← Κύπρος

Αναφορικά με τον Kamal Mama Sharhad ο οποίος καταζητείται από τις Αρχές της Ελλάδας για έκτιση ποινής φυλάκισης ν. -, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αρ. 1

Αναφορικά με τον Kamal Mama Sharhad ο οποίος καταζητείται από τις Αρχές της Ελλάδας για έκτιση ποινής φυλάκισης ν. -, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αρ. 10/2023, 30/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αρ. 10/2023 Αναφορικά με Ένταλμα Σύλληψης Εκζητούμενου Προσώπου, δυνάμει του άρθρου 16

(1)
(2)του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Ν.133(Ι)/2004 - και - Αναφορικά με τον Kamal Mama Sharhad ο οποίος καταζητείται από τις Αρχές της Ελλάδας για έκτιση ποινής φυλάκισης ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30.10.2023 Εμφανίσεις: Για την Κεντρική Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον Εκζητούμενο: κ. Γ. Χαπάρης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (εφεξής «Ε.Ε.Σ»), το οποίο εκδόθηκε στις 6.6.2016 από την Εισαγγελία Εφετών Καλαμάτας, με σκοπό την εκτέλεση απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας υπ. αριθμ. 135/2015, ημερ. 15.10.2015, βάσει της οποίας επιβλήθηκε στον Eκζητούμενο συνολική ποινή κάθειρξης 255 ετών και 1ο μηνός, για τα αδικήματα της εμπορίας προσώπων και της παράνομης εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Τα εν λόγω αδικήματα κρίθηκε ότι διαπράχθηκαν στις 30 Μαρτίου 2015 και τον αμέσως προηγούμενο χρόνο, ενώ ως εκτιτέα ποινή καθείρξεως καθορίστηκαν τα 25 έτη. Το επίδικο Ε.Ε.Σ διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές και όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, με βάση αυτό ο Eκζητούμενος συνελήφθη στις 25.9.2023 στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Την ίδια μέρα οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αφού ικανοποιήθηκε ότι είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο Ε.Ε.Σ, ακολούθως τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ και για το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο, κάτι το οποίο έχει πράξει. Ο Eκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοσή του και η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, παρέμεινε υπό κράτηση με δική του συγκατάθεση. Η Κεντρική Αρχή παρουσίασε 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αστ.822 Π. Παπαθεοδώρου (ΜΚΑ1) και τον αστ.1626 Π. Χίντικο (ΜΚΑ2) ενώ από πλευράς του Eκζητούμενου, πέραν του ίδιου (ΜΥ2), μαρτυρία έδωσε ο κ. Α. Τάτσης (ΜΥ2). Στα πλαίσια της Ακρόασης κατατέθηκαν συνολικά 7 τεκμήρια. Παραδεκτά γεγονότα, ως αυτά προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και μέσω των τοποθετήσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών, αποτελούν τα ακόλουθα:-
(1)Ο Εκζητούμενος είναι το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το παρόν Ε.Ε.Σ.,
(2)Ο Εκζητούμενος έχει παραλάβει στη μητρική του γλώσσα τα δικαιώματά του,
(3)Η Ελλάδα ενέταξε στην έννομή της τάξη τις τροποποιήσεις που επέφερε η απόφαση πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ το 2019,
(4)Το γεγονός ότι ο Ε.Ε.Σ. έχει συμπληρωθεί επί του παλαιού τύπου, δεν επηρεάζει την ισχύ του. Ο αστ.822 Π. Παπαθεοδώρου (ΜΚΑ1), ως ανέφερε, συνέλαβε τον Εκζητούμενο στις 25.9.2023 και ώρα 00:25 στο Αεροδρόμιο Λάρνακας δυνάμει του επίδικου Ε.Ε.Σ. Με τη βοήθεια διερμηνέα Αραβικών του εξήγησε τον λόγο που συνελήφθη και του επέστησε την προσοχή στον νόμο όπου και έλαβε την απάντηση «αυτή η υπόθεση τελείωσε πριν 8 χρόνια». Ακολούθως, του επέδωσε τα δικαιώματά του στην Αραβική και Αγγλική γλώσσα, τα οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι, ο Εκζητούμενος υπέγραψε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση στο σύστημα Sirene και ότι δε γνωρίζει γιατί γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο έγγραφο από το εν λόγω σύστημα που του υποδείχθηκε στη χώρα Σουηδία. Του υποβλήθηκε ότι αναφορά στη Σουηδία γίνεται γιατί το 2016 ο Εκζητούμενος είχε συλληφθεί στην εν λόγω χώρα βάσει του επίδικου Ε.Ε.Σ., είχε δικαστεί και είχε απαλλαχθεί. Απάντησε ότι δε γνώριζε για το γεγονός αυτό. Ο αστ.1626 Π. Χίντικος (ΜΚΑ2), ανέφερε ότι υπηρετεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως τα τελευταία 13 χρόνια. Εκ των καθηκόντων του είναι ο χειρισμός υποθέσεων Ε.Ε.Σ. στη βάση του άρθρου 5 του Ν.133(I)/
  1. Εξήγησε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (εφεξής το «Υπουργείο»), έχει οριστεί ως Κεντρική Αρχή στον χειρισμό ευρωπαϊκών θεμάτων και ο ρόλος του είναι απλώς επικουρικός. Προσφέρει βοήθεια στη δικαστική αρχή έκδοσης και στη δικαστική αρχή εκτέλεσης, διαβιβάζει αλληλογραφία και τηρεί στατιστικά. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι το Υπουργείο έλαβε γνώση για το επίδικο Ε.Ε.Σ. μέσω αλληλογραφίας που απεστάλη από τo εθνικό γραφείο Sirene επί της οποίας επισυνάπτονταν το μέτρο στη βάση του αρ.26, η σχετική φόρμα Α, το Ε.Ε.Σ. στην ελληνική γλώσσα και το έντυπο της Αστυνομίας μαζί με τη φόρμα Μ τα οποία στάληκαν στο Sirene Eλλάδας (βλ. Τεκμήριο 2). Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι, η φόρμα του επίδικου Ε.Ε.Σ. είναι παλαιού τύπου και στο σημείο Δ δεν υπάρχουν οι σχετικές τροποποιήσεις που περιλαμβάνονται στο νέο έντυπο Ε.Ε.Σ. Ο λόγος είναι ότι το ένταλμα εκδόθηκε το 2016, ενώ η Ελλάδα ενσωμάτωσε στο δίκαιο της την τροποποιημένη φόρμα του εντύπου το
  2. Παρά ταύτα, ανέφερε, οι Ελληνικές αρχές καταγράφουν στη σελ.3 του Ε.Ε.Σ., μέρος Δ, ότι ο Εκζητούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει εκπρόθεσμη έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης ή αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας (Αρθρ. 498 και 341 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), καθότι αυτή εκδόθηκε ερήμην. Έτσι, δεν στερείται των δικαιωμάτων του. Αναφορά έκανε επίσης στο ότι, σύμφωνα με το Ε.Ε.Σ. ο Εκζητούμενος κλητεύθηκε αυτοπροσώπως και ενημερώθηκε για την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην καταδικαστική απόφαση. Mετά από οδηγίες του Δικαστηρίου για αποστολή διευκρινιστικών ερωτημάτων στις Ελληνικές Αρχές βάσει του άρθρου 21
(2)του Ν.133(I)/2004, ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 στο Δικαστήριο σχετική απάντηση της Εισαγγελίας Εφετών Καλαμάτας η οποία μιλά αφ' εαυτού και θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Η εν λόγω απαντητική επιστολή ημερ. 10.10.2023 επιβεβαιώνει εκ νέου πρώτο, ότι ο Εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην καταδίκη του ούτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως. Είχε δι' άλλως μέσων ενημερωθεί όμως πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης. Επιπλέον, είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη. Την 15.9.2015 επιδόθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, διά θυροκολλήσεως, το σχετικό κλητήριο θέσπισμα, στον δηλωθέντα εκ μέρους του τόπο κατοικίας του, ήτοι επί της οδού Αγίδος αριθμός 32 στη Σπάρτη Λακωνίας. Κατά τον ίδιο τρόπο δε, επιδόθηκε σε αυτόν την 27.10.2015 η εκδοθείσα σε βάρος προαναφερθείσα ερήμην απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Κατά δεύτερο, οι Ελληνικές Αρχές βάσει της ίδιας επιστολής (Τεκμήριο 4), επιβεβαιώνουν ότι, με δεδομένο ότι ο Εκζητούμενος δεν παρέλαβε αυτοπροσώπως με επίδοση την ανωτέρω απόφαση, αυτή θα του επιδοθεί αυτοπροσώπως και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μετά την παράδοσή του, θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, κατά την εκδίκαση των οποίων δικαιούται να παρίσταται και όπου θα επανεξεταστεί η ουσία της υπόθεσης με νέα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία και με ενδεχόμενο την εξαφάνιση της αρχικής απόφασης και θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, μέσω του Εθνικού γραφείου Sirene ζήτησε να ενημερωθεί το Υπουργείο από τις Αρχές της Σουηδίας για τον λόγο που το παρών Ε.Ε.Σ. είχε σχετική σήμανση (flag) από πλευράς τους στο σύστημα. Μέσω του Τεκμηρίου 5 που κατέθεσε, αλλά και προφορικά, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι η Σουηδία, μέσω του εθνικού της γραφείου Sirene, επιβεβαίωσε ότι το 2016 ο Εκζητούμενος είχε συλληφθεί δυνάμει του ιδίου Ε.Ε.Σ. αλλά αφέθηκε σε κατοπινό στάδιο ελεύθερος, καθ' ότι το Ε.Ε.Σ. δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της απόφασης πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ σχετικά με τις περιπτώσεις που ο Εκζητούμενος δεν είχε εμφανιστεί στη δίκη αυτοπροσώπως και συγκεκριμένα, δεν είχε επιβεβαιωθεί από τις Ελληνικές Αρχές ότι πληρούνταν οποιεσδήποτε εκ των προϋποθέσεων του Α.4(α)
(1)της απόφασης πλαίσιο, ως είχε τροποποιηθεί. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στην απάντηση από τις Σουηδικές Αρχές (βλ. Τεκμήριο 5) δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, ποια από τις προϋποθέσεις του Α.4(α)
(1)της απόφασης πλαίσιο έκριναν ότι δεν είχε ικανοποιηθεί το 2016 αλλά κατά την άποψή του, η μη εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. από τις Σουηδικές Αρχές δεν αναιρεί την ισχύ του σε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα εκτέλεσης. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι το 2016, η Ελλάδα δεν είχε ακόμη εντάξει στην έννομή της τάξη τις εν λόγω τροποποιήσεις της απόφασης πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, κάτι που εν τέλει επετεύχθη το
  1. Kατέθεσε επιπλέον ως Τεκμήριο 6, μετά από δική του έρευνα στο διαδίκτυο, έγγραφο που τιτλοφορείται Κεφάλαιο Γ' Τροποποίηση του Ν.93251/04 σε συμμόρφωση με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 κατά το μέρος που τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009, άρθρα 11 -
  2. Του υποβλήθηκε ότι η Σουηδική δικαιοσύνη, τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ' έφεση έκρινε ότι η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιανδήποτε εγγύηση με βάση το άρθρο 4(α)
(1), της τροποποιημένης απόφασης πλαίσιο. Προς απάντηση ο ΜΚΑ2 επανέλαβε ότι η διαδικασία στη Σουηδία είχε λάβει χώρα το 2016. Περαιτέρω του υποβλήθηκε ότι οι λόγοι μη εκτέλεσης από τη Σουηδία του Ε.Ε.Σ εξακολουθούν να υφίστανται. Προς απάντηση αυτός επανέλαβε ότι η Ελλάδα προχώρησε σε σχετική τροποποίηση το 2019 προς συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της τροποποιημένης απόφασης πλαίσιο. Απαντώντας σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι το παρόν Ε.Ε.Σ. εκδόθηκε επί του προηγούμενου τύπου, όλες οι σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται μετά την τροποποίηση της απόφασης πλαισίου βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι κατά την άποψή του, επί του νέου τύπου έκδοσης Ε.Ε.Σ., οι Ελληνικές Αρχές στο Μέρος (δ) θα επέλεγαν το τετράγωνο 3.3.1α ως το κατάλληλο για την παρούσα περίπτωση. Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις του συνήγορου του Εκζητούμενου, παραδέχθηκε ότι τα αιτήματα 2(β) και (γ) που απέστειλε προς τις Ελληνικές Αρχές μέσω του Τεκμηρίου 3 και τα οποία απαντήθηκαν στο Τεκμήριο 4, δεν είχαν τεθεί από το ίδιο το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004, πλην όμως, υποστήριξε ότι το έπραξε γιατί το θεώρησε δίκαιο, για υποβοήθηση του Δικαστηρίου, για εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και για προστασία των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου και ότι ήταν εντός των πλαισίων των καθηκόντων του να το πράξει. Τέθηκε περαιτέρω στον μάρτυρα ότι ο Εκζητούμενος είχε αντίκλητο δικηγόρο ο οποίος έπρεπε να ενημερωθεί για τον ορισμό της Ακρόασης πλην όμως αυτό δεν έγινε καθώς επίσης ότι η θυροκόλληση έγινε σε γλώσσα μη κατανοητή για τον Εκζητούμενο και ο ΜΚΑ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ο κ. Αγαμέμνων Τάτση (ΜΥ1), ανέφερε ότι είναι αδειούχος δικηγόρος στην Ελλάδα από το 1999 και μέλος του δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και παρά το Συμβούλιο Επικρατείας. Είναι ποινικολόγος, έχει δικάσει όλους τους κλάδους και τις δικαιοδοσίες του ποινικού δικαίου σε όλους του βαθμούς δικαιοδοσίας, έχει συμμετάσχει σε κάποιες δίκες που έχουν κινήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώσης και θεωρεί ότι έχει μια αρκετά μεγάλη εμπειρία στον ποινικό κλάδο. Όπως ο ίδιος δήλωσε, κλήθηκε στο Δικαστήριο για να γνωμοδοτήσει σχετικά με ζητήματα που αφορούν την έκδοση του παρόντος εκζητούμενου και σε σχέση με τα παρεμπίπτοντα νομικά ζητήματα που αναφύονται όταν εξέταζεται ένα ζήτημα έκδοσης, τόσο σε επίπεδο εθνικού δικαίου αλλά και κυρίως ενωσιακού και ευρωπαϊκού δικαίου που ρυθμίζει εξειδικευμένα το κρινόμενο νομικό ζήτημα. Ο ΜΥ1 περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείται στην Ελλάδα πριν από την παραπομπή κατηγορούμενου για να δικαστεί για κακούργημα. Επικεντρώθηκε στις δικονομικές επιταγές σε σχέση με την επίδοση της κλήσης για Ακρόαση (βουλεύματος) ενώ υποστήριξε ότι, σε περίπτωση που η κλήση δεν επιδοθεί σε γλώσσα κατανοητή προς τον Κατηγορούμενο, οδηγεί σε ακυρότητα της διαδικασίας. Επιπλέον, ανέφερε ότι, σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος έχει διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο, το κράτος έχει ταυτόχρονη υποχρέωση επίδοσης της κλήσης και στον ίδιο. Κατά την ανάκριση, ο Κατηγορούμενος δηλώνει μια διεύθυνση την οποία μπορεί να αλλάξει μετέπειτα. Υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 6 αφορά αποκλειστικά τις περιπτώσεις που η ίδια η Ελλάδα εξετάζει κατά πόσον θα εκδώσει έναν Εκζητούμενο στο εξωτερικό, και καμία απολύτως σχέση δεν έχει με την επίδικη διαδικασία. Υποστήριξε περαιτέρω ότι η παράγραφος (β) του Τεκμηρίου 4 αποτελεί 'δουλική αντιγραφή' ως την αποκάλεσε, του άρθρου 12
(2)του Τεκμηρίου 6 και ότι αυτή είναι άσχετη με τα υπό εκδίκαση ζητήματα, ενώ δεν προσφέρει καμία ασφάλεια στον Εκζητούμενο. Υποστήριξε περαιτέρω ότι στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του αρκετά στοιχεία για να καταλήξει ότι η επίδοση της κλήσης στον Εκζητούμενο ήταν ορθή, ήτοι δεν έχουν κατατεθεί οι εκθέσεις επίδοσης της θυροκόλλησης, το βούλευμα, η κλήση και η σχετική απόφαση ούτε και στοιχεία διά το κατά πόσον τα πιο πάνω επιδόθηκαν σε αυτόν μεταφρασμένα. Επιπλέον, υποστήριξε ότι μια αντιπαραβολή της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4 με το άρθρο 473 της Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας αποκαλύπτει μια ασάφεια στην τοποθέτηση των Ελληνικών αρχών σε σχέση με τις εγγυήσεις που προσφέρουν. Η τοποθέτηση επί της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4 ότι ο Εκζητούμενος θα δικαστεί εκ νέου θεωρεί ότι είναι παντελώς αόριστη και ότι οι Ελληνικές Αρχές όφειλαν να συγκεκριμενοποιήσουν ποια ακριβώς νομικά διαβήματα υπάρχουν στη διάθεσή του, έχοντας υπόψη το εύρος των δικονομικών επιλογών. Με την εν λόγω τοποθέτησή τους είναι αδύνατον κατά την άποψή του να αντιληφθεί κάποιος τη νομική θέση του Εκζητούμενου ενώπιον της Ελληνικής δικαιοσύνης. Αντεξεταζόμενος, του υποβλήθηκε ότι τα όσα αναφέρει η παράγραφος (β) του Τεκμηρίου 4 συνάδουν επακριβώς με τα όσα καταγράφονται στο άρθρο 473 της Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας, θέση με την οποία διαφώνησε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο Εκζητούμενος δεν είχε λάβει ποτέ γνώση της απόφασης. Επανέλαβε τέλος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραγράφων (α) και (β) του Τεκμηρίου 4, όταν κάποιος τα αντιπαραβάλει ταυτόχρονα με το άρθρο 473 της Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας. Ο Εκζητούμενος (ΜΥ2), κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι δεν ήταν καπετάνιος σε πλοίο μεταναστών αλλά επιβάτης και ότι αν εκδοθεί στην Ελλάδα δε θα είναι σε θέση να εντοπίσει μάρτυρες προς υποστήριξη της θέσης του, λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Ανέφερε ότι στη διαδικασία ενώπιων των Ελληνικών Αρχών είχε τη βοήθεια διερμηνέα καθώς και δικηγόρου, και ότι μετά από 4 μήνες είχε αφεθεί ελεύθερος. Ανέφερε ότι είχε δηλώσει ως διεύθυνσή του στις Αρχές τη διεύθυνση Αγίδος 32 στην Σπάρτη, όμως μετά από 2 μέρες βρέθηκε άστεγος γιατί ως ανέφερε, «η σύζυγός μου τα πήρε όλα και τα χρήματα και όλα». Η σύζυγός του είχε το τηλέφωνό του όταν έφυγε αλλά δεν είχαν καμία επικοινωνία. Ακολούθως ανέφερε ότι διάφοροι φίλου του τον βοήθησαν να μεταβεί στη Σουηδία, όπου και συνελήφθη. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 7 μια πρωτόδικη και μια κατ' έφεση απόφαση Σουηδικού Δικαστηρίου συνοδευόμενες από πιστοποιημένη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, ανέφερε ότι στη Σουηδία παρέμεινε υπό κράτηση για δύο βδομάδες αλλά μετά αφέθηκε ελεύθερος και του είχε αναφερθεί ότι «όλα είχαν τελειώσει». Σε ερώτηση του συνηγόρου του, κατά πόσο μιλά Ελληνικά, απάντησε σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις σε σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν αρνητικά. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι στην Ελλάδα κατέφτασε μόνος του γύρω στον Αύγουστο - Σεπτέμβρη του 2015 ενώ η οικογένειά του έφτασε στην Ελλάδα μόλις συνελήφθη. Ανέφερε ότι έχει μόνο ένα παιδί. Αρνήθηκε ότι η τελική καταδικαστική απόφαση του δόθηκε προσωπικά και ότι θυροκολλήθηκε. Επίσης αρνήθηκε ότι το αποτέλεσμα της δίκης του είχε γνωστοποιηθεί μέσω του δικηγόρου του. Του υποβλήθηκε ότι γνωρίζει την ελληνική γλώσσα γι' αυτό και απάντα σε ερωτήσεις που του τέθηκαν πριν αυτές ολοκληρωθούν από τον συνήγορο της Κεντρικής Αρχής και απάντησε «Όχι. Μικρές λέξεις μπορώ». Ολοκληρώνοντας, τέθηκε στον Εκζητούμενο η θέση ότι είχε το δικαίωμα να εφεσιβάλει την καταδικαστική απόφαση εναντίον του στο Τριμελές Εφετείο της Καλαμάτας και του Ναυπλίου, θέση που αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι δεν είχε καθόλου πληροφόρηση ενώ συμφώνησε με τον κ. Κουτσόφτα ότι γνωρίζει ότι και σήμερα, εάν το παρών Δικαστήριο αποφασίσει την έκδοσή του, έχει το δικαίωμα να ασκήσει Έφεση. Τέλος, σε υποβολή ότι μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου απάντησε «ναι, το γνώριζα». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εκζητούμενου υποστήριξε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει την εκτέλεση του παρόντως Ε.Ε.Σ. κυρίως επί των πιο κάτω λόγων:-
(1)Οι διευκρινήσεις που ζητήθηκαν από τον ΜΚΑ2 και δόθηκαν από τις Ελληνικές Αρχές μέσω του Τεκμηρίου 4 είναι εκτός του πλαισίου των οδηγιών του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, αποτελούν μαρτυρία ληφθείσα κατά παράβαση νόμου και δέον όπως αγνοηθούν,
(2)Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Εκζητούμενος ενημερώθηκε πραγματικά και επισήμως για την Ακρόαση της υπόθεσης του,
(3)Κατά την Ακρόαση της υπόθεσης στην Ελλάδα δεν είχε εμφανιστεί δικηγόρος στη δίκη, ως η σχετική προϋπόθεση του Α.14
(2)(β) του Νόμου 133(Ι)/2004,
(4)Ο ΜΚΑ2 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι οι αρχές θα επέλεγαν το 3.3.1.(α) επί του νέου τύπου του Ε.Ε.Σ. θέση η οποία δεν υποστηρίζεται από την υπόλοιπη μαρτυρία,
(5)Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ1 έχει αποδειχθεί ότι το άρθρο 473 της Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας δεν επιτρέπει με σιγουριά παράταση του χρόνου άσκησης Έφεσης. Αντίθετα, λόγω του ότι η τελική απόφαση θυροκολλήθηκε, δεν μπορεί να δοθεί παράταση προθεσμίας καταχώρισης Έφεσης,
(6)Δεν απαντήθηκε το ερώτημα του Δικαστηρίου σχετικά με το υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί ο Εκζητούμενος να εφεσιβάλει την απόφαση εναντίον του,
(7)Το άρθρο 14
(2)(δ) του Νόμου 133(Ι)/2004 δεν κατοχυρώνεται και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει τον Εκζητούμενο,
(8)Η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική γιατί μέχρι και σήμερα οι Ελληνικές Αρχές δεν παρέχουν τις απαραίτητες εγγυήσεις και υφίστανται οι ίδιοι λόγοι απόρριψης του Ε.Ε.Σ. οι οποίοι ίσχυαν και έγιναν αποδεκτοί στη Σουηδία,
(9)Ακόμα και να δοθεί στον Εκζητούμενο το δικαίωμα επανακρόασης, δεν μπορεί να προβάλει αποτελεσματική υπεράσπιση μετά την παρέλευση τόσων χρόνων. Στην αντιπέρα όχθη, ο συνήγορος της Κεντρικής Αρχής υποστήριξε ότι:-
(1)Πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του Εκζητούμενου στην Ελλάδα,
(2)Ο ΚΥ1 κ. Τάτσης δεν πρέπει να κριθεί ως εμπειρογνώμονας λόγω έλλειψης εξειδίκευσης επί των επίδικων θεμάτων και δεν είναι ανεξάρτητος. Εισήγησή του είναι ότι η συνεισφορά του μάρτυρα πρέπει να περιοριστεί ως Ελλαδίτης δικηγόρος που γνωρίζει το ποινικό δίκαιο και ασκεί τη δικηγορία στην Ελλάδα. Διευκρινίζω ότι έχω εξετάσει και αξιολογήσει πλήρως και με προσοχή όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των δύο πλευρών ως αυτές εκτίθενται στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου, των σχετικών Τεκμηρίων που κατατέθηκαν και των προφορικών και γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων. Αναφορά όμως, θα γίνεται μόνο όπου κρίνω αυτό απαραίτητο για επίλυση του υπό εκδίκαση ζητήματος. Επιπλέον, επισημαίνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνον για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας, που δεν είναι άλλος από τη διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου, ώστε να ικανοποιηθεί ή όχι το αίτημα των Ελληνικών Αρχών. Δεν έχω εντοπίσει στη μαρτυρία κάποιου εκ των μαρτύρων της Κεντρικής Αρχής, κάτι ουσιαστικό που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφεραν. Συναφώς, η μαρτυρία όλων των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν από την πλευρά της Κεντρικής Αρχής, γίνεται αποδεκτή. Σημειώνω ότι δεν έχω παραγνωρίσει το γεγονός ότι στην αρχή ο ΜΚΑ2 είχε υποστηρίξει ότι η επίδοση στον Εκζητούμενο είχε γίνει αυτοπροσώπως και ότι επί του νέου τύπου του Ε.Ε.Σ. στο Μέρος (δ) το κατάλληλο για την παρούσα περίπτωση τετράγωνο είναι το 3.3.1α, ενώ την επόμενη δικάσιμο, μετά τη λήψη διευκρινήσεων από τις Ελληνικές Αρχές (βλ. Τεκμήριο 4) τροποποίησε την εν λόγω του θέση. Κρίνω όμως αυτή την αναθεώρηση ως άνευ σημασίας για σκοπούς της παρούσας και θεωρώ ότι δεν πρέπει να επηρεάσει την αποδοχή της μαρτυρίας του. Αυτό που έχει σημασία επί του προκειμένου είναι κατά πόσον τα Τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί από την Κεντρική Αρχή, μετά την αντιπαραβολή τους με την υπόλοιπη μαρτυρία, κρίνονται επαρκή και ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου 133(Ι)/2004 και της σχετικής απόφασης πλαίσιο για σκοπούς έκδοσης του Εκζητούμενου. Υπενθυμίζω ότι ο ρόλος της Κεντρικής Αρχής σε τέτοιου είδους διαδικασίες, ως προκύπτει ξεκάθαρα και από το άρθρο 5 του Νόμου 133(Ι)/2004 είναι επικουρικός (βλ. επίσης SHINI-MEHRABZADEH SAID v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2015)1 ΑΑΔ 2404). Αποσκοπεί καθαρά στο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά έγγραφα και την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ της αρμόδιας αρχής έκδοσης και της αρμόδιας αρχής εκτέλεσης καθώς και να διαβιβάσει οποιαδήποτε περαιτέρω ερωτήματα τεθούν από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις όποιες απόψεις εκφράσουν οι εν λόγω μάρτυρες της Κεντρικής Αρχής ενώπιόν του. Τα στοιχεία που αποστέλλονται από την αρμόδια αρχή έκδοσης μιλούν από μόνα τους και πρέπει να τύχουν ανεξάρτητης αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Για τον ίδιο λόγο, απορρίπτω το επιχείρημα του Εκζητούμενου ότι, οι επιπρόσθετες πληροφορίες που ζητήθηκαν από τον ΜΚΑ2 είναι παράνομες και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη γιατί δεν συμπεριλαμβάνονταν στα πλαίσια των οδηγιών του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 21
(2)του Ν.133(Ι)/
  1. Επαναλαμβάνω ότι ο ρόλος της Κεντρικής Αρχής είναι επικουρικός. Αποδέχομαι και συγκλίνω με την εξήγηση που έδωσε ο ΜΚΑ2 προς τον συνήγορο του Εκζητούμενου, ως προς το γιατί, μέσω του Τεκμηρίου 3, ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες. Ως ανέφερε, το έπραξε γιατί το θεώρησε δίκαιο, για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου, για εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και για προστασία των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου. Υπενθυμίζω ότι σε εκείνο το στάδιο δεν είχε ολοκληρωθεί η Κυρίως εξέταση του μάρτυρα, και διατηρούσε το δικαίωμα να παρουσιάσει οτιδήποτε ο ίδιος θεωρούσε σχετικό υπό τις περιστάσεις. Επιπλέον, η ίδια η απόφαση πλαίσιο καθορίζει ότι είναι δικαίωμα του Εκζητούμενου να του παρασχεθεί πιστό αντίγραφο της καταδικαστικής απόφασης, ως το αίτημα του ΜΚΑ2 στην παράγραφο 2(β) του Τεκμηρίου
  2. Τέλος, θεωρώ οξύμωρο ο Εκζητούμενος να παραπονιέται για τα αιτήματα που ο ΜΚΑ2 απέστειλε μέσω του Τεκμηρίου 3 αλλά όχι για το αίτημα που απέστειλε, και πάλι με δική του πρωτοβουλία, προς τις Σουηδικές Αρχές, η απάντηση των οποίων κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Κρίνω ότι όλα τα αιτήματα που απεστάλησαν στις εμπλεκόμενες αρχές ήταν νόμιμα και ήταν εντός των καθηκόντων του ΜΚΑ2 να τα θέσει. Σε σχέση τώρα με τη μαρτυρία του ΜΥ1, κ. Τάτση, παρατηρώ ότι ως ο ίδιος ανέφερε «κλήθηκα στο Δικαστήριο για να γνωμοδοτήσω, να παρέχω τη γνώση μου σχετικά με ζητήματα που αφορούν την έκδοση του παρόντος εκζητούμενου κατηγορούμενου και σε σχέση με τα παρεμπίπτοντα νομικά ζητήματα που αναφύονται όταν εξετάζεται ένα ζήτημα έκδοσης, τόσο σε επίπεδο εθνικού δικαίου αλλά και κυρίως ενωσιακού και ευρωπαϊκου δικαίου που ρυθμίζει εξειδικευμένα το κρινόμενο νομικό ζήτημα.» Παρά την πιο πάνω τοποθέτησή του όμως δεν έχει τεκμηριώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο, είτε μέσω σπουδών είτε μέσω συγκεκριμένης εμπειρίας, εξειδίκευση επί ζητημάτων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης ή ενωσιακού δικαίου. Επιπλέον, δεν έχει αναφέρει κατά πόσον έχει εκδικάσει παρόμοιου είδους υποθέσεις ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης ούτε με πόσες υποθέσεις έχει συνολικά ασχοληθεί επί των θεμάτων που εγείρονται από πλευράς του Εκζητούμενου στα πλαίσια της παρούσας και ποιο ήταν το αποτέλεσμα των εν λόγω υποθέσεων, το οποίο υποστηρίζει τις θέσεις του. Ως εκ τούτου, συγκλίνω με τη θέση της Κεντρικής Αρχής ότι ο ΜΥ1 δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας επί ζητημάτων ευρωπαϊκού δικαίου και ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης. Αποδέχομαι όμως την πολύχρονη εμπειρία του ως Ελλαδίτης εγγεγραμμένος δικηγόρος, ασκών τη δικηγορία, με εξειδίκευση στο ελληνικό ποινικό δίκαιο. Οι θέσεις του σε σχέση με ζητήματα που άπτονται του ελληνικού ποινικού δικαίου θα αξιολογηθούν στη συνέχεια. Στρεφόμενη τώρα στον ίδιο τον Εκζητούμενο, χωρίς καμία αμφιβολία καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επί οποιουδήποτε μέρους της μαρτυρίας του. Ως μάρτυρας μου έχει δημιουργήσει άκρως αρνητική εντύπωση και δε θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του, τόσο στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, όσο και κατά την αντεξέτασή του, στην πλειοψηφία της δεν είχε λογική συνοχή και παρουσίαζε παλινδρομήσεις τόσο σε ουσιώδη όσο και σε επουσιώδη ζητήματα και γεγονότα. Επιπλέον, συχνά δεν απαντούσε στις ερωτήσεις που του είχαν τεθεί ή απαντούσε αναφερόμενος σε άσχετα γεγονότα και έδινε την εντύπωση ότι βρισκόταν σε απόλυτη σύγχυση. Ενδεικτικά αναφέρω ότι σε 5 διαφορετικά σημεία της μαρτυρίας του (2 φορές κατά την κυρίως εξέταση και 3 φορές κατά την αντεξέταση) διαφοροποίησε τη θέση του ως προς το πόσα παιδία έχει, άλλοτε αναφερόμενος ότι έχει 1 και σε άλλα σημεία αναφερόμενος σε πληθυντικό αριθμό. Η εν λόγω αναφορά στα παιδιά του, χρησιμοποιήθηκε ως εξήγηση κατά την κυρίως εξέτασή του, σε ερώτηση του συνηγόρου του για τους λόγους που αφέθηκε ελεύθερος από τις Ελληνικές Αρχές. Ασταθής υπήρξε όμως και σε πιο ουσιαστικά ζητήματα. Για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι αποδέχτηκε ότι η διεύθυνση στην οποία θυροκολλήθηκε η κλήση για Ακρόαση και σε κατοπινό στάδιο η καταδικαστική απόφαση εναντίον του ήταν όντως η διεύθυνση διαμονής του την οποία ο ίδιος είχε δηλώσει στις αρμόδιες αρχές, υποστήριξε ότι λίγες μέρες μετά τη σχετική του δήλωση έφυγε από την εν λόγω κατοικία γιατί η γυναίκα του η οποία είχε έρθει από τη Σουηδία μετά τη σύλληψή του, είχε φέρει τον φίλο της στο σπίτι. Έτσι παρέμεινε άστεγος. Επιπλέον υποστήριξε ότι, παρά το γεγονός ότι η γυναίκα του είχε τον αριθμό τηλεφώνου του, δεν είχε καμία επαφή μαζί της μετά την αποχώρησή του. Σε μετέπειτα σημείο της μαρτυρίας του, εμφατικά και επαναλαμβανόμενα δήλωσε ότι η απόφαση επ' ουδενί λόγω δεν θυροκολλήθηκε στην εν λόγω οικία. Και το Δικαστήριο διερωτάται. Πως μπορεί να γνωρίζει κατά πόσον αυτή θυροκολλήθηκε ή όχι, αφ' ης στιγμής - ως ο ίδιος υποστήριξε - εγκατέλειψε προηγουμένως την εν λόγω οικία και δεν είχε καμία επικοινωνία με τη γυναίκα του που κατ' ισχυρισμόν παρέμεινε σε αυτή; Από που αντλεί την τόση του σιγουριά; Επιπροσθέτως, σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του, παρά τη δήλωσή του ότι δεν είχε πληροφόρηση για την έκδοση της εν λόγω απόφασης, σε υποβολή του κ. Κουτσόφτα ότι μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου απάντησε «ναι, το γνώριζα». Πως μπορεί να το γνώριζε αφού υποστηρίζει ότι δεν ήξερε καν ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του; Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, παλινδρομήσεις παρουσίασε και επί του ζητήματος του κατά πόσον ομιλεί την ελληνική γλώσσα. Κατά την κυρίως εξέτασή του είπε τα ακόλουθα:- Ε. Εντάξει. Κύριε μάρτυς, ελληνικά μιλάτε; Α. Όχι. Ε. Καθόλου; Α. Καθόλου Ε. Δεν γνωρίζεται στοιχειώδης ελληνικά; Α. Όχι Ε. Κάποιες λέξεις; Α. Όχι. Ο φίλος της συζύγου μου μιλούσε αγγλικά και έτσι είχαμε συνεννόηση μεταξύ μας. Την πιο πάνω απόλυτη θέση ανασκεύασε αντεξεταζόμενος δηλώνοντας τα ακόλουθα:- Ε. Ενώ περαιτέρω είχες το δικαίωμα να εφεσιβάλεις. Δεν είσαι κατηγορούμενος, δεν σε κατηγορώ. Σου λέω τα δικαιώματα που είχες εκεί. Είχες το δικαίωμα σου λέω. Καταλάβεις ελληνικά για αυτό συμφωνάς. Ελληνικά καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις και ελληνικά βεβαίως και για αυτό απαντάς προτού τελειώσω. Συμφωνάς ότι καταλαβαίνεις ελληνικά, έτσι; Α. Όχι. Μικρές λέξεις μπορώ. Να σε ρωτήσω εγώ; Πέρα από την πιο πάνω παλινδρόμηση, και το ίδιο το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέταση, ο Εκζητούμενος σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις απάντησε στα ερωτήματα που του είχαν τεθεί πριν προλάβει ο μεταφραστής να του τα μεταφράσει στα Γερμανικά, παρά το γεγονός ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείτο από τους συνήγορους κάθε άλλο παρά απλό ήταν. Για ότι αξίζει, επιπλέον παρατηρώ ότι στην καταδικαστική απόφαση εναντίον του Εκζητούμενου, καταγράφεται ότι δύο διαφορετικά πρόσωπα μαρτύρησαν ότι όταν αυτός συνελήφθη, συνεννοούνταν μαζί του στα Ελληνικά. Σημειώνω ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του έχω λάβει υπόψη μου, την όποια επίδραση ενδεχομένως να έχει στον τρόπο που κατέθεσε ο μάρτυρας η μεσολαβούσα διερμηνεία (βλ. R v. F
(2013)EWCA Crim 424). Παρά ταύτα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι επί κανενός σημείου της μαρτυρίας του, δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια. Συνεπώς, απορρίπτω τη μαρτυρία του Εκζητούμενου, ΜΥ2. Οι βασικοί σκοποί του Νόμου και οι στόχοι της όλης διαδικασίας που καλύπτει το Ε.Ε.Σ είναι οι εξής (βλ. SHINI-MEHRABZADEH SAID ανωτέρω): Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου
  1. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/
  2. Στην υπόθεση C396/2011 Ciprian Vasile Radu ημερ. 29.1.2013 έχει τονιστεί από το ΔΕΕ ότι:- «Βάσει του άρθρου 1, παρ. 2 της απόφασης πλαίσιο 2002/584 τα κράτη μέλη κατ' αρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης» Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης, το Δικαστήριο αρχικά, οφείλει να αξιολογήσει κατά πόσον το περιεχόμενο και το τύπος του επίδικου Ε.Ε.Σ. συνάδουν με τα όσα το άρθρο 4 του Νόμου 133(Ι)/2004 επιβάλει. Παρά το γεγονός ότι το παρόν Ε.Ε.Σ. (βλ. Τεκμήριο 2) εκδόθηκε το 2016 και αποτυπώνεται στον παλαιό τύπο που χρησιμοποιείτο πριν από την τροποποίηση της απόφασης πλαίσιο, κρίνω ότι περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, ως αυτά καταγράφονται στο σχετικό ημεδαπό άρθρο αλλά και στην τροποποιημένη απόφαση πλαίσιο. Υπενθυμίζω ότι, ως έχει νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, η χρήση του παλαιού εντύπου δεν είναι απαγορευτική, νοουμένου ότι από το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστήριο προκύπτουν όλα τα απαραίτητα - σύμφωνα με την τροποποιημένη απόφαση πλαίσιο - στοιχεία (βλ. Constantinides ανωτέρω). Στη συνέχεια, στρέφω την προσοχή μου στο άρθρο 12 του ημεδαπού νόμου και παρατηρώ ότι το αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί ο Εκζητούμενος, ήτοι εμπορία προσώπων, περιλαμβάνεται στα 32 αδικήματα για τα οποία δεν απαιτείται έλεγχος του διττού αξιόποινου. Επιπλέον, αυτός έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης διάρκειας άνω των 3ων ετών. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Νόμου 133(Ι)/
  3. Από την μαρτυρία ενώπιόν μου προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ., άρα το άρθρο 13 του ημεδαπού νόμου δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα. Κύρια θέση του Εκζητούμενου είναι ότι εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση έχει το άρθρο 14
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004. Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια η οποία εισηγείται ότι πρέπει να ασκηθεί υπέρ της μη έκδοσης του Εκζητούμενου, καθότι αυτός δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του, χωρίς να έχει ταυτόχρονα εφαρμογή οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καταγράφονται στις υποπαραγράφους (α)-(δ) του εν λόγω άρθρου, οι οποίες αποστερούν την επιλογή της μη έκδοσης από το Δικαστήριο. Με όλο τον σεβασμό προς την πλευρά του Εκζητούμενου, δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Αξιολογώντας το περιεχομένου του Ε.Ε.Σ. (Τεκμήριο 2) σε συνδυασμό με τις διευκρινήσεις που απέστειλαν οι Ελληνικές Αρχές (Τεκμήριο 4), καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει καθαρά στην παράγραφο (α) του άρθρου 14
(2). Στο μέρος Δ του Ε.Ε.Σ. οι Ελληνικές Αρχές καταγράφουν «Ο Ενδιαφερόμενος κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή ενημερώθηκε κατ' άλλον τρόπο για την ημερομηνία και τον τόπο της Ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του». Προσφέροντας περαιτέρω πληροφορίες για την ανωτέρω θέση, επί της παραγράφου (α) του Τεκμηρίου 4, οι Ελληνικές Αρχές αναφέρουν τα ακόλουθα:- «Το πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της υπ'αριθμ. 135/15-10-2015 ερήμην αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο από 6-6-2016 ημέτερο ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ, το πρόσωπο δεν κλητεύθηκε αυτοπροσώπως αλλά είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, και είχε ενημερωθεί σχετικά με το γεγονός ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί στη δίκη, ειδικότερα δε, την 15-9-2015 επιδόθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, δια θυροκολλήσεως, το σχετικό κλητήριο θέσπισμα, στο δηλωθέντα εκ μέρους του, τόπο κατοικίας του, ήτοι επί της οδού Αγίδος αριθμός 32 στη Σπάρτη Λακωνίας (ΕΛΛΑΔΑ). Κατά τον ίδιο τρόπο δε, επιδόθηκε σε αυτόν την 27-10-2015 η εκδοθείσα σε βάρος προαναφερθείσα ερήμην απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου.» Υπενθυμίζω ότι, ο Εκζητούμενος έχει ήδη κριθεί αναξιόπιστος, ως εκ τούτου έχει παραμείνει μετέωρη η θέση ότι ουδέποτε παρέλαβε την σχετική κλήση και την μετέπειτα καταδικαστική απόφαση. Επιπλέον, ουδέποτε τέθηκε στην πλευρά της Κεντρικής Αρχής η θέση ότι δεν είχε γίνει η σχετική θυροκόλληση, ούτε και ζητήθηκαν περαιτέρω στοιχεία από τα ανωτέρω από πλευράς του Εκζητούμενου. Για τους ίδιους λόγους απορρίπτω τη θέση του ΜΥ1 ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταλήξει ότι επετεύχθη ορθή επίδοση στον Εκζητούμενο. Ο πιο πάνω αναφερόμενος τρόπος επίδοσης κρίθηκε από την Ελληνική δικαιοσύνη ως νομότυπος και ικανοποιητικός για να μπορεί να προχωρήσει με εκδίκαση της υπόθεσης, γεγονός που εν πάση περιπτώσει το παρών Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αξιολογήσει περαιτέρω. Ως εκ των ανωτέρω και αντλώντας επιπλέον καθοδήγηση από την απόφαση C-399/11 Stefano Melloni v. Ministerio Fiscal, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του παρόντος Ε.Ε.Σ. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «
  1. Όσον αφορά την έκταση εφαρμογής του δικαιώματος για αποτελεσματική προσφυγή και δίκαιη δίκη, το οποίο προβλέπει το Άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και των διασφαλιζομένων από το Άρθρο 48, παράγραφος 2, αυτού δικαιωμάτων άμυνας, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, ναι μεν το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη συνιστά ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος για δίκαια δίκη, εντούτοις το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C 619/10, Trade Agency, σκέψεις 52 και 55). Ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς, υπό την προϋπόθεση ότι η παραίτηση χωρεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, συνδυάζεται με κατ' ελάχιστον εγγυήσεις αντίστοιχες της σοβαρότητάς της και δεν προσκρούει σε κανένα σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, δεν στοιχειοθετείται προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως, αφ' ης στιγμής ενημερώθηκε σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο της δίκης ή την υπεράσπισή του ανέλαβε δικηγόρος στον οποίον ο ίδιος έδωσε σχετική εντολή.
  2. Η ανωτέρω ερμηνεία των Άρθρων 47 και 48, παράγραφος 2, του Χάρτη τελεί σε αρμονία με την αναγνωριζόμενη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκταση εφαρμογής των διασφαλιζομένων στο Άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, της ΕΣΔΑ δικαιωμάτων (βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, αποφάσεις Medenica κατά Ελβετίας της 14ης Ιουνίου 2001, προσφυγή αριθ. 20491/92, § 56 έως 59, Sejdovic κατά Ιταλίας της 1ης Μαρτίου 2006, προσφυγή αριθ. 56581/00, Recueil des arrêts et décisions 2006 II, § 84, 86 και 98, και Haralampiev κατά Βουλγαρίας της 24ης Απριλίου 2012, προσφυγή αριθ. 29648/03, § 32 και 33).
  3. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η εναρμόνιση των προϋποθέσεων εκτελέσεως των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως τα οποία εκδίδονται προς εκτέλεση των εκδοθεισών αποφάσεων κατόπιν δίκης στην οποία δεν παρέστη αυτοπροσώπως ο ενδιαφερόμενος, εναρμόνιση η οποία υλοποιείται με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, συμβάλλει, όπως διευκρινίζεται στο Άρθρο 1 αυτής, στην ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των αποτελούντων αντικείμενο ποινικής δίκης προσώπων, βελτιώνοντας παράλληλα την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών. Υπό την έννοια αυτή, στο εν λόγω Άρθρο 4α, παράγραφος 1, προβλέπονται, υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πρέπει να θεωρείται ότι παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση του δικαιώματός του να παρίσταται στη δίκη του, με αποτέλεσμα η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς εκτέλεση της εκ μέρους του καταδικασθέντος ερήμην προσώπου ποινής να μην μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να επιτύχει τη διεξαγωγή νέας δίκης παρουσία του εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Τούτο συμβαίνει είτε οσάκις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη μολονότι κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή είχε ενημερωθεί επισήμως σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο οι οποίοι είχαν ορισθεί με την κλήτευση είτε, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο, στοιχείο β΄, οσάκις, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, επέλεξε να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο αντί να παραστεί ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ως προς την παράγραφο 1, στοιχεία γ΄ και δ΄, παρατίθενται εκεί οι περιπτώσεις όπου η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μολονότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να τύχει νέας διεξαγωγής της δίκης εφόσον το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως διευκρινίζει είτε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ζήτησε την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης είτε ότι πρόκειται να ενημερωθεί ρητώς ως προς το δικαίωμά του για την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης.
  4. ..........................
  5. Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, διαπιστώνεται ότι το Άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν προσβάλλει το δικαίωμα για αποτελεσματική προσφυγή και δίκαιη δίκη ούτε τα διασφαλιζόμενα αντιστοίχως από τα Άρθρα 47 και 48, παράγραφος 2, του Χάρτη δικαιώματα άμυνας.
  6. Όπως προκύπτει από τις προηγηθείσες σκέψεις, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το Άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 είναι συμβατό προς τις απορρέουσες από τα Άρθρα 47 και 48, παράγραφος 2, του Χάρτη επιταγές.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εν όψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Εκζητούμενος είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του, κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης και είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί στη δίκη. Πέρα από τα πιο πάνω όμως, ως επιπρόσθετη ασφαλιστική δικλίδα, οι Ελληνικές αρχές, μέσω της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4, παρέχουν περαιτέρω εγγυήσεις οι οποίες κατά την κρίση μου ικανοποιούν ταυτόχρονα και την παράγραφο (δ) του άρθρου 14
(2). Συγκεκριμένα, αναφέρουν τα ακόλουθα:- «Με δεδομένο ότι δεν παρέλαβε αυτοπροσώπως με επίδοση την ανωτέρω απόφαση, αυτή θα του επιδοθεί αυτοπροσώπως και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μετά την παράδοσή του, θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, κατά την εκδίκαση των οποίων δικαιούται να παρίσταται και όπου θα επανεξεταστεί η ουσία της υπόθεσης με νέα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία και με ενδεχόμενο την εξαφάνιση της αρχικής απόφασης και θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Η ανωτέρω θέση καταγράφεται και στο μέρος Δ του ΕΕΣ όπου αναφέρεται ότι «ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει εκπρόθεσμη έφεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ή αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας {Αρθρ. 498 και 341 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας}» Εκτενής αναφορά έγινε από το ΜΥ1 σε σχέση με το κατά πόσον το Άρθρο 473 της Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας επιτρέπει την παροχή των πιο πάνω αναφερόμενων εγγυήσεων στον Εκζητούμενο, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης. Έχω ήδη κρίνει ότι ο ΜΥ1 δεν δύναται να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας επί ζητημάτων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης. Στην ενώπιόν μου μαρτυρία υποστήριξε σθεναρά ότι οι εγγυήσεις υπό της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4 δεν είναι αρκούντως ξεκάθαρες ούτως ώστε το παρόν Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί πάνω τους με ασφάλεια. Επιπλέον, υποστήριξε ότι μια αντιπαραβολή της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4 με το άρθρο 473 της Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας αποκαλύπτει μια ασάφεια στην τοποθέτηση των Ελληνικών αρχών σε σχέση με τις εγγυήσεις που προσφέρουν. Η τοποθέτηση επί της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4 ότι θα δικαστεί εκ νέου υποστήριξε ότι είναι παντελώς αόριστη και οι Αρχές όφειλαν να συγκεκριμενοποιήσουν ποια ακριβώς νομικά διαβήματα υπάρχουν στη διάθεση του Εκζητούμενου, έχοντας υπόψη το εύρος των δικονομικών επιλογών. Με την εν λόγω τοποθέτησή τους είναι αδύνατον κατά την άποψή του να αντιληφθεί κάποιος τα δικαιώματα του Εκζητούμενου. Με όλο τον σεβασμό προς τον ΜΥ1, διαφωνώ με την πιο πάνω θέση του. Κρίνω ότι ο τρόπος που επέλεξε προφορικά να αναλύσει την εν λόγω νομική διάταξη αλλά και τις προσφερθείσες εγγυήσεις, απομονωμένα και χωρίς αξιολόγηση του νοήματος που προκύπτει από το σύνολο του κειμένου των παραγράφων, οδηγεί σε διαστρεβλωμένα αποτελέσματα και κατ' επέκταση λανθασμένα συμπεράσματα. Οι Ελληνικές Αρχές διαβεβαιώνουν ξεκάθαρα στην παράγραφο (β) του Τεκμηρίου 4 ότι, δεδομένου ότι δεν παρέλαβε αυτοπροσώπως την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης, αυτή θα του επιδοθεί αυτοπροσώπως και θα ενημερωθεί για το δικαίωμα του να δικαστεί εκ νέου, όπου θα επανεξεταστεί η ουσία της υπόθεσης με τυχόν νέα αποδεικτικά στοιχεία, με ενδεχόμενο την εξαφάνιση της αρχικής απόφασης. Θα ενημερωθεί περαιτέρω σχετικά με τις προθεσμίες για τα πιο πάνω. Θεωρώ ότι η προσπάθεια αποδόμησης και διαμελισμού των εγγυήσεων επί της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4 και η αντιπαραβολή τους με το άρθρο 473 από τον ΜΥ1 έγινε - με όλο τον σεβασμό - ατεκμηρίωτα και με προχειρότητα. Δεν κατατέθηκε εκ μέρους του ΜΥ1 οποιαδήποτε γνωμάτευσή του επί του εν λόγω άρθρου που να υποστηρίζει τη θέση του ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν επιτρέπουν επανεκδίκαση της υπόθεσης του Εκζητούμενου σύμφωνα με τον εν λόγω άρθρο. Ο μάρτυρας περιορίστηκε απλώς στο να διαβάσει το σχετικό άρθρο και να εκφράσει προφορικά την άποψή του επί του κειμένου. Δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά είτε σε νομολογία, είτε σε σχετικές παραπομπές από συγγράμματα, οι οποίες να συγκλίνουν με αυτή του την άποψη του. Ως αποτέλεσμα, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση σήμερα να αξιολογήσει από μόνο του, τα όσα ο ΜΥ1 κατέθεσε και να καταλήξει σε δικά του συμπεράσματα. Ούτε βεβαίως ο μάρτυρας έχει αναφέρει οποιαδήποτε άλλη περίπτωση όπου, οι ελληνικές αρχές, παρά το ότι παρείχαν σχετικές εγγυήσεις υπό την μορφή των παρόντων, με την επιστροφή του Εκζητούμενου στην Ελλάδα, αρνήθηκαν να τις εκτελέσουν λόγω του ότι είχε γίνει θυροκόλληση. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει κατοχυρωθεί στην SHINI-MEHRABZADEH SAID ανωτέρω, «η δικαστική αρχή εκτέλεσης του ΕΕΣ δεν υπεισέρχεται να ερμηνεύσει τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες του κράτους-μέλους από το οποίο προήλθε το ΕΕΣ, όσον αφορά το θέμα των νομικών εγγυήσεων για επανεκδίκαση της υπόθεσης εκζητούμενου προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας του ερήμην». Υπενθυμίζω ότι ο θεμέλιος λίθος της παρούσας διαδικασίας είναι η εμπιστοσύνη μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών, σε σχέση με τις τοποθετήσεις τους. Όπως αναφέρθηκε στην Πολ. Έφ. 235/2012, Γενικός Εισαγγελέας ν. Vyachyslav Shimkevich, ημερ.30.3.2017:- «Σε διαδικασία όπως στην παρούσα, διάχυτη είναι η αρχή της αβροφροσύνης, καθότι αφορά διακρατικές σχέσεις και η περίπτωση έκδοσης φυγοδίκων έχει ως μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του εγκλήματος, τηρουμένων πάντοτε των εχεγγύων που παρέχουν οι συνθήκες και εσωτερική νομοθεσία. Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Γεγονότων, στα δικαιολογητικά έγγραφα που τη συνοδεύουν αλλά και ο αλλοδαπός Νόμος της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση της φύσης αυτής και δεν παρέχεται η ευχέρεια σ΄ αυτό να τα αμφισβητήσει. Η απόδειξη τους όπως και οποιαδήποτε υπεράσπιση του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν το Δικαστήριο της χώρας που αιτείται την έκδοση του (βλ. Re Victor Nicolaevich Makushin
(2012)1 Α.Α.Δ. 567 και Re Evans
(1994)1 W.L.R. 1006, Mechavor (Aρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228).» Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι εγγυήσεις που παρέχονται υπό της παραγράφου (β) του Τεκμηρίου 4, αποτελούν αρκούντος ικανοποιητικές και πειστικές νομικές εγγυήσεις, αφαιρώντας και σε δεύτερο επίπεδο τη διακριτική ευχέρεια του παρόντος Δικαστηρίου για μη εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του Εκζητούμενου ότι ακόμη και να επιτραπεί επανεκδίκαση της υπόθεσής του, αυτός δε θα είναι σε θέση να προβάλει αποτελεσματική υπεράσπιση καθ' ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε, υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία του Εκζητούμενου έχει απορριφθεί, ως εκ τούτου αυτή η θέση έμεινε μετέωρη. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω αναφορά είχε προωθηθεί γενικά, αόριστα και χωρίς τεκμηρίωση και θα την απέρριπτα ακόμη και αν δεν είχε κριθεί ο ΜΥ2 αναξιόπιστος. Εν κατακλείδι, έχω εξετάσει το περιεχόμενο του ΕΕΣ υπό το φως των προνοιών των άρθρων 4 και 12 του Ν. 133(Ι)/2004, και έχοντας υπόψη ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μου οτιδήποτε που να αποτελεί λόγο για μη εκτέλεσή του σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του εν λόγω νόμου, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για εκτέλεσή του. Στη βάση των πιο πάνω διατάσσω την εκτέλεση του υπό αναφορά Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ο εκζητούμενος να τεθεί και να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την παράδοσή του στις Ελληνικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του Νόμου 133(Ι)/
  1. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να κοινοποιήσει αμέσως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση, δυνάμει του άρθρου 28 του Νόμου 133(Ι)/
  2. .................. (Υπ.) Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.