ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. P. DEMOU & D. PAREKLISITIS DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 1409/2018, 7/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1409/2018 Μεταξύ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντας -και- P. DEMOU & D. PAREKLISITIS DEVELOPERS LTD (HE122463) Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 7 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Β. Σταυρινού για Σπύρος Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Μ. Μαστορούδης για Ντίνος Μαστορούδης & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγόμενων ποσό €11.900.-, ως οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας ή και δυνάμει τιμολογίου ή και δυνάμει εκτελεσθείσας και παραδοθείσας εργασίας ή και δυνάμει κατάστασης λογαριασμού ή και ως αποζημιώσεις και ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ή της επιείκειας και ή άλλως πως. Ο ενάγοντας είναι ξυλουργός και οι εναγόμενοι συνεργάζονταν μαζί του. Σύμφωνα δε με τον ενάγοντα, του ανατέθηκαν οι ξυλουργικές εργασίες σε σχέση με την αναδιαμόρφωση εκθεσιακού και ευρύτερου εσωτερικού και εξωτερικού χώρου Μουσείου στο Μαζωτό και συμφωνήθηκε το ποσό των €27.
- Ακολούθως, συμφωνήθηκε η αποπεράτωση επιπρόσθετων εργασιών για το ποσό των €8.400, ως ήταν η δίκαιη και ή εύλογη αμοιβή, ήτοι σύνολο €35.
- Ο ενάγοντας διατηρούσε σχετικό λογαριασμό, όπου καταχωρούνταν οι δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων και ή εξέδιδε πιστοποιητικά πληρωμής και ή τιμολόγια. Ο ενάγοντας, κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2018, εκτέλεσε και ή ολοκλήρωσε τη συμφωνηθείσα εργασία και οι εναγόμενοι την βρήκαν της τέλειας αρεσκείας τους. Οι εναγόμενοι προέβησαν σε διάφορες πληρωμές και κατά ή περί τον Μάϊο του 2018, ο λογαριασμός των εναγόμενων παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €11.
- Παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντα και των δικηγόρων του προς τους εναγόμενους, οι τελευταίοι παραλείπουν και ή αρνούνται και ή αμελούν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Είναι δε η θέση του, άνευ βλάβης των ανωτέρω, ότι οι εναγόμενοι πλούτισαν αδικαιολόγητα εις βάρος του παράνομα και ή χωρίς νόμιμη αιτία, στο ποσό που αναφέρεται ανωτέρω. Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι κατόπιν σχετικής συμφωνίας ανέλαβαν, ως εργοληπτική εταιρεία, την εκτέλεση εργασιών αναδιαμόρφωσης του εκθεσιακού και ευρύτερου εσωτερικού και εξωτερικού χώρου Μουσείου στο Μαζωτό. Δεν σύναψαν καμία απολύτως συμφωνία με τον ενάγοντα και ούτε του ανέθεσαν την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας αναφορικά με το έργο. Οι οποιεσδήποτε εργασίες εκτελέστηκαν από τον ενάγοντα, ανατέθηκαν σ' αυτόν ή και έγιναν κατόπιν συμφωνίας με τρίτο πρόσωπο, το οποίο ενεργούσε ως υπεργολάβος των εναγόμενων κατά την διεξαγωγή των εργασιών για την αποπεράτωση του έργου. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν από τον ενάγοντα κατά τρόπο πλημμελή, ελλιπή, ελαττωματικό και ή χωρίς την δέουσα επιμέλεια, φροντίδα και προσοχή, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα, ελαττώματα, ελλείψεις και κακοτεχνίες, με συνέπεια να χρήζουν επιδιόρθωσης, γεγονός το οποίο διαπιστώθηκε και υποδείχθηκε τόσο από τους ιδιοκτήτες του μουσείου όσο και από τον αρμόδιο πολιτικό μηχανικό του έργου, χωρίς όμως ο ενάγοντας ν' ανταποκριθεί και να προβεί στην επιδιόρθωση των πιο πάνω. Σε σχέση με τη θέση του ενάγοντα για πληρωμές που έγιναν, αναφέρουν ότι κατόπιν παράκλησης του υπεργολάβου, ο οποίος είχε συμβληθεί με τον ενάγοντα και επειδή ο υπεργολάβος αδυνατούσε να τον πληρώσει, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα ποσό ως προκαταβολή, αποκλειστικά και μόνο εκ μέρους και δια λογαριασμό του υπεργολάβου. Τέλος, αναφέρουν ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στον ενάγοντα από οποιαδήποτε αιτία και ζητούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους. Ο ενάγοντας στην απάντηση του στην υπεράσπιση, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόμενων. Ως αναφέρει οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και τίθενται σε μια προσπάθεια αποποίησης των ευθυνών τους και των όσων νομίμως δικαιούται ο ενάγοντας. Επίσης αναφέρει ότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν στην καταβολή του ποσού ως προκαταβολή, αλλά προέβησαν σε διάφορες πληρωμές έναντι της κατάστασης λογαριασμού που διατηρείτο από μέρους του ενάγοντα. Τέλος, διερωτάται πως είναι δυνατό να προωθούν ισχυρισμούς ότι δεν ανέθεσαν την εκτέλεση οποιοδήποτε εργασιών στον ενάγοντα και δεν του οφείλουν οποιοδήποτε ποσό από οποιαδήποτε αιτία, όταν ειδοποιήθηκαν δεόντως από τους δικηγόρους του με αποστολή επιστολών και δεν αρνήθηκαν το περιεχόμενο τους, αλλά αντίθετα επικοινώνησαν με τον ενάγοντα και ή αντιπρόσωπο του και ζήτησαν πίστωση χρόνου για αποπληρωμή. Επαναλαμβάνοντας δε τους ισχυρισμούς του στην έκθεση απαίτησης, αξιώνει την απόρριψη της υπεράσπισης και την έκδοση απόφασης υπέρ του ως η έκθεση απαίτησης. Παρά το γεγονός ότι το επίδικο ποσό της υπόθεσης υπερβαίνει τις €3.000, το Δικαστήριο, έχοντας κατά νουν τους Περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022, αφού άκουσε τους συνηγόρους και έλαβε υπόψη του τη φύση της υπόθεσης και τα επίδικα θέματα, αποφάσισε τη διεξαγωγή της ακρόασης με γραπτές μαρτυρίες. Για την πλευρά του ενάγοντα, κατατέθηκε γραπτή μαρτυρία του ίδιου, ενώ, για την πλευρά των εναγόμενων, κατατέθηκε γραπτή μαρτυρία του Δήμου, ο οποίος είναι διευθυντής τους. Σημειώνω ότι αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν το μάρτυρα της άλλης πλευράς, επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, εντούτοις καμία τέτοια αντεξέταση επιχειρήθηκε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία επομένως, θα προσεγγιστεί με γνώμονα και τις αρχές που αφορούν στις συνέπειες που η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ισχυρισμών συνεπάγεται, ήτοι ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων εμπεριέχεται στις γραπτές αγορεύσεις που αυτοί παρέδωσαν στο Δικαστήριο και τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω. Στο σημείο αυτό, αναφέρω πως δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και θ' αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι, εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Υπενθυμίζεται επίσης εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο. Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24/7/
- Διεξήλθα με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία. Κατ' αρχήν θα πρέπει να τονιστεί πως ο ενάγοντας, δεν ανέφερε ποτέ ότι καθ' οιονδήποτε χρόνο, είτε προφορικά είτε γραπτώς, ήρθε σε απευθείας συμφωνία με τους εναγόμενους για την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών. Επισυνάπτει στη μαρτυρία του «αναλυτική έκθεση / κατάσταση και κοστολόγηση που συμφωνήθηκε και εγκρίθηκε» για τις εργασίες που του ανατέθηκαν. Είναι ξεκάθαρο ότι το έγγραφο που επισυνάπτει αποτελεί απόσπασμα ή και μέρος εγγράφου. Εξ' όσων γίνεται αντιληπτό το συγκεκριμένο απόσπασμα αφορά τις ξυλουργικές εργασίες, όμως καμία εξήγηση δεν έχει δοθεί για την μη επισύναψη του εγγράφου ολοκληρωμένου, για να μπορέσει να διαπιστώσει το Δικαστήριο, κυρίως, υπό το φως και της κύριας θέσης των εναγόμενων, μεταξύ ποιων συμφωνήθηκε και ποιος ενέκρινε τις εργασίες. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, παραμένει ένα μεγάλο κενό στη μαρτυρία του ενάγοντα. Με αυτά υπόψη, θα έλεγα πως ουσιαστικά επιβεβαιώνεται η βασική θέση των εναγόμενων και συγκεκριμένα ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ τους η εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών στο επίδικο μουσείο. Είναι ξεκάθαρο από τη συμφωνία που επισυνάπτουν οι εναγόμενοι, ότι οι τελευταίοι ανέλαβαν την αναδιαμόρφωση του εκθεσιακού και ευρύτερου εσωτερικού και εξωτερικού χώρου μουσείου στο Μαζωτό (στο εξής το Έργο) και συμφώνησαν με κάποια εταιρεία Α.ΙΣΣΑ & Μ.ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΛΤΔ (στο εξής ο Υπεργολάβος) την εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου. Οι ισχυρισμοί δε των εναγόμενων, ότι δηλαδή είναι ο υπεργολάβος που συμφώνησε και ανέθεσε στον ενάγοντα τις ξυλουργικές εργασίες που αφορούσαν το έργο, καθώς επίσης ότι οι εναγόμενοι γνώρισαν για πρώτη φορά τον ενάγοντα κατά την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών στο έργο, παρέμειναν αναντίλεκτοι. Σε συνέχεια δε των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι επιπρόσθετες εργασίες συμφωνήθηκαν με τον πολιτικό μηχανικό / αρχιτέκτονα που ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόμενων. Κατ' αρχήν δεν έχει δικογραφηθεί από μέρους του ενάγοντα ο συγκεκριμένος ισχυρισμός. Ο ενάγοντας λέει στην έκθεση απαίτησης του ότι ζητήθηκαν από τους εναγόμενους οι επιπρόσθετες εργασίες και συμφωνήθηκε μεταξύ τους η εκτέλεση τους και όχι ότι ζητήθηκαν από τον πολιτικό μηχανικό / αρχιτέκτονα που ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Πρόκειται βεβαίως για έναν ουσιαστικό ισχυρισμό, ο οποίος θα έπρεπε να δικογραφηθεί και να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους ν' απαντήσουν. Γι' αυτό ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα των πιο πάνω, κανένα έγγραφο δεν έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ούτε και δίνονται από μέρους του ενάγοντα οιεσδήποτε πειστικές λεπτομέρειες. Πότε έγινε τούτο, τι λέχθηκε μεταξύ τους και κάτω από ποιες συνθήκες, ή ακόμα ποιος εξουσιοδότησε τον πολιτικό μηχανικό / αρχιτέκτονα να δεσμεύσει τους εναγόμενους, οι οποίοι υπενθυμίζεται αποτελούν νομικό πρόσωπο, είναι στοιχεία άγνωστα. Αντίθετα, με βάση την αλληλογραφία που έχουν επισυνάψει οι εναγόμενοι, συνάγεται ότι οι αρχιτέκτονες-πολιτικοί μηχανικοί του έργου έδιναν συνεχώς αρχιτεκτονικές οδηγίες στους εναγόμενους και προέβαιναν σε παρατηρήσεις εκ μέρους του εργοδότη των τελευταίων. Δεν έχει καμία λογική όμως να συνάπτουν συμφωνίες εκ μέρους τους και να τους δεσμεύουν. Εφόσον ο ενάγοντας συμφώνησε την εκτέλεση των εργασιών με τον υπεργολάβο, η λογική υπαγορεύει ότι τυχόν επιπρόσθετες εργασίες θα συμφωνούνταν μαζί του. Κοντολογίς, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ενάγοντα απορρίπτεται ως εκτός δικογράφων και σε κάθε περίπτωση ως γενικός και αόριστος, αλλά και ως μη λογικός. Αν οι εναγόμενοι έρχονταν σ' επαφή με τον ενάγοντα, κατά την εκτέλεση των εργασιών, σε σχέση με τροποποιήσεις κλπ., ως αναφέρει ο ενάγοντας, δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζω ότι είναι οι εναγόμενοι που ανέλαβαν την εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου και είναι οι τελευταίοι που συνεχώς δέχονταν αρχιτεκτονικές οδηγίες και παρατηρήσεις, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία που επισυνάπτουν. Στις οδηγίες και παρατηρήσεις περιέχονταν και ζητήματα που είχαν σχέση με τις ξυλουργικές εργασίες. Οι εναγόμενοι ήταν υπόλογοι έναντι του εργοδότη τους. Συνεπώς αποτελούσε υποχρέωση τους και ήταν απόλυτα λογικό, να υπάρχει ενδιαφέρον εκ μέρους τους και να έχουν λόγο στην εξέλιξη του έργου, διατηρώντας επαφή με όλους τους εμπλεκόμενους. Οι εναγόμενοι δέχονται ότι εξέδωσαν και παρέδωσαν στον ενάγοντα τις επιταγές που αναφέρει ο τελευταίος στη μαρτυρία του. Πρόκειται για 3 επιταγές, συνολικού ποσού €22.000.-. Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί, δεν μπορώ ν' αποδεχτώ ότι το ποσό δόθηκε στη βάση κάποιας συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενων. Από την άλλη, η εξήγηση που δίνει ο Δήμου για το λόγο που εκδόθηκαν οι επιταγές, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη δικογραφημένη θέση των εναγόμενων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Δήμου, ο ενάγοντας σε κάποια στιγμή, μετά την εκτέλεση μέρους των ξυλουργικών εργασιών, παρακάλεσε τους εναγόμενους να τον πληρώσουν εκ μέρους και για λογαριασμό του υπεργολάβου, έναντι της αμοιβής του, καθώς ο τελευταίος ισχυριζόταν οικονομική αδυναμία να τον πληρώσει. Στην υπεράσπιση τους όμως, οι εναγόμενοι λένε κάτι άλλο. Το ποσό πληρώθηκε στον ενάγοντα ως προκαταβολή, κατόπιν παράκλησης του υπεργολάβου, ο οποίος αδυνατούσε να πληρώσει τον ενάγοντα. Συνεπώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ό,τι αποδεδειγμένα ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι πως σε κάποια στιγμή, για άγνωστο λόγο, οι εναγόμενοι πλήρωσαν στον ενάγοντα το εν λόγω ποσό έναντι των ξυλουργικών εργασιών που εκτέλεσε. Η διάθεση του ενάγοντα να μην αποκαλυφθεί η όλη αλήθεια, προκύπτει θεωρώ και από το εξής. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, έλαβε επιπρόσθετο ποσό €2000 από τον υπεργολάβο του έργου, εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόμενων. Δεν δίνει όμως καμία λεπτομέρεια αναφορικά με τη συγκεκριμένη πληρωμή. Αναμενόταν απ' αυτόν να δώσει τουλάχιστον μια εξήγηση για το λόγο που αυτή τη φορά πληρώθηκε από τον υπεργολάβο και όχι από τους εναγόμενους ή και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η συγκεκριμένη πληρωμή. Με ποιόν μίλησε εκ μέρους του υπεργολάβου, τι συζήτησαν και πότε έγινε αυτό; Επίσης, είναι οι εναγόμενοι που εξουσιοδότησαν την πληρωμή και αν όχι, τι ακριβώς έγινε; Η μη παροχή εξήγησης από μέρους του για τη συγκεκριμένη πληρωμή, θεωρώ πως εκτός από το κενό που αφήνει στη μαρτυρία του, δείχνει ουσιαστικά προς την κατεύθυνση της εκδοχής των εναγόμενων. Να λεχθεί επίσης πως δεν θεωρώ ότι επειδή οι εναγόμενοι δεν απάντησαν στις επιστολές του ενάγοντα, συνεπάγεται αποδοχή του χρέους. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ πως δεν αναμενόταν από τους εναγόμενους ν' απαντήσουν στις επιστολές, ώστε η παράλειψη τους να το πράξουν να συνιστά ενδεχομένως παραδοχή (βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ.275-277) Στο σημείο αυτό, αν και ίσως εκ του περισσού, να πω ότι με βάση τον ενάγοντα αξιώνεται το ποσό που οφείλεται «δυνάμει συμφωνίας ή/και δυνάμει τιμολογίου ή/και δυνάμει εκτελεσθείσας και παραδοθείσας εργασίας ή/και δυνάμει καταστάσεις λογαριασμών ή/και ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή της επιείκειας και/ή ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται και/ή άλλως πως.» Μόνον σύγχυση και μη καθαρές θέσεις προκύπτουν από τα πιο πάνω, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω αποτελούν πιστή αντιγραφή του λεκτικού που χρησιμοποιήθηκε στην έκθεση απαίτησης και το οποίο σημειώνω καταγράφεται αυτούσιο και στην τελική αγόρευση. Ένας ενάγοντας, κατά το στάδιο που παρουσιάζει τη μαρτυρία του, αναμένεται να έχει καθαρές θέσεις και να μην επαναλαμβάνει απλά όσα καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, με διαζευκτικούς μάλιστα ισχυρισμούς. Λέγοντας αυτά, να τονίσω εδώ πως ο ενάγοντας δεν ανέφερε ποτέ ότι εξέδωσε τιμολόγιο, ούτε έχει παρουσιάσει οιονδήποτε τιμολόγιο. Επίσης, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν αναφέρει ότι τηρείτο κατάσταση λογαριασμού κατά την εκτέλεση των εργασιών επ' ονόματι των εναγόμενων και ότι αυτή αποστάλθηκε οποτεδήποτε στους εναγόμενους. Η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτει, αποτελεί προφανώς μια εκ των υστέρων καταγραφή των χρεώσεων και των πιστώσεων. Τέλος, παρατηρώ ότι παρά την αναφορά του σε αρχές της επιείκειας και αδικαιολόγητο πλουτισμό, καμία νομική ανάλυση δεν εντοπίζεται στην αγόρευση των δικηγόρων του. Σε ότι αφορά τώρα τη θέση του Δήμου περί ελαττωματικών ή ελλιπών εργασιών, αυτή απορρίπτεται. Δεν έχει προσκομιστεί συγκεκριμένη μαρτυρία για το θέμα αυτό και βεβαίως η παρουσίαση κάποιων επιστολών είτε από τον Έφορο του Μουσείου είτε από τους Αρχιτέκτονες-Μηχανικούς του έργου, με την υπόδειξη συγκεκριμένων εργασιών που θα έπρεπε να γίνουν, δεν είναι ικανή ν' αποδείξει το συγκεκριμένο ισχυρισμό. Ούτε υπάρχει εικόνα στο Δικαστήριο τι ακριβώς δεν εκτελέστηκε ή δεν εκτελέστηκε σωστά, σύμφωνα πάντα με τη θέση των εναγόμενων. Επίσης, καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι ανατέθηκε σε άλλο ξυλουργό η επιδιόρθωση των προβλημάτων και κακοτεχνιών και ότι καταβλήθηκε σ' αυτόν οποιοδήποτε ποσό. Εξάλλου, ο τελευταίος ισχυρισμός δεν έχει δικογραφηθεί και ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, η εκδοχή του ενάγοντα απορρίπτεται. Ο ενάγοντας βρίσκω πως δεν ήταν ειλικρινής και απέκρυψε την αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία του παρουσιάζει κενά και σύγχυση, δεν συνάδει με τη λογική και δεν είναι πειστική. Αντίθετα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Δήμου, με εξαίρεση το μέρος εκείνο που έχει αναφερθεί ανωτέρω. Διευκρινίζω εδώ ότι η απόρριψη του μέρους της μαρτυρίας του που αναφέρθηκε, δεν θεωρώ πως επηρεάζει την αξιοπιστία του γενικότερα και την εκδοχή των εναγόμενων περί μη σύναψης οιασδήποτε συμφωνίας με τον ενάγοντα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, βρίσκω ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν την αναδιαμόρφωση του εκθεσιακού και ευρύτερου εσωτερικού και εξωτερικού χώρου μουσείου στο Μαζωτό και συμφώνησαν με τον υπεργολάβο την εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου. Καμία συμφωνία δεν έγινε μεταξύ του ενάγοντα και των εναγόμενων για την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών στο έργο. Οι ξυλουργικές εργασίες ανατέθηκαν στον ενάγοντα από τον υπεργολάβο. Οι λεπτομέρειες της μεταξύ τους συμφωνίας είναι άγνωστες. Ο διευθυντής των εναγόμενων, δηλαδή ο Δήμου, γνώρισε τον ενάγοντα κατά την εκτέλεση των εργασιών. Σε κάποια στιγμή, για άγνωστο λόγο, οι εναγόμενοι πλήρωσαν στον ενάγοντα ποσό €22.000 έναντι των ξυλουργικών εργασιών που εκτέλεσε. Το ερώτημα στην παρούσα υπόθεση, είναι αν προσκομίστηκε τέτοια αποδεκτή μαρτυρία από τον ενάγοντα, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για ν' αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι η άλλη πλευρά οφείλει το αξιούμενο ποσό. Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω, βρίσκω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Επισημαίνω ότι η πληρωμή του ποσού που αναφέρθηκε, δεν αναδεικνύεται μέσω της μαρτυρίας ως κάτι σημαντικό, ώστε να διαφοροποιείται η εικόνα που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη πληρωμή δεν έχει αποδειχθεί ότι έγινε στο πλαίσιο κάποιας απευθείας συμφωνίας των εναγόμενων με τον ενάγοντα, μετά την έναρξη των εργασιών, για την συνέχιση ή ολοκλήρωση των ξυλουργικών εργασιών στο έργο με απευθείας πληρωμές από τους εναγόμενους. Σημειώνεται επίσης πως ο ενάγοντας δεν εξέδωσε ποτέ τιμολόγιο ή κάποια απόδειξη εν σχέση με την πληρωμή που έγινε, από τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να εντοπιστεί κάποια σημείωση ή ένδειξη συμφωνίας. (βλ. σχετικά την Πολιτική Έφεση Αρ. 359/2013,
- R. P. LEGGOTT, κ.α. v. S.B. MOSAIC LTD, ημερ.28 Αυγούστου 2020). Κάτι τελευταίο. Όπως έχει αναφερθεί, ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συγκεκριμένα, στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι πλούτισαν αδικαιολόγητα εις βάρος του ενάγοντα παράνομα και ή χωρίς νόμιμη αιτία. Επαναλαμβάνω ότι καμία ανάλυση δεν εντοπίζεται επί του θέματος στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρω πολύ επιγραμματικά τα εξής. Το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί τα ακόλουθα: «
- Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε. » Όπως προβάλλεται μέσα από τη νομολογία, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας, ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλέπε Παναγιώτης Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1077). Οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία (βλ. Παναγιώτης Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανωτέρω και Ismini Kyriacou Hjiloizi & others v. Irini Ioan
(1963)2 C.L.R. 11) για τη θεμελίωση δικαιώματος στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: (α) Η πράξη να είναι νόμιμη. (β) Πρέπει να γίνεται για άλλο πρόσωπο. (γ) Πρέπει να γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει πρόθεση να ενεργεί χαριστικώς και (δ) Το πρόσωπο για το οποίο η πράξη γίνεται πρέπει να απολαμβάνει το όφελος από αυτή. Στην Πολιτική Έφεση αρ.278/2010, 1. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ, κ.α. v. Δημήτριου Κάκαβου, ημερ.15/10/15, λέχθηκαν τα εξής: " Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjustenrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. MansonInvestments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-
- Στην προκείμενη περίπτωση, από τη μαρτυρία προέκυψε αδιαμφισβήτητα η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία καταρτίστηκε εν μέρει προφορικώς και εν μέρει εγγράφως. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος είχε επικοινωνήσει προσωπικά με την εφεσείουσα 2 επιδεικνύοντας το ενδιαφέρον του για την απόκτηση μετοχών και στη βάση των παραστάσεων που έγιναν συμφώνησαν στην εκ μέρους του αγορά των μετοχών στη PSD, έναντι του ποσού των 8.500 ΛΚ. Στη βάση αυτής της προφορικής συμφωνίας και τις παραστάσεις που έγιναν, ο εφεσίβλητος απέστειλε τα χρήματα στο λογαριασμό της εφεσείουσας 1 και τούτο επιβεβαιώθηκε με το Τεκμήριο 14, το οποίο αφορά τη μεταφορά του ποσού από τράπεζα της Γερμανίας και κατ΄ εντολή του εφεσίβλητου προς το λογαριασμό της εφεσείουσας
- Περαιτέρω, το Τεκμήριο 15 αφορούσε την εντολή που έδωσε ενυπογράφως ο εφεσίβλητος προς την εφεσείουσα 1 με ημερομηνία έκδοσης 4.4.2000, εξουσιοδοτώντας την εφεσείουσα 1 να αγοράσει 21.570 μετοχές στην PSD έναντι του συνολικού ποσού των 29.330 γερμανικών μάρκων. Τα Τεκμήρια 1 και 2 επίσης επιβεβαιώνουν τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εφόσον αυτά αποτελούνται από επιστολές της εφεσείουσας 1, με την υπογραφή της εφεσείουσας 2, προς τον εφεσίβλητο στη Γερμανία με τις οποίες επιβεβαιώθηκαν οι οδηγίες του τελευταίου για την αγορά μετοχών και ότι οι σχετικές μετοχές στην PSD θα μεταβιβάζονταν από το χαρτοφυλάκιο της εφεσείουσας
- Στη βάση της επελθούσας συμφωνίας που επιβεβαιώθηκε μετά και το 2005, ακολούθησε η υπαναχώρηση των εφεσειόντων ούτως ώστε ο εφεσίβλητος να δικαιούτο σε αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης συμφωνίας. Είναι γνωστό ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά, (Alpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679 και A. PanayidesContracting Ltd v. M.& M. Frangos Engineering and Contracting Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136). Σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας ενός των μερών, το αναίτιο μέρος δικαιούται στο δίκαιο των αποζημιώσεων να ακυρώσει τη σύμβαση ώστε να μην είναι ο ίδιος υπόλογος για οποιαδήποτε δική του υποχρέωση, να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε και να αναζητήσει αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους ή οποιαδήποτε απώλεια έχει υποστεί λόγω της παράβασης της συμφωνίας, (δέστε Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» σελ. 744, κ.ε.). Αποτελεί περαιτέρω δεδομένο στα γεγονότα της εκδικασθείσας υπόθεσης ότι παρά την επιδίωξη εκ μέρους του εφεσίβλητου απόδοσης λογαριασμών ως προς τα χρήματα που κατέβαλε στους εφεσείοντες, υπό τύπο βεβαίως απώλειας ευκαιρίας ή κέρδους, η θεραπεία αυτή δεν προωθήθηκε. Επομένως ο εφεσίβλητος δικαιούτο απλά να ανακτήσει το καταβληθέν υπό αυτού ποσό ως αποζημίωση για τη διάρρηξη της συμφωνίας και αυτό αποτελεί μια κλασσική θεραπεία του δικαίου των συμβάσεων. Αυτή, θα ήταν η ορθότερη προσέγγιση από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου ώστε να αντιμετωπισθεί η περίπτωση ως μια καθαρή διάρρηξη συμφωνίας. Όμως και η αποκατάσταση, που είναι στο επίκεντρο των αποζημιώσεων για την παράβαση της συμφωνίας, μπορούσε να δοθεί εφόσον στην ουσία δεν δόθηκε καμία απολύτως αντιπαροχή εκ μέρους των εφεσειόντων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Koffan and Macdonald: "The Law of Contract" 6η έκδ. σελ. 577-578, παρ. 21.25, κατά κανόνα στην περίπτωση όπου ο ενάγων έχει ωφελέσει τον εναγόμενο με την καταβολή χρημάτων, η διάρρηξη της συμφωνίας θα επιφέρει τον τερματισμό της ώστε να είναι δυνατή η αποκαταστατική θεραπεία χωρίς να θεωρείται ότι υπάρχει άλλη επέμβαση στις δοσοληψίες των διαδίκων. Η βάση της ανάκτησης είναι ο πλουτισμός του εναγομένου και όχι η απώλεια του ενάγοντα και ο λόγος που ο πλουτισμός θεωρείται άδικος, είναι η πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής. " Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι δεν είχαν καμία συμβατική σχέση με τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας εκτέλεσε ξυλουργικές εργασίες στο έργο, κατόπιν συμφωνίας με τον υπεργολάβο και όχι με τους εναγόμενους. Οι τελευταίοι ανέλαβαν την αναδιαμόρφωση του εκθεσιακού και ευρύτερου εσωτερικού και εξωτερικού χώρου του Μουσείου και προφανώς δεν ήταν ούτε οι ιδιοκτήτες ούτε οι διαχειριστές του Μουσείου. Ο ενάγοντας ουδέν έπραξε για λογαριασμό των εναγόμενων και προέκυψε συνεπεία τούτου άδικος πλουτισμός. Σε κάθε περίπτωση, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αποκόμιση οφέλους από τους εναγόμενους λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης ή και για αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγόμενων σε βάρος του ενάγοντα. Συνοψίζοντας, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε ν' αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή του, η οποία αποτυγχάνει. Κατάληξη Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ.) ............ Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο