι 31/1/2012 ήταν 8%, από 1/2/2012 μέχρι 31/12/2012 ήταν 8,25%, από 1/1/2013 μέχρι 30/6/2014 ήταν 8,50%, από 1/7/2014 μέχρι 30/6/2016 ήταν 9,50% και από 1/7/2016 μέχρι σήμερα είναι 6,50%. Αναφορικά με την μητρική γλώσσα της εναγόμενης 4, ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια είναι, όμως από την υπεράσπιση βλέπει ότι είναι από την Σρι Λάνκα. Από τα έγγραφα βλέπει ότι βρισκόταν αρκετά χρόνια στην Κύπρο και είναι σε θέση να γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Για το πόσα χρόνια ήταν η εναγόμενη στην Κύπρο, πριν το 2009 που υπογράφηκε η συμφωνία, είπε ότι δεν γνωρίζει, όμως μπορεί να πει ότι γνώριζε και αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα μέσα από την ίδια τη σύμβαση εγγύησης, όπου φαίνεται ότι υπέγραψε και από την παράγραφο 25 φαίνεται ότι ενημερώθηκε δεόντως τι υπέγραφε. Δεν έχει οποιοδήποτε έγγραφο πέραν από την σύμβαση, ότι ενημερώθηκε δεόντως και είχε την ευκαιρία να προβεί σε ατομική διαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης, όμως γνωρίζει ότι ήταν πάγια τακτική των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων να επεξηγούν στους πελάτες τους, τους βασικούς όρους της σύμβασης, να είναι σίγουροι ότι υπήρχε κατανόηση των όρων και μετά προέβαιναν στην υπογραφή. Όσον αφορά την τακτική αυτή, ανέφερε ότι γνωρίζει από πρώην υπαλλήλους των Συνεργατικών Ιδρυμάτων, με τους οποίους είχε επικοινωνία, ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτο για να γίνει η παροχή δανείου, δηλαδή η επεξήγηση, η διαπραγμάτευση και η παροχή. Είναι σίγουρη ότι ακολουθήθηκε η πάγια τακτική και επίσης όταν το πρόσωπο δεν είχε κυπριακή - ελληνική καταγωγή για ν' αντιλαμβάνεται πλήρως τα ελληνικά, η επεξήγηση γινόταν στην ελληνική και επίσης τα καταστήματα έφερναν μεταφραστή που να μιλά την γλώσσα κατανόησης του πελάτη και γινόταν και η επεξήγηση όπως έγινε στην παρούσα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έφεραν μεταφραστή και ως έλαβε ενημέρωση της επεξηγήθηκαν οι βασικοί όροι της εγγύησης σε γλώσσα που κατανοούσε. Ερωτώμενη ποια ήταν αυτή η γλώσσα, απάντησε ότι δεν γνωρίζει την γλώσσα που κατανοούσε. Σε υποβολή ότι η εναγόμενη 4 δεν διαβάζει ελληνικά, δήλωσε ότι διαφωνεί και ανέφερε ότι έχει υπογράψει τη σύμβαση και εξ΄ όσων αντιλαμβάνεται είναι σίγουρο ότι γνωρίζει. Επίσης, διαφώνησε ότι το 2009, η εναγόμενη 4 γνώριζε κάποιες σπαστές ελληνικές φράσεις μόνο, αναφέροντας ότι για να έχει την άνεση να εγγυηθεί άλλο πρόσωπο σε λήψη δανείου, σημαίνει γνώριζε την ελληνική. Τέθηκε επίσης στη μάρτυρα, ότι η εναγόμενη 4 δεν έλαβε ποτέ τις επιστολές τεκμήρια 10, 11 και 12 και απάντησε ότι εφόσον οι επιστολές δεν επιστράφηκαν, τεκμαίρεται ότι έχουν παραδοθεί στην εναγόμενη
  22. Επίσης, ανέφερε ότι οι επιστολές αποστέλλονταν στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση που αναφερόταν στα έγγραφα που υπέγραψε η εναγόμενη
  23. Με δεδομένο ότι στην επιστολή ημερ. 14/6/2013 (τεκμ.10) αναφέρεται ότι υπήρχαν καθυστερήσεις ύψους €4.763,99 και έκαστη δόση δανείου ήταν €300, ετέθη στη μάρτυρα ότι δεν ειδοποίησαν αμέσως την εναγόμενη 4 μόλις ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τρεις δόσεις, με την ίδια ν' απαντά ότι δεν γνωρίζει εάν είχε σταλεί οποιαδήποτε άλλη επιστολή. Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν ο πρωτοφειλέτης είχε την οικονομική άνεση να πληρώσει εκείνο τον καιρό που καθυστέρησε την καταβολή των τριών δόσεων, όμως εάν την είχε λογικά θα το είχε κάνει. Η μάρτυρας απάντησε και σε διάφορες άλλες υποβολές και ερωτήσεις, αρνούμενη, μεταξύ άλλων, ότι η υπογραφή της εναγόμενης δεν εξασφαλίστηκε με ελεύθερη συναίνεση της και ότι παραπλανήθηκε, ενώ ως ανέφερε δεν γνωρίζει πως υπολογίζεται το βασικό επιτόκιο στην παρούσα. Τέλος, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι οι υπολογισμοί και τα ποσά στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένα. Η Σάββα ΜΕ2, ως αναφέρει στην κατάθεση της τεκμήριο 16, από το 2005 μέχρι το 2018 εργαζόταν στους ενάγοντες, ως ήταν τότε. Από το 2006 μέχρι το 2010 εργαζόταν στο Τμήμα Εγγράφων των εναγόντων και ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν η ετοιμασία των εγγράφων δανείων, των εγγράφων εγγυήσεως, καθώς και όσων άλλων εγγράφων ήταν απαραίτητα για την χορήγηση δανείων. Ετοίμαζαν τα έγγραφα ανάλογα με τα γεγονότα εκάστης υπόθεσης και ακολούθως ειδοποιούσαν τους πελάτες ώστε να έρθουν να υπογράψουν. Μεταξύ των εγγράφων που ετοιμάστηκαν από το τμήμα της, ήταν η συμφωνία δανείου και η σύμβαση εγγύησης της παρούσας υπόθεσης. Ανέφερε δε, ότι η εναγόμενη 4 ήρθε στο γραφείο τους στις 12/8/2009, μαζί με τον σύζυγο της - εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη και τους άλλους εγγυητές. Ήταν παρούσα η ίδια και η συνάδελφος της Τασούλα Χρυσοστόμου. Η εναγόμενη 4 παρόλο που είναι αλλοδαπή, μιλούσε και αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα. Πριν την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης από την εναγόμενη 4, ως ήταν η πάγια τακτική των εναγόντων, της επεξηγήθηκαν σε απλή και κατανοητή γλώσσα, ώστε να είναι εύκολο γι΄ αυτήν ν' αντιληφθεί όλους τους όρους συμφωνίας εγγύησης που θα υπέγραφε, καθώς και τις νομικές συνέπειες που θα είχε από την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης. Επίσης, την ενημέρωσε, εάν το επιθυμεί να συμβουλευτεί δικηγόρο για τα έγγραφα που επρόκειτο να υπογράψει, κάτι το οποίο δεν έπραξε, αλλά ούτε και από μόνη της εξέφρασε την επιθυμία να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η εναγόμενη 4 αφού αντιλήφθηκε το νόημα του εγγράφου εγγύησης, με προθυμία, ελεύθερη βούληση και χωρίς δισταγμό το υπέγραψε. Ακολούθως δε, υπέγραψαν ως μάρτυρες η ίδια και η συνάδελφος της Τασούλα. Επισημαίνεται εδώ ότι, η μάρτυρας αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου και υπέδειξε, την εναγόμενη
  24. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς από που κατάγεται η εναγόμενη 4, όμως μιλούσαν με τον πελάτη για ν' αντιληφθούν αν καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα και εξηγούσαν σ' αυτόν σε πιο απλά ελληνικά τους όρους. Επίσης, ανέφερε ότι δεν θυμάται πόσα χρόνια ήταν η εναγόμενη 4 στην Κύπρο πριν το 2009, που έγινε το δάνειο. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι γλώσσα μιλούσε προηγουμένως και όταν προσήλθε στο κατάστημα για υπογραφή, αντιλήφθηκαν ότι κατανοούσε και μπορούσε να μιλήσει απλά ελληνικά. Ως ανέφερε, εξηγούσαν τους βασικούς όρους του δανείου, για ποιον υπογράφει, για ποιο ποσό, ποιοι ήταν οι άλλοι εγγυητές, τη διάρκεια, πότε τελείωνε, τη δόση του και την ευθύνη που θα είχε σε περίπτωση που ο χρεώστης δεν πλήρωνε. Όλα αυτά επεξηγήθηκαν στην ελληνική γλώσσα και έδειξε ότι αντιλαμβανόταν. Είπε επίσης ότι δεν διάβασαν όλο το έγγραφο, αλλά δόθηκε το δικαίωμα αν ήθελε να το δει και με δικηγόρο, το οποίο δεν ήθελε και γι΄ αυτό προχώρησαν με την υπογραφή. Δεν έχει κάποιο έγγραφο που να λέει ότι η εναγόμενη 4 δεν ήθελε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, όμως ποτέ δεν προχωρούσαν εάν ο πελάτης δεν ήταν έτοιμος να υπογράψει χωρίς πίεση. Τέθηκε στη μάρτυρα, ότι η αναφορά της πως η εναγόμενη ήρθε στο γραφείο τους μαζί με τον εναγόμενο 1 και τους άλλους εγγυητές, δεν είναι αλήθεια και ότι την εναγόμενη την έφερε ο γιος του εναγόμενου 1 και απάντησε ότι έχει δει τα έγγραφα και τις ημερομηνίες και από την στιγμή που υπάρχουν οι μαρτυρίες και πάντα υπογράφουν ενώπιον τους, γι΄ αυτό το έχει πει. Για να υπάρχει η μαρτυρία της, σημαίνει ότι τους είδε και ήταν ενώπιον της. Ως προς το ότι η εναγόμενη δεν διαβάζει ελληνικά, είπε ότι μπορούσε να ζητήσει νομική συμβουλή. Αυτοί ανέφεραν τους όρους και θα μπορούσε να ζητήσει από δικηγόρο περαιτέρω εξηγήσεις για το έγγραφο. Σε υποβολή ότι εκείνο τον καιρό, η εναγόμενη 4 γνώριζε μόνον μερικές σπαστές ελληνικές λέξεις, απάντησε ότι πάντοτε ρωτούσαν αν αντιλαμβάνεται ο πελάτης αυτά που λένε και συνεπώς αντιλήφθηκε αυτά που της είχαν πει και υπόγραψε με δική της βούληση, από τη στιγμή που ήθελε να βοηθήσει και τον άντρα της. Επίσης, ανέφερε ότι δεν πίεσαν ποτέ κάποιο να υπογράψει και θα μπορούσε εάν κάτι δεν το δεχόταν ή δεν καταλάβαινε ν' αρνηθεί να υπογράψει. Σε άλλο σημείο είπε ότι γνώριζε καλά τα έγγραφα που ήταν αναγκαία να ετοιμαστούν, όμως πέρασαν αρκετά χρόνια και πλέον δεν είναι στο συγκεκριμένο τμήμα και δεν γνωρίζει εάν άλλαξε οτιδήποτε. Για το κατά πόσο δόθηκε επιστολή με γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη για τα περιουσιακά του στοιχεία, είπε ότι εάν με βάση τη νομοθεσία και ανάλογα με το ποσό έπρεπε να δοθούν, δίνονταν. Περίπου η ίδια ήταν η απάντηση της, στην ερώτηση κατά πόσο δόθηκε στην εναγόμενη επιστολή που να λέει το ποσό του δανείου, τα επιτόκια και τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου, διευκρινίζοντας όμως και πάλιν, ότι πέρασαν χρόνια και δεν θυμάται ακριβώς τα έγγραφα γιατί σε κάποιες περιπτώσεις, αναλόγως του ποσού, δίνονταν επιπλέον έγγραφα ενημέρωσης. Η μάρτυρας απάντησε σε διάφορες άλλες ερωτήσεις και υποβολές, επιμένοντας στη θέση της ότι πάντα έλεγαν και εξηγούσαν τους όρους του δανείου, χωρίς να πιέζουν ή να παραπλανούν κάποιο με ψευδείς δηλώσεις, ενώ ο πελάτης μπορούσε ν΄ αρνηθεί, εάν ένιωθε ότι για κάτι δεν ενημερωνόταν σωστά. Τέλος, ανέφερε ότι εφόσον η εναγόμενη 4 ήταν αλλοδαπή, ρώτησαν εάν επιθυμούσε να έρθει μεταφραστής, όμως εφόσον της εξήγησαν σε απλή κατανοητή ελληνική γλώσσα και φάνηκε ν' αντιλαμβάνεται τους όρους και δεν ήθελε, προχώρησαν σε περαιτέρω ενέργειες. Αν ζητούσε μεταφραστή ή δικηγόρο, δεν θα προχωρούσαν σε περαιτέρω ενέργειες. Η εναγόμενη 4 στην κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι κατάγεται από την Σρι Λάνκα και η μητρική της γλώσσα είναι η σινχάλα. Είναι στην Κύπρο από την 1/10/2002 και ανέφερε ότι δεν έκανε μαθήματα ελληνικών, ούτε πήγε σε κάποια ελληνική σχολή. Με τον εναγόμενο 1 παντρεύτηκαν το 2005 και τον άφησε το 2014, ενώ βγήκε επίσημα διαζύγιο το
  25. Ως ανέφερε, εκείνη την μέρα την πήραν στην τράπεζα οι δυο γιοί του εναγόμενου 1 και δεν ήξερε τι θα υπέγραφε. Ούτε ότι ήταν για να πάρει δάνειο ο εναγόμενος
  26. Όταν πήγε στην τράπεζα, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι στο γραφείο και δεν γνωρίζει ποιοι ήταν. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν την ρώτησαν από που κατάγεται ή τι γλώσσα μιλά ή αν θέλει να φέρουν μεταφραστή, αλλά θυμάται ότι της ζητήθηκε να υπογράψει πολλές σελίδες. Όταν έγινε το δάνειο το 2009, δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και δεν της εξήγησε κάποιος υπάλληλος της τράπεζας τι θα υπόγραφε, αλλά ούτε τους όρους της σύμβασης εγγύησης και τις νομικές συνέπειες που θα είχε με την υπογραφή. Δεν της είχαν πει το ποσό του δανείου και ούτε ρωτήθηκε αν θέλει να συμβουλευτεί δικηγόρο και να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Επίσης είπε ότι πριν υπογράψει δεν της δόθηκε δήλωση του πρωτοφειλέτη ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία και γενικότερα δεν της έδωσαν οποιαδήποτε αντίγραφα εγγράφων που αφορούν το δάνειο αυτό. Όταν πήγε εκεί, της έδειξαν κάποια έγγραφα και της είπαν που να υπογράψει και τίποτε άλλο. Σε ότι αφορά τα τεκμήρια 10 - 12, ανέφερε ότι δεν είδε αυτές τις επιστολές και ούτε μπορεί να καταλάβει τι λένε αφού δεν γνωρίζει ελληνικά. Επίσης, είπε ότι δεν γνωρίζει για την επιστολή τεκμήριο 13 και ούτε την έλαβε. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι αν της εξηγήσει κάποιος ακόμη και σήμερα στα ελληνικά τους όρους και νομικές συνέπειες αυτής της συμφωνίας, είναι σε θέση να καταλάβει λίγο αλλά όχι πολλά. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι πριν έρθει στην Κύπρο το 2002 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός, είχε εργαστεί σε Αραβικές χώρες. Πριν παντρευτεί τον εναγόμενο 1, δούλευε σε σπίτια ως καθαρίστρια και τις περισσότερες φορές οι ιδιοκτήτες των σπιτιών της έλεγαν σχετικά με τις εργασίες στα αγγλικά που καταλάβαινε και άρχισε τότε να καταλαβαίνει και λίγα ελληνικά. Με τον εναγόμενο 1 μιλούσε στα ελληνικά και στα αγγλικά. Στα ελληνικά όχι τόσο καλά, αλλά όταν έλεγε κάποιες λέξεις καταλάβαινε. Αρνήθηκε ότι γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα. Η μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή της στην σύμβαση εγγύησης και ανέφερε ότι την πίεσαν να υπογράψει, λέγοντας ότι ο εναγόμενος 1 της είπε ότι εάν δεν υπέγραφε θα την πέτασε έξω από το σπίτι. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι με την υπογραφή της δείχνει ότι αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψε, επαναλαμβάνοντας ότι την πίεσε ο εναγόμενος 1 για να υπογράψει. Επέμενε ότι δεν γνώριζε τίποτα για το δάνειο και ως ανέφερε κανένας δεν της εξήγησε τίποτε και απλά της ζήτησαν να υπογράψει. Αν γνώριζε τι θα υπέγραφε, δεν θα το υπέγραφε. Υπόγραψε λόγω του ότι την πίεζε, την κτύπησε και κάθε μέρα μάλλωνε μαζί της. Συμφώνησε, τέλος, ότι ήθελε να υπογράψει το έγγραφο για να μην την διώξει από το σπίτι, αφού δεν είχε που να πάει και ακόμη συμφώνησε ότι με τον σύζυγο της διέμεναν στην διεύθυνση ...., Τσιακιλερό. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει βεβαίως ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους, όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους

(2010)1 Α.Α.Δ. 829, τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης, ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά και εγγυητή, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο. Βλ. το σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143. Επίσης, τις αποφάσεις στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24/7/
  1. Όσα ανέφερε η ΜΕ1, προκύπτουν κυρίως από τα έγγραφα που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι με βάση τη μαρτυρία της, εργάζεται στην Altamira, η οποία σύναψε συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους ενάγοντες, από τις 17/10/
  2. Δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στις συμφωνίες που αφορά η παρούσα αγωγή. Με αυτά υπόψη, γίνεται αποδεκτό ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στον εναγόμενο 1, με βάση τη συμφωνία ημερ.12/8/2009 και ότι υπεγράφη η συμφωνία εγγύησης από τους λοιπούς εναγόμενους, μεταξύ αυτών και η εναγόμενη
  3. Παρεμβάλλω ότι η υπογραφή της εναγόμενης 4 στο έγγραφο της εγγύησης, είναι παραδεκτή. Αποδεκτό γίνεται επίσης ότι ο εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε τις συμφωνηθείσες δόσεις και έχει παραβεί τους όρους της συμφωνίας που υπέγραψε και οι ενάγοντες έχουν αποστείλει στους εναγόμενους τις επιστολές τεκμ.10, 11 και 12, καθώς επίσης την επιστολή τερματισμού τεκμ.
  4. Από εκεί και πέρα όμως, είναι γεγονός ότι η μάρτυρας, στο πλαίσιο της προσπάθειας να υποστηρίξει την υπόθεση των εναγόντων, αναφέρθηκε και σε πράγματα που δεν ήταν στη σφαίρα της γνώσης της και έκανε εικασίες. Εν πάση περιπτώσει, το κατά πόσο η εγγύηση που υπέγραψε η εναγόμενη 4 είναι νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική, αν η εναγόμενη 4 είχε την ευκαιρία της ελεύθερης και ατομικής διαπραγμάτευσης με τους ενάγοντες ως ορίζεται στο Νόμο ή αν είχε την ευκαιρία να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και επίσης, αν η εναγόμενη διαμένει στην Κύπρο πάρα πολλά χρόνια και γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και της επεξηγήθηκαν τα έγγραφα της εγγύησης, θα τα αποφασίσει το Δικαστήριο αφού προβεί στην αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας. Η ΜΕ2 εργαζόταν τον ουσιώδη χρόνο στο τμήμα που ετοίμασε τη συμφωνία δανείου και τη σύμβαση εγγύησης. Η μάρτυρας κατέθεσε με θετικό και πειστικό τρόπο για την πάγια πρακτική τους, η οποία ακολουθήθηκε και στην προκειμένη περίπτωση μαζί με την εναγόμενη
  5. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στις 12/8/2009, τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως η ίδια περιέγραψε και ότι συνεπώς, αφου προηγουμένως βεβαιώθηκαν ότι η εναγόμενη 4 μιλούσε και αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα, της επεξήγησαν σε απλή και κατανοητή γλώσσα τους βασικούς όρους της συμφωνίας δανείου και τις νομικές συνέπειες που θα είχε από την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης. Σημειώνω εδώ ότι η μάρτυρας, με απόλυτη ειλικρίνεια, ανέφερε ότι δεν διάβασαν στην εναγόμενη 4 όλο το έγγραφο. Επίσης την ενημέρωσαν, εάν επιθυμεί να συμβουλευτεί δικηγόρο για τα έγγραφα που επρόκειτο να υπογράψει, κάτι το οποίο δεν έπραξε αλλά ούτε και από μόνη της εξέφρασε την επιθυμία να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Ακολούθως δε, η εναγόμενη 4 υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης. Αποδέχομαι επίσης, ότι ρώτησαν την εναγόμενη 4 εάν επιθυμούσε να έρθει μεταφραστής και προχώρησαν στα περαιτέρω εφόσον δεν ήθελε και της εξήγησαν σε απλή κατανοητή ελληνική γλώσσα και φάνηκε ν' αντιλαμβάνεται τους όρους. Για το κατά πόσο δόθηκε στην εναγόμενη 4 επιστολή με γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη για τα περιουσιακά του στοιχεία και επιστολή που να λέει το ποσό του δανείου, τα επιτόκια και τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου, είναι θέμα που θ' απασχολήσει ειδικά το Δικαστήριο κατωτέρω. Η εναγόμενη 4 θεωρώ πως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με μοναδικό στόχο να πείσει ότι την πήραν στην τράπεζα να υπογράψει ένα έγγραφο, δεν της εξήγησε κανένας τι υπόγραψε και δεν ήξερε τι υπόγραψε. Βρίσκω ότι η μαρτυρία της ήταν επιτηδευμένη και προορισμένη να πείσει για τα πιο πάνω, στο πλαίσιο της προσπάθειας της ν' αποφύγει την όποια ευθύνη της, η οποία προκύπτει από το έγγραφο που έχει υπογράψει. Ως ανέφερε, αυτό που θυμάται είναι ότι της ζητήθηκε να υπογράψει πολλές σελίδες. Στην αντεξέταση της, ανέφερε ότι της ζήτησαν να υπογράψει σε 2-3 τόπους. Τώρα σε ποιες σελίδες ή σε ποιους τόπους αναφέρεται, όταν με βάση τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μια μόνον υπογραφή της στο τεκμήριο 9, δεν είναι αντιληπτό. Φρονώ ότι η αναφορά της σε πολλές σελίδες και 2-3 τόπους, έγινε χάριν εντυπωσιασμού. Σύμφωνα με την εναγόμενη 4, όταν πήγε στην τράπεζα υπήρχαν πολλοί άνθρωποι στο γραφείο και δεν γνωρίζει ποιοι ήταν. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι δεν της εξήγησε κάποιος υπάλληλος της τράπεζας τι θα υπόγραφε ή τους όρους της σύμβασης και τις νομικές συνέπειες. Είναι σαφές λοιπόν ότι γνώριζε ότι μπήκε σε τράπεζα. Αποτελεί όμως και ζήτημα λογικής, ότι μπαίνοντας κάποιος σε κατάστημα τράπεζας, αν μη τι άλλο αντιλαμβάνεται το προφανές, ότι δηλαδή ευρίσκεται σε τράπεζα. Απο εκεί και πέρα, ήταν η θέση της ότι ο εναγόμενος 1 την κτύπησε και την πίεσε να υπογράψει, απειλώντας την ότι αν δεν υπόγραφε θα την έδιωχνε από το σπίτι. Ως προς το τι της είχε αναφέρει ακριβώς ότι θα υπογράψει και την πίεζε, όταν την μετέφεραν στην τράπεζα με βάση τα λεγόμενα της, δεν ανέφερε ποτέ. Θεωρώ πως σκόπιμα απέφυγε να πει. Όμως η θέση της ότι την πίεζε και πήγε στην τράπεζα χωρίς να ξέρει καν τι θα υπέγραφε και χωρίς να ρωτήσει, θεωρώ πως δεν είναι λογικοφανής και αληθοφανής. Σε κάθε περίπτωση όμως, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι αυτή η θέση ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφου δεν έχει δικογραφηθεί, ούτε όμως έγινε κάποια διαδικασία από μέρους της εναγόμενης 4 εναντίον του συνεναγόμενου της, εναγόμενου
  6. Εν συνεχεία των ανωτέρω, αναφέρεται εδώ ότι, η υπεράσπιση υπέβαλε στην ΜΕ1 ότι η υπογραφή της Εναγόμενης 4 στη συμφωνία εγγύησης δεν εξασφαλίστηκε με την ελεύθερη συναίνεση της και ότι την παραπλάνησαν να υπογράψει ένα έγγραφο το οποίο δεν αντιλαμβανόταν. Η ίδια θέση περί παραπλάνησης της εναγόμενης 4 για να υπογράψει, υποβλήθηκε και στην ΜΕ
  7. Η εναγόμενη 4 στη μαρτυρία της, δημιούργησε μια εντελώς νέα ιστορία, η οποία δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της και δεν υποβλήθηκε ποτέ στους μάρτυρες των εναγόντων για σχολιασμό, περί άσκησης πίεσης, όχι από τους ενάγοντες αλλά από το σύζυγο της. Με αυτά υπόψη, αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου πως όσα ανέφερε η εναγόμενη 4 αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και η εκδοχή της γενικότερα κρίνεται παντελώς αναξιόπιστη. Η εναγόμενη 4 ανέφερε ότι βρίσκεται στην Κύπρο από την 1/10/2002 και παντρεύτηκε με τον εναγόμενο 1 το
  8. Η επίδικη σύμβαση υπογράφηκε τον Αύγουστο του
  9. Ήδη δηλαδή, μέχρι την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, βρισκόταν στην Κύπρο εφτά χρόνια περίπου, εκ των οποίων τα τέσσερα ήταν παντρεμένη με κύπριο. Πριν παντρευτεί τον εναγόμενο 1, δούλευε σε σπίτια ως καθαρίστρια και τις περισσότερες φορές οι ιδιοκτήτες των σπιτιών της έλεγαν σχετικά με τις εργασίες στα αγγλικά που καταλάβαινε και άρχισε τότε να καταλαβαίνει και λίγα ελληνικά. Με τον εναγόμενο 1 μιλούσε στα ελληνικά και στα αγγλικά. Θεωρώ πως με βάση όσα έχουν αναφερθεί, προκύπτει ότι η εναγόμενη 4 δεν ήταν μια γυναίκα που έφτασε στην Κύπρο λίγο πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Αντίθετα, ήταν για κάποια χρόνια στην Κύπρο, τέσσερα εκ των οποίων ζούσε με κύπριο και προφανώς ήταν σε θέση να μιλήσει και γενικότερα να συνεννοηθεί με κάποιον στα ελληνικά. Η όλη προσπάθεια της να πείσει για το αντίθετο, θεωρώ πως εντάσσεται στην ίδια προσπάθεια ν' αποφύγει την ευθύνη της. Δεν έχει πείσει καθόλου η εναγόμενη 4, ότι δεν ήταν σε θέση ν' αντιληφθεί για παράδειγμα, αν της εξηγούσαν με απλά ελληνικά, ότι ο σύζυγος της θα λάμβανε δάνειο ύψους €10.000 και θα έπρεπε να πληρώνει €300.- μηνιαίως μέχρι τον Φεβρουάριο 2013 και αν δεν το έκανε θα είχε ευθύνη να πληρώσει η ίδια και οι άλλοι εγγυητές. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, ν' αναφερθεί ότι ακόμη και πως πήγε στην τράπεζα, υπάρχει αντίφαση στη μαρτυρία της εν σχέση με τη θέση που υποβλήθηκε στην ΜΕ
  10. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε στην τελευταία ότι δεν είπε αλήθεια πως η εναγόμενη 4 πήγε στο γραφείο τους μαζί με τον εναγόμενο 1 και τους άλλους εγγυητές και ότι την εναγόμενη 4 την πήρε ο γιος του εναγόμενου
  11. Η εναγόμενη 4 στη μαρτυρία της, ανέφερε ότι την πήραν οι δύο γιοί του εναγόμενου
  12. Συναφώς, η μαρτυρία της απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και σε κάθε περίπτωση μη πειστική. Εξέταση των θέσεων που προωθούν τελικά οι εναγόμενοι, με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους Παρανομία και ακυρότητα εγγύησης εναγόμενης 4 (α) Η εναγόμενη 4 υπέγραψε την εγγύηση σε γλώσσα που δεν κατανοεί και δεν διαβάζει - non est factum (βλ. σελ. 10 - 13 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης 4). Μια λεπτομερής ανάλυση της νομικής πτυχής της αρχής του non est factum, γίνεται στην απόφαση της κας Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην αγωγή 6394/05 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v.
  13. Deme-Dairy Ltd, κ.α., ημερ. 2/8/
  14. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: « Μια μακρά σειρά δικαστικών αποφάσεων θέλει τον υπογράφοντα γραπτή συμφωνία να δεσμεύεται από αυτή ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει. Στην υπόθεση L´Estrange v. Graucob
(1934)All E.R.16, 18[8] υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail ότι δηλαδή: «In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents.» (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961 εξετάσθηκε με κάθε λεπτομέρεια πότε πρόσωπο που έχει υπογράψει έγγραφη συμφωνία δικαιούται να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή με βάση την αρχή non est factum ή με βάση την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης. Λέχθηκε κατ΄ αρχάς ότι το βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες της συμφωνίας. Επικυρώθηκε επίσης η αρχή που είχε διατυπωθεί σε κατώτερο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση ότι όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Διατυπώθηκε, ακόμη, η άποψη ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατό να επικαλεστεί επιτυχώς non est factum διάδικος που δεν έχει μειωμένη ικανότητα να συνάψει σύμβαση ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Και ότι οι περιστάσεις αυτές σίγουρα δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση που είτε λόγω φόρτου εργασίας, είτε επειδή βασίστηκε σε άλλο πρόσωπο δεν μελέτησε το έγγραφο προτού το υπογράψει. Στη σελίδα 963 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being granted to him and that necessarily involves his proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But that could only be in very exceptional circumstances; certainly not where his reason for not scrutinizing the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Ας σημειωθεί ότι το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην απόφαση Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.1113 στη σελίδα 1121. Η επίδειξη επιμέλειας από πλευράς του διαδίκου που επικαλείται την αρχή αυτή είναι απαραίτητο στοιχείο το οποίο ο ίδιος πρέπει να αποδείξει με θετική μαρτυρία. Στην ίδια υπόθεση (Saunders) λέχθηκε ότι το πρόσωπο που επέδειξε αμέλεια, απροσεξία ή επιπολαιότητα δεν μπορεί μετά να την επικαλεσθεί για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πλάνης επειδή δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί σε κάποιον να εκμεταλλευθεί το δικό του λάθος ή παράλειψη προς όφελος του ιδίου και προς ζημιά άλλων οι οποίοι ενδεχομένως ενήργησαν υπεύθυνα και προσεκτικά. Αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Saunders (πιο πάνω) έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο με επιδοκιμασία σε πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Κουταλιανός ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ.476. Στην υπόθεση Cyprus Development Bank v. Kyriacou
(1989)1 C.L.R.96 το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ουσία υιοθέτησε τις υποθέσεις Saunders και United Dominions Trust. Επισημάνθηκε η ανάγκη να αποδειχθεί από το διάδικο που ισχυρίζεται ακυρότητα της συμφωνίας, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ψυχικής πίεσης από την άλλη πλευρά αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος ενήργησε με λογική επιμέλεια. Στην υπόθεση Saunders (ανωτέρω) σελ.1022 τονίστηκε, ακόμη, ότι δεν είναι αρκετό ότι το πρόσωπο που υπογράφει το έγγραφο νόμιζε ότι θα είχε διαφορετική νομική ισχύ απ΄ό,τι έχει, ούτε είναι αρκετό αν, από κάποια άποψη, ξεφεύγει από το τι νόμιζε ότι θα περιέχει. Η διαφορά πρέπει να είναι τέτοια ούτως ώστε το έγγραφο που υπόγραψε να είναι εξ΄ολοκλήρου ή ουσιαστικά διαφορετικό από εκείνο που νόμιζε ότι ήταν, έτσι ώστε να μην υπήρχε ποτέ η πρόθεση του προσώπου που υπόγραψε το έγγραφο να εκτελέσει τούτο. Στην υπόθεση Τσολάκης Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ.1240 αναφέρθηκε με επιδοκιμασία το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Gallie v. Lee
(1971)A.C.1004: «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». » Εν προκειμένω, η μαρτυρία της εναγόμενης 4 επί της ουσίας έχει απορριφθεί. Ως προκύπτει δε από τη μαρτυρία της ΜΕ2 που έχει γίνει αποδεκτή, εξηγήθηκαν στην εναγόμενη 4 οι βασικοί όροι της συμφωνίας δανείου και οι συνέπειες που θα είχε από την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης και η τελευταία, αφού αντιλήφθηκε το νόημα του εγγράφου που θα υπέγραφε, το υπέγραψε με την ελεύθερη βούληση της. Γνώριζε λοιπόν ότι θέτοντας την υπογραφή της στο έγγραφο, εγγυάτο τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη συζύγου της, στο επίδικο δάνειο. Δεν διαφεύγει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η εναγόμενη 4 μπορούσε να διαβάσει ελληνικά. Τούτο όμως, υπό τις περιστάσεις, από μόνο του, δεν έχει καθοριστική σημασία. Ως αναφέρθηκε στην απόφαση του Privy Council, στην υπόθεση Lux Locations Ltd v Zhang (Antigua and Barbuda), ημερ. 31 January 2023, [2023] UKPC 3 (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 79. It a basic rule of the common law that a person who signs a contractual document is bound by its terms whether he or she has read or understood the document or not. That is so even if the person concerned is a foreigner who cannot read English: The Luna [1920] P 22. The justification for the rule is the fundamental importance for the orderly conduct of business of being able to treat a person's signature as proof of their consent without having to inquire into the person's state of mind or other circumstances at the time when the document was signed. 80. The doctrine of non est factum affords a very limited exception to this rule. Under this doctrine, as established by the decision of the House of Lords in Saunders v Anglia Building Society (sub nom Gallie v Lee) [1971] AC 1004, a person is not bound by his or her signature of a contractual document if (
  1. a)the person mistakenly signed the document, (
  2. b)the document was fundamentally different from what that person thought it to be, and (
  3. c)the person took "all reasonable precautions in the circumstances" to understand the nature of the document before signing it. ... » Συναφώς, βρίσκω ότι η εναγόμενη 4 δεν δικαιούται ν' απαλλαγεί των υποχρεώσεων της με βάση την αρχή non est factum - δεν διαφεύγει ότι στην υπεράσπιση δεν υπάρχει ρητή αναφορά στην αρχή non est factum, όμως υπό το φως των ισχυρισμών στο δικόγραφο της και των θέσεων που προώθησε στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, θεωρώ πως το θέμα της εφαρμογής ή μη της αρχής θα έπρεπε να εξεταστεί. Ανεξάρτητα των όσων αναφέρονται ανωτέρω, σημειώνω και τα εξής. Ακόμη και με τα δεδομένα που η ίδια έθεσε, θεωρώ πως πάλιν δεν θα επιτύγχανε ν' αποσείσει το αυξημένο βάρος απόδειξης (heavy burden of proof). Κατ' αρχήν, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με το τι νόμιζε ότι υπέγραφε η εναγόμενη 4, ευρισκόμενη εντός τράπεζας και όχι για παράδειγμα σε κάποιο σπίτι. Η ίδια, σκόπιμα θεωρώ, ως ανέφερα ήδη ανωτέρω, δεν έκανε κάποια αναφορά. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε συνειδητοποιήσει ότι υπέγραφε ως εγγυήτρια. Επιπλέον όμως, το γεγονός ότι μια ενήλικη γυναίκα, η οποία δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα μειωμένης αντίληψης, μετέβη στην τράπεζα και της ζητήθηκε να υπογράψει κάποιο έγγραφο που εμφανώς προορίζετο να έχει νομική ισχύ και το υπόγραψε, χωρίς να ζητήσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή ή να της εξηγηθεί το περιεχόμενο του εγγράφου ή να της μεταφραστεί, βασιζόμενη στο τι της είχε αναφερθεί από το σύζυγο της - και όχι από τους ενάγοντες-, θεωρώ πως δεν της επιτρέπει εκ των υστέρων να επικαλείται την αρχή non est factum για ν' αποφύγει τις συνέπειες του. Δεν έχει αποδειχθεί από μέρους της ότι ενήργησε με εύλογη επιμέλεια. Επισημαίνεται εδώ, ότι ακόμα και αν πιέστηκε από το σύζυγο της, ως η ίδια ισχυρίστηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ελεύθερη βούληση της επηρεάστηκε, εφόσον αυτός δεν ήταν αντιπρόσωπος των εναγόντων και δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν γνώση καθ' οιονδήποτε τρόπο της πίεσης που ενδεχομένως ασκήθηκε στην εναγόμενη 4 από το σύζυγο της (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v 1. Πούλλα, κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 961, Alpha Bank Limited v Στεφάνου
(2003)1 ΑΑΔ 1101 και Μαυροσκούφη v Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 839). Στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη 4 υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης και με την υπογραφή της δεσμεύεται από το εν λόγω έγγραφο. Η θέση της ότι θα πρέπει ν' απαλλαγεί στη βάση της αρχής του non est factum, απορρίπτεται. (β) Οι ενάγοντες δεν έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 12 του Ν.197(Ι)/2003 (βλ. σελ. 8 - 10 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης 4). Τα άρθρα 5 και 12 του Ν.197(Ι)/2003, προνοούν τα εξής (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 5. Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του· (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με την παροχή της εγγύησης : - (
  1. i)Το ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάμει της συμφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
  2. ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και η ημερομηνία ή η προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάμει της συμφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποληρωμή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωμής ή αθέτισης της υπόσχεσης ή υποχρέωσής του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω συμφωνία, (
  3. iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόματά τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισμένως, θα παρέχει την εγγύησή του στον πιστωτή σε σχέση με ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύησή του μόνο για καθορισμένο μέρος του εν λόγω ποσού. (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. » Το άρθρο 97 δε του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί ότι: « 97. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» Σύμφωνα με τον όρο 25 της σύμβασης εγγύησης τεκμ.9, η οποία δεσμεύει την εναγόμενη 4: «Ο Εγγυητής δηλώνει και διαβεβαιώνει ρητά και ανέκκλητα ότι, προ της υπογραφής της παρούσης Σύμβασης Εγγύησης και αποζημίωσης, ενημερώθηκε δεόντως από τη Συνεργατική με επιστολή που του επιδόθηκε προσωπικά και στην οποία επισυνάφθηκε γραπτή δήλωση του Πρωτοφειλέτη ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία και τυχόν επιβαρύνσεις και ότι, πριν την υπογραφή της σύμβασης αυτής, είχε την ευκαιρία της ελεύθερης και ατομικής διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στους περί Καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμους, όπως κατά καιρούς τροποποιούνται και ισχύουν.» Συναφώς, η εναγόμενη 4 κωλύεται να ισχυρίζεται ότι δεν έχει λάβει γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία. Από την άλλη όμως, δεν γίνεται αποδεκτό ότι δόθηκε στην εναγόμενη 4 οιονδήποτε άλλο έγγραφο ή και επιστολή με αναφορά στο ποσό του δανείου, τα επιτόκια και τον χρόνο αποπληρωμής. Από το περιεχόμενο του όρου 25 ανωτέρω, δεν προκύπτει ξεκάθαρα ότι παραδόθηκε επιστολή με συγκεκριμένο περιεχόμενο και εν πάση περιπτώσει τέτοια επιστολή δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η ΜΕ2 δεν κατέθεσε με θετικό τρόπο ως προς την παράδοσης τέτοιας επιστολής. Επίσης, η ΜΕ1 ανέφερε πως δεν γνωρίζει αν είχαν σταλεί άλλες επιστολές σε σχέση με τις καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων του δανείου. Επισημαίνεται ότι με βάση τις επιστολές τεκμήρια 10, 11 και 12, οι καθυστερήσεις του δανείου αφορούσαν ουσιαστικά το σύνολο του χρεωστικού υπολοίπου. Δεν διαφεύγει ότι με βάση την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.14, προκύπτει χρέωση επιστολών καθυστερήσεων. Τούτο όμως από μόνο του, χωρίς να επεξηγηθεί στο Δικαστήριο τι ακριβώς αφορούσαν οι συγκεκριμένες χρεώσεις και χωρίς να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναφερόμενες επιστολές ή τουλάχιστον να επεξηγηθεί η πρακτική που ακολουθείτο και το περιεχόμενο των επιστολών, αλλά και χωρίς να υπάρχει θετική μαρτυρία ότι στάλθηκαν οι επιστολές που αναφέρονται στην κατάσταση, πότε και σε ποιούς, δεν μπορεί βεβαίως να υπάρξει συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση τους με βάση το άρθρο 12
(1)ανωτέρω. Παρά τα ανωτέρω όμως, δεν έχει τεθεί οιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη ή που να καταδεικνύει ότι συνεπεία της παράβασης έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση της εγγυήτριας-εναγόμενης 4 από τον πρωτοφειλέτη και είναι σήμερα εκτεθειμένη. Επιπλέον, η εναγόμενη 4 δεν έχει προβεί σε οιανδήποτε ενέργεια ή τερμάτισε τη σύμβαση και ούτε ζήτησε μέσω ανταπαίτησης κάποια θεραπεία σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης από τους ενάγοντες. Συναφώς, υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα απαλλαγής της εναγόμενης 4. (γ) Άκυροι όροι σύμβασης εγγύησης ως καταχρηστικοί (βλ. σελ.12-13 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης 4). Σύμφωνα με τη δικηγόρο της εναγόμενης 4, «Οι όροι της συμφωνίας εγγύησης για μονομερή δικαιώματα των εναγόντων και για όρους όπως ότι αναγνωρίζει ότι έχει το δικαίωμα για ανεξάρτητη νομική συμβουλή είναι άκυροι ως καταχρηστικοί και δεν απαλλάσσουν τους ενάγοντες από τις υποχρεώσεις τους.» Κατ' αρχήν, θα πρέπει επισημανθεί ότι το θέμα τίθεται γενικά και αόριστα, χωρίς παραπομπή στους συγκεκριμένους όρους που αφορά η εισήγηση και χωρίς παραπομπή σε αρχές και νομολογία. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν μπορεί να κάνει εικασίες για τους όρους που αφορά η εισήγηση. Εκτός αυτού, παρατηρώ ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης των δύο μαρτύρων των εναγόντων, υποβλήθηκε οτιδήποτε σχετικό. Εν πάση περιπτώσει, ούτως ή άλλως η συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να εξεταστεί αφού δεν έχει δικογραφηθεί (βλ. μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη
(1980)1 CLR 180, Παπαγεωργίου v. Κλάππας
(1991)1 ΑΑΔ 24 και Πολ. Έφ. 75/2013 Γρηγορίου v. Τράπεζας Κύπρου, ημερ.28/3/2019). Δεν αποτέλεσε ποτέ θέση της εναγόμενης 4 στο δικόγραφο της ότι συγκεκριμένοι όροι της σύμβασης εγγύησης είναι άκυροι ως καταχρηστικοί και με αυτό υπόψη δεν δόθηκε ούτε στην πλευρά των εναγόντων η ευκαιρία να σχολιάσει μια τέτοια θέση. Η δήλωση άγνοιας της εναγόμενης 4 αναφορικά με τις επιστολές τεκμ.10 -
  1. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, η εναγόμενη 4 βλέποντας τις επιστολές τεκμ.10-13, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τις επιστολές και ουσιαστικά ισχυρίστηκε ότι δεν τις έλαβε. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη θέση προφανώς έχει εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρεται ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι επιστολές απεστάλησαν σε συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου η εναγόμενη 4 παραδέχτηκε ότι διέμενε μαζί με το σύζυγο της. Ως προκύπτει από την αντεξέταση της ΜΕ1, η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι οι επιστολές απεστάλησαν στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Ό,τι υποβλήθηκε στην ΜΕ1, είναι πως η εναγόμενη 4 δεν τις έλαβε. Οι επιστολές στάλθηκαν μεταξύ Ιουνίου 2013 και Μαίου
  2. Σύμφωνα με την εναγόμενη 4, με τον εναγόμενο 1 παντρεύτηκαν το 2005 και τον «άφησε» το 2014, ενώ βγήκε επίσημα διαζύγιο το
  3. Ως ανέφερε, δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία που τον «άφησε». Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". Σύμφωνα με τη Νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι, επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Βλ., μεταξύ άλλων, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, Πολ. Έφ. 84/2009, Alpha Bank Cyprus Ltd v
  1. Arena Motor Show Ltd κ.α., ημερ.2/10/2015 και Πολ.Έφ.87/2013,
  2. Έλληνας κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ.3/12/
  3. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία της ΜΕ1, με βάση την οποία οι επιστολές έχουν αποσταλεί στους εναγόμενους με σύνηθες ταχυδρομείο στην τελευταία τους γνωστή διεύθυνση και δεν επεστράφησαν ως ανεπίδοτες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εναγόμενη 4 δεν ενημέρωσε ποτέ τους ενάγοντες για αλλαγή της διεύθυνσης της (βλ. και τους όρους 12 και 13 του τεκμηρίου 9), αλλά και το κενό που έχει παραμείνει στη μαρτυρία της εναγόμενης 4 αναφορικά με το πότε εγκατέλειψε τη διεύθυνση που διέμενε με το σύζυγο της, βρίσκω ότι δημιουργήθηκε τουλάχιστον μαχητό τεκμήριο ότι οι συγκεκριμένες επιστολές απεστάλησαν μέσω του ταχυδρομείου και περιήλθαν σε γνώση της εναγόμενης
  4. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Συναφώς, σε αντίθεση με ότι ισχυρίζεται η εναγόμενη 4 στο δικόγραφο της, βρίσκω ότι ο επίδικος λογαριασμός έχει τερματιστεί κανονικά. Το υπόλοιπο του λογαριασμού Στην ΜΕ1 υποβλήθηκε ότι τα ποσά και οι υπολογισμοί στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε (τεκμ. 15), είναι λανθασμένα. Καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε η υπεράσπιση προς απόδειξη της συγκεκριμένης θέσης της. Η γενική υποβολή μιας θέσης στην αντεξέταση κάποιου μάρτυρα, χωρίς να προσκομιστεί ακολούθως μαρτυρία για να την στηρίξει, την αφήνει μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Θεωρώ ότι το είχε υπόψη της αυτό η υπεράσπιση και αυτός είναι ο λόγος που δεν επανέρχεται στο θέμα με την τελική της αγόρευση, και βεβαίως, κατά την κρίση μου, ορθώς πράττει. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 12/8/2009, η ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο 1 και παραχώρησαν σ' αυτόν δάνειο για το ποσό των €10.000.-. Με βάση τη συμφωνία δανείου, το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά το χρόνο ετοιμασίας της επίδικης συμφωνίας ανερχόταν σε 3,5% και το περιθώριο, το οποίο κατά το χρόνο ετοιμασίας της συμφωνίας ανερχόταν σε 4%, ήτοι σύνολο επιτοκίου 7,50%. Επίσης, προνοείτο στη συμφωνία ότι οι ενάγοντες θα έχουν δικαίωμα κεφαλαιοποίησης τόκου δύο φορές ετησίως, ήτοι την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους και θα χρεώνεται στον λογαριασμό των εναγόμενων μαζί με οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα, προμήθειες και ή χρεώσεις. Περαιτέρω, με βάση τη συμφωνία δανείου, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια 40 μηνιαίων δόσεων εκ €300.- εκάστη. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή σε περίπτωση που το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του κατέστη πληρωτέο και απαιτητό, το καθυστερημένο και ή οφειλόμενο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης και ή από την ημέρα που κατέστη απαιτητό και οφειλόμενο μέχρι την εξόφληση του. Οι ενάγοντες σύμφωνα με τους όρους της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας δανείου, άρχισαν συνεργασία με τον εναγόμενο 1 και άνοιξαν επ' ονόματι του τελευταίου τον λογαριασμό υπ΄ αριθμό ...12, ο οποίος αργότερα μετατράπηκε σε .....-8 και αργότερα σε .....
  5. Η εναγόμενη 4, μετά των εναγόμενων 2 και 3, εγγυήθηκε γραπτώς, δυνάμει εγγυητήριου εγγράφου ημερ. 12/8/2009, την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 μέχρι ποσού €10.000, πλέον τόκους και έξοδα. Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, κατά τη σύναψη των συμφωνιών πιο πάνω, ονομάζονταν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου - Δρομολαξιάς, ενώ αργότερα επήλθαν διάφορες αλλαγές στους ενάγοντες και έλαβαν άλλες ονομασίες. Σήμερα φέρουν την ονομασία που αναφέρεται στον τίτλο της παρούσας δηλ. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (βλ. και την τελευταία ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ημερ. 16/11/22). Ο εναγόμενος 1, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου, παρέλειψε να συμμορφωθεί μ' αυτούς, αφου δεν κατέβαλλε τις συμφωνηθείσες δόσεις, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καλέσουν επανηλειμμένα τους εναγόμενους δια επιστολών τους ημερ. 14/6/2013, 31/01/2014 και 31/03/2014 όπως μεριμνήσουν για την επανόρθωση της παράβασης του πρωτοφειλέτη, χωρίς ωστόσο να υπάρξει καμία ανταπόκριση από τους εναγόμενους. Γι΄ αυτό οι ενάγοντες, με επιστολή τους ημερ. 15/5/2014, τερμάτισαν τη λειτουργία του ως άνω λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους όπως εντός 7 ημέρων προβούν σε πλήρη και τέλια εξόφληση του υπολοίπου, αλλά οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν. Με βάση την αναδομημένη / αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμ.15, που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και από την οποία αφαιρέθηκαν όλες οι πρόσθετες χρεώσεις, όπως έξοδα τήρησης λογαριασμού και έξοδα επιστολών, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στις 30/6/22 ανερχόταν σε €7.570,13.-, πλέον τόκο προς 6,5% από 1/7/22 μέχρι εξόφλησης. Οι ενάγοντες επίσης, με βάση την επίδικη συμφωνία, δικαιούνται σε κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 4 για το ποσό των €7.570,13.-, πλέον τόκο προς 6,5% από 1/7/22 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου δυο φορές ετησίως, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της Εναγόμενης 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι: (α) η απόφαση εναντίον της εναγόμενης 4, εκδίδεται αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1, 2 και 3, εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση και (β) στο βαθμό που τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον της εναγόμενης 4 είναι κοινά με τους εναγόμενους 1, 2 και 3, οι ενάγοντες ένα σετ εξόδων θα δικαιούνται. (Υπ.)................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.