← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. NICOS DEMETRIOU FINANCE AND CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 300/2016, 22/9/2023

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. NICOS DEMETRIOU FINANCE AND CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 300/2016, 22/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 300/2016 Μεταξύ.- ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Εναγόντων και

  1. NICOS DEMETRIOU FINANCE AND CONSTRUCTION LTD
  2. ΧΑΡΗΣ ΠΟΤΑΜΑΡΗΣ
  3. ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  4. ΚΩΣΤΑΣ Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  5. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ και/ή ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΟΝΥΑΛΙΑΝ
  6. N.D. ELECTRONICS LTD
  7. A.N. AUTOMARKET LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 - 7/Αιτητές: Ο κ. Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερ. 20.03.2023 για τροποποίση της Υπεράπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης) Οι Εναγόμενοι 1-7/Αιτητές αιτήθηκαν την τροποποίηση της υπεράσπισης τους και προσθήκη ανταπαίτησης (λόγω της έκτασης τους και της σημασίας που ενέχουν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις επιλέγω να παραθέσω αυτούσια τα αιτητικά, εξάλλου αυτά συνιστούν και την πεμπτουσία όσων υποστηρικτικά αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση) τα οποία είναι τα ακόλουθα: «Α Δια της προσθήκης αμέσως μετά την υφιστάμενη παράγραφο 33 της υφιστάμενης ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ των Εναγομένων 1 έως και 7 των ακόλουθων νέων παραγράφων ως νέες παράγραφοι 34, 34.1, 34.2, 34.3, 34.4, 34.5, 34.6, 34.7, 34.8, 34.9, 34.10, 34.11, 34.12, 34.13, 35, 35.1, 35.2, 35.3, 35.4, 35.5, 35.6, 35.7, 35.8 και 35.9 ως κατωτέρω: «
  8. Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά των ανωτέρω ισχυρισμών των Εναγομένων στις παραγράφους 23, 24 και 25 της Υπεράσπισης και αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως εκτίθενται στις παραγράφους 34, 35 και 36 της Εκθέσεως Απαιτήσεως αναφορικά με την επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 με αρ. 430-400-004849-1 για την παραχώρηση δανείου εκ ποσού €1.240.000,00.- οι Εναγόμενοι λέγουν ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 είναι εντελώς παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη καθώς επίσης και οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν σε σχέση με αυτήν. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 για το ποσό των €1.240.000,00.- καθώς και οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις παραχωρήθηκαν σε σχέση με αυτήν είναι έκδηλα παράνομες και αποτελούν προϊόν παρανομίας και/ή αποτελούν δόλιο και/ή απατηλό σχέδιο των Εναγόντων, το οποίο ετέθη σε εφαρμογή από τους Ενάγοντες και εν αγνοία των Εναγομένων, με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Νόμου του 2009 (Ν. 118(Ι)/2009) και του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Διατάγματος του 2009 που εκδόθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών - Κανονιστική Διοικητική Πράξη 366/
  9. Σε σχέση με την ως άνω θέση των Εναγομένων, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται και δίδουν λεπτομέρειες της παρανομίας ως κατωτέρω: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑΣ 34.
  10. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Εναγόμενη 1 ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία και/ή τον περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 και με κύρια δραστηριότητα την αγορά, ανάπτυξη και διάθεση γης και/ή κτιρίων. Η Εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 αποτελούσε μικρομεσαία επιχείρηση. Λεπτομέρειες αναφορικά με το μέγεθος και τον κύκλο εργασιών της Εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. 34.
  11. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα ήταν τραπεζικός οργανισμός και ασχολείτο και/ή ασχολείται με τραπεζικές και/ή χρηματοπιστωτικές και/ή άλλες συναφείς εργασίες, με έδρα της την Επαρχία Λευκωσίας, διατηρώντας υποκαταστήματα σε όλη την Κύπρο και φερόταν ως τραπεζικό ίδρυμα και/ή χρηματοοικονομικός και/ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός, ο οποίος ενεργούσε στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν θυγατρική εταιρεία της ALPHA BANK Α.Ε. στο εξής «Alpha Bank Ελλάδος». Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν εκτενέστερα στην μετοχική και/ή άλλως πως δομή της Ενάγουσας καθώς και της σχέσης εξάρτησης της πρώτης με την Alpha Bank Ελλάδος κατά τη δικάσιμο. 34.3.Περί τον Νοέμβριο του έτους 2009 ως αποτέλεσμα των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής και τραπεζικής κρίσης η οποία ξεκίνησε από τον Σεπτέμβριο του έτους 2008 από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και προς την κατεύθυνση θωράκισης της κυπριακής οικονομίας από τις δυσμενείς συνέπειες που θα επέφερε η παγκόσμια οικονομική ύφεση, η Κυπριακή Κυβέρνηση στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας οικονομικής πολιτικής κατέθεσε προς ψήφιση στο Κυπριακό Κοινοβούλιο, Νομοσχέδιο, με σκοπό την χορήγηση ρευστότητας στην εγχώρια αγορά προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. Προς τούτο ψηφίστηκε και τέθηκε σε ισχύ ο περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Νόμος του 2009 (Ν. 118(Ι)/2009) στο εξής ο «Νόμος 118(Ι)/2009» ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 6/11/
  12. Περαιτέρω, δυνάμει των προνοιών του Νόμου 118(Ι)/2009 εκδόθηκε στις 20/11/2009 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η Κανονιστική Διοικητική Πράξη - Κ.Δ.Π. - 366/2009, ήτοι το περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Διάταγμα του 2009 το οποίο εκδόθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως η «Κ.Δ.Π. 366/2009». 34.4.Στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/2009 ήταν η έκδοση Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων διάρκειας 3 ετών συνολικής αξίας ύψους μέχρι €3 δις Ευρώ (€3.000.000.000,00.-) και η διάθεση τους σε δικαιούχα πιστωτικά ιδρύματα, όπως ήταν και η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, με σκοπό την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας και την μείωση των δανειστικών επιτοκίων με απώτερο στόχο την αντιμετώπιση της διεθνούς οικονομικής κρίσης επί της κυπριακής οικονομίας και/ή της χρηματοδότησης της εγχώριας αγοράς και ειδικότερα των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων όπως ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή, χρόνο και η Εναγόμενη 1 εταιρεία. Οι εν λόγω Κυβερνητικοί Τίτλοι θα αποτελούσαν και θα χρησιμοποιούνταν από τα δικαιούχα πιστωτικά ιδρύματα ως εξασφάλιση για άντληση ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με πολύ χαμηλό κόστος για την χορήγηση στεγαστικών δανείων και/ή δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις με ανταγωνιστικούς όρους. 34.5.Σύμφωνα με το Νόμο 118(Ι)/2009 αποτελούσαν ουσιώδεις διατάξεις της Νομοθεσίας ότι: (α) Το άρθρο 3 του Νόμου 118(Ι)/2009 προνοεί ότι ο Υπουργός Οικονομικών αφού λάβει υπόψη τις διατάξεις του Νόμου 118(Ι)/2009, τις συστάσεις του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αναφορικά με τα εποπτικά κριτήρια που θεωρούνται προσήκοντα για σκοπούς εφαρμογής της Νομοθεσίας καθώς και τις οποιεσδήποτε ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στα μέτρα που λήφθηκαν για τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς στο πλαίσιο της τρέχουσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, δύναται να προβαίνει στην έκδοση ειδικών κυβερνητικών τίτλων, συνολικού ποσού μέχρι 3 δις Ευρώ (€3.000.000.000,00.-) σε πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί στην Δημοκρατία και τα οποία έλαβαν άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, όπως ήταν και συνεχίζει να είναι η Ενάγουσα. (β) Το άρθρο 4 του Νόμου 118(Ι)/2009 προνοεί ότι οι Ειδικοί Κυβερνητικοί Τίτλοι εκδίδονται για περίοδο μέχρι και 3 έτη. (γ) Περαιτέρω στο άρθρο 5 του Νόμου 118(Ι)/2009 προνοείται ότι οι δικαιούχοι της έκδοσης των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων είναι τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν συσταθεί στην Δημοκρατία και έλαβαν άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, περιλαμβανομένων και των θυγατρικών ξένων πιστωτικών ιδρυμάτων. (δ) Στο άρθρο 7 του Νόμου 118(Ι)/2009 προνοείται ότι οι Ειδικοί Κυβερνητικοί Τίτλοι διατίθενται στην ονομαστική τους αξία, αμέσως και αποκλειστικά, στα δικαιούχα πιστωτικά ιδρύματα και για την διάθεση τους συνάπτονται διμερείς συμβάσεις, στην λήξη των οποίων οι τίτλοι επιστρέφονται και ακυρώνονται. Περαιτέρω οι Ειδικοί Κυβερνητικοί Τίτλοι φέρουν μηδενικό επιτόκιο και η παραχώρηση τους στα πιστωτικά ιδρύματα πραγματοποιείται με πακέτα του 1 εκατομμυρίου Ευρώ (€1.000.000,00.-) και τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία διατίθενται οι Ειδικοί Κυβερνητικοί Τίτλοι, χρησιμοποιούν το προϊόν της αντλούμενης ρευστότητας για την χορήγηση στεγαστικών δανείων και δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις με ανταγωνιστικούς όρους. Η διάθεση των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων γίνεται έναντι καταβολής σχετικής προμήθειας και επαρκών εξασφαλίσεων. (ε) Στο άρθρο 8 του Νόμου 118(Ι)/2009 ρητά προνοείται ότι το βασικό κριτήριο κατανομής των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων στα πιστωτικά ιδρύματα είναι η συμβολή τους στην χρηματοδότηση, στην εγχώρια αγορά, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των στεγαστικών δανείων. (στ) Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 118(Ι)/2009 οι Ειδικοί Κυβερνητικοί Τίτλοι διατίθενται έναντι καταβολής, από το πιστωτικό ίδρυμα, κατάλληλου τιμήματος, υπό μορφή προμήθειας και που εκτός της καταβαλλόμενης προμήθειας η οποία ρυθμίζεται από την Κ.Δ.Π. 366/2009 ουδεμία άλλη χρηματική συναλλαγή γίνεται επί των τίτλων. (ζ) Τέλος, με βάση το άρθρο 11 του Νόμου 118(Ι)/2009 προνοείται ότι η διαδικασία, οι όροι έκδοσης και διάθεσης των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων, το ύψος της καταβαλλόμενης προμήθειας, το είδος και η επάρκεια των εξασφαλίσεων, τα κριτήρια αναφορικά με τον τρόπο κατανομής των διατιθέμενων τίτλων, τα εποπτικά κριτήρια αναφορικά με τους δικαιούχους των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων, καθώς και οι διευθετήσεις παρακολούθησης και συντονισμού για την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 118(Ι)/2009, περιλαμβανομένης της σύστασης αρμόδιας Επιτροπής συντονισμού, καθορίζονται με διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, μετά από σύσταση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τα εποπτευόμενα από αυτόν πιστωτικά ιδρύματα. 34.6.Με βάση το άρθρο 11 του Νόμου 118(Ι)/2009 εκδόθηκε η Κ.Δ.Π. 366/2009 της οποίας οι διατάξεις προνοούσαν μεταξύ άλλων ότι: (α) Στο άρθρο 3 της Κ.Δ.Π. 366/2009 προνοείται ότι τηρούμενων των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου 118(Ι)/2009, ο Υπουργός Οικονομικών αφού έλαβε υπόψη τις διατάξεις του Νόμου 118(Ι)/2009, τις συστάσεις του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με αριθμό 2008/C 270/02 για την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στα μέτρα που λήφθηκαν για τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς στο πλαίσιο της τρέχουσας παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, εκδίδει ειδικούς κυβερνητικούς τίτλους σε πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν συσταθεί στην Δημοκρατία και έλαβαν άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με σκοπό την χρήση τους ως εξασφάλιση για ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Η πρόσκληση προς τα πιστωτικά ιδρύματα για διάθεση σε αυτά των ειδικών κυβερνητικών τίτλων, διαρκεί για 6 μήνες αρχής γενομένης από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Διατάγματος του Υπουργού Οικονομικών, ήτοι της Κ.Δ.Π. 366/
  13. (β) Σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 5

(4)της Κ.Δ.Π. 366/2009 τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία διατίθενται οι Ειδικοί Κυβερνητικοί Τίτλοι, χρησιμοποιούν τους εν λόγω τίτλους μόνο ως εξασφάλιση για άντληση ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή/και τη διατραπεζική αγορά με σκοπό όπως τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία διατίθενται οι Ειδικοί Κυβερνητικοί Τίτλοι, να χρησιμοποιούν το προϊόν της αντλούμενης ρευστότητας για τη χορήγηση στεγαστικών δανείων και δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) με ανταγωνιστικούς όρους. (γ) Περαιτέρω με βάση τις ρητές διατάξεις του άρθρου 5
(7)της Κ.Δ.Π. 366/2009 προνοείται ότι το βασικό κριτήριο κατανομής των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων στα πιστωτικά ιδρύματα είναι η συμβολή τους, στην χρηματοδότηση στην εγχώρια αγορά, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των στεγαστικών δανείων κατά τις 31/12/
  1. (δ) Τέλος, δυνάμει του άρθρου 6 της Κ.Δ.Π. 366/2009 προνοείται ότι συνίσταται Επιτροπή, η οποία παρακολουθεί και συντονίζει την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 118(Ι)/2009 και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Διαταγμάτων του Υπουργού Οικονομικών περιλαμβανομένης και της Κ.Δ.Π. 366/2009 και η οποία διασφαλίζει ότι η αντλούμενη ρευστότητα χρησιμοποιείται προς όφελος της κυπριακής οικονομίας. 34.
  2. Η Εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αποτελούσε πελάτη της Ενάγουσας Τράπεζας και μικρομεσαία επιχείρηση και προς τούτο η Ενάγουσα με σκοπό να επωφεληθεί όσο το δυνατό περισσότερο από την έκδοση των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων, προσέγγισε την Εναγόμενη 1 εταιρεία δια του τότε Διευθυντή του Επιχειρηματικού Κέντρου της Ενάγουσας στην Λάρνακα ο οποίος επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, εκ των Διευθυντών της Εναγομένης 1 εταιρείας, καλώντας τον όπως η Εναγόμενη 1 εταιρεία υποβάλλει αίτηση για χρηματοδότηση. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν είχε ανάγκη να χρηματοδοτηθεί για οποιοδήποτε ποσό και δεν είχε οποιοδήποτε έργο σε εξέλιξη ούτε και είχε σκοπό να προβεί σε οποιοδήποτε έργο. Αντίθετα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1 εταιρεία, αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες από τον υφιστάμενο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δανεισμό της, ειδικότερα σε σχέση με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα και δη σε ελβετικό φράγκο. 34.
  3. Η Ενάγουσα Τράπεζα δια του τότε Διευθυντή του Επιχειρηματικού Κέντρου της Ενάγουσας στην Λάρνακα εμμένοντας ότι είναι αναγκαία η εν λόγω χρηματοδότηση και η οποία θα ήταν προς όφελος της Εναγομένης 1 εταιρείας καθότι θα επρόκειτο για δανεισμό με χαμηλό επιτόκιο και ανταγωνιστικούς και/ή ευνοϊκούς όρους, έπεισε την Εναγομένη 1 εταιρεία όπως υποβάλλει αίτηση για χρηματοδότηση και αναδιάρθρωση των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία καθώς και το Διοικητικό Συμβούλιο της και/ή οι Εναγόμενοι 2 έως και 7 στην παρούσα βρίσκονταν σε καθεστώς πλήρους άγνοιας αναφορικά με την δημόσια οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης καθώς και των διατάξεων του Νόμου 118(Ι)/2009 και/ή της Κ.Δ.Π. 366/2009 και/ή των όρων και προϋποθέσεων της χρηματοδότησης από τα πιστωτικά ιδρύματα προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά βάσει του Σχεδίου Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων δυνάμει της προαναφερόμενης Νομοθεσίας. 34.
  4. Ως εκ των ανωτέρω, η Εναγόμενη 1 εταιρεία και/ή οι Εναγόμενοι 2 έως και 7 βασιζόμενοι στις παροτρύνσεις και/ή παραστάσεις και/ή δηλώσεις του Διευθυντή του Επιχειρηματικού Κέντρου της Ενάγουσας στην Λάρνακα, προχώρησαν σε αίτηση για αναδιάρθρωση και/ή ανανέωση των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων τους καθώς και αίτηση για χρηματοδότηση υπό τις συνθήκες ως ανωτέρω αναφέρονται. Κατά τις 09/02/2010 η Ενάγουσα Τράπεζα έγκρινε την χρηματοδότηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας και προς τούτο δια Επιστολής Προσφοράς ημερομηνίας 09/02/2010 αφενός έγκρινε την ανανέωση και/ή αναδιάρθρωση των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας και αφετέρου έγκρινε την επίδικη χρηματοδότηση και/ή το επίδικο δάνειο εκ ποσού €1.240.000,00.-. Στην επίδικη Επιστολή Προσφοράς ημερομηνίας 09/02/2010 αναφέρονταν μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι όροι και/ή προϋποθέσεις σε σχέση με το επίδικο δάνειο ως κατωτέρω: (α) Η διάρκεια του επίδικου δανείου θα είναι τα 5 έτη και με περίοδο χάριτος τα 2 έτη. (β) Το επίδικο δάνειο θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και σε περίπτωση που δεν γίνει απαίτηση πληρωμής θα αποπληρώνεται σε 3 έτη με 12 ίσες τριμηνιαίες δόσεις ύψους €111.100,00.- ή ανάλογα με τις πωλήσεις οποιονδήποτε γεγονός συμβεί πρώτο. (γ) Ο τρόπος υπολογισμού της κάθε δόσης θα καθορίζεται στην σχετική συμφωνία δανείου που θα υπογραφθεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 εταιρείας και οι κεφαλαιοποιηθέντες τόκοι κατά την περίοδο χάριτος θα καταβάλλονται στις 30/06 και 31/
  5. (δ) Ο σκοπός του δανείου θα είναι κάτω από το νέο κυβερνητικό ομόλογο για κάλυψη μακροχρόνιων κεφαλαιουχικών αναγκών της Εναγόμενης 1 εταιρείας. (ε) Αναφορικά με τις εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου ζητήθηκαν από την Ενάγουσα οι κάτωθι εξασφαλίσεις:
(1)Δέσμευση κατάθεσης προειδοποίησης 6 μηνών για το ποσό των €1.240.000,00.-
(2)Προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 για το ποσό των €1.240.000,00.- πλέον τόκους.
(3)Εταιρικές εγγυήσεις των Εναγομένων 6 και 7 για το ποσό των €1.240.000,00.- πλέον τόκους.
(4)Β' Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης της Εναγόμενης 1 εταιρείας για το ποσό των €100.000,00.-. (στ) Περαιτέρω εγκρίθηκε όπως το επίδικο δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων, το οποίο θα αποτελείται από το επιτόκιο 6 μηνών Euribor το οποίο θα ισχύει κάθε φορά προσαυξημένο κατά 3,50 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο. (ζ) Περαιτέρω, η Ενάγουσα έθεσε ως όρους και προϋποθέσεις χορήγησης του επίδικου δανείου ότι:
(1)Το νέο δάνειο δίδεται για κάλυψη μακροχρόνιων κεφαλαιουχικών αναγκών της Εναγομένης 1 εταιρείας. Οι καθυστερήσεις/υπερβάσεις που φαίνονται στην Επιστολή αποδοχής θα καλυφθούν από το προϊόν του νέου δανείου.
(2)Το επιτόκιο που θα πιστώνεται η δεσμευμένη κατάθεση είναι 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 1,50 εκατοστιαίες μονάδες τον χρόνο. Η δεσμευμένη κατάθεση δύναται να μειώνεται σταδιακά για μόνιμη μείωση των διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας. 34.
  1. Η Ενάγουσα Τράπεζα προέβη σε πλήρη εκταμίευση του προϊόντος του επίδικου δανείου με αρ. 430-400-004849-1 την 1/03/2010 για όλο το ποσό ύψους €1.240.000,00.- και το οποίο κατατέθηκε στον Καταθετικό Λογαριασμό Προειδοποίησης - Notice Account - με αρ. λογαριασμού 430-105-023415-2 ο οποίος ανοίχθηκε επ' ονόματι της Εναγομένης 1 εταιρείας και όλο το ποσό παρέμεινε δεσμευμένο ως η έγκριση και/ή η Επιστολή Προσφοράς ημερομηνίας 09/02/
  2. Η Ενάγουσα Τράπεζα κατά την ίδια ημερομηνία εκταμίευσης του ποσού και κατάθεσης του στον καταθετικό λογαριασμό προειδοποίησης, χρέωσε τον καταθετικό λογαριασμό το ποσό των €2.394,57 και €11,97 ως έξοδα χαρτοσήμανσης και το ποσό των €6.000,00.- ως έξοδα συνομολόγησης του δανείου. 34.
  3. Περαιτέρω, ο εν λόγω καταθετικός λογαριασμός με αρ. 430-105-023415-2 πιστώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο επί των ημερήσιων πιστωτικών υπολοίπων, και το οποίο αποτελείτο από το επιτόκιο 6 μηνών Euribor το οποίο ίσχυε κάθε φορά προσαυξημένο κατά 1,50 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο. 34.
  4. Ο καταθετικός λογαριασμός αρ. 430-105-023415-2 και το προϊόν του επίδικου δανείου και/ή το ποσό των €1.240.000,00.- παρέμεινε δεσμευμένο και ουδέποτε εκταμιεύθηκε πραγματικά και αποδόθηκε στην εγχώρια αγορά και στην πραγματική οικονομία σύμφωνα και με βάση τους σκοπούς του Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/
  5. Αντίθετα, το ποσό του επίδικου δανείου παρέμεινε δεσμευμένο και χρησιμοποιείτο για πληρωμή των τόκων και/ή των καθυστερήσεων και/ή υπερβάσεων των χρεωστικών λογαριασμών της Εναγόμενης 1 εταιρείας οι οποίοι μεταξύ άλλων αφορούσαν τους κάτωθι χρεωστικούς λογαριασμούς: (α) 430-430-000733-3 (β) 430-430-000734-1 (γ) 430-400-003651-1 (δ) 430-430-001412-0 (ε) 430-430-000193-5 (στ) 430-400-004068-4 (ζ) 430-101-000854-5 34.
  6. Ως εκ των ανωτέρω, κατά παράβαση και καταστρατήγηση των ρητών διατάξεων του Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/2009 ρητώς και/ή εξυπακουόμενα και/ή κατά παράβαση και καταστρατήγηση της δημόσιας οικονομικής πολιτικής του Κράτους η Ενάγουσα Τράπεζα παραχώρησε το επίδικο δάνειο στην Εναγόμενη 1 εταιρεία με σκοπό να διατηρήσει το ποσό δεσμευμένο στην Τράπεζα και περαιτέρω να χρησιμοποιηθεί για εξόφληση και/ή πληρωμή των τόκων και/ή καθυστερήσεων και/ή υπερβάσεων των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, στερώντας από την πραγματική οικονομία και/ή την εγχώρια αγορά την εν λόγω χρηματοδότηση που ήταν ο σκοπός και η δημόσια πολιτική του Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/
  7. Με βάση τα πιο πάνω η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 και το επίδικο δάνειο εκ ποσού €1.240.000,00.- καθώς και οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις που σχετίζονται με αυτά είναι συμφωνίες παράνομες και/ή άκυρες και ανεφάρμοστες κατά παράβαση του Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/
  8. Πέραν και ανεξάρτητα των ως άνω ισχυρισμών των Εναγομένων αναφορικά με την παρανομία και ακυρότητα του επίδικου δανείου εκ ποσού των €1.240.000,00.- και της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 08/03/2010 καθώς και οποιωνδήποτε σχετιζόμενων με αυτήν εξασφαλίσεων, περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 καθώς και οποιεσδήποτε σχετιζόμενες με αυτήν εξασφαλίσεις καταρτίστηκαν ως αποτέλεσμα Απάτης και/ή Δόλου των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων και συνεπώς τόσο η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 08/03/2010 καθώς και οποιεσδήποτε σχετιζόμενες με αυτήν εξασφαλίσεις είναι παράνομες και άκυρες για τους ακόλουθους λόγους: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΑΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΔΟΛΟΥ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ 35.
  9. Οι Ενάγοντες γνωρίζοντας για την Νομοθεσία περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων η οποία εκδόθηκε με σκοπό την άντληση ρευστότητας προς την εγχώρια πραγματική αγορά και οικονομία δια της χρηματοδότησης των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με ευνοϊκούς όρους εν τούτοις εν αγνοία των Εναγομένων και/ή της Εναγόμενης 1 εταιρείας χρησιμοποίησαν δόλια την Εναγόμενη 1 εταιρεία ως όχημα για να αντλήσουν παράνομα ποσά και/ή να τα οικειοποιηθούν προς όφελος των Εναγόντων κατά παράβαση και καταστρατήγηση του Νόμου 118(Ι)/
  10. 35.
  11. Οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι οι Εναγόμενοι και/ή η Εναγόμενη 1 εταιρεία βρίσκονταν υπό καθεστώς πλήρους άγνοιας αναφορικά με το Νόμο 118(Ι)/2009 και τις διατάξεις του καθώς και τους όρους και/ή προϋποθέσεις της Νομοθεσίας καθώς και της δημόσιας οικονομικής πολιτικής, σε αντίθεση με τους Ενάγοντες οι οποίοι ήσαν πολύ καλοί γνώστες της Νομοθεσίας και/ή της Δημόσιας Οικονομικής Πολιτικής του Σχεδίου Έκδοσης των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων. 35.
  12. Οι Ενάγοντες εκμεταλλευόμενοι την δεσπόζουσα θέση τους έναντι της Εναγόμενης 1 εταιρείας και ειδικότερα την γνώση τους για το Νόμο 188(Ι)/2009 και το Σχέδιο της Κυβέρνησης για την Έκδοση Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων, προσέγγισαν την Εναγόμενη 1 και την χρησιμοποίησαν δόλια και/ή με κακή πίστη για αλλότριους σκοπούς και/ή προς όφελος των Εναγόντων κατά παράβαση του Νόμου 118(Ι)/2009 και με σκοπό να αποκομίσουν αθέμιτα και/ή παράνομα οφέλη πάντοτε εν αγνοία των Εναγομένων. 35.
  13. Οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν είχε ανάγκη από ρευστότητα και/ή ούτε είχε ανάγκη από δανειοδότηση με σκοπό να χρησιμοποιήσει τα χρήματα στην πραγματική οικονομία και εν τούτοις οι Ενάγοντες στο πλαίσιο του παράνομου και/ή δολίου σχεδίου τους χρησιμοποίησαν την Εναγόμενη 1 εταιρεία ως όχημα αφενός για να αντλήσουν χρήματα μέσω του Σχεδίου και αφετέρου για να τα οικειοποιηθούν οι ίδιοι κατά παράβαση του Νόμου και του σκοπού του Νόμου 118(Ι)/2009 και/ή κατά παράβαση της δημόσιας οικονομικής πολιτικής του Κράτους. 35.
  14. Οι Ενάγοντες εν γνώσει τους ότι η άντληση ρευστότητας μέσω του Κυβερνητικού Σχεδίου έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων είχε σκοπό την παροχή ρευστότητας ειδικά και μόνον στην πραγματική οικονομία και στην εγχώρια αγορά εξαπάτησαν την Εναγόμενη 1 εταιρεία χρησιμοποιώντας την ως όχημα για τους δικούς τους παράνομους και/ή αθέμιτους και/ή αλλότριους σκοπούς και οφέλη κατά παράβαση των διατάξεων του Νόμου 118(Ι)/2009 και/ή της δημόσιας οικονομικής πολιτικής του Κράτους για τους ακόλουθους λόγους: 35.5.
  15. Δια του δόλιου Σχεδίου που εφάρμοσαν οι Ενάγοντες παραπλανητικά και/ή παράνομα και/ή δόλια ασκώντας δημιουργική λογιστική (creative accounting) ενίσχυσαν τους δείκτες καταθέσεων τους εφόσον τα χρήματα που λήφθηκαν βάσει του Νόμου 118(Ι)/2009 κατατέθηκαν σε καταθετικό λογαριασμό προειδοποίησης με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται στους λογαριασμούς της Ενάγουσας ότι διατηρούσαν περισσότερες καταθέσεις. 35.5.
  16. Δια του δόλιου Σχεδίου που εφάρμοσαν οι Ενάγοντες παραπλανητικά και/ή παράνομα και/ή δόλια χρέωσαν και εισέπραξαν περισσότερα έξοδα και/ή τόκους, τους οποίους δεν εδικαιούνταν δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/
  17. 35.5.
  18. Δια του δόλιου Σχεδίου που εφάρμοσαν οι Ενάγοντες παραπλανητικά και/ή παράνομα και/ή δόλια χρέωσαν και εισέπραξαν τόκους και άλλες χρεώσεις κατά παράβαση του Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/
  19. 35.5.
  20. Δια του δολίου Σχεδίου που εφάρμοσαν οι Ενάγοντες παραπλανητικά και/ή παράνομα και/ή δόλια εν γνώσει τους και/ή εσκεμμένα και ταυτόχρονα αποσιωπώντας προς τους Εναγομένους τις προϋποθέσεις και τις διατάξεις της Νομοθεσίας 118(Ι)/2009 και της Κ.Δ.Π. 366/2009 χρησιμοποίησαν την Έκδοση Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων για μείωση των μη εξυπηρετουμένων δανείων και παρακράτησαν χρήματα που χορηγήθηκαν δυνάμει της ως άνω αναφερόμενης νομοθεσίας εντός του τραπεζικού συστήματος καταστρατηγώντας τον σκοπό του Νόμου που ήταν η χορήγηση ρευστότητας στην πραγματική εγχώρια οικονομία. 35.
  21. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το επίδικο δάνειο εκ ποσού €1.240.000,00.- το οποίο παραχωρήθηκε στο πλαίσιο έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων καθώς και η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 και σχετιζόμενες με αυτήν εξασφαλίσεις που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι είναι παράνομες και/ή άκυρες και ανεφάρμοστες ως διότι καταρτίστηκαν και/ή λήφθηκαν ως αποτέλεσμα Απάτης και/ή Δόλου των Εναγόντων και αποτελούν προϊόν ενός παράνομου και/ή δολίου σχεδίου που εφάρμοσαν και/ή εκτέλεσαν οι Ενάγοντες. 35.
  22. Είναι η θέση των Εναγομένων και οι οποίοι επιφυλάσσονται να δώσουν περαιτέρω λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο ότι το ως άνω περιγραφόμενο δόλιο σχέδιο των Εναγόντων αποτελούσε δόλιο σχέδιο και/ή επινόημα που εφαρμόστηκε σε μεγάλη κλίμακα από τους Ενάγοντες όχι μόνον έναντι των Εναγομένων και ειδικότερα της Εναγομένης 1 εταιρείας αλλά και με άλλους μεγάλους πελάτες των Εναγόντων που αποτελούσαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις όπου με ακριβώς τον ίδιο τρόπο και στο πλαίσιο ακριβώς της ίδιας παράνομης τακτικής και/ή πρακτικής καταστρατηγώντας τις διατάξεις του Νόμου 118(Ι)/2009 αντλήθηκε ρευστότητα πολύ μεγάλων ποσών στην βάση έκδοσης των Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων η οποία ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς του Νόμου και της δημόσιας οικονομικής πολιτικής του Κράτους αλλά κατακρατήθηκαν παράνομα από τους Ενάγοντες με σκοπό την μείωση και/ή πληρωμή και/ή εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων των πελατών τους και ουδέποτε τέτοια χρήματα δόθηκαν στην πραγματική οικονομία και εγχώρια αγορά. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να προσκομίσουν κατά την δικάσιμο μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων όπου οι Ενάγοντες εφάρμοσαν ακριβώς την ίδια παράνομη πρακτική και/ή τακτική σε μεγάλη κλίμακα και με άλλους μεγάλους πελάτες των Εναγόντων οι οποίοι ήσαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
  23. Πέραν και ανεξάρτητα των όσων ανωτέρω αναφέρονται σε σχέση με την εγκυρότητα και/ή νομιμότητα των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και των επίδικων εξασφαλίσεων και/ή της νομιμότητας των αξιούμενων υπό των Εναγόντων χρεωστικών υπολοίπων, τα οποία οι Εναγόμενοι αμφισβητούν, αρνούνται και/ή απορρίπτουν για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην Υπεράσπιση τους ανωτέρω, περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα: 36.
  24. Οι Ενάγοντες στην παρούσα κατά ή περί τις 18/03/2022 απέστειλαν προς όλους τους Εναγομένους δια συστημένου ταχυδρομείου, ειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), δια της οποίας κοινοποιείται η πρόθεση των Εναγόντων όπως προβούν σε πώληση των επίδικων στην παρούσα Αγωγή λογαριασμών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρίτο πρόσωπο. 36.
  25. Περαιτέρω, δια των επίδικων Ειδοποιήσεων ημερομηνίας 18/03/2022, πέραν της κοινοποίησης της πρόθεσης των Εναγόντων για πώληση των επίδικων στην παρούσα Αγωγή πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρίτο πρόσωπο, περαιτέρω δίδεται το δικαίωμα στους Εναγομένους και/ή οι Εναγόμενοι καλούνται ως εκ της ιδιότητας τους ως πρωτοφειλέτες ή και εγγυητές των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων να προβούν σε πρόταση και/ή προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων εντός 45 ημερών από την ημερομηνία αποστολής των Ειδοποιήσεων ημερομηνίας 18/03/
  26. 36.
  27. Οι Εναγόμενοι στην βάση της πρόσκλησης για υποβολή προσφοράς με βάση τα όσα αναφέρονται στις επίδικες Ειδοποιήσεις ημερομηνίας 18/03/2022 και/ή δυνάμει του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) καθώς και ειδικότερα στην βάση του Εξ' Επιεικείας Δικαιώματος των Εναγομένων προς εξόφληση και άρση οποιασδήποτε επιβάρυνσης επί της περιουσίας τους «Equity Of Redemption» και ασκώντας τέτοιο αναφαίρετο δικαίωμα απέστειλαν στις 24/05/2022 Επιστολή και/ή Πρόταση Εξαγοράς ή Εξόφλησης των επίδικων μεταξύ άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες. 36.
  28. Οι Ενάγοντες ουδέποτε ανταποκρίθηκαν και/ή απέρριψαν και/ή απάντησαν και/ή αποδέκτηκαν την προσφορά των Εναγομένων, εν τούτοις δε έχουν προχωρήσει σε πώληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων για ποσό χαμηλότερο από το προσφερθέν από τους Εναγομένους. 36.
  29. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε πώληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων σε τιμή χαμηλότερη από την προσφερθείσα από τους Εναγομένους με αποτέλεσμα ξεκάθαρα να έχει καταστρατηγηθεί παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή χωρίς εύλογη αιτία, αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά το αναφαίρετο εξ' Επιεικείας Δικαίωμα των Εναγομένων προς εξόφληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και απαλλαγή από κάθε επιβάρυνση της περιουσίας τους υπό τις συνθήκες και υπό τις περιστάσεις που ανωτέρω αναφέρονται. 36.
  30. Ως εκ της καταστρατήγησης των εξ' Επιεικείας Δικαιωμάτων των Εναγομένων υπό τις συνθήκες και/ή περιστάσεις που ανωτέρω αναφέρονται, οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι Ενάγοντες και/ή οποιοσδήποτε τρίτος υποκαταστήσει στα δικαιώματα τους Ενάγοντες στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής κωλύεται (estopped) να διεκδικεί και/ή να αξιώνει οποιοδήποτε περαιτέρω και επιπλέον ποσό από το προσφερθέν υπό των Εναγομένων σύμφωνα με την Επιστολή Προσφοράς ημερομηνίας 24/05/2022 για Εξαγορά και/ή Εξόφληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων.» Β. Δια της αναρίθμησης της υφιστάμενης παραγράφου 34 σε νέα παράγραφο
  31. Γ. Δια της προσθήκης Ανταπαίτησης μετά το πέρας της υφιστάμενης Υπεράσπισης ως νέες παράγραφοι Α.1, Α.2, Α.3, Β. ως ακολούθως: « ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Α. Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς τους ως εκτίθενται ανωτέρω στην Υπεράσπιση τους και δια της παρούσας Ανταπαίτησης τους αξιούν τις ακόλουθες θεραπείες εναντίον των Εναγόντων ως κατωτέρω: Α.
  32. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 είναι άκυρη και/ή παράνομη και ανεφάρμοστη ως αποτέλεσμα παρανομίας και καταστρατήγησης του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 366/2009 του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Διατάγματος του Υπουργού Οικονομικών και/ή ως παραβιάζουσα την δημόσια οικονομική πολιτική του Κράτους, και/ή Α.
  33. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες εγγυήσεις ημερομηνίας 01/03/2010 των Εναγομένων 2, 3, 4, 5, 6 και 7 είναι παράνομες και/ή άκυρες και ανεφάρμοστες ως αποτέλεσμα της παρανομίας και ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 και/ή διότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 366/2009 του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Διατάγματος του Υπουργού Οικονομικών και/ή ως παραβιάζουσα την δημόσια οικονομική πολιτική του Κράτους, και/ή Α.
  34. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 01/03/2010 είναι παράνομο και άκυρο και/ή ανεφάρμοστο ως αποτέλεσμα της παρανομίας και ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 08/03/2010 και/ή διότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Νόμου 118(Ι)/2009 και της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 366/2009 του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Διατάγματος του Υπουργού Οικονομικών και/ή ως παραβιάζουσα την δημόσια οικονομική πολιτική του Κράτους, και/ή A.
  35. Αποζημιώσεις για τα ποσά που παράνομα εισπράχθηκαν και χρεώθηκαν στον λογαριασμό με αρ. 430-400-004849-1 ως αποτέλεσμα πωλήσεων ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων καθότι το εν λόγω επίδικο δάνειο αποτελεί προιόν παρανομίας, και/ή Β. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι: Β.
  36. Οι Ενάγοντες στην παρούσα κατά ή περί τις 18/03/2022 απέστειλαν προς όλους τους Εναγομένους δια συστημένου ταχυδρομείου, ειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), δια της οποίας κοινοποιείται η πρόθεση των Εναγόντων όπως προβούν σε πώληση των επίδικων στην παρούσα Αγωγή λογαριασμών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρίτο πρόσωπο. Β.
  37. Περαιτέρω, δια των επίδικων Ειδοποιήσεων ημερομηνίας 18/03/2022, πέραν της κοινοποίησης της πρόθεσης των Εναγόντων για πώληση των επίδικων στην παρούσα Αγωγή πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρίτο πρόσωπο, περαιτέρω δίδεται το δικαίωμα στους Εναγομένους και/ή οι Εναγόμενοι καλούνται ως εκ της ιδιότητας τους ως πρωτοφειλέτες ή και εγγυητές των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων να προβούν σε πρόταση και/ή προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων εντός 45 ημερών από την ημερομηνία αποστολής των Ειδοποιήσεων ημερομηνίας 18/03/
  38. Β.
  39. Οι Εναγόμενοι στην βάση της πρόσκλησης για υποβολή προσφοράς με βάση τα όσα αναφέρονται στις επίδικες Ειδοποιήσεις ημερομηνίας 18/03/2022 και/ή δυνάμει του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) καθώς και ειδικότερα στην βάση του Εξ' Επιεικείας Δικαιώματος των Εναγομένων προς εξόφληση και άρση οποιασδήποτε επιβάρυνσης επί της περιουσίας τους «Equity Of Redemption» και ασκώντας τέτοιο αναφαίρετο δικαίωμα απέστειλαν στις 24/05./2022 Επιστολή και/ή Πρόταση Εξαγοράς ή Εξόφλησης των επίδικων μεταξύ άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες. Β.
  40. Οι Ενάγοντες ουδέποτε ανταποκρίθηκαν και/ή απέρριψαν και/ή απάντησαν και/ή αποδέκτηκαν την προσφορά των Εναγομένων, εν τούτοις δε έχουν προχωρήσει σε πώληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων για ποσό χαμηλότερο από το προσφερθέν από τους Εναγομένους. Β.
  41. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε πώληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων σε τιμή χαμηλότερη από την προσφερθείσα από τους Εναγομένους με αποτέλεσμα ξεκάθαρα να έχει καταστρατηγηθεί παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή χωρίς εύλογη αιτία, αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά το αναφαίρετο εξ' Επιεικείας Δικαίωμα των Εναγομένων προς εξόφληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τις συνθήκες και υπό τις περιστάσεις που ανωτέρω αναφέρονται. Β.
  42. Στην βάση των ως άνω αναφερόμενων, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν εναντίον των Εναγόντων ως ακολούθως: Β.Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πώληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο σε τιμή χαμηλότερη από την προσφερθείσα των Εναγομένων στις 24/05/2022 είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη καθότι παραβιάζει και/ή καταστρατηγεί το Εξ' Επιεικείας Δικαίωμα των Εναγομένων για εξόφληση και/ή εξαγορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, και/ή Β.Β. Αποζημιώσεις υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων για το ποσό μεταξύ της διαφοράς της προσφερθείσας τιμής υπό των Εναγομένων δια της Επιστολής ημερομηνίας 24/05/2022 και του ποσού που αξιώνει και/ή εισέπραξε οποιοσδήποτε τρίτος αγοραστής ο οποίος αγόρασε τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Γ. Οποιαδήποτε ετέρα θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια και ορθή το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση στηρίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.23 Θ. 1 - 3, Δ.25 Θ.1 - 9, Δ.25 Θ.1
(3)και Δ.25 Θ. 5, Δ.48 Θ.1-9, Δ.39 και Δ.64 καθώς και στις αρχές της Επιείκειας, τη σχετική νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται αφενός μεν σε ένορκο δήλωση του κ. Χάρη Ποταμάρη που είναι ο εναγόμενος 2 και ένας από τους διοικητικούς συμβούλους των εναγόμενων εταιρειών 1, 6 και 7 από τις οποίες ισχυρίζεται ότι έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως για να προβεί στην ένορκο δήλωσή του όπως παρόμοια εξουσιοδοτήθηκε και από τους εναγόμενους 3, 4 και 6 («η Ε/Δ Ποταμάρη») ο οποίος διατείνεται ως εκ της ιδιότητας του προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και αφετέρου του κ. Γεώργιου Γεωργίου συμβίου/συντρόφου της εναγόμενης 5 και δεόντως εξουσιοδοτημένος, όπως αυτός διατείνεται, από όλους τους εναγόμενους για να προβεί σε ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επί οικονομικών και τραπεζικών ζητημάτων («η Ε/Δ Γεωργίου»). Οι προτιθέμενες προσθήκες στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, όπως τις κατέγραψα ήδη πιο πάνω, οι Ε/Δ Ποταμάρη και Γεωργίου καταλαμβάνουν επιπρόσθετα έκταση 43 σελίδων και συνοδεύονται από πληθώρα εγγράφων ως τεκμηρίων. Αυτές σε πλείστα σημεία τους αλληλοκαλύπτονται και συμπεριλαμβάνουν και ισχυρισμούς και γεγονότα που προτείνονται ως τροποποιήσεις στο αρχικό δικόγραφο τους όπως και το δείγμα αυτής Τεκμ. 6 στην Ε/Δ Ποταμάρη και μεταξύ άλλων αυτούσια αποσπάσματα νομοθεσιών και εγκυκλίων με τη δική τους ερμηνεία όπως είναι η νομική συμβουλή που επικαλούνται. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: «
  1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  2. Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη.
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  4. Η αίτηση στρέφεται εναντίον λανθασμένου διαδίκου.
  5. Η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αστήρικτη.
  6. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και αποσκοπεί στην περαιτέρω περιπλοκή της αγωγής.
  7. Η αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό την αναβολή της ακρόασης και/ή την καθυστέρηση της προώθησης της υπόθεσης.
  8. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  9. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
  10. Η αιτιολόγηση η οποία τίθεται για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν είναι επαρκής.
  11. Οποιαδήποτε ανάγκη για τροποποίηση εμφανίστηκε προ πολλών χρόνων και δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  12. Ο στόχος της αίτησης είναι να περιπλέξει και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής.
  13. Η αίτηση πλήττει τα δικαιώματα των εναγόντων με τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για καταβολή εξόδων.
  14. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποδεικνύει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έγκριση της.
  15. Ο ενόρκων δηλών δεν ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο κατά την τέλεση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση.
  16. Η διαδικασία που ακολουθείται με την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  17. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή περιλαμβάνει διαζεύξεις.
  18. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις μπορούσαν να επιδιωχθούν σε πολύ προγενέστερο στάδιο.
  19. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα έπρεπε να ήταν γνωστές και/ή ήταν γνωστές και έπρεπε να είχαν επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο.
  20. Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και/ή λανθασμένη.
  21. Με την αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει η γραμμή υπεράσπισης». Η ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11, Δ.12 Θ.1, 2, 3, 4, Δ.19, Δ.20 Θ.2, Δ.21, Δ.23 Θ.2, Δ.25 Θ.1-6, Δ.27, Δ.39 Θ.1-21, Δ.48 Θ. 1 - 13, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 Θ.1-2, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022, στο περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, Κεφ. 6, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στις Αρχές της Νομολογίας, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τίθεται σε ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου, υπάλληλος της SKY CAC LTD, o οποίος πέραν της ιδιότητας του, της εξουσιοδότησης του να ορκιστεί και τη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, εξηγεί ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που αφορούν την αγωγή αυτή έχουν μεταβιβαστεί από την εταιρεία ALPHA BANK CYPRUS LTD στην ως άνω εταιρεία κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(I)/2015) και/ή δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 07.12.2022 από το Ε.Δ. Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198,199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 09.12.2022. Σύμφωνα με αυτά, οι δικηγόροι των εναγόντων προχώρησαν στην καταχώριση ειδοποίησης υποκατάστασης σύμφωνα με τον Νόμο στις 03.03.2023 και αντίγραφο αυτής τοποθετήθηκε στη δικαστική θυρίδα των δικηγόρων των εναγόμενων την ίδια ημέρα (στη συνέχεια «η Ε/Δ Χριστοφόρου»). Μελέτησα και έθεσα ενώπιον μου όσα οι δύο πλευρές προβάλλουν προς υποστήριξη των θέσεων τους, τόσο με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση όσο και αυτή της ένστασης αλλά και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγήθηκαν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι οποίες κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές για την κατανόηση των εκατέρωθεν θέσεων κατά τη μελέτη και την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για όσα συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή που διέπει το κάθε επιμέρους ζήτημα. Και τούτο χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου, περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση επίδικα ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση ως έχει ή διαφοροποιημένη κατά τρόπο που να συνάδει με τις νομολογιακές αρχές. Λίγα για το ιστορικό της υπόθεσης πιστεύω πως είναι διαφωτιστικά. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 09.02.2016 και η υπεράσπιση στις 05.09.
  1. Απασχόλησαν το Δικαστήριο διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων διαφόρων μορφών όπου και δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία των εναγόμενων. Εκδόθηκε Κλήση για Οδηγίες σύμφωνα με τη Δ.30 και οι διάδικοι ακολούθως συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο και έτσι ακολούθησε στις 07.02.2017 ο ορισμός της υπόθεσης για πρώτη φορά για ακρόαση για τις 13.09.
  2. Λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία ακρόασης ήτοι την 07.09.2017 υπήρξε αλλαγή των δικηγόρων των εναγομένων και έτσι ζητήθηκε αναβολή. Έκτοτε ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες. Είναι αναμφισβήτητο ότι η υπό κρίση αίτηση θα εξεταστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.25 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης». Εξετάζοντας τώρα τις τροποποιήσεις που επιδιώκουν οι εναγόμενοι στο δικόγφραφο τους (καταγράφηκαν στην αρχή της απόφασης), ούτε ως καλόπιστο λάθος μπορεί να θεωρηθούν ότι συνιστούν αλλά και ούτε πρόκειται για νέα δεδομένα τα οποία να μην ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών και να προέκυψαν αργότερα. Θα εξηγήσω στη συνέχεια γιατί αποφαίνομαι ως άνω. Στην απόφαση Arizona Trading Ltd ν. Μοντεξύλ Λτδ Αρ. Αγωγής 15/17, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 31.05.2018 την οποία εξέδωσε ο κ. Μ.Χριστοδούλου, Ε. Δ. (όπως ήταν τότε) το σκεπτικό της οποίας αν και μη δεσμευτικό εντούτοις με βρίσκει σύμφωνο και υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας ως καθοδηγητικό. Το Δικαστήριο εκεί επιλαμβανόμενο αίτησης τροποποίησης βάσει της νέας διαταγής 25 ανέλυσε τα στάδια στα οποία επιτρέπεται η τροποποίηση αλλά και τις προϋποθέσεις και ακολούθως απέρριψε την αίτηση σχολιάζοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα (παραθέτω εκτεταμένο απόσπασμα): «Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της Δ,25 θ 3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς της νέας Διαταγής 25 Θ 3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25. Απομένει, λοιπόν, να εξεταστεί το κατά πόσο στην παρούσα η μη συμπερίληψη των ισχυρισμών που προτίθενται οι εναγόμενοι να προσθέσουν εμπίπτει στην έννοια του καλόπιστου λάθους. Όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω με την τροποποιημένη Δ.25 Θ 3 η τροποποίηση δικογράφου είναι πλέον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Συνακόλουθα δεν μπορεί πλέον να επιτραπεί τροποποίηση με τη διαπίστωση έλλειψης κακοπιστίας, ως εισηγούνται οι Αιτητές. Πλέον, για να είναι εφικτή η τροποποίηση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η σκοπούμενη τροποποίηση στοχεύει στη διόρθωση «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Δηλαδή το υπό διόρθωση λάθος θα πρέπει να είναι καλόπιστο και να οφείλεται σε παραδρομή στη σύνταξη της δικογραφίας. Δηλαδή η έννοια του λάθους, που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τροποποίησης, προσδιορίζεται από το λεκτικό της δικονομικής διάταξης, ως οφειλόμενο σε παραδρομή και σχετιζόμενο με τη σύνταξη της δικογραφίας. Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, στις αποφάσεις Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C.531,543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2C.L.R.429 και Γεωργίου v. Total Properties Ltd
(2011)1B
  1. Στην υπό κρίση Διάταξη το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές και συνδέει το καλόπιστο του λάθους σε λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Αν ο νομοθέτης ήθελε η Δ.25 θ 3 να επιτρέπει την οποιαδήποτε τροποποίηση και διόρθωση οποιουδήποτε λάθους σε οποιαδήποτε έκταση, δεν θα περιόριζε το λεκτικό του Νόμου σε λάθος που προκύπτει στη σύνταξη της δικογραφίας. Ασφαλώς, λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας δεν μπορεί να θεωρηθεί η παράλειψη έγερσης της αγωγής εναντίον προσώπων που ευθύνονται, κατ' ισχυρισμόν, ως εγγυητές και η παράλειψη καταγραφής γεγονότων, που θεμελιώνουν την ευθύνη των προτιθέμενων Εναγομένων ως εγγυητών. Λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αναμένεται να συνδέεται με λεκτικά ή τυπογραφικά ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι στην παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση αγωγής. Περαιτέρω, κρίνω ότι η παράλειψη του διαδίκου να προμηθεύσει τον δικηγόρο του με όλα τα αναγκαία έγγραφα, τα οποία συγκροτούν τη βάση της απαίτησής του, δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Σχετικά είναι επίσης όσα λέχθηκαν στην υπόθεση AstroBank Limited πρώην (Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ) ν. Χρυσοστόμου, Αρ. Αγωγής 1688/2016, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 08.02.2018 υπό του κ. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την πιο πάνω παράθεση του λεκτικού της νέας Δ.25 θ.3, δεν χωρεί πλέον οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση σε οποιοιδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και μετά την έναρξη της δίκης, και/ή για οποιονδήποτε λόγο. Στην ουσία έχει εισαχθεί μια νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία το Δικαστήριο στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, για να επιτρέψει την τροποποίηση πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στη Δ.25 θ.
  2. Τονίζω ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί κατά το έτος 2016 και ως εκ τούτου οι πρόνοιες της νέας τροποποιημένης διαταγής, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην περίπτωσή αυτή. Από την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, φαίνεται ότι η αγωγή έχει ήδη οριστεί στις 28.3.17 για ακρόαση, αφού είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες της έκδοσης οδηγιών και η συμμόρφωση με αυτές, ήτοι οι αποκαλύψεις εγγράφων, οι καταχωρήσεις ονομαστικών καταλόγων μαρτύρων αλλά και συνόψεις της μαρτυρίας. Ενόψει της καταχώρησης της αίτησης για τροποποίηση μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στο θεσμό 3 της νέας Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών, ήτοι: (α)Το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ή (β)Να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Η προϋπόθεση αυτή είναι πολύ συγκεκριμένη και αφορά σε νέα στοιχεία και νέα δεδομένα που δεν ήταν σε γνώση του αιτητή κατά την προετοιμασία της δικογραφίας του. Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής δεν προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί νέων δεδομένων, ως εκ τούτου αυτό που πρέπει να εξετασθεί κατά κύριο λόγο είναι κατά πόσο η μη καταχώρηση της ανταπαίτησης σε προγενέστερο στάδιο αποτελεί καλόπιστο λάθος. Το μόνο που αναφέρει ο Αιτητής σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο προωθείται το αίτημα του σύμφωνα με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της κας Νεκταρίας Συμεού ημερ. 7.11.17, είναι ότι "κατά τη σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας και/ή εκ λάθους δεν συμπεριλήφθηκε στην υπεράσπιση η ανταπαίτηση του Εναγομένου". Δεν μπορεί η παράλειψη προσθήκης ανταπαίτησης από τον Αιτητή να θεωρηθεί στην παρούσα περίπτωση καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Καλόπιστο λάθος θα μπορούσε να διαπιστωθεί εάν με την τροποποίηση επιδιωκόταν η διόρθωση μιας μικρής παράλειψης ή ασάφειας. . . . Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και είναι κακόπιστη, αποτελεί δε προϊόν εκ των υστέρων σκέψης. Η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι όντως ανεπαρκής, γενική και αόριστη και γίνεται από μια ασκούμενη δικηγόρο που δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά και να αποσαφηνίσει τα γεγονότα που συνηγορούν στην αποδοχή της αίτησης. Ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Αιτητή της θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας». Στη δε υπόθεση Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λίμιτεδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.ά. Αρ. Αγωγής 911/2016, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 28.07.2017 στη σελ. 10 της απόφασης της η κ. Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναλύει το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου διαχρονικά και ειδικότερα μετά την τροποποίηση που επήλθε στους σχετικούς Θεσμούς τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ανέφερε καταληκτικά τα ακόλουθα: «Είναι η κρίση μου ότι τα πιο πάνω δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ.1
(3). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκτός από την αυστηρή ερμηνεία της Διαταγής όπως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και τον σκοπό της Δ.25 και ιδιαίτερα το θ.1
(3)που αφορά την παρούσα υπόθεση». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής κρίνω ότι η παράλειψη συμπερίληψης των ισχυρισμών που προτίθενται να προσθέσουν οι εναγόμενοι με την παρούσα αίτηση είτε στην Υπεράσπισή τους είτε υπό την μορφή Ανταπαίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις εξαιρέσεις τις Δ.25 στη βάση των οποίων θα ήταν δυνατό να επιτραπεί η τροποποίηση καθότι όπως θα εξηγήσω και πιο κάτω πρόκειται για γεγονότα τα οποία υπήρχαν πριν από την καταχώριση της Υπεράσπισης τους ήτοι από την ημερομηνία υπογραφής των επίδικων συμβάσεων. Εδώ παρεμβάλλω έναν παράγοντα ο οποίος δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψιν. Αφορά την μη αμφισβήτηση της ένστασης. Είναι γεγονός πως οι Αιτητές δεν αμφισβήτησαν είτε με αίτηση για αντεξέταση είτε με αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το περιεχόμενο της ένστασης. Ειδικότερα όσον αφορά την άρνηση των Καθ' ων η αίτηση μεταξύ άλλων των παρ. 16 και 17 της Ε/Δ Ποταμάρη και της παρ. 9 Ε/Δ Γεωργίου οι οποίες όμως συνιστούσαν απλά εισηγήσεις/προτάσεις της πλευράς των Αιτητών για διευθέτηση της υπόθεσης οι οποίες ούτως ή άλλως καμιά επίδραση έχουν όσον αφορά τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης. Σχετική ως προς τα πιο πάνω είναι η απόφαση Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1980, σελ. 1987 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της μαρτυρίας της εφεσείουσας. Θα θυμίσω εδώ ότι με την ένορκη δήλωση του, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μία άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, με την έννοια που εξηγεί ο δικαστής, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 Θ.4». Είναι δε γεγονός ότι στην υπό κρίση αίτηση η μαρτυρία που προσφέρθηκε από τους καθ' ων η αίτηση μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, έμεινε αναντίλεκτη καθότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του ομνύοντα ή η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 816 και Favero General Trading Ltd v. Medousa Constructions Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2476). Στην Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd,
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ΄ ού η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης αρχίζω από τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον λανθασμένου διαδίκου. Οι εναγόμενοι - αιτητές καταχώρισαν την αίτηση τους εναντίον της Alpha Bank Cyprus Ltd αντί εναντίον του ορθού διάδικου - ενάγοντα ο οποίος πλέον είναι η SKY CAC LTD. Οι εναγόμενοι ήταν πλήρως ενήμεροι για την υποκατάσταση των εναγόντων από την SKY CAC LTD καθότι τους δόθηκε μέσω του δικηγόρου τους στις 3.03.2023 σχετική ειδοποίηση η οποία καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Οι Αιτητές εξάλλου αναφέρονται στο γεγονός αυτό στις ίδιες τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση τους (βλ.παρ. 9 Ε/Δ Γεωργίου). Περαιτέρω, οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση δια της ένστασης που καταχώρησαν στις 27.04.2023 ήγειραν ως λόγον ένστασης ως επίσης ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ρητά το εν λόγω ζήτημα. Οι εναγόμενοι - αιτητές δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε δικονομικό μέτρο για να προσθέσουν τον ορθό διάδικο η οποία είναι η SKY CAC LTD. To άρθρο 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (169(I)/2015) προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.» Έχοντας επομένως υπόψιν την πιο πάνω πρόνοια στον νόμο κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν υποκαταστήσει την Alpha Bank Cyprus Ltd και έχουν καταστεί ο αναγκαίος διάδικος στην παρούσα αγωγή νομότυπα. Οι εναγόμενοι όφειλαν να εγείρουν την παρούσα αίτηση εναντίπν των εναγόντων SKY CAC LTD κάτι που δεν έκαναν. Για τούτο κρίνω ότι ο λόγος ένστασης αυτός ευσταθεί και σε βάσει αυτού θα απέρριπτα την αίτηση ούτως ή άλλως καθότι στρέφεται εναντίον λανθασμένου διάδικου ήτοι εναντίον της Alpha Bank Cyprus Ltd. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι ο ενόρκως δηλών δεν ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο κατά την τέλεση της ενόρκου δηλώσεως του από τις εναγόμενες εταιρείες 1,6 και 7 και ως εκ τούτου η ένορκος δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Ο ενόρκως δηλών κ. Ποταμάρης αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση εκ μέρους των εναγόμενων εταιρειών 1, 6 και 7 και εγείρουν την παρούσα αίτηση δυνάμει του κατάλοιπου εξουσιών. Όμως τόσο ο ενόρκως δηλών όσο και οι εναγόμενοι ως διευθυντές των εναγόμενων εταιρειών κανένα κατάλοιπο εξουσιών έχουν καθότι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία των εν λόγω εταιρειών για τα οποία διορίστηκε ο διαχειριστής - παραλήπτης. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart σε απόσπασμα της οποίας και παραπέμπω: «...Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του ...». Περαιτέρω στην υπόθεση Χατζηρούσου υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης της Y. Liasides Dev. Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-1713 αναφέρθηκε ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. Βέβαια εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείες ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητα της». Κρίνω επομένως στη βάση των πιο πάνω ότι ότι ο ενόρκως δηλών σε καμία περίπτωση ήταν εξουσιοδοτημένο άτομο για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης εκ μέρους των εναγόμενων εταιρειών 1, 6 και 7 καθότι σε καμία περίπτωση αναφέρει ότι έχει λάβει εξουσιοδότηση από τον διαχειριστή - παραλήπτη των εναγόμενων εταιρειών ως θα έπρεπε να πράξει. Περαιτέρω, ούτε οι εναγόμενοι 2, 3, 4, και 5 για τους ως άνω λόγους δεν μπορούν να εγείρουν την παρούσα αίτηση εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόμενων εταιρειών χωρίς να λάβουν εξουσιοδότηση από τον διαχειριστή - παραλήπτη. Επομένως και αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί και έτσι σε σχέση με τις εναγόμενες εταιρείες 1, 6 και 7 η αίτηση απορρίπτεται ως παράτυπη και αντικανονική. Περαιτέρω, η αίτηση αναφορικά με τις εναγόμενες εταιρείες 1, 6 και 7 θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη και αστήρικτη αφού η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπη και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Σημαντικός όμως είναι ο λόγος ένστασης που άπτεται της καθυστέρησης με την οποία υποβλήθηκε η αίτηση και τους συναφείς παράγοντες της κακοπιστίας και της κατάχρησης των διαδικαστικών διαδικασιών που επιδεικνύουν οι Αιτητές. Όσα οι Αιτητές επιθυμούν να εισαγάγουν με την τροποποίηση της Υπεράσπισής τους και την προσθήκη Ανταπαίτησης, κρίνω ότι δεν δικαιολογούνται καθότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία ήταν σε γνώση των Αιτητών από την καταχώριση της Υπεράσπισης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι πρόκειται για αίτηση η οποία καταχωρίστηκε και προωθείται αδικαιολόγητα καθυστερημένα και καμία επαρκής δικαιολογία δόθηκε ως προς αυτό το γεγονός. Θα εξηγήσω όμως στη συνέχεια γιατί καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα αφού παραπέμψω σε σχετική νομολογία. Στην προαναφερθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Federal Bank Of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 λέχθηκαν και τα εξής που άπτονται αυτού του παράγοντα: «Θεωρούμε πως, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα συμπερίληψης σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που ήθελε να περιλάβει σε τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, την παράλειψη του να πράξει τούτο, το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υπέβαλε την αίτηση και την απόρριψη του λόγου που πρόβαλε για την καθυστέρηση, κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση για τροποποίηση». Σχετική είναι επίσης η απόφαση στα πλαίσια της αγωγής ναυτοδικείου United Sea Transport Co. Ltd And Another v. Zakou 1 C.L.R. 510 30.0.1980, Admiralty Action No. 27/74 page 515: «I have carefully considered the facts of the case and the arguments of counsel in the light of the above authorities and I came to the conclusion not to exercise my discretion in favour of the applicants, as the application for amendment was filed about sixteen months after a copy of the Bill of Lading was delivered to their counsel.». Στην KALLICE HOLDING Vo. LTD. v. MTR METALS (OVERSEAS) LTD 1 C.L.R. (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 λέχθηκε ότι: «Η τροποποίηση επιζητείται, παρά τις συνέπειες της στην δίκη, χωρίς να έχει παρασχεθεί καμία εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο». Περαιτέρω το στοιχείο της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε από τον Δικαστή Πική στα πλαίσια της υπόθεσης ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΤΡΙΝΤΖΗ ΑΙΓΑΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΚΑΙ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Ως ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ALWAYS TRAVEL HOLIDAYS LIMITED ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ,
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, 16/06/1995, Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 211/89 όπου απορρίπτοντας την αίτηση των εναγόντων ανέφερε: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα θα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας». Καταλήγοντας ότι: «Διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την τροποποίηση». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπόθεσης Παπαχρυσοστόμου ν. 1. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνέταιροι κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 817 το Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση εναντίον της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση τροποποίησης συμφώνησε με τον Πρωτόδικο Δικαστή αναφέροντας τα ακόλουθα: «Τόσο η κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων υπέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων για τροποποίηση του δικογράφου του, όσο και η κατάληξη του ότι η εν λόγω παράλειψη του ουδόλως αιτιολογήθηκε, μας βρίσκει σύμφωνους». Το Ανώτατο Δικαστήριο συνέχισε αναφέροντας τα ακόλουθα: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και το γεγονός της καθυστέρησης εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος.. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του προβάλλει ανάγλυφη μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν το θέμα. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για επτά και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν είναι απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 13/01/2009, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση.. [Ο ενάγοντας] δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του, ειμή μόνο τέσσερις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησης του». Στην απόφαση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά.,
(2014)1 ΑΑΔ 663 το Δικαστήριο σχολίασε τα ακόλουθα: «. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. . . . αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. . . . η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έγκριση αίτησης τροποποίησης πρέπει να ασκείται με φειδώ, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Η υπό κρίση αίτηση αφορά μια πολύ παλαιά υπόθεση η οποία εμπίπτει στο κατάλογο των υποθέσεων που εκδικάζονται κατά προτεραιότητα (backlog). Ως εκ τούτου, η αγωγή βρισκόταν στο στάδιο που θα ξεκινούσε η εκδίκαση της και τα γεγονότα τα οποία οι αιτητές επιθυμούν να εισάγουν είναι γεγονότα τα οποία ήταν εις γνώση τους από την καταχώριση της Υπεράσπισης, όπως ήδη αποφάνθηκα πιο πάνω. Όσα δε οι Αιτητές επιθυμούν να εισαγάγουν τώρα με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι φανερό ότι ήταν γνωστά σ' αυτούς σε πολύ προγενέστερο στάδιο από εκείνο της καταχώρισης της αίτησης τροποποίησης ασχέτως από το δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε καθότι οι ίδιοι ήξεραν τα γεγονότα τα οποία και θα έπρεπε να είχαν περιληφθεί στην υπεράσπιση. Σύμφωνα δε με το Τεκμ. Α που συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων, οι εναγόμενοι και οι δικηγόροι τους είχαν στην κατοχή τους τουλάχιστο από το 2017 όλα τα έγγραφα που αφορούν τους ισχυρισμούς που προτίθενται να προσθέσουν με την παρούσα αίτηση. Οποιοδήποτε δε θέμα επικαλούνται οι Αιτητές για το οποίο επιζητείται τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης θα ήταν δυνατό να τεθεί σε προγενέστερο στάδιο. Η αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση σε πολλές ημερομηνίες και προκαλεί πράγματι ερωτηματικά γιατί οι εναγόμενοι δεν επιδίωξαν ακόμη και τότε την τροποποίηση του δικογράφου τους, καθότι καμία δικαιολογία δεν προβάλλεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση παρά μόνο προβάλλεται η θέση ότι πρόσφατα εντοπίστηκε η ανάγκη για τροποποίηση κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων που είχε ο κ. Γιώργος Γεωργίου με την Alpa Bank Cyprus Ltd. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ανεδαφικός, απαράδεκτος και σε καμία περίπτωση δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση με την οποία καταχωρίστηκε η αίτηση καθότι το εν λόγω έγγραφο βάσει του οποίου ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση βρισκόταν στην κατοχή των εναγόμενων και των δικηγόρων τους από το 2017 και δεν μπορούν να επικαλούνται τυχαία ανακάλυψη τους ως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται. Καταλήγω ως προς αυτόν τον λόγο ένστασης της καθυστέρησης ότι δεν έχει δοθεί επαρκής δικαιολογία για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης τόσο καθυστερημένα ως εξ αντικειμένου φαίνεται και καμιά εξήγηση γιατί η τροποποίηση των συγκεκριμένων σημείων δεν θα μπορούσε να επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Επομένως και γι΄ αυτό το λόγο ένστασης θα απέρριπτα την αίτηση. Με τον τρόπο δε που ενήργησαν οι Αιτητές διακρίνεται εκ μέρους τους επίδειξη κακοπιστίας στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία είναι έκδηλη ένεκα του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφέρουν πως το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζονται οι ισχυρισμοί τους θα επηρεάσει τα επίδικα θέματα. Τούτο δε εξηγείται στη συνέχεια. Ουσιαστικά η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην τροποποίηση και εισαγωγή ισχυρισμών βασιζόμενη στο περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Νόμος του 2009 (118(I)/2009). Με όλο τον σεβασμό προς τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών η εν λόγω τροποποίηση καμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα και κανένα έννομο αποτέλεσμα στην εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης θα έχει καθώς το άρθρο 13 του περί της Έκδοσης Ειδικών Κυβερνητικών Τίτλων Νόμος του 2009 (118(I)/2009) προνοεί ότι σε περίπτωση παράβασης από πιστωτικό ίδρυμα των προϋποθέσεων και όρων που διέπουν την έκδοση των ειδικών κυβερνητικών τίτλων που εκδίδονται βάσει του παρόντος Νόμου και των εκάστοτε εκδιδόμενων διαταγμάτων του Υπουργού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 42 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου ή από το άρθρο 41ΙΗ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, καθώς και η μερική ή ολική ανάκληση της έκδοσης των ειδικών κυβερνητικών τίτλων που διατέθηκαν στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, με διάταγμα του Υπουργού μετά από σύσταση του Διοικητή ή ανάλογα με την περίπτωση, του Εφόρου. Ως εκ τούτου διαφαίνεται ότι η κακοπιστία της παρούσας αίτησης η οποία δεν έχει τίποτα να προσφέρει αναφορικά με τα επίδικα θέματα και για αυτό το λόγο απορρίπτεται. Όλα τα πιο πάνω εκτός από κακόπιστη η υπό κρίση αίτηση καθίσταται και καταχρηστική καθότι από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δεν προκύπτουν λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει την αίτηση. Το γεγονός ότι η σύγχρονη τάση αναφορικά με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων για υποθέσεις που καταχωρίστηκαν πριν το 2015 ήταν φιλελεύθερη, δεν συνεπάγεται ότι ο εκάστοτε αιτητής δεν όφειλε ακόμα και τότε να προσάγει ενώπιον του Δικαστηρίου τουλάχιστον τη στοιχειώδη μαρτυρία η οποία να αναδεικνύει την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Οι Αιτητές επικαλούνται άγνοια του Νόμου εκ μέρους των εναγόμενων και των δικηγόρων τους. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δηλώνει ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν επιδιώχθηκε σε προγενέστερο στάδιο καθότι οι εναγόμενοι και οι δικηγόροι τους είχαν άγνοια της εν λόγω Νομοθεσίας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο καθότι οι εναγόμενοι είχαν αναθέσει την Υπεράσπιση τους σε δικηγόρο ο οποίος τουλάχιστο από το 2017 είχε στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που αφορούν στα επίδικα θέματα συμπεριλαμβανομένου της επιστολής Τεκμ. 3 της αίτησης. Κρίνω ότι από την στιγμή που οι εναγόμενοι εκπροσωπούνταν από δικηγόρο αυτός όφειλε εφόσον είχε όλα τα απαραίτητα έγγραφα στην κατοχή του να μελετήσει την σχετική Νομοθεσία και να την συμπεριλάβει στην Υπεράσπιση των εναγομένων. Υπό τις περιστάσεις η δήλωση άγνοιας νόμου σε καμία περίπτωση μπορεί να δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρηση με την οποία καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω, η δήλωση άγνοιας νόμου από δικηγόρου είναι απαράδεκτη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ειδικότερα από την στιγμή που οι δικηγόροι των εναγόμενων είχαν στην κατοχή τους όλα τα επίδικα έγγραφα τουλάχιστο από το 2017 ήτοι 6 και πλέον χρόνια προηγουμένως. Οι δικηγόροι δε των εναγόμενων μπορούσαν και όφειλαν να ανατρέξουν στο Τεκμ. 3 της αίτησης τουλάχιστο από το 2017 και να συμπεριλάβουν τους εν λόγω ισχυρισμούς σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Επομένως, καταλήγω και ως προς αυτό το ζήτημα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην δήλωση άγνοιας νόμου και να εκδώσει την αιτούμενη θεραπεία. Ως λόγος ένστασης προβάλλεται ακόμα ένας σημαντικός παράγοντας, πρόκειται για την αλλαγή γραμμής της υπεράσπισης και η περιπλοκή που μπορεί να επέλθει στην υπόθεση αν εγκρινόταν η αίτηση. Από την απλή ανάγνωση των όσων επιδιώκεται να τροποποιηθούν καθίσταται ολοφάνερο ότι τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα οδηγήσει σε αλλοίωση της μέχρι σήμερα προβληθείσας Υπεράσπισης αφού θα εισαχθούν καινούργιοι ισχυρισμοί και θέσεις οι οποίοι μεταβάλλουν πλήρως τη βάση της μέχρι σήμερα ισχύουσας Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αλλά και τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο και τα οποία χρήζουν απάντησης τόσο μέσα από το σχετικό δικόγραφο των καθ' ων η αίτηση όσο και μέσα από τη μαρτυρία που θα παρουσίαζαν στο Δικαστήριο. Σχετική είναι η υπόθεση Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)(1 Α) Α.Α.Δ. 156 όπου κρίθηκε ότι τροποποίηση η οποία διαφοροποιεί τη βάση αγωγής ή υπεράσπισης εγκρίνεται με πολύ δισταγμό. Στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση εναντίον της απορριπτικής απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ανέφερε τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε επίσης με την πρωτόδικη απόφαση πως οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως όχι μόνο τη βάση της αγωγής και τις αιτούμενες θεραπείες αλλά εισάγουν μια νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο». Περαιτέρω, στην υπόθεση KALLICE HOLDING CO LTD v. MTR METALS (OVERSEAS) LTD, (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162, αφού λήφθηκαν υπόψη πρωταρχικά τα συμφέροντα της δικαιοσύνης αλλά και η καθυστέρηση, η οποία όπως τονίστηκε πρέπει να αιτιολογείται, η αίτηση απορρίφθηκε επειδή η προβολή της νέας Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης στο προχωρημένο στάδιο που είχε φθάσει η υπόθεση θα μετέβαλλε το πλαίσιο της δίκης, θα ανέτρεπε την πορεία της διαδικασίας και θα επέβαλλε τον επανακαθορισμό της υπόθεσης των εναγόντων με ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη το γεγονός του ότι δε δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη τροποποίηση δεν προβλήθηκε εξ' αρχής ή σε προγενέστερο στάδιο: «Η προβολή νέας υπεράσπισης, στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Η τροποποίηση επιζητείται, παρά τις συνέπειες της στη δίκη, χωρίς να έχει παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο». Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών κρίνω ότι η παρούσα αποτελεί περίπτωση κατά την οποία δεν αιτιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, με την αιτούμενη τροποποίηση θα εισαχθούν ισχυρισμοί οι οποίοι είναι απόλυτα αντίθετοι με την μέχρι τώρα γραμμή υπεράσπισης των αιτητών και οι οποίοι θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και μόνο σύγχυση και εκτροχιασμό θα προκαλέσουν καθότι ακόμη και αν αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες παράβηκαν την εν λόγω Νομοθεσία αυτό μπορεί να επιφέρει μόνο επιβολή διοικητικών κυρώσεων και καμία συνέπια θα έχει στην νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης. Επομένως για τον λόγοι αυτό κρίνω ότι δεν μπορεί να έχει επιτυχία η αίτηση. Σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας κάθε διάδικος έχει το θεμελιώδες Συνταγματικό δικαίωμα για εκδίκαση της υπόθεσης του εντός εύλογου χρόνου. Τυχόν έγκριση της αίτησης κρίνω ότι θα ζημιώσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση καθότι πρόκειται για υπόθεση του 2016 η οποία εμπίπτει στο κατάλογο των αγωγών backlog, η εκδίκαση της οποίας υπό κανονικές συνθήκες θα ξεκινούσε τουλάχιστον στις 21.03.2022 ως και οι σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου και σε περίπτωση τροποποίησης θα προκληθεί τεράστια καθυστέρηση. Βάσει της νομολογίας, το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο και υπεύθυνο όργανο για να μεριμνά ούτως ώστε να μην επιτρέπεται η καταστρατήγηση των αρχών της δίκαιης δίκης και ο μόνος τρόπος να προστατευθεί η παρούσα υπόθεση είναι με την απόρριψη της αίτησης και την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη εκδίκαση της αγωγής. Η καταπάτηση του συνταγματικού δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου, δεν μπορεί να αποζημιωθεί μόνο με διαταγή ως προς τα έξοδα και συνεπώς η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης καθώς τυχόν έγκριση της και την καθυστέρηση που θα επέλθει πέραν αυτής που ήδη σημειώθηκε είναι φανερόν ότι θα προκαλέσει τεράστια ζημιά και ταλαιπωρία στους Καθ' ων η αίτηση η οποία σε καμία περίπτωση θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση των εξόδων. Πέραν των ανωτέρω δεν αναφέρεται πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ποια ζημιά θα υποστούν οι Αιτητές σε περίπτωση μη έγκρισης της ενώ είναι πρόδηλη η κακοπιστία της αίτησης από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και συγκεκριμένα από το σημείο που αναφέρεται ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από έγγραφο το οποίο ήλθε κατά ισχυρισμό στην κατοχή τους πρόσφατα ενώ στην πραγματικότητα είχαν το εν λόγω έγγραφο όπως και όλα τα έγγραφα που αφορούν στα επίδικα θέματα στην κατοχή τους τουλάχιστο από το 2017 τα οποία παραδόθηκαν στους δικηγόρους των εναγόμενων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Υπό το φως όσων έχουν εξηγηθεί πιο πάνω είναι φανερό ότι οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν από πλευράς Αιτητών και η σχετική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε υπέρ της έγκρισης της αίτησης δεν πετυχαίνουν και απορρίπτονται. Η αίτηση δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων/ Καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων/Αιτητών ομού και ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.