← Κύπρος

ΗΛΙΑΚΟΙ ΘΕΡΜΟΣΙΦΩΝΕΣ ΑΣΠΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΑΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1171/2021, 21/11/2023

ΗΛΙΑΚΟΙ ΘΕΡΜΟΣΙΦΩΝΕΣ ΑΣΠΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΑΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1171/2021, 21/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1171/2021 Μεταξύ: ΗΛΙΑΚΟΙ ΘΕΡΜΟΣΙΦΩΝΕΣ ΑΣΠΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες -και- ΜΑΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ρ. Παπαδοπούλου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Α. Παναγιώτου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων ποσό €4.574,28.-, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, με έδρα τα Κλαυδιά της επαρχίας Λάρνακας και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την πώληση και την εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Οι εναγόμενοι δε, κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, με έδρα τους στο Συνοικισμό Τσιακκιλερού της επαρχίας Λάρνακας και ήταν πελάτες των εναγόντων. Οι ενάγοντες στη συνέχεια, αναφέρονται στη συνεργασία τους, η οποία άρχισε περί το έτος 2007, στο πλαίσιο της οποίας εξέδιδαν τιμολόγια, τα οποία υπογράφονταν από τους εναγόμενους και ακολούθως αποδείξεις, ανάλογα με τις πληρωμές που γίνονταν. Για τη συνεργασία τους, οι ενάγοντες τηρούσαν σχετική κατάσταση λογαριασμού. Όπως αναφέρουν δε, κατά ή περί την 26/09/2018, ένας εκ των διευθυντών των εναγόμενων, ήτοι ο Μ.Κ., αναγνώρισε πλήρως το χρέος των εναγόμενων προς τους ενάγοντες, το οποίο τότε ήταν €5.979,53.-, υπογράφοντας την κατάσταση λογαριασμού. Περαιτέρω, ο Μ.Κ. την ίδια μέρα, δεσμεύτηκε και συμφώνησε προφορικά με τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι θα καταβάλλουν μηνιαίως το χρηματικό ποσό των €100.- μέχρι πλήρους εξοφλήσεως της οφειλής τους προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι, δυνάμει της αναγνώρισης της οφειλής τους και συμμορφούμενοι αρχικά με τη προαναφερθείσα προφορική τους συμφωνία με τους ενάγοντες, κατέβαλαν στους τελευταίους για τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 2019 μέχρι τον Ιανουάριο του 2020 περί τα €1.100.-, όμως από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι και σήμερα δεν έχουν καταβάλλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό έναντι της οφειλής τους προς τους ενάγοντες και οφείλουν ποσό €4.574,28.-. Οι ενάγοντες, την 9/2/2021, απέστειλαν μέσω των δικηγόρων τους στους εναγόμενους σχετική συστημένη επιστολή, με την οποία τους καλούσαν όπως εντός 10 ημερών τους καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, ενώ παράλληλα τους ενημέρωναν ότι εάν δεν ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους θα λάμβαναν άμεσα εναντίον τους δικαστικά μέτρα. Οι εναγόμενοι μετά την παραλαβή της προαναφερθείσας επιστολής, επικοινώνησαν τηλεφωνικά τόσο με τους ενάγοντες όσο και με τους δικηγόρους τους, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες για τη μη καταβολή του οφειλόμενου χρηματικού ποσού προς τους ενάγοντες, όμως μέχρι σήμερα το εν λόγω ποσό δεν έχει καταβληθεί. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπιση τους, κατ' αρχάς εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις. Με την πρώτη, ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή είναι αβάσιμη, καθότι ουδέποτε προέβησαν στην αγορά των εμπορευμάτων για τα οποία οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσό €4.574,28. Η παρούσα αγωγή δε, θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον της εταιρείας HASSAPIS DEVELOPERS LTD (στο εξής η H.D.L) και όχι εναντίον τους. Με τη δεύτερη, ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή και ή εύλογη αιτία αγωγής και ή είναι επιπόλαια (frivolous) και ή ενοχλητική (vexatious) και ή καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα, παραδέχονται ότι ενάγοντες και εναγόμενοι είναι δεόντως εγγεγραμμένες εταιρείες ως ανωτέρω έχει αναφερθεί και ότι ήταν πελάτες των εναγόντων, ως επίσης παραδέχονται τη συνεργασία τους, την έκδοση τιμολογίων και αποδείξεων και τη διατήρηση λογαριασμού. Ισχυρίζονται όμως ότι, όποια εμπορεύματα αγόρασαν από τους ενάγοντες, τα έχουν εξοφλήσει πλήρως και ή δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι οποιουδήποτε τιμολογίου. Αποτελεί δε θέση των εναγόμενων ότι ουδέποτε αγόρασαν ή προμηθεύτηκαν από τους ενάγοντες τα εμπορεύματα για τα οποία οφείλεται το ποσό των €4.574,28 και πως τα ορθά και αληθή γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι ενεργούσαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα ως υπεργολάβοι της H.D.L, η οποία ήταν πελάτιδα των εναγόντων και προέβαινε σε συχνές παραγγελίες και ή αγορές εμπορευμάτων για την εκτέλεση μεγάλων οικοδομικών έργων. Οποιαδήποτε υλικά και ή εμπορεύματα παράγγελνε η H.D.L, οι ενάγοντες τα παρέδιδαν στην H.D.L και οι εναγόμενοι, ως υπεργολάβοι, αναλάμβαναν την εγκατάσταση τους. Δεν ήταν ουδέποτε όρος μεταξύ της συμφωνίας των εναγόμενων και της εταιρείας H.D.L ότι, το κόστος των εμπορευμάτων για τα οικοδομικά έργα της H.D.L θα το επωμίζονταν οι εναγόμενοι. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι, τις παραγγελίες οι οποίες αφορούσαν οικοδομικά έργα της H.D.L, τις έκανε η τελευταία. Οι ενάγοντες παράνομα και ή κακόπιστα και ενώ γνώριζαν την ως άνω συμφωνία μεταξύ των εναγόμενων και της H.D.L, προέβηκαν σε χρέωση της κατάστασης λογαριασμού των εναγόμενων. Οι δικηγόροι των εναγόντων επικοινώνησαν κατά ή περί το έτος 2020 με τους εναγόμενους και ή τους αξιωματούχους αυτών, απαιτώντας το ποσό των €5.979,53 ως χρεωστικό υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι και ή οι αξιωματούχοι τους, αφού μελέτησαν την σχετική κατάσταση λογαριασμού και ή τα προσκομισθέντα τιμολόγια, προέβησαν σε εξόφληση των εμπορευμάτων τα οποία είχαν οι ίδιοι παραγγείλει και ή παραλάβει από τους ενάγοντες και τα οποία αφορούσαν σε δικές τους προσωπικές παραγγελίες και όχι ως υπεργολάβοι της H.D.L. Πρόσθετα, ζήτησαν από τους δικηγόρους των εναγόντων όπως τους παρουσιάσουν τα τιμολόγια τα οποία αντιστοιχούσαν στο ποσό των €4.574,28 και τα οποία αφορούσαν σε εμπορεύματα τα οποία είχε παραγγείλει και ή παραλάβει η H.D.L και ή αξιωματούχοι και ή αντιπρόσωποι αυτής. Αντ' αυτού, οι ενάγοντες προέβησαν καταχρηστικά στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αξιώνοντας το ποσό των €4.574,28 για εμπορεύματα τα οποία δεν σχετίζονται με τους εναγόμενους και ή για εμπορεύματα τα οποία δεν είχαν παραγγελθεί, αλλά ούτε είχαν παραληφθεί από τους εναγόμενους. Με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι οι ενάγοντες θα πρέπει να διεκδικήσουν τα αξιούμενα ποσά από την H.D.L και ζητούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους ως αβάσιμης. Οι ενάγοντες στην απάντηση τους στην υπεράσπιση, αρνούνται τις προδικαστικές ενστάσεις των εναγόμενων και τον ισχυρισμό τους περί εξόφλησης. Αναφορικά τώρα με τη βασική θέση των εναγόμενων, πέραν του ότι η H.D.L ήταν εκ των πελατών τους, αρνούνται τους ισχυρισμούς τους και αναφέρουν ότι η τυχόν ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των εναγόμενων και της H.D.L δεν τους αφορά, ενώ καμία συμφωνία δεν συνάφθηκε μεταξύ των εναγόντων, των εναγόμενων και της H.D.L, για την καταβολή από την τελευταία χρηματικών ποσών που όφειλαν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες. Επαναλαμβάνοντας δε τους ισχυρισμούς τους στην έκθεση απαίτησης, αξιώνουν την έκδοση απόφασης υπέρ τους ως η έκθεση απαίτησης. Παρά το γεγονός ότι το επίδικο ποσό της υπόθεσης υπερβαίνει τις €3.000, οι δύο πλευρές συμφώνησαν όπως στην παρούσα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις για ταχείας εκδίκασης υποθέσεις με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όπως δοθούν οδηγίες για ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας τους, το Δικαστήριο δε έδωσε σχετικές οδηγίες. Για την πλευρά των εναγόντων κατατέθηκε γραπτή μαρτυρία του Θεοδώρου, διευθυντή τους, ενώ για την πλευρά των εναγόμενων κατατέθηκε γραπτή μαρτυρία ενός εκ των δικών τους διευθυντών, ήτοι του Καλογήρου. Σημειώνω ότι αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν το μάρτυρα της άλλης πλευράς, επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, εντούτοις καμία τέτοια αντεξέταση επιχειρήθηκε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία επομένως, θα προσεγγιστεί με γνώμονα και τις αρχές που αφορούν στις συνέπειες που η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ισχυρισμών συνεπάγεται, ήτοι ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της[1]. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων εμπεριέχεται στις γραπτές αγορεύσεις που αυτοί παρέδωσαν στο Δικαστήριο και τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω. Στο σημείο αυτό, αναφέρω πως δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ό,τι οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και θ' αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι, εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου

(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ. Κυριάκου ανωτέρω). Εν προκειμένω, με βάση τη δικογραφία και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές, προκύπτει ότι τα κάτωθι γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ή και δεν αμφισβητούνται:
  1. Σε κάθε ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, με έδρα τα Κλαυδιά της επαρχίας Λάρνακας και ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την πώληση και την εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Ο Θεοδώρου είναι διευθυντής των εναγόντων.
  2. Οι εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, με έδρα τους στο Συνοικισμό Τσιακκιλερού της επαρχίας Λάρνακας και ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με παροχή μηχανολογικών και ή άλλων συναφών υπηρεσιών, ήταν δε πελάτες των εναγόντων. Ο Καλογήρου είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων των εναγόμενων. Ο Μ.Κ. είναι επίσης διευθυντής των τελευταίων.
  3. Η συνεργασία των εναγόντων με τους εναγόμενους ήταν συνεχής και άρχισε περί το έτος
  4. Ειδικότερα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οι εναγόμενοι αγόραζαν, παραλάμβαναν και αποδέχονταν χωρίς καμία επιφύλαξη ή και διαμαρτυρία διάφορα εμπορεύματα και ή ηλιακούς θερμοσίφωνες από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες τότε εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια, τα οποία αποστέλλονταν ή και παραδίδονταν στους εναγόμενους κατά ή περί την ημερομηνία που εκδίδονταν. Κατά την παραλαβή των τιμολογίων, υπάλληλος ή και εκπρόσωπος ή και εντολοδόχος ή και αντιπρόσωπος των εναγόμενων υπέγραφε δεόντως τα σχετικά τιμολόγια, αποδεχόμενος πλήρως την οφειλή του χρηματικού ποσού που ανεγράφετο, προς τους ενάγοντες. Ακολούθως, με την πληρωμή των τιμολογίων ή μέρους αυτών, οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικές αποδείξεις επ' ονόματι των εναγόμενων.
  5. Οι ενάγοντες, στo πλαίσιo της συνεργασίας τους με τους εναγόμενους, διατηρούσαν επ' ονόματι των τελευταίων σχετική κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τις παρασχεθείσες υπηρεσίες ή και πώληση ή και παράδοση εμπορευμάτων στις οποίες προέβαιναν κατόπιν εντολών και οδηγιών των εναγόμενων.
  6. Οι ενάγοντες, την 9/2/2021, απέστειλαν μέσω των δικηγόρων τους στους Εναγόμενους συστημένη επιστολή, με την οποία τους καλούσαν όπως εντός 10 ημερών τους καταβάλουν το οφειλόμενο χρηματικό ποσό των €4,574.28.- ενώ παράλληλα τους ενημέρωναν ότι εάν δεν ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους, θα λάμβαναν άμεσα εναντίον τους δικαστικά μέτρα διεκδικώντας το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, πλέον τόκους και έξοδα (βλ. Τεκμήριο 35 στη μαρτυρία του Θεοδώρου). Μετά την παραλαβή της προαναφερθείσας επιστολής από τους εναγόμενους, οι τελευταίοι επικοινώνησαν τηλεφωνικά τόσο με τους ενάγοντες όσο και με τους δικηγόρους τους.
  7. Η εταιρεία H.D.L ήταν επίσης πελάτιδα των εναγόντων. Συνεπώς, όλα τα πιο πάνω γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Με αυτά υπόψη, στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν προβληθείσες εκδοχές και προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο πλευρών. Είναι γεγονός ότι δεν εντοπίζω στη μαρτυρία του Θεοδώρου οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφερε ή την αξιοπιστία του. Ο μάρτυρας δίνει πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τη συνεργασία των εναγόντων με τους εναγόμενους και ξεκαθαρίζει ότι είναι οι εναγόμενοι που προέβαιναν σε παραγγελίες και αγορές εμπορευμάτων και όχι οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα, ενώ καμία ανάμειξη και σχέση είχε η εταιρεία H.D.L με τις εν λόγω παραγγελίες και αγορές. Όπως αναφέρει, το γεγονός ότι η H.D.L ήταν μια εκ των πελατών των εναγόντων και έτυχε να συμβάλλεται και με τους εναγόμενους, είναι θέμα ανεξάρτητο από τη συνεργασία που είχαν οι διάδικοι. Ο μάρτυρας εξηγεί επίσης, ότι σε σχέση με τις αγορές που γίνονταν, οι ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια, τα οποία είτε παραδίδονταν στους εναγόμενους μαζί με τα εμπορεύματα, είτε οι εναγόμενοι τα παραλάμβαναν από το κατάστημα των εναγόντων. Κατά την παραλαβή των εν λόγω τιμολογίων, αντιπρόσωπος των εναγόμενων υπέγραφε δεόντως τα τιμολόγια, επί των οποίων αναγραφόταν και το υπόλοιπο. Κάποια εκ των τιμολογίων, τα οποία παραθέτει, δεν υπεγράφησαν εκ παραδρομής. Με βάση τον μάρτυρα, ήταν όρος της μεταξύ τους συμφωνίας, ο οποίος αναγραφόταν επί των τιμολογίων που εκδίδονταν, ότι τα τιμολόγια που δεν εξοφλούνταν εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έκδοσης τους, θα επιβαρύνονται με τον εκάστοτε επίσημο νόμιμο τόκο, εκτός αν υπήρχε ειδική συμφωνία. Ακολούθως, με κάθε πληρωμή των εναγόμενων προς τους ενάγοντες, οι τελευταίοι εξέδιδαν σχετικές αποδείξεις επ' ονόματι των εναγόμενων, οι οποίες και τους παραδίδονταν. Ο μάρτυρας δε επισυνάπτει διάφορα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τους ενάγοντες και δέσμη με αποδείξεις. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσαν οι ενάγοντες, στην οποία καταχωρούνταν όλες οι πιστώσεις και χρεώσεις, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι και δίνει εξήγηση για το χρεωστικό υπόλοιπο με το οποίο ξεκινά η κατάσταση την 1/1/
  8. Επίσης, ως αναφέρει, κάθε τέλος του έτους και για λογιστικούς σκοπούς, οι ενάγοντες μετέφεραν το οφειλόμενο υπόλοιπο που αναγραφόταν στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού στην νέα χρονιά. Αποτελεί βέβαια γεγονός, ότι η κατάσταση λογαριασμού που έχουν παρουσιάσει οι ενάγοντες δεν ξεκινά από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων ήτοι από το
  9. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το χρεωστικό υπόλοιπο την 1/1/2009, με βάση την κατάσταση Τεκμήριο 33, ήταν €4900.95.-. Το εν λόγω υπόλοιπο προέκυψε από τη συνεργασία των εναγόντων και των εναγόμενων από το 2007 μέχρι την 1/1/
  10. Ωστόσο, ένεκα των πολλών ετών που έχουν περάσει, αλλά και λόγω του ότι οι ενάγοντες άλλαξαν τα ηλεκτρονικά τους συστήματα, δεν είναι εφικτό να εντοπίσουν τα τιμολόγια και τις αποδείξεις που εκδίδονταν κατά την εν λόγω χρονική περίοδο. Πέραν όμως των εξηγήσεων που έχει δώσει ο μάρτυρας, που γίνονται αποδεκτές, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι οι εναγόμενοι ήταν πάντοτε γνώστες του οφειλόμενου υπολοίπου και το αποδέχονταν. Κατ' αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο τιμολόγιο Τεκμήριο 2, ημερ.23/6/2009, αναφέρεται το χρεωστικό υπόλοιπο εκ €4900.95.- ανωτέρω και το τιμολόγιο αυτό φέρει υπογραφή εκ μέρους των εναγόμενων. Ουδέποτε αναφέρθηκε ότι οι εναγόμενοι εξέφρασαν τη διαφωνία τους με το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο προφανώς αποδέχτηκαν, ενώ η συνεργασία συνεχίστηκε κανονικά για πολλά χρόνια. Επίσης, σε κάθε επόμενο τιμολόγιο και απόδειξη, αναγράφεται το οφειλόμενο υπόλοιπο και συνεπώς καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, οι εναγόμενοι ήταν πλήρως ενήμεροι ποιο ήταν ακριβώς το ποσό που όφειλαν. Ποτέ όμως δεν εξέφρασαν διαφωνία. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για πρώτη φορά δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται το ποσό, όταν καταχωρίστηκε η αγωγή. Από την άλλη, η μαρτυρία του Καλογήρου, κατά την κρίση μου, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί για τη βασιμότητα της εκδοχής του. Κατ' αρχάς δεν έχει παρουσιάσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί παραγγελίας εμπορευμάτων από την H.D.L και χρέωσης τους ακολούθως στο λογαριασμό των εναγόμενων. Επίσης, ο μάρτυρας αναφέρεται σε μελέτη της κατάστασης λογαριασμού που τους στάλθηκε και εξόφλησης των εμπορευμάτων που είχαν οι ίδιοι παραγγείλει και ή παραλάβει και όχι ως υπεργολάβοι της H.D.L. Ποια ήταν τελικά τούτα τα τιμολόγια που κατά τη θέση του αφορούσαν δικές τους παραγγελίες και αποδέχτηκαν να τα εξοφλήσουν, δεν μας έχει αναφέρει ποτέ. Είναι δυνατόν ν' αναμένει να γίνει πιστευτός, όταν δεν έχει παρουσιάσει κανένα στοιχείο για να καταδείξει πως κατέληξαν ότι μέρος του ποσού οφειλόταν και άλλο μέρος όχι. Και εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο ποιας συνεργασίας τους με την H.D.L παραγγέλθηκαν εμπορεύματα από την τελευταία και πότε ήταν αυτό, δεν έχει αναφέρει, προκειμένου να μπορεί να εξεταστεί η θέση του σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που έχουν παρουσιαστεί. Θεωρώ πως εάν τα πράγματα ήταν όπως ισχυρίζεται και εφόσον σύμφωνα πάντα με τη θέση του, οι ίδιοι εγκατέστησαν τα εμπορεύματα στο πλαίσιο της συνεργασίας τους με την H.D.L και γνώριζαν ποια ήταν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα και πότε έγινε η εγκατάσταση τους, θα παρουσίαζε στοιχεία και θα έδινε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για να πείσει. Επιπλέον, αν τα πράγματα ήταν όπως τα λέει, διερωτάται κανείς γιατί συνέχισαν να κάνουν πληρωμές έναντι του λογαριασμού και δεν ζητήθηκε η αναγραφή επί των αποδείξεων πληρωμής των τιμολογίων που αποτελούσε θέση τους ότι αφορούσαν δικές τους παραγγελίες. Με βάση όσα γενικά και αόριστα αναφέρει, είναι σαφές πως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να πείσει. Όσον αφορά τη θέση του ότι όλα τα τιμολόγια από 1/1/2009 μέχρι 1/1/2022 έχουν εξοφληθεί και το οφειλόμενο υπόλοιπο προέρχεται από προηγούμενα έτη και δεν υποστηρίζεται ή δικαιολογείται από την προσκομισθείσα μαρτυρία των εναγόντων, αναφέρονται τα εξής. Κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη θέση του δεν έχει δικογραφηθεί και γι' αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη[2]. Υπενθυμίζω ότι η θέση των εναγόμενων στην υπεράσπιση τους, είναι ουσιαστικά ότι το ποσό που αξιώνεται αφορά εμπορεύματα που παραγγέλθηκαν από την H.D.L, με την οποία αμφότεροι οι διάδικοι συνεργάζονταν, και χρεώθηκαν στο λογαριασμό των εναγόμενων που ενεργούσαν ως υπεργολάβοι της H.D.L. Εξ ου και οι θέσεις ή και ισχυρισμοί τους στην υπεράσπιση ότι, «..η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον της H.D.L...» (βλ. πρώτη προδικαστική ένσταση), «.προέβησαν σε εξόφληση των εμπορευμάτων τα οποία είχαν οι ίδιοι παραγγείλει και/ή παραλάβει από την Ενάγουσα και τα οποία αφορούσαν σε δικές τους προσωπικές παραγγελίες και όχι ως υπεργολάβοι της εταιρείας H.D.L.» [βλ. παρ.7(ζ)] και επίσης, «.η Ενάγουσα θα πρέπει να διεκδικήσει τα αξιούμενα ποσά με την παρούσα αγωγή από την εταιρεία H.D.L» (βλ. παρ.10). Ανεξάρτητα όμως των ανωτέρω, ν' αναφερθεί ότι κατά την προβολή αυτής της πολύ βολικής ομολογουμένως θέσης, διαλανθάνει την προσοχή του ότι οι πληρωμές που γίνονταν δεν ήταν με αναφορά σε συγκεκριμένα τιμολόγια, όπως επιμαρτυρείται από το περιεχόμενο των αποδείξεων που εκδίδονταν, αλλά προφανέστατα έναντι του λογαριασμού. Δεν έχει διαφύγει βεβαίως του Δικαστηρίου ότι ως προκύπτει από τη μελέτη των τιμολογίων που επισυνάπτονται (αρ.2-31), αυτά συμποσούνται σε €19.672,48 - η αναφορά για το τιμολόγιο Τεκμήριο 21, ότι αφορά το ποσό των €450, έγκειται προφανώς σε λάθος, αφού αυτό εκδόθηκε για το ποσό των €45 -, ενώ οι αποδείξεις και οι πιστωτικές σημειώσεις που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 32, συμποσούνται σε €20.493,
  11. Ας σημειωθεί ότι ουδέν παράπονο εκφράζει, ούτε επικαλείται κάποιο λάθος για την πληρωμή μεγαλύτερου ποσού εν σχέση με τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν και θεωρώ πως τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Γνώριζαν το χρεωστικό υπόλοιπο καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, το αποδέχονταν και έκαναν πληρωμές έναντι του λογαριασμού τους. Δεν μπορεί τώρα που έφτασε η υπόθεση στο Δικαστήριο να ισχυρίζονται ότι το ποσό οφείλεται από μια τρίτη εταιρεία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν έχει ζητηθεί από μέρους των εναγόμενων να προστεθεί στη διαδικασία προκειμένου να προβληθούν αξιώσεις εναντίον της. Κοντολογίς, η άρνηση τώρα του χρεωστικού υπολοίπου από μέρους του, ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, απλά επιβεβαιώνει ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Τονίζεται εδώ ότι όπως αναφέρει με θετικό τρόπο ο Θεοδώρου, την 26/9/2018, ο Μ.Κ., που όπως είναι παραδεκτό είναι ένας εκ των διευθυντών των εναγόμενων, αναγνώρισε το χρέος και υπέγραψε την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  12. Το χρέος κατά την εν λόγω ημερομηνία ήταν €5.979,
  13. Επίσης, ο εν λόγω διευθυντής των εναγόμενων συμφώνησε όπως εξοφληθεί το ποσό με καταβολή ποσού €100 μηνιαίως. Πράγματι, από τον Ιανουάριο του 2019 μέχρι τον Ιανουάριο του 2020, οι εναγόμενοι πλήρωσαν ποσό €1.100.- έναντι του λογαριασμού τους. Η προσπάθεια του Καλογήρου ν' αντικρούσει την πιο πάνω θέση, πέφτει στο κενό. Σύμφωνα με τον τελευταίο, οι ενάγοντες με δόλιο τρόπο ή και με μοναδικό σκοπό να διασφαλίσουν την ύπαρξη του χρέους, όταν ο Μ.Κ. μετέβη στα γραφεία των εναγόντων για πληρωμή κάποιου ποσού, κλήθηκε να υπογράψει ότι απλά παρέλαβε την κατάσταση, χωρίς να του αναφερθεί οτιδήποτε άλλο και δεν αναγνώρισε το χρέος, ούτε συμφώνησε σε καταβολή χρηματικού ποσού μηνιαίως. Ο Μ.Κ. δείχνοντας εμπιστοσύνη στους ενάγοντες, ένεκα και της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, υπέγραψε την κατάσταση. Όταν δε ο Μ.Κ. του παρέδωσε την κατάσταση που έλαβε, αυτή μελετήθηκε και προέκυψαν παραγγελίες που εκ παραδρομής δεν είχαν εξοφληθεί, εξ ου και η πληρωμή των ποσών τα έτη 2019 και
  14. Κατ' αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι όσα αναφέρονται ανωτέρω δεν έχουν δικογραφηθεί και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Το γεγονός ότι έχει υπάρξει άρνηση στο δικόγραφο των εναγόμενων σε σχέση με όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες για την αναγνώριση του χρέους, δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών[3]. Ανεξάρτητα όμως των ανωτέρω, σημειώνω ότι σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του προηγουμένως, ο Καλογήρου ισχυρίζεται ότι όταν επικοινώνησαν μαζί τους οι δικηγόροι της ενάγουσας κατά ή περί το 2020, ζήτησαν την κατάσταση λογαριασμού και αφού τη μελέτησαν προέβησαν σε εξόφληση των εμπορευμάτων που είχαν παραγγείλει οι ίδιοι και όχι ως υπεργολάβοι της H.D.L. Είναι σαφές ότι οι ισχυρισμοί του δεν έχουν συνοχή και λογική. Διότι είτε μελέτησε την κατάσταση που έλαβαν την 26/9/2018 και προέβησαν στις πληρωμές, είτε ζήτησε και την έλαβε μετά την επικοινωνία των δικηγόρων των εναγόντων κάπου μέσα στο 2020 - που είναι και η δικογραφημένη θέση τους. Που σε αυτή την τελευταία περίπτωση, δεν έχει λογική να μιλά για εξόφληση εμπορευμάτων μετά τη λήψη της κατάστασης, όταν όλες σχεδόν οι πληρωμές ήταν πριν το
  15. Η όλη σύγχυση που παρατηρείται βεβαίως στη μαρτυρία του, θεωρώ πως έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν λέει την αλήθεια. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του, ο Καλογήρου δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση στις 26/9/
  16. Οπότε δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς συζητήθηκε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη η κατάσταση. Εκτός όμως του ότι δεν αναφέρει τι ακριβώς του μεταφέρθηκε από τον Μ.Κ. για τη συγκεκριμένη συνάντηση - αν όντως είναι μέσω του που άντλησε την πληροφόρηση- και πότε έγινε αυτό, δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση γιατί δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία του Μ.Κ., ούτε έχει αναφερθεί ότι δεν ήταν εφικτό να προσαχθεί μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου. Επίσης, τόσο ο Καλογήρου όσο και ο Μ.Κ. είχαν κίνητρο ν' αποκρύψουν ή να παραποιήσουν τα γεγονότα. Για σκοπούς ορθής απονομής δικαιοσύνης λοιπόν, θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ σ' αυτή την εξ' ακοής μαρτυρία[4]. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρεται ότι η μη παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του Μ.Κ., άφησε ομολογουμένως κενό στην υπεράσπιση (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης v Δημητρίου κ.α.
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα πω εδώ και το εξής. Είναι προφανές ότι ο Καλογήρου δεν λέει την αλήθεια, όταν ισχυρίζεται πως μετά την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 9/2/2021 (Τεκμήριο 35), επικοινώνησε μαζί τους για να του αποσταλούν τα τιμολόγια που αντιστοιχούσαν στο οφειλόμενο χρέος. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι, αφού παρέλαβαν την επιστολή, όπως ανέφερε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανωτέρω, επικοινώνησε με τους δικηγόρους των εναγόντων. Όμως, εκτός του ότι πάλιν πρόκειται για μη δικογραφημένο ισχυρισμό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, επισημαίνεται ότι η επικοινωνία με τους δικηγόρους στην οποία κάνει αναφορά σε άλλο σημείο έγινε, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, μετά την επικοινωνία των δικηγόρων των εναγόντων με τους εναγόμενους «κατά ή περί το έτος 2020» και συνεπώς η πιο πάνω θέση του περί επικοινωνίας μετά την λήψη της επιστολής ως ζήτημα λογικής δεν συνδέεται. Επικοινωνία των εναγόμενων, μετά τη λήψη της επιστολής, υπήρξε τόσο με τους ενάγοντες, όσο και με τους δικηγόρους των τελευταίων, όπως ανέφερε ο Θεοδώρου και αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επικοινωνίας όμως, οι εναγόμενοι πρόβαλαν διάφορες δικαιολογίες για τη μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού και δεν αφορούσε η επικοινωνία αυτή αίτημα τους για να τους αποσταλεί οποιοδήποτε έγγραφο. Εξάλλου, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, τα τιμολόγια που εκδίδονταν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους αποστέλλονταν ή και παραδίδονταν στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι δε γνώριζαν την οφειλή τους και δεν υπήρχε λόγος να ζητηθούν επιπλέον επιβεβαιωτικά έγγραφα της ύπαρξης της. Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Θεοδώρου. Αυτή ήταν σαφής και δόθηκε με θετικό και πειστικό τρόπο, ενώ σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί έχει συνοχή και είναι λογική. Αντίθετα, απορρίπτω τη μαρτυρία του Καλογήρου, θεωρώντας την αναξιόπιστη και σε κάθε περίπτωση μη πειστική. Είναι γεγονός ότι με την απόρριψη της μαρτυρίας των εναγόμενων, η εκδοχή των εναγόντων είναι η μοναδική που παραμένει να εξεταστεί και πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να εξεταστεί «αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» (βλ. κατ' αναλογία, την απόφαση στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.α.
(2009)1 A.A.Δ. 1138). Εν προκειμένω, ήταν η θέση των εναγόμενων ότι το ποσό που αξιώνεται δεν οφείλεται από τους ίδιους αλλά από την εταιρεία H.D.L. Είναι η τελευταία που παρήγγειλε τα εμπορεύματα που αντιστοιχούν στο ποσό που αξιώνεται και οι εναγόμενοι απλά τα εγκατέστησαν, κάτι που ήταν εν γνώσει των εναγόντων. Η θέση αυτή έχει απορριφθεί και συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι το ποσό ακριβώς οφείλεται από τους εναγόμενους. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρονται και τα εξής. Η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται ουσιαστικά σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και όχι σε εκδοθέντα τιμολόγια, η παρουσίαση βέβαια των οποίων τείνει απλά να αποδείξει την απαίτηση (βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 728 και Σωτηρίου v. ANDREAS ARGYROU & SONS LTD, Πολ.Εφ.177/13, ημερ.13/1/2020). Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν, εφόσον τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν μέσω αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης το οποίο εγείρεται μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση (βλ. D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 Α.Α.Δ. 263, A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς βέβαια, χωρίς οτιδήποτε που να το τεκμηριώνει, δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από ένα απλό ισχυρισμό που στερείται αποδεικτικής αξίας και είναι για το λόγο αυτό που η νομολογία επιβάλλει όπως σε υποθέσεις αυτής της φύσης, απαιτείται θετική μαρτυρία, με την οποία να αποδεικνύονται οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΡΑΣΑΡΗΣ ν. CYPRUS INVERSTMENT SECURITIES CORPORATION LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 95/2010, ημερ. 10/7/2015 και D. & G. Products Ltd ανωτέρω). Εκεί όμως που η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών, εναπόκειται πλέον στους Εναγόμενους να αντικρούσουν τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Μαστρής ανωτέρω και κατ' αναλογία CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2009, 14/5/2014). Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην υπόθεση CITI PRINCIPAL INVESTMENS LTD ν Γιωργαλλά, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2012, ημερ. 10/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:A348: «.. η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι κατά πόσο η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, είχε δώσει ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας προς υποστήριξη της αξίωσης της. Αναμφίβολα θα μπορούσε να έδινε περισσότερες λεπτομέρειες, ακόμη και να υποστήριζε την αξίωση με πρόσθετα στοιχεία και έγγραφα, αλλά εκείνο το οποίο είχε παρουσιάσει, δηλαδή, το Τεκμήριο 1, ήταν ικανοποιητικό. Πρόκειτο για κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποτυπωνόταν όλο το ιστορικό των συναλλαγών με την εφεσίβλητη, με γνώση του περιεχομένου του από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ως λειτουργός του Back Office ήλεγχε τις συναλλαγές. Η κατάσταση δόθηκε στην εφεσίβλητη. και ανά πάσα στιγμή μπορούσε και να γνωρίζει και να αμφισβητήσει τις πράξεις. Η εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τη μαρτυρία αυτή. Η αντεξέταση του Μ.Ε.1, περιορίστηκε στην άρνηση εντολών από την εφεσίβλητη και στην απουσία γνώσης των συναλλαγών από το μάρτυρα. Η υπεράσπιση δικογραφικά δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της Δ.21 θ.2, ότι σε αγωγές για χρέος, όπως ήταν και η επίδικη, απλή άρνηση του χρέους δεν θα είναι αποδεκτή. Η εν λόγω διάταξη δεν αφορά μόνο τις εκκαθαρισμένες χρηματικές απαιτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και τις απλές αγωγές για χρέος. Η απαίτηση αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού, ως μια αιτία αγωγής. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση διότι, ως ήδη έχει λεχθεί, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εφεσίβλητη ως αναξιόπιστη και αναληθή μάρτυρα, επί της μαρτυρίας της οποίας δεν μπορούσε να βασισθεί. Ό,τι, λοιπόν κατέθεσε προς το αντίθετο η εφεσίβλητη αμφισβητώντας τις εντολές και τις γενόμενες συναλλαγές, παρέμεινε κενό γράμμα.» Επίσης, έχω υπόψη μου ότι η αναγνώριση χρέους δεν συνιστά αυτοτελή βάση αγωγής, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής (βλ. 1. Νικόλας και Χρήστος Ιγνατίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου και άλλης ν. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562). Οι ενάγοντες προσκόμισαν μεν κατάσταση λογαριασμού από 1/1/2009 - το περιεχόμενο της οποίας, πέραν της αρχικής καταχώρησης, είναι αποδεκτό -, όμως είναι σαφές ότι οι εναγόμενοι ήταν σύμφωνοι με το χρεωστικό υπόλοιπο που υπήρχε κατά την εν λόγω ημερομηνία και συνέχισαν τη συνεργασία τους κανονικά με τους ενάγοντες για πολλά χρόνια, γνωρίζοντας σε κάθε επόμενη συναλλαγή που γινόταν το ακριβές υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Οι εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν σε σχέση με το υπόλοιπο τους και προέβαιναν πάντα σε πληρωμές έναντι του λογαριασμού τους. Επιπλέον, την 26/9/2018, οι εναγόμενοι, μέσω του Μ.Κ., εκ των διευθυντών τους, αναγνώρισαν το χρέος, υπογράφοντας τη σχετική κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι ενάγοντες, ενώ περαιτέρω συμφώνησαν την εξόφληση του χρέους με μηνιαίες δόσεις και πράγματι οι εναγόμενοι, από τον Ιανουάριο 2019 μέχρι τον Ιανουάριο 2020, κατέβαλαν στους ενάγοντες ποσό €1.100, με αποτέλεσμα να παραμείνει το ποσό που αξιώνεται σήμερα από τους ενάγοντες. Υπό τις περιστάσεις δεν θεωρώ ότι παρέμεινε κάποιο κενό αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό και βρίσκω ότι κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόμενων, με βάση την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι ενάγοντες για τη συνεργασία τους, ανερχόταν στο ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή ήτοι €4.574,28 και το ποσό αυτό οφείλεται στους ενάγοντες μέχρι σήμερα. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη μου ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες το πιο πάνω ποσό. Όσον αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις, αναφέρω πολύ επιγραμματικά, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω θα πρέπει ν' απορριφθούν. Κατάληξη Η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων, ως οι αξιώσεις υπό Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων. (Υπ.) ............ Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015. [2] βλ. μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη
(1980)1 CLR 180, Παπαγεωργίου v. Κλάππας
(1991)1 ΑΑΔ
  1. [3] βλ. μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη ανωτέρω, Παπαγεωργίου v. Κλάππας ανωτέρω και Πολ. Έφ. 75/2013 Γρηγορίου v. Τράπεζας Κύπρου, ημερ.28/3/
  2. [4] Σε σχέση με την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας, παραπέμπω στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, στην Ποιν. Έφ.19/2022 Νικηφόρου v. Αστυνομίας, ημερ. 6/3/2023 και στην εκεί αναφερόμενη νομολογία, ως επίσης στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Β' Έκδοση, Κεφ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.