← Κύπρος

Χρίστος Αβέρκιου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου κ.α., Συν. Αγωγές: 1995/14 και 2975/15, 6/10/2023

Χρίστος Αβέρκιου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου κ.α., Συν. Αγωγές: 1995/14 και 2975/15, 6/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 1995/14 και 2975/15 Μεταξύ:

  1. Χρίστος Αβέρκιου,
  2. Βικτώρια Φιλιπποπούλου Αβέρκιου,
  3. Μαρία Αβέρκιου Εναγόντων και
  4. Τράπεζα Κύπρου,
  5. Πανίκος Παναγή Εναγόμενων ------------------------------------------ Αγωγή Αρ.: 2975/15 Μεταξύ:
  6. Χρίστος Αβέρκιου,
  7. Βικτώρια Φιλιπποπούλου Αβέρκιου,
  8. Μαρία Αβέρκιου Εναγόντων και Πανίκος Παναγή Εναγόμενος ------------------------------------------ Ημερομηνία: 06 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1, 2 και 3: κ. Α. Δημητρίου για Α. Θ. Μαθηκολώνης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1 στην Αγ. Αρ.1995/14: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο στην Αγ. Αρ.2975/15: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δύο συνεκδικασθείσες αγωγές είναι από τις πολλές που αφορούν τα θλιβερά γεγονότα του 2013 και συγκεκριμένα το κούρεμα των καταθέσεων κυπρίων πολιτών, μεταξύ αυτών και ο Ενάγοντας
  9. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας 1 είναι μόνιμος κάτοικος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, η Ενάγουσα 2 είναι η σύζυγός του και η Ενάγουσα 3 η κόρη του. Το 2013 ήταν πελάτης της Τράπεζας Κύπρου και διατηρούσε τους λογαριασμούς του στο υποκατάστημά της στη Λεωφόρο Φανερωμένης στην Λάρνακα. Στις 19/02/2013 ταξίδεψε στην Κύπρο αποκλειστικά και ειδικά για να διευθετήσει τις καταθέσεις και τους λογαριασμούς του σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα της Κύπρου, περιλαμβανομένων και των λογαριασμών που διατηρούσε στην Εναγόμενη 1, με απώτερο στόχο να αποφύγει την απομείωση των καταθέσεών του. Στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Λεωφόρο Φανερωμένης, διατηρούσε τέσσερεις

(4)λογαριασμούς. Όταν επισκέφθηκε το συγκεκριμένο υποκατάστημα, στις 19/02/2013, συναντήθηκε με τον Εναγόμενο στην Αγ. Αρ. 2975/15 (εφεξής Εναγόμενος 2), ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος και υπεύθυνος των συναλλαγών της Εναγόμενης
  1. Στη συγκεκριμένη συνάντηση, ο Ενάγοντας 1 είχε δώσει οδηγίες όπως οι καταθέσεις του ύψους $531.673,68, οι οποίες υπήρχαν στον λογαριασμό με αριθμό ΧΧΧ5993, μεταφερθούν σε τράπεζα στη Νέα Υόρκη. Η συγκεκριμένη εντολή του εκτελέστηκε. Συγχρόνως έδωσε εντολή όπως προστεθούν στον λογαριασμό του με αριθμό ΧΧΧ3273, στον οποίο υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των $292.182,47, ως συνδικαιούχοι οι Ενάγουσες 2 και
  2. Δηλαδή, η σύζυγός του και η θυγατέρα του. Με αυτόν τον τρόπο ο ίδιος θεώρησε ότι θα προστάτευε την κατάθεσή του από την επερχόμενη απομείωση/κούρεμα και οποιεσδήποτε άλλες αποφάσεις ή διατάγματα θα εκδίδονταν. Παρά τη συγκεκριμένη εντολή του Ενάγοντα 1, αδικαιολόγητα, παράνομα, αντικανονικά ή και αντισυμβατικά ή και κατά παράβαση των καθηκόντων της Τράπεζας ή και της τραπεζικής δεοντολογίας ή και πρακτικής, η Εναγόμενη 1 δεν προχώρησε στην προσθήκη των Εναγουσών 2 και 3 στον λογαριασμό του Ενάγοντα 1, με αποτέλεσμα να απομειωθεί το ποσό στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Κατά την επίσκεψή του στο συγκεκριμένο υποκατάστημα, ο Ενάγοντας 1 είχε προσκομίσει στην Εναγόμενη 1 και είχε παραδώσει στον Εναγόμενο 2 γενικά πληρεξούσια έγγραφα δεόντως υπογεγραμμένα από τις Ενάγουσες 2 και 3, τα οποία είχαν πιστοποιηθεί στο Προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Νέα Υόρκη στις 13/02/2013, μαζί με αντίγραφο του διαβατηρίου των Εναγουσών 2 και
  3. Στη συγκεκριμένη επίσκεψη, ο Ενάγοντας είχε αναφέρει στον Εναγόμενο 2 ότι με τα ίδια πληρεξούσια έγγραφα, άλλα τραπεζικά ιδρύματα στην Κυπριακή Δημοκρατία είχαν εκτελέσει την εντολή και τις οδηγίες του και είχαν προσθέσει ως συνδικαιούχα πρόσωπα στον λογαριασμό του, τις Ενάγουσες 2 και
  4. Λόγω της άρνησης της Εναγόμενης 1 να προσθέσει ή και να εκτελέσει την εντολή του Ενάγοντα 1, σε σχέση με τις Ενάγουσες 2 και 3, οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιά ύψους €142.699,95, την οποία και αξιώνουν από την Εναγόμενη
  5. Η Εναγόμενη 1, στην Αγ. Αρ.1995/14 παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας 1 διατηρούσε τους συγκεκριμένους λογαριασμούς στο υποκατάστημά της στη Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα και ότι έδωσε εντολή για μεταφορά συγκεκριμένου ποσού σε τράπεζα στη Νέα Υόρκη, καθώς επίσης και ότι είχε ζητήσει όπως προστεθούν οι Ενάγουσες 2 και 3 ως συνδικαιούχοι σε δεύτερο λογαριασμό που διατηρούσε στο ίδιο υποκατάστημα. Όμως προωθεί την υπεράσπιση ότι τα πληρεξούσια έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον Ενάγοντα 1, στην Εναγόμενη 1, για τη μετατροπή του επίδικου λογαριασμού σε κοινό λογαριασμό, δεν περιλάμβαναν την εξουσία για τη μετατροπή του συγκεκριμένου λογαριασμού και ότι η αιτούμενη διαδικασία δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς την υπογραφή των σχετικών εγγράφων από τους προτεινόμενους συνδικαιούχους του συγκεκριμένου λογαριασμού, δηλαδή από τις Ενάγουσες 2 και
  6. Εξού και η Εναγόμενη 1 εφοδίασε τον Ενάγοντα 1 με τις σχετικές αιτήσεις- έντυπα, με σκοπό να υπογραφτούν από τις Ενάγουσες 2 και 3 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Οι συγκεκριμένες αιτήσεις παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη 1, υπογεγραμμένες, στις 28/03/2013, όταν πλέον είχαν μεσολαβήσει τα γεγονότα της απομείωσης των καταθέσεων μετά από την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Περαιτέρω, προωθείται η υπεράσπιση ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της συγκεκριμένης αγωγής γιατί δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα σύμφωνα με τα άρθρα 12
(15)και 12
(16)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/
  1. Διαζευκτικά, προωθείται ο ισχυρισμός ότι η σύμβαση ματαιώθηκε λόγω του λεκτικού της Κ.Δ.Π. 103/13, η οποία εκδόθηκε στις 29/03/2013 και δεν άφηνε άλλη επιλογή στην Εναγόμενη 1 από την εφαρμογή της στην ολότητά της και την πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιές της. Επικαλείται το δίκαιο της ανάγκης, λόγω της αντιμετώπισης της έκτακτης κατάστασης που υπήρχε στην Κυπριακή Δημοκρατία και αρνείται ότι οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα σε θεραπεία. Η αγωγή σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, απορρίφθηκε στις 05/11/2015 λόγω της εκπνοής του Κλητηρίου Εντάλματος. Προωθήθηκε όμως η Αγ. Αρ. 2975/2015 σε σχέση με τον τότε διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην Λεωφόρο Φανερωμένης, εφεξής Εναγόμενος
  2. Γίνεται επίκληση των ίδιων γεγονότων και καταγράφονται ως λεπτομέρειες της παράβασης της σύμβασης ή και της σχέσης μεταξύ πελάτη - Τράπεζας ή και του καθήκοντος εμπιστοσύνης ή και της πλάνης του Εναγόμενου ή και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ότι παρέλειψε να εκτελέσει την εντολή του Ενάγοντα 1 για την προσθήκη των Εναγουσών 2 και 3 στον λογαριασμό ΧΧΧ3273, ότι αρνήθηκε να προσθέσει ως συνδικαιούχα πρόσωπα τις Ενάγουσες 2 και 3 ενώ ο Ενάγοντας 1 του είχε προσκομίσει σχετικά πληρεξούσια έγγραφα και ότι παραγνώρισε και δεν εκτέλεσε την εντολή του Εναγόμενου
  3. Ότι ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Τράπεζα είχε συμβατική υποχρέωση και καθήκον να εκτελέσει την εντολή του Ενάγοντα 1 εντούτοις αντιδεοντολογικά, αντισυμβατικά, παράνομα και ενεργώντας αμελώς και υπό το καθεστώς πλάνης δεν το έπραξε. Ότι ενεργώντας αχρείαστα και πεπλανημένα ο Εναγόμενος παραπληροφόρησε τους Ενάγοντες ή και τους εξανάγκασε να ακολουθήσουν λανθασμένη διαδικασία, την οποία τους επέβαλλε ετσιθελικά. Ότι παρέλειψε να προστατεύσει τους Ενάγοντες από τον κίνδυνο απομείωσης των καταθέσεών τους και ότι ο Εναγόμενος με την άρνησή του ή και παράλειψή του προκάλεσε στους Ενάγοντες ζημιά ύψους €142.669,
  4. Οι Ενάγοντες κάλεσαν δύο
(2)μάρτυρες προς απόδειξη της αξίωσής τους. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 1, Χ.Α., Μ.Ε.1, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  1. Στη δήλωσή του εξήγησε ότι η Ενάγουσα 2 είναι σύζυγός του και η Ενάγουσα 3 θυγατέρα του. Υποστήριξε ότι και οι δύο Ενάγουσες τον έχουν εξουσιοδοτήσει όπως τις εκπροσωπεί στις δύο υπό εκδίκαση αγωγές. Κατέγραψε ότι με την Εναγόμενη 1, διατηρούσε καταθέσεις και είχε σχέση τραπεζίτη ‑ πελάτη. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, υποστήριξε ότι ήταν ο υπεύθυνος συναλλαγών στο κατάστημα της Εναγόμενης 1, στη Λεωφόρο Φανερωμένης στην Λάρνακα και ενεργούσε εκ μέρους της ή και για λογαριασμό της, έτσι ώστε να καθίσταται η Εναγόμενη 1 εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις, παραλήψεις, ενέργειες ή και την εν γένει συμπεριφορά του Εναγόμενου 2 αναφορικά με τον χειρισμό των οδηγιών που είχε ο ίδιος δώσει στην Εναγόμενη
  2. Υποστήριξε ότι τον Φεβρουάριο του 2013 είχε ταξιδέψει αποκλειστικά και ειδικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής στην Κύπρο για να διευθετήσει και τακτοποιήσει τις καταθέσεις και τους λογαριασμούς του στα διάφορα τραπεζικά ιδρύματα της Κύπρου, περιλαμβανομένων και των λογαριασμών που διατηρούσε στην Εναγόμενη 1, έτσι ώστε να αποφύγει το κούρεμα των καταθέσεών του, έχοντας μελετήσει επισταμένα την κατάσταση που αφορούσε το τραπεζικό και πιστωτικό σύστημα στην Κύπρο. Στις 19/02/2013 είχε επισκεφθεί το κατάστημα της Εναγόμενης 1 στη Λεωφόρο Φανερωμένης, όπου συνάντησε τον Εναγόμενο 2, ο οποίος ήταν ο τραπεζίτης του και στη συγκεκριμένη συνάντηση είχε δώσει οδηγίες στον Εναγόμενο 2 και κατ' επέκταση στην Εναγόμενη 1, όπως μεταφερθεί από συγκεκριμένο λογαριασμό που διατηρούσε στην Εναγόμενη 1 το ποσό των $531.673,68 σε λογαριασμό του στην τράπεζα JP Morgan στη Νέα Υόρκη. Είχε εξηγήσει στον Εναγόμενο 2 τους λόγους που επιθυμούσε τη μεταφορά των καταθέσεών του και ο Εναγόμενος 2 είχε καλέσει υπάλληλο της τράπεζας, δίδοντάς του οδηγίες όπως προχωρήσει στη μεταφορά των χρημάτων, πράξη η οποία διενεργήθηκε, την ίδια μέρα και ώρα. Στα πλαίσια της ίδιας συνάντησης, έδωσε ξεκάθαρη εντολή και οδηγίες όπως προστεθούν ως συνδικαιούχοι οι Ενάγουσες 2 και 3 στον λογαριασμό του με αριθμό ΧΧΧ3273, στον οποίο ήταν κατατεθειμένο το ποσό των $292.182,
  3. Με την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής, οι Ενάγουσες 2 και 3 θα καθίσταντο συνδικαιούχες στον συγκεκριμένο λογαριασμό και θα προστατεύετο τόσο ο ίδιος, καθώς και οι Ενάγουσες 2 και 3 από την επερχόμενη απομείωση ή και άλλες συναφείς αποφάσεις, περιορισμούς ή διατάγματα. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δώσει ρητή και ξεκάθαρη εντολή, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν ή και αμέλησαν να εκτελέσουν την εντολή και τις οδηγίες του παράνομα, αντικανονικά, αντισυμβατικά και κατά παράβαση των ρητών και εξυπακουόμενων όρων της συμφωνίας και της πρακτικής της Τράπεζας αναφορικά με το άνοιγμα, κατάθεση και τη λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού. Κατά την δική του άποψη, ο Εναγόμενος 2 και κατ' επέκταση η Εναγόμενη 1, όφειλε να εκτελέσει την εντολή του αμέσως και να προσθέσει τις Ενάγουσες 2 και 3 στον λογαριασμό του ως συνδικαιούχους αφού ο ίδιος ήταν παρών στο υποκατάστημα, έχοντας στην κατοχή του γενικά πληρεξούσια και από τις δύο Ενάγουσες δυνάμει των οποίων μπορούσε, ο ίδιος, να υπογράψει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο αλλά και να ενεργήσει με οποιονδήποτε τρόπο επιθυμούσε αναφορικά με την κινητή και ακίνητη περιουσία των Εναγουσών 2 και
  4. Υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενήργησαν κατά παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης και καθήκοντος που υπήρχε μεταξύ τους και του ίδιου και ενήργησαν αμελώς και αντιδεοντολογικά, αλλά και κατά παράβαση της συνήθους τραπεζικής πρακτικής και αντίθετα με την τραπεζική πρακτική των ιδίων, αλλά και άλλων τραπεζών. Τα γενικά πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία ο ίδιος είχε προσκομίσει και παραδώσει, ήταν δεόντως υπογεγραμμένα από τις Ενάγουσες 2 και 3 και είχαν πιστοποιηθεί από τον Γενικό Πρόξενο της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Νέα Υόρκη, ενώ είχε στην κατοχή του και αντίγραφο του διαβατηρίου τους. Οι Ενάγουσες 2 και 3 είχαν διορίσει τον ίδιο ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους ειδικά για το συγκεκριμένο σκοπό αλλά και για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, παρέχοντάς του σχετική εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα. Όμως παρά το γεγονός ότι οι Ενάγουσες 2 και 3 νομιμοποιούνταν να προστεθούν ως συνδικαιούχοι στον συγκεκριμένο λογαριασμό και παρά τη ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη εντολή και τις οδηγίες του, ως δικαιούχος του λογαριασμού, αδικαιολόγητα και αντισυμβατικά, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν να εκτελέσουν την εντολή και τις οδηγίες του ισχυριζόμενοι ότι δεν δικαιούνταν να ενεργήσουν και ότι οι Ενάγουσες 2 και 3 θα έπρεπε να υπογράψουν σχετική αίτηση για το άνοιγμα του ίδιου του λογαριασμού, στον οποίο ο ίδιος ήταν δικαιούχος. Αποτέλεσμα ήταν να ετοιμαστούν αχρείαστα ξεχωριστές γραπτές αιτήσεις, ημερομηνίας 19/02/2013, για το άνοιγμα του ίδιου λογαριασμού, ενώ ο λογαριασμός ήταν ήδη ανοιχτός και υπήρχε ήδη κατατεθειμένο συγκεκριμένο ποσό. Κατά τη συγκεκριμένη επίσκεψή του, είχε επισκεφθεί και άλλα τραπεζικά ιδρύματα, την ίδια μέρα που είχε επισκεφθεί το υποκατάστημα της Εναγόμενης 1, όπου με τα ίδια πληρεξούσια είχε προσθέσει στους λογαριασμούς του τις Ενάγουσες 2 και 3 ως συνδικαιούχους και η αλλαγή είχε γίνει αμέσως χωρίς τη συμπλήρωση ή και την υπογραφή οποιωνδήποτε περαιτέρω εγγράφων από τις Ενάγουσες 2 και
  5. Οι λογαριασμοί στα άλλα τραπεζικά ιδρύματα δεν κουρεύτηκαν, λόγω του ότι είχαν προστεθεί σε αυτούς οι Ενάγουσες 2 και
  6. Είχε επισκεφθεί την ίδια μέρα το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στην οδό Βασιλέως Παύλου στη Λάρνακα, για να διαμαρτυρηθεί. Παραπέμφθηκε σε συγκεκριμένο υπάλληλο, όπου του ανέφερε την άρνηση του Εναγόμενου 2 να εκτελέσει την εντολή του και του εξήγησε ότι είχε ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, προσθέτοντας ως συνδικαιούχα πρόσωπα τις Ενάγουσες 2 και
  7. Ο συγκεκριμένος υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, συμφώνησε ότι οι Ενάγουσες 2 και 3 είχαν δικαίωμα να καταστούν συνδικαιούχοι και ότι αδικαιολόγητα και αντισυμβατικά και αντίθετα με την τραπεζική πρακτική, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν ή και παρέλειψαν να εκτελέσουν την εντολή και τις οδηγίες του. Όμως ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να παρέμβει στα καθήκοντα του Εναγόμενου 2, ο οποίος ενεργούσε για την Εναγόμενη
  8. Οπόταν ο ίδιος εξαναγκάστηκε, χωρίς τη θέληση του, να ενεργήσει με τον τρόπο που αδικαιολόγητα και αχρείαστα του είχε επιβληθεί ή και είχε απαιτηθεί από τους Εναγόμενους 1 και
  9. Αυτό οδήγησε στο να ζημιωθεί ο ίδιος καθώς και οι Ενάγουσες 2 και 3, αφού υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τη λανθασμένη διαδικασία που τους επιβλήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και
  10. Στο μεσοδιάστημα είχε μεσολαβήσει η έκδοση των διαταγμάτων με βάση τα οποία είχε γίνει κούρεμα των καταθέσεων. Ο λανθασμένος χειρισμός που επέλεξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 και τον οποίο επέβαλαν στον ίδιο και στις Ενάγουσες 2 και 3, οδήγησε στην απώλεια του ποσού των €142.699,
  11. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν ή και διέρρηξαν τη συμφωνία σύμβασης ανοίγματος κατάθεσης και λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού καθώς και τους ρητούς και εξυπακουόμενους όρους που αφορούσαν τη λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού, αλλά και γενικότερα συμπεριφέρθηκαν αμελώς και ενήργησαν αμελώς, αφού γνώριζαν ξεκάθαρα τον λόγο της επίσκεψης του ίδιου στην Κύπρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πληρεξούσιο έγγραφο από την Ενάγουσα 3, ως Τεκμήριο 2 διαδικτυακή έρευνα σε σχέση με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, ως Τεκμήριο 3 την προσωπική κάρτα του Εναγόμενου 2, ως Τεκμήριο 4 απόδειξη της αμερικάνικης τράπεζας για παραλαβή του ποσού των χρημάτων που είχαν μεταφερθεί από τον λογαριασμό του Ενάγοντα 1 στην Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 5 κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 29/06/2013 της Chase Private Client Savings, ως Τεκμήριο 6 τα πληρεξούσια έγγραφα της συζύγου του και της θυγατέρας του με αντίγραφα των διαβατηρίων τους, ως Τεκμήριο 7 δέσμη τραπεζικών εγγράφων της Τράπεζας Κύπρου, ως Τεκμήριο 8 κατάσταση λογαριασμού της Λαϊκής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 9 πιστοποιητικό εμπρόθεσμης κατάθεσης στην Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, ως Τεκμήριο 10 δέσμη από καταστάσεις λογαριασμού της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, ως Τεκμήριο 11 κατάσταση απομείωσης του λογαριασμού στην Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 12 κατάσταση του συγκεκριμένου λογαριασμού πριν την απομείωση, ως Τεκμήριο 13 επιστολή ημερομηνίας 15/04/2013 του δικηγόρου των Εναγόντων, ως Τεκμήριο 14 την απαντητική επιστολή ημερομηνίας 15/07/2013 της Εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 15 πληροφοριακή κατάσταση της Τράπεζας Κύπρου που αφορά το λογαριασμό ΧΧΧ3273, ως Τεκμήριο 16 πληροφοριακή κατάσταση που αφορά όλους τους λογαριασμούς του Ενάγοντα 1 στην Τράπεζα Κύπρου και ως Τεκμήριο 17 την αίτησή του για μεταφορά των λογαριασμών σε άλλο υποκατάστημα της Εναγόμενης
  12. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά είχε παραδώσει στον Εναγόμενο 2 τα πληρεξούσια των Εναγόντων 2 και 3, τα οποία σύμφωνα με τον ισχυρισμό του δεν διάβασε αλλά ούτε και προέβηκε σε οποιανδήποτε ενέργεια. Παρά το γεγονός ότι δεν τα διάβασε, επέμενε στην υπογραφή των εγγράφων από τις Ενάγουσες 2 και
  13. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι το υποκατάστημα στο οποίο διατηρούσε τους λογαριασμούς του ήταν αυτό της Λεωφόρου Φανερωμένης και τραπεζίτης του ήταν ο Εναγόμενος
  14. Ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα είχε συναντηθεί με τον Εναγόμενο 2, όπου του έδωσε οδηγίες για τη μεταφορά των λεφτών του στην τράπεζα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία μεταφορά επιτεύχθηκε. Είχε επίσης ζητήσει την προσθήκη των Εναγουσών 2 και 3, ως συνδικαιούχους στους λογαριασμούς του, οδηγία η οποία δεν εκτελέστηκε. Σε ερώτηση που του τέθηκε ανέφερε ότι μετά την επίσκεψή του στην Τράπεζα, ο ίδιος διάβασε το περιεχόμενο των πληρεξούσιων και τηλεφώνησε στο προξενείο στη Νέα Υόρκη όπου, μιλώντας με τον Πρόξενο, ενημερώθηκε ότι με τα συγκεκριμένα πληρεξούσια μπορούσε να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια, αφού περιλάμβαναν τα πάντα. Ιδιαίτερα η τελευταία παράγραφος των πληρεξουσίων. Προώθησε τη θέση ότι όταν ενημερώθηκε ότι τα συγκεκριμένα πληρεξούσια είχαν την ισχύ του γενικού πληρεξούσιου, επισκέφθηκε την Τράπεζα Κύπρου και ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 τις συγκεκριμένες ενέργειες, όμως ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε. Με τα ίδια πληρεξούσια, την ίδια μέρα, είχε ζητήσει την προσθήκη των δύο Εναγουσών, ως συνδικαιούχων, σε καταθέσεις που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα, εντολή η οποία εκτελέστηκε και ακολούθως επισκέφθηκε τη Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, όπου είχε ζητήσει ακριβώς το ίδιο πράγμα, εντολή η οποία επίσης εκτελέστηκε. Αυτό τον ανάγκασε να επισκεφθεί το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, παρά το Ταχυδρομείο, η ώρα 14:00 της ίδιας μέρας, για να ζητήσει εξηγήσεις από τον κ. Κώστα Λουκά, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα προσθήκης, ως συνδικαιούχων, της θυγατέρας και της συζύγου του με τα συγκεκριμένα πληρεξούσια. Ερωτηθείς απάντησε θέτοντας το ερώτημα πώς, ενώ θα μπορούσε να πωλήσει την περιουσία της θυγατέρας και της συζύγου του με τα συγκεκριμένα πληρεξούσια, δεν του επιτρέπετο να τους δώσει λεφτά. Υποστήριξε ότι εξαναγκάστηκε στο να μεταφέρει τις αιτήσεις που του δόθηκαν από την Εναγόμενη 1 στη Νέα Υόρκη για υπογραφή από τη σύζυγο και τη θυγατέρα του, οι οποίες αιτήσεις πιστοποιήθηκαν 15/03/2013 και παραλήφθηκαν από την Τράπεζα στις 28/03/
  15. Προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος είχε ταξιδέψει τόσες χιλιάδες μίλια για να μπορέσει να διεκπεραιώσει τις συγκεκριμένες οδηγίες και κατά τη δική του άποψη με τα πληρεξούσια που είχε στα χέρια του ο Εναγόμενος 2 είχε υποχρέωση να εκτελέσει τη διαταγή που του είχε δοθεί, όπως είχαν πράξει τα άλλα δύο τραπεζικά ιδρύματα. Έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, είχε λάβει μέτρα σε σχέση με την εξυγίανση της Εναγόμενης 1 και ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε επιλογή από το να εφαρμόσει στην ολότητά τους τα Διατάγματα τα οποία είχαν εκδοθεί από την Κεντρική Τράπεζα το 2013 και οδήγησαν, μεταξύ άλλων, στην απομείωση των καταθέσεων των πελατών της. Και ότι εάν δεν τίθετο σε εξυγίανση, η Εναγόμενη 1, θα έπρεπε να εκκαθαριστεί με πολύ δυσμενέστερες συνέπειες. Τα παραδεκτά γεγονότα κατατέθηκαν σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  16. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Δ.Ξ., Μ.Ε.2, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  17. Στη γραπτή του δήλωση παραθέτει τα προσόντα του και καταγράφει ότι από το 1998 μέχρι και το 2016 είχε εργαστεί στην Τράπεζα Κύπρου και από το 2008 μέχρι το 2016 υπηρέτησε ως διευθυντής καταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα το 2013 του υποκαταστήματος στη Λεωφόρο Μακαρίου ΙΙΙ στην Λάρνακα. Γνώριζε τον Ενάγοντα γιατί είχε διατελέσει προσωπικός του τραπεζίτης και γνώριζε επίσης ότι οι καταθέσεις του έτυχαν κουρέματος και απομειώθηκαν λόγω των γεγονότων του Μαρτίου του
  18. Ο Ενάγοντας 1 του είχε εξηγήσει τι είχε συμβεί τον Φεβρουάριο του 2013, όταν αποτάθηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λεωφόρο Φανερωμένης στην Λάρνακα και ότι ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή του και δεν προσέθεσε τη σύζυγο και την θυγατέρα του ως συνδικαιούχους στις καταθέσεις του, με αποτέλεσμα να απωλέσει μέρος των καταθέσεών του. Υποστήριξε ότι η πρακτική που ακολουθείτο, σύμφωνα με οδηγίες της Τράπεζας Κύπρου, ήταν από τη στιγμή που λαμβάνετο εντολή για προσθήκη συνδικαιούχων να εκτελείται άμεσα, την ίδια μέρα και ώρα και αυτό που απέμενε, να ληφθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, ήταν οι εντολές των συνδικαιούχων για τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού, το λεγόμενο «mandate». Εάν δεν λαμβάνονταν υπογεγραμμένες εντολές για τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού, τότε ο λογαριασμός παρέμενε μπλοκαρισμένος μέχρι τη λήψη τους. Ως εκ τούτου, η διαδικασία πρόσθεσης συνδικαιούχων χρειαζόταν μόνο την υπογραφή του υφιστάμενου δικαιούχου, δηλαδή του Ενάγοντα
  19. Κατά τη δική του θέση, ο Εναγόμενος 2 όφειλε και έπρεπε, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο από την Τράπεζα Κύπρου τότε, να προσθέσει ως συνδικαιούχους την ίδια μέρα τη θυγατέρα και τη σύζυγο του Ενάγοντα
  20. Εάν ο Εναγόμενος 2 έπραττε σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο, ο λογαριασμός του Ενάγοντα 1 δεν θα κουρευόταν. Ιδιαίτερα, λόγω του ότι ο Ενάγοντας 1 είχε στην κατοχή του γενικά πληρεξούσια δεόντως υπογραμμένα από τη σύζυγο και τη θυγατέρα του. Τα συγκεκριμένα πληρεξούσια τα είχε ζητήσει ο ίδιος μετά τη μεταφορά των λογαριασμών του Ενάγοντα 1 στο δικό του κατάστημα και κατά τη δική του άποψη έδιναν επαρκή εξουσία στον Ενάγοντα 1 για να υπογράψει, εκ μέρους της συζύγου και της θυγατέρας του, τις εντολές, έτσι ώστε να ολοκληρωνόταν η διαδικασία την ίδια μέρα. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 17 την υπογραφή του και τη σφραγίδα της Τράπεζας και ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 17 συνιστά την εντολή του πελάτη προς την Τράπεζα για μεταφορά των λογαριασμών του από το υποκατάστημα Φανερωμένης στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Μακαρίου ΙΙΙ στην Λάρνακα. Ανέφερε ότι το 2013 η Τράπεζα Κύπρου δεχόταν πληρεξούσια από πελάτες, όταν ήταν δεόντως υπογραμμένα σε σχέση με τον σκοπό που ζητείτο ή δίδετο εντολή. Σχετική ήταν η Οργανωτική Εγκύκλιος 105 την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο
  21. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο που ο Ενάγοντας 1 είχε δώσει την εντολή για προσθήκη της συζύγου και της θυγατέρας του, ως συνδικαιούχους στον λογαριασμό, ο ίδιος δεν διατελούσε προσωπικός τραπεζίτης του και η πελατειακή σχέση μεταξύ των δύο είχε καλλιεργηθεί μετά το κούρεμα. Όμως, τον είχε επισκεφθεί πριν τη μεταφορά των λογαριασμών και του είχε αναφέρει τι είχε συμβεί, υποδεικνύοντάς του τα δύο πληρεξούσια που είχε στην κατοχή του και ο ίδιος είχε την άποψη ότι ο Εναγόμενος 2 μπορούσε να εκτελέσει την εντολή. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ο Ενάγοντας 1 του είχε παρουσιάσει τα πληρεξούσια που είχε στην κατοχή του και τα οποία είχε υποδείξει και στον Εναγόμενο 2 την ίδια μέρα που έδωσε την συγκεκριμένη εντολή στον Εναγόμενο
  22. Με βάση τα όσα του υποδείχθηκαν, ο ίδιος θα προχωρούσε στο άνοιγμα του κοινού λογαριασμού σύμφωνα με την πρακτική και τις οδηγίες της Τράπεζας και θα παραχωρούσε τα mandate για τον τρόπο χειρισμού του λογαριασμού, για να υπογραφούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα συγκεκριμένα πληρεξούσια έδιναν το δικαίωμα στον Ενάγοντα 1 να υπογράψει εκ μέρους της συζύγου και της θυγατέρας του, έτσι ώστε να ολοκληρωνόταν η εντολή. Του είχε αναφερθεί από τον Ενάγοντα 1 ότι οι άλλες τράπεζες στις οποίες διατηρούσε λογαριασμούς είχαν αποδεχθεί τα συγκεκριμένα πληρεξούσια και είχαν προχωρήσει σε εκτέλεση της εντολής. Ο ίδιος είχε προσπαθήσει, την ίδια μέρα, για να μεταφερθούν οι λογαριασμοί του Ενάγοντα 1 στο δικό του υποκατάστημα όμως ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε να τους μεταφέρει, για σκοπούς στόχων της Τράπεζας. Ο ίδιος είχε συμβουλεύσει τον Ενάγοντα 1 να επιμείνει για μεταφορά των λογαριασμών του, όμως δεν γνώριζε τι έπραξε ο Ενάγοντας 1 στην συνέχεια τη συγκεκριμένη μέρα. Ισχυρίστηκε ότι εξαρτάται από τον εκάστοτε διευθυντή του υποκαταστήματος, όταν υπάρχει πληρεξούσιο έγγραφο, κατά πόσο θα προχωρήσει με τις εντολές ως το πληρεξούσιο έγγραφο. Όμως προώθησε τη θέση ότι θα μπορούσε ο Εναγόμενος 2, αν κατά την κρίση του δεν τον ικανοποιούσε το πληρεξούσιο έγγραφο, να το στείλει στην εσωτερική νομική υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου και εντός της ημέρας θα λάμβανε απάντηση. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι με βάση τις οδηγίες και την πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα Κύπρου, σε πάμπολλες περιπτώσεις εκτελούνταν οι οδηγίες του πελάτη για άνοιγμα κοινού λογαριασμού και στη συνέχεια διενεργούνταν οι μεταβολές στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας και ο λογαριασμός από προσωπικός μετατρεπόταν σε κοινό και τυπώνονταν τα έντυπα που έπρεπε να υπογράφουν. Εάν δεν ήταν παρόντες οι λοιποί συνδικαιούχοι, τότε ο λογαριασμός μπλοκαριζόταν στο σύστημα μέχρις ότου εξασφαλιστούν οι υπογραφές των συνδικαιούχων, είτε με πληρεξούσιο ή με άλλον τρόπο. Στο «mandate» οι συνδικαιούχοι θα υποδείκνυαν τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού. Σε ερώτηση που του τέθηκε ήταν η δική του άποψη ότι δεν γίνεται άνοιγμα λογαριασμού, στην περίπτωση προσθήκης συνδικαιούχων, αλλά μετατροπή του λογαριασμού, γι' αυτό υπάρχει και το ξεχωριστό έντυπο για μετατροπή του λογαριασμού σε κοινό. Η συγκεκριμένη πρακτική εφαρμόστηκε σε πάμπολλες περιπτώσεις ειδικά με τους Ελλαδίτες καταθέτες που ταξίδευαν στην Κύπρο το πρωί και αναχωρούσαν το απόγευμα. Όταν του υποδείχθηκαν τα πληρεξούσια υπέδειξε την παράγραφο 10 και υποστήριξε ότι δυνάμει της συγκεκριμένης παραγράφου θα μπορούσε να προχωρήσει ο τραπεζίτης στη μετατροπή του λογαριασμού σε κοινό. Επέμενε στη θέση του ότι στην περίπτωση που οποιοσδήποτε τραπεζίτης αμφισβητεί παράγραφο πληρεξουσίου, μπορεί να διαβιβάσει το έγγραφο στη νομική υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου, να υποδείξει τον σκοπό για τον οποίον προτίθεται να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο έγγραφο και να αναμένει απάντηση από τη νομική υπηρεσία κατά πόσο μπορεί να το πράξει. Υποστήριξε ότι σκοπός είναι η εξυπηρέτηση του πελάτη και όχι η δυσκολία του. Ήταν η θέση του ότι ο λογαριασμός συνιστά περιουσιακό στοιχείο του πελάτη και από τη στιγμή που επιθυμεί να τον μεταβιβάσει στη σύζυγο και το παιδί του, δεν θα μπορούσε η Τράπεζα να του το αρνηθεί. Εξ' ου και οι οδηγίες ήταν σαφέστατες για καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών και γι' αυτό λαμβάνονταν οι υπογραφές των συνδικαιούχων εκ των υστέρων, για να εξυπηρετούνται οι πελάτες εγκαίρως. Όμως στην παρούσα περίπτωση, ακόμα και μετά που το υποκατάστημα στη Λεωφόρο Φανερωμένης είχε παραλάβει τα έγγραφα με τις πρωτότυπες υπογραφές των συνδικαιούχων, είχε αρνηθεί να μετατρέψει τον λογαριασμό, γι' αυτό και ο Ενάγοντας 1 αιτήθηκε εκ νέου τη μεταφορά του λογαριασμού του στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Μακαρίου ΙΙΙ, τον Ιούλιο του
  23. Για την Υπεράσπιση, μαρτυρία δόθηκε από τον Χ.Δ., Μ.Υ.1, ο οποίος είναι λειτουργός στην Τράπεζα Κύπρου, διευθυντής στο υποκατάστημα Μακεδονίτισσας. Ο ίδιος ασχολείται με τις καταθέσεις, τα δάνεια πελατών, τις συναλλαγές και γενικά με τη λειτουργία του καταστήματος. Δεν γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά κατά την περίοδο του 2013, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ασχολήθηκε με το άνοιγμα κοινών λογαριασμών και το θέμα προσθήκης δικαιούχων σε υφιστάμενους λογαριασμούς, οπότε γνώριζε καλά τη διαδικασία και τους κανονισμούς που διέπουν το άνοιγμα κοινών λογαριασμών και τη μετατροπή προσωπικών λογαριασμών σε κοινούς. Από την πείρα του, χωρίς να έχει δει το πληρεξούσιο ποτέ, δεν έχει δει τυποποιημένο πληρεξούσιο να χρησιμοποιείται για άνοιγμα κοινού λογαριασμού ή για προσθήκη δικαιούχου σε υφιστάμενο λογαριασμό. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν θα εκτελούσε την εντολή του πελάτη για προσθήκη συνδικαιούχου γιατί το συγκεκριμένο πληρεξούσιο δεν παρείχε ρητά την εξουσία προσθήκης συνδικαιούχου σε υφιστάμενο προσωπικό λογαριασμό. Αναγνώρισε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18, την Εγκύκλιο της Τράπεζας η οποία σχετιζόταν με τη διαδικασία του ανοίγματος κοινού λογαριασμού ή την προσθήκη συνδικαιούχου σε προσωπικό λογαριασμό. Ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη Εγκύκλιος έχει αλλάξει πολύ έκτοτε. Ανάφερε ότι στην παράγραφο 9.5.1 της συγκεκριμένης Εγκυκλίου καταγράφεται ότι οι κάτοχοι λογαριασμού θα πρέπει να υπογράψουν όλα τα έντυπα που είναι σχετικά με την κατηγορία του λογαριασμού. Ισχυρίστηκε ότι όταν ένας λογαριασμός μετατραπεί από προσωπικός σε κοινό, ο αριθμός λογαριασμού παραμένει ο ίδιος. Εξήγησε ότι το «mandate», δηλαδή η εντολή ανοίγματος λογαριασμού, διέπει του όρους ανοίγματος του λογαριασμού. Κατά τη δική του άποψη, με βάση τα έγγραφα που είχαν παραχωρηθεί στην Τράπεζα, η Τράπεζα έχει ακολουθήσει τη συγκεκριμένη Εγκύκλιο. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε τι είχε διαμειφθεί τη μέρα που ο Ενάγοντας 1 είχε επισκεφθεί το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λεωφόρο Φανερωμένης. Όμως, προώθησε τη θέση ότι βάσει της Εγκυκλίου της Τράπεζας, έπρεπε να υπογραφούν όλα τα έγγραφα τόσο από τον Ενάγοντα 1, καθώς και από τις Ενάγουσες 2 και 3 πριν τη μετατροπή του λογαριασμού από προσωπικό σε κοινό. Υποστήριξε ότι η παράγραφος που εφαρμοζόταν στα γεγονότα της υπόθεσης είναι η παράγραφος 9.5.1 της Εγκυκλίου. Ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη παράγραφος δίνει επιλογή για συντομότερη εξυπηρέτηση του πελάτη. Παραδέχθηκε ότι ο λογαριασμός όντως υπήρχε, όμως επέμενε στη θέση του ότι ήταν απαραίτητο και αναγκαίο όπως τα έγγραφα υπογραφούν από όλους τους συνδικαιούχους. Εξήγησε, ότι το να δίδονται τα έγγραφα για υπογραφή σε μεταγενέστερο χρόνο αφήνει εκτεθειμένο τον τραπεζικό υπάλληλο, ο οποίος θα πρέπει να λάβει ευθύνη στην περίπτωση εσωτερικού ελέγχου. Ο ίδιος προσωπικά δεν διενέργησε οποιανδήποτε πράξη με πληρεξούσιο έγγραφο. Παραδέχθηκε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να αναλύσει το κάθε πληρεξούσιο και τις διαφορές του αφού δεν ήταν νομικός. Προώθησε τη θέση ότι τα συγκεκριμένα πληρεξούσια δεν παρείχαν ρητά και χωρίς περιστροφές την εξουσία διορισμού συνδικαιούχων σε υφιστάμενο λογαριασμό. Παραδέχθηκε όμως ότι θα μπορούσαν να σταλούν τα πληρεξούσια στη νομική υπηρεσία για να αποφασίσει κατά πόσο τα πληρεξούσια έδιναν στον τραπεζικό υπάλληλο τη συγκεκριμένη εξουσία. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Εναγόμενο 2, Μ.Υ.2, ο οποίος υπηρέτησε στην Τράπεζα Κύπρου μέχρι τον Αύγουστο του 2013 όπου και αποχώρησε με εθελούσιο σχέδιο που είχε εκδοθεί τότε. Εργάστηκε στην Τράπεζα για 34 χρόνια και το τελευταίο πόστο, στο οποίο υπηρέτησε, ήταν ως υπεύθυνος συναλλαγών. Όσον αφορά τα γεγονότα, ανάφερε ότι στις 19/02/2013 τον επισκέφθηκε στο υποκατάστημα στη Λεωφόρο Φανερωμένης ο Ενάγοντας 1 ζητώντας ένα έμβασμα σε τράπεζα του εξωτερικού, καθώς επίσης και τη μετατροπή του προσωπικού του λογαριασμού σε κοινό με τη σύζυγο και την κόρη του, προσκομίζοντάς του πληρεξούσια έγγραφα τα οποία αναγνώρισε στο Τεκμήριο
  24. Ο ίδιος διάβασε το συγκεκριμένο πληρεξούσιο και επικοινώνησε με τον διευθυντή, κ. Κώστα Λουκά, ο οποίος συμφώνησε μαζί του ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο δεν κάλυπτε τη συγκεκριμένη οδηγία. Ο ίδιος του έδωσε έγγραφα για να τα μεταφέρει στην Αμερική, έτσι ώστε να τα υπογράψει η σύζυγος και η κόρη του, καθώς επίσης και το «mandate» και του ανέφερε να του τα επιστρέψει με υπηρεσία ταχυμεταφορέα για να καταστεί ευχερής η εκτέλεση της οδηγίας του. Τα έγγραφα πράγματι υπογράφηκαν και διαβιβάστηκαν στο υποκατάστημα στις 28/03/2013 από μία συγγενή του Ενάγοντα 1, όμως το αίτημά του δεν εκτελέστηκε λόγω του ότι οι λογαριασμοί είχαν ήδη δεσμευτεί, αφού είχαν εκδοθεί τα Διατάγματα που αφορούσαν το κούρεμα. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι έτυχε στην υπηρεσία του, ως λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου, να διενεργήσει πράξεις με πληρεξούσιο έγγραφο, όμως δεν γνώριζε τη διαφορά μεταξύ γενικού και ειδικού πληρεξουσίου. Παραδέχθηκε ότι εκεί και όπου χρειαζόταν μπορούσε να επικοινωνήσει με τη νομική υπηρεσία της Τράπεζας. Επίσης παραδέχθηκε ότι στην περίπτωση του Ενάγοντα 1 δεν είχε επικοινωνήσει με τη νομική υπηρεσία της Τράπεζας, είχε ερμηνεύσει μόνος του το πληρεξούσιο έγγραφο και είχε αποφασίσει όπως αρνηθεί την εκτέλεση της εντολής του Ενάγοντα
  25. Επέμενε στη θέση του ότι το πληρεξούσιο δεν κάλυπτε τις οδηγίες του πελάτη. Υποστήριξε ότι το έντυπο που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή του λογαριασμού από προσωπικό σε κοινό είναι συγκεκριμένο και για να γίνει ο λογαριασμός κοινός χρησιμοποιείται έντυπο ανοίγματος λογαριασμού για τους δύο νέους συνιδιοκτήτες. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ ανοίξει λογαριασμό και να αναμένει τη λήψη οδηγιών για τη λειτουργία του σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού το «mandate» είναι απαραίτητο για το άνοιγμα τέτοιου είδους λογαριασμού. Επέμενε στη θέση του ότι οι οδηγίες της Τράπεζας είναι ξεκάθαρες και απαιτούν όπως όλα τα έγγραφα να είναι υπογραμμένα καθώς και το «mandate» και μετά να ανοιχθεί οποιοσδήποτε λογαριασμός. Κατά τη δική του άποψη, είτε το πληρεξούσιο είναι γενικό, είτε είναι ειδικό, θα πρέπει να αναφέρεται στην εξουσιοδότηση για μετατροπή του λογαριασμού από προσωπικό σε κοινό ρητά. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι οι λογαριασμοί είχαν μεν μπλοκαριστεί στις 15/03/2013, πλην όμως το κούρεμα των λογαριασμών είχε ολοκληρωθεί τον Ιούλιο του
  26. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, υποβοηθητικών στο έργο του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενό τους κατά νου και θα αναφερθεί σ΄αυτό εκεί όπου το κρίνει απαραίτητο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων προώθησε τις εισηγήσεις του από δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες στην εμπεριστατωμένη αγόρευσή του. Προώθησε την θέση ότι η Τράπεζα έχει υποχρέωση να υπακούει την εντολή του πελάτη της γιατί σύμφωνα με το τραπεζικό δίκαιο η σχέση της τράπεζας με τον πελάτη της είναι σχέση εντολέα - εντολοδόχου. Ισχυρίστηκε ότι προκύπτει από την συμβατική σχέση μεταξύ πελάτη και τράπεζας η υποχρέωση πληρωμής κατόπιν εντολής, δηλαδή η τήρηση των οδηγιών των πελατών. Παρέπεμψε στα συγγράμματα Paget's Law of Banking και Principles of Banking Law, Ros Cranston. Ο δεύτερος πυλώνας της εισήγησης αφορά το θέμα της αντιπροσώπευσης των Εναγόντων 2 και 3 από τον Ενάγοντα 1, η οποία αντιπροσώπευση γεννάται, ήταν η θέση του, από την κατοχή του γενικού πληρεξουσίου. Προώθησε τον ισχυρισμό ότι η εξουσία του γενικού πληρεξούσιου δεν περιορίζεται στις αναφερόμενες από το πληρεξούσιο πράξεις αλλά και στις επακόλουθες ή δευτερεύουσας σημασίας πράξεις που είναι αναγκαίες για την αποτελεσματική εκτέλεση των ειδικά αναφερομένων πράξεων και ενεργειών. Κατέληξε, ότι η επιμονή του Εναγόμενου 2, η όλη συμπεριφορά του και η απόφασή του να μην εκτελέσει την εντολή που του είχε δώσει ο Ενάγοντας 1, προκάλεσε στον Ενάγοντα 1 και στις Ενάγουσες 2 και 3 ζημιά. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 1 υποστήριξε, στην δική της επίσης εμπεριστατωμένη αγόρευση, ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο δεν θα μπορούσε να καλύψει την εκτέλεση της αιτούμενης εντολής γιατί η συγκεκριμένη εντολή δεν καταγράφετο στο συγκεκριμένο έγγραφο, αφού το περιεχόμενό του σχετιζόταν με πράξεις Κτηματολογίου και ακίνητης ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει ότι με βάση την Εγκύκλιο, στην περίπτωση μετατροπής προσωπικού λογαριασμού σε κοινό, υπάρχει η υποχρέωση όλων των συνιδιοκτητών να υπογράψουν όλα τα έντυπα που σχετίζονται με τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι λόγω του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε παραλάβει τα υπογεγραμμένα έντυπα πριν την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων και την έκδοση της Κ.Δ.Π.103/13 η οποία επέβαλε την απομείωση του λογαριασμού του Ενάγοντα 1, δεν μπορούσε να εκτελέσει πλέον την οδηγία του πελάτη. Καταλήγει, ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα γιατί τους έχουν δοθεί μετοχές σαν αντάλλαγμα του ποσού που έχουν απολέσει, καθώς επίσης και ότι εμποδίζονται από τα άρθρα 12
(15)και 12
(16)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/13 να αξιώνουν την επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: « Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1 Β ΑΑΔ 1295. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166 και C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία των μαρτύρων και των δύο πλευρών, για σκοπούς αξιολόγησής της, θα επιχειρήσει, το Δικαστήριο, να επικεντρωθεί στα ουσιαστικά για την υπόθεση μέρη της, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα επίδικα θέματα, αποφεύγοντας να εμπλακεί σε μια σειρά από επαναλαμβανόμενες θέσεις των μαρτύρων γύρω από θέματα τα οποία δεν συνδράμουν στην ανίχνευση της αξιοπιστίας τους. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 είναι γνήσια και αυθεντική. Δεν αμφισβητήθηκε ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως τα έχει εξιστορήσει. Ο Μ.Υ.2 συμφώνησε με τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 αναφορικά με το πως είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 το συγκεκριμένο πρωινό του Φεβρουαρίου 2013. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα επικαλέστηκε τα υποστήριξε με την κατάθεση, χωρίς ένσταση, Τεκμηρίων. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας οπόταν, με δεδομένη την έλλειψη αμφισβήτησης της μαρτυρίας του, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και το Δικαστήριο την αποδέχεται. Ο Μ.Ε.2 έδωσε μαρτυρία ως «πραγματογνώμονας» επί τραπεζικών θεμάτων αφού εργάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για 18 και πλέον χρόνια και για αρκετά από αυτά ως διευθυντής υποκαταστήματος. Η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές που καθιερώθηκαν από τη νομολογία (βλ. Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 κ.α.). Το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2004)στη σελίδα 2183 περιγράφει το καθήκον του πραγματογνώμονα προς το Δικαστήριο και διαβάζονται τα ακόλουθα: « The duty of the expert witness is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, as to enable the judge or jury to form their own independent judgement by the application of those criteria to the facts proved in evidence.». Ήταν η θέση του ότι εφαρμόζοντας την Εγκύκλιο 105, ως διευθυντής της Τράπεζας, θα προσέθετε τις Ενάγουσες 2 και 3 την ίδια ώρα ως συνδικαιούχες στον λογαριασμό του Ενάγοντα 1, αφού ο Ενάγοντας 1 είχε δικαίωμα να υπογράφει για αυτές σύμφωνα με τα πληρεξούσια έγγραφα που κρατούσε στα χέρια του και ότι αν είχε αμφιβολία θα απευθυνόταν στη νομική υπηρεσία της Τράπεζας. Η συγκεκριμένη διαδικασία ακολουθείτο τακτικά για να εξυπηρετούνται οι πελάτες. Άφησε, στο Δικαστήριο, την εντύπωση του ειλικρινή και επαγγελματία μάρτυρα αφού αναφέρθηκε τόσο στις διαδικασίες που τηρούνταν, καθώς και στην πρακτική που ακολουθείτο. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι εκεί που ένας διευθυντής έχει αμφιβολίες για ένα θέμα τότε απευθύνεται στο νομικό τμήμα της Τράπεζας, το οποίο δίδει άμεσα την απάντηση σε νομικά θέματα. Ο ίδιος αναφέρθηκε στην Εγκύκλιο 105 της Τράπεζας για να υποστηρίξει την πρακτική που εφαρμόζετο τη συγκεκριμένη περίοδο, ιδιαίτερα για πελάτες από το εξωτερικό. Εξήγησε ότι η μετατροπή λογαριασμού σε κοινό δεν συνεπάγεται άνοιγμα λογαριασμού γιατί ο λογαριασμός υφίσταται και αυτό που γίνεται είναι η μετατροπή του σε κοινό, οπόταν μπορεί να γίνει αμέσως, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν πληρεξούσια και να αναμένονται οι οδηγίες λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού, mandate, με την υπογραφή των εγγράφων. Δεν έδωσε στο Δικαστήριο λόγο να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του. Δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον να εξυπηρετήσει με την μαρτυρία του, αλλά αντίθετα βοήθησε το Δικαστήριο να αντιληφθεί την πρακτική που ακολουθείτο κατά τον δεδομένο χρόνο. Ο Μ.Υ.1 δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τα γεγονότα, ούτε και είχε μελετήσει το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου οπόταν και δεν μπορεί να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια στο Δικαστήριο αφού η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί με βάση τα δικά της δεδομένα. Βεβαίως, εύλογα γεννάται το ερώτημα, πώς κάποιος, ο οποίος ουδεμία σχέση και συμμετοχή είχε στα επίδικα γεγονότα, δεν είδε ποτέ τα πληρεξούσια έγγραφα και ενώ δηλώνει ότι δεν είναι νομικός, προχωρά στην έκφραση άποψης ότι δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί η οδηγία του πελάτη στην απουσία των υπογραφών των συνδικαιούχων του λογαριασμού. Η συγκεκριμένη διαπίστωση ρίπτει σκιά στη μαρτυρία του, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμερόληπτος και ανεξάρτητος μάρτυρας. Η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο ήταν ότι ήρθε για να βοηθήσει την Εναγόμενη 1 και όχι το Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.2 είναι το πρόσωπο που αποφάσισε να μην εκτελέσει τις οδηγίες που του είχαν δοθεί από τον πελάτη της Τράπεζας, τον Ενάγοντα
  1. Είχε ίδιον συμφέρον να εξυπηρετήσει, για να προστατεύσει την ορθότητα της απόφασής του στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αποδέχεται το μέρος της μαρτυρίας του που συμφωνεί με τα γεγονότα, όπως έχουν παρατεθεί από τον Ενάγοντα 1 σε σχέση με το τι είχε διαμειφθεί κατά την επίσκεψή του στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 στην Λεωφόρο Φανερωμένης την συγκεκριμένη μέρα. Όμως, το Δικαστήριο θεωρεί παρακινδυνευμένο να βασιστεί στη δική του ερμηνεία, αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο αφού δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Ενάγοντα 1, κατά την αντεξέτασή του, ότι δεν το είχε καν διαβάσει. Εν πάση περιπτώσει, είχε αποδεχθεί ότι δεν γνώριζε την διαφορά μεταξύ γενικού και ειδικού πληρεξουσίου, ότι δεν είναι νομικός και ότι είχε την ευχέρεια, αν το επιθυμούσε, να απευθυνθεί στο νομικό τμήμα της Εναγόμενης 1 για καθοδήγηση. Ερωτηματικά εγείρει η συμπεριφορά του να μην απευθυνθεί στο νομικό τμήμα της Τράπεζας καθώς και η εμμονή του, ακόμη και μετά που είχε παραλάβει τα έγγραφα με τις υπογραφές των συνδικαιούχων, να μην μετατρέψει το λογαριασμό σε κοινό. Είχε σκοπιμότητα η μαρτυρία του, προσπάθησε να υπερασπιστεί την απόφασή του. Όμως δεν έπεισε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια της μαρτυρίας του και για τα κίνητρα του. Έχοντας εξετάσει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, Μ.Υ.2, στο σύνολό της και αξιολογώντας την, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών τεκμηρίων, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Μ.Υ.2 προσπάθησε να προωθήσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή που θα τον οδηγούσε στο να αποσυνδεθεί και να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη. Είναι λοιπόν εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας 1 τον Φεβρουάριο 2013 ταξίδεψε από την Νέα Υόρκη, όπου διαμένει μόνιμα, στην Κύπρο ειδικά για να διευθετήσει τα οικονομικά του αφού διατηρούσε διάφορους και πολλούς λογαριασμούς σε αριθμό τραπεζικών ιδρυμάτων στην Κύπρο με κατατεθειμένα σεβαστά ποσά. Διατηρούσε και τρείς λογαριασμούς στην Εναγόμενη
  2. Σε σχέση με ένα εκ των λογαριασμών είχε δώσει οδηγίες για την μεταφορά του ποσού σε τραπεζικό ίδρυμα στην Νέα Υόρκη, εντολή η οποία και εκτελέστηκε. Είχε επίσης ζητήσει όπως στον δεύτερο λογαριασμό του προστεθούν οι Ενάγουσες 2 και 3, σύζυγος και θυγατέρα του, ως συνδικαιούχοι. Προς διεκπεραίωση της συγκεκριμένης εντολής είχε στην κατοχή του σχετικά πληρεξούσια έγγραφα υπογεγραμμένα από τις Ενάγουσες 1 και 2, πιστοποιημένα από το Προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Νέα Υόρκη, καθώς και αντίγραφα των διαβατηρίων τους. Όμως ο Εναγόμενος 2, υπεύθυνος συναλλαγών τότε στο υποκατάστημα που τηρούνταν οι λογαριασμοί του Ενάγοντα 1, αρνήθηκε να εκτελέσει τις οδηγίες που αφορούσαν την μετατροπή του λογαριασμού σε κοινό, επικαλούμενος ότι το πληρεξούσιο δεν το επέτρεπε, ενώ δεν γνώριζε την διαφορά μεταξύ ειδικού και γενικού πληρεξουσίου και προέτρεψε τον Ενάγοντα 1 να μεταφέρει τραπεζικά έντυπα για υπογραφή από τις Εναγόμενες 2 και 3 στην Νέα Υόρκη. Ο Εναγόμενος 2 παρά το ότι δεν γνώριζε πολλά αναφορικά με πληρεξούσια έγγραφα δεν έλαβε νομική συμβουλή σε σχέση με τα πληρεξούσια που του παρουσιάστηκαν από τον Ενάγοντα 1, ενώ επιπρόσθετα αρνήθηκε να μεταφέρει τους λογαριασμούς του Ενάγοντα 1 σε άλλο υποκατάστημα της Εναγόμενης
  3. Τα συγκεκριμένα έγγραφα, που ο Εναγόμενος 2 είχε υποχρεώσει τον Ενάγοντα 1 να μεταφέρει προς υπογραφή στην Νέα Υόρκη, έφθασαν στην Εναγόμενη 1 στις 28/03/2013 και τότε, ο Εναγόμενος 2, επικαλούμενος την έκδοση των Διαταγμάτων για την εξυγίανση της Εναγόμενης 1 και πάλι δεν διεκπεραίωσε τις οδηγίες του Ενάγοντα
  4. Η συγκεκριμένη απόφασή του να μην διαβάσει το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου και να μην ζητήσει τη άποψη της νομικής υπηρεσίας της Εναγόμενης 1, αναφορικά με το κατά πόσο το περιεχόμενο των πληρεξουσίων του επέτρεπε να προχωρήσει με την εκτέλεση της οδηγίας του Ενάγοντα 1, οδήγησε στο κούρεμα της συγκεκριμένης κατάθεσης του Ενάγοντα 1 και στην απώλεια του ποσού των €142.669,
  5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι δύο πλευρές συμφωνούν με πλείστα όσα γεγονότα, όμως διαφωνούν ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου των πληρεξουσίων εγγράφων, Τεκμήρια
  6. Τα ερωτήματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι συγκεκριμένα και είναι τα ακόλουθα: (α) Κατά πόσο τα γενικά πληρεξούσια έγγραφα, Τεκμήρια 6, εξουσιοδοτούσαν τον Ενάγοντα 1 να υπογράψει εκ μέρους των Εναγουσών 2 και 3 οποιοδήποτε έγγραφο απαιτούσε η Εναγόμενη 1 όπως υπογραφεί (β) Κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 ορθά αρνήθηκαν, με βάση το περιεχόμενο των γενικών πληρεξουσίων εγγράφων που τους παρουσίασε ο Ενάγοντας 1, την προσθήκη των Εναγουσών 2 και 3 στον λογαριασμό και (γ) Κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 μπορούν να κριθούν, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, ως υπεύθυνοι για την ζημιά που προκλήθηκε στους Ενάγοντες 1, 2 και
  7. Πρέπει ευθύς εξ αρχής να επισημανθεί ότι με την υπογραφή των γενικών πληρεξουσίων εγγράφων, Τεκμήρια 6, οι Ενάγουσες 2 και 3 κατέστησαν τον Ενάγοντα 1 αντιπρόσωπό τους, ενώ οι ίδιες κατέστησαν πρόσωπα «αντιπροσωπευόμενα». Δημιουργήθηκε, επομένως, μία σχέση αντιπροσωπείας η οποία διέπεται από το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ.
  8. Το άρθρο 142 του ΚΕΦ. 149 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  9. "Αντιπρόσωπος" είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται "αντιπροσωπευόμενος".». Σ' ότι αφορά το πρώτο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά στις ρητές πρόνοιες των γενικών πληρεξουσίων εγγράφων, Τεκμήρια
  10. Σχετική είναι η τελευταία παράγραφος η οποία προνοεί ως εξής: «
  11. Να ενεργεί πάσαν και οιανδήποτε πράξιν έστω και μη αναφερόμενην εν το παρόντι πληρεξουσσίω και η οποία είναι αναγκαία προς πλήρη αποπεράτωσιν όλων και ή μιας εκάστης των ανω προς αυτόν δεδομένων εντολών μου. Δίδω δικαίωμα εις τον εν λόγω αντιπρόσωπόν μου να υπογράφει αντ΄ εμού και δια λογαριασμόν μου παν σχετικόν έγγραφο και ή δήλωσιν ή Δηλώσεις Πωλήσεως .....................και ή αιτήσεις οποιασδήποτε φύσεως προς πλήρη αποπεράτωση όλων και ή μιας έκαστης των ανω προς αυτόν διδομένων εντολών μου.» (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Είναι νομολογημένο ότι η ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να πηγάζει από το ίδιο το έγγραφο και σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται σαφείς λέξεις, αυτές υπερισχύουν παρά την οποιαδήποτε πρόθεση των μερών (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ.168, Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ
(1993)1 Α.Δ.Δ. 168). Με παραπομπή στην απόφαση Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1633, τονίζεται η καθιερωμένη αρχή ότι κριτήριο για την ερμηνεία ενός εγγράφου είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Λάμπρου ν. Παράσχου
(1993)1 Α.Α.Δ. 397, Οικονόμου κ.α. ν. Ττοφινή κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436.). Το σύγγραμμα του Bowstead & Reynolds on Agency, 19η εκδ., παρα. 2-039, σελ. 61, ερμηνεύει τον όρο πληρεξούσιο έγγραφο και καταγράφει τα ακόλουθα: « Powers of Attorney. A power of attorney is a formal instrument by which one person empowers another to represent him, or act in his stead for certain purposes. It may confer general or particular powers...». (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Γενικά ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είναι σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position), έναντι του αντιπροσωπευόμενου, και ως εκ τούτου υπέχει καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας προς αυτόν, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου και όχι τα δικά του ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Χωρίς αμφιβολία οι Ενάγουσες 2 και 3 με την υπογραφή των πληρεξούσιων εγγράφων, Τεκμήρια 6, κατέστησαν τον Ενάγοντα 1, γενικό «αντιπρόσωπο» τους και οι ίδιες κατέστησαν πρόσωπα «αντιπροσωπευόμενα». Δημιουργήθηκε έτσι μια σχέση αντιπροσωπείας η οποία διέπετο από τους όρους των πληρεξουσίων εγγράφων. Ο Ενάγοντας 1 με την οδηγία για μετατροπή του δικού του λογαριασμού σε κοινό, σίγουρα προωθούσε τα συμφέροντα των αντιπροσωπευόμενών του, Εναγουσών 2 και 3 και όχι τα δικά του, αφού πλέον θα είχαν οικονομικό συμφέρον στο δικό του λογαριασμό. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σελ.808: « Μια άλλη προσέγγιση είναι ότι η βάση της αντιπροσωπείας είναι η εξουσιοδότηση ή η εναπόθεση εξουσίας και αρμοδιότητας (authority) σε ένα πρόσωπο (τον αντιπρόσωπο) από άλλο πρόσωπο (τον αντιπροσωπευόμενο), με βάση την οποία το πρώτο πρόσωπο αποκτά το δικαίωμα και τη δυνατότητα να δεσμεύει το δεύτερο πρόσωπο.». Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, των συγκεκριμένων πληρεξουσίων πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και να είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ΄ αυτό. Οι εξουσίες που καταγράφονται στα Τεκμήρια 6 είναι άπλετες. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 είναι σαφές και δεν υπεισέρχεται στοιχείο αμφισβήτησης ως προς το σκοπό που συνομολογήθηκαν. Η γραμματική ερμηνεία του περιεχομένου των Τεκμηρίων 6 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας 1 είχε εξουσία να υπογράψει για αυτές οποιοδήποτε έγγραφο. Τα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα αντικατοπτρίζουν και καταγράφουν αυτό που οι αντιπροσωπευόμενες, Ενάγουσες 2 και 3 επιθυμούσαν και καθορίζεται ότι η έκταση των εξουσιών που παρέχονταν στον Ενάγοντα 1 είναι άπλετη. Εκφράζονται δε με λέξεις οι οποίες πρέπει να ερμηνευθούν όπως διατυπώνονται. Η σωρευτική ερμηνεία όλων των προαναφερθέντων, έχοντας κατά νου ότι τα πληρεξούσια είχαν δοθεί για να μεταφερθούν λεφτά στο όνομα των δύο Εναγουσών 2 και 3, είναι ότι δόθηκαν για να διενεργηθεί πράξη προς το συμφέρον τους. Η μόνη λογική ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί είναι ότι ο Ενάγοντας 1 είχε εξουσία, με τα συγκεκριμένα πληρεξούσια να υπογράψει εκ μέρους τους οποιαδήποτε έγγραφα απαιτούνταν από την Τράπεζα, αφού του δόθηκε εξουσία από τις Ενάγουσες 2 και 3 να υπογράφει «παν έγγραφον....ή αιτήσεις οποιασδήποτε φύσεως .προς πλήρη αποπεράτωση όλων και ή μιας έκαστης ....εντολών μου.». Απλή ανάγνωση των γενικών πληρεξουσίων που είχε στην κατοχή του ο Ενάγοντας 1 αποκαλύπτει την έκταση των εξουσιών που του παραχωρήθηκαν από τις Εναγόμενες 2 και 3 μέχρι και την αποδοχή υποθήκης για οποιοδήποτε ποσό στο όνομά τους, όρος 3 του Τεκμηρίου
  1. Αφού, ως ο ίδιος ο Μ.Υ.2 δήλωνε, δεν είχε νομικές γνώσεις, θα μπορούσε να ζητήσει βοήθεια από το νομικό τμήμα της Τράπεζας, το οποίο ήταν και το μόνο νομικά καταρτισμένο να αποφασίσει κατά πόσο το συγκεκριμένο αίτημα του πελάτη μπορούσε να εκτελεστεί με τα συγκεκριμένα πληρεξούσια που κρατούσε στα χέρια του. Είναι μια πραγματικότητα το γεγονός ότι ο Ενάγοντας 1 μπορούσε να υπογράψει, εκ μέρους των Εναγουσών 2 και 3, οποιοδήποτε έγγραφο. Η όποια αμφιβολία του Μ.Υ.2, στην εκτέλεση των οδηγιών του Ενάγοντα 1, θα μπορούσε να επιλυθεί με ένα τηλεφώνημα το οποίο προφανώς ο Μ.Υ.2 δεν ήθελε να διενεργήσει. Με δεδομένο ότι ο ίδιος, ως δήλωσε, δεν γνώριζε τη διαφορά μεταξύ γενικού και ειδικού πληρεξουσίου, όφειλε να ρωτήσει κάποιον που γνώριζε. Έχοντας αξιόπιστη μαρτυρία ότι με τα ίδια πληρεξούσια άλλες τράπεζες είχαν εκτελέσει τη συγκεκριμένη οδηγία του Ενάγοντα 1 και ότι και η ίδια η Εναγόμενη 1 είχε ενεργήσει στη βάση γενικών πληρεξουσίων που προσκομίζονταν από Έλληνες πελάτες που επισκέπτονταν την Τράπεζα για μία και μόνο μέρα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 όφειλαν να εκτελέσουν την οδηγία του Ενάγοντα 1 και να αφήσουν τον κοινό λογαριασμό παγωμένο μέχρι να λάβουν τις οδηγίες για τον τρόπο λειτουργίας του, mandate. Δεν αμφισβητείται η εγκύκλιος της Τράπεζας, Τεκμήριο 18, συγκεκριμένα η πρόνοια της παραγράφου 9.5.
  2. και η απαίτηση για υπογραφή όλων των εγγράφων για την μετατροπή του προσωπικού λογαριασμού σε κοινό. Η ειδοποιός διαφορά, η οποία προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ότι ο Ενάγοντας 1 μπορούσε, με τα πληρεξούσια έγγραφα που κρατούσε, να υπογράψει για τις Ενάγουσες 2 και 3 οποιοδήποτε έγγραφο απαιτείτο από την Τράπεζα για να τις καταστήσει συνδικαιούχους στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Θα τις ωφελούσε με την συγκεκριμένη ενέργεια, δεν θα τις ζημίωνε. Με σεβασμό προς την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 1, όπως αυτή καταγράφεται στη σελίδα 11 της αγόρευσή της, το συγκεκριμένο πληρεξούσιο δεν αφορούσε μόνο ζητήματα ακίνητης ιδιοκτησίας αφού εξουσιοδοτεί τον Ενάγοντα 1 « Να ενεργή πάσαν και οιανδήποτε πράξιν έστω και μη αναφερόμενη...». Αυτή είναι και η διαφοροποίηση από τα γεγονότα της υπόθεσης Παύλος Ιακωβίδης κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Αγ. Αρ.2408/13 ημερ. 21/03/2022 Ε. Δ. Λευκωσίας. Σ' εκείνη την υπόθεση οι κάτοχοι του λογαριασμού δεν είχαν πληρεξούσιο για να υπογράψουν εκ μέρους των παιδιών τους έτσι ώστε ο λογαριασμός να μετατραπεί σε κοινό και ακολούθως να δοθούν οδηγίες για τη λειτουργία του. Στην παρούσα ο Ενάγοντας 1 είχε ξεκάθαρη εξουσιοδότηση από τα πληρεξούσια να υπογράφει εκ μέρους των Εναγουσών 2 και
  3. Οπόταν η Εναγόμενη 1 όφειλε να εκτελέσει την οδηγία του και να καταστήσει τον προσωπικό του λογαριασμό κοινό προσθέτοντας τις Ενάγουσες 2 και 3 στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Διαπιστώνεται δε ότι τα έγγραφα που είχαν δοθεί στον Ενάγοντα 1 για υπογραφή από τις Ενάγουσες 2 και 3, από τον Εναγόμενο 2, καθόριζαν ως εντολοδόχο οδηγιών σε σχέση με τον λογαριασμό τον Ενάγοντα 1, Τεκμήριο 7 το έγγραφο με τίτλο «Mandate for a Joint Account». Οπόταν ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 γνώριζε ότι οι οδηγίες σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό θα δίδονταν από τον Ενάγοντα
  4. Η Εναγόμενη 1 όφειλε να εκτελέσει την εντολή του Ενάγοντα
  5. Στο σύγγραμμα Principles of Banking Law, Ross Cranston στην σελίδα 150 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με την υποχρέωση της τράπεζας προς τον πελάτη της όταν λάβει ξεκάθαρη εντολή: « Once the nature of the mandate is determined, the approach of the English courts is strict. The Bank must do exactly what the customer requires of it. This is the general contractual principle whenever anyone undertakes to secure a particular end, failure to do so is a breach of contract. Almost achieving the goal, even exercising reasonable care and skill is insufficient. Thus, the bank straying beyond its authority, however slightly, despite herculian efforts, will be in breach of mandate. ». Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί από το σκεπτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 ν. OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD κ.α
(2015)1 Α.Α.Δ. 277 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: « Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 9η έκδοση, σελ. 70, η σχέση μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη είναι σχέση που ρυθμίζεται από συμφωνία. Ο τραπεζίτης δεν θα πρέπει να επιδεικνύει αμέλεια κατά την εκτέλεση της συμφωνίας. Πότε είναι αμελής, εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Η σχέση συνήθως αποτελείται από τη γενική συμφωνία, η οποία είναι βασική για όλες τις συναλλαγές, μαζί με ειδικές συμφωνίες (που αφορούν δανεισμό, συναλλαγές ξένου συναλλάγματος κ.τ.λ.) οι οποίες ισχύουν δια ρητών ενεργειών ή εξυπακουόμενες προθέσεις των μερών. Στο σύγγραμμα The Law and Practice of Banking, Vol. 1, Banker and Customer του M. Haiden, σελ. 241 αναφέρεται ότι η πληρώνουσα Τράπεζα, έχει καθήκον σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, να εξασκήσει φροντίδα όταν δέχεται τις οδηγίες του πελάτη. Οποιαδήποτε παράβαση του καθήκοντος αυτού με αποτέλεσμα την απώλεια υπό του πελάτη, δίδει δικαίωμα γι' αγωγή γι' αποζημιώσεις (βλ. Bank of Montreal v. Dominion Fresham Guarantee and Casualty Co. Ltd. [1930] A.C. 657). Επίσης στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking 13η έκδοση σελ. 408, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «When executing the customer's instruction to make a fund transfer the bank acts as its customer's agent. (Royal Products Ltd. v. Midland Bank Ltd. [1981] 2 Lloyd's Rep. 194, 198). Acting as agent the bank owes the customer a duty to observe reasonable care and skill in and about executing the customer's orders. The duty arises both at common law and under statute. » Συνεπώς η Εναγόμενη 1 κατά το χρόνο που της δόθηκαν οι οδηγίες για την μετατροπή του λογαριασμού σε κοινό λογαριασμό όφειλε να επιδείξει τη δεξιότητα που καταγράφεται στο άρθρο 171 του Κεφ.149, ήτοι ο Εναγόμενος 2 όφειλε να ρωτήσει αφού δεν γνώριζε τη σημασία του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου. Η αμέλειά του να συμβουλευτεί το νομικό τμήμα της Εναγόμενης 1, το οποίο εντός της ημέρας θα τον ενημέρωνε, οδήγησε στο να οδηγηθεί ο συγκεκριμένος λογαριασμός του Ενάγοντα 1 σε απομείωση και να υποστούν οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 ζημιές που ανέρχονται στο ποσό της απομείωσης του συγκεκριμένου λογαριασμού. Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα του Charlesworth & Percy on Negligence, 14η εκδ., παρά.10-97, σελ. 656 όπου διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με το επίπεδο επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύεται από ένα τραπεζίτη: « The standard is that of a reasonably competent practitioner in the relevant sector of the profession.». Δόθηκε μαρτυρία, η οποία έγινε αποδεκτή, ότι οι άλλες Τράπεζες είχαν προβεί στην προσθήκη των Εναγουσών 2 και 3 στον λογαριασμό του Ενάγοντα ως συνδικαιούχοι στη βάση των συγκεκριμένων πληρεξουσίων και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποδείχθηκε με πραγματική μαρτυρία, Τεκμήρια 8, 9 και 10. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση των καθηκόντων της και αντισυμβατικά αρνήθηκε να εκτελέσει μια καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή οδηγία του Ενάγοντα προκαλώντας του ζημιά. Η ζημιά του, σύμφωνα με το Τεκμήριο 11, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, ανέρχεται στις €142,771.39. Δεν χωρεί αμφιβολίας ότι τα νομικά πρόσωπα ενεργούν και δεσμεύονται μέσω των αξιωματούχων τους. Ο καταλυτικός ρόλος τον οποίο διαδραμάτισε ο Εναγόμενος 2 στο όλο φάσμα των γεγονότων που καλύπτουν τις υπό εκδίκαση υποθέσεις, και δη στις συνθήκες που περιβάλλουν την άρνηση της εκτέλεσης της οδηγίας του Ενάγοντα 1 για μετατροπή του λογαριασμού του σε κοινό με τη σύζυγό του και την κόρη του, καθώς επίσης και η θέση εξουσίας που κατείχε στην Εναγόμενη 1, καθιστούν πρόδηλο ότι ενήργησε πλημμελώς. Η Εναγόμενη 1 φέρει ευθύνη για τις πράξεις του. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1, 2 και 3 και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €142.771,39 με νόμιμο τόκο από 20/08/2014 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ των Εναγόντων. Επειδή οι δυο αγωγές συνεκδικάσθηκαν απονέμεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.