← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΧΑΡΑ ΛΙΒΕΡΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Aγ.: 589/2022, 4/12/2023

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΧΑΡΑ ΛΙΒΕΡΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Aγ.: 589/2022, 4/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Aγ.: 589/2022(
  2. i)ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΧΑΡΑ ΛΙΒΕΡΑ Ενάγουσα - Αιτήτρια και ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ Εναγόμενος- Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερ. 25.1.2023 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 4.12.2023 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χαράλαμπος Σ. Σάββα για Α. Χρίστου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ιωάννης Γ. Iωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, η Ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως η απαίτησή της επί του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ.10.6.2022. Το αίτημά της στηρίζεται στα Άρθρα 1 και 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα Άρθρα 17 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα Άρθρα 1Α, 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα Άρθρα 2, 29, 31, 32, 33, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960), στα Άρθρα 2, 3 και 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (ΚΕΦ. 148), στα Άρθρα 2 και 77 του περί Συμβάσεων Νόμου (ΚΕΦ. 149), στα Άρθρα 2 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.6), στη Δ.18, Δ.30, Δ.33, Δ.48 Θ.Θ.1-9, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές και στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αντιδικίας των μερών το οποίο είναι παραδεκτό είναι το ακόλουθο:- 1. Την 1.1.2018 συνήφθη Ενοικιαστήριο Έγγραφο (εφεξής «η συμφωνία»), μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου για ενοικίαση υποστατικού επί της Λεωφόρου Τάσου Μητσόπουλου 148, Διαμ. 602, Μακένζυ Κωρτ 2, Λάρνακα (εφεξής «το Διαμέρισμα»), 2. Η Eνάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου Διαμερίσματος και ο Εναγόμενος ο ενοικιαστής του, 3. O Εναγόμενος έχει καθυστερήσει να καταβάλει αριθμό μηνιαίων ενοικίων, 4. Ο Εναγόμενος διατηρεί την κατοχή του Διαμερίσματος μέχρι και σήμερα. Η Ενάγουσα με την παρούσα Αγωγή αξιώνει από τον Εναγόμενο την καταβολή καθυστερημένων ενοικίων και τελών απορρεόντων από την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία την οποία υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος παραβίασε. Ταυτόχρονα, ζητά ανάκτηση κατοχής του Διαμερίσματος καθώς και καταβολή ενδιάμεσων οφελών μέχρι την παράδοσή του, βασιζόμενη επί των όρων 4, 5.1, 5.9 και 5.16 της συμφωνίας μεταξύ τους. Υποστηρίζει περαιτέρω η επίδικη συμφωνία έληξε στις 31 Δεκεμβρίου του 2020 χωρίς ο Εναγόμενος να ασκήσει το συμβατικό δικαίωμά του σύμφωνα με τον όρο 5.19 για ανανέωση, πλην όμως δεν εγκατέλειψε το Διαμέρισμα. Το τελευταίο ενοίκιο που καταβλήθηκε αφορούσε τον Φεβρουάριο του 2021 ενώ από τον Μάρτιο του 2021 μέχρι και σήμερα ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ενοίκιο, παρά τις επανειλημμένες έγγραφες και προφορικές οχλήσεις της (Τεκμήριο 3). Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι τον Απρίλιο του 2022 οι δικηγόροι της κοινοποίησαν στον Εναγόμενο μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής «Viber» επιστολή (Τεκμήριο 5) καλώντας τον όπως, εντός 21 ημερών καταβάλει τα μέχρι τότε οφειλόμενα ενοίκια ύψους €7.000, πλέον κοινόχρηστα τέλη ύψους €588 καθώς και να παραδώσει κατοχή του Διαμερίσματος στις 31.5.2022. Ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε όμως θετικά και διατηρεί την κατοχή του Διαμερίσματος χωρίς να έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Προς αντίκρουση των πιο πάνω αξιώσεων, ο Εναγόμενος καταχώρισε στις 16.1.2023 Υπεράσπιση η οποία συνίσταται σε γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας καθώς και την κατοχή του Διαμερίσματος αλλά υποστηρίζει ότι δεν παραβίασε καμία από τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ισχυρίζεται ότι η κατοχή του είναι νόμιμη. Επιπλέον, αρνείται ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ή νόμιμη ιδιοκτήτρια του υποστατικού. Προς απάντηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης, ο Εναγόμενος προχώρησε περαιτέρω στις 31.5.2023 σε καταχώριση ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασης. Βασιζόμενος επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Δ.30 Θ1 και 2, Δ.39, Δ.48 Θ1-4 και 9, Δ.64 Θ1 και 2, επί του Περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/1983 άρθρα 2, 11 και 29, επί του δικαίου της επιείκειας, επί της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου, αντιτάσσει ως επιχειρήματα για απόρριψη της Αίτησης ότι:- 1. Η Αγωγή έχει εγκαταλειφθεί και απορριφθεί συμπαρασύροντας και την παρούσα Αίτηση, γιατί η Αιτήτρια δεν καταχώρισε κλήση για οδηγίες σύμφωνα με τη Δ.30, 2. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή, 3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου, της νομολογίας και του δικαίου της επιείκειας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, 4. Η Αγωγή είναι πρόωρη, και 5. Ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Μέσω της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης ημερ.31.5.2023, διαφοροποιεί την αρχικά προβληθείσα μέσω της Υπεράσπισης θέση του, αποδεχόμενος ότι η Ενάγουσα είναι νόμιμη ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος. Επιπλέον, παραδέχεται ότι έχει καθυστερήσει στην καταβολή κάποιων ενοικίων. Προς αιτιολόγηση αναφέρει επακριβώς τα ακόλουθα, τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί:- «Παραδέχομαι ότι έχω καθυστερήσει κάποια ενοίκια στην ενάγουσα όμως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι λόγω της πανδημίας του Covid19 δεν μπορούσα να εργαστώ και αντιμετωπίζω πολλά οικονομικά προβλήματα. Όταν ξεκίνησα να παρουσιάζω κάποιες καθυστερήσεις στην καταβολή ενοικίων, η ενάγουσα στην αρχή έδειξε κατανόηση εξ' ου και κατέβαλλα διάφορα ποσά έστω και καθυστερημένα. Η παράβαση αυτή εξ' όσων με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της πανδημίας κατά την οποία προέκυψε, αποτελεί "frustrating event" το οποίο ματαίωσε την συμφωνία πλην όμως με την ρητή μου δέσμευση ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023 θα εξοφλούσα όλα τα οφειλόμενα μου ενοίκια, συνεχίστηκε η ενοικίαση. Όμως η ενάγουσα προχώρησε αυθαίρετα σε τερματισμό της συμφωνίας και την καταχώρηση της αγωγής και παρά το γεγονός ότι όφειλε να μου επιδώσει επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, δεν έπραξε τούτο στέλνοντας μου όπως αναφέρει επιστολή μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής Viber. Εγώ δεν γνωρίζω να χειρίζομαι έγγραφα μέσω ηλεκτρονικών εφαρμογών και ως εκ τούτου πληροφορήθηκα τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της συμφωνίας διαβάζοντας την ένορκη δήλωση της ενάγουσας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.» Πέρα από τα πιο πάνω, προωθεί και κάποιους νομικούς ισχυρισμούς, ως αυτοί καταγράφονται στους λόγους ένστασης πιο πάνω. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι τα όσα η Ενάγουσα αξιοί υπό την παράγραφο Δ της Έκθεσης Απαίτησης ημερ.10.6.2022 δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι η παρούσα υπόθεση πληροί τόσο τις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όσο και της κείμενης νομολογίας που την ερμηνεύει, για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της, χωρίς την ανάγκη πλήρους Ακροάσεως. Η προώθηση των θέσεων των δύο πλευρών έγινε μέσω ένορκων δηλώσεων και γραπτών αγορεύσεων, χωρίς αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Διευκρινίζω ότι έχω εξετάσει και αξιολογήσει πλήρως και με προσοχή όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των δύο πλευρών ως αυτές εκτίθενται στο σύνολο των γραπτών παραστάσεων της παρούσας Αίτησης. Αναφορά σε αυτούς όμως, θα γίνεται μόνο όπου κρίνω αυτό απαραίτητο για επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Οι βασικές αρχές στη βάση των οποίων κρίνονται και αποφασίζονται οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, καθώς και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις όπως η Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1(Γ) 2553, Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 60/11, ηµερ. 12.7.16 και Ευθύμιου Μπουλουτά v. Eπιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Π.Ε. Αρ. Ε68/2017, ημερ. 3.11.2023. Ως διευκρινίστηκε στη Νεάρχου (ανωτέρω): «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.
  1. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Eκ του συνόλου των λόγων ένστασης, κρίνω ορθότερο για ευνόητους λόγους, να εξετάσω πρώτα την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για επίλυση της διαφοράς. Προς υποστήριξη του σχετικού λόγου ένστασης ο Εναγόμενος προβάλει ενόρκως τα ακόλουθα:- «Παρά την πιο πάνω θέση μου, ως περαιτέρω με ενημερώνει o δικηγόρος μου, ακόμα και εάν η αγωγή ήταν σε ισχύ και δεν είχε απορριφθεί, τίθεται θέμα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Εξ όσων με ενημερώνει o δικηγόρος μου, η ενάγουσα οφείλει στα πλαίσια της αγωγής να αποδείξει ότι το επίδικο διαμέρισμα κατά την 31/12/1999 δεν ενοικιαζόταν ή δεν προσφερόταν για ενοικίαση. Καμιά μαρτυρία δεν δίνει περί τούτου η ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση, πέραν της γενικής αναφοράς της στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα όπως η ίδια παραδέχεται, έγινε ιδιοκτήτρια του επίδικου υποστατικού μετά το έτος 1999, η ενάγουσα όφειλε να παρουσιάσει θετική μαρτυρία περί της προϋπόθεσης που επιβάλλεται για να έχει το Σεβαστό Δικαστήριο δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αγωγής. Είναι η θέση μου ότι η διαφορά μου με την ενάγουσα διέπεται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο αφού είμαι σήμερα θέσμιος ενοικιαστής.» Με κάθε σεβασμό, η προσέγγιση αυτή δε με βρίσκει σύμφωνη. Η Ενάγουσα, με θετική μαρτυρία μέσω της ένορκης δήλωσής της ημερ.25.1.2023, διαβεβαιώνει το Δικαστήριο ότι το υποστατικό «κατά την 31/12/1999, δεν ενοικιαζόταν ή/και δεν προσφερόταν προς ενοικίαση». Κατ' επέκταση, εκπίπτει από τις πρόνοιες του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν.23/1983) σύμφωνα με τη σχετικά πρόσφατη ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του Νόμου στην Φυσεντζίδη v. K&C Snooker & Pool Entertainment, ECLI:CY:AD:2020:A171, Πολιτική Έφεση Αρ. 30/2019, 1/6/2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  2. Επί αυτής της θέσης η Ενάγουσα δεν αντεξετάστηκε. Ούτε όμως και ο Εναγόμενος παρουσίασε ίχνος αντίθετης μαρτυρίας ή έστω συγκεκριμένους ισχυρισμούς που να θέτουν εν αμφιβόλω την πιο πάνω ξεκάθαρη τοποθέτηση. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους νομικούς ή πραγματικούς ισχυρισμούς. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Στο Annual Practice 1967 σελ. 250 αναφέρεται συγκεκριμένα ότι «the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην απόφαση Hermes Insurance Co Ltd (ανωτέρω). Κρίνω ότι τα όσα έχει παρουσιάσει η Αιτήτρια έχουν παραμείνει αναντίλεκτα και είναι επαρκή για απόρριψη της θέσης ότι η αντιδικία διέπεται από τον Ν. 23/
  3. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στο επιχείρημα του Εναγόμενου ότι τόσο η παρούσα Αίτηση, όσο και η Αγωγή έχουν εγκαταλειφθεί και απορριφθεί γιατί η Ενάγουσα δεν καταχώρισε Κλήση για οδηγίες σύμφωνα με τη Δ.30, κατά το κλείσιμο των δικογράφων. Ούτε αυτή η θέση του Εναγόμενου με βρίσκει σύμφωνη. Αντιθέτως, συγκλίνω πλήρως με τη νομική ανάλυση του αδελφού μου δικαστή κ. Λ. Πασχαλίδη, ως αυτή έχει εκφραστεί στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. v. GLIMEKA TRADING COMPANY LTD, Aρ. Αγωγής 2482/20, ημερ. 29.1.2021 (πρωτόδικη) και την οποία παραθέτω αυτούσια, ως απολύτως σχετική και εφαρμόσιμη και στην παρούσα διαδικασία:- «Σύμφωνα λοιπόν με την πάγια αυτή νομολογία, η καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 όχι μόνο ανέκαθεν αναστέλλει όλες τις προθεσμίες για την καταχώρηση περαιτέρω δικογράφων αλλά μάλιστα ενεργοποιεί και την εξουσία του Δικαστηρίου όπως στα πλαίσια της ίδιας της αίτησης για συνοπτική απόφαση προχωρήσει, αν διαπιστώσει τελικά ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί και ότι θα πρέπει να διεξαχθεί κανονική δίκη, να δώσει τις οδηγίες που θα δίνονταν για σκοπούς της κανονικής ακρόασης με βάση τη Δ.
  4. «Stay by Application under O.
  5. - Time for defence does not run between the time of taking out- and the hearing of a summons under O.14 (Hobson v. Monks, [1884] W . N. 8). When the Judge or Master gives leave to defend, conditional or unconditional, he may under r.
  6. order the action to be set down for trial forthwith, without pleadings or may give such other directions as to time for defence and otherwise as he is obliged to do under O.30.» (βλ. Annual Practice σελ 252). Αυτό άλλωστε είναι και το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της Δ.18 Θ.8, οι πρόνοιες της οποίας δίνουν την εξουσία στο Δικαστήριο όπως σε περίπτωση που αποφασίσει ότι ο εναγόμενος δικαιούται σε άδεια να υπερασπιστεί, ορίσει άμεσα την υπόθεση για κανονική ακρόαση και όπως επεξηγείται στη σελ 274 του Annual Practice, δώσει οδηγίες όπως η δίκη διεξαχθεί είτε χωρίς δικόγραφα, οπόταν και οι Ε/Δ που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση υπέχουν θέση δικογράφων, είτε στη βάση όποιων άλλων οδηγιών θα δίνονταν με βάση τη Δ.30 (αποκάλυψη, ανταλλαγή, παραδεκτά γεγονότα κλπ): " Shall give Directions."—.this Rule makes it obligatory to give the directions as would be given on a summons under O. 30, that is to say, all directions as to the further conduct of the action. The action may be ordered to be set down forthwith without pleadings or discovery of documents, in which case the affidavits would be directed to stand as pleadings. Or, discovery of documents may be ordered by lists. Otherwise, pleadings will be directed and directions given as to all the matters dealt with in
  7. It is intended that all interlocutory proceedings shall be included so far as it is possible. If discovery of documents is ordered, it may be necessary to adjourn the summons until after inspection of documents is completed so as to deal with those matters relating to evidence and the place and mode of trial. The whole course of the action will, so far as is practicable, be ordered at the hearing of the summons under O.14, without any adjournment. Any application subsequent to the order made on the summons should be made under the summons by two clear days' notice stating the grounds of the application, but, if it be one that might have been made at the hearing of the original summons, it will be made at the applicant's peril as to costs. While this Rule makes it necessary for the Master to give all directions as to procedure it does not give him authority to restrict the right of the defendant to make such bona fide defences as he can. but where some defences are mere sham ones they may be struck out and any real defence remaining may be ordered to be tried as a short cause.». Το ότι ο εναγόμενος πρόλαβε και καταχώρησε υπεράσπιση πριν την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική, είναι μεν δικαίωμα και συνάμα υποχρέωση του τελευταίου, και σε κάποιες περιπτώσεις ίσως να είναι και αναμενόμενο ως θέμα τακτικής, όμως τέτοια καταχώρηση δεν ενεργοποιεί καμία προθεσμία σε βάρος του ενάγοντα και δη προθεσμία που αν παρέλθει δύναται να δώσει την εντύπωση ότι η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας έχει εγκαταλείψει την αγωγή του όταν ο χρόνος του αναλώνεται ακριβώς στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει απόφαση υπέρ του και εναντίον του εναγόμενου και δη προωθώντας τη θέση ότι ο τελευταίος δεν έχει υπεράσπιση και ότι αν καταχώρησε τέτοιο δικόγραφο, αυτό έγινε απλά ώστε να καθυστερήσει τη διαδικασία; «.(σελ. 242 Annual Practice). The defendant is, therefore, clearly entitled after appearance to deliver his defence at any time within that period. He is, in fact, worried by a note indorsed on the writ served on him that if he does not do so, he may have judgment entered against him in default. If a defendant does deliver a defence the plaintiff may well find himself unable to swear an affidavit under sub-clause (a) of this Rule stating a belief that there is no defence to the action...The fact that the defendant has delivered a defence will not necessarily prevent the plaintiff from proceeding under O.14 (σελ.. 259 Annual Practice) In McLardy v. Slateum, 24 Q. B. D. 504, the Divisional Court held that, though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards...» Όπως περαιτέρω επεξηγείται στη σελ. 665 του Annual Practice αναφορικά με την γενικότερη πρακτική σε σχέση με το στάδιο των οδηγιών, ήτοι της Δ.30, εκεί όπου υπάρχει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο ζητείται η ανάκτηση γης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, τότε μετά που θα καταχωρήσει εμφάνιση ο εναγόμενος, ο ενάγοντας μπορεί είτε να περιμένει να παρέλθει άπρακτος ο χρόνος για την καταχώρηση υπεράσπισης και ακολούθως να αιτηθεί απόφαση με βάση τη σχετική Διαταγή (Δ.26), είτε να προχωρήσει με αίτηση για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.
  8. Αν τελικά δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί στην αγωγή, τότε ο ενάγοντας θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση ως κλήση για οδηγίες με βάση τη Δ.30: «.If the writ is specially indorsed with or accompanied by a statement of claim for recovery of land under Ο. 3 r. 6, the plaintiff may, after appearance, either proceed under Ο.14 or wait the expiration of the time for defence, and enter judgment in default of defence. If he proceeds under O. 14, and leave to defend is given, he must apply for directions under this Rule. Όλα τα πιο πάνω, τα οποία επιβεβαιώνονται και από την «παλαιά» Δ.30 Θ.1(c), όπου εκεί ρητά αναφέρετο ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας έχει αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18, τότε το Δικαστήριο δύναται να θεωρήσει εκείνη την αίτηση ως κλήση για οδηγίες, δεν έχουν καθόλου μεταβληθεί δυνάμει της νέας Δ.30, αφού ακόμη και με την τροποποίηση της εν λόγω Διαταγής, οι πρόνοιες της Δ.18 και οι αρχές που τη διέπουν, έχουν συνειδητά, και κατά τη γνώμη μου ορθά αφεθεί εκτός των Διαταγών που αναφέρεται ότι θα πρέπει πλέον να «διαβάζονται υπό το πρίσμα» της «νέας» Δ.
  9. Κοντολογίς, όχι μόνο οι ίδιοι οι Θεσμοί ήταν και είναι προσαρμοσμένοι έτσι ώστε ο ενάγοντας που καλόπιστα πιστεύει και προωθεί ότι «.η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη.» να μην πρέπει ν' «ανησυχεί» και για τις μελλοντικές δικονομικές του υποχρεώσεις σε περίπτωση που η αίτηση του για συνοπτική απόφαση δεν εγκριθεί, αλλά ούτε και διανοείτο ποτέ κάποιος ενάγοντας να αιτηθεί την έκδοση απόφασης με συνοπτικές διαδικασίες και την ίδια στιγμή να θέλει να του δοθούν και οδηγίες για σκοπούς της κανονικής δίκης της υπόθεσης. Αυτό αν μη τι άλλο διότι μια τέτοια ενέργεια καταδεικνύει μια εγγενή θεμελιακή αντίφαση στο πόσο «καθαρή» ο ίδιος ο ενάγοντας θεωρεί την απαίτηση του αλλά και την υπεράσπιση του αντιδίκου του να είναι.» Ως εκ των ανωτέρω, και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, αντιπαραβάλλοντάς τες με τα δεδομένα της περίπτωσης που έχω ενώπιον μου. Είναι ξεκάθαρο από το σύνολο των γραπτών παραστάσεων ότι οι 3 προϋποθέσεις όντως πληρούνται. Η παρούσα Αγωγή προωθείται με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 Κ.6) και ο Εναγόμενος έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή. Επιπλέον δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο το γεγονός ότι η υποστηρικτική στην επίδικη αίτηση ένορκη δήλωση έγινε από την ίδια την Ενάγουσα, η οποία ορκίζεται θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της Αγωγής καθώς επίσης εκφράζει ρητά την άποψη ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον Εναγόμενο για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστεί (BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235). Σε αυτό το ζήτημα στρέφω τώρα την προσοχή μου. Κατ' αρχάς, σημειώνω την παραδοχή του Εναγόμενου στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του ημερ.31.5.2023 ότι έχει καθυστερήσει να καταβάλει κάποια ενοίκια. Το γεγονός αυτό - εκ πρώτης όψεως - αποτελεί παράβαση των όρων 4 και 5.1 της συμφωνίας οι οποίοι προνοούν προπληρωμή ανελλιπώς του συμφωνηθέντος ενοικίου κάθε 1η μέρα του μήνα. Οι δύο αυτοί όροι, σύμφωνα με τον όρο 5.18, είναι ουσιώδεις και δίδουν «το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να τερματίσει την ενοικίαση και να ζητήσει τυχόν αποζημιώσεις, στην περίπτωση δε του Ενοικιαστή, πάντοτε υποχρεωμένου να καταβάλει τα ενοίκια μέχρι της ημέρας που θα εγκαταλείψει και θα παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του διαμερίσματος». Ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί τα πιο πάνω. Προς υπεράσπιση της πιο πάνω αδιαμφισβήτητης παραβίασης από πλευράς του, ο Εναγόμενος προβάλλει ως προανέφερα τα ακόλουθα:- «Παραδέχομαι ότι έχω καθυστερήσει κάποια ενοίκια στην Ενάγουσα όμως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι λόγω της πανδημίας του Covid19 δεν μπορούσα να εργαστώ και αντιμετωπίζω πολλά οικονομικά προβλήματα. Όταν ξεκίνησα να παρουσιάζω κάποιες καθυστερήσεις στην καταβολή ενοικίων, η ενάγουσα στην αρχή έδειξε κατανόηση εξ' ου και κατέβαλλα διάφορα ποσά έστω και καθυστερημένα. Η παράβαση αυτή εξ' όσων με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της πανδημίας κατά την οποία πρόεκυψε, αποτελεί "frustrating event" το οποίο ματαίωσε την συμφωνία πλην όμως με την ρητή μου δέσμευση ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023 θα εξοφλούσα όλα τα οφειλόμενα μου ενοίκια, συνεχίστηκε η ενοικίαση. Όμως η ενάγουσα προχώρησε αυθαίρετα σε τερματισμό της συμφωνίας και την καταχώρηση της αγωγής και παρά το γεγονός ότι όφειλε να μου επιδώσει επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, δεν έπραξε τούτο στέλνοντας μου όπως αναφέρει επιστολή μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής Viber. Εγώ δεν γνωρίζω να χειρίζομαι έγγραφα μέσω ηλεκτρονικών εφαρμογών και ως εκ τούτου πληροφορήθηκα τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της συμφωνίας διαβάζοντας την ένορκη δήλωση της ενάγουσας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.» Κατά την άποψή μου, η αντίφαση στα όσα ενόρκως αναφέρει ο Εναγόμενος είναι πασιφανής και δε χρειάζεται ιδιαίτερη επεξήγηση. Ως σύνοψη, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ταυτόχρονα ότι:-
(1)Η αρχική συμφωνία ματαιώθηκε, δηλαδή κατέστη άκυρη εξ' υπαρχής λόγω προσωπικών του οικονομικών δυσχερειών συνεπεία του Covid-19,
(2)Η αρχική συμφωνία τερματίστηκε αυθαίρετα από πλευράς της Ενάγουσας καθιστώντας την παρούσα Αγωγή πρόωρη,
(3)Δεν γνώριζε ότι η αρχική συμφωνία τερματίστηκε από την Ενάγουσα και έλαβε για πρώτη φορά γνώση μέσω της επίδικης αίτησης,
(4)Είναι θέσμιος ενοικιαστής (παρ. 4 ε.δ. ημερ.31.5.2023),
(5)Τα μέρη έχουν συνάψει νέα συμφωνία μεταξύ τους που προνοούσε καταβολή όλων των οφειλόμενων ενοικίων μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023, θέσεις οι οποίες βεβαίως συγκρούονται και δε δύναται ως πραγματικό γεγονός να υφίστανται συγχρόνως, όπως αυτός τις προωθεί. Στην απόφαση Λαζάρου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant's own evidence.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Πέραν των πιο πάνω οφθαλμοφανών αντιφάσεων, παρατηρώ επίσης ότι οι ισχυρισμοί:-
(1)για ματαίωση της συμφωνίας,
(2)ότι η συμφωνία τερματίστηκε αυθαίρετα από την Ενάγουσα,
(3)ότι η Αγωγή είναι πρόωρη,
(4)ότι δεν γνώριζε ότι η συμφωνία τερματίστηκε,
(5)ότι έχει συναφθεί νέα συμφωνία μεταξύ των μερών,
(6)ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής, και
(7)ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία καθότι εφαρμογή έχει ο Περί Ενοικιοστασίου Νόμος 23/1983, δεν δικογραφούνται καθόλου στην Υπεράσπιση που ήδη καταχωρίστηκε. Η Υπεράσπιση συνίσταται σε γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών της Ενάγουσας χωρίς να προβάλλεται οποιοδήποτε άλλο γεγονός ή θέση προς απάντηση ή αντίκρουση των όσων αυτή προβάλλει στο Κλητήριο Ένταλμα. Πέραν από δύο παραδοχές για σύναψη της συμφωνίας και κατοχή του Διαμερίσματος, ο Εναγόμενος - αντίθετα με τα όσα προβάλλει ενόρκως στα πλαίσια της παρούσας - υποστηρίζει ότι δεν παραβίασε καμία από τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ισχυρίζεται ότι η κατοχή του είναι νόμιμη. Υπενθυμίζω ότι μέσω της ένορκης δήλωσής του ημερ.31.5.2023, η πιο πάνω δικογραφημένη του θέση διαφοροποιήθηκε με παραδοχή του ότι έχει «καθυστερήσει κάποια ενοίκια στην Ενάγουσα». Σημειωτέο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει εκφράσει οποιαδήποτε πρόθεση για τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης. Όσον αφορά τώρα το ίδιο το περιεχόμενο της μαρτυρίας που παρουσίασε στα πλαίσια της παρούσας, παρατηρώ τα ακόλουθα. Σε σχέση με το ζήτημα της ματαίωσης, το άρθρο 56 του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί τα ακόλουθα:- Συμφωνία τέλεσης αδύνατης πράξης 56.-
(1)Συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ' εαυτής αδύνατης είναι άκυρη.
(2)Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.
(3)Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Στην υπόθεση ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ P.C. INFOMEDIA PUBLICATIONS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 125/2011, 20/1/2017 επεξηγήθηκαν τα πλαίσια εφαρμογής του εν λόγω άρθρου ως ακολούθως:- «Είναι θεμελιωμένο ότι το δόγμα της ματαίωσης εφαρμόζεται μέσα σε στενά πλαίσια. Το δόγμα αυτό δεν εφαρμόζεται ελαφρά τη καρδία για να απαλλάξει συμβαλλομένους από κακές συμφωνίες. Στην αρχική υπόθεση Taylor v. Caldwell
(1863)3 B & S 826 καθιερώθηκε η αρχή ότι η ματαίωση μιας σύμβασης δικαιολογείται στην περίπτωση που η σύμβαση καθίσταται αδύνατο να εκτελεστεί, εξαιτίας της εξαφάνισης του αντικειμένου της σύμβασης, χωρίς να ευθύνεται ο συμβαλλόμενος που επικαλείται τη ματαίωση. Η αιτία της ματαίωσης μιας σύμβασης πρέπει να είναι μια εξωτερική αλλαγή της κατάστασης. Μια αλλαγή στο νόμο ή στη νομική θέση που διέπει τη σύμβαση, μετά την υπογραφή της, αναγνωρίζεται ως έγκυρος λόγος ματαίωσης της σύμβασης (Δέστε: Baily v. De Crespigny
(1869)L.R. 4 Q.B., 180). Στην υπόθεση Davis Contractors Ltd v. Fareham U.D.C.
(1956)A.C., 696 τονίστηκε ότι για να υπάρξει ματαίωση σύμβασης θα πρέπει η συμβατική υποχρέωση να έχει καταστεί αδύνατο να εκτελεστεί, χωρίς ευθύνη του συμβαλλόμενου που την επικαλείται, εξαιτίας περιστάσεων που κατέστησαν την εκτέλεση της υποχρέωσης ριζικά διαφορετική από εκείνη που ο συμβαλλόμενος έχει αναλάβει.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στην Fadil Izzet v. Κυπριακή Ετ. Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 11 λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «Πηγή προέλευσης του Άρθρου 56
(2)του Νόμου είναι το αντίστοιχο άρθρο του Ινδικού Νόμου υπό το οποίο η έννοια της «ματαίωσης» (frustration) διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια όπως διαμορφώθηκε στο Αγγλικό δίκαιο [βλ. Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23, Maison Jenny Limited v. Krashias Footwear Industry Limited
(2002)1 Α.Α.Δ 1156]. Σχετικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελ. 402, που υιοθετήθηκε στην KΙER (Cyprus) Ltd v. Trenco Construction Ltd
(1981)1 C.L.R. 30. «The doctrine of frustration comes into play when a contract becomes impossible of performance, after it is made, on account of circumstances beyond the control of parties or the change in circumstances makes the performance of the contract impossible.» Στην υπόθεση KIER, ο δια της κατοχής de facto διαμελισμός της Κύπρου από το 1974 κρίθηκε ως τέτοιος παράγοντας, πέραν του ελέγχου των μερών, που κατέστησε την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης αδύνατη. Όπως δε, έχει λεχθεί στην Α.Ν. Stasis Estates Co. Ltd. v. Waldner κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. 250 «η ματαίωση τερματίζει τη σύμβαση αυτομάτως κατά το χρόνο επέλευσης του γεγονότος που την επιφέρει και δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δικαιώματος των συμβαλλομένων για επιλογή» .......................................... Το κριτήριο, ως άνω, είναι αντικειμενικό και αφορά στο κατά πόσο το επιγενόμενο γεγονός καταλύει το θεμέλιο της σύμβασης υπό την παρακάτω πρακτική έννοια όπως έχει αναλυθεί στην απόφαση Satyabrata Ghose v. Mugneeram Bangur and Co [1954] S.C.R. 310, του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας, απόσπασμα της οποίας υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου στην υπόθεση Xenophontos, ανωτέρω: «This much is clear that the word "impossible" has not been used here in the sense of physical or literal impossibility. The performance of an act may not be literally impossible but it may be impracticable and useless from the point of view of the object and purpose which the parties had in view, and if an un-toward event or change of circumstances totally upsets the very foundation upon which the parties rested their bargain, it can very well be said that the promisor found it impossible to do the act which he promised to do.»» (Οι υπογραμμίσεις ξανά είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικές επίσης - σε σχέση με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου - είναι οι υποθέσεις Mason Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1156, Cyprus Cinema & Theatre Co Ltd v. Christodoulols Karmiotis
(1967)1 C.L.R.
  1. Με όλο τον σεβασμό προς τον Εναγόμενο, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει έστω και σκιώδη πιθανότητα να έχει εφαρμογή το εν λόγω δόγμα στην παρούσα υπόθεση. Ο Εναγόμενος δεν έχει προβάλει οποιαδήποτε γεγονότα που να συνηγορούν ότι η ενοικίαση του Διαμερίσματος κατέστη αδύνατη είτε γιατί έχει εξαφανιστεί το αντικείμενο της συμφωνίας, είτε γιατί επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή στον νόμο ή στη νομική θέση που διέπει τη συμφωνία ή στις ίδιες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συμφωνία, οι οποίες να κατέστησαν την εκτέλεση της υποχρέωσής του ριζικά διαφορετική από εκείνη που έχει αρχικά αναλάβει. Η αλλαγή στις προσωπικές του περιστάσεις και οι οικονομικές του δυσκολίες, για τον λόγο που αναφέρει, δεν καθιστούν την εκτέλεση της συμφωνίας αδύνατη εν τη εννοία του άρθρου 56 του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.
  2. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη πάγια νομολογία, γενική επίκληση νομικών ενστάσεων, χωρίς την ανάλογη τεκμηρίωση μέσω μαρτυρίας δεν δίδει το δικαίωμα υπεράσπισης σε Εναγόμενο (βλ. Hermes Insurance Co Ltd (ανωτέρω)). Εν όψει των ανωτέρω, ο Εναγόμενος δεν έχει πείσει ότι υπάρχουν γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την Αγωγή επί αυτής της βάσης. Στρεφόμενη τώρα στον ισχυρισμό ότι τα μέρη έχουν συνάψει νέα συμφωνία μεταξύ τους που προνοούσε καταβολή όλων των οφειλόμενων ενοικίων μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023, παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος δεν έχει παρουσιάσει καμία λεπτομέρεια και κανένα στοιχείο που να διαφωτίζει το Δικαστήριο σε σχέση με αυτή την κατ' ισχυρισμόν συμφωνία και το περιεχόμενό της. Η αναφορά σε αυτή είναι γενική και αόριστη και ως αποτέλεσμα η αξιολόγηση αυτής της γραμμής υπεράσπισης από το Δικαστήριο καθίσταται αδύνατη. Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd (ανωτέρω) ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.» Πέρα από τα πιο πάνω, σημειώνω ότι, παρότι υπάρχει παραδοχή για μη καταβολή αριθμού ενοικίων, δεν υπάρχει συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι κάποια ποσά εξοφλήθηκαν ούτε για το ποια ενοίκια εκκρεμούν. Υπενθυμίζω ότι «Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd (ανωτέρω)). Όπως και στη Νεάρχου (ανωτέρω), ο Εναγόμενος είχε την υποχρέωση να δείξει αν η υπεράσπισή του αφορούσε ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και να καθορίσει τούτο με ακρίβεια. Δεν το έπραξε όμως. Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ούτε σε αυτή την περίπτωση ο Εναγόμενος έχει παρουσιάσει επαρκείς λεπτομέρειες για να του δοθεί το δικαίωμα να προωθήσει τη συγκεκριμένη γραμμή υπεράσπισης. Tέλος, όσον αφορά τον παράλληλο ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι δεν γνώριζε ότι η συμφωνία μεταξύ τους είχε τερματιστεί, παρατηρώ ότι δεν παραπονιέται με αρκούντως σαφή τοποθέτηση ότι ο τρόπος επίδοσης της επιστολής συνιστούσε παραβίαση της συμφωνίας μεταξύ τους ή ότι η επίδοση έπρεπε να διενεργηθεί με άλλο τρόπο. Περιορίζεται στην αόριστη θέση ότι αυτός δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της επιστολής γιατί δεν ξέρει να χειρίζεται έγγραφα στην εφαρμογή Viber, χωρίς όμως να αντικρούει τη θετική μαρτυρία που παρουσιάστηκε μέσω του Τεκμηρίου 5 της Ενάγουσας ότι η επιστολή παραλήφθηκε από τον ίδιο. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασής του ότι η αγωγή είναι πρόωρη παρέμεινε ατεκμηρίωτος, οδηγώντας αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπισή του επί αυτού του σημείου, ως έχει παρουσιαστεί, δεν συνιστά ειλικρινή αμφισβήτηση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών, για να δικαιολογείται να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την εδραιωμένη νομολογία επί του θέματος, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά και σπάνια (Νεάρχου (ανωτέρω)). Πλην όμως, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η παρούσα υπόθεση πληροί όλες τις προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρο ότι μεταξύ των μερών δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται ακροαματική διαδικασία, ούτε και χρειάζεται να ακούσω μαρτυρία για να αποφασίσω ότι τα όσα ο Εναγόμενος εγείρει στην ένστασή του δεν ευσταθούν και συνιστούν επιφανειακά επιχειρήματα που μοναδικό σκοπό έχουν να καθυστερήσουν το αναπόφευκτο. Ο Εναγόμενος δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κάποιο γεγονός ή στοιχείο που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για υπεράσπιση στην αγωγή. Συμπερασματικά, κρίνω ότι η υπεράσπιση που προβάλει ο Εναγόμενος δεν είναι καλόπιστη και συνίσταται στο σύνολό της από εκ των υστέρων σκέψεις που αποσκοπούν στο να στερήσουν από την Ενάγουσα την εξασφάλιση συνοπτικής απόφασης. Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου ως το Α-Ε και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 10.6.2022. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. (Υπ.) Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.