B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΤΗ. Κ. VENOUSA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 546/2015, 4/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 546/2015 Μεταξύ: B2KAPITAL CYPRUS LTD Εναγόντων -και-
- ΤΗ. Κ. VENOUSA LIMITED, Α.Ε. 0039940
- .... ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΠΙΡΙΛΛΟΣ ...
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ .. Εναγόμενων ---------------------------------------------------- Ημερομηνία: 4 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Α. Φασιανού μαζί με κ. Θ. Σέα για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο 3: κα Κ. Καρσού για κ. Στ. Σταύρου. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση, έχει προχωρήσει σε ακρόαση μόνον σε σχέση με τον εναγόμενο
- Αναφορικά με τους υπόλοιπους εναγόμενους έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις προγενέστερα. Περαιτέρω, ν' αναφερθεί εδώ ότι η αγωγή καταχωρίστηκε αρχικά εναντίον των εναγόμενων από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα Κύπρου ή η Τράπεζα). Σύμφωνα όμως με ειδοποίηση που καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 6/10/2021, με βάση το άρθρο 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), η B2KAPITAL CYPRUS LTD (στο εξής η B2KAPITAL ή οι ενάγοντες), ως το αποκτών πρόσωπο δυνάμει συμφωνίας πώλησης και ή μεταβίβασης και ή εκχώρησης ημερομηνίας 2/1/2020, έχει υποκαταστήσει και ή αντικαταστήσει αυτόματα κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων τον εκχωρητή, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου, αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίστατο από ή εναντίον ή εις όφελος του Εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται. Η B2KAPITAL, από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ήτοι από τις 8/5/2020 ανέλαβε όλα τα πιο πάνω δικαιώματα και ή υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος τυχόν συνέχισης της πιο πάνω αγωγής και ή τυχόν αναγνώρισης και ή εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης από την B2KAPITAL. Επίσης, ο Βανέζης, ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας των εναγόντων, στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στην αντικατάσταση και ή υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την εταιρεία B2KAPITAL στα δικαιώματα της που αφορούν την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή (βλ. τις παραγράφους 2-11 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα, τεκμ.1). Κατέθεσε δε και τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών για τη σύσταση της B2KAPITAL, ως τεκμήριο
- (β) Το πιστοποιητικό αδειοδότησης της B2KAPITAL από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για να λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, ως τεκμήριο
- (γ) Το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 5/4/2012, για την αλλαγή ονόματος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ως τεκμήριο
- (δ) Την Κανονιστική Διοικητική Πράξη αρ.104/2013, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29/3/2013, αναφορικά με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου, ως τεκμήριο
- (ε) Έρευνα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου, ως τεκμήριο
- (στ) Επιστολές προς τους εναγόμενους από την Τράπεζα Κύπρου ημερ.24/1/2020 και 14/5/2020, με τις οποίες πληροφορούνται για την πρόθεση πώλησης της επίδικης διευκόλυνσης και την τελική μεταφορά της επίδικης διευκόλυνσης τους και των επίδικων εξασφαλίσεων αντίστοιχα, ως τεκμήρια 7 και
- (ζ) Επιστολές προς τους εναγόμενους από την B2KAPITAL ημερ. 13/5/2020, για την απόκτηση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση, ως τεκμήριο
- (η) Σχετικές επιστολές της B2KAPITAL και της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης, ως τεκμήρια 10-
- Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι, η παράγραφος 1 της έκθεσης απαίτησης, γίνεται παραδεκτή στην υπεράσπιση του εναγόμενου
- Στην εν λόγω παράγραφο, αναφέρεται ότι η Τράπεζα Κύπρου είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και καθ' όλον τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία. Επίσης, αναφέρεται η μετονομασία της Marfin Popular Bank Public Co Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από 5/4/2012 (βλ. τεκμ.4) και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η Λαική Τράπεζα) στην Τράπεζα Κύπρου, από 29/3/2013, με την αναφερόμενη ΚΔΠ 104/2013 (βλ. τεκμ.5). Ως εκ των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλευρά του εναγόμενου 3 όχι μόνον δεν αμφισβήτησε τα όσα αναφέρθηκαν για την υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την B2KAPITAL, αλλά αντίθετα με βάση την γραπτή αγόρευση που καταχώρισε τούτο είναι παραδεκτό (βλ. σελ. 1, υπό τον τίτλο «Ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης-Παραδεκτά γεγονότα»), ήδη από το σημείο αυτό αναφέρω πως όσα καταγράφονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης καθώς επίσης το δικαίωμα της B2KAPITAL να προωθήσει την παρούσα αγωγή και ν' αξιώσει απόφαση υπέρ της και εναντίον του εναγόμενου 3, γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Τα δικόγραφα Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατά ή περί την 19/12/1990, οι Ενάγοντες, μετά από αίτηση της εναγόμενης 1, συνήψαν έγγραφη συμφωνία μετά της τελευταίας, δια της οποίας, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες παραχωρήσουν στην εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις, τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο. Ο τόκος με τον οποίο θα χρεωνόταν ο λογαριασμός, θα ήταν 9%. Ο τρεχούμενος λογαριασμός που ανοίχθηκε προς όφελος και επ' ονόματι της εναγόμενης 1 έφερε αριθμό ....01, ο οποίος στις 6/6/2014, κατά την μεταφορά του λογαριασμού από τα ηλεκτρονικά συστήματα του δικτύου της πρώην Λαϊκής Τράπεζας στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου, μεταφέρθηκε στον λογαριασμό αρ. ...
- Το όριο του λογαριασμού, στις 16/10/2003 καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.30.000 (€51.258,04), με κυμαινόμενο επιτόκιο 8,10% ετησίως (βασικό επιτόκιο 4,50% πλέον 3,60% προσαύξηση) και στις 18/4/2006 συμφωνήθηκε η επανέγκριση του εν λόγω ορίου με κυμαινόμενο επιτόκιο 7,85% (βασικό επιτόκιο 4,25% πλέον 3,60% προσαύξηση). Στις 6/8/2009, συμφωνήθηκε η αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε €55.000.- με κυμαινόμενο επιτόκιο 9,10% (βασικό επιτόκιο 5% πλέον 4,10% προσαύξηση). Κατά ή περί την 9/2/2010, οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγόμενη 1 τη μείωση του περιθωρίου του λογαριασμού από 4,10% σε 2,90%, ενώ με επιστολή τους ημερ. 7/6/2011 ενημέρωσαν την εναγόμενη 1, ότι το επιτόκιο του τρεχούμενου λογαριασμού τροποποιείται ως εξής : Βασικό Επιτόκιο 5,50% και περιθώριο 3,50%, με άμεση εφαρμογή από την 31/5/
- Επίσης ενημέρωσαν την εναγόμενη 1, ότι σε περίπτωση υπέρβασης του λογαριασμού, η επιβάρυνση με την οποία θα χρεώνεται ο λογαριασμός θα ήταν 10% στο ποσό της υπέρβασης. Στις 27/1/2012 συμφωνήθηκε η επανέγκριση του ορίου ήτοι του ποσού των €55.000.- και αύξηση του περιθωρίου του λογαριασμού σε 3,70%. Ως αναφέρεται, ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση και ή δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά και κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού, ημερομηνίας 19/12/1990 και των μεταγενέστερων συμφωνηθέντων όρων και κατά παράβαση του εγγράφου εγγύησης 19/12/1990, οι Εναγόμενοι οφείλουν ομού, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως στους Ενάγοντες το ποσό των €65.496,24 πλέον τόκους προς 12% σταθερό από 10/6/2014, επί του ποσού των €64.045,37 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, δια της υπογραφής εγγράφου εγγυήσεως ημερομηνίας 19/12/1990, εγγυήθηκαν κεχωρισμένως και αλληλεγγύως μετά της εναγόμενης 1 όλες τις υποχρεώσεις αυτής προς τους Ενάγοντες, μέχρι ποσού Λ.Κ.70.000 (€119.602,10) πλέον τόκους, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες. Προς περαιτέρω και ή καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, οι εναγόμενοι 1 και 2 προσέφεραν και οι ενάγοντες αποδέχτηκαν διάφορες υποθήκες. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1 εξέδωσε προς όφελος των εναγόντων 2 ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ενώ ο εναγόμενος 2 εκχώρησε στους ενάγοντες συγκεκριμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Οι Ενάγοντες, με επιστολές τους ημερομηνίας 15/11/2012 προς τους Εναγόμενους, τους ενημέρωσαν για την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού της εναγόμενης 1, ήτοι του ποσού των €626,56 και τους κάλεσαν να διευθετήσουν την εκκρεμότητα εντός 21 ημερών. Επίσης, τους πληροφόρησαν ότι ο επίδικος λογαριασμός θα επιβαρυνόταν μετά την πάροδο των 21 ημερών και χωρίς οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση με τόκο 12% και ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 1ην Ιανουάριου και 1η Ιουλίου κάθε χρόνου. Οι Ενάγοντες δε, με επιστολές τους προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 25/1/2013, τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν άμεσα ολόκληρο το τότε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €55.910,35 πλέον τόκους από 25/1/
- Οι Εναγόμενοι εξακολουθούν μέχρι σήμερα ν' αρνούνται και ή να παραλείπουν και ή ν' αμελούν να συμμορφωθούν. Ως εκ των ανωτέρω, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, ομού, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα ποσό €65.496,24 πλέον τόκο προς 12% από 10/6/2014 επί του ποσού των €64.045,37 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επίσης ζητούν διατάγματα εκποίησης των υποθηκών που παραχώρησαν οι εναγόμενοι 1 και
- Στην υπεράσπιση που καταχώρησε, ο εναγόμενος 3 παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1, πλην όμως αναφέρει ότι αγνοεί όσα αναφέρονται σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας. Επίσης, αγνοεί και συνεπώς αρνείται τις υπόλοιπες συμφωνίες που αναφέρονται για καθορισμό ή επανέγκριση του ορίου του λογαριασμού και όσα αναφέρονται σε σχέση με τη διαφοροποίηση του επιτοκίου. Αποτελεί θέση του ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με την αύξηση του ορίου και ή επανακαθορισμό και ή επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και ή τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερ. 19/12/1990, ούτε παρείχε συγκατάθεση προς τούτο. Επίσης, σημειώνει ότι οι μεταγενέστερες συμφωνίες, τροποποιητικές και ή συμπληρωματικές, μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1, δια του διευθυντή της εναγόμενου 2, χωρίς τη γνώση και ή πληροφόρηση των λοιπών εναγόμενων, αλλοίωσαν το περιεχόμενο της παραχωρηθείσας εγγύησης ώστε οι ενάγοντες να κωλύονται να προβάλλουν ως οι αξιώσεις της Έκθεσης Απαίτησης εναντίον του εναγόμενου
- Σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης, παραδέχεται τη σύναψη της, ως η παράγραφος 14 της Έκθεσης Απαίτησης, όμως αναφέρει ότι αρνείται οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό. Άνευ βλάβης δε των ανωτέρω, ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου και ή επίδικη συμφωνία εγγύησης και ή οι επιμέρους όροι αυτών είναι παράνομοι και ή καταχρηστικοί (παρατίθενται λεπτομέρειες). Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 3 αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: - Oι Ενάγοντες παραβίασαν τις οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές της Κεντρικής Τράπεζας που διέπουν τη λειτουργία των Τραπεζών και ή τη χορήγηση δανείων, ουδέποτε κάλεσαν την πρωτοφειλέτιδα να προβεί σε αναδιάρθρωση του χρέους της και ουδέποτε ενημέρωσαν τον εναγόμενο 3 για τις καθυστερήσεις και ή παράβαση των όρων αποπληρωμής εκ μέρους της εναγόμενης 1 ως όφειλαν. - Η παρούσα αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί λόγω της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρησή της (larches) και ή ολιγωρίας που υπέδειξαν οι Ενάγοντες εις βάρος των εναγόμενων. Επίσης, οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν και ή να προωθήσουν την παρούσα διαδικασία, καθ' ότι είναι καταχρηστική λόγω καθυστέρησης και ή συμπεριφοράς και ή αμέλειας και ή αδιαφορίας. - Άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρισμών του, αναφέρει ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας εγγύησης αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου και είναι εξ' υπαρχής άκυρη. - Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις των εναγόντων έχουν παραγραφεί. - Οι ενάγοντες ουδέποτε παρείχαν οποιαδήποτε πληροφόρηση στον ίδιο αναφορικά με την μεταβολή των όρων της επίδικης συμφωνίας δανείου και ή το ποσό της παραχωρηθείσας διευκόλυνσης προς την εναγόμένη 1 και ή τις εξασφαλίσεις που παρείχε η εναγομένη από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας το
- Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το ποσοστό τόκου που αξιώνουν οι ενάγοντες είναι παράνομο. - Οι Ενάγοντες δύνανται να αιτηθούν την εκποίηση της υποθηκευμένης προς όφελος τους ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 1 και ή όφειλαν μέχρι σήμερα να το πράξουν προς ικανοποίηση του χρέους της εναγόμενης
- Άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρισμών του, αιτείται την αναστολή εκτέλεσης οποιαδήποτε απόφασης που τυχόν εκδοθεί εναντίον του μέχρι την εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων της εναγόμενης 1 προς όφελος των Εναγόντων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας. - Οι Ενάγοντες αμέλησαν να λάβουν μέχρι σήμερα τα κατάλληλα μέτρα προς ικανοποίηση του χρέους της εναγόμενης 1, δεδομένων των εξασφαλίσεων που εξακολουθούσε να παρέχει, στη βάση των οποίων οι Ενάγοντες εξακολουθούσαν να παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις και δη μέχρι σήμερα καταχρηστικά επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους επί των εξασφαλίσεων αυτών. - Αρνείται ότι έλαβε τις αναφερόμενες επιστολές και ή αποστάλθηκαν προς αυτόν οποιεσδήποτε επιστολές και ή άνευ βλάβης της ως άνω Υπεράσπισης, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν νόμιμα τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δανείου και ή ουδέποτε κάλεσαν νόμιμα και ή όχλησαν τον εναγόμενο 3 για την πληρωμή οποιουδήποτε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού. Έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο εναγόμενος 3 αρνείται τις αξιώσεις των εναγόντων και ζητά απόρριψη της εναντίον του αγωγής με έξοδα εις βάρος των εναγόντων. Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι ενάγοντες, πλην των παραδοχών του εναγόμενου 3, αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του τελευταίου και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Ό,τι άλλο αναφέρουν, είναι πως σύμφωνα με το εγγυητήριο έγγραφο ημερ.19/12/1990, οι εγγυητές, ήτοι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, συμφωνούν ότι οι ενάγοντες έχουν την εξουσία να μεταβάλλουν το περιεχόμενο της συμφωνίας δανείου κατά την απόλυτη κρίση τους και χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόμενων 2, 3,
- Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον του Εναγόμενου 3, οι ενάγοντες κάλεσαν ένα μάρτυρα, ήτοι τον Α. Βανέζη (ΜΕ1). Για την πλευρά του εναγόμενου 3, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΥ1) και η Ε. Μ. Ανδρέου (ΜΥ2). Ο Βανέζης (ΜΕ1) με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε την γραπτή δήλωση που έχει ετοιμάσει, ως τεκμήριο
- Ως ανέφερε, είναι στην υπηρεσία των εναγόντων, ως υπεύθυνος λειτουργός αναφορικά με υποθέσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που οδηγούνται στα δικαστήρια. Γνωρίζει τα γεγονότα λόγω της θέσης του και από έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του και την φύλαξη του, καθώς και από τη μελέτη του φακέλου και του ηλεκτρονικού αρχείου που διατηρούν οι ενάγοντες σε σχέση με την πιο πάνω αγωγή. Αργότερα, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι ήταν στην Τράπεζα Κύπρου από το 1987 μέχρι το 2019 και από το 2021 και μέχρι σήμερα είναι στην εταιρεία Β2Κapital. Στις 19/12/1990, οι ενάγοντες, μετά από αίτηση της εναγόμενης 1, συνήψαν έγγραφη συμφωνία μετά της εναγόμενης 1, δια της οποίας συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως οι ενάγοντες παραχωρήσουν στην εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις, ήτοι τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο (τεκμ.16). Βάσει της συμφωνίας, ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο προς 9% ετησίως πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα, με την εφαρμογή της τακτικής που θα ακολουθείτο κατά καιρούς από τους ενάγοντες, όσον αφορά την αξία (value date) των αναλήψεων και καταθέσεων σε μετρητά και επιταγές. Ο τρεχούμενος λογαριασμός που ανοίχθηκε προς όφελος και επ' ονόματι της εναγόμενης 1 έφερε αριθμό ...01, ο οποίος στις 6/6/2014, κατά την μεταφορά του λογαριασμού από τα ηλεκτρονικά συστήματα του δικτύου της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου, μεταφέρθηκε στον λογαριασμό αρ. ..
- Σύμφωνα με το μάρτυρα, την 16/10/2003, συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο μερών όπως το όριο του ρηθέντος λογαριασμού καθοριστεί στο ποσό των Λ.Κ.30.000 (€51.258,04), το οποίο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο ρηθείς λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανερχόταν σε 4,50%, προσαυξημένο κατά 3,60% περιθώριο, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο (βλ. τεκμ.17). Στις 18/4/2006, συμφωνήθηκε η επανέγκριση του ορίου πιο πάνω, το οποίο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο ρηθείς λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανερχόταν σε 4,25%, προσαυξημένο κατά 3,60% περιθώριο, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο (βλ. τεκμ.18). Μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 6/8/2009, οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγόμενη 1 την αύξηση του ορίου του ρηθέντος τρεχούμενου λογαριασμού σε €55.000.-, το οποίο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Επιπρόσθετα, την ίδια ημερομηνία εγκρίθηκε προσωρινό όριο εκ €50.000, το οποίο θα έληγε την 10/01/
- Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο ρηθείς λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανερχόταν σε 5,00% προσαυξημένο κατά 4,10% περιθώριο, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε δύο φορές το χρόνο (βλ. τεκμ.19). Στις 9/2/2010 δε, συμφωνήθηκε η επανέγκριση του ορίου ύψους €55.000, η χορήγηση προσωρινού ορίου εκ €25.000, το οποίο θα έληγε την 15/4/2010 και η μείωση του περιθωρίου, με το οποίο θα χρεωνόταν ο ρηθείς λογαριασμός. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο ρηθείς λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανερχόταν σε 5,00%, προσαυξημένο κατά 2,90% περιθώριο, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο (βλ. τεκμ.20). Οι ενάγοντες, με επιστολή τους ημερ.7/6/2011, ενημέρωσαν την εναγόμενη 1 ότι το επιτόκιο του ρηθέντος λογαριασμού τροποποιήθηκε σε βασικό επιτόκιο εκ 5,50%, προσαυξημένο κατά 3,50% περιθώριο, με άμεση εφαρμογή από την 31/05/
- Δυνάμει της ρηθείσας επιστολής, η εναγόμενη 1 ενημερώθηκε ότι σε περίπτωση υπέρβασης, η επιβάρυνση με την οποία θα χρεωνόταν ο λογαριασμός θα ήταν 10% στο ποσό της υπέρβασης (βλ. τεκμ.21). Ακολούθως, στις 14/2/2012, οι ενάγοντες συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, με την εναγόμενη 1 την επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε €55.000.- και την αύξηση του περιθωρίου σε 3,70%. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο ρηθείς λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανερχόταν σε 5,75%, προσαυξημένο κατά 3,70% περιθώριο, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο (βλ. τεκμ.22). Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, δια της υπογραφής εγγράφου εγγυήσεως ημερομηνίας 19/12/1990, εγγυήθηκαν κεχωρισμένως και αλληλεγγύως μετά της εναγόμενης 1 όλες τις υποχρεώσεις αυτής προς τους Ενάγοντες είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι ή θα γίνουν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ή από εγγύηση προς τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες (η αναφορά στη μαρτυρία του στη λέξη άμεσες για δεύτερη φορά, προφανώς έγκειται σε λάθος-βλ. τεκμ.23, όρος 1). Ανέλαβαν δε να πληρώσουν στους Ενάγοντες μόλις τους ζητείτο οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 ή οποιεσδήποτε από αυτές συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Η ευθύνη των εναγόμενων 2, 3 και 4, με βάση το ρηθέν έγγραφο εγγύησης δεν θα υπερέβαινε το ποσό των Λ.Κ.70.000 (€119.602,10) πλέον τόκους, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα άλλα έξοδα και δαπάνες (βλ. τεκμ.23). Πέραν της εν λόγω εγγύησης, ο εναγόμενος 2 υπέγραψε και το έγγραφο εγγύησης ημερ.5/8/2011 (βλ. τεκμ.24). Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του οιουδήποτε υπολοίπου κάθε υποχρέωσης της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες, η εναγόμενη 1 και ο εναγόμενος 2 προσέφεραν και οι ενάγοντες αποδέχτηκαν τις υποθήκες στις οποίες αναφέρθηκε (βλ. τεκμ.25-28). Τόσο η Εναγόμενη 1, με επιστολές ημερομηνίας 9/2/2010 και 5/8/2011, όσο και ο Εναγόμενος 2, με επιστολή ημερομηνίας 5/8/2011, έδωσαν την συγκατάθεση τους όπως οι υποθήκες συνεχίζουν να εξασφαλίζουν τόσο τις διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί όσο και τις διευκολύνσεις που θα παραχωρούνταν μελλοντικά από τους ενάγοντες (βλ. τεκμ.29). Σύμφωνα με το μάρτυρα, βάσει πληροφόρησης που είχε, πριν την μεταβίβαση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης από την Τράπεζα Κύπρου προς τους ενάγοντες, οι υποθήκες είχαν πωληθεί δυνάμει των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου και το προϊόν πώλησης αυτών είχε κατατεθεί έναντι διαφόρων εξ αποφάσεως χρεών της εναγόμενης 1, τα οποία εξασφαλίζονταν από τις εν λόγω υποθήκες. Επιπλέον, ο εναγόμενος 2 εκχώρησε στους ενάγοντες 2 ασφαλιστήρια ζωής (βλ. τεκμ.30 και 31) και η εναγόμενη 1 εξέδωσε 2 ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης για ποσό Λ.Κ.50.000 (€85.430,07) και €250.000 (βλ. τεκμ.32 και 33). Για τις συμφωνίες εκχώρησης και τα ομόλογα, οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Οι ενάγοντες, με επιστολές τους ημερομηνίας 15/11/2012 προς τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, οι οποίες τους αποστάλθηκαν με απλό ταχυδρομείο στις τελευταίες γνωστές στην Τράπεζα διευθύνσεις τους, τους ενημέρωσαν για την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού της εναγόμενης 1, ήτοι του ποσού των €626,56 και τους κάλεσαν να διευθετήσουν την εκκρεμότητά εντός 21 ημερών, πλην όμως οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν (βλ. τεκμ.34). Ακολούθως δε, οι ενάγοντες, με επιστολές τους ημερομηνίας 25/1/2013 προς τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, οι οποίες τους αποστάλθηκαν με απλό ταχυδρομείο στις τελευταίες γνωστές στην Τράπεζα διευθύνσεις τους, τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν άμεσα ολόκληρο το τότε χρεωστικό υπόλοιπο αυτού (βλ. τεκμ.35). Μετά την καταχώριση της αγωγής και ειδικότερα την 24/11/2017, πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό το ποσό των €28.000,
- Οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, κατά παράβαση των όρων των ως άνω συμφωνιών και εγγράφων, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με αυτούς και οφείλουν σήμερα αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως το ποσό των €34.987,57 πλέον τόκο προς 8,00% από 15/10/2022 επί του ποσού των €34.193,16 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (βλ. την αναλυτική κατάσταση τεκμ.36 και την αναδομημένη κατάσταση τεκμ.37). Ως αναφέρει, οι ενάγοντες αξιώνουν απόφαση εναντίον του εναγόμενου 3 για το εν λόγω ποσό. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στον τρόπο ετοιμασίας της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού και τι λήφθηκε υπόψη κατά την ετοιμασία της. Είπε συγκεκριμένα ότι «.. όπως βλέπουμε από την αναδομημένη κατάσταση το υπόλοιπο αρχίζει και η αναδόμηση αρχίζει από 01.01.
- Στο Τεκμήριο 36, που είναι οι αναλυτικές καταστάσεις εάν ανατρέξουμε στην ημερομηνία 01.01.13 μπορούμε να δούμε ότι το υπόλοιπο μας εκείνην τη συγκεκριμένη ημερομηνία ανερχόταν σε 56.169,
- Η αναδόμηση ξεκίνησε από εκείνη τη συγκεκριμένη ημερομηνία, καθότι αντιλαμβάνεστε δεν ήταν εφικτό να γίνει η αναδόμηση πράξη προς πράξη από το
- Λοιπόν, έγινε μία εργασία υπολογισμού εξόδων, excess fees, penalty fees, ledger fees και όλα αυτά τα έξοδα έχουν αφαιρεθεί από τη συγκεκριμένη κατάσταση από το υπόλοιπο των 56.169,
- Έχουμε χρησιμοποιήσει επιτόκιο 9,45% το οποίο ήταν το συμβατικό κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, όπως προκύπτει από τα έγγραφα, τα οποία έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Κατά τον τερματισμό το επιτόκιο αυξήθηκε κατά 2% από 9,45% σε 11,45%. Στη συνέχεια και μετά από την εξαγορά της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης από την Β2Κapital το επιτόκιο στις 08.05.2020 έχει μειωθεί σε 8%. Να αναφέρω εδώ επίσης, ότι στις 24.11.17 υπήρξε μία κατάθεση της τάξης των €28.000, το ποσό αυτό προήλθε από δεσμευμένη κατάθεση. » Αντεξεταζόμενος, για την αναδομημένη κατάσταση διευκρίνισε ότι έχει προβεί σε αφαίρεση των εξόδων από την αρχή μέχρι και το
- Έχει υπολογίσει όλα τα έξοδα που υπήρχαν από την ημέρα που άνοιξε ο λογαριασμός το 1990 μέχρι και το 2013 και το ποσό το οποίο υπολόγισε που ήταν €26.449,18, το έχει αφαιρέσει (βλ. 3η γραμμή στην 1η σελίδα του τεκμηρίου 37). Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι: - Δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των συμφωνιών και των εγγράφων που κατέθεσε. Διαφώνησε όμως ότι δεν γνωρίζει τον τρόπο που υπεγράφησαν οι συμφωνίες, λέγοντας ότι είναι στην Τράπεζα Κύπρου από το 1987 και γνωρίζει πως γίνονταν οι συμφωνίες. Δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της παρούσας, αλλά η πρακτική υπογραφής παραμένει η ίδια και γνωστή. - Η Β2Κapital δεν έχει τραπεζικό βιβλίο, καθότι δεν είναι τράπεζα. Όμως το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο αρχικά από την Λαϊκή Τράπεζα, μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και στη συνέχεια αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο της Β2Κapital. Η τελευταία αγόρασε τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση και δεν είναι απλά διαχειριστής του συγκεκριμένου τρεχούμενου λογαριασμού. - Η συμφωνία, τεκμήριο 16, είναι γενική και αναφέρεται στη λειτουργία του λογαριασμού. Στη βάση αυτής της συμφωνίας, παραχωρούνταν διάφορες διευκολύνσεις, όριο, αύξηση ορίου, μείωση ορίου και δεν αναφέρονται όλα αυτά επί της συμφωνίας. Στις 16/10/2003 καθορίστηκε όριο Λ.Κ.30.000 (βλ. τεκμήριο 17). Την 1/9/2003 το υπόλοιπο ανερχόταν σε Λ.Κ.29.780,08 και άρα το υπόλοιπο ήταν ήδη κοντά στις Λ.Κ.30.
- Όταν χορηγήθηκε η διευκόλυνση το 1990, χορηγήθηκε και το συγκεκριμένο όριο και όπως ήταν η πρακτική υπογραφόταν σχετική επιστολή από τους εμπλεκόμενους, όμως δεν έχει την επιστολή που αναφέρεται στο όριο. Δεν έχει όμως καμία σημασία το ύψος του ορίου, αλλά οι χρεοπιστώσεις που αναφέρονται στο λογαριασμό και το υπόλοιπο του λογαριασμού. - Στην προκειμένη περίπτωση, η συμφωνία υπογράφηκε το 1990, υπήρχε ανώτατο επιτόκιο 9% και ήταν σταθερό. Επομένως δεν αναλύεται σε βασικό και περιθώριο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι : « .. Μετά το 1996, 1997 έγινε 8%, στην πορεία 8,50 μέχρι το 2000 και όταν μπήκαμε στο 2001 ξεκινήσαμε την περίοδο των κυμαινόμενων επιτοκίων. Μέχρι το 2000 είχαμε περίοδο σταθερών επιτοκίων και επομένως οι όποιες αλλαγές έγιναν από 9 στο 8 και 8,50 που αναφέρθηκα, ήταν μετά από παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας. Στην συνέχεια μετά το 2001 έγινε, διαχωρίστηκε το επιτόκιο σε βασικό και σε περιθώριο. Το περιθώριο ήταν κάτι το οποίο συμφωνείτο μεταξύ των μερών, μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη. Το βασικό επιτόκιο ήταν το επιτόκιο το οποίο δημοσιοποιείτο και καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα και στην συνέχεια από την κάθε τράπεζα ξεχωριστά και δημοσιοποιείτο. Άρα το βασικό, δημοσιοποιείτο και καθοριζόταν από την Κεντρική και στην συνέχεια από τις τράπεζες και το περιθώριο, ήταν κάτι το οποίο συμφωνούσαν τα μέρη, η τράπεζα και ο πελάτης και αυτό φαίνεται από τα τεκμήρια 17, 18, 19, 20, 21,
- Σε αυτά τα τεκμήρια αναφέρεται και το περιθώριο. » - Με βάση το τεκμήριο 17, το επιτόκιο ήταν 8,10%. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό επιτόκιο το οποίο δημοσιεύθηκε την περίοδο εκείνη ήταν 4,50%, το δε περιθώριο το οποίο είναι κάτι το οποίο συμφωνείται μεταξύ των μερών, ανερχόταν σε 3,60%. Δεν μπορούμε όμως να πούμε ότι από τις 16/10/2003 μέχρι 18/4/2006 το επιτόκιο που χρεωνόταν ο λογαριασμός ήταν 8,10%. Πιθανότατα υπήρχαν αυξομειώσεις, με τις οποίες τροφοδοτείτο ο υπολογιστής και υπολόγιζε το επιτόκιο. Το βασικό επιτόκιο δημοσιοποιείται στις εφημερίδες και ακολουθείτο από την τράπεζα για να χρεώνεται ο λογαριασμός. Γεγονός είναι ότι δεν έκρινε σκόπιμο να φέρει όλες εκείνες τις δημοσιεύσεις από το 2000 και εντεύθεν για να δείξουν τη διακύμανση. Ωστόσο, εφόσον οι πελάτες υπόγραφαν κατά καιρούς τις διάφορες επιστολές και αποδέχονταν το επιτόκιο, θεώρησε ότι αυτό είναι ικανοποιητικό. - Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 18, δηλαδή οι αυξομειώσεις του επιτοκίου υπολογίστηκαν ακριβώς με βάση τον τρόπο που ανέφερε ανωτέρω. - Οι εγγυητές δεν ενημερώθηκαν για τις συμφωνίες τεκμήρια 17-20, την επιστολή τεκμήριο 21 και την επιστολή προσφοράς τεκμήριο
- Με βάση τον όρο 2 του εγγυητήριου εγγράφου, τεκμήριο 23, η τράπεζα δεν όφειλε να ενημερώσει τον εγγυητή για τυχόν αυξομειώσεις στο όριο του λογαριασμού ή και του επιτοκίου. - Ως προς το γιατί δεν τερματίστηκε προηγουμένως ο λογαριασμός, ανέφερε ότι με βάση τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, προκύπτει ότι έγιναν αρκετές προσπάθειες για ομαλοποίηση του λογαριασμού, με τελευταία προσπάθεια το
- Από εκεί και πέρα, ο λογαριασμός εξακολουθούσε να μην λειτουργεί μέσα στα πλαίσια και προχώρησε η τράπεζα στον τερματισμό του λογαριασμού τον Ιανουάριο του
- Επομένως έλαβε όλα τα μέτρα που έπρεπε να λάβει, έκανε όλες τις αναδιαρθρώσεις, όλες τις προσπάθειες ομαλοποίησης και όταν αυτό δεν έφερε αποτελέσματα, τερματίστηκε ο λογαριασμός. - Η κατάσταση λογαριασμού αποστέλλεται πάντοτε στον πρωτοφειλέτη. Δεν αποστέλλεται κατάσταση λογαριασμού στον εγγυητή. - Όταν ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός το 1990 και υπέγραψε ο εγγυητής, δεν υπήρχε κάποιο υπόλοιπο για να του δείξουν. - Μέχρι σήμερα, η υποχρέωση του εγγυητή περιορίζεται μέχρι το ποσό που αναγράφεται στον όρο 18 του τεκμηρίου
- - Ως εκ της μη ενημέρωσης του εναγόμενου 3, εγγυητή, για τις νέες διευκολύνσεις που δόθηκαν όσο και για την αύξηση του επιτοκίου αλλά και για το υπόλοιπο του λογαριασμού, διαφώνησε ότι υπήρξε επηρεασμός των δικαιωμάτων του εγγυητή και ότι αυτός απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του. Ο εγγυητής υπέγραψε εγγυητήριο το 1990 για ποσό Λ.Κ.70.000 και το διεκδικούμενο ποσό είναι κατά πολύ χαμηλότερο. Τα όρια που είχαν παραχωρηθεί στο συγκεκριμένο λογαριασμό, είναι κατά πολύ μικρότερα του ποσού της εγγύησης. Επομένως δεν υπάρχει κανένας λόγος ενημέρωσης και εν πάση περιπτώσει εάν χορηγείτο και αύξηση ορίου, η υποχρέωση του εγγυητή περιορίζεται στις Λ.Κ.70.000 πλέον τόκους. - Οι υποθήκες που έχουμε εδώ, είχαν εγγραφεί το 2006 και το
- Άρα οι υποθήκες ήταν πολύ μεταγενέστερες της συμφωνίας και πολύ μεταγενέστερες και του εγγυητήριου εγγράφου. Όταν δηλαδή υπογραφόταν το εγγυητήριο έγγραφο το 1990, δεν υπήρχαν υποθήκες. Η Β2Kapital αγόρασε το δάνειο χωρίς οιεσδήποτε υποθήκες ή εξασφαλίσεις. Οι υποθήκες είχαν εκποιηθεί για άλλες υποχρεώσεις, τις οποίες κάλυπταν οι συγκεκριμένες υποθήκες. Σχετικά με τα ομόλογα, τα οποία επεκτείνονται στο ενεργητικό της εταιρείας, επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Ο Εναγόμενος 3 (ΜΥ1), κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Ως αναφέρει, ο εναγόμενος 2 ήταν κουνιάδος του, αφού (ο μάρτυρας) ήταν παντρεμένος με την αδερφή του μέχρι την 14/3/1990, οπότε η σύζυγος του απεβίωσε λόγω της επάρατης νόσου. Ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1 και γραμματέας της ήταν ο εναγόμενος
- Περί τον Δεκέμβριο του 1990 και 9 μήνες μετά τον χαμό της συζύγου του, τον προσέγγισε ο εναγόμενος 2 και του ζήτησε να μπει εγγυητής σ' έναν τρεχούμενο λογαριασμό που αιτήθηκε στην τότε Λαϊκή Τράπεζα. Του ανέφερε ότι ο ίδιος έχει προβεί σε όλες τις ενέργειες με σκοπό την εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης από την Λαϊκή Τράπεζα και το μόνο που απέμενε ήταν, αφότου εγκριθεί, να μεταβεί στο πιστωτικό ίδρυμα της Λαϊκής Τράπεζας για να υπογράψει. Έχοντας πρόθεση να βοηθήσει τον κουνιάδο του, ο οποίος τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση, υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης μόνο για την επίδικη διευκόλυνση και όχι για όλες τις διευκολύνσεις που λάμβανε η εναγόμενη 1 εταιρεία από την τότε Λαϊκή Τράπεζα. Σημειώνει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν του επεξηγήθηκε από οποιοδήποτε δικηγόρο, ενώ δεν είχε την ευκαιρία να διαπραγματευτεί το έγγραφο της διευκόλυνσης προς την εναγόμενη
- Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνώριζε το όριο που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1 εταιρεία. Το μόνο που γνώριζε και το μόνο που του ανέφερε ο εναγόμενος 2, ήταν ότι για την εν λόγω διευκόλυνση είχαν παραχωρηθεί διάφορες εξασφαλίσεις μεγαλύτερης αξίας από το ποσό που έλαβε η εναγόμενη 1 εταιρεία και ως εκ τούτου η διευκόλυνση ήταν πλήρως εξασφαλισμένη και ο ίδιος δεν θα ήταν υπόλογος στην τράπεζα για να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Εάν γνώριζε ότι με την υπογραφή του θα εγγυάτο όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, σαφώς δεν θα υπέγραφε και σε καμία περίπτωση δεν θα έθετε τον εαυτό του σε τέτοιο κίνδυνο, ειδικότερα από την στιγμή που ουδεμία σχέση είχε με την εν λόγω εταιρεία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από την αναφερόμενη τράπεζα για καθυστερημένες δόσεις της εναγόμενης 1 για την εν λόγω διευκόλυνση και ουδέποτε του ζητήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Έλαβε γνώση της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού μετά από 25 χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης και συγκεκριμένα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής το
- Προηγουμένως και για διάστημα 25 ετών, δεν είχε λάβει καμία ενημέρωση ούτε από την τράπεζα ούτε από τον εναγόμενο
- Μόλις καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, αμέσως επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι η επίδικη διευκόλυνση εξασφαλίζεται από ενυπόθηκο ακίνητο και ότι ο ίδιος θα προέβαινε στις απαραίτητες διευθετήσεις. Οι μοναδικές επιστολές που έλαβε από την τράπεζα ήταν το 2017, όταν η τράπεζα άρχισε διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του χρέους (βλ. τεκμ.39). Θεώρησε δε ότι εφόσον ο εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι το ενυπόθηκο ακίνητο κάλυπτε την επίδικη διευκόλυνση, το ακίνητο θα εκποιείτο και ο ίδιος θ' απαλλασσόταν από οποιαδήποτε υποχρέωση του. Αντ' αυτού, για λόγους που δεν μπορεί να γνωρίζει, βρίσκεται σήμερα στη δυσμενή θέση να οφείλει το ποσό των €34.987,57.- για μια συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε πριν 32 χρόνια και ενώ η τράπεζα ουδέποτε σε προηγούμενο στάδιο τον ενημέρωσε για τις καθυστερημένες δόσεις της εναγόμενης
- Καταληκτικά, θεωρεί ότι δεν οφείλει οποιαδήποτε χρήματα στους ενάγοντες, επειδή ως έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους του, το υποθηκευμένο ακίνητο που παραχωρήθηκε για την επίδικη διευκόλυνση έχει ήδη εκποιηθεί και κάλυπτε την αξία του επίδικου λογαριασμού. Επίσης, αναφέρεται στο διορισμό ειδικού εμπειρογνώμονα, ούτως ώστε να ετοιμάσει αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για να διαπιστωθεί εάν τελικά οφείλει οποιοδήποτε ποσό η εναγόμενη
- Τέλος, θεωρεί ότι η παρούσα διαδικασία δεν προωθήθηκε έντιμα από τους ενάγοντες, αλλά είναι διαδικασία η οποία μέχρι και την τελευταία στιγμή χρησιμοποιήθηκε για να εξαναγκαστεί να δεχθεί ότι χρωστά υπέρογκα ποσά, πράγμα το οποίο φαίνεται και από το γεγονός ότι η απαίτηση των εναγόντων περιορίστηκε κατά πολλές χιλιάδες ευρώ μόλις μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο 23 και συμφώνησε ότι η διευκόλυνση η οποία εγγυήθηκε, είναι ο τρεχούμενος λογαριασμός που αφορά η συγκεκριμένη αγωγή που είναι σήμερα στο Δικαστήριο. Επίσης συμφώνησε ότι η εγγύηση που έδωσε ήταν για Λ.Κ.70.000.- πλέον τόκοι και έξοδα. Σε σχέση με την αναφορά του ότι δεν του επεξηγήθηκε το έγγραφο από δικηγόρο, είπε ότι δεν ζήτησε κάτι τέτοιο και ήταν δική του επιλογή και δεν του στέρησε κανείς αυτό το δικαίωμα. Το ίδιο ισχύει για το ζήτημα της διαπραγμάτευσης. Επέλεξε να πάει, να μην το διαβάσει και να το υπογράψει. Σε άλλο σημείο δε, συμφώνησε ότι βάσει του εγγράφου που υπόγραψε, αποδέχτηκε ότι η ευθύνη του θα ήταν ανεξάρτητη από οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις τυχόν θα υπήρχαν. Όταν ερωτήθηκε για τις επιστολές τεκμήρια 34 και 35, είπε ότι δεν τις αναγνωρίζει. Η αναγραφόμενη σ' αυτές διεύθυνση, στη Σπύρου Κυπριανού, Λάρνακα, το 2012-2013 δεν ήταν η διεύθυνση διαμονής του. Παλιά η διεύθυνση του ήταν στις Καμάρες και μετά μετακόμισε στην Αραδίππου. Σε σχέση με τη διεύθυνση του καταστήματος του, ανέφερε ότι: «Το κατάστημά μου εμένα βρίσκεται, βρισκόταν λεωφόρος, παλιά, το 2013, τώρα είναι Σπύρου Κυπριανού. Μετά, όταν έγινε ο μεγάλος δρόμος. Παλιά ξέχασα την ονομασία, είναι, έχει πάλι την ονομασία εκεί μόνο, εκεί που είναι τα McDonald's. Δεν θυμούμαι. Το Σπύρου Κυπριανού μετά είχε, δεν θυμούμαι.» Για τον αριθμό που αναγράφεται, στην ουσία είπε ότι εκεί είναι ο γιός του. Ακολούθως, ανέφερε ότι μέχρι το 2013 που έκλεισε η Λαική, διατηρούσε ένα τρεχούμενο με τη συγκεκριμένη τράπεζα και συμφώνησε ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση για να υπήρχε μέσα στα συστήματα της Τράπεζας, κάποιος την είχε δώσει και πιθανόν να την έδωσε ο ίδιος. Όταν του τέθηκε ότι έχει παραλάβει τις επιστολές, αφού αυτές δεν έχουν επιστραφεί, απάντησε ότι το 2009 πηγαινοερχόταν στη Λεμεσό. Εκεί ήταν ο γιος του. Δεν έχουν περιέλθει οι επιστολές αυτές στην κατοχή του. Αν έρχονταν στην κατοχή του, μία ήταν η οδός, να πάει στον δικηγόρο του, όπως έκανε και με την αγωγή. Στη Λεμεσό πήγαινε η ώρα 8 το πρωί και ερχόταν η ώρα 9 τη νύχτα. Ακολούθως, είπε ότι δεν θυμάται που του επιδόθηκε η αγωγή. Όταν του λέχθηκε ότι η τελευταία γνωστή διεύθυνσή του στην Τράπεζα, ήταν η συγκεκριμένη και έχει αναγραφεί και στο κλητήριο, το οποίο φαίνεται να του επιδόθηκε σε αυτήν τη διεύθυνση, απάντησε ότι δεν το αρνείται και δέχεται ότι του επιδόθηκε και την έλαβε. Σε υποβολή ότι βάσει του τεκμηρίου 23 που υπόγραψε, ευθύνεται έναντι των εναγόντων για να τους καταβάλει το σημερινό οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού, απάντησε: «Εάν οφείλω, το γνωρίζω ότι ο εγγυητής είναι καλοπληρωτής, έτσι μάθαμε, όμως γνωρίζω ότι έπρεπε η Τράπεζα να με ενημερώσει καθ' όλη τη διάρκεια όλου του δανείου. Αν είχε καθυστερημένα ή όχι έπρεπε να με ενημερώνει ούτως ώστε εγώ να μπορώ να κινηθώ. Εάν δεν μπορούσε εκείνος σίγουρα θα είχα και άμεση ευθύνη εγώ. Αυτό το αντιλαμβάνομαι. Το έχουμε μάθει πλέον. Αλλά δεν μου έδωσε το δικαίωμα εμένα η Τράπεζα, παρά μόνο με την αγωγή, μετά που 25 χρόνια να πάω, να τρέξω, να δω τι συνέβηκε με τον κουνιάδο μου. Και μάλιστα ήμουν σε πολύ, τότε ήταν πολύ άσχημη για εμένα η κατάσταση.» Ο μάρτυρας, ακολούθως, δέχτηκε ότι ασχέτως του πότε υπόγραψε, είναι λογικό αν ο λογαριασμός λειτουργούσε ομαλά και δεν υπήρχαν καθυστερήσεις, να ειδοποιηθεί όταν παρουσιάστηκαν προβλήματα το 2012 που στάλθηκε το τεκμήριο 34, λέγοντας ότι γι' αυτό το λόγο αποτάθηκε σ' εμπειρογνώμονα, προκειμένου να ξέρει τη δική του ευθύνη. Για την αναφορά του στη δήλωση του ότι βρίσκεται σε δυσμενή θέση, ανέφερε ότι το θεωρεί αυτό, ανεξάρτητα από ότι το ποσό που αξιώνεται είναι €35.000 περίπου, δηλαδή το 1/5 το ποσού που εγγυήθηκε. Η Ανδρέου (ΜΥ2) στην γραπτή δήλωση που κατέθεσε (τεκμ.40), αναφέρει ότι είναι αδειούχος από τον ΣΕΛΚ Σύμβουλος Αφερεγγυότητας/Εγκεκριμένη Ορκωτή Λογίστρια, Χρηματοοικονομική σύμβουλος και Διαμεσολαβήτρια Εμπορικών/ Χρηματοοικονομικών Διαφορών (εγγεγραμμένη στο μητρώο του γραφείου του Χρηματοοικονομικού Επίτροπου, του ΚΕΒΕ και του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Διαθέτει πέραν των 20 ετών πολυσύνθετη εργασιακή πείρα στην Τράπεζα Κύπρου, τα πλείστα εκ των οποίων στο τμήμα Εχεγγύων με εξειδίκευση στις χορηγήσεις, αναδιαρθρώσεις μεγάλων, μεσαίων επιχειρήσεων, αφού πρώτα εργάστηκε στα τμήματα Συναλλαγών, Ξένου συναλλάγματος, Πιστώσεων, Εγγυητικών και χορηγήσεων φυσικών προσώπων, μικρών επιχειρήσεων. Ειδικότερα εργοδοτήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου τον Οκτώβριο του 1992 και παρέμεινε μέχρι και τον Αύγουστο του
- Μετά την εθελούσια αποχώρηση της τον Αύγουστο του 2013, εργάστηκε για ένα χρονικό διάστημα ως Λογίστρια, Σύμβουλος Επιχειρήσεων στην ευρισκόμενη στο Παραλίμνι εταιρεία C.C.Law Services Ltd και τέλος απασχολήθηκε για λίγους μήνες στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα ως Λειτουργός Αναδιαρθρώσεων Μεγάλων Επιχειρήσεων, απ' όπου και αποχώρησε οικειοθελώς με σκοπό την δημιουργία της δικής της επιχείρησης. Από την 1/8/2022 και εντεύθεν, εργάζεται στην εταιρεία Ε.Μ. EXPERT MINDS CONSULTING LTD με αριθμό εγγραφής ΗΕ436778, στην οποία τυγχάνει παράλληλα αποκλειστικός μέτοχος/διευθυντής και κύρια ασχολία την παροχή χρηματοοικονομικών συμβουλών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα. Περί τις αρχές Νοεμβρίου, ο εναγόμενος 3 αποτάθηκε και ζήτησε μέσω των νομικών του συμβούλων να εντοπίσει και να συγκρίνει τη διαφορά στις χρεώσεις της Τράπεζας επί του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Για το σκοπό αυτό, έχει διενεργήσει σχετική μελέτη ως ανεξάρτητη εξωτερική σύμβουλος για χρηματοοικονομικά θέματα. Πιστοποιεί δε ότι δεν είναι σε γνώση κάποιας σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία να την παρεμποδίζει να διενεργήσει και να υποβάλει μια ανεξάρτητη μελέτη. Η μελέτη που έχει ετοιμάσει, κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Εν συνεχεία, η μάρτυρας αναφέρει τι προκύπτει από τα έγγραφα που έχει μελετήσει αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό και λέγει τα εξής (η πρώην Λαική Τράπεζα αναφέρεται στη δήλωση της με τα αρχικά ΠΛΤ και το Βασικό Επιτόκιο Τράπεζας με τα αρχικά ΒΕΤ): «
- Από την μελέτη μου έχω καταλήξει στα πιο κάτω ευρήματα αναφορικά με τον υπολογισμό από την B2KAPITAL του αναδομημένου υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 14/10/2022 ήτοι ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Λήφθηκαν υπόψιν το ύψος των τόκων, της Αναλυτικής κατάστασης του λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου/ΠΛΤ από την 01/01/1991 μέχρι και τις 31/12/2012 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 36) και της Αναδομημένης κατάστασης του λογαριασμού της B2KAPITAL από την 01/01/2013 μέχρι και την 14/10/2022 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 37), όσο και των υπολογισμών επί του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Α, θεωρείται ότι η Τράπεζα εφάρμοσε αρχικά το σταθερό επιτόκιο εκ 9% και ακολούθως τα περιθώρια επιτοκίου που αναγράφονται στην παράγραφο 7 ανωτέρω, πλέον των εκάστοτε μεταβολών στο Β.Ε.Τ. και από 25/01/2013 τα επιτόκια τερματισμού, ενώ για τον υπολογισμό του τόκου, υιοθέτησε και στην περίπτωση αυτή την συνήθη πρακτική της ήτοι: - Επειδή αφορά τρεχούμενο λογαριασμό, συμπερίληψη σε μια ενιαία χρώση του τόκου και του τόκου υπερημερίας. - Υπολογισμό του τόκου/τόκου υπερημερίας επί του εκάστοτε ημερησίου κεφαλαιοποιημένου υπόλοιπο με διαιρέτη τις 360 ημέρες (και από το έτος 2016 τις 365 ή τις 366 για δίσεκτο έτος). - Κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως ήτοι στο τέλος Ιουνίου και στο τέλος Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
- Συνοψίζοντας και βάσει των πιο πάνω, το ποσό των €34.987,57 αναδομημένο χρεωστικό υπόλοιπο της B2KAPITAL ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 37 αποτελείται από καθαρό θετικό κεφάλαιο εκ €151.435,01 που αφορά αναλήψεις εκ ποσού - €5.558.034,36 μείον τις καταθέσεις εκ €5.709.469,37 με τις υπόλοιπες €186.422,59 να αποτελούνται από τόκους/τόκους υπερημερίας €159.033,18, έξοδα καθυστερήσεων και λογαριασμού €7.173.28 και έξοδα επιστραφεισών επιταγών €20.216,
- Από μέρους μου, βάσει των όρων εντολής, χρησιμοποιήθηκε η ακόλουθη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του αναδομημένου υπολοίπου ως το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που καταθέτω. - Για την περίοδο από το 1991 μέχρι και 31/12/2007 εφαρμόστηκε το επιτόκιο που αναγράφεται σε έκαστη συμφωνία καθώς δεν προσκομίσθηκαν τυχόν ενδιάμεσες αλλαγές στο Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας. - Από 01/01/2008 μέχρι και τον τερματισμό στις 25/01/2013 εφαρμόστηκε το εκάστοτε Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας ως ο Διαχρονικός Πίνακας Επιτοκίων της Τράπεζας Κύπρου/ΠΛΤ που ευρίσκεται επί της σελίδας 4 του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Α που εξασφαλίστηκε παλαιότερα από την Τράπεζα Κύπρου (περί το 2017), πλέον το εκάστοτε συμφωνηθέν μεταξύ των δύο μερών περιθώριο. - Η μονομερής αύξηση του περιθωρίου σε 3,50% από 31/05/2011 δεν λήφθηκε υπόψη στους υπολογισμούς μας καθώς δεν φέρει την υπογραφή της ΤΗ. Κ. VENOUSA LIMITED. - Από την ημερομηνία τερματισμού ήτοι 25/01/2013 μέχρι και τις 07/05/2020 χρησιμοποιήθηκε το επιτόκιο τερματισμού που εφάρμοσε το ΑΠΙ μείον 2% που αφορά σε τόκους υπερημερίας (δηλαδή 9,45% αντί 11,45%) και από 08/05/2020 το επιτόκιο εκ 8% που εφάρμοσε η B2KAPITAL ως αναγράφονται επί της Αναδομημένης Κατάστασης της τελευταίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 37). Καθώς όμως το αναδομημένο υπόλοιπο είναι πιστωτικό από τις 30/04/2012 (ήτοι €6,755,07 πιστωτικό υπόλοιπο μείον €382,64 συσσωρευμένοι τόκοι), επί της ουσίας από την ημερομηνία αυτή ούτε χρεώθηκε ούτε και έλαβε τόκους. - Η πίστωση εκ €26.449,18 που αφορά στην επιστροφή εξόδων δεν λήφθηκε υπόψη στους υπολογισμούς του αναδομημένου υπολοίπου μου, καθώς ήδη αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις. - Ο υπολογισμός του τόκου επί του συμβατικού επιτοκίου έγινε, επί του εκάστοτε ημερησίου υπολοίπου και ανήλθε σε €85.172,57, με διαιρέτη 365 ημερών (ή 366 για δίσεκτο έτος), με κεφαλαιοποίηση κάθε εξάμηνο, χωρίς να υπολογισθούν τόκοι υπερημερίας - Τα έξοδα καθυστερήσεων και λογαριασμού δεν ελήφθησαν υπόψιν στους υπολογισμούς μου. - Τα έξοδα επιστραφεισών επιταγών δεν ελήφθησαν υπόψιν στους υπολογισμούς μου.
- Σύμφωνα με τους δικούς μου υπολογισμούς ο λογαριασμός παρουσιάζει στις 14/10/2022 Πιστωτικό Υπόλοιπο εκ ποσού €39.813,27 και όχι χρεωστικό υπόλοιπο εκ ποσού €34.987,57 ως το αναδομημένο υπόλοιπο της B2KAPITAL (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 37). Συνεπώς υπάρχει απόκλιση εκ ποσού €74.800,85.-.
- Ο αναλυτικός υπολογισμός του ποσού των €74.800,85.- προκύπτει από το συνάθροισμα αποκλίσεων ως αναλύονται στο τεκμήριο που παρουσιάζω στη σελίδα 12, στο σημείο
- » Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι κατά την αναδόμηση στην οποία προέβη ο υπολογισμός του τόκου με διαιρέτη 365 ημέρες ή 366 σε περίπτωση δίσεκτου έτους, έγινε από μέρους της από το άνοιγμα του λογαριασμού ήτοι το
- Σε υποβολή ότι η τράπεζα ορθά και νόμιμα εφάρμοσε διαιρέτη 360 μέρες μέχρι τη συγκεκριμένη μέρα που το χρέωσε και μετά 365 μέρες, απάντησε ότι η πρακτική αυτή των τραπεζών τερματίστηκε το έτος 2016 γιατί εφαρμοζόταν εσφαλμένα. Συμφώνησε στη συνέχεια ότι οι τράπεζες άλλαξαν αυτή την πρακτική μετά την αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας το 2016 αλλά ως ανέφερε προϋπήρχαν Ευρωπαϊκές Οδηγίες και πολλές αποφάσεις από Ευρωπαϊκά Δικαστήρια σε σχέση με το θέμα αυτό. Απαντώντας επίσης σε σχετική υποβολή, ανέφερε ότι η διαφορά που παρουσιάζεται στο υπόλοιπο στο οποίο έχει καταλήξει εν σχέση με το υπόλοιπο στο τεκμήριο 37 είναι άθροισμα πολλών παραγόντων και η απόκλιση από την εφαρμογή του πιο πάνω διαιρέτη από το άνοιγμα του λογαριασμού είναι ένα μέρος. Για σκοπούς της αναδόμησης έχουν αφαιρεθεί σημαντικές άλλες χρεώσεις, μαζί με τον ανατοκισμό τους, όπως παραδείγματος χάριν έξοδα επιστροφής επιταγών, τα οποία ανέρχονται σε ποσό €20.216,13 ή έξοδα καθυστερήσεων του λογαριασμού που ανέρχονται σε €7.173,
- Παράλληλα, στον τόκο της τράπεζας, πέραν του κανονικού επιτοκίου, περιλαμβάνεται ως μία ενιαία χρέωση και ο τόκος υπερημερίας ο οποίος δεν λήφθηκε υπόψη στους υπολογισμούς της. Συμφώνησε δε ότι με βάση το τεκμήριο 37 έγινε πίστωση ποσού €26.449,18 που αφορά διάφορες χρεώσεις στον λογαριασμό και στα πλαίσια της αναδομημένης αφαιρέθηκαν, λέγοντας ότι δεν γνωρίζει από ποια ημερομηνία έγινε η αναδόμηση από την τράπεζα ήτοι αν έγινε από τη δημιουργία του λογαριασμού ή σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην αναδομημένη της τράπεζας υπάρχει απλά ένα ποσό χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το πώς κατέληξε σε αυτό το ποσό, σε αντίθεση με την δική της μελέτη όπου υπάρχει πλήρης διαφάνεια και ανάλυση ως προς το πώς κατέληξε στα ποσά των αποκλίσεων από πλευράς της τράπεζας. Σε σχέση με την μονομερή αύξηση του περιθωρίου από 31/5/11 (από 2,90% σε 3,50%), ανέφερε ότι δεν λήφθηκε υπόψη η μονομερής αύξηση από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι και τις 13/2/2012, δηλαδή για μία μικρή χρονική περίοδο που έτσι και αλλιώς δεν αλλοιώνει αισθητά το αποτέλεσμα της, καθώς δεν φέρει την υπογραφή της οφειλέτριας εταιρείας. Από τις 14/2/2012, βάσει του τεκμηρίου 22, οπότε υπογράφηκε καινούργια συμφωνία μεταξύ των δύο μερών είναι πλήρως αποδεκτό από την ίδια κατά την μελέτη της. Όταν της τέθηκε ότι η τράπεζα δικαιούτο ν' αυξήσει μονομερώς το περιθώριο από 31/5/2011, απάντησε ότι παρότι δεν είναι νομικός θεωρεί τη μονομερή αύξηση ως μία εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της τράπεζας εις βάρος της οφειλέτριας εταιρείας. Αναφορικά τώρα με τον τόκο υπερημερίας 2% συμφώνησε ότι δεν τον έχει λάβει υπόψη της, λέγοντας όμως ότι αυτό δεν αλλοιώνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το αποτέλεσμα της καθότι ο λογαριασμός βάσει των υπολογισμών της ήταν από 30/4/2012 πιστωτικός, δηλαδή από πριν τον τερματισμό. Από την ημερομηνία που ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός εφάρμοσε μηδενικά επιτόκια επί του πιστωτικού υπολοίπου για λόγους αρχής. Ανέφερε μάλιστα ότι με βάση τα πιο πάνω, ο λογαριασμός δεν θα έπρεπε να τερματιστεί. Όσον αφορά τη μείωση του τόκου από την B2Kapital σε 8% συμφώνησε ότι ένας εκ των λόγων που έγινε αυτό ήταν επειδή η εν λόγω εταιρεία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και δεν δικαιούται να χρεώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που επίδικη διευκόλυνση μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της. Η μάρτυρας ερωτήθηκε επίσης για την αναφορά της ότι για την περίοδο από το 1991 μέχρι και 31/12/2007 εφαρμόστηκε το επιτόκιο που αναγράφεται σε έκαστη συμφωνία καθώς δεν προσκομίστηκαν τυχόν ενδιάμεσες αλλαγές στο βασικό επιτόκιο της τράπεζας. Ανέφερε επί τούτου ότι εφαρμόστηκαν τα επιτόκια που εμφαίνονται στις συμφωνίες μη έχοντας άλλη επιλογή, καθώς δεν είχε στην κατοχή της ενδιάμεσες αλλαγές του περιθωρίου του βασικού επιτοκίου της τράπεζας, γεγονός που αναφέρει και στην έκθεση της (βλ. σελίδα 5, παράγραφος 1.4). Από 1/1/2008 και εντεύθεν και μέχρι τον τερματισμό εφάρμοσε τα επιτόκια των συμφωνιών και τις εκάστοτε αλλαγές επί του βασικού επιτοκίου που φαίνονται στη σελίδα 4 του παραρτήματος Α και τις οποίες έλαβε από την Τράπεζα Κύπρου. Ακολούθως υποδείχθηκαν στη μάρτυρα τέσσερις ανακοινώσεις, δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο (βλ. τεκμ. 42), όπου με βάση αυτές προκύπτει μείωση του βασικού επιτοκίου της Λαϊκής Τράπεζας από 5% σε 4,5% από 7.4.2003, αύξηση του βασικού επιτοκίου της Λαϊκής Τράπεζας από 4,5% σε 5.5% με ισχύ από 3.5.2004, μείωση του βασικού επιτοκίου από 5,5% σε 5,25% με ισχύ από 3.3.2005 και τέλος, μείωση του βασικού επιτοκίου από 5,25% σε 4,75% με ισχύ από 24.5.
- Σύμφωνα με τη μάρτυρα δεν είχε τις δημοσιεύσεις αυτές στην κατοχή της και μακάρι να τις είχε διότι για την μεγαλύτερη περίοδο φαίνεται να υπάρχουν μειώσεις και το αποτέλεσμα της μπορεί αν ήταν πιο ευνοϊκό για την οφειλέτρια εταιρεία, χωρίς βεβαίως να μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα καθώς για τούτο θα έπρεπε να γίνουν υπολογισμοί με βάση τα συγκεκριμένα επιτόκια. Από την εμπειρία της όμως θεωρεί, καθώς οι αποκλίσεις αυτές δεν είναι τόσο μεγάλες, είτε αρνητικές είτε θετικές, και αφορούν μικρές χρονικές περιόδους, ότι το αποτέλεσμα δεν θα αλλοιωνόταν αισθητά με την εφαρμογή τους, γεγονός που αναφέρει και στην έκθεση της (βλ. στη σελίδα 5, παράγραφος 1.4). Ως προς το ότι δεν είχε λάβει υπόψη της τις πιο πάνω αυξομειώσεις πριν το 2008, ανέφερε ότι είχε ζητήσει και παλαιότερα να της δοθούν αλλά η απάντηση της τράπεζας ήταν πάντοτε να προστρέξει στις δημοσιεύσεις στον τύπο, που είναι αδύνατο να μπορέσει κάποιος να τις βρει και η ίδια έχει προσπαθήσει. Σε υποβολή ότι όφειλε να έχει στην κατοχή της αυτές τις ανακοινώσεις αν ήθελε να κάμει ορθά τη συγκεκριμένη εργασία που ανέλαβε, απάντησε ότι τις ζήτησε, δεν τις έλαβε και τις έγραψε ως περιορισμό επί της μελέτης της. Τέλος, όταν της τέθηκε ότι έχει παρουσιάσει μια κατάσταση με λανθασμένα επιτόκια, είπε ότι παρουσιάζει μία κατάσταση με τα επιτόκια που είχε στην κατοχή της. Παραδεκτά γεγονότα Όσα καταγράφονται ως παραδεκτά γεγονότα στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου 3 (βλ. σελ. 1-4), σημειώνονται. Δύο παρατηρήσεις μόνον. - Από το σημείο 4 προκύπτει ότι είναι παραδεκτός ο αριθμός του τρεχούμενου λογαριασμού όταν ανοίχτηκε (..01) και ο αριθμός μετά τη μεταφορά του (..65). Όμως εδώ παρατηρείται η εξής διάσταση με τη μαρτυρία. Η συνήγορος αναφέρει ότι ο λογαριασμός κατά τη μεταφορά του στα ηλεκτρονικά συστήματα της πρώην Λαικής Τράπεζας μεταφέρθηκε στο λογαριασμό ..65, ενώ σύμφωνα με τον ΜΕ1, η μεταφορά στο λογαριασμό ....65 έγινε κατά τη μεταφορά του από τα ηλεκτρονικά συστήματα της πρώην Λαικής Τράπεζας στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου. Με δεδομένο όμως ότι σε κανένα σημείο της ακροαματικής διαδικασίας ή στην αγόρευση του εναγόμενου 3, υπάρχει αμφισβήτηση του συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ1 ή και ότι ο λογαριασμός είναι κατά τη μεταφορά στην Τράπεζα Κύπρου που μεταφέρθηκε στο λογαριασμό .65, θεωρώ πως η αναφορά της συνηγόρου έγκειται σε λάθος και ότι στην ουσία δεν αμφισβητείται αυτό που αναφέρθηκε από τον ΜΕ
- - Με βάση το σημείο 18, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού με τις επιστολές τους ημερ. 15/11/2012 και 25/1/2013 προς τους εναγόμενους 1 - 4 (τεκμ.34 και 35). Κατ' αρχήν να σημειώσω ότι δεν αφορούσαν και οι δύο επιστολές τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία και ως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, η πρώτη επιστολή ήταν προειδοποιητική και ο τερματισμός έγινε με τη δεύτερη επιστολή. Από εκεί και πέρα, ό,τι θέλω να επισημανθεί εδώ είναι πως την ίδια στιγμή που με βάση τη συνήγορο αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τερματίστηκε ο λογαριασμός με τις πιο πάνω επιστολές και κατ' επέκταση παραδέχεται ουσιαστικά ότι έφτασαν και στον εναγόμενο 3, εντούτοις σε άλλο σημείο της αγόρευσης της (σελ. 11) λέει «Έστω και εάν ήθελε διαφανεί ότι ο Εναγόμενος 3 τις παρέλαβε,..». Το συγκεκριμένο θέμα της παραλαβής των επιστολών, θα με απασχολήσει κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου
- Συναφώς, τα κάτωθι γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου:
- Η σύναψη της συμφωνίας ημερ. 19/12/1990, κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1, δια της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων, όπως οι Ενάγοντες παραχωρήσουν στην Εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις, ήτοι τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο (Τεκμήριο 16). Βάσει της εν λόγω συμφωνίας, ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο 9% ετησίως πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα.
- Ο τρεχούμενος όταν ανοίχτηκε έφερε αριθμό .......01, ο οποίος ακολούθως κατά τη μεταφορά του από τα ηλεκτρονικά συστήματα της πρώην Λαικής Τράπεζας στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου μεταφέρθηκε στο λογαριασμό ..
- Η σύναψη, μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1, των συμφωνιών ημερ. 16/10/2003 (τεκμ.17), 18/4/2006 (τεκμ.18), 6/8/2009 (τεκμ.19), 9/2/2010 (τεκμ.20) και 14/2/2012 (τεκμ.22).
- Το περιθώριο επιτοκίου στον τρεχούμενο λογαριασμό αυξήθηκε μονομερώς σε 3,50% από 31/05/2011, με βάση την επιστολή της Τράπεζας ημερ. 7/6/2011 (τεκμ. 21).
- Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν γραπτή εγγύηση ημερ.19/12/1990 και εγγυήθηκαν κεχωρισμένως και αλληλεγγύως μετά της Εναγόμενης 1 όλες τις υποχρεώσεις αυτής προς τους Ενάγοντες μέχρι ποσού Λ.Κ.70.000.- (€119.602,10) πλέον τόκους, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες (τεκμ.23).
- Ο εναγόμενος 2 υπέγραψε επιπλέον έγγραφο εγγύησης (τεκμ.24) και επίσης προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες, παραχωρήθηκαν οι υποθήκες που αναφέρθηκαν (τεκμ.25-28). Οι πιο πάνω υποθήκες πωλήθηκαν και το προϊόν της πώλησης κατατέθηκε έναντι διάφορων εξ' αποφάσεως χρεών της Εναγόμενης 1, τα οποία εξασφαλίζονταν από τις εν λόγω υποθήκες.
- Ο εναγόμενος 2 εκχώρησε στους ενάγοντες τα ασφαλιστήρια ζωής τεκμήρια 30 και 31, ενώ η εναγόμενη 1 εξέδωσε τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης τεκμήρια 32 και
- Από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι την 7/5/2020, η Τράπεζα Κύπρου εφάρμοσε επιτόκιο 11,45% (συμπεριλαμβανομένου τόκου υπερημερίας 2%), ενώ από 8/5/2020 η B2Kapital εφάρμοσε επιτόκιο 8%.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία καταχωρήθηκε αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού ως τεκμήριο 36 και αναδομημένη κατάσταση ως τεκμήριο
- Δυνάμει της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €34,987,57.- πλέον τόκο προς 8,00% από 15/10/2022 επί του ποσού των €34.193,16 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
- Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 εκδόθηκε απόφαση. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις έχουν τύχει βεβαίως ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους, όπως η υπό εξέταση, και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829, τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά και εγγυητή, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία, όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Υπενθυμίζεται εδώ ότι, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο. Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24/7/2013. Με την αγόρευση της, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου 3 αφήνει να νοηθεί ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν γνώστης των γεγονότων. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου, ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των συμφωνιών. Όμως πρόκειται για υπεύθυνο λειτουργό των εναγόντων, αναφορικά με υποθέσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που οδηγούνται στα Δικαστήρια. Και όχι μόνον ανέφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας και πως τα γνωρίζει, αλλά με τη μαρτυρία του και τις άμεσες και σαφείς απαντήσεις του, δεν άφησε καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι πράγματι ήταν άριστος γνώστης της υπόθεσης. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι εργάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου από το 1987 μέχρι και το 2019 και όπως το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει, πρόκειται για άριστο γνώστη του αντικειμένου του και της τραπεζικής πρακτικής. Επίσης, δεν έχουν αμφισβητηθεί όσα ανέφερε ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του αναφορικά με το τραπεζικό βιβλίο και τη μεταφορά του στην B2Kapital, ούτε ότι κατόπιν δικής του εντολής παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού και προέβη στη σύγκριση τους με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση. Έχω την άποψη ότι στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί και της μαρτυρίας του γενικότερα, πρόκειται για πρόσωπο του οποίου η μαρτυρία δεν ήταν τυπική και ότι αυτός μπορούσε να καταθέσει για την υπόθεση και τα επίδικα θέματα (βλ. μεταξύ άλλων, Εργατίδης κ.α. ν. Bank οf Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 111/2012, ημερ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:A450). Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από τα πιο πάνω, η εντύπωση που σχημάτισα για τον ΜΕ1 ήταν απόλυτα θετική. Μου έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα και ότι αυτός προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια ότι γνώριζε για την υπόθεση. Αυτός δε, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, αναφέρθηκε με επάρκεια και σαφήνεια στις περιστάσεις και τα δεδομένα της υπόθεσης, ήταν δε αρκούντως επεξηγηματικός και κατατοπιστικός σε σχέση με όσα του τέθηκαν, υποστηρίζοντας τις σχετικές θέσεις του, χωρίς υπερβολές, με παραπομπή στα διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης που τις υποστήριζαν και αποκαλύπτοντας πάντοτε την πηγή των γνώσεων του. Ήταν δε συνεπής και σταθερός και οι θέσεις του δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Θα επανέλθω στη μαρτυρία του κατωτέρω, με παραπομπή σε συγκεκριμένα σημεία της, κατά την εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που ηγέρθηκαν από την υπεράσπιση και τα οποία εν πάση περιπτώσει χρήζουν απόδειξης στα πλαίσια της παρούσας. Ο εναγόμενος 3 έχει αποδεχτεί ότι υπόγραψε τη σύμβαση εγγύησης, η οποία αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό και γνώριζε ότι η εγγύηση του ήταν για ποσό Λ.Κ.70.000.-. Ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής όταν ανέφερε πως ουδείς του στέρησε το δικαίωμα να συμβουλευτεί δικηγόρο ή να διαπραγματευτεί με την Τράπεζα και ότι ήταν δική του επιλογή να πάει, να μην διαβάσει το έγγραφο και να το υπογράψει. Επισημαίνω πως δεν έχουν αμφισβητηθεί όσα ανέφερε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας και ότι δεν διάβασε τη συμφωνία πριν την υπογράψει. Όμως αυτό καμία σημασία δεν έχει υπό τις περιστάσεις και το γεγονός ότι έθεσε την υπογραφή του και δεν προβάλλει ότι υπήρχε δόλος, αλλά αντίθετα γνώριζε πως υπογράφει εγγύηση ύψους Λ.Κ.70.000 εν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, συνεπάγεται ότι ο εναγόμενος 3 δεσμεύεται πλήρως από τη συμφωνία που έχει υπογράψει. Επίσης, υπό τις περιστάσεις, καμία σημασία δεν έχει η αναφορά του ότι αν γνώριζε ότι θα εγγυάτο όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, δεν θα υπέγραφε. Στην υπόθεση L´Estrange v. Graucob
(1934)All E.R.16, 18 υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail ότι δηλαδή: «In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents.» Εν πάση περιπτώσει ν' αναφερθεί εδώ, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι εν προκειμένω δεν ζητείται απαλλαγή του εναγόμενου 3 από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία που έχει υπογράψει για τον πιο πάνω λόγο ή και στη βάση της αρχής non est factum. Προβληματίστηκα κατά πόσο θα πρέπει να εξετάσω τη μαρτυρία του σε σχέση με τις επιστολές τεκμήρια 34 και 35 και το ζήτημα της παραλαβής τους. Η συνήγορος του εναγόμενου 3, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έχει δηλώσει ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού με τις επιστολές τεκμήρια 34 και 35 είναι παραδεκτός (έχει διευκρινιστεί βεβαίως ανωτέρω ότι ο τερματισμός έγινε με τη δεύτερη). Από την άλλη, στη σελ. 11 της αγόρευσης της, αναφερόμενη στις επιστολές τεκμήρια 34 και 35, λέει «Έστω και ένα ήθελε διαφανεί ότι ο Εναγόμενος 3 τις παρέλαβε,..». Χωρίς να διαφεύγει ότι δεν εντοπίζεται επιχειρηματολογία στην αγόρευση της συνηγόρου του εναγόμενου 3 περί μη παραλαβής των επιστολών, εφόσον δεν υπάρχει καθαρή παραδοχή απο μέρους του εναγόμενου 3, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του επί του συγκεκριμένου ζητήματος και αναφέρω τα ακόλουθα. Όταν η αντεξέταση του εναγόμενου 3 περιστράφηκε γύρω από τις επιστολές τεκμήρια 34 και 35 και την παραλαβή τους, παρατήρησα ότι ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις άλλαξε. Δεν απαντούσε αυθόρμητα και μασούσε τα λόγια του. Εάν ληφθούν μάλιστα υπόψη και όσα συγκεχυμένα ανέφερε, ήταν σαφές κατά την κρίση μου ότι προσπαθούσε ν' αποκρύψει την αλήθεια. Ας σημειωθεί πως όταν του τέθηκε ότι έχει παραλάβει τις επιστολές, καθότι δεν έχουν επιστραφεί μετά την αποστολή τους, αυτός προσπάθησε να υπεκφύγει λέγοντας ότι το 2009 πηγαινοερχόταν στη Λεμεσό. Ως ανέφερε, πήγαινε στη Λεμεσό η ώρα 8 το πρωί και ερχόταν πίσω η ώρα 9 τη νύχτα. Στη συγκεκριμένη διεύθυνση ήταν ο γιός του. Τώρα τι σχέση έχει, ότι το 2009 πηγαινοερχόταν στη Λεμεσό, με επιστολές που του αποστάλθηκαν Νοέμβριο του 2012 και Ιανουάριο του 2013, μόνον ο ίδιος γνωρίζει. Σε κάθε περίπτωση, οι επιστολές στάλθηκαν ταχυδρομικώς και δεν βλέπω τη σημασία του ότι έλειπε τις ώρες που ανέφερε. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία είναι πως μετά από σειρά ερωτήσεων, ο μάρτυρας παραδέχτηκε τελικά τη σύνδεση του με την αναφερόμενη στις επιστολές διεύθυνση, ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση ήταν το κατάστημα του γιού του και ότι πιθανό να έδωσε ο ίδιος τη διεύθυνση στην Τράπεζα. Επίσης, αποδέχτηκε ότι το κλητήριο της παρούσας του επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση. Από το φάκελο της αγωγής, προκύπτει ότι η επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο 3 έγινε στις 30/3/2015, έναντι της υπογραφής του Τ. Πίριλλου, ο οποίος είναι «ενήλικας υιός και υπεύθυνος στο χώρο εργασίας». Ας σημειωθεί ότι δεν αποτέλεσε ποτέ θέση της υπεράσπισης ότι οι επιστολές δεν εστάλησαν, ούτε υπήρξε αμφισβήτηση του ΜΕ1 ως προς το ότι δεν υπήρξε επιστροφή οιασδήποτε επιστολής από το ταχυδρομείο. Έχοντας όλα αυτά υπόψη, αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι δημιουργήθηκε μαχητό τεκμήριο ότι οι συγκεκριμένες επιστολές απεστάλησαν με κοινό ταχυδρομείο και περιήλθαν σε γνώση του εναγόμενου 3, αφού αυτές δεν επιστράφηκαν. Ο εναγόμενος 3 δε, τίποτε δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου που να είναι ικανό να καταρρίψει το τεκμήριο. Βλ., μεταξύ άλλων, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, Πολ. Έφ. 84/2009, Alpha Bank Cyprus Ltd v
- Arena Motor Show Ltd κ.α., ημερ.2/10/2015 και Πολ.Έφ.87/2013,
- Έλληνας κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ.3/12/
- Ως προς τη θέση του μάρτυρα περί ανέντιμης προώθησης της παρούσας εναντίον του από τους ενάγοντες και ότι η διαδικασία χρησιμοποιήθηκε για να τον εξαναγκάσουν να πληρώσει, εκτός του ότι είναι γενική και αόριστη, ούτως ή άλλως δεν δικογραφείται οτιδήποτε σχετικό και συναφώς σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και βεβαίως να πω εδώ, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι αν οφείλει ή όχι χρήματα στους ενάγοντες αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, αυτό είναι θέμα που θ' αποφασιστεί από το Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του ότι βρίσκεται σε δυσμενή θέση, θα έλεγα ότι είναι κατανοητό πως όταν καλείται να πληρώσει ένας εγγυητής, ο οποίος μάλιστα γνώριζε πως υπήρχαν και άλλες εξασφαλίσεις αναφορικά με τη διευκόλυνση που εγγυήθηκε, αυτός σαφώς βρίσκεται σε μια δύσκολη θέση. Από την άλλη όμως, ο εναγόμενος 3 γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι εγγυάτο την εναγόμενη 1 για ποσό Λ.Κ.70.000.- και ότι «Εάν δεν μπορούσε εκείνος σίγουρα θα είχα και άμεση ευθύνη εγώ», ενώ το ποσό που αξιώνεται εναντίον του, ήτοι €35.000.- περίπου, είναι σαφώς κατά πολύ χαμηλότερο από το ποσό που εγγυήθηκε. Σε σχέση με το γεγονός της μη ενημέρωσης του εναγόμενου 3 από την Τράπεζα για τις μεταγενέστερες συμφωνίες με την εναγόμενη 1, αλλά και για τις υπερβάσεις στο λογαριασμό, σημειώνω ότι το Δικαστήριο θ' αποφανθεί στο κατάλληλο σημείο κατωτέρω αν αυτό έχει κάποια ουσιαστική σημασία στην παρούσα. Έρχομαι στην ΜΥ
- Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μάρτυρας αυτή είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα των χρηματοοικονομικών. Καθώς έχει νομολογηθεί, οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 580-581, αναφέρεται ότι: « Το καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους, έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης. » Και λίγο πιο κάτω (σελ. 581-582): « . Στην R v. Harris
(2006)1 Cr App R 55, τονίστηκε σχετικώς και εν είδει καθοδήγησης επί του θέματος, ότι: (
- i)Η πραγματογνωμοσύνη που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο πρέπει να είναι το ανεξάρτητο προϊόν του πραγματογνώμονα, ανεπηρέαστο από τις ανάγκες της υπόθεσης. (
- ii)Ο πραγματογνώμονας πρέπει να παρουσιάζει στο Δικαστήριο ανεξάρτητη επικουρία με την αντικειμενική και ανεπηρέαστη γνώμη του και δεν πρέπει να αναλαμβάνει το ρόλο δικηγόρου. (iii) Ο πραγματογνώμονας θα πρέπει να αναφέρει τα γεγονότα και τα συμπεράσματα πάνω στα οποία βασίζει τη γνώμη του και δεν πρέπει να παραλείπει ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τη γνώμη του. (
- iv)Ο πραγματογνώμονας θα πρέπει να διευκρινίσει αν συγκεκριμένο ερώτημα δεν εμπίπτει στη σφαίρα της πραγματογνωμοσύνης του. (
- v)Αν ο πραγματογνώμονας κρίνει ότι δεν έχει στην κατοχή του ικανοποιητικά στοιχεία ώστε να διαμορφώσει ολοκληρωμένη άποψη για αυτά που ζητούνται, θα πρέπει να το δηλώσει στην έκθεση του (ή ακόμα και τη μαρτυρία του), με την επισήμανση ότι ένεκα τούτου η γνώμη του δεν μπορεί παρά να είναι προκαταρκτική (provisional). (
- vi)Αν μετά την ανταλλαγή των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, ο πραγματογνώμονας μεταβάλει τη γνώμη του είναι επιτατικό όπως κοινοποιεί τη μεταβολή (κυρίως αν αυτή αφορά σε ουσιώδη θέματα) τόσο στον αντίδικο και στο μέρος που τον καλεί, όσο και στο Δικαστήριο.» Εν προκειμένω, ευθέως αναφέρω ότι δεν θα μπορούσα να κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία της ΜΥ1. Η μάρτυρας, κατά την κρίση μου, όχι μόνον δεν ενήργησε όπως επιβάλλεται για έναν εμπειρογνώμονα, αλλά αντίθετα, ανέλαβε θα έλεγα ρόλο δικηγόρου του εναγόμενου 3. Γενικότερα, η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και καθόλου δεν έπεισε με τις γενικές και αυθαίρετες απαντήσεις της. Εξηγώ. 1. Η μάρτυρας ανέφερε πως δεν έλαβε υπόψη την αύξηση του περιθωρίου από 31/5/2011, επειδή δεν φέρει την υπογραφή της εναγόμενης 1 και επίσης θεωρεί την μονομερή αύξηση ως μία εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της τράπεζας εις βάρος της οφειλέτριας εταιρείας. Εκτός βεβαίως του ότι δεν εντοπίζεται στην υπεράσπιση του εναγόμενου 3 τέτοια θέση και ούτε τέθηκε στον ΜΕ1 κάτι σχετικό, θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτως ή άλλως μιλούμε για μια εντελώς αυθαίρετη τοποθέτηση. Παρεμβάλλω ότι η μάρτυρας δεν είναι νομικός και δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως ειδική είτε για ζητήματα καταχρηστικών ρητρών είτε για ζητήματα εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης από επιχειρήσεις. Το κατά πόσο υπήρξε δε στην προκειμένη περίπτωση εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της τράπεζας, είναι ζήτημα που ανάγεται αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση της να μην λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη αύξηση ήταν λανθασμένη. Με βάση τη συμφωνία ημερ.9/2/2010, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Λαικής Τράπεζας και της εναγόμενης 1, ότι η πρώτη δικαιούται κατά την κρίση της, να μεταβάλλει οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, μεταξύ άλλων και το περιθώριο και η μεταβολή θα είναι δεσμευτική και θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο και ή με γραπτή ειδοποίηση προς τον Πρωτοφειλέτη κατά την κρίση της Τράπεζας (βλ. την τελευταία παράγραφο της σελίδας 3 του τεκμηρίου 20). Εδώ η αύξηση του περιθωρίου σε 3,50% γνωστοποιήθηκε στην εναγόμενη 1 με την επιστολή ημερ.7/6/2011 (τεκμ.21) και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι η τελευταία δεν αποδέχτηκε την εν λόγω αύξηση για οποιοδήποτε λόγο. Αντίθετα, μετά την εν λόγω επιστολή, ακολούθησε η υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 14/2/2012 και συμφωνήθηκε περιθώριο 3,70% (βλ. τεκμ. 22). Τέλος, ν' αναφέρω πως με δεδομένο ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε με την επιστολή ημερ. 25/1/2013 και δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης του Ν.141(Ι)/2014, ο οποίος τροποποίησε τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999), είναι σαφές πως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα το άρθρο 3Α του Ν.160(Ι)/1999 σε σχέση με τη μονομερή αύξηση περιθωρίου. 2. Ως ανέφερε, από το 1991 μέχρι και την 31/12/2007, εφάρμοσε το επιτόκιο που αναγράφεται σε έκαστη συμφωνία. Δεν είχε στην κατοχή της οιεσδήποτε ενδιάμεσες αλλαγές του επιτοκίου της τράπεζας. Όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση της, υπήρξαν αυξομειώσεις του επιτοκίου της Λαϊκής Τράπεζας, τις οποίες δεν εφάρμοσε κατά τους υπολογισμούς της. Η θέση που υποβλήθηκε στη μάρτυρα κατά την αντεξέταση της, ότι θα έπρεπε να είχε εξασφαλίσει τις ανακοινώσεις αν ήθελε να κάνει σωστά τη συγκεκριμένη εργασία που ανέλαβε, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Δεν νοείται να έρχεται στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και να παρουσιάζει μελέτη για να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και να μην λαμβάνει υπόψη της ουσιώδη δεδομένα που γνώριζε ότι υπήρχαν, προβάλλοντας γενικές και αόριστες δικαιολογίες του τύπου «τις ζήτησα και δεν μου δόθηκαν» ή ότι προσπάθησε να τις βρει αλλά δεν κατέστη εφικτό. Ούτε η προσπάθεια της να επιρρίψει την ευθύνη στην Τράπεζα επειδή δεν της δόθηκαν, αν πράγματι ζήτησε να της δοθούν-ουδέποτε υποβλήθηκε πάντως στον ΜΕ1 κάτι τέτοιο, προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί-, την βοηθά καθ' οιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, τούτο επιβεβαιώνει ότι παρουσίασε την έκθεση, εν γνώσει της ότι υπήρχαν δεδομένα που θα έπρεπε να λάβει υπόψη της και δεν το έκανε. Δεν διαφεύγει η αναφορά της ότι το αποτέλεσμα δεν θα αλλοιωνόταν αισθητά, από την άλλη όμως η ίδια είπε ότι δεν μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα για τη διαφοροποίηση που θα υπήρχε αφού θα έπρεπε να γίνουν υπολογισμοί με βάση τα συγκεκριμένα επιτόκια. 3. Επίσης, την ίδια στιγμή που ουσιαστικά αποδέχτηκε ότι η πρακτική των τραπεζών να εφαρμόζουν διαιρέτη 360 ημέρες μέχρι το σημείο που το εφάρμοσαν στην προκειμένη περίπτωση θεωρείτο νόμιμη, δεν δόθηκε καμία εξήγηση ή και πειστική εξήγηση από μέρους της για την απόφαση της να εφαρμόσει διαιρέτη 365 ημέρες ή 366 ημέρες σε περίπτωση δίσεκτου έτους, από την αρχή του λογαριασμού. Είναι θεωρώ προφανές ότι το έκανε για να ευνοήσει περισσότερο τον πελάτη της. 4. Ως ανέφερε, η πίστωση εκ €26.449,18 που αφορά στην επιστροφή εξόδων, δεν λήφθηκε υπόψη στους υπολογισμούς του αναδομημένου υπολοίπου της, καθώς ήδη αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, το πιο πάνω ποσό αφορούσε όλα τα έξοδα που υπήρχαν στο λογαριασμό από την ημέρα που άνοιξε ο λογαριασμός το 1990 μέχρι και το 2013. Μεταξύ των εξόδων αυτών, ήταν και τα έξοδα για τις επιταγές που επιστρέφονταν και τα έξοδα υπέρβασης του λογαριασμού. Ο ΜΕ1 δεν δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με όσα ανέφερε πιο πάνω και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Συνεπώς, η εκ των υστέρων αναφορά της ΜΥ2 σε ποσό €27.389,51.- για επιστραφείσες επιταγές και έξοδα καθυστερήσεων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η πλευρά του εναγόμενου είχε υποχρέωση να θέσει το θέμα στον ΜΕ1 για να τοποθετηθεί και να μπορέσει το Δικαστήριο ν' αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στο ακριβές ποσό (βλ. Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελίδες 720 - 723).
- Επίσης, η μάρτυρας ξεφεύγοντας εντελώς από το ρόλο της, ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν έπρεπε να τερματιστεί. Δεν χρειάζεται να λεχθεί τίποτε άλλο, παρά μόνον ότι αν έπρεπε ή όχι να τερματιστεί ο επίδικος λογαριασμός είναι βεβαίως ζήτημα που θ' αποφασιστεί από το Δικαστήριο και δεν είναι θέμα που αφορά τη μάρτυρα. Όπως επίσης θα διαφανεί από όσα θ' αναφερθούν κατωτέρω, η συγκεκριμένη θέση που εξέφρασε είναι λανθασμένη. Συναφώς, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Προχωρώ τώρα στην εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που έχουν τεθεί από την Υπεράσπιση με την τελική της αγόρευση. Α. Εάν οι Ενάγοντες προτού προχωρήσουν σε κατάρτιση και υπογραφή των Τεκμηρίων 17, 18, 19, 20 και 22, όφειλαν να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 3 και/ή να ενημερώσουν τον Εναγόμενο 3 μετά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων (βλ. σελ.29-30 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου 3-στο εξής η ΓΑ Εναγόμενου). Σύμφωνα με τη συνήγορο του εναγόμενου, η αύξηση του συμφωνημένου ορίου λειτουργίας του λογαριασμού και οι συμφωνίες για επανέγκριση του ορίου, οδηγούν σε ακύρωση του εγγράφου εγγύησης και απαλλάσσουν τον εναγόμενο 3 από τις υποχρεώσεις του. Προς επίρρωση της εισήγησης της, επικαλείται το άρθρο 91 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, το οποίο προνοεί ότι: «
- Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής.» Είναι καλά καθιερωμένη αρχή δικαίου, ότι η μεταβολή των όρων της κύριας Συμφωνίας η οποία δεν καλύπτεται από τη Συμφωνία Εγγύησης και ούτε τυγχάνει της έγκρισης του εγγυητή, νοουμένου πάντοτε ότι συνιστά ουσιώδη μεταβολή, απαλλάσσει τον εγγυητή πλήρως (Άρθρο 91 του Κεφ. 149). Σχετικά βεβαίως είναι πάντοτε τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και κυρίως οι όροι της υπό κρίση σύμβασης (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Τ.G. & Sons Importing Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 180), η οποία πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και προς όφελος του εγγυητή. (βλ. την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας v Καπετάνιου
(2014)1 ΑΑΔ 32). Οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων μερών πρέπει να ερμηνεύονται όπως καθορίζει η νομολογία: συνολικά και με συμμετρικότητα ώστε να μη δημιουργείται δυσαρμονία στην εξήγησή τους: Epco v. Lartico
(1978)1 C.L.R. 201, Saab a.o. v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Archbold Investments Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση Archbold (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι «οι αυξήσεις χρεωστικού ορίου που παραχωρήθηκαν είναι στα πλαίσια εφαρμογής και λειτουργίας της συμφωνίας - Τεκμήριο 1, η οποία αποτελεί τη συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό, χωρίς προκαθορισμένο ποσό και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν την ευθύνη των εγγυητών.» (βλ. την απόφαση Καπετάνιου ανωτέρω). Εν προκειμένω, ο εναγόμενος 3 υπόγραψε τη σύμβαση εγγύησης ημερ. 19/12/1990 (τεκμ.23). Με το έγγραφο αυτό, συμφώνησε ότι εγγυάται όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι ή θα γίνουν απαιτητές και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες (βλ. όρο 1). Συμφώνησε επίσης ότι η εγγύηση του είναι μια συνεχής εγγύηση και εξασφάλιση δεσμευτική για τον ίδιο και τους αντιπροσώπους του (βλ. όρο 7) και ότι η εγγύηση του είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση και δεν επηρεάζει ή επηρεάζεται από οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις του ιδίου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, είτε αυτές είναι παρούσες, μέλλουσες ή ενδεχόμενες ή προσωπικές ή από κοινού με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα (βλ. όρο 15). Η ολική ευθύνη των εγγυητών δε, καθοριζόταν μέχρι του ποσού των Λ.Κ.70.000.-, πλέον τόκους, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, καθώς επίσης άλλα έξοδα και δαπάνες που θα προέκυπταν μέχρι τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλόμενων ποσών από τον πρωτοφειλέτη (βλ. όρο 18). Όπως αναφέρθηκε από τον ΜΕ1, η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τους εγγυητές ή τον εναγόμενο 3 σε σχέση με την αλλαγή του ορίου, είτε αύξηση είτε μείωση ή την αλλαγή του επιτοκίου και παρέπεμψε σχετικά στην παράγραφο 2 του τεκμηρίου
- Ο όρος 2 της συμφωνίας τεκμήριο 23, έχει ως εξής: « Με το έγγραφο αυτό συμφωνώ ότι έχετε την εξουσία, κατά την απόλυτη κρίση σας και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση, χωρίς η ευθύνη μου με βάση το έγγραφο αυτό να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο, να ανανεώνετε οποιοδήποτε δάνειο, παρατείνετε, ανανεώνετε, ακυρώνετε ή απαλλάσσετε ολικά ή μερικά Δάνεια, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες και/ή οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις ή εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που δόθηκαν ή θα δοθούν από τον Πρωτοφειλέτη σε σας και είτε από τον ίδιο προσωπικά ή μαζί με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ή πρόσωπα. Συμφωνώ ακόμα ότι μπορείτε χωρίς τη συγκατάθεση μου να δίνετε στον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις ή να απέχετε να παίρνετε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του ή να προβαίνετε σε συμβιβασμούς με τον Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν ευθύνη σε σχέση με τα Δάνεια, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και/ή οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ευθύνεται απέναντί σας μαζί με τον Πρωτοφειλέτη, σαν Πρωτοφειλέτης, ή εγγυητής, ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.» Είναι σαφές ότι η πρόθεση των μερών όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση εγγύησης, ήταν όπως οι εγγυητές παράσχουν μια συνεχή εγγύηση και εξασφάλιση για την πληρωμή από τον πρωτοφειλέτη των υποχρεώσεων του που πήγαζαν από τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού, περιλαμβανομένης κάθε αύξησης του ορίου μέσω παράτασης ή ανανέωσης της λειτουργίας του, μέχρι ποσού Λ.Κ.70.
- Η αύξηση του ορίου ή οι παρατάσεις που δόθηκαν δεν επηρέαζαν την ισχύ της εγγύησης και η παράλειψη εξασφάλισης της συγκατάθεσης του εναγόμενου 3, ουδόλως έχει παραβλάψει τα δικαιώματα του τελευταίου ή τη θέση του προς το χειρότερο και συνεπώς δεν θα μπορούσε να τον απαλλάξει από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητή. Β. Παράβαση του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(I)/2003) (βλ. σελ.30-33 της ΓΑ Εναγόμενου). Αποτελεί θέση του εναγόμενου 3 στην υπεράσπιση του (βλ. παρ.8), ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τον ενημέρωσαν για τις καθυστερήσεις και ή παράβαση των όρων αποπληρωμής εκ μέρους της εναγόμενης 1 ως όφειλαν. Δεν αναφέρεται στο δικόγραφο οποιαδήποτε συνέπεια της παράλειψης ενημέρωσης, ούτε ζητείται με ανταπαίτηση οτιδήποτε συνεπεία τέτοιας παράλειψης. Οι ενάγοντες δε, είναι ακριβώς στην πιο πάνω θέση που απάντησαν και την αρνήθηκαν. Η συνήγορος του εναγόμενου 3 υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι δεν ενημερώθηκε ο εναγόμενος 3, μεταξύ άλλων, για το υπόλοιπο του λογαριασμού και συνεπώς επηρεάζονται τα δικαιώματα του και απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του. Επίσης, του υπόβαλε ότι δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τον επίδικο λογαριασμό από την στιγμή που ουδέποτε σε προηγούμενο στάδιο είχαν ενημερώσει τους εγγυητές αναφορικά με την υπέρβαση του ορίου. Ο μάρτυρας και στις δύο περιπτώσεις διαφώνησε και ανέφερε ποια είναι η θέση του. Η πλευρά του εναγόμενου δεν έχει δικογραφήσει ότι ο εναγόμενος απαλλάσσεται επειδή δεν ενημερώθηκε για το υπόλοιπο του λογαριασμού, ούτε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν επειδή δεν ενημέρωσαν τους εγγυητές για την υπέρβαση και οι συγκεκριμένες θέσεις ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές. Είναι προφανής δε, η σύγχυση που παρατηρείται στις θέσεις της υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται εδώ, ότι με βάση άρθρο 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(I)/2003) (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. » Το άρθρο 97 δε του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί ότι: «
- Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» Είναι παραδεκτό ότι την ίδια στιγμή που γίνονταν προσπάθειες για ομαλοποίηση του λογαριασμού, δεν υπήρξε ποτέ ενημέρωση του εναγόμενου 3 για οποιαδήποτε παράβαση των όρων της συμφωνίας εκ μέρους της εναγόμενης
- Ούτως ή άλλως όμως, δεν έχει τεθεί οιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας ή που να καταδεικνύει ότι συνεπεία της παράβασης έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση των εγγυητών από την πρωτοφειλέτιδα και είναι σήμερα εκτεθειμένοι. Δεν έχει διαφύγει βεβαίως ότι η εναγόμενη 1, ως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, ευρίσκεται υπό εκκαθάριση. Τούτο δεν συνεπάγεται όμως αυτόματα ότι δεν υπάρχει περιουσία εναντίον της οποίας θα μπορούσαν να κινηθούν. Επιπλέον, ο εναγόμενος 3 δεν έχει προβεί σε οιανδήποτε ενέργεια ή τερμάτισε τη σύμβαση και ούτε ζήτησε μέσω ανταπαίτησης κάποια θεραπεία ένεκα παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης από την Τράπεζα και ή τους ενάγοντες. Συναφώς, η εισήγηση της υπεράσπισης γι' απαλλαγή του εναγόμενου 3 γι' αυτό το λόγο, απορρίπτεται. Η συνήγορος του εναγόμενου 3 αναφέρει επίσης ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν.197(Ι)/
- Αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή ότι η όλη διαδικασία θα πρέπει να κινείται πάνω στις γραμμές που χαράζονται από τη δικογραφία και θέματα εκτός δικογράφων δεν μπορούν και δεν πρέπει να εξετάζονται (βλ., μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη
(1980)1 CLR 180, Παπαγεωργίου v. Κλάππας
(1991)1 ΑΑΔ 24). Τίποτε σχετικό με την πιο πάνω εισήγηση δεν αναφέρεται στο δικόγραφο του εναγόμενου 3 και συνεπώς αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρεται πως το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι πριν την υπογραφή της σύμβασης από τον προτιθέμενο εγγυητή σε σχέση με την παραχώρηση δανείου πέραν των Λ.Κ.5000, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον πρώτο ή σε πληρεξούσιο αντίπρόσωπο του επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται συγκεκριμένα στοιχεία που παρατίθενται, καθώς επίσης γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Η επίδικη συμφωνία για την παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης συνομολογήθηκε στις 19/12/1990 και την ίδια μέρα υπεγράφη η σύμβαση εγγύησης. Κατά ποια έννοια δηλώνεται μη συμμόρφωση με τις εν λόγω πρόνοιες του άρθρου 5, οι οποίες τέθηκαν με νομοθεσία που έγινε χρόνια μετά τις συμφωνίες, δεν είναι αντιληπτό. Γ. Κατά πόσο τυχόν παράνομες ή αντισυμβατικές πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγόντων έχουν απαλλάξει τον Εναγόμενο 3 από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των Εναγόντων (σελ.37-38 ΓΑ Εναγόμενου). Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ενότητας, η πλευρά του εναγόμενου 3 εισηγείται ότι δεν είχαν επεξηγηθεί οι κίνδυνοι στον εναγόμενο, ούτε είχε νομική συμβουλή. Από τη μελέτη της υπεράσπισης του εναγόμενου, προκύπτει ότι δεν έχει δικογραφηθεί οτιδήποτε περί συγκεκριμένων κινδύνων που δεν επεξηγήθηκαν στον εναγόμενο. Ανεξάρτητα τούτου θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι η θέση ούτως ή άλλως παραμένει γενική και αόριστη και στην αγόρευση. Ότι αναφέρεται στο δικόγραφο μόνον, είναι πως η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη επειδή ο εναγόμενος δεν έλαβε νομική συμβουλή. Όπως ανέφερε ο εναγόμενος 3, ουδέποτε ζήτησε να του επεξηγηθεί το έγγραφο από δικηγόρο και δεν του στέρησε κανένας το δικαίωμα να συμβουλευτεί δικηγόρο ή να διαπραγματευτεί. Εν γνώσει δε του ότι θα υπόγραφε έγγραφο εγγύησης για ποσό Λ.Κ.70.000 αναφορικά με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό και ότι «ο εγγυητής είναι καλοπληρωτής» και «εάν δεν μπορούσε εκείνος σίγουρα θα είχα και άμεση ευθύνη εγώ», επέλεξε να πάει και να υπογράψει το έγγραφο. Δεν είναι πραγματικά αντιληπτό, με δεδομένη τη μαρτυρία του εναγόμενου 3, ο οποίος δεν εξέφρασε κανένα παράπονο ως προς το ότι δεν είχε νομική συμβουλή, τι είναι που προωθεί εδώ η πλευρά του εναγόμενου 3. Το μόνον που συνάγεται από τα πιο πάνω, με κάθε σεβασμό, είναι ασυμφωνία στις θέσεις που προωθούνται στην παρούσα από μέρους του εναγόμενου 3 και αναξιοπιστία της εκδοχής του. Δ. i. Κατά πόσο οι καταχωρήσεις που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 36 και 37 είναι ορθές ή όχι ή κατά πόσο το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο υπερχρεώνετο με αδικαιολόγητους τόκους και έξοδα (σελ.33-36 ΓΑ Εναγόμενου). ii. Κατά πόσο οι ενάγοντες δύνανται να εγείρουν την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3 (βλ. σελ.17-29 της ΓΑ Εναγόμενου). Στην πρώτη ενότητα ανωτέρω, η πλευρά του εναγόμενου 3 εισηγείται ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη δεύτερη ενότητα, αποτελεί θέση του ότι οι ενάγοντες δεν είναι τράπεζα και δεν μπορούν ν' αποδείξουν την υπόθεση τους με την καταχώρηση τραπεζικών βιβλίων. Διαζευκτικά δε, αναφέρεται ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία πρώην τραπεζικού υπαλλήλου δηλ. του ΜΕ1 και τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως τραπεζικά βιβλία. Με αυτά υπόψη, η υπεράσπιση καταλήγει ουσιαστικά και εδώ να εισηγείται ότι δεν έχει αποδειχθεί η ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού και οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την υπόθεση τους. Ενόψει των ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο των δύο πιο πάνω ενοτήτων, θεωρώ ότι είναι πρόσφορο αυτές να συνεξεταστούν. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου 3 και αναφέρω τα ακόλουθα. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ................................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1 μέχρι το 2019 εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου και από το 2021 μέχρι και σήμερα είναι στην υπηρεσία των εναγόντων, ως υπεύθυνος λειτουργός αναφορικά με υποθέσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που οδηγούνται στα Δικαστήρια. Σύμφωνα με τo μάρτυρα: «
- Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού μέχρι και την 08/05/2020, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και καθ' όλον το χρόνο βρισκόταν και βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της.
- Με την υποκατάσταση της Τράπεζας από τους Ενάγοντες, η οποία όπως αναφέρω πιο πάνω έλαβε χώρα στις 08/05/2020, το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρούν οι Ενάγοντες στο οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό, από το άνοιγμα του μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης, καθώς και όλες οι πράξεις από την ημερομηνία μεταβίβασης μέχρι και σήμερα.
- Εκ της θέσης και των καθηκόντων μου καθώς και από πληροφόρηση που έχω λάβει από τους Ενάγοντες γνωρίζω ότι αυτοί διατηρούν ηλεκτρονικό αρχείο, στο οποίο μετά την υποκατάσταση της Τράπεζας από τους πρώτους, μεταφέρθηκε το πιο πάνω αναφερόμενο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας και συνεχίζει να τηρείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό, από το άνοιγμα του μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης/υποκατάστασης καθώς και όλες οι πράξεις από την ημερομηνία μεταβίβασης/υποκατάστασης μέχρι και σήμερα. Στα πλαίσια συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόντων, η Τράπεζα παρέχει στους Ενάγοντες υπηρεσίες διαχείρισης του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων, ως εκ τούτου ο επίδικος λογαριασμός εμπίπτει στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας.
- Από τις 08/05/2020 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο τις κτηριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον πιο πάνω λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και από τις 08/05/2020 των Εναγόντων.
- Από το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρούν πλέον οι Ενάγοντες και στο οποίο έχουν μεταφερθεί πλήρως όλες οι συναλλαγές και πράξεις που σχετίζονται με τον επίδικο λογαριασμό ως αυτές αναφέρονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, κατόπιν εντολής μου παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου, που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή που ανέφερα πιο πάνω, όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο. Οι εν λόγω καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού συγκρίθηκαν από εμένα με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου και διαπίστωσα ότι είναι ορθές. » Έχοντας υπόψη την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού τεκμ.36, έχει ετοιμάσει την αναδομημένη κατάσταση τεκμ.
- Η αναδομημένη ξεκινά όμως από 1/1/2013 - με το ίδιο χρεωστικό υπόλοιπο που φέρει την ίδια ημερομηνία η κατάσταση τεκμ.36 - και έχει εξηγήσει τη δυσκολία να ετοιμαστεί αναδομημένη κατάσταση από το άνοιγμα του λογαριασμού. Όμως, έχει προβεί σε αφαίρεση όλων των εξόδων και χρεώσεων που καθόρισε από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και το 2013 και το ποσό που υπολόγισε εκ €26.449,18, έχει αφαιρεθεί (βλ. την πίστωση ημερ.1/1/2013 στο τεκμ.37). Ως εκ των ανωτέρω, οι εν λόγω καταστάσεις, μέχρι τις 8/5/2020, που έγινε η μεταφορά στη B2Kapital, αναμφίβολα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου
- Tο άρθρο 22, δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου, είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, το έχει ο Εναγόμενος. Ή διαφορετικά, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι γεγονός πως η υπεράσπιση δεν παρουσίασε καμία αποδεκτή μαρτυρία με την οποία ν' αμφισβητεί συγκεκριμένες καταχωρήσεις στον λογαριασμό ή ότι υπήρξαν πιστώσεις που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν. Επίσης, δεν έχει αποδειχτεί από μέρους του εναγόμενου 3 ότι οιεσδήποτε χρεώσεις επί του λογαριασμού ήταν λανθασμένες ή αντισυμβατικές ή παράνομες. Ας σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, η κατάσταση λογαριασμού αποστέλλετο στην πρωτοφειλέτιδα και δεν τέθηκε στον μάρτυρα οτιδήποτε περί παραπόνου ή ένστασης από μέρους της για οποιοδήποτε λόγο. Συναφώς, αποτελεί κατάληξη μου ότι η κατάσταση λογαριασμού τεκμ.36, αντικατοπτρίζει την ορθή και πραγματική κίνηση του επίδικου λογαριασμού, και προσθέτω ότι τούτη θα ήταν και πάλιν η κατάληξη μου, ακόμη και στην περίπτωση που διαπίστωνα ότι δεν εφαρμοζόταν το άρθρο 22 πιο πάνω. Από εκεί και πέρα, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 37, μέχρι 8/5/2020, περιλαμβάνει τις καταχωρήσεις του τραπεζικού βιβλίου. Ας σημειωθεί ότι από 1/1/2013, οπότε ξεκινά, δεν υπάρχει χρέωση οιωνδήποτε εξόδων. Μετά τις 8/5/2020, ως προκύπτει από ανάγνωση του εν λόγω τεκμηρίου, ο λογαριασμός, ως μέρος πλέον του αρχείου της B2Kapital, απλά χρεωνόταν με τους τόκους. Μετά τις 8/5/2020, δεν μιλούμε βεβαίως για τραπεζικό βιβλίο και δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 22, αφού η B2Kapital δεν αποτελεί τράπεζα/πιστωτικό ίδρυμα. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει πως έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και δεν παρατηρείται οποιοδήποτε κενό. Νοείται ότι άλλοι ισχυρισμοί που σημειώνονται στην υπεράσπιση του εναγόμενου 3 και δεν έχουν προωθηθεί από την πλευρά του τελευταίου ούτε κατά την ακροαματική διαδικασία, ούτε με την τελική της αγόρευση, θεωρείται πως έχουν εγκαταλειφθεί. Ευρήματα-Συμπέρασμα Πέραν των ευρημάτων που έχουν σημειωθεί σε άλλα σημεία της απόφασης πιο πάνω, ευρήματα μου αποτελούν ουσιαστικά και όσα άλλα προκύπτουν από τη μαρτυρία του ΜΕ1, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Με βάση λοιπόν την αξιολόγηση της μαρτυρίας και όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων και των ευρημάτων που έχουν γίνει, αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους και απέδειξαν την απαίτηση τους εναντίον του εναγόμενου 3. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 3, για το ποσό των €34,987,57.- πλέον τόκο προς 8,00% από 15/10/2022 επί του ποσού των €34.193,16 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Νοείται ότι η απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1, 2 και 4, εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του Εναγόμενου 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €10.000-50.000.- και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα είναι κοινά με τους εναγόμενους εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση, οι ενάγοντες ένα σετ εξόδων θα δικαιούνται. (Υπ.)....................... Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο