Γεώργιος Μιλλώσιας κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αγωγή αρ.: 2311/2015, 13/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2311/2015 Μεταξύ:
- Γεώργιος Μιλλώσιας
- Κατερίνα Μιλλώσια Εναγόντων και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργού Οικονομικών Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Ιουλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Ε. Αρότη για Σπύρος Αρότης - Έλενα Αρότη & Συνεργάτες Για την Εναγόμενη 1: κ. Σ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ΑΞΙΩΣΗ Με αυτή την αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη 1, ως περιορίστηκε πριν την έναρξη της ακρόασης, το ποσό των €240.000, πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και 4 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Ως αναφέρεται στα δικόγραφα, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας 1 είχε ήδη αφυπηρετήσει από την Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ενώ η σύζυγός του, Ενάγουσα 2 ήταν συνοδός παιδιών με ειδικές ανάγκες. Κατά ή περί το 2009 ο κουνιάδος του Ενάγοντα 1 και αδελφός της Ενάγουσας 2, τότε διευθυντής καταστήματος της Εναγόμενης 1 στην Λάρνακα, κ. Ανδρέας Γιώρκας (ΑΓ) τους προσέγγισε για να τους ενημερώσει για το σχέδιο των αξιογράφων και τους συμβούλευσε, τους ενθάρρυνε και τους παρότρυνε να αγοράσουν αξιόγραφα. Για να τους πείσει να αγοράσουν αξιόγραφα τους ανέφερε ότι τα αξιόγραφα θα είχαν διάρκεια 5 χρόνων και κάθε τρίμηνο θα τους απέδιδαν 7% επιτόκιο. Τους διαβεβαίωσε ότι το σχέδιο ήταν για εκλεκτούς πελάτες που είχαν λεφτά και δεν θα τα χρειάζονταν για την επόμενη πενταετία, ότι ήταν μια ευκαιρία που δεν θα έπρεπε να χάσουν και ότι μια τέτοια αγορά συνιστούσε εξασφαλισμένο κεφάλαιο. Λόγω της εμπιστοσύνης που είχαν στον πιο πάνω και στην Εναγόμενη 1, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης επαγγελματικής συνεργασίας τους για περίπου 30 χρόνια πείσθηκαν και εμπιστεύθηκαν την Εναγόμενη 1 για το θέμα των αξιογράφων. Ενόψει δε της τυφλής εμπιστοσύνης που είχαν στον ΑΓ, ο οποίος γνώριζε ότι οι Ενάγοντες είχαν εισπράξει €300.000 από πώληση κτήματος, ποσό το οποίο είχαν κάνει γραμμάτιο από κοινού στην Εναγόμενη 1, αυτός μετέφερε τα συμβόλαια στο σπίτι τους και τα υπέγραψαν εκεί. Ο ΑΓ ουδέποτε ανέφερε στους Ενάγοντες οτιδήποτε για πιθανούς κινδύνους, αντίθετα περιορίστηκε μόνο στο να πει καλά λόγια για τα αξιόγραφα. Με βάση τα πιο πάνω και χωρίς να έχουν ειδικές γνώσεις βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του πιο πάνω αντιπροσώπου και/ή υπαλλήλου και/ ή διευθυντή της Εναγομένης 1 Ενάγοντες αγόρασαν μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου αξίας €300.000 χωρίς να τους επεξηγηθεί από κάποιον ειδικό τι αγόραζαν. Συγκεκριμένα στις 06/06/09 κατέβαλαν ποσό €300.000 μετατρέψιμων χρεογράφων 2013/2018 ως αντιπαροχή για την έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου. Στις 18/05/11 κατέβαλαν ποσό €300.000 μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου ως αντιπαροχή στην έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου και στις 27/03/12 έγινε εθελοντική ανταλλαγή ποσού €240.000 μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου με υποχρεωτικά μετατρέψιμα ομόλογα και αποπληρωμή τους με 320.000 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατά ή περί το 2012 η Εναγόμενη 1 έπαυσε να τηρεί την συμφωνία, έπαυσε να πληρώνει τόκους και να έπαυσε να παρέχει στους Ενάγοντες οποιανδήποτε ενημέρωση σχετικά με το θέμα αυτό. Οι Ενάγοντες αποδίδουν δόλο, ψευδείς παραστάσεις απάτη και/ή αμέλεια στην Εναγόμενη 1 λεπτομέρειες των οποίων εξειδικεύονται στην παράγραφο 11 της Ε/Α. Στην παράγραφο 11.Μ. της Ε/Α οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα ή η πράξη πώλησης των αξιογράφων ήταν παράνομη και άκυρη λόγω παραβίασης της νομοθεσίας και/ή λόγω παραβίασης συμφωνίας και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης και της σχέσης τους με την Εναγόμενη 1 και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους υπαλλήλους της και/ή τους διευθυντές της και/ή λόγω ψυχικής πίεσης και/ή λόγω απάτης της Εναγόμενης 1 και/ή λόγω δόλου με μόνη πρόθεση της Εναγόμενης 1 να αποσπάσει μεγάλα χρηματικά ποσά από αυτούς. Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι1 αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες κατά η περί τις 29.7.08 προέβηκαν στην αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων αξίας €100.000, τα οποία κατά ή περί τις 4.6.09 μετέτρεψαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα (ΜΑΚ) και κατά ή περί τις 17.5.11, τα μετέτρεψαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) με την επιπρόσθετη καταβολή €50.000 σε μετρητά. Κατά τα άλλα απορρίπτουν κατηγορηματικά, στο σύνολό τους, τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και τις αξιώσεις αυτών και ειδικότερα ότι οι ίδιοι και/ή οι υπάλληλοι και/αντιπρόσωποι αυτών παραβίασαν την αναφερόμενη και/ή την οποιανδήποτε νομοθεσία και/ή τις υπογραφείσες συμβάσεις μεταξύ των μερών και/ή την πάγια τραπεζική πρακτική και/ή ότι προέβηκαν στην ισχυριζόμενη και/ή οποιανδήποτε απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις σε βάρος των Εναγόντων. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται (are estopped) να εγείρουν τους ισχυρισμούς της Ε/Α τους εναντίον των Εναγόμενων 1 καθότι έχουν αναγνώσει, υπογράψει και αποδεκτεί τους όρους των αιτήσεων, ενημερωτικών δελτίων και λοιπών εγγράφων (estoppel by deed) και με τις αιτήσεις τους επιβεβαίωσαν εγγράφως ότι είχαν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης τους, ότι αποδέχθηκαν τους σχετικούς όρους και ότι δεν τους παρασχέθηκε επενδυτική συμβουλή από τους Εναγόμενους
- Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν υποστεί ζημιά ενόψει του κουρέματος που έλαβε χώρα στις 29.3.
- ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα ακόλουθα έγγραφα κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα : · Σημείωμα εκδιδόμενου τίτλου ημερομηνίας 25/06/08 που αφορά την έκδοση Μετατρέψιμων Χρεογράφων της Τράπεζας Κύπρου 2013/2018, Έγγραφο Χ1 · Ενημερωτικό Δελτίο που εξέδωσε η Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου (ΜΑΚ) ημερομηνίας 30/04/2009, Έγγραφο Χ2 · Ενημερωτικό δελτίο που εξέδωσε η Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με την έκδοση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) ημερομηνίας 05/04/11, Έγγραφο Χ3 · Ενημερωτικό δελτίο αναφορικά με τα υποχρεωτικά Μετατρέψιμα Ομόλογα (ΥΜΟ) ημερομηνίας 12/01/12, Έγγραφο Χ4 · Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 16/07/08 για απόκτηση Μετατρέψιμων Χρεογράφων Έγγραφο Χ5.1 · Αίτηση των Εναγόντων για απόκτηση ΜΑΚ, ημερομηνίας 28/05/09, Έγγραφο Χ5.2 · Αίτηση των Εναγόντων για απόκτηση ΜΑΕΚ, ημερομηνίας 05/05/2011,Έγγραφο Χ5.3 · Αίτηση των Εναγόντων για μετατροπή των ΜΑΕΚ σε ΥΜΟ, ημερομηνίας 16/03/12, Έγγραφο Χ5.4 · Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς τους Ενάγοντες αναφορικά με την εφαρμογή των κανονιστικών διοικητικών πράξεων που εξεδόθησαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σύμφωνα με τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 όπου οι μετοχές των Εναγόντων υπέστησαν απομείωση κατ' εφαρμογή των διαταγμάτων που εξεδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως αρχή εξυγίανσης, ημερομηνίας 8/8/13, Έγγραφο Χ5.5 · Επιστολή Τράπεζας Κύπρου προς Ενάγοντες ημερομηνίας 4/9/15, Έγγραφο Χ5.6 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Ο ενάγοντας, για στοιχειοθέτηση της απαίτησής του, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος, κάλεσε δε επίσης και τον Παναγιώτη Θρασυβούλου. Ο ενάγοντας, ΜΕ1, υιοθέτησε γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Χ6, μέσω της οποίας ανέφερε ότι γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 2 που είναι η σύζυγος του να προβεί στην γραπτή δήλωση. Αφυπηρέτησε από την Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου το
- Η Ενάγουσα 2 η οποία είναι σύζυγός του ήταν κατά τον επίδικο χρόνο συνοδός παιδιών με ειδικές ανάγκες. Η μόρφωση και των δύο τους περιορίζεται στη γυμνασιακή. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, κατά ή περί το 2009 ο κουνιάδος του και αδελφός της συζύγου του τότε διευθυντής καταστήματος της Εναγόμενης 1 στην Λεωφόρο Μακαρίου στην Λάρνακα, κ. Ανδρέας Γιώρκας, (ΑΓ) τους πληροφόρησε για το σχέδιο των αξιογράφων και τους συμβούλευσε, τους ενθάρρυνε τους παρότρυνε και τους έπεισε να αγοράσουν αξιόγραφα. Ως κίνητρο τους ανέφερε ότι τα αξιόγραφα θα είχαν διάρκεια 5 χρόνων και κάθε εξάμηνο θα τους απέδιδαν 7% επιτόκιο. Τους διαβεβαίωσε ότι το σχέδιο ήταν για εκλεκτούς πελάτες που είχαν λεφτά και τους τόνισε ότι ήταν ένα σχέδιο που θα μπορούσαν να το αξιοποιήσουν πολύ λίγοι, μια ευκαιρία που δεν θα έπρεπε να χάσουν. Επίσης, ότι μια τέτοια αγορά συνιστούσε εξασφαλισμένο κεφάλαιο. Έτσι, τελικά, πείσθηκαν από τα όσα τους είπε ο ΑΓ, λόγω της εμπιστοσύνης που του είχε ο ίδιος επειδή ήταν κουνιάδος του, όσο και η Ενάγουσα 2, επειδή ήταν αδελφός της αλλά και λόγω της εμπιστοσύνης που είχαν στην Εναγόμενη 1, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης και συχνής, σχεδόν επί καθημερινής βάσεως, επαγγελματικής συνεργασίας τους για περίπου 30 χρόνια. Τελικά εμπιστεύθηκαν την Εναγόμενη 1 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους της και/ή τους διευθυντές της για το θέμα των αξιογράφων. Μάλιστα, τόσο στενή ήταν η σχέση του ΑΓ με αυτούς και τόσο τυφλή εμπιστοσύνη του είχαν που ο ΑΓ μετέφερε τα συμβόλαια στο σπίτι τους όπου τα υπέγραψαν στο πόδι χωρίς ο ΜΕ1 να τα διαβάσει. Δεν του δόθηκε αντίγραφο της αίτησης, ούτε και πληροφορήθηκε για οποιουσδήποτε κινδύνους. Ο ΑΓ ουδέποτε τους ανέφερε οτιδήποτε για πιθανούς κινδύνους, οτιδήποτε που να ρίχνει σκιές ή να δημιουργεί αμφιβολίες για το μέλλον των αξιογράφων. Αντίθετα, ο αντιπρόσωπος και/ ή υπάλληλος και/ή διευθυντής της Εναγόμενης 1, όπως ήταν ο ΑΓ στις συζητήσεις του μαζί τους περιορίστηκε να πει μόνο καλά λόγια για τα αξιόγραφα. Πρόσθεσε ότι ο ΑΓ γνώριζε ότι οι Ενάγοντες είχαν εισπράξει €300.000 από πώληση κτήματος. Με βάση τα πιο πάνω και χωρίς να έχουν ειδικές γνώσεις και/ή οποιαδήποτε γνώση αλλά βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του πιο πάνω αντιπροσώπου και/ή υπαλλήλου και/ή διευθυντή της Εναγόμενης 1, το 2009 αγόρασαν μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου αξίας €300.000 δίδοντας ως αντιπαροχή €300.000 μετατρέψιμα χρεόγραφα, χωρίς βέβαια να τους επεξηγηθεί από κάποιον ειδικό τί αγόραζαν. Παρέθεσε το ιστορικό των αγορών του ως ακολούθως : Α. Ημερομηνία παραχώρησης: 06/06/
- Είδος αξίας: Μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου. Λεπτομέρειες: Καταβολή ποσού €300.000 μετατρέψιμων χρεογράφων 2013/2018 ως αντιπαροχή για την έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου. Ποσό: €300.
- (αίτηση έγγραφο Χ5.2) Β. Ημερομηνία παραχώρησης: 18/05/
- Είδος αξίας: Μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου. Λεπτομέρειες: Καταβολή ποσού €300.000 μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου ως αντιπαροχή στην έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου. Ποσό: €300.
- (αίτηση έγγραφο Χ5.3) Αυτό έγινε, και πάλι, με προτροπή του ΑΓ ο οποίος κυριολεκτικά «στο πόδι» τους ζήτησε να υπογράψουν κάποια έγγραφα για να μετατρέψει τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου με το δικαιολογητικό ότι απλώς θα άλλαζαν τυπικά όνομα τα αξιόγραφα. Γ. Ημερομηνία παραχώρησης: 27/03/
- Είδος αξίας: Πλήρως πληρωθείσες μετοχές. Λεπτομέρειες: Εθελοντική ανταλλαγή ποσού €240.000 μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου με υποχρεωτικά μετατρέψιμα ομόλογα και αποπληρωμή τους με 320.000 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (Σχετικό έντυπο αποδοχής έγγραφο Χ5.4). Όλα τα πιο πάνω έγιναν με την προαναφερθείσα προτροπή. Κατά ή περί το 2012 η Εναγόμενη 1 έπαυσε να τηρεί την συμφωνία, να τους πληρώνει τόκους και να τους παρέχει οποιανδήποτε ενημέρωση σχετικά με το θέμα αυτό. Σύμφωνα με το ΜΕ1 ύστερα από την καταστροφή που έπαθαν ο ίδιος και η οικογένεια του, πληροφορήθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να τους είχε δώσει για σκοπούς μελέτης τους όρους της σύμβασης (και/ή το σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο) και να τους είχε ενημερώσει ότι το σχέδιο για τα αξιόγραφα αποτελούσε επενδυτικό προϊόν και, μάλιστα, υψηλού κινδύνου. Αυτά τα αγνοούσαν κατά το χρόνο αγοράς των αξιογράφων. Επίσης, πληροφορήθηκαν ότι τα άτομα που έδιναν τις υπηρεσίες και/ή συμβουλές αυτές θα έπρεπε να ήταν πιστοποιημένα και/ή εξουσιοδοτημένα και/ή δεόντως εκπαιδευμένα για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή να είχαν παρακαθήσει και πετύχει σε εξετάσεις και να ήταν εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο ως οι απαιτήσεις της Νομοθεσίας. Θα έπρεπε να είχαν τύχει της αναγκαίας εκπαίδευσης και να ήταν σε θέση να εξηγήσουν ορθά, ολοκληρωμένα, με τα θετικά και αρνητικά, με τα πιθανά κέρδη αλλά και κυρίως τις πολύ πιθανές απώλειες, τα χαρακτηριστικά και τους όρους έκδοσης των αξιογράφων. Εν πάση περιπτώσει, δεν τους εξήγησαν, ολοκληρωμένα, με τα θετικά και αρνητικά, με τα πιθανά κέρδη αλλά και κυρίως τις πολύ πιθανές απώλειες, τα χαρακτηριστικά και οι όροι έκδοσης των αξιογράφων. Δόλια και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή με σκοπό απάτης και/ή αμελώς, η Εναγόμενη 1 τους τόνισε τα θετικά χαρακτηριστικά των αξιογράφων - όπως για παράδειγμα το ψηλό επιτόκιο - χωρίς να αναφερθεί καθόλου στους κινδύνους που απέρρεαν και οι οποίοι ήταν πολύ πιθανοί. Πιστεύουν ότι σκόπιμα τους στοχοποίησε η Εναγόμενη 1 ως κατόχους σημαντικού ποσού και, συγχρόνως, ως άτομα τα οποία δεν είχαν τις ειδικές γνώσεις που ήταν αναγκαίες για να αντιληφθούν τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων. Αργότερα και μετά την ολοκλήρωση της μαζικής καταστροφής ο ΜΕ1 πληροφορήθηκε ότι οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή διευθυντές της Εναγόμενης 1 όφειλαν να αποφύγουν να επικοινωνήσουν, για την πώληση αξιογράφων, με απλούς καταθέτες όπως ο ίδιος, περιοριζόμενοι, αν ήθελαν, σε θεσμικούς επενδυτές. Όπως τον πληροφόρησαν οι δικηγόροι του και όπως έμαθε μετά την οικονομική τους καταστροφή εξαιτίας της εξαφάνισης πλέον των χρημάτων τους με την εξαφάνιση των αξιογράφων, η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να τους είχε ενημερώσει και να τους δώσει αναλυτικές πληροφορίες και για τους κινδύνους μίας τέτοιας αγοράς από δεόντως και κατάλληλα εκπαιδευμένα άτομα. Αντιθέτως, κανένα εκπαιδευμένο και/ή πιστοποιημένο άτομο, δεν τους παρέσχε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 πληροφόρηση σχετικά με το πιο πάνω θέμα. Προέβηκαν στις πιο πάνω ενέργειες χωρίς να έχουν ειδικές γνώσεις και/ή οποιανδήποτε γνώση αλλά βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του ΑΓ εκ μέρους της Εναγομένης 1 και στην πολυετή σχέση εμπιστοσύνης. Θεωρούν ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε στη βάση παραβίασης της νομοθεσίας και/ή λόγω παραβίασης συμφωνίας και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης και της σχέσης τους με την Εναγόμενη 1 και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους υπαλλήλους της και/ή τους διευθυντές της και/ή λόγω ψυχικής πίεσης και/ή λόγω απάτης της Εναγόμενης 1 και/ή λόγω δόλου με μόνη πρόθεση της Εναγόμενης 1 να αποσπάσει όσο περισσότερα χρήματα μπορούσε από αυτούς, εφόσον γνώριζε ότι είχαν καταθέσεις και θα μπορούσε να τους παρασύρει για να τις διαθέσουν και επειδή γνώριζε, επίσης, ότι καμιά γνώση δεν είχαν αναφορικά με το τι ήταν το σχέδιο που τους είχε προτείνει και το τι θα μπορούσε να προκύψει από αυτό το σχέδιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και επειδή η Εναγόμενη 1 τους παραπλάνησε, παραβίασε το καθήκον της για τη συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, τους εξαπάτησε και τους αποστέρησε ένα σημαντικό ποσό χρημάτων εκμεταλλευθείσα την πολύ στενή επαγγελματική σχέση και τη σχέση εμπιστοσύνης που είχαν ζήτησαν από του δικηγόρους τους να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή, εναντίον της Εναγόμενης 1 και οποιωνδήποτε άλλων υπευθύνων που δεν προέβηκαν στις απαραίτητες ενέργειες για να αποτρέψουν την Εναγόμενη 1 από τις παράνομες αυτές ενέργειες διεκδικώντας ως οι αξιώσεις τους που εκτίθενται στην παράγραφο 15 Α-ΣΤ της αγωγής. Ο ΜΕ1 πρόσθεσε ότι λόγω του γεγονότος ότι στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με αγορά και πώληση μετοχών ήταν διστακτικός την πρώτη φορά που τον προσέγγισε ο ΑΓ και επιθυμούσε τα χρήματα του να είναι σε Ευρώ. Κατόπιν της επανειλημμένης πίεσης από τον κουνιάδο του προχώρησε στην αγορά χρεογράφων. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είχε στο παρελθόν λογαριασμούς τακτής προθεσμίας (γραμμάτια) με την τράπεζα. Το επιτόκιο που απέδιδαν οι εν λόγω λογαριασμοί εμπρόθεσμης κατάθεσης, όπως είπε, ήταν χαμηλότερο από αυτό που απέδιδαν οι επίδικες αξίες. Είχε στο παρελθόν συνάψει σύμβαση δανείου με την τράπεζα για € 100.000 για εξωραϊσμό της κατοικίας του. Δεν διάβασε την συμφωνία δανείου που υπέγραψε, επειδή το πρόσωπο στην παρουσία του οποίου υπέγραψε, ήταν σε αυτόν οικείο, δηλαδή ο ΑΓ και θεωρούσε γι' αυτό το λόγο ότι οι διαδικασίες ήταν απλές. Δεν θυμόταν αν έδωσε εξασφάλιση γι' αυτό το δάνειο. Σε σχέση με τα ΜΑΚ του 2009 το μόνο που τον ενδιέφερε από τα όσα του είπε ο ΑΓ ήταν το ύψος του επιτοκίου. Σίγουρα το ψηλό επιτόκιο - και το εξασφαλισμένο κεφάλαιο - ήταν ο λόγος που προέβη στην αγορά. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι μετά το κούρεμα του 2013, ο ΑΓ του είχε πει ότι κάποιοι μέσα στην τράπεζα, το 2008, «προείδαν ότι επέρχετουν πρόβλημα στην Τράπεζα Κύπρου». Ο λόγος που ο ΜΕ1 δεν ανέφερε τα χρεόγραφα που αγόρασε το 2008 στην δήλωση του ήταν γιατί, όπως είπε, θεώρησε ότι είναι λεφτά. Δέχθηκε όμως ότι αυτά αντάλλαξε για να τα μετατρέψει σε ΜΑΚ, μετέπειτα σε ΜΑΕΚ, και σε ΥΜΟ. Ερωτηθείς, απάντησε πως δεν θυμόταν να ξαναγόρασε αξιόγραφα της τράπεζας πιο παλιά. Του υποδείχθηκε η αγορά χρεογράφων που έκανε το 1996 με βάση το Τεκμήριο 1 στο οποίο αναγνώρισε την υπογραφή του ιδίου και της συζύγου του. Αναγνώρισε επίσης και την υπογραφή του στην εξουσιοδότηση ημερ. 02.12.1996 (Τεκμήριο 2). Αναγνώρισε επιπλέον και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 στην διαδικασία δέσμη τριών εγγράφων που δεικνύει την μετατροπή των εν λόγω χρεογράφων του 1996 που είχε εκδώσει η Εναγομένη 1, σε μετοχές της Τράπεζας το 1999, στο ΧΑΚ, μέσω χρηματιστή. Κανένα δε παράπονο δεν εξέφρασε για την περίοδο εκείνη, προς την Τράπεζα. Ο ΜΕ1 συμφώνησε με τις θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι και οι 4 αιτήσεις Έγγραφα Χ
- 1- 4 είναι μονοσέλιδα έγγραφα με τίτλο με κεφαλαία γράμματα και ότι η κάθε αίτηση περιέχει τέσσερεις παραγράφους. Παραδέχθηκε ότι υπέγραψε τις εν λόγω αιτήσεις χωρίς να ξέρει τους όρους και χωρίς να διαβάσει τα ενημερωτικά δελτία που εκδόθηκαν για κάθε έκδοση. Δεν θεώρησε αναγκαίο να τα διαβάσει, υπέγραψε με τυφλή εμπιστοσύνη που είχε στον κουνιάδο του, όπως είπε. Στη συνέχεια, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε, ότι όπως έμαθε αργότερα από την CISCO είχε πουλήσει μέσω χρηματιστηρίου, (πριν προλάβει να μετατρέψει το σύνολο των ΜΑΕΚ που κατείχε σε ΥΜΟ/μετοχές), 60.000 ΜΑΕΚ. Γι' αυτό όταν μετέτρεψε τα ΜΑΕΚ του σε ΥΜΟ, ο αριθμός τους ήταν 240.000 (και πήρε δώρο ακόμα 80.000 μετοχές έτσι οι μετοχές του ανήλθαν στον συνολικό αριθμό των 320.000 μετοχών της Τράπεζας). Ο λόγος που μετέτρεψε εν τέλει τα ΜΑΕΚ του σε ΥΜΟ/μετοχές ήταν διότι όπως παραδέχθηκε, ο ΑΓ του είχε πει ότι ήταν μια καλή επιλογή και δελεάστηκε από τις μετοχές που θα του παραχωρούντο ως δώρο. Είχε επομένως από μόνος του πωλήσει μέρος των ΜΑΕΚ που κατείχε, μέσω του Χρηματιστηρίου και στην συνέχεια μετέτρεψε το σύνολο της επένδυσης του, από ΜΑΕΚ σε μετοχές, καθιστώντας τον ίδιο και τη σύζυγο του μετόχους της Τράπεζας. Σε ερώτηση κατά πόσον η Τράπεζα σταμάτησε ποτέ να τους καταβάλλει τόκους ως αποτέλεσμα της επένδυσης τους σε χρεόγραφα/αξιόγραφα, απάντησε ότι σταμάτησε να πληρώνεται τόκους που ήταν περίπου 7% όταν οικειοθελώς μετέτρεψαν οι ίδιοι τα αξιόγραφά τους σε ΥΜΟ/μετοχές. Ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι το ποσοστό του τόκου που κέρδιζε καταβαλλόταν σε αυτούς ανά εξαμηνία με επιταγή. Όταν επήλθε το «κούρεμα» του Μάρτη του 2013, ήτοι η εφαρμογή των σχετικών ΚΔΠ που εξέδωσε η ΚΤΚ ως αρχή εξυγίανσης αλλά και της σχετικής Νομοθεσίας για την διάσωση με ιδία μέσα της Τράπεζας Κύπρου, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι οι ενάγοντες ήταν μέτοχοι της Εναγόμενης
- Ο μάρτυρας παραδέχτηκε επίσης ότι και στο παρελθόν έχει επενδύσει σε παρόμοιες αξίες αλλά και σε μετοχές. Κάποτε κέρδιζε και κάποτε έχανε. Ο μόνος που ζημίωσε είναι αυτός και η οικογένειά του. Μάλιστα παραδέχθηκε ότι κανένας δεν τον προέτρεψε στο παρελθόν να επενδύσει σε μετοχές. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του, αναφορικά με το διάστημα Μάρτη του 2012 (που μετέτρεψε τα ΜΑΕΚ του σε μετοχές, αφού είχε ήδη πωλήσει μέσω Χρηματιστηρίου 60.000 ΜΑΕΚ) και Μάρτη του 2013 (που επήλθε το κούρεμα) ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι προέβη σε σειρά με αγοραπωλησίες μετοχών της τραπέζης που κατείχε ( Βλ.Τεκμήριο 6). Επίσης είχαν πωλήσει και rights που τους είχαν παραχωρηθεί από την τράπεζα (εκτός από μετοχές και αξιόγραφα). Με βάση δε το Τεκμήριο 7, προκύπτει αγορά και απόκτηση από τους ενάγοντες αξιογράφων κατά την 03.12.1996 και μεταγενέστερα πώληση/ανταλλαγή σε μετοχές της Τράπεζας κατά το
- Στο Τεκμήριο 8, φαίνεται η συμπεριφορά των Εναγόμενων και το πλούσιο και ενεργό επενδυτικό τους προφίλ, στην αγορά και πώληση μετοχών διαμέσου του ΧΑΚ (στην δευτερογενή αγορά). Μάλιστα διαφαίνεται ότι χρησιμοποίησαν και χρηματιστηριακό γραφείο για τις δοσοληψίες τους (broker), στην πρώτη στήλη του εν λόγω τεκμηρίου. Ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι μαζί με τον κουνιάδο του, έχουν αγοράσει ακίνητη ιδιοκτησία. Ανέφερε ότι εκ της θέσεως του ως διευθυντής υποκαταστήματος της τραπέζης, είχε κάποια περισσότερη εμπειρία σε τομείς όπως αυτόν. Παραδέχθηκε επίσης πως με την CISCO που είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης 1 και παρέχει επενδυτικές συμβουλές και υπηρεσίες, έχει συνεργαστεί ξανά και αγόρασε και πώλησε μετοχές μαζί τους. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν είδε ποτέ του τα ενημερωτικά δελτία που εκδόθηκαν από την τράπεζα για κάθε έκδοση των επίδικων αξιών. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν το κέρδος από την αγορά και πώληση των μετοχών και το επιτόκιο που θα λάμβανε. Ανέφερε ότι ο ΑΓ, τον ενθάρρυνε να προβεί στην αγορά αξιογράφων. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε τα σχέδια. Αποφάσισε να μετατρέψει τις επίδικες αξίες σε μετοχές, αφού του είπε ο ΑΓ ότι είναι πολύ καλό το σχέδιο και θα είχε και 80.000 μετοχές μπόνους. Αποφάσισε να τα κάνει μετοχές, νομιζόμενος ότι θα κέρδιζε. Σύμφωνα με τη θέση του ευθύνεται η Τράπεζα για τη ζημιά του επειδή όπως του είπε ο κουνιάδος του εκ των υστέρων, οι τραπεζίτες γνώριζαν ότι η τράπεζα θα κατέρρεε και του το απέκρυψαν. Σε υποβολή ότι είχε αντιληφθεί πλήρως την επένδυση που έκανε απάντησε ότι δεν γνώριζε για τα χρεόγραφα, αξιόγραφα ή μετοχές. Δεν ήταν επενδυτής και δεν κατείχε το θέμα όταν αγόραζε και πουλούσε μετοχές. Ο ΜΕ2 είναι, ως ανέφερε, εγκεκριμένος λογιστής και ελεγκτής και σύμβουλος αφερεγγυότητας. O ΜΕ2 εξήγησε ότι τα αξιόγραφα είναι πρωτογενή κεφάλαια, τα οποία η Τράπεζα Κύπρου έκδωσε το 2009 και το
- Η απόφαση της Τράπεζας Κύπρου να εκδώσει τα εν λόγω αξιόγραφα είχε στόχο να εστιάσει στις καταθέσεις των κατόχων και κατόπιν και για κάποιους άλλους, τους κατόχους των χρεογράφων. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, το 2009 μέχρι και το 2011 οι τράπεζες στην Κύπρο είχαν ανεπάρκεια κεφαλαίου. O τρόπος για να μειωθούν αυτές οι οφειλές και να βελτιωθούν οι δείκτες με βάση τους οποίους αξιολογούνται οι τράπεζες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήταν οι καταθέσεις ή τα χρεόγραφα τα οποία οι τράπεζες όφειλαν στους κατόχους. Τα χρεόγραφα είναι δευτερογενή κεφάλαια, τα οποία συνιστούν οφειλές, οι οποίες έπρεπε να πληρωθούν από την τράπεζα. Οπόταν σε περίπτωση κατάρρευσης μίας εταιρείας, προηγούνται τα χρεόγραφα ως δευτερογενή και μετά τα αξιόγραφα που είναι πρωτογενή. Το 2009 εκδόθηκε το ενημερωτικό δελτίο με βάση το οποίο εκδόθηκαν περίπου 645 εκατομμύρια ενός ευρώ αξίας αξιόγραφα. Σύμφωνα με το ΜΕ2 στο Έγγραφο Χ3, στη σελίδα 41, «Παράγοντες Κινδύνου» αναφέρεται ότι «δεν είναι τα ΜΑΕΚ κατάλληλα για όλους τους επενδυτές» και γίνεται παραπομπή σε έξι σημεία. Ήταν η γνώμη του ότι ο γενικός κανόνας διασποράς κινδύνου ενός επενδυτή, είναι να πετυχαίνεται διασπορά της επένδυσής του, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο τον κίνδυνο αν καταρρεύσει μια επένδυση, να μην καταρρεύσει ολόκληρο το επενδυτικό του κεφάλαιο. Σε περίπτωση που ένας επενδυτής, τον οποίο έχει πλησιάσει η Τράπεζα Κύπρου μετέτρεψε όλο το ποσό των χρεογράφων του σε ΜΑΕΚ, δεν του έχει επιτραπεί να διασπείρει τον κίνδυνό του. Στη σελίδα 46 του δελτίου, ημερομηνίας 05/04/2011, Έγγραφο Χ3, «Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητας Κατάταξης, σε περίπτωση διάλυσης», φαίνεται ότι οι κάτοχοι χρεογράφων που καταλήξαν με αξιόγραφα, υπέπεσαν σε χαμηλότερη κατάταξη, από δευτερογενή σε πρωτογενή κεφάλαια. Θεωρεί ότι δεν μπορούσε ένας συνηθισμένος άνθρωπος, χωρίς γνώσεις, να διαπιστώσει ότι χειροτέρευσε τη θέση του με βάση την προτροπή της Τράπεζας Κύπρου. Όσον αφορά τους παράγοντες κινδύνου, προστέθηκε μία φράση που δεν υπήρχε στο δελτίο του 2009, στο σημείο 4, του δελτίου του 2011, Έγγραφο Χ
- Γίνεται αναφορά στην περίπτωση που τα ΜΑΕΚ μετατραπούν σε μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Βιωσιμότητας και στον κίνδυνο οι κάτοχοι να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσης τους. Με αναφορά σε άρθρο του Stockwatch, ημερομηνίας 12/09/20 ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι η δανειοδότηση από τη Ρωσία στην Κύπρο, για κάλυψη της ανεπάρκειας κεφαλαίων των τραπεζών ήταν γνωστή από την Τράπεζα Κύπρου το διάστημα που εκδόθηκε το ενημερωτικό δελτίο 05/04/2011,Έγγραφο Χ
- Υπήρχαν, σύμφωνα με τον ΜΕ2, και άλλες διαφορές μεταξύ των δελτίων της έκδοσης του 2009 και του 2011 που αναφέρει η Τράπεζα σχετικά με θέματα ανεπάρκειας κεφαλαίου και που δείχνουν ότι διάστημα που εκδίδονταν τα ΜΑΕΚ, γνώριζαν ότι πιθανόν η ανεπάρκεια κεφαλαίου θα τους κτυπούσε την πόρτα. Ο ΜΕ2 υποθέτει ότι προκειμένου να απαλλαγούν από τις οφειλές τους και να διορθώσουν τους δείκτες τους, θα τους επιτρεπόταν βάσει του δελτίου, να μηδένιζαν την πληρωμή τόκων και την αξία των αξιογράφων πετυχαίνοντας πρόωρο κούρεμα χρεογράφων και καταθέσεων. Στην σελίδα 23 του δελτίου 2011, Έγγραφο Χ3 κάτω από τον τίτλο «Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου» φαίνονται οι λόγοι που έγινε το κούρεμα. Επίσης στη σελίδα 34, του ίδιου Ε/Δ αναφέρεται ότι το συγκρότημα δύναται να επηρεαστεί αρνητικά από τον κίνδυνο επιδείνωσης της οικονομικής ευρωστίας άλλων ιδρυμάτων τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικά προβλήματα ρευστότητας που υποδεικνύει με βάση τη δική του ερμηνεία ότι η Τράπεζα Κύπρου γνώριζε την πιθανότητα να ακυρώσει τα ΜΑΕΚ. Όπως ο ΜΕ2 είπε χαρακτηριστικά, «Είναι σαν να ξέρω ότι θα πάθω καρδιακή προσβολή και πηγαίνω και κάνω ασφάλεια». Υπάρχει επίσης αναφορά σε προαιρετική και υποχρεωτική πληρωμή τόκων στο ίδιο Ε/Δ που, με βάση τη θέση του, δεικνύει ότι ίσως η Τράπεζα Κύπρου να ήθελε να υπεραμυνθεί ότι το ανέφερε στο δελτίο. Με αναφορά στη Σελίδα 22, «Επιτόκιο σε Ευρώ», στο Έγγραφο Χ3 ο ΜΕ2 ανέφερε ότι σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, που θα έφεραν επιτόκιο 6,5% τα ΜΑΚ είχαν επιτόκιο 5,5%. Ο λόγος που δεν εκδόθηκαν ξανά ΜΑΚ αλλά ΜΑΕΚ ήταν ότι η Τράπεζα ήθελε να αυξήσει το κόστος της από 5,5% σε 6,5% ή να μετατρέψει τα ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ προσφέροντας μια μικρή αύξηση επιτοκίου, προκειμένου να εκχωρήσει τους κινδύνους που δεν συμπεριλάμβανε το δελτίο του
- Εξήγησε ότι εκδόθηκαν τα ΜΑΚ για 645 εκατομμύρια ευρώ και τα ΜΑΕΚ για 1,3 δισ. Άρα, η άδεια που έλαβε η Τράπεζα Κύπρου για την έκδοσή τους, στο 1,3 δισ. στόχευε στη μετατροπή των ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ και για να πείσει τους κατόχους των ΜΑΚ να δεχτούν να μετατρέψουν σε ΜΑΕΚ, ψήλωσε το επιτόκιο κατά 1% και λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συμπεριλάμβανε το δελτίο του 2011, ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε πιθανότητα να μην πληρωθούν καθόλου οι τόκοι, κάτι που ήδη έγινε. Πρόσθετα ο ΜΕ2 έκανε αναφορά στη σελίδα 38 του Εγγράφου Χ2 η οποία αναφέρεται σε αβεβαιότητα ως προς τη διαπραγμάτευση των μετατρέψιμων χρεογράφων που δεν θα ανταλλαχθούν. Η Τράπεζα Κύπρου σε αυτήν την παράγραφο προτρέπει και κινδυνολογεί ότι όσοι δεν θα αλλάξουν τα χρεόγραφα σε αξιόγραφα, δέον η τιμή των χρεογράφων, να χαμηλώσει. Η Τράπεζα, σύμφωνα με το ΜΕ2, παρείχε εδώ συμβουλευτικές υπηρεσίες όπως και σε σχέση με τη σελίδα 51 όπου προτρέπει τους κατόχους να καταλήξουν με τα ΜΑΕΚ. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ2 είπε πως διάβασε τα Ε/Δ και κατέληξε σε κάποια πιθανά συμπεράσματα. Σε ερώτηση κατά πόσο τα ενημερωτικά δελτία για τις εκάστοτε εκδόσεις χρεογράφων, ΜΑΚ, ΜΑΕΚ, απευθύνονταν στο ευρύ επενδυτικό κοινό απάντησε ότι ο κάτοχος τα αγόραζε στην πρώτη έκδοση απευθείας από την Τράπεζα Κύπρου, και όχι από το χρηματιστήριο. Σε ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει ότι οι Ενάγοντες είχαν πολύ ενεργό επενδυτικό προφίλ και ότι το 1996 είχαν αγοράσει μετατρέψιμα χρεόγραφα λήξης του 2003, τα οποία μετάτρεψαν σε μετοχές της Τράπεζας το 1999 απάντησε ότι αν ο κάτοχος των αξιογράφων δραστηριοποιήθηκε στο παρελθόν με αγοραπωλησίες αξιών στο χρηματιστήριο, αυτό είναι μια αγορά (market) που θα μπορούσε να εισέλθει κάποιος με τον χρηματιστηριακό του ως σύμβουλο, σε αντίθεση με τα αξιόγραφα τα οποία ο κάτοχος τα αγόρασε απευθείας από τα ταμεία της Τράπεζας Κύπρου ανταλλάσσοντας τα χρεόγραφα του, τα οποία συνέχιζαν να αγοραπωλούνται στην αγορά του χρηματιστηρίου και θα μπορούσε να τα ρευστοποιήσει ως δευτερογενή κεφάλαια με αξίες, ενώ τα ΜΑΕΚ με τα οποία έχει καταλήξει, δεν μπορεί σήμερα να τα ρίξει πίσω είτε στο χρηματιστήριο, είτε σε οποιανδήποτε αγορά και να πάρει έστω και 1 cent. Ο κάτοχος δεν έχει κάνει την κατάλληλη διαχείριση κινδύνου του, σε επενδυτικό πλάνο. Εφόσον η Τράπεζα Κύπρου με το συμβουλευτικό κείμενο και την προτροπή που αναγράφεται στα δελτία, αλλά και από ό,τι νομίζει, η προτροπή γινόταν απευθείας, πρόσωπο με πρόσωπο στους επισκέπτες των τραπεζών με το tender, το οποίο δεν έπρεπε καθόλου να πέφτει στα χέρια ανυποψίαστων κατόχων χρεογράφων ή καταθετών. Ήταν η θέση του ότι οι κάτοχοι των χρεογράφων, με προτροπές της Τράπεζας Κύπρου κατέληξαν κάτοχοι ΜΑΕΚ, με τα οποία έχασαν όλα τα λεφτά τους. Σε ερώτηση κατά πόσο αν έμεναν με χρεόγραφα του 2008, θα ήταν ασφαλείς απάντησε ότι δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι έγιναν ΜΑΕΚ και χάθηκαν τα λεφτά. Τα χρεόγραφα μπορούσαν να πωληθούν σε πρωτύτερο χρόνο, από τη μετατροπή τους σε αξιόγραφα και ο επενδυτής να είχε τη ρευστότητα και τα κεφάλαια πίσω στην τσέπη του. Σε υποβολή ότι αν οι κάτοχοι έμεναν με τα χρεόγραφα του 2008 με την έλευση του κουρέματος και την εφαρμογή των διαταγμάτων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία ενεργούσε ως Αρχή Εξυγίανσης τον Μάρτιο του 2013 θα κουρεύονταν όπως τα ΜΑΚ, και τα ΜΑΕΚ απάντησε πως δεν γνωρίζουμε πώς θα αντιδρούσε ο κάτοχος των αξιογράφων πριν από το κούρεμα, δηλαδή εάν θα απαλλασσόταν από τα χρεόγραφα πουλώντας τα. «Είναι σαν να σου λέω ότι εάν δεν αγόραζες αυτοκίνητο εν θα εττουμπάρισκες. Εάν δεν μετάτρεπες, πάλε θα έχανες τα λεφτά σου, εδώ εξετάζεται φαντάζομαι το θέμα του κατόχου των ΜΑΕΚ, από τα οποία έχασε τα λεφτά του. Και επιπρόσθετα, οδηγήθηκε με το Α ή Β τρόπο, οδηγήθηκαν στο να χάσουν τα λεφτά τους», είπε χαρακτηριστικά. Σε υποβολή ότι η ωρίμανση των χρεογράφων του 2008 ήταν με τη λήξη της πενταετίας από την έκδοση τους απάντησε πως δεν γνωρίζει. Σε υποβολή ότι η λήξη τους, θα επέρχετο μετά τον Μάρτη του 2013 που έγινε το κούρεμα απάντησε ότι τα χρεόγραφα θα μπορούσαν να εξαγοραστούν από την τράπεζα σε περίοδο μετά την έκδοση του πρώτου αξιογράφου ΜΑΚ, το οποίο έγινε το
- Συνεπώς, η τράπεζα με την προώθηση των αξιογράφων νωρίτερα της εξαγοράς των χρεογράφων, επετύγχανε την απαλλαγή των οφειλών της προς τους κατόχους των χρεογράφων. Γι' αυτό και τα ΜΑΚ ήταν ελκυστικότερα, για σκοπούς επιτοκίου αλλά έκρυβαν τους κινδύνους που ανέφερε αλλά και τη χειρότερη θέση που είχαν στην κατάταξη. Επίσης, σύμφωνα με το μάρτυρα, ο κάτοχος χρεογράφων εκείνη την περίοδο και μέχρι το τέλος της περιόδου εξαγοράς, δεν γνωρίζουμε πώς θα αντιδρούσε. Του ζητήθηκε να υποδείξει επί του πληροφοριακού μνημονίου που συνετάχθη αναφορικά με τα χρεόγραφα έκδοση 2008, πού διαφαίνεται ότι η τράπεζα είχε δικαίωμα εξαγοράς αυτών, πριν την πενταετία, και μετά την έκδοση των ΜΑΚ του 2009 και απάντησε ότι τα χρεόγραφα του 2008 θα μπορούσαν να εξαγοραστούν στην πενταετία. Δέχθηκε ότι πριν την έλευση της πενταετίας από εκδόσεως των χρεογράφων του 2008, μεσολάβησε το κούρεμα του Μάρτη του
- Σε σχέση με το ζήτημα της επενδυτικής συμβουλής ήταν η θέση του ότι κατά τη συμπλήρωση της αίτησης η τράπεζα ουσιαστικά επίτρεπε στους αιτητές να αιτηθούν μια κινητή αξία της οποίας δεν γνώριζαν τους κινδύνους. Η προτροπή και η συμβουλευτική της τράπεζας καθορίζεται τόσο εγγράφως στα δελτία, όσο και από μαρτυρίες που ακούγονται από τα Μ.Μ.Ε. Ο ίδιος, ως ανέφερε, δεν άκουσε από τραπεζίτη να προωθεί τα αξιόγραφα. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι γνωρίζει ότι τον Μάρτη του 2013, όταν έγινε το κούρεμα, οι Ενάγοντες 1 και 2 ήταν μέτοχοι της τράπεζας αλλά υπήρχε ο φόβος ότι τα ΜΑΕΚ θα είχαν μηδενική αξία συνεπώς ως εγκλωβισμένοι κάτοχοι των αξιογράφων αναγκάστηκαν να τα κάνουν μετοχές. Σε υποβολή ότι σταμάτησαν να καταβάλλονται τόκοι από την Τράπεζα στις 30/06/2012 και ότι μέχρι την ημερομηνία που οι Ενάγοντες μετέτρεψαν τα ΜΑΕΚ τους σε μετοχές έπαιρναν τους τόκους τους απάντησε ότι η Τράπεζα Κύπρου μπορούσε να προχωρήσει σε αναγκαστική μετατροπή τους χωρίς να καθορίσει τον τρόπο μετατροπής τους. Σε υποβολή ότι οι Ενάγοντες μετέτρεψαν οικειοθελώς τα ΜΑΕΚ τους σε μετοχές απάντησε ότι πιθανολογεί ότι υποχρεώθηκαν από τις καταστάσεις να προχωρήσουν ή να αποδεχτούν τη μετατροπή. Η θέση του βασίζεται στο ότι το hair cutting του 2022 (ή 2011 ή 2012 όπως το διόρθωσε) των ομολόγων της Τράπεζας (1.7 δις), η δανειοδότηση από τη Ρωσία και οι κακές αξιολογήσεις των κυπριακών τραπεζών θορύβησαν τους κατόχους αξιογράφων. Σε υποβολή ότι το κούρεμα των ΟΕΔ έγινε το 2008 απάντησε ότι η Τράπεζα το αναγνώρισε το
- Σε υποβολή ότι οι τόκοι, όπως προελέχθη καταβάλλονταν κανονικά στους Ενάγοντες πριν μετατρέψουν τα χρεόγραφα τους σε μετοχές ήταν της άποψης ότι η Τράπεζα σχεδίασε δόλια τα ΜΑΕΚ για να απαλλαγεί από τους τόκους και να βελτιώσει τη θέση της. Στη συνέχεια ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν ακολούθησε τα εγκριμένα από την Κεφαλαιαγορά δελτία και ότι το κούρεμα του 2013 έγινε λόγω κακοδιαχείρισης της. Αρνήθηκε υποβολή του συνηγόρου ότι είναι προκατειλημμένος. Σε υποβολή ότι η ζημιά των Εναγόντων προήλθε από το κούρεμα και ότι αντιλαμβάνονταν τις επενδύσεις τους απάντησε ότι δεν είχαν γνώσεις για επενδύσεις. Ο ΜΕ1 είχε τελειώσει κλασσικό λύκειο. Έπρεπε δε σύμφωνα με το Ε/Δ να συνοδεύεται από οικονομικό σύμβουλο. Σε υποβολή ότι οι Ενάγοντες υπέγραψαν στα Έγγραφα Χ5.1-Χ5.4 ότι αντιλαμβάνονταν τους παράγοντες κινδύνου απάντησε ότι οι αιτήσεις δεν έπρεπε να τους είχαν δοθεί με βάση το Ε/Δ του 2011 στο οποίο εισήχθησαν οι παράγοντες κινδύνου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ Η Στάλω Κουμίδου, Μ.Υ.1 ήταν η μοναδική μάρτυρας για την Τράπεζα. Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στη θυγατρική της εταιρεία, CISCO (η οποία είναι εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο τμήμα επενδυτικής Τραπεζικής. Η CISCO ήταν υπεύθυνη της έκδοσης των Ενημερωτικών δελτίων. Το 2016 ανέλαβε τη θέση διευθύντριας του εν λόγω τμήματος, ενώ αποχώρησε το
- H MY1 δεν ήταν γνώστης, ως ανέφερε, των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με το έτος 2012 και τη μετατροπή ΜΑΕΚ σε μετοχές του εκδότη των αξιών υπήρχε η έκδοση από την Τράπεζα Κύπρου για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, η οποία εμπεριείχε το δικαίωμα σε κατόχους ΜΑΕΚ, να τα ανταλλάξουν εθελοντικά με μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και να μετατραπούν και κάποιες μετοχές ως bonus. Αν ένας κάτοχος ΜΑΕΚ ήθελε να συμμετέχει στη διαδικασία, βάσει των όρων έκδοσης θα έπρεπε να συμπληρώσει και να υπογράψει αίτηση με το ποσό που θα ήθελε να μετατρέψει, εθελοντικά, η οποία θα έπρεπε να παραληφθεί από τον εκδότη. Σε σχέση με τη μεταφορά των χρεογράφων από τον ΜΕ1 σε κοινή μερίδα με τη σύζυγό του ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι για να μεταφερθούν οποιεσδήποτε αξίες, σε άλλο πρόσωπο έπρεπε να γίνει σχετική αίτηση στον χειριστή τους, για να τις μεταφέρει στο ΧΑΚ και στη συνέχεια στον εκδότη, για να καταγραφεί στο αρχείο του. Πρέπει δε να υπάρχει ενεργός λογαριασμός μερίδας. Δηλαδή, για να γίνει μεταφορά, θα έπρεπε να υπάρχει ή να ανοιχτεί, εάν δεν υπήρχε, επενδυτική μερίδα στους δύο κατόχους για τον κοινό λογαριασμό και να ενεργοποιηθεί στο ΧΑΚ. Σε σχέση με το Τεκμήριο 6, ιστορικό κίνησης του λογαριασμού της μερίδας των Εναγόντων, στο οποίο διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες πώλησαν αξίας € 60.000 ΜΑΕΚ, αφού μετέτρεψαν € 240.000 ΜΑΕΚ σε ΥΜΟ η ΜΥ1 εξήγησε ότι τα ΜΑΕΚ, διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Για να εκτελεστεί η πράξη αγοραπωλησίας πρέπει να δοθεί οδηγία στον χειριστή ( broker), για να εκτελέσει στη συγκεκριμένη περίπτωση πώληση του αριθμού των μετοχών που ήθελε ο κάτοχος. Για να εκτελεστεί η εντολή στην αγορά του χρηματιστηρίου, ο άλλος τρόπος που μπορούσε να γίνει η πράξη, είναι να την εκτελούσε ο ίδιος ο κάτοχος μέσω της πλατφόρμας του broker του, με τοποθέτηση εντολής από τον ίδιο, διαδικτυακά. Οι πράξεις στο Τεκμήριο 6 έγιναν μετά την έκδοση του ενημερωτικού δελτίου, πριν να γίνει η αποδοχή από τον κάτοχο των εναπομεινάντων ΜΑΕΚ. Δέχθηκε ότι οι Ενάγοντες, πώλησαν στο πάτωμα του ΧΑΚ, από μόνοι τους, αξίες € 60.000 ΜΑΕΚ. Δέχθηκε επίσης ότι ο ΜΕ1 από μόνος του, τον Οκτώβρη του 2008 μετέφερε τα χρεόγραφα που είχε αποκτήσει προ ολίγων μηνών από τη δική του επενδυτική μερίδα, σε κοινή επενδυτική μερίδα που είχε ή άνοιξε με τη σύζυγό του, μέσω broker. Με βάση αυτό το ιστορικό υπήρχε αντίληψη όσον αφορά την αγορά και την πώληση αξιών σε μια χρηματιστηριακή αγορά. Σε σχέση με τα ενημερωτικά δελτία του 2008 - 2012, Έγγραφα Χ 1- Χ 4 εξήγησε το ιστορικό σύνταξης και έκδοσης αυτών από τη CISCO. Ο σκοπός των δελτίων είναι να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες γιατί απευθύνονται σε οποιονδήποτε επενδυτή, ανεξαρτήτου επιπέδου γνώσεων. Οποιαδήποτε δημόσια προσφορά αξιών στη Δημοκρατία, πρέπει να γίνεται με τη σύνταξη και έγκριση ενημερωτικού δελτίου, με βάση τη νομοθεσία. Τα δελτία εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Η νομοθεσία απαιτεί να αναρτώνται στην ιστοσελίδα του εκδότη, του αναδόχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της χρηματιστηριακής αγοράς, το ΧΑΚ. Επίσης, υπήρχαν σε έντυπη μορφή στα καταστήματα της τράπεζας. Τα Τεκμήρια 10 και 11 τα οποία στάλησαν στην οικία των Εναγόντων, ως κάτοχοι χρεογράφων σε σχέση με τα ΜΑΚ του 2009 και ως κάτοχοι ΜΑΚ του 2009 αναφορικά με τα ΜΑΕΚ του 2011 είναι οι οκτασέλιδες επιστολές, οι οποίες αποστέλλονταν με την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου, στις εγγεγραμμένες διευθύνσεις των κατόχων των αξιών μαζί με τις προαπαιτούμενες αιτήσεις για συμμετοχή. Ήταν έντυπα τα οποία περιείχαν περιληπτικά τους όρους μέσα από κομμάτια του ενημερωτικού δελτίου και έτυχαν έγκρισης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, για σκοπούς ενημέρωσης. Ο λόγος αποστολής τους ήταν γιατί οι υφιστάμενοι εκδομένοι τίτλοι μπορούσαν να ανταλλαχθούν για συμμέτοχη στη νέα έκδοση. Οι προτυπωμένες αιτήσεις που στάλθηκαν ήταν μονοσέλιδες. Είχαν τις αναφορές που απαιτούνταν βάσει νομοθεσίας, τους κινδύνους που περιέχονταν στο ενημερωτικό δελτίο το οποίο ήταν μονοσέλιδο για το σκοπό κατανόησης τους από το κοινό. Οι οκτασέλιδες επιστολές συντάχθηκαν για να διασφαλίζουν ότι μαζί με την αίτηση οι επενδυτές λάμβαναν και μια λεπτομερή ενημέρωση που αφορούσε τη διαδικασία και τους όρους. Σύμφωνα δε με όσα η ΜΥ1 ανέφερε, με βάση τη νομοθεσία το ενημερωτικό δελτίο πρέπει να περιλαμβάνει ένα σημείωμα, το οποίο να περιέχει σε περιληπτική μορφή, όλους τους όρους, κινδύνους και οτιδήποτε άλλο πρέπει να γνωρίζει ο επενδυτής. Ως εξήγησε, η πρωτογενής αγορά, αφορά έκδοση αξιών για πρώτη φορά, πρόκειται δηλαδή για αξίες που πρόκειται να εκδοθούν όπως η παρούσα περίπτωση. Αφορούσαν προσφορά στο ευρύ επενδυτικό κοινό και απαιτούσαν την έκδοση ενημερωτικού δελτίου. Αυτό διασφαλίζει ότι κάποιος που δεν ξέρει, αν ψάξει στην αγορά για ανακοινώσεις, λογαριασμούς, πληροφορίες για τον εκδότη, τις βρίσκει σε αυτό το ενημερωτικό δελτίο. Η δευτερογενής αγορά, αφορά ήδη εκδομένες αξίες, οι οποίες διαπραγματεύονται σε κάποια χρηματιστηριακή αγορά. Εκεί υπάρχουν όλες οι υποχρεώσεις συνεχούς πληροφόρησης από τους εκδότες. Πρόσθεσε ότι ο εκδότης δεν δύναται να παρέχει επενδυτική συμβουλή. Η ΜΥ1 εξήγησε επίσης το ρόλο των ταμείων της Τράπεζας στην απόκτηση των αξιών. Αυτά εξυπηρετούσαν ως Κέντρο Παραλαβής των αιτήσεων της πρώτης έκδοσης ενώ στις επόμενες, υπήρχε το στοιχείο της πληρωμής για απόκτηση των αξιών αυτών. Οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να προχωρήσουν την αίτηση και να δώσουν οδηγίες, είτε να ανοιχθεί κάποιος λογαριασμός, είτε να φέρουν μαζί τους κάποια επιταγή. Το στοιχείο της πληρωμής προϋποθέτει να παραληφθούν οι αιτήσεις για να γίνει η πληρωμή. Αναφορικά με τα μέτρα που πήρε η Τράπεζα για να αποφύγει οι υπάλληλοι της να συμβουλεύσουν ή να παροτρύνουν ενδιαφερόμενους επενδυτές αναφέρθηκε στην ύπαρξη εσωτερικών εγκυκλίων με οδηγίες που αφορούσαν τόσο τη διαδικασία παραλαβής των αιτήσεων, αλλά και επικοινωνίας με επενδυτές. Οι οδηγίες ήταν να μην παρέχονται οποιεσδήποτε συμβουλές σε οποιονδήποτε. Γίνονταν παρουσιάσεις στους διευθυντές, για ενημέρωση για τους όρους της κάθε έκδοσης. Υπήρχαν οδηγίες ότι για οποιεσδήποτε εξειδικευμένες ερωτήσεις θα έπρεπε να απευθύνονται σε συγκεκριμένο τμήμα, που ήταν η CISCO, το τμήμα μετοχών, το Private Banking. Στην έκδοση του 2011 στήθηκε επίσης τηλεφωνικό κέντρο για επίλυση αποριών το οποίο επανδρώθηκε με αδειοδοτημένους υπαλλήλους της τράπεζας, οι οποίοι είχαν εξειδικευμένες γνώσεις, το οποίο λειτουργούσε από η ώρα 7:30 το πρωί μέχρι τις 17:30 το απόγευμα, και το οποίο διαφημίστηκε στον τύπο και στα ΜΜΕ. Από τα καταστήματα όταν υπήρχε απορία, υπήρχαν γραμμές και απευθύνονταν σε αυτό το κέντρο για επίλυση αποριών, όχι συμβουλές. Σε σχέση με το ιστορικό κίνησης των Εναγόντων, Τεκμήριο 6, στην πρώτη σελίδα στις πρώτες δύο γραμμές φαίνονται οι Εταιρικές Πράξεις και στη συνέχεια όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών. Σε συνάρτηση με το Έγγραφο Χ5.4 ανέφερε ότι οι ημερομηνίες συμπίπτουν με την ημερομηνία αποδοχής και παραχώρησης. Ο αριθμός 240.000 πρέπει να αντιστοιχεί στην εθελοντική ανταλλαγή μέρος των ΜΑΕΚ με μετοχές. Στην πίσω σελίδα του Τεκμηρίου 6 φαίνεται ότι οι Ενάγοντες πώλησαν 60.000 ΜΑΕΚ πριν τα μετατρέψουν σε ΥΜΟ. Στην τιμή των ΜΑΕΚ εκείνη τη στιγμή υπήρξε κάποια αύξηση, διότι κάποιος που τα αγόραζε μπορούσε να συμμετέχει στην ανταλλαγή με μετοχές. Όταν επήλθε το κούρεμα, τον Μάρτη του 2013, οι Ενάγοντες είχαν μετοχές και υπήρχε απομείωση των αξιών των μετοχών τους. Συνείσφεραν με αυτό τον τρόπο στην ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας βάσει του διατάγματος. Σε σχέση με το Έγγραφο Χ5.5 δέχθηκε ότι οι Ενάγοντες ήταν μέτοχοι 400.000 μετοχών και ως τέτοιοι κουρεύτηκαν. Στην αντεξέταση της η ΜΥ1 επανέλαβε ότι δίνονταν οδηγίες να μην να μην παρέχονται συμβουλές από τους υπάλληλους στους πιθανούς επενδυτές αλλά ενημέρωση για την ύπαρξη των εκδόσεων γινόταν. Δεν γνωρίζει εάν δόθηκαν επενδυτικές συμβουλές από συγκεκριμένο υπάλληλο ούτε και τι γινόταν στα ταμεία. Τα Τεκμήρια 10 και 11 γνωρίζει ότι είχαν σταλεί στις εγγεγραμμένες διευθύνσεις, που βάσει νομοθεσίας πρέπει να υπάρχουν στους καταλόγους του εκδότη. Και ότι η απόδειξη του ταχυδρομείου για τον σχετικό αριθμό που αποστέλλονταν οι εκδόσεις υποβάλλονται και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Για την εθελοντική ανταλλαγή υπήρχε bonus, βάσει των όρων έκδοσης του ενημερωτικού δελτίου. Στην έκδοση, στην αύξηση κεφαλαίου, τόσο η τιμή των right, bonus που αναφέρεται λειτουργούσε έτσι ώστε να συμφέρει στον επενδυτή να συμμετάσχει, τόσο στην ανταλλαγή όσο και το bonus. Ως εξήγησε, η τιμή που θα αγόραζε κάποιος τη μετοχή της τράπεζας μέσω της έκδοσης των δικαιωμάτων, έπρεπε να ήταν χαμηλότερη από την τιμή διαπραγμάτευσης του ΧΑΚ, για να πετύχει εξ ορισμού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία, εκ των πραγμάτων θα συναρτηθεί και με την κατάληξη του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων. Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα των Σάντη-Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης
(2014)Κεφάλαιο 3, ΙΑ, η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10/6/13, Re N-BCM [2002] EWCA Civ. 1052 και C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως οδηγό μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία του μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παράλληλα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να γίνεται μικροσκοπικά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489), αλλά να συναρτάται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172). Στο τέλος της ημέρας, τα ευρήματα αξιοπιστίας θα πρέπει να είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και να συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Τέλος, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της σε σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Παπαγεωργίου ν. Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ΜΕ1 με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι ενώ παρουσίασε τον εαυτό του ως άτομο που δεν είχε καθόλου επενδυτικές γνώσεις, από τη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση του προκύπτει ότι συναλλασσόταν στο Χρηματιστήριο τόσο παλαιότερα όσο και πριν την πρόσφατη ανταλλαγή των ΜΑΕΚ του σε μετοχές. Το Τεκμήριο 8 δεικνύει την επενδυτική συμπεριφορά των Εναγόμενων στην αγορά και πώληση μετοχών μέσω του ΧΑΚ (στην δευτερογενή αγορά) μεταξύ 26.6.03 και 26.10.06 με τη χρήση και χρηματιστηριακού γραφείου. Περαιτέρω, από το Τεκμήριο 7, προκύπτει παρόμοια με την επίδικη συμπεριφορά των Εναγόντων στο παρελθόν, συγκεκριμένα, αγορά από αυτούς αξιογράφων κατά την 3.12.1996 (ενώ ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν θυμόταν τέτοιες αγορές) και μεταγενέστερα πώληση/ανταλλαγή με μετοχές της Τράπεζας κατά το 1999, πριν επέλθει η ωρίμανση τους ενώ από το Τεκμήριο 5, προκύπτει το ιστορικό κίνησης των μετοχών τους από το
- Με βάση ειδικότερα το τελευταίο ο ΜΕ1 δέχθηκε ότι αγόραζε και πωλούσε μετοχές, χωρίς παρότρυνση από τον οποιονδήποτε γιατί νόμιζε, όπως είπε, ότι θα κέρδιζε. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι κατά το έτος 2008 οι Ενάγοντες είχαν αγοράσει μετατρέψιμα χρεόγραφα αξίας €300.000 τα οποία κατά την 28.5.09 μετέτρεψαν στα επίδικα ΜΑΚ. Και ότι, όπως προκύπτει από την αντεξέταση του, αναφορικά με το διάστημα Μαρτίου 2012 (που μετέτρεψε τα ΜΑΕΚ του σε μετοχές, αφού είχε ήδη πωλήσει μέσω Χρηματιστηρίου 60.000 ΜΑΕΚ) και Μαρτίου 2013 (που επήλθε του κούρεμα) ο Ενάγοντας 1 παραδέχθηκε ότι προέβη σε σειρά με αγοραπωλησίες μετοχών της Τράπεζας τις οποίες κατείχε (Βλ. Τεκμήριο 6). Αυτές οι αγοραπωλησίες έγιναν μέσω broker στο ΧΑΚ. Επίσης διαφαίνεται από τη μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες είχαν πωλήσει και rights που τους είχαν παραχωρηθεί από την τράπεζα. Επομένως τίθεται εν αμφιβόλω η εκδοχή του Ενάγοντα ότι δεν γνώριζαν τι έπρατταν και ότι δεν ήταν γνώστες της φύσης των επίδικων αξιών και μετοχών και της αγοράς αυτών. Περαιτέρω, δεν έχω πεισθεί ότι ο λόγος που προχώρησε στην επίδικη μετατροπή των χρεογράφων του σε ΜΑΚ το 2009, σε ΜΑΕΚ ίδιας αξίας το 2011 και ακολούθως σε ΥΜΟ ήταν οι παροτρύνσεις του ΑΓ. Ειδικότερα δε σε σχέση με την μετατροπή των ΜΑΕΚ σε ΥΜΟ προκύπτει ξεκάθαρα από την αντεξέταση του ΜΕ1 ότι δεν προηγήθηκε η όποια προτροπή από τον ΑΓ που να επενέργησε, όπως ο ίδιος ανέφερε, στην απόφαση του. Ήταν σαφές ότι δελεάστηκε από τις μετοχές που θα έπαιρνε ως μπόνους αλλά και την πεποίθηση του ότι θα έκανε κέρδος και ότι οικειοθελώς μετέτρεψε την επένδυση του από ΜΑΕΚ σε μετοχές, έχοντας μάλιστα, όπως προανέφερα, πωλήσει μέρος των ΜΑΕΚ στο ΧΑΚ. Όσο δε αφορά την αρχική αγορά των χρεογράφων από τους Ενάγοντες κατά το 2008 ουδεμία μνεία έκανε ο μάρτυρας σε σχέση με παρότρυνση του από οποιονδήποτε και συνάγεται πως και αυτή η κίνηση ήταν δική του επιλογή. Προσθέτω στο σημείο αυτό ότι η θέση του ότι θεώρησε ότι τα χρεόγραφα ήταν λεφτά, ενόψει της επενδυτικής παρελθοντικής δραστηριότητας του στερείται πειστικότητας. Πόσο μάλλον η θέση του ότι η Τράπεζα γνώριζε ότι είχαν καταθέσεις με αναφορά στα εν λόγω χρεόγραφα. Άξιο αναφοράς είναι επίσης το γεγονός ότι παρά την αναφορά του στην κυρίως εξέταση ότι εμπλέκονταν αντιπρόσωποι, υπάλληλοι και/ή διευθυντές της Τράπεζας, κανένα άλλο από τους υπαλλήλους της Τράπεζας που τον προέτρεψαν να προβεί στα όσα ανέφερε πλην του κουνιάδου του δεν κατονόμασε ο ΜΕ
- Φαντάζει μη πιστευτό ο μοναδικός υπάλληλος που ξεγελούσε ή ενθάρρυνε τους Ενάγοντες κατά τον ισχυρισμό τους να ήταν ο ΑΓ και δη μόνο σε σχέση με την αγορά των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, σε σχέση μάλιστα με τα οποία δεν παρέθεσε ικανοποιητικές λεπτομέρειες σε σχέση με το τι ακριβώς διαδραματίστηκε. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω στο σημείο αυτό ότι στις μονοσέλιδες αιτήσεις που οι Ενάγοντες υπέγραψαν κατά τα έτη 2008-2012 ρητά βεβαιώνουν, μεταξύ άλλων, ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή, ότι έχουν τις γνώσεις και την ικανότητα να αντιληφθούν την επένδυσή τους, έχουν κατανοήσει τους παράγοντες κινδύνου της επένδυσης τους, ότι αιτούνται την απόκτηση των αξιών σύμφωνα με τους όρους έκδοσης που αναγράφονται στα ενημερωτικά δελτία. Ενόψει των πιο πάνω, του επενδυτικού τους παρελθόντος και της απουσίας οποιασδήποτε διευκρίνισης ως το τι πραγματικά διεμείφθη σε σχέση με την υπογραφή των αιτήσεων στερείται λογικής η θέση του ΜΕ1 ότι δεν διάβασε το περιεχόμενο των αιτήσεων το οποίο είναι διατυπωμένο με τρόπο σαφή και κατανοητό. Με βάση όλα τα πιο πάνω αλλά κυρίως τη μη θετική εικόνα του ΜΕ1 στο εδώλιο του μάρτυρα, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή σε όση έκταση έρχεται σε σύγκρουση με τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Ο ΜΕ2 έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Aρ.1)
(2013)1Α Α.Α.Δ. 438). Με βάση τα προσόντα και την εμπειρία που έχει παραθέσει στο Δικαστήριο ο πιο πάνω δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας για χρηματοοικονομικά θέματα. Η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει και δεν αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο με διαφορετικό τρόπο απ' ότι άλλοι μάρτυρες ενώ η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών (βλ. Καουρής v. Δημητρίου κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 967 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298). Οι πραγματογνώμονες θα πρέπει να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι ώστε το ίδιο να μπορεί να καταλήξει στην ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη άποψη στη βάση των γεγονότων της υπόθεση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ.581 το καθήκον αυτό έχει προτεραιότητα έναντι των όποιων υποχρεώσεων του πραγματογνώμονα προς τον πελάτη. Ο ΜΕ2, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Ενάγοντες απέκτησαν τις επίδικες αξίες ούτε κατά πόσο είχαν διαβάσει τα ενημερωτικά δελτία. Το κυρίως μέρος της μαρτυρίας του βασίστηκε σε αποσπασματικές αναφορές στα Ε/Δ της κάθε έκδοσης στη βάση των οποίων, όπως δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, κατέληξε σε κάποια πιθανά συμπεράσματα. Παραδέχθηκε ότι τα ενημερωτικά δελτία αναφορικά με τις επίδικες αξίες, είχαν εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ταυτόχρονα όμως ανέφερε, με αναφορά σε συγκεκριμένα αποσπάσματα αυτών αλλά ειδικότερα χωρίς αναφορά στην προκειμένη περίπτωση που μας αφορά, ότι τα δελτία ήταν ελλιπή και παραπλανητικά για το ευρύ επενδυτικό κοινό. Προσθέτοντας όμως ότι τα Ε/Δ που κατατέθηκαν δεν ήταν αυτά που είχαν εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Τα όσα ο ΜΕ2 συμπερασματικά ανέφερε αφορούσαν δική του ερμηνεία συγκεκριμένων όρων των Ε/Δ. Για παράδειγμα, με αναφορά σε συγκεκριμένο όρο, όπως φαίνεται πιο πάνω στη μαρτυρία του, ήταν η θέση του ότι ήταν σε γνώση της Τράπεζας Κύπρου, ότι όταν εξέδιδε τα ΜΑΕΚ το 2011, γνώριζε ότι η ανεπάρκεια κεφαλαίου θα της χτυπούσε την πόρτα. Αυτός όμως ο ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος αφού καμία αναφορά δεν έκανε στις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας ή άλλα στοιχεία που να τον επαληθεύουν. Η γενική αναφορά σε συγκεκριμένο δημοσίευμα εφημερίδας ή στη δανειοδότηση από τη Ρωσική Ομοσπονδία δεν συνηγορούν υπέρ της θέσης του, ειδικότερα χωρίς περαιτέρω επεξήγηση. Ο ΜΕ2 πέραν από την πιο πάνω δανειοδότηση αναφέρθηκε αποσπασματικά στο κούρεμα PSI των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, στα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η Κυπριακή Δημοκρατία τον επίδικο χρόνο και στο ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν «πήγαινε καλά», προβαίνοντας σε συμπεράσματα, υποθέσεις και εισηγήσεις τα οποία δεν αντιπαράθεσε με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΕ2 συμφώνησε με τις υποβολές του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες, πριν από το «κούρεμα» μετέτρεψαν όλες τους τις αξίες σε μετοχές και ότι οι τόκοι σταμάτησαν να καταβάλλονται στους Ενάγοντες το πρώτο εξάμηνο του 2012, δηλαδή μετά την απόφαση των Εναγόντων να μετατρέψουν τα ΜΑΕΚ τους σε μετοχές. Δηλαδή μέχρι και την στιγμή που άρχισαν να πωλούν ΜΑΕΚ στο Χρηματιστήριο και μετέτρεψαν τα ΜΑΕΚ τους σε ΥΜΟ/μετοχές, οι Ενάγοντες λάμβαναν τους τόκους κανονικά και δεν είχαν καμία υποψία ότι η διαπραγματεύσιμη τιμή των ΜΑΕΚ στο Χρηματιστήριο, θα έπεφτε. Παραταύτα πιθανολόγησε, χωρίς σχετικό πραγματικό υπόβαθρο, ότι υποχρεώθηκαν από «τις καταστάσεις» να αποδεχτούν τη μετατροπή και ότι ήταν εγκλωβισμένοι επενδυτές. Εκφράζοντας μάλιστα την άποψη ότι η Τράπεζα σχεδίασε δόλια τα ΜΑΕΚ για να απαλλαγεί από τους τόκους και να βελτιώσει τη θέση της και ότι υπήρξε κακοδιαχείριση στην Τράπεζα Κύπρου. Είναι ευνόητο ότι ελλείψει σχετικού υπόβαθρου δεν υπάρχει χώρος για τέτοιες υποθέσεις. Γενικότερα η παρουσία του ΜΕ2 στο εδώλιο δεν ήταν θετική. Παρέθεσε τη δική του αντίληψη σε σχέση με την έκδοση των επίδικων αξιών, των Ε/Δ και τη δική του άποψη ότι η Τράπεζα είχε σκοπό να ξεγελάσει το επενδυτικό κοινό για να αποκομίσει οικονομικό όφελος χωρίς όμως αντιστοίχιση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Όσο δε αφορά τις θέσεις του για τα Ε/Δ υπενθυμίζω ότι η παρούσα δεν αφορά περίπτωση όπου πρόσωπο απέκτησε αξίες βασιζόμενο σε εσφαλμένη ενημέρωση του Ε/Δ με βάση την οποία υπέστη ζημιά. Η ΜY1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο αποτελούσαν το τι πραγματικά πίστευε ως αληθές σε σχέση με τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε. Κατά την αντεξέταση της ήταν καθ' όλα σταθερή στις θέσεις που προέβαλε μέσα από την κυρίως εξέταση της και δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της σε οποιονδήποτε στάδιο. Διαφάνηκε ξεκάθαρα ότι έχει ουσιαστική γνώση για το θέμα των αξιογράφων και ότι δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αντιθέτως, κατά την αντεξέταση της επανέλαβε και τόνισε αυτά που είχαν ήδη διατυπωθεί με λεπτομερή τρόπο μέσα από την κυρίως εξέταση της. Στο βαθμό που η μαρτυρία της αφορά σε ζητήματα επί γεγονότων, αλλά και επί θεμάτων που σχετίζονται με τα καθήκοντά της, αυτή γίνεται αποδεκτή. Σε σχέση όμως με τη θέση ότι η Τράπεζα ως εκδότης δεν δύναται να παρέχει επενδυτική συμβουλή αυτή σαφώς αφορά θέμα ερμηνείας του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και το Νόμο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει, ότι πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων τα πραγματικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: 1.Ο Ενάγοντας αφυπηρέτησε από την Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου το
- Η σύζυγός του, Ενάγουσα 2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο συνοδός παιδιών με ειδικές ανάγκες. Η μόρφωση και των δύο τους περιορίζεται στη γυμνασιακή. Οι ενάγοντες είχαν ιστορικό επενδύσεων σε αξιόγραφα, χρεόγραφα και μετοχές. Από το Τεκμήριο 5, προκύπτει το ιστορικό κίνησης των μετοχών/χρεογράφων του Ενάγοντα από το 1996 μέχρι το
- Περαιτέρω, από το Τεκμήριο 7, προκύπτει αγορά από τους Ενάγοντες αξιογράφων κατά την 3.12.1996 και μεταγενέστερα πώληση/ανταλλαγή με μετοχές της Τράπεζας κατά το 1999, πριν επέλθει η ωρίμανση τους ενώ το Τεκμήριο 8 δεικνύει την επενδυτική συμπεριφορά των Εναγόμενων στην αγορά και πώληση μετοχών μέσω του ΧΑΚ (στην δευτερογενή αγορά) μεταξύ 26.6.03 και 26.10.06 με τη χρήση και χρηματιστηριακού γραφείου. Οι πιο πάνω αγοραπωλησίες/επενδύσεις έγιναν χωρίς την παρότρυνση οποιουδήποτε.
- Στις 16.7.08 οι Ενάγοντες απέκτησαν μετατρέψιμα χρεόγραφα 2013/2018 αξίας €300.000 με βάση αίτηση Έγγραφο Χ5.
- Μετά από αίτηση ημερ.8.5.09 Έγγραφο Χ5.2 μετέτρεψαν τα χρεόγραφα σε μετατρέψιμα χρεόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ). Στη συνέχεια μετέτρεψαν τα ΜΑΚ αξίας €300.000 μετά από αίτηση 5.5.11 Έγγραφο Χ5.3, σε ΜΑΕΚ ίδιας αξίας. Στη συνέχεια περί τις αρχές του 2012 πώλησαν στο ΧΑΚ ΜΑΕΚ συνολικής αξίας €60.000 και κατά την 16.3.12 με αίτηση τους Έγγραφο Χ5.4 οικειοθελώς μετέτρεψαν τα εναπομείναντα ΜΑΕΚ αξίας €240.000 σε Υποχρεωτικά Μετατρέψιμα Ομόλογα (ΥΜΟ). Ενόψει της πιο πάνω μετατροπής παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες 400.000 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας. Ο Ενάγοντας είχε αποφασίσει να μετατρέψει τα ΜΑΕΚ του σε ΥΜΟ ενόψει των 80.000 μετοχών που θα έπαιρνε ως μπόνους και νομιζόμενος ότι θα έκανε κέρδος. Οι πιο πάνω πράξεις διενεργήθηκαν χωρίς την παρότρυνση του ΑΓ.
- Στις πιο πάνω αιτήσεις για απόκτηση των ΜΑΚ οι Ενάγοντες υπέγραψαν διαβεβαίωση με την οποία βεβαίωναν ότι έχουν τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης τους και δήλωναν ότι αποδέχονται τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο, ως επίσης ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Επιπρόσθετα, στην αίτηση τους για απόκτηση των ΜΑΕΚ, και στην αίτηση για μετατροπή τους σε ΥΜΟ ρητά δήλωναν ότι αναγνωρίζουν τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο και ότι δεν τους παρασχέθηκε οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. 4.Το διάστημα Μαρτίου 2012, αφού είχε πωλήσει μέσω ΧΑΚ μετοχές αξίας €60.000, και Μαρτίου 2013 ο Ενάγοντας προέβη σε αγοραπωλησίες μετοχών που κατείχε (Βλ. Τεκμήριο 6). Είχε επίσης πωλήσει και rights.
- Στα πλαίσια των εκδόσεων των πιο πάνω επίδικων αξιών, χρεογράφων/αξιογράφων/ΜΑΕΚ εκδόθηκαν Ενημερωτικά Δελτία τα οποία εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κα ήταν διαθέσιμα. Οι Ενάγοντες δεν είχαν διαβάσει τα Ε/Δ. Ειδικά τον ΜΕ1 τον ενδιέφερε το κέρδος από τις αγοραπωλησίες μετοχών καθώς και το επιτόκιο που θα λάμβανε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους αναφέρθηκαν εκτενώς στη μαρτυρία σε συνάρτηση με σχετική νομολογία. Θα αναφερθώ στα επιχειρήματα τους κατά την παράθεση του σκεπτικού μου, όπου κρίνω σκόπιμο στη συνέχεια. ΑΠΑΤΗ ΚΑΙ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ( ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 149) Αποτέλεσε ισχυρισμό των Εναγόντων ότι η αγορά των επίδικων αξιών ήταν το αποτέλεσμα δόλου, ψευδών παραστάσεων και/ ή απάτης της Εναγόμενης 1 και /ή των υπαλλήλων και /ή αντιπροσώπων της. Δικογραφείται ότι οι τελευταίοι τόνισαν προς τους Ενάγοντες τα θετικά χαρακτηριστικά των αξιογράφων, όπως για παράδειγμα το ψηλό επιτόκιο, και δεν αναφέρθηκαν στους κινδύνους που απέρρεαν οι οποίοι ήταν πολύ πιθανοί. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κεφ. 149 η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη αν δεν προκλήθηκε, μεταξύ άλλων από απάτη ή ψευδείς παραστάσεις. Συμβάσεις που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση είναι ακυρώσιμες κατ' επιλογή του εξαπατηθέντα (βλ. άρθρο 19
(1)του Κεφ. 149). Η εξαπάτηση ή ψευδής παράσταση πρέπει να προκάλεσε τη συναίνεση (βλ. άρθρο 19
(4)του Κεφ. 149). Στο άρθρο 17 του Κεφ. 149 ορίζεται η έννοια της απάτης και στο άρθρο 18 του Κεφ. 149 ορίζεται η έννοια της ψευδούς παράστασης. Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να το αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Όπως έχει επεξηγηθεί από τη νομολογία το αθώο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1)ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης υπό την έννοια ότι είναι ο τύπος της παράστασης που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση κατά πόσο να προβεί στην επίδικη σύμβαση,
(2)ότι η συναίνεση του αθώου συμβαλλομένου παρασχέθηκε συνεπεία και ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης δηλ. θα πρέπει να αποδείξει ότι βασίστηκε στην παράσταση του άλλου συμβαλλομένου και ότι ήταν σαν αποτέλεσμα αυτής της παράστασης που συνομολόγησε την επίδικη σύμβαση και
(3)έστω και αν η συναίνεση του αθώου μέρους παρασχέθηκε ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης του μέρους του οποίου η συναίνεση προκλήθηκε με τον τρόπο αυτό δεν θα αποκτήσει τα συνήθη δικαιώματα που απορρέουν από ψευδή παράσταση, αν το αθώο μέρος ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. Το αδίκημα της απάτης συνίσταται στην εν γνώσει του Εναγόμενου ψευδή παράσταση με την πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή και με το αποτέλεσμα να ενεργήσει έτσι και να υποστεί ζημιά. Τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή, (δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) υπέστη ζημιά. Νοείται ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο (βλ. άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Τόμος Ι, σελ.120 - 122). Στην υπό εξέταση περίπτωση, με την απόρριψη της θέσης ως προς τον τρόπο που οι Ενάγοντες απέκτησαν τα αξιόγραφα και στην απουσία ευρημάτων για δηλώσεις του Α.Γ. ή άλλων υπαλλήλων της Εναγόμενης 1, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η απαίτηση τους σε αυτή τη βάση. Οι Ενάγοντες απέτυχαν να προσκομίσουν πειστική μαρτυρία που να αποδεικνύει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι τα πιο πάνω αξιόγραφα αποκτήθηκαν από αυτούς συνεπεία δόλου, απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων από μέρους της Τράπεζας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους τους, όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Επιπρόσθετα, δεν υφίσταται ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας ότι η τράπεζα απέκρυψε από τον ενάγοντα οποιοδήποτε γεγονός, ικανό να διαμορφώσει τις αποφάσεις του για την απόκτηση των επίδικων αξιών. Στο στάδιο αυτό υπενθυμίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν απέκτησαν τις επίδικες αξίες βασιζόμενοι στην εσφαλμένη ή ελλιπή ενημέρωση των Ε/Δ και συνεπεία αυτού υπέστηκαν ζημιά. Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ο ΜΕ1 δεν είχε αναγνώσει τα εν λόγω δελτία. Ο Ν.144(Ι)/2007 ΚΑΙ Η ΟΔΗΓΙΑ 2004/39/ΕΚ Εξετάζοντας τη δεύτερη αιτία αγωγής που προώθησε η συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευση της ήτοι την παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος της Εναγόμενης 1, καταγράφονται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρισμοί ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε, μεταξύ άλλων, τις πρόνοιες του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή την οδηγία που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Η συγκεκριμένη αιτία αγωγής, θεωρώ ότι καλύπτεται δικογραφικά, έστω κι αν δεν εξειδικεύονται οι πρόνοιες του προαναφερόμενου νόμου. Στην υπόθεση Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 2134, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Αν στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ισχυρισμός για παράβαση θεσμίου καθήκοντος, η άλλη πλευρά μπορεί πάντα να ζητήσει λεπτομέρειες. Διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές, έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (Κουρσουμά, ανήλικος ν. Κοσμά
(1991)1 ΑΑΔ 973 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44).» Δεν έχει διαπιστωθεί οποιοσδήποτε επηρεασμός των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1, ούτε στην τελική της αγόρευση εγείρεται τέτοιο ζήτημα. Αντιθέτως, στην τελική αγόρευση της Εναγόμενης 1 γίνεται ρητή αναφορά στον Ν.144(Ι)/07 και αναπτύσσεται επιχειρηματολογία ως προς τη μη εφαρμογή του στα γεγονότα της υπό κρίση διαφοράς. Την περίοδο που αφορά τις επίδικες συναλλαγές ίσχυε ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Ν.144(Ι)/2007 με τον οποίο ενσωματώθηκαν στο Κυπριακό Δίκαιο οι πρόνοιες της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων γνωστής και ως MiFID. Η εν λόγω οδηγία τέθηκε σε ισχύ την 21/4/2007. Σκοπός της MiFID ήταν η εναρμόνιση των νομοθεσιών των χωρών μελών σε θέματα ελέγχου παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και προστασίας καταναλωτών τέτοιων υπηρεσιών και η προστασία πελατών τραπεζών και άλλων επενδυτικών εταιρειών σε σχέση με την αγορά επενδυτικών προϊόντων. Στο άρθρο 4 του Νόμου καταγράφονται περιοριστικά τα πρόσωπα που επιτρέπεται να παρέχουν ή να παρουσιάζονται ότι παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή και να ασκούν ή να παρουσιάζονται ότι ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία. Μέσα σε αυτά τα πρόσωπα συγκαταλέγονται και οι τράπεζες (άρθρο 4
(2)(δ)). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/07 και την ερμηνεία του όρου «χρηματοπιστωτικός τομέας», οι Τράπεζες, μαζί με τις ΕΠΕΥ, περιλαμβάνονται στις επιχειρήσεις που, μεταξύ άλλων, αποτελούν τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι Τράπεζες μπορούν να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες καταγράφονται στα άρθρα 118‑121 του συγκεκριμένου Νόμου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 118, για να παρέχει μια Τράπεζα επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες αρκεί η άδεια λειτουργίας που της χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή από αρμόδιες Αρχές άλλων κρατών‑μελών. Με βάση τον Ν.144(Ι)/2007, εποπτική αρχή σε σχέση με τις τράπεζες ορίστηκε η Κεντρική Τράπεζα και τα άρθρα του νόμου εφαρμόζονται κατ' αναλογία (βλ. άρθρα 4
(2)(δ), 118, 120 και 121). Η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε τις ΚΔΠ 557/2007 και 558/2007. Οι εν λόγω Οδηγίες έχουν ως σκοπό την εφαρμογή των άρθρων 18
(2), 29
(3)(ΚΔΠ 56 557/2007), 36
(2), 38
(8), 39
(4), 41
(6)και 156 (ΚΔΠ 558/2007) του Ν.144(Ι)/2007. Στο άρθρο 18 του Ν.144(Ι)/2007 προβλέπονται οι οργανωτικές απαιτήσεις που πρέπει να έχει Επενδυτική Εταιρεία ή Τράπεζα ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου και με το άρθρο 29 προβλέπεται η υποχρέωση λήψης εύλογων μέτρων για εντοπισμό και διαχείριση σύγκρουσης συμφερόντων. Το άρθρο 36 περιλαμβάνει πρόνοιες επαγγελματικής δεοντολογίας, τα άρθρα 38 και 39 πρόνοιες εκτέλεσης εντολών και το άρθρο 41 πρόνοιες σχετικά με συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους. Παράβαση των προνοιών του Ν.144(Ι)/2007, αλλά και των δυνάμει αυτού Οδηγιών ( ΚΔΠ 557/2007 και 558/2007) που εκδίδονται δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 143 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «143.-
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόµου ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζηµιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζηµιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006: Νοείται ότι τυχόν ποινική ευθύνη ή ευθύνη από διοικητική παράβαση δεν απαλλάσσει τον παραβάτη από τυχόν αστική ευθύνη.» Στην Αγγλία, σε σειρά υποθέσεων, αποφασίστηκε σε σχέση με ανάλογη πρόνοια του Financial Services and Markets Act 2000 («FSMA»), ότι όπου υφίσταται θέσμιο καθήκον (statutory duty), τυχόν παράλληλο καθήκον ευθύνης (duty of care) με βάση το κοινοδίκαιο δεν επεκτείνεται πέραν των υποχρεώσεων που προβλέπει ο νόμος. Στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking (ηλεκτρονική έκδοση - LexisNexis), Part VII Investments and Financial Products/Chapter 29 - Advising on Financial Products/1 Scope of Advising on Financial Products, στην παρα. 29.10 αναφέρονται τα ακόλουθα: «In Green v Royal Bank Scotland it was held that the existence of a regulatory statutory duty does not give rise to a co-extensive common law duty of care with regulatory obligations actionable under FSMA, where those obligations are not actionable. However, where a common law duty arises, it was recognised that the standard of reasonable skill and care will often be informed by regulatory obligations. When the regulatory obligations are actionable, the Court has generally treated the obligations at common law as going no wider than the regulatory obligations, per Walker v Inter-Alliance Group Plc (In Liquidation). » Το άρθρο 143
(1)του Ν.144(Ι)/2007, όπου υφίσταται παράβαση των προνοιών του και/ή των Οδηγιών που έχουν σχέση με την εφαρμογή του, δημιουργεί ιδιώνυμη αστική βάση αγωγής. Το κοινοδίκαιο (και επομένως οι πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148), δεν μπορούν να διευρύνουν υποχρεώσεις Τράπεζας (ή να δημιουργήσουν επιπρόσθετα καθήκοντα) πέραν των όσων προνοούν ο Ν.144(Ι)/2007 (και κατ' επέκταση η MiFID) και οι Οδηγίες. Θα πρέπει πρωτίστως να εξεταστεί κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.144(Ι)/2007 στην παρούσα υπόθεση. Αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου της Τράπεζας ότι η Τράπεζα σαν εκδότης των επίδικων αξιών δεν παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες και ότι ο ρόλος της περιοριζόταν στην παραλαβή των αιτήσεων. Η πιο πάνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στο άρθρο 3 του Ν.144(Ι)/2007 προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του Νόμου: 3.-
(1)Ο παρών Νόμος ρυθμίζει- (α) Την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών καθώς και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία, η δε παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στη Δημοκρατία περιλαμβάνει- (
- i). (
- ii)οποιαδήποτε παροχή ή πρόταση για παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, η οποία προέρχεται από τη Δημοκρατία ή από πρόσωπο που βρίσκεται, κατοικεί ή διαμένει στη Δημοκρατία και απευθύνεται προς πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας (iii) .
(2)Εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου- . (ια) τα πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στη διενέργεια συναλλαγών σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό· η παρούσα εξαίρεση δεν έχει εφαρμογή όταν τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό ανήκουν σε όμιλο, του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας· .» Σύμφωνα με τους ορισμούς επενδυτικές υπηρεσίες και επενδυτικές δραστηριότητες αναφέρονται τα ακόλουθα στο άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007: ««επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος·» Στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος ορίζονται ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες τα ακόλουθα: «1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα. 2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. 3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό. 4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων. 5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών. 6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή/και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. 7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. 8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης.» Στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος περιλαμβάνονται στον όρο χρηματοοικονομικά μέσα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. Μεταβιβάσιμες κινητές αξίες. 2. Μέσα χρηματαγοράς. ...» Ο σκοπός της έκδοσης των επίδικων αξιογράφων ήταν η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της Εναγομένης 1. Τα αξιόγραφα, συνιστούν κινητές αξίες που φέρουν τόκο και διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, οι επίδικες αξίες μπορούν να ενταχθούν στην έννοια των κινητών αξιών για σκοπούς του Ν.144(Ι)/2007. Οι διατάξεις για την προστασία των επενδυτών, όπως καθορίζονται στο άρθρο 36 του Νόμου, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις Τράπεζες(Βλ. άρθρο 120 του Νόμου). Το άρθρο 36 ρητά προνοεί τα ακόλουθα: «36. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (
- i)Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (
- ii)τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (
- i)τους τόπους εκτέλεσης, (
- ii)το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεποµένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τοµέα σε σχέση µε το συγκεκριµένο τύπο προσφερόµενου ή ζητούµενου χρηµατοοικονοµικού µέσου ή υπηρεσίας, ώστε να µπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιµήσει κατά πόσο η προτεινόµενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηµατοοικονοµικό µέσο είναι συµβατό µε αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύµφωνα µε την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηµατοοικονοµικό µέσο δεν είναι συµβατό µε τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούµενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούµενο χρηµατοοικονοµικό µέσο είναι συµβατό µε αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή· (ε) η ΚΕΠΕΥ, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες αποτελούµενες αποκλειστικά και µόνο από τη λήψη και διαβίβαση εντολών του πελάτη ή/και την εκτέλεσή τους, µε ή χωρίς την παροχή παρεπόµενων υπηρεσιών, δύναται να παρέχει τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες της χωρίς να εφαρµόζει την παράγραφο (δ), εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις: (
- i)Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν µετοχές εισηγµένες προς διαπραγµάτευση σε ρυθµιζόµενη αγορά ή σε ισοδύναµη αγορά τρίτης χώρας, µέσα χρηµαταγοράς, οµολογίες ή άλλες µορφές τιτλοποιηµένου χρέους (µε την εξαίρεση των οµολογιών ή άλλων µορφών τιτλοποιηµένου χρέους όπου ενσωµατώνονται παράγωγα), µερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα µη περίπλοκα χρηµατοοικονοµικά µέσα, µια δε αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναµη µε ρυθµιζόµενη αγορά εάν πληροί ισοδύναµες απαιτήσεις µε τις προβλεπόµενες στο Μέρος Χ, (
- ii)η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή του πιθανού πελάτη, (iii) ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης έχει ενηµερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η ΚΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συµβατότητα του χρηµατοοικονοµικού µέσου που του προσφέρεται ή της υπηρεσίας που του παρέχεται και ότι, εποµένως, ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχή προστασία των οικείων κανόνων επαγγελµατικής δεοντολογίας· η ενηµέρωση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή, (
- iv)η ΚΕΠΕΥ συµµορφώνεται µε τις κατά το άρθρο 29 υποχρεώσεις της» Για να τυγχάνει εφαρμογής η εξαίρεση του άρθρου 36
(1)(ε) απαιτείται σωρευτική εφαρμογή των παραγράφων (i) - (iv). Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)και
(2): «29.-
(1)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτής της ιδίας, περιλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών και υπαλλήλων της, συνδεδεμένων της αντιπροσώπων, ή άλλων αρμόδιων προσώπων, καθώς και κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και των πελατών της, ή μεταξύ δύο πελατών της, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών.
(2)Σε περίπτωση που οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 18, για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί με εύλογη βεβαιότητα ότι οι κίνδυνοι που επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών θα αποφευχθούν, η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί σαφώς τη γενική φύση ή/και τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων στον πελάτη προτού αναλάβει να του παρέχει υπηρεσίες.» Χρήζει επομένως εξέτασης κατά πόσο η Εναγομένη 1 παρείχε στους Ενάγοντες επενδυτική συμβουλή δυνάμει του άρθρου 36
(1)(γ) ή επενδυτική υπηρεσία δυνάμει του άρθρου 36
(1)(δ) που δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του άρθρου 36
(1)(ε). Στο άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007, επενδυτική συμβουλή ορίζεται ως ακολούθως: «επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
- i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
- ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό·» Στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), Genil 48 κ.α. v Bankinter SA, C604/11, 30/5/2013, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς το τί αποτελεί επενδυτική συμβουλή, εν τη εννοία της MiFID: «51 Κατά τους όρους του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 4, της οδηγίας 2004/39, οι επενδυτικές συμβουλές συνίστανται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του είτε με πρωτοβουλία της επιχειρήσεως επενδύσεων, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. 52 Η έννοια «προσωπικές συμβουλές» στη διάταξη αυτή επεξηγείται περαιτέρω στο άρθρο 52 της οδηγίας 2006/73 το οποίο ορίζει ειδικότερα ότι μία σύσταση θεωρείται «προσωπική» εφόσον απευθύνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητά του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή και εφόσον παρουσιάζεται ως κατάλληλη για το πρόσωπο αυτό ή λαμβάνει υπόψη την κατάστασή του. Δεν εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια συστάσεις οι οποίες εκδίδονται αποκλειστικά μέσω διαύλων επικοινωνίας ή απευθύνονται στο κοινό. 53 Από τις αναφερθείσες στις δύο προηγούμενες σκέψεις διατάξεις προκύπτει ότι το ζήτημα αν μια επενδυτική υπηρεσία συνιστά επενδυτική συμβουλή εξαρτάται όχι από τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου στο οποίο αναφέρεται αλλά από τον τρόπο με τον οποίο προτείνεται το μέσο στον υφιστάμενο ή τον δυνητικό πελάτη. 54 Ελλείψει διευκρινίσεων στην απόφαση περί παραπομπής ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι επίμαχες στην κύρια δίκη συμβάσεις ανταλλαγής προτάθηκαν στις Genil 48 και CHGV, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν ενδεχομένως είναι προσωπικός ο χαρακτήρας των συστάσεων λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων του άρθρου 52 της οδηγίας 2006/73 και, ως εκ τούτου, αν είναι αναγκαίο να προβεί η οικεία επενδυτική επιχείρηση στην κατά το άρθρο 19, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/39 αξιολόγηση. 55 Επομένως, επιβάλλεται να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 4, της οδηγίας 2004/39 έχει την έννοια ότι η πρόταση προς πελάτη για τη σύναψη συμβάσεως ανταλλαγής με σκοπό την κάλυψη του κινδύνου που συνεπάγονται οι διακυμάνσεις επιτοκίου επί χρηματοπιστωτικού προϊόντος στο οποίο έχει επενδύσει ο πελάτης αυτός συνιστά επενδυτική συμβουλή, όπως ορίζεται στη διάταξη αυτή, εφόσον η σύσταση που αφορά την εγγραφή σε τέτοιου είδους σύμβαση ανταλλαγής απευθύνεται στον πελάτη αυτό υπό την ιδιότητά του ως επενδυτή, παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον εν λόγω πελάτη ή λαμβάνει υπόψη την κατάστασή του και δεν εκδίδεται αποκλειστικά μέσω διαύλων επικοινωνίας ούτε απευθύνεται στο κοινό.» Στην αγωγή αρ.4494/2015, ημερ.16.2.22 ο Ν.Α.Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. (όπως ήταν) ανέφερε τα ακόλουθα διαφωτιστικά σε σχέση με την ερμηνεία της επενδυτικής συμβουλής : «214. Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία το τί συνιστά επενδυτική συμβουλή είναι ζήτημα γεγονότων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking (ηλεκτρονική έκδοση - LexisNexis), Part VII Investments and Financial Products/Chapter 29 - Advising on Financial Products/1 Scope of Advising on Financial Products, στην § [29.16]: '.. the question of whether advice had been given is not a matter of meeting a legal definition, but rather a question principally of fact.' 215. Με αναφορά στις αντίστοιχες οδηγίες πρακτικής του Financial Conduct Authority («FCA»), αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα (στην § [29.16]) ότι, η συμβουλή εμπεριέχει το στοιχείο της έκφρασης άποψης από το σύμβουλο προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, σε αντιδιαστολή με την παροχή πληροφοριών και αριθμητικών δεδομένων χωρίς άλλο σχολιασμό ή έκφραση εκτίμησης ως προς την σχετικότητα τους στην απόφαση που θα πρέπει να λάβει ο πελάτης. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: .. the broad effect of the central provisions is that advice requires an element of opinion on the part of the adviser as to a course of action. This is in distinction to pure information which will involve mere statements of facts or figures, without comment or value judgment on their relevance to the decision the person has to make.' 216. Ως προς την έννοια value judgment (εκτίμηση), στο εν λόγω σύγγραμμα αναφέρονται δύο αποφάσεις ως σχετικές. Στην Walker v Inter-Alliance Group plc [2007] EWHC 1858, (Henderson J) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην § 30: '. any element of comparison or evaluation or persuasion is likely to cross the dividing line [into advice]. However, the provision of purely factual information does not become objectionable merely because it feeds into the client's own decision-making process and is taken into account by him. It is obvious that any informed decision making requires the provision of accurate information and will be based upon it.' 217. Στην Rubenstein v HSBC [2011] EWHC 2304 (QB) (HHJ Havelock-Allan QC) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην § 81: 'The key to the giving of advice is that the information is either accompanied by a comment or value judgment on the relevance of that information to the client's investment decision, or is itself the product of a process of selection involving a value judgment so that the information will tend to influence the decision of the recipient. In both these scenarios the information acquires the character of a recommendation.'» Με βάση τα ευρήματα μου έχω καταλήξει ότι οι Ενάγοντες αιτήθηκαν την αγορά αξιογράφων χωρίς την παρότρυνση η συμβουλή του ΑΓ. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η Εναγομένη 1 δεν παρείχε στους Ενάγοντες επενδυτική συμβουλή δυνάμει του Ν.144(Ι)/2007. Παρείχε επομένως επενδυτική υπηρεσία δυνάμει του άρθρου 36
(1)(δ). Η εν λόγω υπηρεσία όμως δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του άρθρου 36
(1)(ε). Παρέλαβε τις αιτήσεις των Εναγόντων για απόκτηση ΜΑΚ και μετατροπή τους σε ΜΑΕΚ και ΥΜΟ. Στη συνέχεια οι αιτήσεις διαβιβάστηκαν με σκοπό την υλοποίηση τους. Τα αξιόγραφα δε δεν θεωρούνται μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, εφόσον συνιστούν κινητές αξίες εν τη εννοία του Νόμου (βλ. άρθρο 36
(1)(ε)(i). Όπως αναφέρεται στην § 17 της ΚΔΠ 558/2007: «17. Χρηματοοικονομικό μέσο μη προσδιοριζόμενο στο άρθρο 36
(1)(ε)(i) του Νόμου θεωρείται μη περίπλοκο εφόσον πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) δεν εμπίπτει στην παράγραφο (γ) του ορισμού «κινητές αξίες» του άρθρου 2
(1)του Νόμου ή στις παραγράφους 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου∙ (β) υπάρχουν συχνές ευκαιρίες διάθεσης, εξαγοράς ή ρευστοποίησής του με άλλο τρόπο, σε τιμές που είναι δημόσια διαθέσιμες στους συμμετέχοντες στην αγορά και αποτελούν είτε τιμές της αγοράς είτε τιμές που διατίθενται ή επαληθεύονται από συστήματα αποτίμησης το οποία είναι ανεξάρτητα από τον εκδότη∙ (γ) δεν συνεπάγεται για τον πελάτη καμία πραγματική ή ενδεχόμενη υποχρέωση που υπερβαίνει το κόστος απόκτησης του μέσου∙ (δ) είναι διαθέσιμες στο κοινό επαρκείς περιεκτικές πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του που να είναι εύκολα κατανοητές, ώστε να παρέχεται στο μέσο ιδιώτη πελάτη η δυνατότητα να λάβει απόφαση βασισμένη σε σωστή ενημέρωση στο κατά πόσο, να διενεργήσει ή όχι μια συναλλαγή στο εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο.» Στο άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007 ο όρος κινητές αξίες έχει την ακόλουθη έννοια: «κινητές αξίες» σημαίνει τις κατηγορίες αξιών που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως- (α) Μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, συνεταιρισμών και άλλων νομικών προσώπων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα μετοχών, (β) ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους καθώς και αποθετήρια έγγραφα τέτοιων αξιών, (γ) κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών ή που τυγχάνει δικαιώματος εκκαθάρισης τοις μετρητοίς προσδιοριζόμενου κατ' αναφορά προς αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη·» Η Εναγομένη 1 επομένως είχε καθήκον να προβεί σε ενέργειες αξιολόγησης της καταλληλότητας του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος σε σχέση με τους Ενάγοντες. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι η Τράπεζα παρέβη τις υποχρεώσεις της με βάση το άρθρο 36(δ) πιο πάνω. Στην ΚΔΠ 558/2007 περιέχονται λεπτομερείς οδηγίες σε σχέση με την αξιολόγηση της καταλληλότητας ( άρθρα 14 και 16). Συγκεκριμένα προνοούνται τα εξής στο άρθρο 14: «Η τράπεζα λαμβάνει από υφιστάμενους ή πιθανούς πελάτες τέτοιες πληροφορίες που της είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης υπηρεσίας, ότι η κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή που διενεργείται στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή που συστήνεται στο πλαίσιο της παροχής της υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη, (β) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης να μπορεί οικονομικά να επωμιστεί το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου συμβατού με τους επενδυτικούς του στόχους (γ) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης με την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις που διαθέτει, να μπορεί να κατανοήσει τους κινδύνους που συνεπάγεται η συναλλαγή..». Περαιτέρω, το άρθρο 16
(1)της Κ.Δ.Π 558/07 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Η τράπεζα διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη στον τομέα των επενδύσεων περιλαμβάνουν τα στοιχεία που αναφέρονται κατωτέρω, στο μέτρο που είναι κατάλληλα για τη φύση του πελάτη, το είδος και την έκταση της υπηρεσίας που θα παρασχεθεί και τον προβλεπόμενο τύπο προϊόντος ή συναλλαγής, περιλαμβανομένης της πολυπλοκότητάς τους και των κινδύνων που συνεπάγονται: (α) τα είδη των υπηρεσιών, των συναλλαγών και των χρηματοοικονομικών μέσων με τα οποία είναι εξοικειωμένος ο πελάτης· (β) το είδος, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του πελάτη σε χρηματοοικονομικά μέσα και την περίοδο εντός της οποίας πραγματοποιήθηκαν· (γ) το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα ή συναφές προηγούμενο επάγγελμα του υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη.». Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι Ενάγοντες υπέγραψαν την σχετική αίτηση για απόκτηση των ΜΑΚ και υπόγραψαν διαβεβαίωση με την οποία βεβαίωναν ότι έχουν τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης τους και δήλωναν ότι αποδέχονται τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο, ως επίσης ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Επιπρόσθετα, στην αίτηση τους για απόκτηση των ΜΑΕΚ, και στην αίτηση για μετατροπή τους σε ΥΜΟ ρητά δήλωναν ότι αναγνωρίζουν τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο και ότι δεν τους παρασχέθηκε οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της (Βλ.Έγγραφο Χ5.2, Χ5.3, Χ5.4). Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω ενυπόγραφων δηλώσεων των Εναγόντων κρίνω ότι η Τράπεζα δεν παρέβη την υποχρέωση της, ως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 36(δ) του Νόμου. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 36
(1)(δ): «.εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή». Κρίνω ότι με βάση τα πιο πάνω η προειδοποίηση που είχε δοθεί στους Ενάγοντες ήταν εντός των πλαισίων του Ν.144(Ι)/2007. ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ Η θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης 1 ήταν ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες κωλύονται από το να ισχυρίζονται κάτι διαφορετικό από τα όσα δήλωσαν στα πιο πάνω Έγγραφα. Επικαλούνται κώλυμα λόγω δήλωσης σε έγγραφο (estoppel by deed). Επομένως το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο ο κανόνας του κωλύματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ώστε η εναγόμενη 1 να διαφύγει των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Νόμος. To κώλυμα λόγω δηλώσεων σε έγγραφα είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει (βλ. Διονά ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Π.Ε. 182/2011, 24/5/2016, με αναφορά στην Χατζηστυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β ΑΑΔ 989, 993). Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence 19th Ed, Chapter 5 - Estoppels, par. 5-04, καταγράφονται τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα που απασχολεί : «A court will not give effect to an estoppel when to do so would be to condone illegality. Thus, where a landlord and tenant entered into an agreement aimed at depriving the tenant of his statutory rights in respect of an agricultural tenancy, it was held that there was no estoppel by convention, because the parties could not achieve by an estoppel based on common intention a result which they could not have achieved by express agreement.» Περαιτέρω, σχετική είναι η υπόθεση Prime Sight Ltd v Lavarello [2013] 4 All ER 659 στην οποία κρίθηκε ότι δεν αντιστρατευόταν το δημόσιο συμφέρον (public policy) τα μέρη σε μια συμφωνία να συμφωνούν ότι κάποια γεγονότα υφίσταντο μεταξύ τους για τους σκοπούς της συμφωνίας έστω και αν γνώριζαν ότι τα γεγονότα ήταν στην πραγματικότητα διαφορετικά. Λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Parties are ordinarily free to contract on whatever terms they choose and the court's role is to enforce them. There are exceptions and qualifications, but these too are part of the general law of contract. In Greer v Kettle [1937] 4 All ER 396, [1938] AC 156 Lord Maugham referred to fraud, illegality, mistake and misrepresentation. Similarly, just as a court may refuse in some circumstances to enforce a contract on grounds of public policy (a topic closely related to illegality), the same will apply to a contractual convention. So in Welch v Nagy [1949] 2 All ER 868, [1950] 1 KB 455 the Court of Appeal held that just as parties to an agreement to rent unfurnished premises were not competent to contract out of provisions of the Rent Restriction Acts which protected tenants under such agreements, so a tenant could not be estopped from proving that a tenancy was an unfurnished tenancy by entering into an agreement which described it as a furnished tenancy. The effect of such an estoppel would have been to confer on the courts a jurisdiction which Parliament had said that they should not have, namely an untrammelled power to make orders for possession of unfurnished premises. In short, contractual estoppels are subject to the same limits as other contractual provisions, but there is nothing inherently contrary to public policy in parties agreeing to contract on the basis that certain facts are to be treated as established for the purposes of their transaction, although they know the facts to be otherwise. » Προκύπτει, συνεπώς ότι στις περιπτώσεις όπου επιχειρεί μέρος στη συμφωνία να τη θέσει εκτός νομοθετικού πλαισίου που έχει θεσπιστεί ώστε ακριβώς να ρυθμίζεται η εν λόγω συμφωνία η επίκληση κωλύματος θα αποτύχει. Ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου η νομοθετική ρύθμιση θεσπίστηκε για να προστατεύει καταναλωτές. Αντίθετη προσέγγιση θα καθιστούσε τον Ν.144(Ι)/2007 και κατ' επέκταση την MiFID ανεφάρμοστη με αποτέλεσμα ο εκάστοτε επενδυτής να αποστερηθεί την προστασία που του παρέχει Νόμος. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ......... Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο