Β.Α. ν. Λ.Σ., Αρ. Αγωγής: 1299/2018, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1299/2018 ΜΕΤΑΞΥ: Β.Α. Ενάγοντας Και Λ.Σ. Εναγόμενος Ημερομηνία: 30/1/2024 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Νικηφόρου μαζί με κα Ι. Μπόγκλεζ για Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο: κ. Χ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και κα Δημητρίου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά δυστύχημα που έγινε την 31/1/2018, στην Αραδίππου, όταν υπήρξε σύγκρουση των οχημάτων που οδηγούσαν οι διάδικοι. Στο εξής το όχημα του Ενάγοντα θ' αναφέρεται ως το Toyota και αυτό του Εναγόμενου ως το Audi. Οι κατευθύνσεις των οχημάτων και κάποια άλλα στοιχεία από το σημείο του δυστυχήματος, αποτελούν παραδεκτά και ή αδιαμφησβήτητα γεγονότα και συνεπώς γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Ενάγοντας οδηγούσε το Toyota στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λάρνακας, με κατεύθυνση τη Λάρνακα και έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην οδό Παύλου Λιασίδη, που είναι δρόμος παράλληλος του αυτοκινητόδρομου και βρίσκεται αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του Ενάγοντα, κινήθηκε στην αριστερή λωρίδα κατεύθυνσης που οδηγεί στην έξοδο προς την εν λόγω οδό. Απέναντι από την έξοδο υπάρχει πρατήριο βενζίνης και πρόθεση του Ενάγοντα ήταν ακριβώς να εισέλθει στο πρατήριο. Επισημαίνεται ότι στο σημείο της εξόδου αριστερά υπάρχει σήμα Stop, ως επίσης σήμα που απαγορεύει την επαναστροφή. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Εναγόμενος οδηγούσε το Audi στην οδό Παύλου Λιασίδη, με κατεύθυνση προς το πρατήριο βενζίνης, έχοντας πρόθεση να κατευθυνθεί ευθεία για να στρίψει δεξιά στην έξοδο που οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο, η οποία ευρίσκεται αμέσως μετά το πρατήριο σύμφωνα με την κατεύθυνση του, και να κινηθεί προς Λάρνακα. Στην πορεία του Εναγόμενου, πριν το πρατήριο, υπάρχει επίσης σήμα Stop. Ας σημειωθεί ότι στο δρόμο μπροστά από το πρατήριο βενζίνης, σε όλη την έκταση από το ύψος της εξόδου του αυτοκινητόδρομου προς την Παύλου Λιασίδη μέχρι το ύψος της εξόδου της Παύλου Λιασίδη προς τον αυτοκινητόδρομο, υπάρχει ελεγχόμενο τετράγωνο. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε επί του ελεγχόμενου τετραγώνου. Παρενθετικά, επισημαίνεται εδω ότι τόσο στην έκθεση απαίτησης, όσο και στην υπεράσπιση, αναγράφεται ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του επί της Λεωφ. Ελευθερίας. Όπως προέκυψε όμως κατά τη διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε, η οδός επί της οποίας οδηγούσε το όχημα του ο Εναγόμενος ήταν η οδός Παύλου Λιασίδη (βλ. και Τεκμήριο 17), εξ ου και πιο πάνω ακριβώς αναφέρεται η συγκεκριμένη οδός. Δεν έχει αμφισβητηθεί επίσης, ότι η Λεωφ. Ελευθερίας είναι ο δρόμος επί του οποίου οδηγούσε το όχημα του ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη συνέπεια της αποκλειστικής και ή συντρέχουσας αμέλειας και ή παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Εναγόμενου και αξιώνει εναντίον του τελευταίου γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία, ως επίσης ειδικές αποζημιώσεις. Από την άλλη, ο Εναγόμενος αρνείται ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος και ισχυρίζεται ότι αυτό οφείλεται στην αμέλεια και την παράβαση των νόμιμων και ή θέσμιων καθηκόντων του Ενάγοντα, εγείρει δε ανταπαίτηση αξιώνοντας ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το όχημα του. Οι δύο πλευρές, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: (α) Ο ενάγοντας, επί πλήρους ευθύνης, δικαιούται ποσό €2.500 για γενικές αποζημιώσεις και €6.388,16 ως ειδικές αποζημιώσεις, με εξαίρεση το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων εκ €400 που αναφέρεται στην παράγραφο 19, σημείο Στ, της έκθεσης απαίτησης. (β) Ο εναγόμενος, επί πλήρους ευθύνης, δικαιούται στο πλαίσιο της ανταπαίτησης του ποσό €2.880,92 ως ειδικές αποζημιώσεις. (γ) Τόσο επί των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων που έχουν δηλωθεί για τον ενάγοντα, όσο και επί των ειδικών αποζημιώσεων που έχουν δηλωθεί για τον εναγόμενο στο πλαίσιο της ανταπαίτησης, θα υπάρχει νόμιμος τόκος από την καταχώριση της αγωγής. Με αυτά υπόψη, έχει δηλωθεί περαιτέρω από τις δύο πλευρές, ότι παραμένουν ως επίδικα ζητήματα μόνον το θέμα της ευθύνης και το αναφερόμενο ποσό της παραγράφου 19 Στ της έκθεσης απαίτησης, το οποίο αφορά την πληρωμή ποσού €400.- για χρήση άλλου οχήματος κατά τη διάρκεια της επιδιόρθωσης του οχήματος του Ενάγοντα. Στο σημείο αυτό, πριν αφήσω τη συγκεκριμένη ενότητα, αναφέρω ότι θεωρώ πως ορθά η πλευρά του Ενάγοντα δεν έχει προωθήσει τελικά με την αγόρευση της, ζήτημα μη νομιμοποίησης του Εναγόμενου να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό για τη ζημιά στο Audi, το οποίο ανήκει στον πατέρα του, επειδή δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στον πατέρα του. Η συγκεκριμένη θέση έχει προβληθεί κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου και όπως προκύπτει από τα πρακτικά, σ' ερωτήσεις του Δικαστηρίου προς το συνήγορο του Ενάγοντα για το κατά πόσο παραμένει κάτι σ' εκκρεμότητα για το συγκεκριμένο ζήτημα, έχοντας υπόψη το τι δηλώθηκε σε σχέση με τη ζημιά που αξιώνεται με την ανταπαίτηση (βλ. σημείο (β) ανωτέρω), απάντησε γενικά ότι έχει την εντύπωση ότι δικαιούται να το εγείρει και ότι παραμένει το θέμα της νομιμοποίησης του. Είναι σαφές όμως από τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν καταγραφεί ανωτέρω, τα οποία παρέμειναν μέχρι τέλους όπως εκ συμφώνου δηλώθηκαν, χωρίς να έχει υποβληθεί οποτεδήποτε αίτημα απόσυρσης οποιουδήποτε μέρους τους, ότι δεν αφήνεται περιθώριο περαιτέρω συζήτησης ως προς το θέμα της ζημιάς που αξιώνει ο Εναγόμενος και γι' αυτό, επαναλαμβάνω, θεωρώ πως ορθώς εγκαταλείφθηκε η θέση αυτή. Είναι δε σαφές ότι εάν με την παρούσα απόφαση ο Ενάγοντας βρεθεί είτε αποκλειστικά είτε εν μέρει υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος, ο Εναγόμενος με βάση τη δήλωση υπό (β) ανωτέρω θα δικαιούται ν' αποζημιωθεί ανάλογα. Η Μαρτυρία Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ο Β.Α. - Ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο Α.Γ. (Μ.Ε.2). Για την πλευρά δε του Εναγόμενου κατέθεσαν επίσης δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ο Μ.Π. (Μ.Υ.1) και ο Λ.Σ. - Εναγόμενος (Μ.Υ.2). Ενάγοντας (Μ.Ε.1) Ο Ενάγοντας κατέθεσε για τις συνθήκες του δυστυχήματος, ως επίσης για το ποσό των €400 που κατ' ισχυρισμό κατέβαλε στον Μ.Ε.2 για τη χρήση του οχήματος του τελευταίου, το διάστημα εκείνο που χρειάστηκε για να επιδιορθωθεί το όχημα του. Πέραν της γραπτής του δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, ο Ενάγοντας κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα Τεκμήρια 2-6 ήτοι πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος, δέσμη με 24 φωτογραφίες, σχεδιάγραμμα του ατυχήματος, έντυπο απαίτησης και έκθεση εκτίμησης. Α.Γ. (Μ.Ε.2) Σύμφωνα με το μάρτυρα, επικοινώνησε μαζί του ο Ενάγοντας, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και συμφώνησαν να του παραχωρήσει το διπλοκάμπινο όχημα του για ποσό €20.- ημερησίως. Πράγματι, παραχώρησε το όχημα του στις 2/2/2018 και ο Ενάγοντας το επέστρεψε στις 22/2/2018, καταβάλλοντας του το ποσό των €
- Ο μάρτυρας, πέραν της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 7), κατέθεσε σχετική βεβαίωση καθώς επίσης απόδειξη είσπραξης, ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα. Μ.Π. (Μ.Υ.1) Η γραπτή δήλωση του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αυτός εργάζεται στην ασφαλιστική εταιρεία Atlantic, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα του Εναγόμενου και αναφέρθηκε σ' επίσκεψη του στο σημείο του επίδικου δυστυχήματος, την επόμενη μέρα ήτοι 1/2/2018, μαζί με τον Εναγόμενο και τον πατέρα του. Ο Εναγόμενος του υπέδειξε τις πορείες των οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης, έλαβε σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 11). Επίσης, έλαβε φωτογραφίες (Τεκμήριο 12). Περαιτέρω, ο μάρτυρας κατέθεσε έντυπο της Rescue Line Auto Services Ltd (στο εξής η Rescue Line), με συνημμένες φωτογραφίες, ως Τεκμήριο 13 και πιστοποιητικό από την Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου, ως Τεκμήριο
- Εναγόμενος (Μ.Υ.2) Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες του δυστυχήματος. Η γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 16, 17 και
- Το Τεκμήριο 16 αποτελείται από δύο τιμολόγια σχετικά με την επιδιόρθωση του Audi, το Τεκμήριο 17 είναι φωτογραφία της περιοχής του δυστυχήματος από το Google, ενώ το Τεκμήριο 18 αποτελεί το έντυπο απαίτησης που υπέβαλε ο Εναγόμενος στην ασφαλιστική του εταιρεία. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει βεβαίως ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη εδώ, η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο.[1] Επίσης, στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω την πάγια νομολογημένη αρχή, ότι η όλη διαδικασία θα πρέπει να κινείται πάνω στις γραμμές που χαράζονται από τη δικογραφία και θέματα εκτός δικογράφων δεν μπορούν και δεν πρέπει να εξετάζονται[2]. Οι συνθήκες του δυστυχήματος (Ενάγοντας, Εναγόμενος και Μ.Υ.1) Ξεκινώντας από τον Μ.Υ.1, αναφέρεται κατ' αρχάς ότι αυτός ετοίμασε ένα σχεδιάγραμμα, βασισμένο στην εκδοχή του Εναγόμενου, και έλαβε κάποιες φωτογραφίες από το σημείο της σύγκρουσης. Ο μάρτυρας, πριν εργοδοτηθεί στην ασφαλιστική Atlantic, εργάστηκε στην Αστυνομία Κύπρου για 33 χρόνια, εκ των οποίων τα 10 στον Κλάδο Τροχαίας και συγκεκριμένα στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Όπως ανέφερε έχει πολύχρονη εμπειρία στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και έλαβε σχετική εκπαίδευση. Κατέθεσε δε ενώπιον του Δικαστηρίου πιστοποιητικό παρακολούθησης προγράμματος / σεμιναρίου «Διερεύνησης Σκηνής Δυστυχημάτων / Σχεδιαγράφησης» διάρκειας έξι βδομάδων (από 3/5/1993 μέχρι 11/6/1993). Όπως δήλωσε ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του, είναι εξειδικευμένος στα τροχαία δυστυχήματα. Ευθέως όμως αναφέρω, ότι δεν αποδέχομαι ότι πρόκειται για ειδικό στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, ούτε έπεισε το Δικαστήριο ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα, είτε λόγω εκπαίδευσης είτε λόγω εμπειρίας, για να θεωρηθεί ειδικός. Το γεγονός ότι παρακολούθησε ένα σεμινάριο το 1993 και ήταν στον Κλάδο Τροχαίας για 10 χρόνια, όπου εξέτασε δυστυχήματα, δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι είναι ειδικός. Παρενθετικά, επισημαίνεται ότι δεν διευκρινίστηκε ποτέ, ποια περίοδο υπηρέτησε στην Τροχαία στα 33 χρόνια που ήταν στην Αστυνομία και αν ήταν τότε που έκανε την εκπαίδευση, ούτε πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που εξέτασε δυστύχημα μέχρι την αφυπηρέτηση του. Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας, δεν προέβη σε κάποια αξιόλογη εργασία. Ετοίμασε απλά το σχεδιάγραμμα με βάση όσα του ανέφερε ο Εναγόμενος, έκανε κάποιες μετρήσεις και έβγαλε φωτογραφίες. Σε αυτό περιορίστηκε η δουλειά του και δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο το αποτέλεσμα κάποιας εξειδικευμένης, επιστημονικής ανάλυσης για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα προκειμένου ν' αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Όσα ανέφερε δε, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, για να δικαιολογήσει ουσιαστικά ότι το δυστύχημα έγινε με τον τρόπο που ανέφερε ο Εναγόμενος, ήταν εκ του προχείρου απόψεις που δεν έπεισαν. Ας σημειωθεί ότι στο σχεδιάγραμμα δεν συμπεριέλαβε ούτε καν το πλάτος του δρόμου στο σημείο που έγινε η σύγκρουση, το οποίο δεν μέτρησε, χωρίς να δώσει κάποια πειστική εξήγηση για τούτη την παράλειψη. Επίσης, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν συμπεριέλαβε στο σχεδιάγραμμα σημείο μαυρίσματος, το οποίο όπως ανέφερε στη δια ζώσης μαρτυρία του, του υπέδειξε ο Εναγόμενος. Καμία εξήγηση όμως δεν έχει δοθεί από μέρους του γιατί ένα στοιχείο από τη σκηνή του δυστυχήματος, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του, δεν συμπεριλήφθηκε στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι ο Εναγόμενος δεν επιβεβαίωσε την ύπαρξη οιουδήποτε μαυρίσματος στο δρόμο, το οποίο να υποδείχθηκε στον μάρτυρα, ούτε όμως έχει υπάρξει από μέρους του συσχέτιση ενός μαυρίσματος που εντοπίστηκε στο δρόμο μαζί με το επίδικο δυστύχημα. Η αναφορά του δε ότι πρόκειται για το αποτύπωμα που αφήνει κάθε ατύχημα μετά τη σύγκρουση και δείχνει το σημείο της σύγκρουσης, ως γενική και αόριστη απορρίπτεται. Ό,τι άλλο θα σημειώσω, είναι τη δική του αναφορά περί ετοιμασίας ενός πρόχειρου σχεδίου και ότι θα έβαζε άλλες μετρήσεις αν έκανε σχέδιο επί κλίμακος, όταν του ζητήθηκε στην αντεξέταση να συγκρίνει το σημείο που έχει τοποθετήσει τον ηλεκτρικό πάσσαλο, εν σχέση με το σημείο που φαίνεται να είναι στην πραγματικότητα ο πάσσαλος στη φωτογραφία 14 του Τεκμηρίου
- Για το συγκεκριμένο ζήτημα πάντως, πράγματι η θέση του ότι ο ηλεκτρικός πάσσαλος που τοποθέτησε ως σταθερό σημείο είναι ο πάσσαλος που φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία, προκαλεί σύγχυση. Αυτό γιατί στην φωτογραφία ο πάσσαλος φαίνεται στο σημείο της εισόδου του πρατηρίου, μετά το Αλτ που βρίσκεται στην πορεία του Εναγόμενου, ενώ στο σχέδιο του φαίνεται πριν το Αλτ και το ελεγχόμενο τετράγωνο. Πάσσαλος πριν το Αλτ υπάρχει (βλ. μεταξύ άλλων τις φωτογραφίες 9 και 10 του ίδιου Τεκμηρίου), όμως με βάση τα λεγόμενα του δεν πρόκειται για τον πάσσαλο που τοποθέτησε ως σταθερό σημείο. Συναφώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν και έχοντας κατά νουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην αρχή της παρούσας, από το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε, αποδέχομαι τις πορείες των οχημάτων, το σήμα τροχαίας Stop που σημειώνει ως Γ (βλ. και τη φωτογραφία 8 του Τεκμηρίου 3, όπου ακριβώς εντοπίζεται το συγκεκριμένο σήμα), καθώς επίσης τη σημείωση του ότι στις πορείες αμφότερων των οχημάτων υπάρχουν σήματα τροχαίας Stop. Επίσης, αποδεκτή γίνεται η αναφορά του ότι το ατύχημα συνέβη σε ελεγχόμενο τετράγωνο. Ως προς το ακριβές σημείο της σύγκρουσης, το οποίο στο σχέδιο σημειώνεται με Χ και φαίνεται να βρίσκεται στο ύψος της εισόδου του πρατηρίου βενζίνης και ουσιαστικά μετά το κέντρο του δρόμου, προς την αριστερή λωρίδα κατεύθυνσης σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου, δηλαδή στην λωρίδα που κινείτο ο τελευταίος, κατ' αρχάς θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι αυτό όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα, αλλά αντίθετα αποτέλεσε θέση που υποβλήθηκε προς τον Εναγόμενο αμέσως πριν ολοκληρωθεί η αντεξέταση του, με την οποία ο τελευταίος συμφώνησε. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ πως τούτο συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία. Η τελική θέση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, όπως φαίνεται κυρίως στη φωτογραφία 18 του Τεκμηρίου 3, η οποία είναι ουσιαστικά ίδια με την προ τελευταία φωτογραφία του Τεκμηρίου 13, σε συνάρτηση με το σημείο που εντοπίζονται τα λάδια του οχήματος του Ενάγοντα στο δρόμο, δηλαδή στο σημείο της σύγκρουσης, λίγο πιο μπροστά από τον αριστερό τροχό, θεωρώ πως επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Πέραν τούτων, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, το γεγονός πως το σημείο σύγκρουσης ήταν εντός της λωρίδας κατεύθυνσης του Εναγόμενου, συνάγεται και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το ατύχημα. Σε ότι αφορά το πλάτος του δρόμου, στο σημείο του δυστυχήματος, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δεν το μέτρησε. Ήταν όμως η θέση του, ότι εκ πείρας γνωρίζει πως η κάθε λωρίδα έχει πλάτος 3.10 μέτρα από την λίνια μέχρι την κίτρινη γραμμή. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη αναφορά του, ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε, ούτε όμως η πλευρά του Ενάγοντα παρουσίασε διαφορετική μαρτυρία επί τούτου. Θεωρώ δε ότι με βάση την εμπειρία του στην Αστυνομία και ειδικότερα από την εξέταση δυστυχημάτων στην Τροχαία, αυτό είναι ένα στοιχείο που είναι λογικό να γνωρίζει και έχοντας αναφερθεί σ' αυτό με θετικό τρόπο, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Τώρα, για την αναφορά του ότι με βάση τις ζημιές του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, υπήρξε εμβολισμός τόσο στην πόρτα του οδηγού όσο και στην πίσω πόρτα, αυτή ως γενική και αόριστη απορρίπτεται. Δεν θεωρώ πως η επίκληση γενικά και αόριστα της εμπειρίας του στην Αστυνομία προκειμένου να πείσει για τούτο, είναι αρκετή. Ουσιαστικά καμία αιτιολόγηση δεν υπήρξε από μέρους του σχέση με τη συγκεκριμένη αναφορά του. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να επισημανθεί εδώ, ότι ο μάρτυρας δεν είδε καν τα δύο οχήματα και η γνώμη που εξέφρασε ήταν μέσω απλής παρατήρησης των φωτογραφιών. Με αυτά υπόψη, έρχομαι στους δύο πρωταγωνιστές του επίδικου δυστυχήματος. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, πριν εισέλθει από τον αυτοκινητόδρομο στην έξοδο που βρίσκεται το πρατήριο βενζίνης, έδειξε με τον δείκτη κατεύθυνσης αριστερά και εισήλθε στην λωρίδα κατεύθυνσης για τον παρακαμπτήριο δρόμο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και ακολούθως κοίταξε δεξιά και αριστερά «. και διαπίστωσα ότι στα αριστερά είδα κάποια φώτα αυτοκινήτου σε μακρινή απόσταση, περίπου 300 μέτρων. Ως εκ τούτου και αφού είχα υπόψιν μου ότι ο οδηγός εκ αριστερών μου οφείλει να σταματήσει στο ΑΛΤ, συνέχισα και με πολύ χαμηλή ταχύτητα εισήλθα εντός του ελεγχόμενου τετραγώνου προκειμένου να εισέλθω στο πρατήριο βενζίνης.» Αναφέρει δε στη συνέχεια ότι ο Εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με ευθεία πορεία, εισήλθε εντός του ελεγχόμενου τετραγώνου με υπερβολική ταχύτητα, χωρίς να σταματήσει, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του, το οποίο ερχόταν από τα δεξιά του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια να σταματήσει και μετά την σύγκρουση σταμάτησε 100 - 150 μετρά μακριά. Η εκδοχή του Εναγόμενου, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Ανάφερε συγκεκριμένα, ότι σταμάτησε στο αλτ πριν εισέλθει στο ελεγχόμενο τετράγωνο και κοίταξε δεξιά του. Αφού βεβαιώθηκε ότι από τα δεξιά του δεν υπήρχε άλλο όχημα στο Αλτ, το οποίο δηλαδή να κινείται παράλληλα επί της Λεωφόρου Ελευθερίας, με πορεία προς την οδό Παύλου Λιασίδη όπου κινείτο το όχημα του, εισήλθε νόμιμα και κανονικά στο ελεγχόμενο τετράγωνο με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Όταν ήταν περίπου στο μέσο του ελεγχόμενου τετραγώνου, εντελώς ξαφνικά, τον χτύπησε κάποιο άλλο όχημα στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του και συγκεκριμένα στις δύο πόρτες της δεξιάς πλευράς του οχήματος του, με αποτέλεσμα να σπάσει και το τζάμι του οδηγού. Το άλλο αυτοκίνητο ερχόταν από τον παράλληλο δρόμο, δηλαδή από την Λεωφόρο Ελευθερίας, με πορεία από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λάρνακας προς τη Λάρνακα και εισήλθε διαγώνια στο ελεγχόμενο τετράγωνο στο οποίο βρισκόταν ήδη ο ίδιος, με σκοπό να εισέλθει στο πρατήριο βενζίνης. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου, ότι ο Ενάγοντας δεν σταμάτησε στο Αλτ, δεν ήταν παρατηρητικός και εισήλθε με ταχύτητα στο ελεγχόμενο τετράγωνο. Ευθέως αναφέρω πως ο Ενάγοντας, δεν έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας φάνηκε έτοιμος να πει στο Δικαστήριο ό,τι χρειάζεται για να πείσει, προσφεύγοντας ενίοτε σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Γενικότερα, θεωρώ πως η μαρτυρία του ήταν γενική, αόριστη, συγκεχυμένη, ασαφής, μη συνάδουσα με τη λογική και μη πειστική. Κατά την κρίση μου δε, προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και δεν κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα. Αναφέρει στην γραπτή του δήλωση ότι κοίταξε δεξιά και αριστερά και είδε φώτα στα αριστερά σε απόσταση 300 μέτρων. Στην κυρίως εξέταση του, διαφοροποίησε ουσιωδώς τη θέση του, λέγοντας ότι κοίταξε δεξιά και αριστερά, αλλά δεν είδε τίποτε και μετά ξανακοίταξε και είδε στα αριστερά φώτα, περίπου στα 300 μέτρα. Όταν ερωτήθηκε για το θέμα αυτό στην αντεξέταση του, προφανώς έχοντας ξεχάσει τι ανέφερε στη δήλωση του και επειδή ακριβώς δεν έλεγε την αλήθεια, ανέφερε ότι όπως γράφει το χαρτί (εννοώντας τη γραπτή του δήλωση), «κοίταξα δεξιά, κοίταξα δυο φορές και την τελευταία φορά, είδα φώτα στα αριστερά μου». Σε επόμενη ερώτηση για την απόσταση που ισχυρίζεται ότι είδε τον εναγόμενο, με μεγάλη ευκολία διαφοροποίησε τη θέση του, απαντώντας «Εντάξει, υπολογίζω θα ήταν 200-300 μέτρα; Περίπου.» Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, η θέση του διαφοροποιήθηκε περαιτέρω αφού ανέφερε ότι ελάττωσε και κοίταξε (πρώτα) αριστερά και μετά δεξιά. Επανήλθε δε στην προηγούμενη του θέση σε σχέση με την απόσταση που είδε τα φώτα, λέγοντας ότι ήταν περίπου στα 300 μέτρα. Επισημαίνεται εδώ, ότι την ίδια στιγμή που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έκανε τις πιο πάνω ενέργειες, το αυτοκίνητο του βρισκόταν εν κινήσει. Όπως προκύπτει ξεκάθαρα δε από την πραγματική μαρτυρία ήτοι τις φωτογραφίες που κατέθεσαν αμφότερες οι πλευρές (σημείο λαδιών στο δρόμο, τα οποία προήλθαν από το όχημα του Ενάγοντα και υποδηλώνουν το σημείο της σύγκρουσης, σε συνάρτηση με την τελική θέση του οχήματος του Ενάγοντα η οποία καταδεικνύει ότι αυτό πράγματι μετακινήθηκε ελαφρώς μετά τη σύγκρουση, όπως δέχτηκαν αμφότερες οι πλευρές), αλλά και το γεγονός ότι επαφή με το δεξιό μέρος του οχήματος του Εναγόμενου είχε κυρίως το αριστερό μπροστινό μέρος του δικού του οχήματος, ο Ενάγοντας κινήθηκε διαγώνια δεξιά προκειμένου να εισέλθει στο πρατήριο. Η διαγώνια είσοδος στο δρόμο ήταν εν πάση περιπτώσει κάτι που δέχτηκε και ο ίδιος ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του. Σύμφωνα λοιπόν με τον Ενάγοντα, όταν έφτασε στο Αλτ, ελάττωσε και κινήθηκε με χαμηλή ταχύτητα 10 χιλιομέτρων, χωρίς να σταματήσει, για να περάσει απέναντι. Κατ' αρχάς παρατηρώ πως η συγκεκριμένη θέση του έρχεται σε αντίφαση με τη θέση που προώθησε με την απάντηση του στην υπεράσπιση, όπου αναφέρει ότι σταμάτησε στη σήμανση Stop, έλεγξε για άλλα οχήματα και ο δρόμος ήταν κενός. Από εκεί και πέρα, δεν έχει πείσει ο Ενάγοντας, ότι την ίδια στιγμή που εισήλθε εντός του ελεγχόμενου τετραγώνου χωρίς να σταματήσει, για να περάσει απέναντι, κινούμενος μάλιστα διαγώνια δεξιά, έλεγξε τόσο διεξοδικά την τροχαία κίνηση δεξιά και αριστερά και μετά ξανά δεξιά και αριστερά, όπως ήταν μια εκδοχή του. Εν πάση περιπτώσει, εάν τα πράγματα ήταν έτσι και το όχημα του Εναγόμενου, όταν ο ίδιος (ο Ενάγοντας) εισήλθε στο ελεγχόμενο τετράγωνο, ήταν στα 300 μέτρα ή στα 200-300 μέτρα όπως ήταν η άλλη εκδοχή του, δεν θα μπορούσε λογικά να γίνει δυστύχημα. Διότι πως είναι δυνατόν ο ίδιος να διένυσε μια απόσταση λίγο πέραν των 3.10 μέτρων στο δρόμο ή και στο ελεγχόμενο τετράγωνο και το όχημα του Εναγόμενου, από τα 200-300 μέτρα, όχι μόνον να βρέθηκε στο σημείο, αλλά να πέρασε μπροστά από το όχημα του, αφού προηγουμένως συγκρούστηκε μ' αυτό. Ήταν βεβαίως η θέση του, ότι ο Εναγόμενος κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην πραγματικότητα όμως, τούτο ήταν ένα δικό του αυθαίρετο συμπέρασμα. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον Ενάγοντα, είδε φώτα από μακριά και στη συνέχεια «απλώς είδα τον μπροστά στα μάτια μου και άργησα να καταλάβω ότι ήταν αυτοκίνητο με τόση ταχύτητα». Δεν μπορεί να γίνει συνεπώς αποδεκτό, και ως ζήτημα λογικής, ότι ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα του οχήματος του Εναγόμενου και βεβαίως η αναφορά του ότι πέρασε αστραπιαία από μπροστά του και δεν ήταν 50, αλλά 100 χιλιόμετρα η ταχύτητα του, ως γενική και αόριστη απορρίπτεται. Ο Ενάγοντας προσπάθησε επιπλέον να πείσει περί της ταχύτητας του Εναγόμενου, και με βάση τις ζημιές που υπέστησαν τα οχήματα αλλά και τη θέση που σταμάτησε το όχημα του Εναγόμενου, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του. Δεν διέλαθε την προσοχή του Δικαστηρίου ότι το επάγγελμα του Ενάγοντα είναι αυτό του ισιωτή-βαφέα αυτοκινήτων. Δεν θεωρώ όμως ότι τούτο τον καθιστά ειδικό να εκφέρει γνώμη για τις ταχύτητες των αυτοκινήτων με βάση τις ζημιές. Είναι άλλο να καθορίσει μια ζημιά αν είναι σοβαρή ή όχι και τι χρειάζεται για ν' αποκατασταθεί ή να καθορίσει ενδεχομένως το σημείο που δέχτηκε το κύριο κτύπημα ένα αυτοκίνητο και είναι εντελώς διαφορετικό να λέει ότι αν πήγαινε με 50 χιλιόμετρα ο Εναγόμενος, η ζημιά του θα ήταν η μισή και άρα αυτός πήγαινε με 100 χιλιόμετρα. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ πως δεν έχει τεθεί το υπόβαθρό για να μπορεί να προβάλλει μια τέτοια θέση. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνεται πως σύμφωνα με τον Ενάγοντα, από τη στιγμή της εισόδου του στο ελεγχόμενο τετράγωνο μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης, μεσολάβησε χρόνος κάποιων δευτερολέπτων. Αρχικά είπε 5-10, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί να μην ήταν 10 και να ήταν 5-7 δευτερόλεπτα. Έχοντας αυτό υπόψη και τη θέση του ότι είδε φώτα σε απόσταση 300 μέτρων περίπου, τέθηκε στον Ενάγοντα πως έστω με 100 χιλιόμετρα δεν θα μπορούσε ο Εναγόμενος να καλύψει τη συγκεκριμένη απόσταση μέσα σ' αυτό τον χρόνο και να φτάσει στο σημείο της σύγκρουσης, με το μάρτυρα να δηλώνει πως διαφωνεί. Ας σημειωθεί ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ότι πιστεύει πως θα μπορούσε να καλυφθεί άνετα η απόσταση σε 5-7 δευτερόλεπτα. Κατ' αρχάς, αναφέρεται πως ο Ενάγοντας δεν είναι ειδικός για να εκφέρει γνώμη σε σχέση με το ζήτημα αυτό και εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί κανένα υπόβαθρο για τούτη την αναφορά του. Το τι πιστεύει δε ο ίδιος, δεν είναι αρκετό. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι όπως γίνεται αντιληπτό, έχοντας απορριφθεί η μαρτυρία του περί ταχύτητας 100 χιλιομέτρων του Εναγόμενου και τη σύγχυση που προκύπτει για την απόσταση που υποτίθεται είδε τα φώτα, ούτως ή άλλως δεν υπάρχει υπόβαθρο για την πιο πάνω θέση του. Όπως προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και τη μαρτυρία του γενικότερα, αποτέλεσε θέση του Ενάγοντα ότι τα φώτα που είδε σε απόσταση 200-300 μέτρων, ανήκαν στο όχημα του Εναγόμενου και προσπάθησε να δικαιολογήσει την κάλυψη της απόστασης μέχρι το σημείο της σύγκρουσης με την ταχύτητα του Εναγόμενου. Σε κάποιο σημείο όμως της αντεξέτασης του, λίγο πριν το τέλος της, άλλαξε ουσιωδώς όσα προηγουμένως ανέφερε. Συγκεκριμένα, όταν του τέθηκε ότι δεν μπορούσε να δει το αυτοκίνητο σε απόσταση 300 μέτρων και εάν τα φώτα ανήκαν στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου, απάντησε ότι είδε κάποια φώτα αλλά δεν είπε ότι είναι του Εναγόμενου. Ο Ενάγοντας εδώ, αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι αυτό που του τέθηκε είναι λογικό, αποφάσισε ν' αναιρέσει όσα υποστήριζε εξ αρχής και έδειξε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο στο Δικαστήριο, όχι μόνον την ευκολία του ν' αλλάζει τη θέση του κατά πως τον βόλευε σε κάθε περίπτωση, αλλά κυρίως ότι καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας δεν έλεγε την αλήθεια. Με αυτό υπόψη, και σε συνάρτηση με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, συνάγεται θεωρώ ξεκάθαρα ότι ο Ενάγοντας μπήκε στο ελεγχόμενο τετράγωνο χωρίς να σταματήσει στο Αλτ και επίσης ότι στην πραγματικότητα δεν αντιλήφθηκε ποτέ το όχημα του Εναγόμενου, το οποίο κινείτο στην οδό Παύλου Λιασίδη. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μαρτυρία του Ενάγοντα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το επίδικο δυστύχημα απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και σε κάθε περίπτωση ως μη πειστική. Ερχόμενος στον Εναγόμενο, αναφέρω ευθέως ότι έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και κατά την κρίση μου ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες, σαφείς και πηγαίες και δόθηκαν μ' ένα φυσικό τρόπο που έδειχνε κατά την κρίση μου ότι κατέθετε τα πράγματα όπως ακριβώς έγιναν στην πραγματικότητα. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι εξήλθε από την οδό Αγίου Αρτεμίου και εισήλθε στην οδό Παύλου Λιασίδη, στρίβοντας αριστερά και ότι σταμάτησε στο Άλτ της οδού Παύλου Λιασίδη. Βρισκόμενος επί του Άλτ, έλεγξε δεξιά του και εισήλθε στο ελεγχόμενο τετράγωνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε όχημα στο Αλτ για οχήματα που κινούνται με κατεύθυνση από Λεωφ. Ελευθερίας προς την Παύλου Λιασίδη, και όταν ήταν στο μέσο του ελεγχόμενου τετραγώνου, εντελώς ξαφνικά κτυπήθηκε από το όχημα του Ενάγοντα στη δεξιά πλευρά. Έχω την άποψη ότι η μαρτυρία του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και τη λογική. Η διαγώνια είσοδος του Ενάγοντα στο δρόμο, χωρίς να σταματήσει και η σύγκρουση της αριστερής μπροστινής κυρίως πλευράς του οχήματος του Ενάγοντα, με τις πόρτες δεξιά (οδηγού και συνοδηγού) του οχήματος του Εναγόμενου, εντός της λωρίδας κατεύθυνσης που κινείτο ο ίδιος, είναι θεωρώ στοιχεία ενισχυτικά της εκδοχής του. Αποδεκτή επίσης είναι η θέση του, ότι μετά τη σύγκρουση σταμάτησε το όχημα του, αλλά στη συνέχεια το μετακίνησε πιο μπροστά, επειδή εμπόδιζε την είσοδο και έξοδο του πρατηρίου. Το γεγονός δε ότι μετακινώντας το όχημα του πιο μπροστά, δεν το πάρκαρε κανονικά πλησίον του πεζοδρομίου, κάτι που η πλευρά του Ενάγοντα ανήγαγε σε μείζον ζήτημα, δεν μπορεί από μόνο του να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Εξάλλου η εξήγηση του μάρτυρα, ότι μετά το δυστύχημα εκεί σκέφτηκε να το παρκάρει, με το νου που είχε μετά την σύγκρουση και πρόθεση του ήταν απλά να ανοίξει το δρόμο για να μπορούν να περνούν τα αυτοκίνητα, κρίνεται απόλυτα λογική και πειστική. Δεν διέλαθαν βεβαίως την προσοχή του Δικαστηρίου, όσα τίθενται με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, στο πλαίσιο της προσπάθειας να καταδειχθεί αναξιοπιστία του Εναγόμενου. Αυτά όμως δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Κατ' αρχάς δεν εντοπίζεται καμία διαφοροποίηση του Εναγόμενου για την πορεία του τον ουσιώδη χρόνο, εν σχέση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Τόσο στο δικόγραφο του, όσο και στην μαρτυρία του, ανέφερε πως οδηγούσε το όχημα του στην οδό Παύλου Λιασίδη, σταμάτησε στο Άλτ και όταν μπήκε στο ελεγχόμενο τετράγωνο, ο Ενάγοντας ερχόμενος από τον αυτοκινητόδρομο (Λεωφ. Ελευθερίας) προσέκρουσε στο όχημα του. Επειδή κατά τη μαρτυρία του έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για τη διαδρομή που ακολούθησε, δεν συνεπάγεται ότι υπήρξε διαφοροποίηση της θέσης του. Επίσης, δεν ήταν ποτέ η θέση του Εναγόμενου ότι όταν έστριψε ο Ενάγοντας, ο ίδιος δεν βρισκόταν στη στροφή του Lidl στα 300 μέτρα, όπως ήταν δηλαδή η θέση του τελευταίου, αλλά στο ύψος της εξόδου της Αγίου Αρτεμίου, για να χρειάζεται να υποβάλει τη θέση αυτή στον Ενάγοντα. Πάντα η θέση του Εναγόμενου ήταν ότι εκκίνησε από το Αλτ, αφου βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχαν οχήματα στο Αλτ δεξιά, για οχήματα δηλαδή που κινούνταν επί της Λεωφ. Ελευθερίας, και ενω βρισκόταν στο ελεγχόμενο τετράγωνο, ο Ενάγοντας μπήκε στο ελεγχόμενο τετράγωνο από δεξιά και συγκρούστηκε μαζί του. Σημειώνεται επίσης εδω, ότι η θέση του Εναγόμενου, ότι μετά τη σύγκρουση μετακίνησε το όχημα του, υποβλήθηκε στον Ενάγοντα και αυτός δήλωσε τη διαφωνία του. Στη σκηνή του δυστυχήματος, προφανώς, παρόντες ήταν αμφότεροι, δηλαδή ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν παρών σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο. Συνεπως, δεν είναι καθόλου αντιληπτή η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα, ότι δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι ήταν παρών όταν ο Εναγόμενος μετακίνησε το όχημα του. Ως προς τη θέση τώρα του συνηγόρου του Ενάγοντα, ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου για την μετακίνηση του οχήματος του μετά το δυστύχημα, έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος ανέφερε ουσιαστικά ότι η τελική θέση του οχήματος του Εναγόμενου είναι αυτή που φαίνεται στο σημείο που μετακινήθηκε το όχημα, αναφέρονται τα ακόλουθα. Κατ' αρχάς, από τη μελέτη της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, διαπίστώνεται ότι πράγματι σε κάποια στιγμή ανέφερε ότι ο λειτουργός της οδικής βοήθειας του υπέδειξε ότι το σημείο που του υποδείχθηκε ως τελική θέση του οχήματος του Εναγόμενου, ήταν το σημείο που φαίνεται στην τρίτη φωτογραφία του Τεκμηρίου 13, δηλαδή το σημείο όπου σύμφωνα με τον Εναγόμενο μετακίνησε το όχημα του μετά τη σύγκρουση. Ευθέως όμως αναφέρω, πως αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να καταρρίψει την εκδοχή του Εναγόμενου. Διότι, αφενός, ο εν λόγω λειτουργός δεν έδωσε μαρτυρία και δεν γνωρίζουμε το λόγο που ανέφερε αυτό το πράγμα ή με ποιόν μίλησε στη σκηνή για τούτο, ούτε αν αυτό που του υποδείχθηκε ήταν η τελική θέση μετά τη σύγκρουση ή η τελική θέση, υπό την έννοια που το έθεσε ο Εναγόμενος, ότι δηλαδή εκεί κατέληξε μετά τη μετακίνηση του, ούτε όμως αν του υποδείχθηκε το όχημα επί τόπου και επειδή βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο που το είδε, ο ίδιος υπέθεσε ότι ήταν αυτή η τελική του θέση μετά τη σύγκρουση. Περαιτέρω, αυτό που ανέφερε ο Εναγόμενος στον Μ.Υ.1 όταν συναντήθηκαν, ήταν ακριβώς πως η τελική θέση του οχήματος του, ήταν στο σημείο της σύγκρουσης, όπως δηλαδή υποστήριξε στη μαρτυρία του, η οποία όπως έχει αναφερθεί κρίνεται αξιόπιστη. Σε σχέση με το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο Μ.Υ.1, σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Το σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 4 που κατέθεσε ο Ενάγοντας, σαφώς συνάδει σε σχέση με τις πορείες των οχημάτων και κάποια άλλα στοιχεία με το σχέδιο του Μ.Υ.1 (που βρίσκονται επι τόπου και δεν αμφισβητούνται). Παρενθετικά, αναφέρω πως δεν μπορεί να λεχθεί οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ή ν' αξιολογηθεί κάτι πέραν τούτου, αφου δεν γνωρίζουμε ποιός το ετοίμασε και κάτω από ποιές συνθήκες. Επισημαίνεται πάντως, ότι στο συγκεκριμένο σχέδιο, το όχημα του Εναγόμενου παρουσιάζεται κανονικά στην λωρίδα της κατεύθυνσης του και το όχημα του Ενάγοντα φαίνεται να κατευθύνεται διαγώνια δεξιά προς το πρατήριο, ενώ η σύγκρουση ακριβώς γίνεται εντός της λωρίδας που κινείτο ο Εναγόμενος. Εν πάση περιπτώσει, δεν εντοπίζονται στα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος για το Τεκμήριο 4, εν σχέση με αυτά που είπε ο Μ.Υ.1, ο οποίος ουσιαστικά δεν βρήκε διαφορές με το δικό του σχέδιο, οτιδήποτε ουσιαστικό που να χρήζει αναφοράς και μάλιστα να παρέχει έρεισμα για να καταδειχθεί αντίφαση μεταξύ των δύο, όπως εισηγείται ουσιαστικά ο συνήγορος του Ενάγοντα. Τέλος, δεν συμφωνώ ούτε με τη θέση πως η αναφορά του Εναγόμενου στην ακροαματική διαδικασία ότι σταμάτησε στο Άλτ, καταδεικνύει εκ των υστέρων σκέψεις, επειδή δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στην υπεράσπιση του και στην δήλωση του προς την ασφαλιστική του εταιρεία (Τεκμήριο 18). Η ουσία της θέσης του Εναγόμενου και στις δύο περιπτώσεις, είναι πως ενώ εισήλθε νόμιμα στο ελεγχόμενο τετράγωνο, με χαμηλή ταχύτητα, ο Ενάγοντας εισήλθε στο ελεγχόμενο τετράγωνο εκ δεξιών του, χωρίς να σταματήσει και συγκρούστηκε μαζί του. Επαναλαμβάνεται και εδω, πως το γεγονός ότι στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο Εναγόμενος, όπως ήταν φυσικό, έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για τη διαδρομή που ακολούθησε και επίσης για να εξηγήσει το νόμιμο της εισόδου του στο ελεγχόμενο τετράγωνο, δεν σημαίνει ούτε ότι αναφέρθηκε σε ισχυρισμούς που δεν δικογραφούνται, ούτε όμως ότι προκύπτει ζήτημα αναξιοπιστίας του. Συναφώς, η μαρτυρία του Εναγόμενου αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα, γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή για το θέμα ευθύνης Στην Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, 483, κρίθηκε ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και όχι του οδηγού που ενέχεται (βλ. Markantonis v Demakis
(1989)1 CLR 387, 392) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345, 350). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής προσδιόρισε το καθήκον επιμέλειας ως ακολούθως (σελ 425 - 426): «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους. Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. ............ Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). Δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Ενώ η ευθύνη του οδηγού αυτοκινήτου και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή. Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία (βλ. Charalambous ν. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25). .....» Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος του εναγόμενου. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το άρθρο 57 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ του εναγόμενου, από τη μια και του ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα (βλ. Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 AAΔ 1013, 1023). Ευθύνη Κατά την κρίση μου είναι προφανές, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα φέρει ο Ενάγοντας αποκλειστικά. Η αιτία του δυστυχήματος εντοπίζεται στην ενέργεια του Ενάγοντα να εισέλθει διαγώνια στο δρόμο, χωρίς να σταματήσει στο Αλτ της πορείας του για να ελέγξει το δρόμο ή και τα εξ' αριστερών του ερχόμενα οχήματα που κινούνταν στον δρόμο ή και χωρίς κανένα έλεγχο ή ενδιαφέρον για τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατ' εκείνη τη στιγμή και χωρίς τη δέουσα παρατηρητικότητα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος κανονικά στην πορεία του, ο οποίος δεν πρόλαβε ν' αντιδράσει. H ζημιά της παραγράφου 19 (Στ) της Έκθεσης Απαίτησης (Ενάγοντας, Μ.Ε.2) Ανεξάρτητα της κατάληξης του Δικαστηρίου για το θέμα της ευθύνης ανωτέρω, η οποία σφραγίζει ουσιαστικά και το αποτέλεσμα στην παρούσα, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας στην εξέταση της ζημιάς που αξιώνει ο Ενάγοντας στην παράγραφο 19 (Στ) της Έκθεσης Απαίτησης (πληρωμή ποσού €400.- για χρήση άλλου οχήματος κατά τη διάρκεια της επιδιόρθωσης του οχήματος του Ενάγοντα). Σύμφωνα με την πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι ειδικές ζημιές θα πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά, με συγκεκριμένη και θετική μαρτυρία (βλ. Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Έχοντας διεξέλθει με προσοχή και σφαιρικά τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για το θέμα που απασχολεί, κατ΄ αρχάς ν' αναφερθεί ότι σίγουρα έχει προβληματίσει το γεγονός ότι τόσο η βεβαίωση Τεκμήριο 8, όσο και η απόδειξη Τεκμήριο 9, ετοιμάστηκαν προκειμένου να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο για σκοπούς της Ακρόασης, σε συνάρτηση με τη φιλία που υπάρχει μεταξύ Ενάγοντα και Μ.Ε.
- Σε σχέση με την απόδειξη Τεκμήριο 9, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι την έλαβε όταν τη ζήτησε ο δικηγόρος του. Την ημέρα που χρειάστηκε, ζήτησε από τον Μ.Ε.2 και του έβγαλε απόδειξη. Με τη σειρά του, ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι τόσο η βεβαίωση όσο και η απόδειξη εκδόθηκαν ένα μήνα πριν την Ακρόαση, όταν ζητήθηκαν από το δικηγόρο. Με βάση αυτά, αλλά και τη θέση των δύο μαρτύρων ότι το ποσό των €400 καταβλήθηκε στις 22/2/2018, προκύπτει σύγχυση βεβαίως από το γεγονός ότι η απόδειξη Τεκμήριο 9 φέρει ημερομηνία 2/2/
- Θεωρώ όμως ότι η ημερομηνία στην απόδειξη δεν έχει καθοριστική σημασία. Προφανώς, όταν ζητήθηκε από τον Μ.Ε.2 να εκδώσει απόδειξη, έγραψε τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Δεν σημαίνει αυτόματα ότι λέει ψέματα. Αντίθετα, έχω πεισθεί παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια. Βρίσκω συνεπώς ότι ο Μ.Ε.2 έδωσε πράγματι το όχημα του στον Ενάγοντα με συμφωνημένο ποσό €20 ημερησίως και ότι ο τελευταίος παρέλαβε το αυτοκίνητο στις 2/2/2018 και το παρέδωσε πίσω στον Μ.Ε.2 στις 22/2/
- Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δεν έχει παρουσιάσει κάποιο έγγραφο προκειμένου ν' αποδείξει ότι χρειάστηκαν 20 μέρες για την επιδιόρθωση του οχήματος του και όχι οκτώ, ως αναγράφεται στην έκθεση εκτίμησης που παρουσίασε (Τεκμήριο 6). Επί τούτου, αναφέρω κατ' αρχάς πως το γεγονός ότι στην έκθεση εκτίμησης αναγράφεται χρόνος επιδιόρθωσης οκτώ ημερών, δεν αποκλείει να χρειάστηκε περισσότερος χρόνος, εάν καθυστέρησε η παραλαβή των εξαρτημάτων που απαιτούνταν για την επιδιόρθωση, όπως ήταν η θέση του Ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι εάν επιδιορθωνόταν νωρίτερα το όχημα του, δεν θα υπήρχε λόγος να συνεχίσει να κρατά το όχημα του Μ.Ε.2 και να πληρώνει το ημερήσιο ποσό που συμφωνήθηκε. Συνεπώς επί του συγκεκριμένου ζητήματος, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι για την επιδιόρθωση του οχήματος του απαιτήθηκε χρόνος 20 ημερών, ένεκα της καθυστέρησης που υπήρξε στην παραλαβή των εξαρτημάτων και ότι πλήρωσε στον Μ.Ε.2 το ποσό των €
- Ως εκ των ανωτέρω, θα επιδίκαζα το ποσό των €400.- υπέρ του Ενάγοντα σε περίπτωση που θα επιτύγχανε η αγωγή του. Κατάληξη Η αγωγή απορρίπτεται. Η ανταπαίτηση επιτυγχάνει. Συναφώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα για το ποσό των €2.880,92, πλέον νόμιμο τόκο από 30/10/2018 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης είναι κοινά, ένα σετ εξόδων θα δικαιούται ο Εναγόμενος. (Υπ.) ............ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24/7/2013. [2] Βλ., μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη
(1980)1 CLR 180 και Παπαγεωργίου v. Κλάππας
(1991)1 ΑΑΔ 24. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο