← Κύπρος

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. Γ.Θ., Αρ. Αγωγής: 1270/2018, 31/10/2023

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. Γ.Θ., Αρ. Αγωγής: 1270/2018, 31/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1270/2018 ΜΕΤΑΞΥ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες Και Γ.Θ. Εναγόμενος Ημερομηνία: 31/10/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Ευαγγέλου για Κ. Μαυρόκωστας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Β. Χριστοφόρου για κ. Λουκά Π. Λουκά. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, με βάση το κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν, αξιώνουν από τον Εναγόμενο ποσό €2.123,07.- ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου και ή λογαριασμού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος, στην υπεράσπιση του, ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων έχει παραγραφεί. Περαιτέρω, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης τους, με εξαίρεση μόνον τον ισχυρισμό ότι τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος διέμενε και ή εργαζόταν στην επαρχία Λάρνακας και επίσης την αναφορά στο τι προνοεί ο νόμος 33(Ι)/

  1. Από εκεί και πέρα αρνείται την κατάρτιση και υπογραφή της συμφωνίας δανείου και διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι αν φανεί ότι έλαβε οποιοδήποτε δάνειο, αυτό έχει εξοφληθεί και κανένα ποσό δεν οφείλει. Επίσης, αρνείται ότι υπήρξαν οχλήσεις από μέρους των εναγόντων και τερματισμός της συμφωνίας. Ζητά δε την απόρριψη της αγωγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης. Οι ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση, πλην της παραδοχής του εναγόμενου, αρνούνται τους ισχυρισμούς του και επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης τους. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα, με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η υπόθεση εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης υπόθεση δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Γι' αυτό, αφού προηγουμένως έγινε αποκάλυψη εγγράφων από τα μέρη, ακολούθως δόθηκαν οδηγίες για εκατέρωθεν καταχώρηση της ένορκης μαρτυρίας τους. Για την πλευρά των Εναγόντων, κατατέθηκε έγγραφη μαρτυρία του Στυλιανίδη, ενώ για την πλευρά του Εναγόμενου, κατατέθηκε έγγραφη μαρτυρία του ίδιου. Ο Στυλιανίδης αναφέρει συγκεκριμένα στη μαρτυρία του τα εξής: «
  2. Είμαι στην υπηρεσία της Ενάγουσας, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είμαι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω το περιεχόμενο της Ενόρκου μου Δηλώσεως ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
  3. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με αριθμό εγγραφής ΗΕ3282 η οποία συστήθηκε με βάση τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 με έδρα την Λευκωσία και εκτελεί εργασίες ως Ασφαλιστική Εταιρεία κατόπιν σχετικής άδειας δυνάμει του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2016 (Ν.38(Ι)/2016).
  4. Ο Εναγόμενος καθ' όλους τους ουσιώδεις με την παρούσα αγωγή χρόνους διαμένει και/ή εργάζεται στην Επαρχία Λάρνακας.
  5. Σύμφωνα με το Νόμο 33(Ι)/2007, που προνοεί για την υιοθέτηση του Ευρώ από 01/01/2008 ως το νομίμως κυκλοφορούν χρήμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, η μετατροπή από Λίρες Κύπρου (ΛΚ) σε Ευρώ (€), στις «νομικές πράξεις» έγινε με την αμετάκλητη ισοτιμία (τιμή μετατροπής) που είναι €1 = Λ.Κ.0,
  6. Στις 18/04/1994 υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου Επενδυτικό Ασφαλιστήριο ζωής υπ' αριθμό ΕΠ/.., το οποίο παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1, διά του οποίου η Ενάγουσα ασφάλισε τον Εναγόμενο έναντι του μηνιαίου ασφαλίστρου που φαίνεται στον Πίνακα Ασφαλιστηρίου. Επίσης, δυνάμει του όρου 21 της πιο πάνω συμφωνίας συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: « 21.1 Νοουμένου ότι το Ασφαλιστήριο αυτό έχει αποκτήσει αξία εξαγοράς, η Εταιρεία μπορεί να χορηγεί τοκοφόρα δάνεια μέχρι της αξίας εξαγοράς, όπως η Εταιρεία ήθελε αποφασίσει προς τον συμβαλλόμενο με μόνη εγγύηση το Ασφαλιστήριο αυτό. Προς το σκοπό τούτο, ο συμβαλλόμενος πρέπει να καταθέτει γραπτή αίτηση προς την Εταιρεία. 21.2 Τέτοια χορηγούμενα δάνεια θα είναι μία πρώτη επιβάρυνση πάνω στο Ασφαλιστήριο και σε όλα τα ωφελήματα που διασφαλίζονται από αυτό.»
  7. Δυνάμει του όρου 21 του Ασφαλιστηρίου ΕΠ/.., ο Εναγόμενος αιτήθηκε Δανεισμό από την Ενάγουσα.
  8. Κατόπιν σχετικής έγκρισης της Ενάγουσας, στις 10 Φεβρουάριου 2000 υπογράφηκε συμφωνία Δανείου επί συμβολαίου Ζωής, διά της οποίας η Ενάγουσα δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.700 (€1.196,02). Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση του μία

(1)φορά ετησίως. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 την Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 10/02/
  1. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας Δανείου, η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ. 700 (€1.196,02).
  2. Ο Εναγόμενος δεν τήρησε την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 10/02/2000 με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει στον Εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 11/4/2005 με την οποία τον ενημέρωνε ότι αναφορικά με το πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και μετά την παρέλευση της περιόδου χάριτος για καταβολή των οφειλόμενων ασφαλίστρων, αλλά και ένεκα του γεγονότος ότι η αξία εξαγοράς των μονάδων του συμβολαίου κατά την 28/02/2005 ήτοι £157,42 ήταν μικρότερη του δανείου, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, ήτοι £1.046,14, το ποσό των £157,42 εμβάσθηκε προς όφελος του δανείου. Περαιτέρω ενημέρωνε για την κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου τους και τους καλούσε όπως αποπληρώσουν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της επιστολής απαίτησης ημερομηνίας 11/4/
  3. Παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα στις 30/04/2018 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου να ανέρχεται στο ποσό των €2,123,07 και το οποίο κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 την κατάσταση λογαριασμού του Δανείου. Σημειώνεται ότι, κατόπιν και νομικής συμβουλής που έλαβε η Ενάγουσα, δεν χρεώθηκε οποιοδήποτε ποσό πέραν του διπλάσιου του αρχικού κεφαλαίου του Δανείου.
  4. Ως εκ των ανωτέρω, αιτούμαι απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.123,07 πλέον δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης. » Ο Εναγόμενος, από την άλλη, αναφέρει τα ακόλουθα: «
  5. Ονομάζομαι Γ.Θ. και είμαι ο εναγόμενος στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Γνωρίζω προσωπικά και καλά όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
  6. Κατά η περί το έτος 1994, σύναψα ασφάλεια ζωής από την ενάγουσα εταιρεία.
  7. Όπως με είχε ενημερώσει τότε ο Αρμόδιος υπάλληλος της ενάγουσας, το συγκεκριμένο σχέδιο ασφάλισης ήταν επενδυτικό δηλαδή τα χρήματα τα οποία κατέβαλλα χρησιμοποιούνταν από την ενάγουσα για την αγορά ασφαλιστικών μονάδων.
  8. Εξ' όσων θυμάμαι, γιατί έχουν ήδη περάσει και 29 χρόνια, κάθε μήνα ή ανά δύο μήνες, εισπράκτορας της ενάγουσας επικοινωνούσε μαζί μου και του κατέβαλλα σε μετρητά το μηνιαίο ασφάλιστρο. Εξ' όσων θυμάμαι αλλά δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γ' αυτό, το ποσό το οποίο κατέβαλλα ανερχόταν σε £33 μηνιαίως. Είμαι βέβαιος ότι ουδέποτε έλαβα οποιοδήποτε ποσό ως δάνειο από την ενάγουσα. Αρνούμαι οποιοδήποτε ισχυρισμό εκ μέρους της ενάγουσας ότι δήθεν κατέβαλαν σε εμένα δάνειο ποσού £700 με τόκο 9% ετησίως. Εγώ είμαι αμόρφωτος και οποιαδήποτε έγγραφα υπέγραψα αυτά ήταν κατ' υπόδειξη του Αρμοδίου υπαλλήλου της ενάγουσας.
  9. Ουδέποτε έλαβα οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού είτε με το ταχυδρομείο είτε άλλος πως στην οποία να φαίνεται η χρεοπίστωση οποιονδήποτε τόκων και/ή δόσεων. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι περί το έτος 2005, ζήτησα από τον Αρμόδιο υπάλληλο της ενάγουσας ο οποίος ερχόταν και εισέπραττε το ασφάλιστρο όπως εξαργυρώσω τις μονάδες τις οποίες διατηρούσα δυνάμει του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ακολούθως καθ' υπόδειξη του εν λόγω υπαλλήλου της ενάγουσας, μετέβηκα στα γραφεία της ενάγουσας στην Λευκωσία όπου υπέγραψα σχετικά έγγραφα δια την εξαργύρωση των μονάδων. Εξ' όσων θυμούμαι με την υπογραφή των εγγράφων μου παρέδωσαν το ποσό £80, το οποίο όπως μου ανέφεραν αντιστοιχούσε στις μονάδες που είχα αγοράσει δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ως εκ των πιο πάνω, κανέναν ποσό δεν οφείλω να καταβάλω στην ενάγουσα.
  10. Περαιτέρω όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και ο ίδιος πιστεύω, η οποιαδήποτε απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας για την οποία όπως ανέφερα πιο πάνω διαφωνώ, έχει παραγραφεί αφού η παρούσα Αγωγή έχει καταχωρηθεί πολύ αργότερα από την ημερομηνία κατά την οποία φέρεται ως να έχει αποσταλεί η επιστολή απαίτησης από την Ενάγουσα.
  11. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητώ από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την Αγωγή της ενάγουσας. » Η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Σημειώνεται δε εδώ, ότι αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, εντούτοις καμία τέτοια αντεξέταση επιχειρήθηκε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία επομένως, θα προσεγγιστεί με γνώμονα και τις αρχές που αφορούν στις συνέπειες που η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ισχυρισμών συνεπάγεται, ήτοι ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της[1]. Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας, θα πρέπει κατ' αρχήν να σημειωθεί, ότι ο εναγόμενος αποδέχεται την υπογραφή του επενδυτικού ασφαλιστηρίου ζωής στις 18/4/1994 και την πληρωμή στη συνέχεια του ασφαλίστρου. Επίσης, παρά την άρνηση στην υπεράσπιση, εν τέλει, ο εναγόμενος στη μαρτυρία του δεν αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένη ευθύνης και εκτελούν εργασίες ως ασφαλιστική εταιρεία ως αναφέρει ο Στυλιανίδης. Συνεπώς τα πιο πάνω, μαζί και οι παραδοχές στην υπεράσπιση που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Με αυτά υπόψη, στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν προβληθείσες εκδοχές και προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο πλευρών. Εξ' αρχής αναφέρω πως από τη μελέτη της μαρτυρίας του εναγόμενου, προκύπτει ότι η αναφορά του ότι είναι αμόρφωτος και οποιαδήποτε έγγραφα υπέγραψε ήταν καθ' υπόδειξη του υπαλλήλου των εναγόντων, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της παραγράφου 5, είναι εκτός δικογράφων. Στην υπεράσπιση του, σε σχέση με το δάνειο, εντοπίζεται μια γενική άρνηση από μέρους του και άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι αν αποδειχθεί ότι το έλαβε, αυτό έχει εξοφληθεί. Δεν αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό του ότι υπέγραφε έγγραφα μόνον καθ' υπόδειξη κάποιου υπαλλήλου των εναγόντων, επειδή είναι αμόρφωτος, ούτε υπάρχει ισχυρισμός που να συνάδει με όσα αναφέρει για το τι ζήτησε από τον υπάλληλο το 2005 και τι επακολούθησε. Συνεπώς το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Γενικότερα όμως, θα έλεγα ότι ούτως ή άλλως η μαρτυρία του είναι γενική και δεν δόθηκε με θετικό και πειστικό τρόπο. Από την άλλη, η μαρτυρία του Στυλιανίδη δόθηκε με θετικό και πειστικό τρόπο, και συνάδει με τα έγγραφα που έχει παρουσιάσει. Είναι δε γεγονός ότι, δεν εντοπίζεται στη μαρτυρία του κάτι που να δημιουργεί αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία του ή για οτιδήποτε ανέφερε, με εξαίρεση μόνον το σημείο που αναφέρεται κατωτέρω και για το λόγο που εξηγείται. Ο Στυλιανίδης αναφέρεται σε σύναψη δανείου μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου, παρουσιάζοντας το έγγραφο τεκμήριο
  12. Από την άλλη, ο εναγόμενος δηλώνει βέβαιος ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό ως δάνειο από τους ενάγοντες. Την ίδια στιγμή όμως, ο εναγόμενος δεν σχολιάζει ή και δεν αναφέρει τίποτε για το τεκμήριο 2, ούτε αρνείται ρητά την υπογραφή του. Με την αναφορά του δε, ότι είναι αμόρφωτος και οποιαδήποτε έγγραφα υπέγραψε ήταν καθ' υπόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου της ενάγουσας, θεωρώ πως ουσιαστικά παραδέχεται, εμμέσως, ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο είναι η υπογραφή του. Με βάση το έγγραφο τεκμήριο 2, ημερομηνίας 10/2/2000, ο εναγόμενος δηλώνει ότι έλαβε το ποσό των Λ.Κ.700 από τους ενάγοντες ως δάνειο, έναντι της αξίας εξαγοράς του επίδικου συμβολαίου ζωής και εκχωρεί τα δικαιώματα του επί του συμβολαίου στους τελευταίους. Περαιτέρω, το εν λόγω ποσό, πλέον τόκος 9% ετησίως, θα αποτελεί χρέος επί του συμβολαίου και θα υπόκειται στους κανονισμούς και όρους που αναφέρονται στο συμβόλαιο. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 31η/12 εκάστου έτους. Επισημαίνεται εδώ, ότι ο εναγόμενος δεν έχει προωθήσει οποιαδήποτε υπεράσπιση στη βάση του ισχυρισμού ότι είναι αγράμματος, όπως π.χ. αυτή του non est factum. Αποτελεί λοιπόν συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ότι από τη στιγμή που υπέγραψε τη συμφωνία, δεσμεύεται απ' αυτήν και το περιεχόμενο της. Σε ότι αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο, να λεχθεί εδώ ότι ο Στυλιανίδης έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα έγγραφο, λέγοντας ότι είναι η κατάσταση λογαριασμού του δανείου. Σε αυτήν υπάρχει μια καταχώρηση στις 10/2/2000 με το ποσό του δανείου εκ Λ.Κ.700 και από εκεί και πέρα κάθε τέλος του χρόνου γίνεται χρέωση του τόκου. Την 31/12/2008 έγινε η τελευταία χρέωση τόκου και έκτοτε και μέχρι σήμερα το ποσό που φαίνεται να οφείλεται είναι €2.123,
  13. Ως αναφέρει ο Στυλιανίδης, δεν χρεώθηκε οποιοδήποτε ποσό πέραν του διπλάσιου του αρχικού κεφαλαίου του δανείου. Προφανώς, έχοντας υπόψη το χρόνο σύναψης της σύμβασης, οι ενάγοντες εδώ επέλεξαν να εφαρμόσουν την πρόνοια του περί Τόκου Νόμου, αρ.2/1977 (ο οποίος έχει καταργηθεί με το Ν.160(Ι)/99, που ξεκίνησε να έχει ισχύ από 1/1/2001), για μη δυνατότητα είσπραξης τόκου που υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους. Επιπλέον, αναφέρεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει αναφερθεί σε συγκεκριμένες πληρωμές έναντι του δανείου που λήφθηκε, ούτε παρουσίασε στοιχεία προς επιβεβαίωση οιωνδήποτε πληρωμών. Συναφώς, γίνεται αποδεκτό ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει του επίδικου δανείου είναι αυτό που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού ήτοι το ποσό των €2.123,07.-. Είναι γεγονός ότι στην υπεράσπιση του, ο εναγόμενος αρνείται τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες τον όχλησαν γραπτώς και ή προφορικώς. Στη μαρτυρία του δε, ο εναγόμενος λέει ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί πολύ αργότερα από την ημερομηνία κατά την οποία «φέρεται» να έχει αποσταλεί η επιστολή - μιλά για την επιστολή ημερ. 11/4/2005 που επισυνάπτει στη μαρτυρία του ο Στυλιανίδης. Με την γραπτή της αγόρευση όμως, η πλευρά του εναγόμενου ουσιαστικά παραδέχεται ότι του στάλθηκε η εν λόγω επιστολή. Όπως αναφέρει η συνήγορος του εναγόμενου συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της για το ζήτημα της παραγραφής: «Είναι η ταπεινή μας άποψη ότι η αποστολή της εν λόγω επιστολής αποτέλεσε επιστολή απαίτησης εκ μέρους του δανειστή ως αναφέρεται στο άρθρο 7
(3)(β) του Νόμου (66(Ι)/2012)..». Συνεπώς, με βάση αυτά, είναι σαφές ότι ο εναγόμενος, δια της συνηγόρου του, εδώ προβαίνει σε παραδοχή για το συγκεκριμένο ζήτημα σε αντίθεση με όσα ανέφερε στο δικόγραφο του και τη μαρτυρία του. Ό,τι χρειάζεται να επισημανθεί βεβαίως εδώ, έχοντας αυτά υπόψη, είναι οι μη καθαρές θέσεις του εναγόμενου και κατ' επέκταση η αναξιοπιστία της εκδοχής του. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Στυλιανίδη, να λεχθεί εδώ ότι σίγουρα δεν είναι αντιληπτό ποιους ενημέρωναν οι ενάγοντες και ποιους καλούσαν ν' αποπληρώσουν το υπόλοιπο. Αν η χρήση πληθυντικού έγκειται σε λάθος και εδώ ο Στυλιανίδης μιλά για τον εναγόμενο, είναι σαφές ότι η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου ζητήματος μόνον γενική και αόριστη μπορεί να χαρακτηριστεί. Θα αναμενόταν βεβαίως από τους ενάγοντες, τόσο για τη συγκεκριμένη αναφορά τους, όσο και για τις ισχυριζόμενες οχλήσεις τους γενικότερα - στο βαθμό πάντα που αναφέρονται σε οιανδήποτε ενημέρωση ή κλήσεις για αποπληρωμή ή οχλήσεις, πέραν της αναφερόμενης επιστολής-, έχοντας ως δεδομένη και την άρνηση του εναγόμενου περί οποιασδήποτε ενημέρωσης του για την κατάσταση λογαριασμού, να δώσουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες και η παράλειψη τους να το πράξουν, σαφώς οδηγεί σε απόρριψη του συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας τους. Βεβαίως, θα πρέπει να διευκρινιστεί εδώ, ότι η μη αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας του Στυλιανίδη, σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ πως συνεπάγεται αναξιοπιστία της μαρτυρίας του γενικότερα. Συνεπώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η υπογραφή της συμφωνίας δανείου τεκμήριο 2, η λήψη του ποσού των Λ.Κ.700 από τον εναγόμενο και ότι ο τελευταίος οφείλει το ποσό των €2.123,07, αλλά και η αποστολή της επιστολής ημερ. 11/4/2005 προς τον εναγόμενο, γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Με αυτά υπόψη, έρχομαι στη θέση της υπεράσπισης για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος «αφού έχει περάσει η σχετική προθεσμία που ορίζει ο νόμος». Αν φανεί ότι η πλευρά του εναγόμενου έχει δίκαιο, όπως γίνεται αντιληπτό σταματά οιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Ως αναφέρεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου, η αποστολή της επιστολής ημερ.11/4/2005 προς τον εναγόμενο, αποτέλεσε επιστολή απαίτησης εκ μέρους του δανειστή, ως αναφέρεται στο άρθρο 7
(3)(β) του Ν.66(Ι)/2012 (στο εξής ο Νόμος) και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να εγείρουν αγωγή εναντίον του εναγόμενου έως και την 11/4/
  1. Το άρθρο 3 του Νόμου, τροποποιήθηκε στις 23/12/2015 με το Ν.207(Ι)/2015, δηλαδή 5 χρόνια μετά την ημερομηνία που οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν αγωγή και όταν ο Ν.207(Ι)/2015 τέθηκε σε ισχύ, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων είχε ήδη παραγραφεί. Προς επίρρωση της εισήγησης της, παραπέμπει σε πρωτόδικη απόφαση (αγωγή αρ. 1167/2018, ημερ.10/7/2020), όπου το Δικαστήριο προέβη στην εξής ερμηνεία του άρθρου 3 του Νόμου: «. ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, αλλά δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να λήξει πριν την 1η Ιανουαρίου
  2. Δηλαδή, ακόμα και αν ο χρόνος παραγραφής, βάσει του Νόμου, έχει λήξει πριν την 1.1.16, η σχετική αγωγή μπορεί να εγερθεί μέχρι και την 1.1.
  3. Εάν ο χρόνος παραγραφής δεν έχει λήξει πριν την 1.1.16, τότε αυτός αρχίζει να προσμετρείται εκ νέου από 1.1.
  4. » Από την άλλη, η ουσία της εισήγησης των εναγόντων είναι ότι ο χρόνος παραγραφής σύμφωνα με το Νόμο, δεν άρχισε να προσμετράται την 11/4/2005 αλλά την 1/1/2016, εφόσον η βάση της αγωγής δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 24 και 29 του Νόμου. Επί του θέματος, όπως ανέφερα και στο πλαίσιο άλλης απόφασης μου, συμφωνώ με την ανάλυση του αδελφού μου δικαστή Λ. Πασχαλίδη, στην Αγωγή 785/15, C&M STEELMASTER LTD v. TSOULOFTAS CONSTRUCTIONS LTD, ημερ. 29/04/
  5. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: « Όσον αφορά το θέμα της παραγραφής, ως έχει νομολογηθεί, για σκοπούς εξέτασης αυτού του νομικού θέματος, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Βεβαίως, «.η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Ακόμη δηλαδή και αν προηγούμενο νομοθέτημα έχει καταστήσει παραγραμμένο το αγώγιμο δικαίωμα, εντούτοις, αν μεταγενέστερο νομοθέτημα που ισχύει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, έχει ρυθμίσει διαφορετικά το θέμα, τότε το αγώγιμο δικαίωμα δύναται να θεωρηθεί ότι βρίσκεται ακόμη «εν ζωή». Το κρίσιμο χρονικό σημείο επομένως, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, είναι η ημέρα καταχώρησης της αγωγής Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 1/10/2019). Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/02/
  1. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, στην Κυπριακή έννομη τάξη είχε ήδη εισαχθεί ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(I)/2012), ο οποίος Νόμος τέθηκε «σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012» δυνάμει του αρχικού αρ.
  2. Σύμφωνα με το τότε αρ. 3, «.Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής..» και οι πρόνοιες αυτές παρέμειναν αναλλοίωτες μέχρι και τις 23/12/15 που θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν.207(Ι)/15, ο οποίος ουσιαστικά «μηδένισε το χρόνο» για σκοπούς παραγραφής αφού σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε τότε στο αρ.3, καθορίστηκε νομοθετικά ότι έκτοτε θα θεωρείτο ότι «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Εφόσον όμως η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε πριν την τροποποίηση του αρ.3 στις 27/12/15, ήτοι όταν ακόμη ο «.Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής..» και εφόσον η βάση της αγωγής σύμφωνα με την ενάγουσα είχε συμπληρωθεί πριν την 01/07/12 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(I)/2012, το θέμα της παραγραφής θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τις σχετικές μεταβατικές διατάξεις που ίσχυαν εκείνη την περίοδο δυνάμει του αρ.26 του Ν66(I)/2012, οι οποίες διατάξεις τελικά καταργήθηκαν μετά από διάφορες τροποποιήσεις με το «μηδένισμα» που επέφερε στις 27/12/15 ο Ν. 207(Ι)
  3. Σύμφωνα λοιπόν με τις πρόνοιες του αρ.26, ο νομοθέτης έδωσε ουσιαστικά αρχικά παράταση μέχρι 31/12/2013[1] στο χρόνο παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων που είχαν προκύψει πριν την 01/07/12, και στη συνέχεια, κατόπιν διαδοχικών ετήσιων τροποποιήσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ 2012 - 2015, δόθηκαν περαιτέρω παρατάσεις από έτος σε έτος μέχρι και το τέλος του
  4. Κατά την περίοδο που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, οι σχετικές πρόνοιες του αρ.26 που ήταν σε ισχύ ήταν αυτές που εισήχθηκαν με την τροποποίηση που είχε γίνει στις 16/12/14, σύμφωνα με τις οποίες: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» Εφόσον λοιπόν μέχρι την 01/07/12 οι πρόνοιες που αφορούσαν στο χρόνο παραγραφής δυνάμει του προηγούμενου Νόμου περί παραγραφής, ήτοι του Κεφ. 15, είχαν τεθεί σε αναστολή αρχικά με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο του 1964, Ν. 57/1964 και στη συνέχεια με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 (Ν. 110(Ι)/2002) ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.6.2005 και εφόσον στη συνέχεια ο τελευταίος αυτός Νόμος καταργήθηκε την 01/07/12 με το Ν.66(Ι)/12 ο οποίος Νόμος όμως, δυνάμει των τροποποιήσεων του αρ.26, ενεργοποίησε μεν την προσμέτρηση του χρόνου αλλά παρέτεινε το δικαίωμα καταχώρησης αγωγής μέχρι και την 31/12/15, το υπό κρίση αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων που προβάλλεται να προέκυψε μεταξύ 2003-2005, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει παραγραφεί κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής αλλά ακόμη και να είχε παραγραφεί δυνάμει προγενέστερου Νόμου, που δεν ήταν, «.η απαίτηση.δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Και αυτή η ένσταση της υπεράσπισης συνεπώς κρίνεται ότι δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. » Εν προκειμένω, όταν καταχωρίστηκε η αγωγή το 2018, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 26 είχε διαγραφεί. Εφαρμόζοντας δε κατ' αναλογία όσα αναφέρθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, την πρόνοια του άρθρου 3 του Νόμου[2] και αφετέρου, ότι σε περιπτώσεις συμβάσεων δανείου, ως προς την παραγραφή ισχύει ο χρόνος των έξι ετών από τη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής του άρθρου 7
(1)του Νόμου, με δεδομένο και ότι οι ενάγοντες απέστειλαν ήδη γραπτή απαίτηση στις 11/4/2005 (βλ. άρθρο 7
(3)του Νόμου), ο οποίος ξεκίνησε να τρέχει την 1/1/2016, έχω την άποψη ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων που προβάλλεται να προέκυψε κατά το 2005, δεν είχε παραγραφεί κατά το χρόνο της καταχώρησης της αγωγής. Κοντολογίς, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, συμφωνώ με την εισήγηση των εναγόντων και όχι με αυτή του εναγόμενου. Με αυτά υπόψη και έχοντας κατά νουν τη νομολογιακή αρχή για το βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις[3], στο ερώτημα αν προσκομίστηκε τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι ο εναγόμενος οφείλει το αξιούμενο ποσό, η απάντηση ευθέως αναφέρω πως είναι καταφατική. Συναφώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως οι αξιώσεις υπό Α και Β της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/
  1. [2]
  2. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής: Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου
  3. [3] βλ. μεταξύ άλλων, Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.