← Κύπρος

Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 1830/2015, 4/4/2023

Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 1830/2015, 4/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1830/2015 Μεταξύ: Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγόντων -και-

  1. ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
  2. ΜΑΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
  3. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΠΑΝΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 04 Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Π. Αβραάμ μαζί με την κα Α. Δημητριάδου Για εναγόμενους: κ. Χρ. Πουτζιουρής ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων το ποσό των €234.281,61 πλέον τόκους προς 8.75% ετησίως επί ποσού €225.663,10 από 01/07/2015 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την πώληση του ακινήτου της Εναγόμενης 2 το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη με αρ. Y2063/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 28/03/2011, παραχώρησαν δάνειο ύψους €220.000 προς τους Εναγόμενους το οποίο θα εξασφαλιζόταν με την Υποθήκη την οποία η Εναγόμενη 2 συνήψε κατά τις 28/04/2011 υποθηκεύοντας το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 2-270-374,Τμ.5, Τεμάχιο [ ], στο χωριό Ορμήδεια της Επαρχίας Λάρνακας, μερίδιο ΟΛΟΝ για ποσό €220.000 πλέον τόκους. Λόγω της μη τήρησης των όρων της επίδικης συμφωνίας από τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα λόγω καθυστέρησης και/ή μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων, οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 13/08/2014 προς τους Εναγόμενους τους κάλεσαν να διευθετήσουν τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός δανείου εντός 20 ημερών και τους ενημέρωσαν ότι επί του ποσού των καθυστερήσεων, ο λογαριασμός θα χρεώνεται επιπρόσθετα με τόκο υπερημερίας προς 2%. Λόγω της παράλειψης των Εναγόμενων να ανταποκριθούν στις πιο πάνω επιστολές και δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατό να εξευρεθεί βιώσιμη λύση αναδιάρθρωσης, οι Ενάγοντες με νέες επιστολές προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 21/08/2015 τερμάτισαν τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού δανείου και κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, αρνούνται ουσιαστικά όλους τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς των Εναγόντων και απορρίπτουν τις αξιώσεις τους. Περαιτέρω και συνοπτικά, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται : - Ότι οι όροι του δανείου στις παρα.7 Α-Ε της Ε/Α ήταν παράνομοι, καταχρηστικοί και επιβλήθηκαν μονομερώς στους Εναγόμενους χωρίς να ενημερωθούν προσυμβατικά και/ή χωρίς να τύχουν διαπραγμάτευσης - Ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομο ανατοκισμό και/ή σε χρέωση μη νόμιμων τραπεζικών δικαιωμάτων και/ή μη εγκριθέντων εξόδων και/ή μη νόμιμων τόκων και χρεώσεων και/ή οι επίδικες χρεώσεις ήταν αποτέλεσμα καταχρηστικών όρων και/ή ρητρών - Ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε συναίνεσαν για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, ότι ο λογαριασμός λειτούργησε παράνομα και χρεωνόταν με παράνομες χρεώσεις και τόκους - Ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν με μη νόμιμα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα και με μη νόμιμους τόκους ή που βασίζονταν σε καταχρηστικούς όρους και/ή ο όρος για τόκο υπερημερίας 2% είναι καταχρηστικός και μονομερώς επιβληθείς, ότι οι πρόσθετες επιβαρύνσεις είναι καταχρηστικές ρήτρες και ότι οι επίδικοι όροι της συμφωνίας επιβλήθηκαν μονομερώς από τους Ενάγοντες - Ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε αποδέχτηκαν τη χρέωση τόκου 8.75% και ότι τα αξιούμενα ποσά είναι λανθασμένα - Ότι υπάρχει λανθασμένος υπολογισμός τόκου και ότι ο διαιρέτης αριθμός 360 ημέρες είναι παράνομος και συνιστά καταχρηστική ρήτρα - Ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών καθότι αυτές έγιναν υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης, αθέμιτης επιρροής και εξαναγκασμού από τους Ενάγοντες - Ότι οι χρεωθέντες τόκοι είναι λανθασμένοι, ότι οι συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες που επιβλήθηκαν μονομερώς και χωρίς διαπραγμάτευση και ότι τα αξιούμενα ποσά είναι λανθασμένα - Ότι οι Ενάγοντες ήταν αμελείς κατά τη χορήγηση του δανείου και τη λειτουργία του και/ή παρέβηκαν τα νόμιμα καθήκοντα τους προς τους Εναγόμενους - Ότι η επίδικη σύμβαση δανείου ήταν άκυρη και/ή παράνομη και/ή ακυρώσιμη εφόσον οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν το επίδικο δάνειο και ότι αυτό ήταν σε γνώση των Εναγόντων Στην Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι αξιώνουν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο δάνειο είναι παράνομο και το απαιτούμενο ποσό λανθασμένο και ότι η επίδικη συμφωνία υποθηκεύσεως είναι άκυρη. Ζητούν επίσης Ειδικές Αποζημιώσεις, τόκο και έξοδα. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες ουσιαστικά εμμένουν στους ισχυρισμούς τους και στην νομιμότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς και αξιώσεις των Εναγόμενων. Οι Ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων κάλεσαν μια

(1)μάρτυρα και συγκεκριμένα τη Μάρθα Γεωργίου (ΜΕ1). Από πλευράς των Εναγόμενων κατέθεσε η Άννα Θεολόγου (ΜΥ1). Η ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Ως ανέφερε, από τις 14.10.2019 εργάζεται ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους Ενάγοντες δυνάμει της οποίας έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου. Στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην υπόσταση της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ορμήδειας (ΣΠΕ Ορμήδειας) η οποία κατά τη θέση της παραχώρησε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και στην μετονομασία της, συγχώνευση και μετεξέλιξη της καθώς επίσης και στην υπόσταση των Εναγόντων οι οποίοι είναι εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, κατέχουν άδεια "εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων" και "μη πιστωτικού ιδρύματος" και είναι 100% θυγατρική εταιρεία της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η μάρτυρας αναφέρθηκε στην αίτηση των Εναγόμενων κατά η περί την 21/03/2011 στην πρώην ΣΠΕ Ορμήδειας για παροχή δανείου για το ποσό των €220.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο 6,25% και πληρωτέο σε 180 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €1.996,53 εκάστης. Ως ανέφερε, στις 28/03/2011 προς επίτευξη της εν λόγω συμφωνίας, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 1) και προς τούτο άνοιξαν λογαριασμό για το ποσό των €220.
  1. Όπως φαίνεται στην εν λόγω συμφωνία οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, υπέγραψαν προσωπικά στην παρουσία δύο μαρτύρων, της Σ.Κ. και Ε.Π., οι οποίες κατά τον επίδικο χρόνο ήταν στην υπηρεσία των Εναγόντων. Η ΜΕ1 αναφέρθηκε στους όρους που διέπουν τη συμφωνία δανείου. Σύμφωνα με τον όρο 3(α), το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, «το Συνολικό Επιτόκιο» το οποίο θα αποτελείτο από το Βασικό Επιτόκιο της Συνεργατικής το οποίο θα καθορίζεται από τη Συνεργατική από καιρού εις καιρό, το «Βασικό Επιτόκιο» και την προσαύξηση η οποία επίσης θα καθορίζεται από τη Συνεργατική, «το Περιθώριο». Με βάση τα πιο πάνω ο τόκος με τον οποίο θα χρεωνόταν το δάνειο ήταν: Βασικό Επιτόκιο: 3,75%, Περιθώριο: 2,50%, Συνολικό Επιτόκιο: 6,25%. Ως η ΜΕ1 εξήγησε, ήταν επιπρόσθετος όρος της δανειοδότησης να υπογραφτεί και Έγγραφο Υποθήκης για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου. Υπογράφηκε μεταξύ της Συνεργατικής και της Εναγόμενης 2 την ίδια μέρα ήτοι 28/03/2011, Έγγραφο Υποθήκης για την υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  2. Η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο την Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης Y2063/11 καθώς επίσης και Έγγραφο Υποθήκης το οποίο την συνόδευε (βλ. Τεκμήριο 2). Κατά την υπογραφή των Συμφωνιών και/ή Συμβάσεων και/ή Εγγράφων, αντίγραφα των υπογεγραμμένων Εγγράφων δόθηκαν σε όλους τους Εναγόμενους. Αποτελούσε πάγια τακτική των Εναγόντων όπως όλες οι Συμφωνίες και άλλα Έγγραφα παραδίδονται σε αυτούς που τα υπογράφουν για ανάγνωση τους και τους επεξηγείτο τι υπογράφουν. Όλα τα Έγγραφα υπογράφονταν στην παρουσία των πελατών και των υπαλλήλων των Εναγόντων, εντός του καταστήματος της Συνεργατικής. Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της παραχώρησης του δανείου στους Εναγόμενους. Στη συνέχεια, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 το δάνειο των €220.000 στο λογαριασμό τους. Η ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής υπογεγραμμένη από τους Εναγόμενους ως Τεκμήριο
  3. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους της σύμβασης δανείου, εφόσον παρέλειπαν να καταβάλλουν τις συμφωνημένες δόσεις τους με αποτέλεσμα ο λογαριασμός δανείου τους να παρουσιάζει καθυστερήσεις και παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις ή και οχλήσεις των Εναγόντων για συμμόρφωση προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους τους, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 21/08/2015, με την οποία τερμάτισαν την Συμφωνία Δανείου και κάλεσαν τους Εναγόμενους 1 έως 3 να εξοφλήσουν το χρέος τους, προειδοποιώντας και για τη λήψη δικαστικών μέτρων.(βλ. Τεκμήριο 4). Επίσης με την πιο πάνω επιστολή ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού τους ανερχόταν στο ποσό των €234.275,61 πλέον συσσωρευμένους τόκους εκ ποσού €10.866,54 και ότι ο λογαριασμός τους θα χρεώνεται με αυξημένο επιτόκιο. Η επίδικη επιστολή έχει παραληφθεί από τους Εναγόμενους και ουδέποτε επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν ανταποκρίθηκαν στην επιστολή τερματισμού με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού κατάθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνονται όλες οι πιστώσεις - χρεώσεις και οι τόκοι από την έναρξη του μέχρι σήμερα μαζί με Πιστοποιητικό Δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 (βλ. Τεκμήριο 5). Ακολούθως, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 6) την οποία ετοίμασε με την οποία οι Ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους προς όφελος των Εναγόμενων, μαζί με Πιστοποιητικό Δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  4. Η ΜΕ1 περαιτέρω προχώρησε και εξήγησε τον τρόπο ετοιμασίας της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και έξοδα και έχει εφαρμόσει το συνολικό συμβατικό επιτόκιο, ήτοι 6,25% από την έναρξη λειτουργίας του λογαριασμού των Εναγόμενων μέχρι 31/12/
  5. Περαιτέρω ο τόκος υπολογίστηκε από την αρχή με διαιρέτη 365/366 μέρες προς όφελος των Εναγόμενων. Στη βάση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού το ποσό που οφείλουν σήμερα οι Εναγόμενοι προς τους Ενάγοντες είναι €335.673,64 με τόκο προς 6,25% ετήσια από την 01/01/22 και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξοφλήσεως. Συνεπώς οι Ενάγοντες ζητούν απόφαση για το πιο πάνω ποσό και Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης της Εναγόμενης 2 με αριθμό Υ2063/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και την πώληση του ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού. Στην αντεξέταση της η μάρτυρας ανέφερε ότι το βασικό επιτόκιο καθοριζόταν από την επιτροπή της κάθε Συνεργατικής, έχοντας υπόψη το κόστος των δανείων, καταθέσεων και αγοράς χρημάτων. Οι πιο πάνω είναι οι παράγοντες υπολογισμού του επιτοκίου και, όπως ανέφερε, δεν είναι εις γνώση της περαιτέρω λεπτομέρειες. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης απάντησε ότι δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε επιστολή προς τους Εναγόμενους σε σχέση με τον καθορισμό του επιτοκίου ούτε και κατέχει οποιαδήποτε δημοσίευση στον Τύπο σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου. Οι συμφωνίες που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι είναι οι τυποποιημένες συμφωνίες και σε αυτές προστίθεντο τα σημεία που συμφωνούνταν με αυτούς, π.χ. τα ποσά. Ο όρος 3(α) της συμφωνίας δανείου υπήρχε σε όλες τις συμφωνίες, εκτός από το σημείο καθορισμού του επιτοκίου. Υπήρχε επίσης σε όλες τις συμφωνίες και ο όρος
  6. Ως ΜΥ1 κλήθηκε η κα Άννα Θεολόγου, οικονομολόγος. Η Εταιρεία της, ως ανέφερε, ασχολείται με θέματα αναδιαρθρώσεων και μελετών δανείων. Ετοίμασε και υιοθέτησε στο Δικαστήριο έκθεση αναφορικά με το επίδικο δάνειο την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Στην πιο πάνω έκθεση η ΜΥ1 εξηγεί τι είναι το βασικό επιτόκιο, το οποίο είναι το ίδιο για όλους τους πελάτες της Τράπεζας και τι το περιθώριο, το οποίο μπορεί να διαφέρει από πελάτη σε πελάτη. Το περιθώριο σχετίζεται με τη δανειοληπτική αξιοπιστία του πελάτη και του ρίσκου που αναλαμβάνει μια Τράπεζα για να τον δανείσει. Και τα δύο μαζί συνιστούν το συνολικό επιτόκιο. Ήταν η θέση της ότι, έχοντας μελετήσει τις συμφωνίες Τεκμήρια 1 και 2 της παρούσας υπόθεσης η Τράπεζα καθόρισε τα επιτόκια της (βασικό και κυμαινόμενο) χωρίς να πληροφορήσει το δανειολήπτη πως κυμαίνονται και με βάση ποιους παράγοντες το υπολογίζει, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Ν.160(Ι)/
  1. Αναφέρει, συγκεκριμένα τα ακόλουθα, αυτολεξεί : «5.Έχουμε διεξέλθει όλα τα Τεκμήρια της υπόθεσης που μας έχουν δοθεί και δεν έχουμε εντοπίσει καμία πληροφόρηση των εναγόμενων για τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου τους και άρα είναι η θέση μας ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με το νόμο για να ενημερώσουν Ειδικά τους εναγόμενους για τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου τους. 6.Στο Έγγραφο A που είναι η κατάθεση της μάρτυρας των εναγόντων επαναλαμβάνεται ο όρος
  2. (α) της συμφωνίας δανείου βλέπε (παράγραφοι 12 και 13 (B) του Εγγράφου A) χωρίς πάλιν να αναφέρεται πως υπολογίζεται το βασικό επιτόκιο. Στο Τεκμήριο 5 που είναι οι κανονικές καταστάσεις λογαριασμού δεν καταγράφεται πάλιν ο τρόπος υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και ούτε καν το συνολικό επιτόκιο δεν αναφέρεται σε αυτές. Στην παράγραφο 27 του Εγγράφου A περιορίζεται η αξίωση των εναγόντων κατά τον ισχυρισμό τους στο ποσόν της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 6) στην οποία χρησιμοποιούν τόκο 6,25% από την εκταμίευση του δανείου ως το συνολικό επιτόκιο να ήταν σταθερό επιτόκιο παρά του ότι ο όρος 3.(α) του Τεκμηρίου 1 αναφέρει ξεκάθαρα ότι είναι κυμαινόμενο επιτόκιο. 7.Παρά του ότι ο Συνεργατισμός μέχρι το 2013 δεν ήταν κάτω από την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου εντούτοις πάντα ακολουθούσε και υιοθετούσε τα επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου μέχρι την 31/12/2007 και ο Έφορος Συνεργατικής Ανάπτυξης με την αναμενομένη ένταξη μας στην ευρωζώνη την 01/01/2008 έδωσε οδηγίες σε όλα τα ΣΠΙ για τον τρόπο καθορισμού και επιβολής των βασικών επιτοκίων τους και επισυνάπτω ως Παράρτημα 2 σχετικά έγγραφα που αφορούν το θέμα και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή μου από μελέτες που έκανα και τα οποία δόθηκαν από τον Έφορο Συνεργατικής Ανάπτυξης για κατάθεση σε Δικαστική υπόθεση. Τα ΣΠΙ δεν είχαν δικό τους μηχανισμό και ή υποδομή καθορισμού βασικού επιτοκίου και για αυτό χρησιμοποιούσαν ως βασικά επιτόκια τα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιτόκια ή Euribor. H Ερευνητική Επιτροπή Αρέστη για τα αίτια της κατάρρευσης του Συνεργατισμού έκανε σχετικό εύρημα και για αυτό επιστράφηκαν δεκάδες εκατομμύρια για παράνομες χρεώσεις τόκων σε δανειολήπτες του Συνεργατισμού. 8.Κατά την άποψη μου όπως την αναλύω πιο πάνω οι ενάγοντες δεν έχουν συμμορφωθεί με το άρθρο 3.1 του Ν. 160
(1)/1999 όπως ίσχυε όταν υπογράφηκαν οι συμφωνίες της παρούσας αγωγής και για αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει τι συνέπειες θα έχει αυτή η μη συμμόρφωση των εναγόντων με υποχρέωση τους που ήταν ρητή και ξεκάθαρη από τον νόμο. 9.Δεν συμφωνώ με τα υπόλοιπα του Τεκμηρίου 5 και 6 για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω εφόσον το επιτόκιο δεν ήταν σταθερό και θα έπρεπε να υπάρχει πληροφόρηση και ενημέρωση των εναγόμενων για την τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου τους. Αν η θέση των εναγόντων είναι ότι δεν υπήρξε καμία διακύμανση του βασικού επιτοκίου κατά την διάρκεια του δανείου τότε αυτό δεν θεραπεύει την έλλειψη πληροφόρησης για τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου.» Η ΜΥ1, προέβη επίσης σε έρευνα σε σχέση με τους όρους 3 και 4 της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 1 και την επιβολή τους στους Εναγόμενους. Ως αναφέρει στην Έκθεση της, από την εμπειρία της με την μελέτη υποθέσεων εκατοντάδων πελατών του Συνεργατισμού γνωρίζει ο όρος 4 επιβαλλόταν σχεδόν σε όλους τους πελάτες του Συνεργατισμού εφόσον όλα τα ΣΠΙ χρησιμοποιούσαν πρότυπα συμβόλαια για τους πελάτες τους που τους παρείχε κεντρικά η υπηρεσία του Συνεργατισμού και για αυτό υπήρχαν και υπάρχουν πανομοιότυποι όροι όπως τον όρο 3 και 4 της παρούσας συμφωνίας σε όλες τις συμφωνίες των Συνεργατικών Εταιρειών. Γι' αυτό στο Τεκμήριο 1 υπάρχει η αναγραφή CO-OP/1 που είναι ο κωδικός του είδους της συμφωνίας . Πρόσθεσε, ότι η ίδια έχει κάνει αρκετές καταγγελίες στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Εμπορίου για καταχρηστικές ρήτρες όπως οι όροι 3 και 4 της παρούσας συμφωνίας και ως αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον Νόμο η Υπηρεσία αυτή, μετά από έρευνα της, καταδίκασε και τον Συνεργατισμό για τους όρους αυτούς. Παρέπεμψε στην απόφαση 1/2018 (Παράρτημα 3 στην έκθεση της) όπου τεκμηριώνεται η καταχρηστικότητα των όρων 3 και 4. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο Υπεράσπισης η ΜΥ1 είπε ότι δεν είχε προβεί σε ανάλυση των χρεοπιστώσεων στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Ήταν δε η θέση της ότι η οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου έπρεπε να τεκμηριώνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιήθηκε το ίδιο επιτόκιο (6.25%) από την αρχή μέχρι σήμερα. Κατά το 2011, κατά τη θέση της τα Συνεργατικά Ιδρύματα μπορούσαν να χρησιμοποιούν είτε τα δικά τους επιτόκια είτε τα Ευρωπαϊκά, όφειλαν όμως να ενημερώνουν το δανειολήπτη για τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε δέσμευση να εφαρμόζουν άλλο από το δικό τους επιτόκιο, ήταν η θέση της ότι στις οδηγίες του Εφόρου Συνεργατικής Ανάπτυξης που επισυνάπτει στην έκθεση της αναφέρεται η κατανόηση από τους δανειολήπτες του τρόπου υπολογισμού του βασικού επιτοκίου. Αυτή ήταν η Εποπτική Αρχή και οι οδηγίες της θα έπρεπε να ακολουθηθούν. Σε υποβολή ότι στον όρο 3 της συμφωνίας δανείου υπάρχει η σχετική πληροφόρηση ότι το επιτόκιο ήταν αυτό της Συνεργατικής απάντησε πως δεν υπήρχε πληροφόρηση ως προς το ποια στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν στον υπολογισμό του επιτοκίου, αν ήταν Euribor ή άλλο επιτόκιο και ποιοι παράγοντες λήφθηκαν υπόψη. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με την υποβολή εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων. Η αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων κινήθηκε στο αναμενόμενο πλαίσιο αφού υποστηρίχθηκε η απόδειξη της υπόθεσης του, με αναφορά στις εφαρμοστέες νομικές αρχές και την προσκομισθείσα μαρτυρία (προφορική και γραπτή). Η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης επικεντρώθηκε στην καταχρηστικότητα των όρων των επίδικων συμφωνιών στη βάση μη διαπραγμάτευσης τους και επιβολής τους χωρίς προσυμβατική ενημέρωση των Εναγόμενων. Ήταν η θέση του ότι στην απουσία μαρτυρίας ότι έγινε διαπραγμάτευση των Εναγόντων με τους Εναγόμενους και ενόψει ρητής μαρτυρίας που πρόσφεραν οι Ενάγοντες ότι οι όροι των συμφωνιών ήταν τυποποιημένοι και επιβάλλονταν σε όλους τους πελάτες της Συνεργατικής οι επίδικοι όροι είναι καταχρηστικοί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όσον αφορά τη νομική πτυχή που αφορά οφειλόμενο τραπεζικό χρέος, στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τονίστηκε ότι σε περιπτώσεις που αφορούν τραπεζικά χρέη - είτε αμφισβητείται η απαίτηση είτε δεν αμφισβητείται - θα πρέπει να αποδειχθούν τρία στοιχεία: «α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία, εκ των πραγμάτων θα συναρτηθεί και με την κατάληξη του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων. Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα των Σάντη-Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης
(2014)Κεφάλαιο 3, ΙΑ, η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10/6/13, Re N-BCM [2002] EWCA Civ. 1052 και C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως οδηγό μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία του μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παράλληλα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να γίνεται μικροσκοπικά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489), αλλά να συναρτάται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172). Στο τέλος της ημέρας, τα ευρήματα αξιοπιστίας θα πρέπει να είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και να συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Τέλος, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της σε σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Παπαγεωργίου ν. Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η ΜΕ1 μου προξένησε καλή εντύπωση. Παρουσίασε τις θέσεις των Εναγόντων και τα Τεκμήρια που τις υποστηρίζουν κατά τρόπο συγκροτημένο. Ήταν αρκούντως αναλυτική, χωρίς όμως να επεκτείνεται σε γεγονότα πέραν της προσωπικής της γνώσης ή της πληροφόρησης που έλαβε από το φάκελο της υπόθεσης ή άλλων στοιχείων που περισυνέλεξε στα πλαίσια των καθηκόντων της. Δεν διαπίστωσα να επιδείκνυε υπερβάλλοντα ζήλο, ούτε και να παράθετε δεδομένα κατά τρόπο εχθρικό, μεροληπτικό ή μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Έτσι αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της, όπως και τα Τεκμήρια 1-6 που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Τα ουσιώδη γεγονότα σχετικά με το επίδικο δάνειο προκύπτουν μέσα από έγγραφα τα οποία συνιστούν κοινό υπόβαθρο. Τόσο η συνομολόγηση των επίδικων συμβάσεων όσο και ο τερματισμός τους λόγω μη τήρησης των συμφωνηθέντων και η κοινοποίηση αυτού συνιστούν παραδεκτά, ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Σε σχέση με τη ΜΥ1 αρκεί επί του παρόντος να λεχθεί ότι δεν αμφισβητούνται τα προσόντα της ως οικονομολόγου, με ειδίκευση στα χρηματονομισματικά-χρηματοοικονομικά και με ενασχόληση την εκπόνηση μελετών για αναδιάρθρωση δανείων. Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι πολύ καλά γνωστές και δεν θεωρώ ότι απαιτείται εξαντλητική παράθεσή τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιον του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2298). Το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με άλλους, συνήθεις μάρτυρες, είναι πως οι εμπειρογνώμονες δύνανται να αναφέρουν τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από γεγονότα και περαιτέρω, τη γνώμη τους για θέματα τα οποία όμως άπτονται της ειδικότητας ή της εμπειρίας τους (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 573). Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν αποδυναμώνει την υποχρέωση στοιχειοθέτησης των γεγονότων επί των οποίων ο κάθε εμπειρογνώμονας στηρίζεται, του υποβάθρου δηλαδή στο οποίο βασίζει τα συμπεράσματά του. Εάν ο εμπειρογνώμονας αντλεί τη γνώση του όχι από διαπιστώσεις στις οποίες καταλήγει μετά από δική του έρευνα αλλά από πληροφόρηση την οποία τού έδωσαν άλλοι, τότε είναι πιθανόν να μην είναι στέρεη η δική του γνώμη και να απορριφθεί (Παύλου ν. Ανδρέου
(2014)1 (Α) Α.Α.Δ. 693). Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τη ΜΥ1 και πρέπει ευθύς εξαρχής να σημειώσω ότι σε καμμιά περίπτωση δεν έδωσε την εντύπωση ότι είχε πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Έχοντας πει τα πιο πάνω θεωρώ ότι η ερμηνεία των σχετικών άρθρων των Νομοθετημάτων που επικαλέστηκε καθώς και οι θέσεις της κατά πόσο έχουν παραβιαστεί θα αποτελέσουν το αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου και δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπειρογνωμοσύνης της. Συνεπώς οι οποιεσδήποτε απόψεις που εξέφρασε δεν δεσμεύουν το δικαστήριο, το οποίο είναι ούτως ή άλλως αρμόδιο να ερμηνεύσει τα έγγραφα και τη νομική τους σημασία. Δέον να σημειωθεί ότι η ΜΥ1 ομολογουμένως δεν προέβηκε σε ανάλυση των χρεοπιστώσεων του επίδικου λογαριασμού που θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης της. Κατ' επέκταση η θέση της ότι δεν συμφωνεί με τα υφιστάμενα υπόλοιπα στερείται του αναγκαίου υποστηρικτικού υπόβαθρου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα παραδεκτά γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι κατά η περί την 21/03/2011 υπέβαλαν αίτηση στην πρώην ΣΠΕ Ορμήδειας για παροχή δανείου για το ποσό των €220.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο 6,25% και πληρωτέο σε 180 μηνιαίες δόσεις ύψους €1.996,53. Στις 28/03/2011 οι Εναγόμενοι υπέγραψαν Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 1) και προς τούτο ανοίχθηκε αριθμός λογαριασμού για το ποσό των €220.000. Το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο συνολικό κυμαινόμενο επιτόκιο 6,25% που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας που κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 3,75%, προσαυξημένο από το περιθώριο, 2.50%. Για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου, ως επιπρόσθετος όρος της δανειοδότησης στις 28/03/2011 υπογράφηκε μεταξύ της Συνεργατικής και της Εναγόμενης 2, Έγγραφο Υποθήκης για την υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 2). Επειδή οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους της συμφωνίας δανείου, εφόσον παρέλειπαν να καταβάλλουν τις συμφωνημένες δόσεις τους με αποτέλεσμα ο λογαριασμός δανείου τους να παρουσιάζει καθυστερήσεις και παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις ή και οχλήσεις των Εναγόντων για συμμόρφωση προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους τους, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 21/08/2015, με την οποία τερμάτισαν τη Συμφωνία Δανείου και κάλεσαν τους Εναγόμενους 1 έως 3 να εξοφλήσουν το χρέος τους, προειδοποιώντας για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Επίσης με την ίδια επιστολή ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού τους ανερχόταν στο ποσό των €234.275,61 πλέον συσσωρευμένους τόκους εκ ποσού €10.866,54 και ότι ο λογαριασμός τους θα χρεώνεται με αυξημένο επιτόκιο. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν ανταποκρίθηκαν στην επιστολή τερματισμού με αποτέλεσμα την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Στη βάση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού ου ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες το ποσό που τους οφείλουν σήμερα οι Εναγόμενοι είναι €335.673,64 με τόκο προς 6,25% ετήσια από την 01/01/2022 και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει καταδειχθεί (
  1. i)η σύναψη της συμφωνίας δανείου, (
  2. ii)η παράβαση των όρων αυτής και (iii) ο νόμιμος τερματισμός της, στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδειχθούν για απόδειξη αξίωσης τραπεζικού χρέους, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους (πιο πάνω). Το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου και παραμένει προς εξέταση το ύψος αυτού. ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ Στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων εγείρεται θέμα καταχρηστικών ρητρών γενικότερα στους όρους της συμφωνίας δανείου (Βλ. παρα. 10 και 24) ενώ στην παράγραφο 20 εγείρεται πιο συγκεκριμένα θέμα μη νόμιμων τόκων και παράνομου τόκου υπερημερίας, οι οποίοι επιβάλλονταν μονομερώς σε όλους τους πελάτες των Εναγόντων. Παρά τις πιο πάνω δικογραφημένες του θέσεις η γραμμή Υπεράσπισης του συνηγόρου Υπεράσπισης κατά την ακρόαση επικεντρώθηκε στον όρο 4 της συμφωνίας δανείου, σε συνδυασμό με τον όρο 3(α). Όπως δε ο ίδιος ο συνήγορος αναφέρει στην αγόρευση του ( παρα.3, σελ.2) η έκταση της αγόρευσης του περιορίστηκε στα θέματα που προωθήθηκαν με την αντεξέταση του και τη μαρτυρία που προσκόμισε. Σε αυτό το πλαίσιο θα εξεταστούν οι θέσεις του. Όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη συμφωνία δανείου προνοεί στον όρο 3(α) για χρέωση ετήσιου κυμαινόμενου επιτοκίου (συνολικό επιτόκιο) 6,25% το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Συνεργατικής που κατά την υπογραφή της ήταν 3,75% προσαυξημένο κατά 2,50% (περιθώριο) με κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως. Στον όρο 4 της συμφωνίας προνοούνται τα ακόλουθα : «Η Συνεργατική δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε το Βασικό Επιτόκιο, το περιθώριο, τον τόκο υπερημερίας τα δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα κατά την κρίση της αν η σχετική συμφωνία δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Συνεργατικής τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Νοείται ότι σε τέτοια περίπτωση η Συνεργατική θα έχει δικαίωμα να διαφοροποιεί ανάλογα και τη δόση αποπληρωμής του δανείου.» Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα που εγείρει η Υπεράσπιση είναι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996, N.93(Ι)/96, που ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της σύμβασης (έχει καταργηθεί από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν.112(Ι)/2021) και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Σύμφωνα με το Άρθρο 75 του Ν.112(Ι)/2021 ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Σύμφωνα, τόσο με το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 93(Ι)/96, όσο και το Άρθρο 48
(1)του Νόμου 112(Ι)/21, το πεδίο εφαρμογής τους αφορά σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Καταναλωτής σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 112(Ι)/21 σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Οι πρόνοιες του Νόμου 112(Ι)/21 σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικότητας των ρητρών και το πεδίο εφαρμογής του είναι οι ίδιες με αυτές που ίσχυαν με το Νόμο 93
(1)/96. Στην προκειμένη οι επίδικες συμφωνίες συνάφθηκαν μετά την θέσπιση του Νόμου 93
(1)/96 και τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου 112(Ι)/21. Κατά συνέπεια και για σκοπούς εξέτασης των ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα, θα γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του καταργηθέντος Νόμου ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Άρθρο 3
(1)εφαρμόζεται σε ρήτρα σε σύμβαση που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(3)του Νόμου ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για το σκοπό αυτό. Εναπόκειται δε στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι µια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. Άρθρο 3
(5)). Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)"καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (βλ. Άρθρο 5
(2)). Το Άρθρο 5
(3)αφορά τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης και λαμβάνονται υπόψη: «(α) Η διαπραγματευτική δύναμη των µερών. (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα. (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή. και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.» Παρέχεται επίσης στο Νόμο σχετικό Παράρτημα το οποίο περιέχει ενδεικτικό και µη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Οι συνέπειες της κήρυξης μιας ρήτρας ως καταχρηστικής είναι αυτή να μην δεσμεύει τον καταναλωτή ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. Άρθρο 6 και επίσης Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α.
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 513). Στο Άρθρο 7 του Νόμου προνοείται ο τρόπος ερμηνείας των ρητρών και αναφέρεται ότι ο πωλητής ή ο προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται µε σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Έχοντας παραθέσει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο του Νόμου θα προχωρήσω να εξετάσω τις εισηγήσεις του συνηγόρου των εναγόμενων. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι εμπίπτουν στον όρο «καταναλωτής» αφού οι σκοποί του δανείου ήταν άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης τους και η Τράπεζα στον όρο «προμηθευτής» όπως οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται στο Άρθρο 2 του Νόμου. Η δε Τράπεζα παρείχε τις δανειακές διευκολύνσεις στα πλαίσια και για σκοπούς άσκησης της επιχείρησης της. Το επόμενο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι επίδικη συμφωνία δανείου αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προκύπτει το Τεκμήριο 1 αποτελεί τη βασική συμφωνία της Τράπεζας η οποία περιέχει τους βασικούς όρους για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από πλευράς Εναγόντων ότι οι όροι της συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με τους Εναγόμενους. Τούτων λεχθέντων, συνάγεται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος 93
(1)/96 και θα πρέπει να εξεταστούν τα παράπονα των Εναγόμενων για τους συγκεκριμένους όρους, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Δηλαδή, κατά πόσο τίθεται ζήτημα καταχρηστικότητας τους. Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας αδυνατώντας να επηρεάσει το περιεχόμενο τους. Ακριβώς δε επειδή οι καταναλωτές βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές (βλ.Aπόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Στην υπόθεση C-125/18 Marc Gomez del Moral Guash v Bankia SA ημερ. 3/2/2020, τέθηκε προδικαστικό ερώτημα κατά πόσο ρήτρα σε σύμβαση για κυμαινόμενο επιτόκιο με μονομερές δικαίωμα αλλαγής μέσω δημοσίευσης στον Τύπο είναι καταχρηστική .Το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής : 51 Δεδομένου ότι πρόκειται για ρήτρα προβλέπουσα, στο πλαίσιο συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, αμοιβή για τον δανεισμό αυτόν μέσω τόκων υπολογιζομένων με κυμαινόμενο επιτόκιο, η απαίτηση αυτή πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι επιβάλλει όχι μόνον να είναι η οικεία ρήτρα κατανοητή για τον καταναλωτή από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά και να δύναται ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός, να κατανοήσει τη συγκεκριμένη λειτουργία του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου και, συνεπώς, να αξιολογήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας για τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις (πρβλ., κατ' αναλογίαν, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 75, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 51). 52 Ειδικότερα, στον εθνικό δικαστή εναπόκειται, κατά την εξέταση του συνόλου των περιστάσεων σχετικά με τη σύναψη της συμβάσεως, να ελέγξει αν στην υπό κρίση υπόθεση ο καταναλωτής πληροφορήθηκε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δεσμεύσεως που αναλάμβανε, ώστε να μπορεί να υπολογίσει, μεταξύ άλλων, το συνολικό κόστος του δανείου του. Στην εκτίμηση αυτή κρίσιμα είναι, αφενός, το ζήτημα αν οι ρήτρες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό ώστε ο μέσος καταναλωτής, όπως αυτός περιγράφεται στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, να είναι σε θέση να υπολογίσει το κόστος αυτό και, αφετέρου, η έλλειψη αναφοράς, στη σύμβαση πιστώσεως, των πληροφοριών που θεωρούνται ουσιώδεις βάσει της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciu κ.λπ., C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Με βάση τα πιο πάνω λεχθέντα, συνάγεται ότι η ύπαρξη τέτοιας ρήτρας δεν θεωρείται αυτόματα καταχρηστική αλλά εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο αυτή είναι κατανοητή στον δανειολήπτη και ότι παρέχεται σε αυτόν η δυνατότητα να αξιολογήσει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν τη μεταβολή και το ύψος του επιτοκίου. Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για την διακύμανση του βασικού επιτοκίου. Είναι γεγονός ότι η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις για τη νομοθεσία ή τις συνθήκες αγοράς ή τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου που αφορούσαν την επίδικη σύμβαση. Από μόνο του όμως το γεγονός αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο όρος 4, πιο πάνω, ήταν ετεροβαρής. Επιβάλλεται, θεωρώ, για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος να εξεταστεί το κατά πόσο ο ευλόγως επιμελής και συνετός καταναλωτής ήταν σε θέση να κατανοήσει τις οικονομικές συνέπειες του εν λόγω όρου, έχοντας υπόψη τη διατύπωση του. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συναφής μαρτυρία από τους Εναγόμενους για το πώς αντιλήφθηκαν τον συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας, τον οποίο αναντίλεκτα διάβασαν και υπέγραψαν. Απουσιάζει παντελώς μαρτυρία ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν έγινε κατανοητός από τους Εναγόμενους ή ότι ζητήθηκαν από αυτούς διευκρινίσεις για τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου οι οποίες δεν τους δόθηκαν. Προσθέτω εδώ ότι πριν από την έγερση της αγωγής οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να έλαβαν οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ή τους όρους της. Προβάλλουν το ζήτημα μέσω της υπεράσπισης τους μετά την έγερση της παρούσας αγωγής και προωθώντας μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους την κήρυξη συγκεκριμένων όρων ως καταχρηστικών. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, οι ίδιοι ουδέποτε καταθέσαν στο Δικαστήριο ή προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία για να υποστηρίξουν τα όσα προωθούν. Συνεπώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε αδυναμία αντίληψης, κατανόησης ή επαρκούς ενημέρωσης αναφορικά με το θέμα του τόκου από πλευράς Εναγόμενων. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια στους όρους της συμφωνίας, τους οποίους, επαναλαμβάνω οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν. Πέραν των πιο πάνω όμως, για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική απαιτείται να καταρριφθεί και η απαίτηση ή ύπαρξη καλής πίστης, εκ μέρους του πωλητή, δηλαδή της Τράπεζας στην προκειμένη. Διαφωτιστική προς τούτο είναι η απόφαση στην Frakapor Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd (A/E 122112) κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. αρ.9/2011, ημερ.15/06/2016, ECLI:CY:AD:2016:A286 όπου αναφέρθηκε ότι στη βάση του περιεχομένου του Άρθρου 5
(2)του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της «καλής πίστης». Από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας δεν προκύπτει η ανυπαρξία καλής πίστης από την Τράπεζα κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από την Υπεράσπιση που να καταρρίπτει την ύπαρξη τέτοιας καλής πίστης και ούτε υπήρξε σχετική υποβολή στη ΜΕ1 για κακοπιστία. Στην βάση γενικότερα των όρων της συμφωνίας και όλου του πλέγματος της και όλων των υπόλοιπων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει καταρριφθεί η καλή πίστη που απαιτείται από την Τράπεζα, στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική. Συνεπώς καταλήγω ότι ο όρος για τη χρέωση του τόκου και για τη μεταβολή αυτού δεν αποτελεί καταχρηστική ρήτρα και ως τέτοια δεν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Σε σχέση με τη χρήση του «εμπορικού έτους των 360 ημερών» για τον υπολογισμό των τόκων o συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε θέμα καταχρηστικότητας του εν λόγω όρου. Η πιο πάνω εισήγηση δεν έχει εξειδικευτεί στην αγόρευση του συνηγόρου και ο ισχυρισμός παρέμεινε αστήρικτος. Είναι σαφές από την υπόθεση Βογαζιανός κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ.253 ότι πρόβλημα δημιουργείται μόνον για την περίοδο που βρισκόταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος και τούτο μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή του διαιρέτη των 360 ημερών οδηγεί στην επιβολή τόκου μεγαλύτερου του τότε προβλεπόμενου, ήτοι του 9% ετησίως. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα εφόσον δεν διαφαίνεται υπολογισμός του τόκου πέραν του επιτρεπόμενου ορίου βάσει της νομοθεσίας. Πρόσθετα, όπως έχει προαναφερθεί, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έγινε στη βάση των 365 ημερών. Ο ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΣ Ν.160(Ι)/99 Αποτέλεσε, περαιτέρω, θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση των Εναγόντων με το άρθρο 3
(1)(α) και (γ) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99, λόγω του ότι δεν ενημέρωσαν τους οφειλέτες για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου που θα χρεωνόταν αναφορικά με το δάνειο αλλά και λόγω της παράλειψης ενημέρωσης τους σε σχέση με τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο. Το πρώτο σκέλος της εισήγησης του συνηγόρου δεν υποστηρίζεται ευκρινώς από τις δικογραφημένες θέσεις του. Υπενθυμίζω περαιτέρω ότι καμία μαρτυρία δεν προσέφεραν οι Εναγόμενοι σε σχέση με τέτοια θέση. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Αυτό γιατί, στις επιστολές τερματισμού, Τεκμήριο 4, τις οποίες αναντίλεκτα παρέλαβαν οι Εναγόμενοι, φαίνεται καθαρά ότι πληροφορήθηκαν για τη μεταβολή του επιτοκίου σε 8.75%. Περαιτέρω, από το Τεκμήριο 6 προκύπτει ότι ο λογαριασμός τοκιζόταν από την έκδοση του δανείου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης με το συμβατικό επιτόκιο ύψους 6,25%, χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε μεταβολή του, όπως άλλωστε δέχθηκε και η ΜΥ1 κατά την αντεξέταση της. Η ΜΕ1 ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 για τον επίδικο λογαριασμό δανείου αφαιρώντας τις χρεώσεις και τα άλλα έξοδα που δεν διεκδικούν οι Ενάγοντες, η οποία εμπεριέχει μόνο το συμβατικό επιτόκιο ύψους 6,25%. Η ετοιμασία τέτοιων αναδομημένων καταστάσεων αποτελεί ενέργεια καθ' όλα θεμιτή και υποβοηθητική για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και διασαφήνιση του τελικού υπό διεκδίκηση υπολοίπου (βλ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ.1238). Σύμφωνα με τα πιο πάνω, οι θέσεις των Εναγόμενων που προωθήθηκαν μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους τόσο ως προς το ζήτημα των λανθασμένων χρεώσεων τόκου και κεφαλαιοποίησης αυτών και εξόγκωσης του υπολοίπου και της λανθασμένης απαίτησης ποσοστού τόκου 8,75% στερούνται υπόβαθρου, αφού καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δίνει υπόσταση στις κατά τα άλλα δικογραφημένες θέσεις του. Η μαρτυρία της ΜΕ1 παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη επί των εν λόγω σημείων, ειδικότερα από τη στιγμή που η αξίωση των εναγόντων πλέον, ως αυτή έχει περιοριστεί, παρόλο που στη συμφωνία προνοείτο χρέωση κυμαινόμενου επιτοκίου και μετά τον τερματισμό, αφορά την χρέωση μόνο επιτοκίου ύψους προς 6,25%, ως ο όρος και πρόνοιες της μεταξύ των μερών συμφωνίας (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ.479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Γ Α.Α.Δ.2059), γεγονός το οποίο εν πάση περιπτώσει επενεργεί προς όφελος των Εναγόμενων. Επιπλέον, κρίνω αντίστοιχα, ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν όπως ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφαλαίου 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών, Τεκμήρια 5 και 6, ενώ καμία αντεξέταση δεν επιχειρήθηκε σε σχέση με την ορθότητα των καταχωρήσεων. Επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού περιέχει τον ορθό και νόμιμο υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού. Ο ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΝΟΜΟΣ Ν.39(Ι)/2001 Παραμένει να εξεταστεί η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι η παρούσα συμφωνία συνιστά συμφωνία στεγαστικού δανείου η οποία εμπίπτει στον περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμο, Ν.39(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε. Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι η παρούσα συμφωνία αποτελεί σύμβαση στεγαστικού δανείου. Ακόμα όμως και αν η σύμβαση αποτελούσε τέτοια συμφωνία, και πάλι ο πιο πάνω Νόμος δεν θα εφαρμόζετο γιατί η επίδικη σύμβαση δανείου αφορά ποσό πέραν των €200.000.-. Το πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου καθορίζεται από το άρθρο 3, το οποίο αναφέρει τα εξής : 3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις συμφωνίες στεγαστικών δανείων και στις συμφωνίες ενοικιαγοράς, εκτός από - (α) τις συμφωνίες στεγαστικών δανείων που αφορούν κυρίως την κτήση ή διατήρηση δικαιωμάτων επί ακίνητης ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένων κτιρίων που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν∙ (β) τις συμφωνίες στεγαστικών δανείων δυνάμει των οποίων το ποσό της πίστωσης είναι μεγαλύτερο των διακόσιων χιλιάδων ευρώ (€200.000) ∙ (γ) τις συμφωνίες ενοικιαγοράς κατά τις οποίες ο μισθωτής υποχρεούται να αγοράσει τα αγαθά∙ και (δ) τις συμφωνίες ενοικιαγοράς δυνάμει των οποίων το ποσό της πίστωσης είναι μεγαλύτερο των τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€35.000).
(2)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 αυτού. Επομένως, η επίδικη συμφωνία δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια του πιο πάνω Νόμου του οποίου, έπεται, πως δεν υπήρξε παράβαση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω βρίσκω ότι οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος που ήταν στους ώμους τους και πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή τους εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 η οποία επιτυγχάνει. Αντίθετα οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους. Συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για ποσό €335.673,64 πλέον τόκο προς 6,25% ετησίως από 1/1/2022 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται επίσης Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης της Εναγόμενης 2 με αριθμό Υ2063/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και την πώληση του ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού, το δε προϊόν εκ της πωλήσεως ταύτης να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση της ως άνω απαιτήσεως των Εναγόντων και οιονδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί στην Εναγόμενη 2. Η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων απορρίπτεται. Επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων προς όφελος των Εναγόντων και σε βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.)............................ Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.