ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. ΚΥΠΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 519/21, 8/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα εξόδων: €10.000 - €50.000 Αρ. Αγωγής: 519/21 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ Ενάγοντα και ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει της Διαταγής 25 Θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ Ενάγοντα και ΚΥΠΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητή - Εναγόμενο 1: κ. Ποσνακίδης για Ανδρέου & Ποσνακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα: κ. Μαυρόκωστας για Μαυρόκωστας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 6.2.2023 για διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος) Έναυσμα για την έκδοση της παρούσας αποτέλεσε η Αίτηση ημερ. 6.2.2023 η οποία καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 1 και με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η διαγραφή (strike out) και/ή ο παραμερισμός (set aside) του τροποποιημένου γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ημερ. 22.12.
- Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ.10 και 11, Δ.19, Δ.25, Δ.27 Θ.3 και Δ.48 Θ 1-4, 9(d), (e), Δ.63 και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, στην οποία αναφέρεται ότι μετά την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος η οποία έλαβε χώρα την 30.12.2021 και συγκεκριμένα την 22.12.2022, καταχωρίστηκε τροποποιημένο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με το οποίο ο ενόρκως δηλών προστέθηκε ως διάδικος, δυνάμει της Δ.25 Θ.
- Αποτελεί ισχυρισμό του ομνύοντος ότι η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.9 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και μπορεί να γίνει μόνο με άδεια του Δικαστηρίου κατόπιν υποβολής σχετικής Αίτησης και όχι βάσει της Δ.
- Συνεπακόλουθα, η τροποποίηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος είναι παράτυπη. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας συνολικά 8 λόγους ένστασης. Συνοπτικά αποδιδόμενοι, οι λόγοι ένστασης θέτουν υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, το κατά πόσο συντρέχει βάσιμος λόγος ακύρωσης ή παραμερισμού του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το κατά πόσο ο Αιτών ακολούθησε ορθά την διαδικασία εφόσον καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και κατέστη μέρος στην διαδικασία, τις προθέσεις του Αιτητή, που δεν είναι άλλες από την πρόκληση καθυστέρησης, καθώς επίσης και τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πoλιτικής Δικovoμίας Δ.9, Δ.10, Δ.11, Δ.19 Θ. 2, 10, 25, 26, 27, Δ.48 ΘΘ 1 - 4
(1), 7 και 9, Δ.64, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση του Καθ' ου η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Σ.Κ., ο οποίος είναι δικηγόρος εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, εφόσον ως αναφέρει η Αίτηση αφορά αμιγώς σε νομικά ζητήματα. Ο ενόρκως δηλών υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι πριν την καταχώριση της αγωγής, ο ενάγων δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 είχε την κατοχή του επίδικου ακινήτου με την ανοχή της εναγομένης 1, πληροφόρηση την οποία άντλησε όταν επισκέφτηκε το γραφείο του εκκαθαριστή της εναγομένης 1. Όπως μάλιστα αντιλήφθηκε ο ενάγων, η εναγόμενη 1 συμφώνησε και έλαβε ποσό από τον εναγόμενο 2 για να του παραδώσει την κατοχή του ακινήτου, παραβιάζοντας το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο της με τον ενάγοντα. Ακολούθησε η καταχώριση του τροποποιημένου γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος το οποίο επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 και έπειτα η καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Η εν λόγω τροποποίηση, ήταν αναγκαία για την συνολική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Η Δ.25 Θ.2., συνεχίζει ο ομνύων, παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν από την έκδοση κλήσης για οδηγίες βάσει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Τέλος, αποτελεί θέση του ομνύοντος ότι η διαδικασία που ακολούθησε ο εναγόμενος 1 είναι αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας καθότι με την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία έχει υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και έγινε μέρος της διαδικασίας της οποίας ζητά τον παραμερισμό. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[1] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολογούν στις γραπτές αγορεύσεις τους και ως συνάγεται από το περιεχόμενο των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, αλλά και από τον δικαστηριακό φάκελο, την 22.12.2022 ο ενάγων καταχώρισε τροποποιημένο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, κάνοντας δηλαδή χρήση των προνοιών της Δ.25 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση στην οποία προέβη, ήταν η προσθήκη του εναγομένου 1 στον τίτλο της αγωγής και κατ' επέκταση στις αξιούμενες θεραπείες. Ενόψει του ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 30.12.2021, λαμβανομένων υπόψη των όσων διαλαμβάνει ο Διαδικαστικός Κανονισμός υπ' αρ. 2/2015 ημερ. 29.4.2015 και οι Διαταγές 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η Διαταγή 25 ως έχει τροποποιηθεί. Ως προκύπτει από την τροποποιηθείσα Διαταγή 25, η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας: (α) Μετά την καταχώριση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, στάδιο κατά το οποίο δεν υφίσταται οποιοσδήποτε περιορισμός. (β) Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν το στάδιο έκδοσης κλήσης για οδηγίες, στάδιο κατά το οποίο επιτρέπεται άπαξ τροποποίηση χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, δηλαδή μόνο μία φορά. (γ) Μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, στάδιο κατά το οποίο δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων, πλην ορισμένων εξαιρέσεων που καθορίζονται και αφού προηγηθεί η παραχώρηση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Ως εκ των άνω, η νομολογία προ της τροποποίησης της Διαταγής 25, η οποία παρείχε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει αιτήματα τροποποίησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που την καθιστούσαν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης,[2] δεν έχει πλέον ιδιαίτερη χρησιμότητα αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της τροποποιηθείσας Διαταγής 25.[3] Εν προκειμένω, η τροποποίηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος έλαβε χώρα μετά την επίδοση του αρχικού κλητηρίου εντάλματος και πριν την καταχώριση έκθεσης απαίτησης και υπεράσπισης. Εξ ου και η πλευρά του ενάγοντος επικαλείται εφαρμογή των προνοιών της Δ.25 Θ.1
(2). Το θέμα ωστόσο δεν τελειώνει εδώ, καθότι το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου, ως η ουσία του πράγματος εν προκειμένω, διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.9 Θ.
- Ιδιαίτερα εύστοχο θεωρώ το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 16.3.2021 της Έντιμης Εφραίμ Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην Graftonex Investments Ltd ν. Zimber Investments Ltd κ.α. Αρ. Αγωγής 137/2020 με το οποίο συντάσσομαι: «Το θέμα όμως δεν είναι τόσο ξεκάθαρο και απλό. Και τούτο καθότι η Δ.25 θα πρέπει να ιδωθεί και σε συνδυασμό με τη Δ.9 θ.10 η οποία διέπει ειδικά το θέμα της προσθήκης διαδίκου η οποία επιχειρείται μέσω της αιτούμενης τροποποίησης. Θα μπορούσε ενδεχομένως να λεχθεί ότι η νέα Δ.25 παρέχει πλέον τη δυνατότητα ελεύθερης τροποποίησης στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης και της προσθήκης διαδίκου, πλην όμως οι μετέπειτα πρόνοιες της Δ.25 οι οποίες καθορίζουν τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες δικαιολογείται η τροποποίηση μετά το στάδιο της έκδοσης Κλήσης για Οδηγίες, ήτοι το καλόπιστο λάθος ή νέα γεγονότα, είναι διαφορετικές από αυτές που διέπουν το ζήτημα προσθήκης διαδίκου, βάσει της Δ.9 θ.10, ήτοι όπου αυτό κρίνεται δίκαιο ούτως ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Επομένως, συνάγεται το εύλογο συμπέρασμα ότι η Δ.25 φαίνεται να αφορά και περιορίζεται σε οποιαδήποτε τροποποίηση του κλητηρίου και των δικογράφων επί της ουσίας και του περιεχόμενου τους και όχι την τροποποίηση του τίτλου με την προσθήκη διαδίκου η οποία διέπεται από ξεχωριστή δικονομική πρόνοια. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράδοξο αποτέλεσμα, στην περίπτωση προσθήκης διαδίκου πριν την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, αυτό να επιτρέπεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου ενώ όταν επιχειρείται προσθήκη διαδίκου μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες θα απαιτείτο άδεια του Δικαστηρίου το οποίο πλέον θα τίθετο ανάμεσα σε δύο ξεχωριστές δικονομικές πρόνοιες που θέτουν διαφορετικά κριτήρια για το κατά πόσο το Δικαστήριο θα χορηγήσει τέτοια άδεια. Σαφώς κάτι τέτοιο είναι οξύμωρο και δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων αλλά ούτε και στον σκοπό της Δ.25 ο οποίος προφανώς δεν ήταν να υπερφαλαγγίσει τη χρήση και εφαρμογή της Δ.9 θ.10 η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να είναι σε ισχύ. Εξ ου και προφανώς οι Εναγόμενες 3, 5 και 11, επικαλούνται μόνο τη Δ.9 θ.10, αγνοώντας πλήρως τις πρόνοιες της Δ.25». Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, στρέφομαι σε εξέταση του ζητήματος της προσθήκης διαδίκου δυνάμει των όσων διαλαμβάνει η Δ.9 Θ.10, η οποία διαβάζεται ως ακολούθως: «No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη νομολογία που διέπει το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου, για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Το κατά πόσο όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου συναρτάται από τα επίδικα θέματα, ως αυτά προσδιορίζονται μέσω των έγγραφων προτάσεων. Βασικό κριτήριο για την προσθήκη διαδίκου, αποτελεί το κατά πόσο η προσθήκη του είναι αναγκαία για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται στην αγωγή. [4] Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι το κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.[5] Αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω αρχές, βάσει της διακριτικής μου ευχέρειας και της αυτεπάγγελτης εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την προσθήκη διαδίκου, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος 1 αποτελεί αναγκαίο διάδικο. Επισημαίνω ότι στο παρόν στάδιο δεν έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης και το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωριστεί μέσα στο πλαίσιο της υπό εξέταση Αίτησης. Στο κλητήριο ένταλμα ημερ. 30.12.2021 υπάρχουν διάφορες αξιώσεις εναντίον του εναγομένου 2 σε σχέση με κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια, οφειλές έναντι λογαριασμών κοινής ωφελείας και υποχρεώσεων έναντι δημοτικών αρχών. Αξιώνεται επίσης η έξωση του εναγομένου 2 από το αναφερόμενο ακίνητο και η παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής του στον ενάγοντα. Στο κλητήριο ένταλμα ημερ. 22.12.2022, προστέθηκαν αξιώσεις εναντίον του εναγομένου 1, για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 10.2.2008 σχετικά με το επίδικο ακίνητο, μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου στον ενάγοντα και έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, καθώς επίσης και πληρωμής ποσού €32.978,00 δυνάμει συμφωνίας. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ενόρκως δηλούντα, στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, ο ενάγων προ της καταχώρισης της αγωγής δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 είχε την κατοχή του ακινήτου με την ανοχή της εναγομένης 1, ενώ ως αντιλήφθηκε κατά την επίσκεψή του στο γραφείο του εκκαθαριστή της εναγομένης 1, η τελευταία έλαβε κάποιο ποσό από τον εναγόμενο 2 για να του παραδώσει το ακίνητο, κατά παράβαση του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου της με τον ενάγοντα. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω και σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως θα εξηγήσω, δεν θεωρώ ότι η προσθήκη του εναγομένου 1 είναι αναγκαία για σκοπούς επίλυσης των επίδικων ζητημάτων. Η προσθήκη του εναγομένου 1 και των αναφερόμενων παρακλητικών επί του κλητηρίου εντάλματος δεν σχετίζεται με τις αξιώσεις του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου 2, έτσι ώστε η προσθήκη του εναγομένου 1 να συμβάλει στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων, καθότι τυχόν διαφορές του ενάγοντα με την υπό εκκαθάριση εταιρεία, ως αυτές προκύπτουν εκ του τροποποιημένου γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ενδεχομένως να χρήζουν επίλυσης μέσα στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας. Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα αφορούν στο ίδιο ακίνητο - ως προκύπτει από τα καταχωρισθέντα κλητήρια εντάλματα - δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω, καθώς ο ενάγων εξαρχής αξίωνε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια και παράδοση της κατοχής του ακινήτου από τον εναγόμενο
- Ουδεμία αναφορά ή ισχυρισμός δεν τέθηκε ενώπιόν μου από μέρους του ενάγοντα, ότι για τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ενοίκια ή γενικότερα την ισχυριζόμενη ενοικίαση του ακινήτου, είχε μεσολαβήσει με οποιοδήποτε τρόπο ο εναγόμενος
- Κανένα ισχυρισμό δεν προέβαλε η πλευρά του ενάγοντα, που να τεκμηριώνει ικανοποιητικώς την θέση ότι υπάρχει εμπλοκή του εναγομένου 1 στις ισχυριζόμενες διαφορές του ενάγοντα με τον εναγόμενο
- Ό,τι προβάλλεται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Ένσταση, είναι ορισμένοι γενικοί ισχυρισμοί περί κάποιας αντίληψης του ενάγοντα και ζητήματα που άπτονται ειδικής εκτέλεσης κάποιας συμφωνίας μεταξύ αυτού και της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Στη βάση όλων των ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι ότι ο εναγόμενος 1 είναι αναγκαίος διάδικος για την επίλυση των εγειρόμενων ζητημάτων μέσα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Απεναντίας, θεωρώ ότι η προσθήκη του εναγομένου 1 στην διαδικασία εκτροχιάζει το αντικείμενο της αγωγής και τείνει να περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα. Σε ότι αφορά στον ισχυρισμό του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα περί παράτυπης διαδικασίας ενόψει της καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία από πλευράς εναγομένου 1, παρατηρώ ότι ουδεμία επιχειρηματολογία προωθείται στην γραπτή του αγόρευση, συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης θεωρείται εγκαταλειφθείς. Προχωρώ σε εξέταση του αιτήματος διαγραφής του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Τούτο ερείδεται επί της Διαταγής 27 Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαβάζεται ως ακολούθως: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Ως προκύπτει από το κείμενο της πιο πάνω διαταγής, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να διατάξει την διαγραφή δικογράφου και σε τέτοια περίπτωση να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για την έκδοση τέτοιας απόφασης είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Πρόκειται για εξαιρετική και δραστική δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε προφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις.[6] Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο.[7] Αν ένα δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο εμπεριέχει μεταξύ άλλων και γενικούς ισχυρισμούς ή η υπόθεση φαίνεται να είναι αδύναμη, δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για τη διαγραφή του. Mέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης, ενώ απλή πολυλογία δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Το ζητούμενο, είναι να καταδειχθεί στο Δικαστήριο η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο, εφόσον αυτό είναι και το ουσιώδες στοιχείο που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικανικής του κρίσης.[8] Είναι δε αναγκαίο όπως το απαιτούμενο υπόβαθρο γεγονότων τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η επίλυση της διαφοράς.[9] Πέραν της Διαταγής 27 Θεσμός 3, το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή και να διαγράψει δικόγραφα όταν αυτά είναι καταπιεστικά, ενοχλητικά ή αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, Έκδοση 2021, σελ.45 - 47, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της κατάχρησης της διαδικασίας είναι σύμφυτη και ως αναφέρει η σχετική νομολογία, πρέπει να ασκείται με φειδώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να πηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Πρόκειται, ως αναφέρθηκε στην Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, για το «απόθεμα εκείνο των εξουσιών του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία». Περαιτέρω, το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εξετασθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα.[10] Για να διατάξει το Δικαστήριο αναστολή της δίκης ή απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η διαδικασία απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου, ενώ η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και των μέσων επίτευξης των στόχων της.[11] Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την κλασσική επί του θέματος αυθεντία, Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της προκειμένης περίπτωσης, των πιο πάνω καταλήξεων του Δικαστηρίου και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, διατάζεται ο παραμερισμός του τροποποιηθέντος γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ημερ. 22.12.2022. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι η επίτρεψή του τείνει να περιπλέξει και όχι να απλοποιήσει ή να επιλύσει τα επίδικα ζητήματα, εν αντιθέσει με τις νομικές αρχές τις οποίες έχω παραθέσει ανωτέρω. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση / ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Φοινιώτης ν. Greenmare Navigation Ltd
(1989)1(Ε) A.A.Δ.
- [3] Βλ. σχετικά την ανάλυση της Έντιμης Δημητριάδου - Ανδρέου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην απόφαση ημερ. 30.12.2019 ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα κ.α. Αρ. αγωγής 813/2017 & την απόφαση της Έντιμης Λιμνατίτου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην απόφαση ημερ. 28.7.2017, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.α. αρ. αγωγής 91/
- [4] Βλ. μεταξύ άλλων, Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772. [5] Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1)
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213. [6] Σάουρου κ.ά. ν. Φιλίππου
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2141. [7] Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.
- [8] Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.
- [9] Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.
- [10] Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Π.Ε. Ααρ. 104/2019 ημερ. 3.7.
- [11] Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο