← Κύπρος

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Α. ΠΟΠΠΟΥ ν. ΙΩΣΗΦ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ως εκκαθαριστής της εταιρείας K. CHRISTODOULOU & CH. CHRISTAKI PROPERTY DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης:

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Α. ΠΟΠΠΟΥ ν. ΙΩΣΗΦ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ως εκκαθαριστής της εταιρείας K. CHRISTODOULOU & CH. CHRISTAKI PROPERTY DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 113/23, 28/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 113/23 (ijustice) Αναφορικά με τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 μέχρι 2017, Ν.81(Ι)/2011 άρθρα 1 έως 18 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Αναφορικά με την αίτηση του Θεόδωρου Α. Πόππου ΑΔΤ [ ], από τη Λάρνακα για άδεια και/ή διαταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει και/ή να επιτρέπει την κατάθεση της συμβασης πώλησης ημερ. 16/3/2007 στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης Αναφορικά με την εταιρεία K. CHRISTODOULOU & CH. CHRISTAKI PROPERTY DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Εγγραφής HE 43865 ΚΑΙ Μεταξύ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Α. ΠΟΠΠΟΥ Αιτητής Και 1. ΙΩΣΗΦ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ως εκκαθαριστής της εταιρείας K. CHRISTODOULOU & CH. CHRISTAKI PROPERTY DEVELOPERS LIMITED 2. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ Δ/Π της εταιρείας K. CHRISTODOULOU & CH. CHRISTAKI PROPERTY DEVELOPERS LIMITED 3. ΤΜΗΜΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ 4. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ 5. IDEAL KITCHENS LIMITED 6. GORDIAN HOLDINGS LIMITED 7. ΤΣΑΠΠΑ ΑΛΕΞΙΑ 8. ΤΜΗΜΑ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ Καθ ων η αιτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για αιτητή: κ. Γ.Κ. Γεωργίου και κα Π. Ασπρομάλλη Για καθ' ων η αίτηση 2 και 6: κα Φ. Θεοχάρους για Κούσιο, Κορφιώτη και Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση 3 και 8: κα Θ. Χατζηζαχαρία Για καθ' ων η αίτηση 4: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση 1, 5 και 7: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 13/06/23, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ του ίδιου του αιτητή και εδράζεται κυρίως «..στα άρθρα αρ. 1 έως 18 Περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος 81(I)/2011 έως 2017 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα .(και) . στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 209 και 220 .», ο τελευταίος ζητά την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται η κατάθεση εντός καθορισμένου χρόνου στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, του πωλητηρίου εγγράφου που αυτός ισχυρίζεται ότι σύναψε ως αγοραστής στις 16/03/2007 με την εταιρεία K. CHRISTODOULOU & CH. CHRISTAKI CONSTRUCTION CO. LTD (η οποία μετονομάστηκε στις 16/12/2008 σε K. CHRISTODOULOU & CH. CHRISTAKI PROPERTY DEVELOPERS LIMITED) - (εφ' εξής η εταιρεία), για την αγορά μίας κατοικίας τριών υπνοδωματίων με αρ. 2 στο Συγκρότημα Κατοικιών Sunworld Villas στο κτήμα με αρ. εγγραφής 0/8186, τεμάχιο 963, τμήμα 0, φύλλο/σχέδιο 40/48, τοποθεσία Κοκκινογή, στην κοινότητα Λειβαδιών της επαρχίας Λάρνακας. Επειδή η φερόμενη ως πωλήτρια εταιρεία βρίσκεται από τις 26/6/2013 υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης, πρώτα από τους μετόχους και ύστερα από τους πιστωτές της[1], και από τις 17/03/2014 υπό διαχείριση/παραλαβή κατ' εφαρμογή διαφόρων ομολόγων επιβάρυνσης που είχαν εκδοθεί μεταξύ 2004 - 2009 προς όφελος της τότε Λαϊκής Τράπεζας, και τα οποία ομόλογα σε μεταγενέστερο χρόνο μεταβιβάστηκαν δυνάμει νομοθεσίας και σχετικών διαταγμάτων, αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου και ύστερα στην εταιρεία GORDIAN HOLDINGS LIMITED, η αίτηση επιδόθηκε τόσο στον εκκαθαριστή όσο και στον παραλήπτη της εταιρείας (καθ΄ ων η αίτηση 1 & 2). Επιπρόσθετα όμως των προσώπων αυτών, ο αιτητής κατέστησε ως διάδικους στην αίτηση το Τμήμα Φορολογίας της Κυπριακής Δημοκρατίας (καθ΄ ων η αίτηση 3), την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (καθ΄ ων η αίτηση 4), την ιδιωτική εταιρεία IDEAL KITCHENS LIMITED (καθ΄ ης η αίτηση 5), την GORDIAN HOLDINGS LIMITED (καθ΄ ης η αίτηση 6), ένα φυσικό πρόσωπο (καθ΄ ης η αίτηση 7) και το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (καθ΄ ης η αίτηση 8), εφόσον αυτά τα πρόσωπα και αρχές, σύμφωνα με σχετική έρευνα που παρουσιάζεται να διενήργησε ο αιτητής στο Κτηματολόγιο στις 12/06/2023[2], έχουν ήδη εγγράψει επί του επηρεαζόμενου ακινήτου διάφορα εμπράγματα βάρη προς όφελος τους και λόγω τούτου θεωρούνται πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως να επηρεάζονται από την έκβαση της αίτησης[3]. Αφού λοιπόν η αίτηση επιδόθηκε σε όλους τους προαναφερόμενους διαδίκους, οι μεν καθ' ων η αίτηση 2, 4 και 6 εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και δήλωσαν ότι προτίθεντο να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση ενώ οι καθ΄ ων η αίτηση 3 και 8, οι οποίοι εμφανίστηκαν μέσω της ίδιας συνηγόρου, δήλωσαν ότι δεν θα καταχωρούσαν οποιαδήποτε ένσταση και ότι αφήνουν το θέμα στην κρίση του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τους καθ΄ ων η αίτηση 1, 5 και 7, αυτοί, αν και τους επιδόθηκε δεόντως η αίτηση επέλεξαν να μην εμφανιστούν και να προβάλουν οποιαδήποτε ένσταση. Καταχωρήθηκε λοιπόν μία κοινή ένσταση από πλευράς καθ' ων η αίτηση 2 και 6, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ ενός εκ των υφιστάμενων λειτουργών της Gordian, ο οποίος αναφέρει ότι για σκοπούς της μαρτυρίας του έλαβε πληροφορίες μεταξύ άλλων και από τον καθ' ου η αίτηση 2 - παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας, και μία ένσταση από πλευράς καθ' ων η αίτηση 4, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ ενός εκ των δικών τους υπαλλήλων. Συνοψίζω την ουσία των εκατέρωθεν θέσεων. Με την Ε/Δ του ο αιτητής ισχυρίζεται ουσιαστικά τρία πράγματα: Α. Ότι στις 16/03/07 σύναψε το επίδικο πωλητήριο έγγραφο με την εταιρεία δυνάμει του οποίου αγόρασε την εκεί αναφερόμενη κατοικία για το συνολικό ποσό των 115.000ΛΚ συμπ. ΦΠΑ (βλ. παρ. 5 και Τεκ.5 Ε/Δ αιτητή). Β. Ότι μεταξύ 20/03/08 και 06/05/08 κατέβαλε προς την εταιρεία με διάφορους τρόπους (μετρητά, επιταγές και συμψηφισμό με ποσά που καταβλήθηκαν σε σχέση με άλλα συμβόλαια) το συνολικό ποσό των 85.000ΛΚ έναντι του προαναφερόμενου τιμήματος πώλησης, με αποτέλεσμα να παραμένει σήμερα πληρωτέο μόνο το ποσό των 30.000ΛΚ (€51.258,04) (βλ. παρ.7 - 12 και Τεκ. 6 - 15 Ε/Δ αιτητή). Γ. Ότι αν και η αγορασθείσα κατοικία του παραδόθηκε το 2012 και έκτοτε διαμένει εκεί με την οικογένεια του πληρώνοντας μάλιστα και όλα τα σχετικά τέλη, φόρους και έξοδα διαβίωσης (βλ. παρ.16 και 26 και Τεκ.16 και 18 Ε/Δ αιτητή), εντούτοις, συνεπεία παραπλάνησης του από την εταιρεία αλλά και δικής του αδράνειας, «αβλεψίας και/ή αμέλειας», το αγοραπωλητήριο έγγραφο δεν κατατέθηκε ποτέ στο Κτηματολόγιο. Λόγω τούτου όμως, αυτός σήμερα δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της αγορασθείσας κατοικίας και αν και είναι πρόθυμος και έτοιμος να καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό των €51.258,04, δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να ζητήσει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Στην αντιπέρα όχθη, στην ένσταση που η κάθε ενιστάμενη πλευρά καταχώρησε, προβάλλονται διάφοροι λόγοι και ισχυρισμοί για τους οποίους θα πρέπει κατά τους ενιστάμενους η αίτηση να απορριφθεί. Και οι δύο ενιστάμενες πλευρές όμως ισχυρίζονται, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια, ότι ο αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι είχε και στο παρελθόν επιδιώξει να εξασφαλίσει τα αιτούμενα διατάγματα με την καταχώρηση παρόμοιας φύσης αίτηση. Ειδικότερα, οι μεν καθ' ων η αίτηση 2 και 6 επικαλούνται τη Γενική Αίτηση 214/22(
  2. ij)που ο αιτητής καταχώρησε το 2022 και την οποία αυτοί επισυνάπτουν ως Τεκ. 7 στην ένσταση τους ενώ οι καθ' ων η αίτηση 4 επικαλούνται τη Γενική Αίτηση 101/23(ij), την οποία επισυνάπτουν ως Τεκ. Α στη δική τους ένσταση και την οποία ο αιτητής είχε καταχωρήσει την 01/06/23. Αν και δηλώνουν λοιπόν άγνοια για τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται σε σχέση με την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου, την πληρωμή μέρους του τιμήματος πώλησης και τους λόγους που δεν κατατέθηκε μέχρι σήμερα το επίδικο συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο, οι καθ' ων η αίτηση 4 θεωρούν ότι, εφόσον στην προηγούμενη αίτηση του (101/23) ο αιτητής πρόβαλε μια διαφορετική εκδοχή σε σχέση με το πώς και πότε είναι που αντιλήφθηκε το γεγονός της παράλειψης κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου αλλά και σε σχέση με το γιατί το συμβόλαιο δεν κατατέθηκε μέχρι σήμερα, «.δημιουργούνται κενά και ερωτηματικά που δεν επιτρέπουν την έγκριση της αίτησης.(και ότι).προσπάθεια του είναι μεταξύ άλλων να καταστεί εξασφαλισμένος πιστωτής σε μια υπό εκκαθάριση εταιρεία ενώ αυτή τη στιγμή η θεραπεία του είναι αποζημιώσεις μόνο, υπό την ιδιότητα μη εξασφαλισμένου πιστωτή.». Επικαλούμενοι λοιπόν τα δύο ΜΕΜΟ που αυτοί ενέγραψαν επί του επηρεαζόμενου ακινήτου, οι καθ' ων η αίτηση 4 υποστηρίζουν ότι «.τυχόν έγκριση της αίτησης.θα οδηγήσει και σε επηρεασμό των δικαιωμάτων (τους).των οποίων η εξασφάλιση θα επηρεαστεί από τυχόν διεκδίκηση, όπως και αναφέρεται ότι θα πράξει ο αιτητής, ειδικής εκτέλεσης συμφωνίας.» (βλ. παρ. 5-10 Ε/Δ καθ' ων η αίτηση 4). Με τη δική τους ένσταση, οι καθ' ων η αίτηση 2 και 6, υποστηρίζοντας και αυτοί ότι ο αιτητής παρουσιάζει στην παρούσα μια κάπως διαφορετική εκδοχή των περιβάλλουσων συνθηκών από αυτή που παρουσίασε στο παρελθόν με την Αίτηση 214/2022, ισχυρίζονται στην παρ. 11 της Ε/Δ τους ότι: «.Ως έχω πληροφορηθεί από τον ΠΔ της Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει καταφέρει να εντοπίσει οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία να επιβεβαιώνουν ότι έχει καταβληθεί το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης στην Καθ' ης η Αίτηση. Εξ' όσων έχω πληροφορηθεί από τον ΠΔ και όπως διαφαίνεται και από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ' ης η Αίτηση 1, που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου και έχουν μεταβιβαστεί στην Καθ' ης η Αίτηση 6 ως περιγράφεται ανωτέρω, το μοναδικό ποσό, που έχει καταβληθεί έναντι του τιμήματος πώλησης είναι το ποσό των €56.886,00, το οποίο κατατέθηκε στις 06.05.2008. Παρά την ύπαρξη των «αποδείξεων» είσπραξης που έχει επισυνάψει ο Αιτητής στην ΕΔ του, εξ όσων με έχει πληροφορήσει ο ΠΔ δεν φαίνεται πουθενά στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ' ης η Αίτηση ότι έχει όντως κατατεθεί/καταβληθεί το ποσό του τιμήματος πώλησης, ήτοι το ποσό των Λ.Κ 115.000 (€196.489,17). Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 8 αντίγραφα των τραπεζικών λογαριασμών της Καθ' ης η Αίτηση 1 για τα έτη 2007-2008 όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι καμία κατάθεση ή καταβολή έγινε στους λογαριασμούς της Καθ' ης η Αίτηση 1 που να αντιστοιχούν στο υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του ακινήτου, πέραν της κατάθεσης του ποσού των €56.886,00, στις 06.05.2008.» Επικαλούμενοι λοιπόν και αυτοί τα δικαιώματα τους ως πιστωτές της εταιρείας αλλά και τα δικαιώματα που τους παρέχουν οι δικές τους εμπράγματες εξασφαλίσεις, υποστηρίζουν ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί, τόσο γιατί δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις της νομοθεσίας όσο και γιατί θα πρέπει να προστατευτούν τα δικά τους δικαιώματα. Πρόσθετα τώρα των πιο πάνω, στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2 και 6 προβάλλεται ως λόγος ένστασης και το ότι το Δικαστήριο «.στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα καθότι η κατάθεση σύμβασης επί ακίνητης ιδιοκτησίας συνιστά εμπράγματο βάρος και σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, τέτοιο εμπράγματο βάρος δεν δύναται να δημιουργηθεί επί οποιασδήποτε περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση μετά την έναρξη εκκαθάρισης της και ή είναι άκυρο σε ότι αφορά στον εκκαθαριστή και τους πιστωτές της καθ΄ ης η αίτηση αν δεν κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη εντός καθορισμένης από το Κεφ. 113 χρονικής προθεσμίας», κάτι που προβάλλεται και στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση 4 ως λόγος ένστασης 13, με μια πιο απλουστευμένη διατύπωση όμως. Αφού λοιπόν καταχωρήθηκαν οι ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση 2, 4 και 6 και κανένας εκ των διαδίκων δεν επεδίωξε να αντεξετάσει οποιοδήποτε από τους ομνύοντες και ούτε επιδιώχθηκε από πλευράς αιτητή η καταχώρηση οποιασδήποτε Ε/Δ προς απάντηση των όσων αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση στις ενστάσεις τους, η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι επομένως επί του παρόντος να αναφέρω εδώ ότι για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις τους, όλοι οι διάδικοι παρέπεμψαν σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων, ενώ από πλευράς αμφότερων των ενισταμένων δόθηκε έμφαση και στο πώς δυνατό να επηρεαστούν τα δικαιώματα τους από άλλες διαδικασίες που ενδεχομένως να εγείρει ο αιτητής στο μέλλον αν η παρούσα αίτηση ήθελε εγκριθεί. Αξιοσημείωτο είναι δε και το ότι για παράδοξο λόγο οι καθ' ων η αίτηση 4 έδωσαν έμφαση και στην ανάγκη να προστατευτούν τα δικαιώματα που η Gordian επιχειρεί αυτή τη στιγμή να ασκήσει προωθώντας διαδικασία εκποίησης της επίδικης κατοικίας (ο πλειστηριασμός είναι ορισμένος για τις 31/07/23), κάτι το οποίο όμως αν γίνει, αναπόφευκτα θα επηρεάσει άμεσα και καθοριστικά τα ΜΕΜΟ που εκείνοι έχουν εγγράψει επί του ακινήτου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Θα πρέπει κατ' αρχή να επισημάνω ότι εφόσον δεν επιδιώχθηκε από καμία πλευρά η αντεξέταση οποιουδήποτε ομνύοντα, αρκετά από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση κατέστησαν ουσιαστικά κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Τα συνοψίζω. α. Στις 19/9/2006, αρκετά δηλαδή χρόνια πριν από την εκκαθάριση της το Μάρτιο του 2013, η εταιρεία ενέγραψε επί του ακινήτου στο οποίο σε μεταγενέστερο στάδιο ανεγέρθηκε η επίδικη κατοικία που ο αιτητής ισχυρίζεται ότι συμφώνησε να αγοράσει, υποθήκη προς όφελος της τότε Λαϊκής Τράπεζας αξίας περί τις €341,720,29 (Υ5583/06) (βλ Τεκ.4 Ε/Δ αιτητή και Τεκ.3 Ε/Δ καθ' ων η αίτηση 2 και 6) β. Στις 25/9/2007 η εταιρεία ενέγραψε προς όφελος της ίδιας τράπεζας και δεύτερη υποθήκη επί του συγκεκριμένου ακινήτου, αξίας περί τις €975.000 (Υ6835/07) (βλ Τεκ.4 Ε/Δ αιτητή και Τεκ.3 Ε/Δ καθ' ων η αίτηση 2 και 6) γ. Στις 06/05/2008 κατατέθηκε στους λογαριασμούς της εταιρείας από τον αιτητή το ποσό των €56.886, το οποίο, σύμφωνα με τον αιτητή αλλά και τους ίδιους τους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 6, συνιστούσε «.ποσό που έχει καταβληθεί έναντι του τιμήματος πώλησης (ακινήτου).» (βλ. παρ.8(γ) Ε/Δ αιτητή, παρ. 11 και Τεκ.8 Ε/Δ καθ΄ ων η αίτηση 2 και 6). δ. Στις 22/02/2013 η καθ΄ ης η αίτηση 4 καταχώρησε προς όφελος της ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας ύψους €199.500 περίπου, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εκποιηθεί (βλ Τεκ.4 και παρ. 5 Ε/Δ αιτητή και παρ.5 Ε/Δ καθ' ων η αίτηση 4). ε. Στις 26/6/2013 η εταιρεία τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση από τους μετόχους της και στις 09/05/14 από τους πιστωτές της ενώ στις 17/3/2014 ο καθ΄ ου η αίτηση 2 διορίστηκε ως παραλήπτης/διαχειριστής της εταιρείας δυνάμει 5 ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης που είχαν συνομολογηθεί μεταξύ 2004 - 2009 ως εξασφάλιση προς όφελος τότε της Λαϊκής Τράπεζας (βλ. παρ.2, 4 και Τεκ. 1 και 3 Ε/Δ αιτητή και παρ.9 και Τεκ. 5 και 6 Ε/Δ ΚΑθ' ων η αίτηση 4). στ. Στις 12/6/2014 η καθ΄ ης η αίτηση 5 καταχώρησε προς όφελος της ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας ύψους €24.000 περίπου, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εκποιηθεί (βλ Τεκ.4 και παρ. 5 Ε/Δ αιτητή και παρ.5 Ε/Δ καθ' ων η αίτηση 4). ζ. Μέχρι το 2018 τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε η Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με τους πελάτες της, περιλαμβανομένων και των υποθηκών και των ομολόγων που είχαν συναφθεί με την εταιρεία, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου η οποία το 2018 κίνησε αγωγή εναντίον της εταιρείας σε σχέση με τις δανειακές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι της Λαϊκής. Στα πλαίσια αυτής της αγωγής, η Τράπεζα Κύπρου εξασφάλισε στις 05/04/19 απόφαση εναντίον της εταιρείας για ποσό πέραν των 3 εκατομμυρίων καθώς επίσης και διατάγματα για εκποίηση όλων των υποθηκών που εξασφάλιζαν τα εν λόγω δάνεια, περιλαμβανομένων δηλαδή και των υποθηκών που κάλυπταν την υπό κρίση ακίνητη ιδιοκτησία, καθώς και διατάγματα με τα οποία διατασσόταν η παράδοση στην Τράπεζα όλων των εισπράξεων που είχαν ληφθεί ή θα λαμβάνονταν από αγοραπωλητήρια συμβόλαια που η εταιρεία είχε συνάψει με τρίτους σε σχέση με έργα ανάπτυξης της υποθηκευμένης γης, περιλαμβανομένης δηλαδή και της γης πάνω στην οποία ανεγέρθηκε η επίδικη κατοικία. η. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 23/05/19 και της σχετικής νομοθεσίας, όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και εξασφαλίσεις που υφίσταντο τότε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της εταιρείας μεταβιβάστηκαν στην Gordian, η οποία κατέστη πλέον εκείνη η εξ' αποφάσεως και ενυπόθηκος πιστωτής της εταιρείας (βλ. παρ.8 και Τεκ. 1, 2, 3 και 4 Ε/Δ Καθών η αίτηση 2 και 6 και παρ. 5 και Τεκ.4 Ε/Δ αιτητή ). θ. Στις 20/7/2020 το Κτηματολόγιο καθώς επίσης και η καθ΄ ης η αίτηση 7, καταχώρησαν επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας ύψους €1.204 (βλ. Τεκ.4 και παρ. 5 Ε/Δ αιτητή) ι. Στις 04 και 06/5/2022 το Τμήμα Φορολογίας καταχώρησε δυνάμει του άρθρου 9Δ Ν.31/1962 και Ν.80(Ι)/2014 επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας ύψους €171.000 (βλ. Τεκ.4 και παρ. 5 Ε/Δ αιτητή). ια. Στις 06/3/2023 η καθ΄ ης η αίτηση 4 καταχώρησε προς όφελος της δεύτερο ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας ύψους €170.000, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εκποιηθεί (βλ Τεκ.4 και παρ. 5 Ε/Δ αιτητή και παρ.5 Ε/Δ καθ' ων η αίτηση 4). ιβ. Στις 30/12/22, στα πλαίσια αίτησης που καταχώρησε στο Ε.Δ Λ/κας με αρ. 154/2022(ij), ο αιτητής, στην παρουσία του Καθ' ου η αίτηση 1 εκκαθαριστή της εταιρείας εξασφάλισε από το Δικαστήριο («της εκκαθάρισης»), άδεια κατ' εφαρμογή των προνοιών του Κεφ.113, για «.έγερση Γενικής Αίτησης εναντίον της υπό εκκαθάρισης εταιρείας.με την οποία (να) επιτρέπεται στον Αιτητή όπως καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16/03/2007, το οποίο αφορά την αγορά κατοικίας τριών υπνοδωματίων υπ' αριθμό 2, η οποία ευρίσκεται στο συγκρότημα κατοικιών Sunworld Villas στο κτήμα με αρ. εγγραφής 0/8186, τεμάχιο 963, τμήμα 0, Φ/ΣΧ40/48, τοποθεσία Κοκκινογή, Κοινότητα: Λειβαδιών, μερίδιο το όλον στην επαρχία Λάρνακας» (βλ. παρ. 3 κι Τεκ.2 Ε/Δ αιτητή). Το εν λόγω διάταγμα δεν έχει μέχρι σήμερα προσβληθεί ή ακυρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο. ιγ. Σε δύο περιπτώσεις στο παρελθόν, μία φορά το 2022 και μία φορά το 2023, ο αιτητής επιχείρησε με την καταχώρηση δύο παρόμοιων ξεχωριστών αιτήσεων να εξασφαλίσει τα ίδια διατάγματα που ζητά με την παρούσα αίτηση όμως καμία από αυτές τις αιτήσεις δεν τελεσφόρησε. ιδ. Μέχρι σήμερα κανένα αγοραπωλητήριο έγγραφο που να αφορά την επίδικη κατοικία ή τον αιτητή ως αγοραστή της δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Για όλα τα πιο πάνω κάνω ανάλογα ευρήματα. Πρόσθετα τώρα των πιο πάνω αναφέρω τα εξής. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν αμφισβητήσει τον ισχυρισμό του αιτητή ότι αυτός σύναψε στις 16/03/07 το επίδικο πωλητήριο έγγραφο με την εταιρεία όπως και τον ισχυρισμό ότι κατέβαλε έναντι του εκεί αναφερόμενου τιμήματος πώλησης, ποσό περί τις 85.000ΛΚ. Βεβαίως, η αμφισβήτηση αυτή των καθ' ων η αίτηση δεν προβάλλεται να εδράζεται σε κάποια προσωπική γνώση που αυτοί έχουν επί του θέματος αλλά να συνιστά ουσιαστικά ένα συμπέρασμα τους στη βάση των στοιχείων που αυτοί έχουν ή δεν έχουν, καθώς επίσης και στο κατ' εκείνους αναξιόπιστο του συνόλου της εκδοχής του αιτητή. Πέραν όμως του ότι από πλευράς εταιρείας καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία δεν προσκομίστηκε μέσω των προσώπων που παρουσιάζονται στο επίδικο συμβόλαιο να υπόγραψαν εκ μέρους της στις 16/03/07 ή έστω μέσω των προσώπων που ο αιτητής κατονόμασε να ενεργούσαν εκ μέρους της εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο - οι καθ' ων η αίτηση 4 υπενθυμίζω δηλώνουν πλήρη άγνοια για το θέμα - οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 6 αναφέρουν εκ μέρους της εταιρείας ότι εντοπίζουν στα αρχεία της τελευταίας την κατάθεση στο λογαριασμό της στις 06/05/08 του ποσού των €56.886, το οποίο, σύμφωνα με τους εν λόγω καθ' ων η αίτηση, δηλαδή την εταιρεία, συνιστά «.ποσό που έχει καταβληθεί έναντι του τιμήματος πώλησης.», ήτοι ό,τι ισχυρίζεται και ο αιτητής ότι είχε γίνει. Πώς θα μπορούσε λοιπόν να μην ευσταθεί ο ισχυρισμός του αιτητή ότι όντως σύναψε το επίδικο συμβόλαιο με την εταιρεία στις 16/03/07 όταν η ίδια η εταιρεία παραδέχεται ότι έλαβε από αυτόν συγκεκριμένο «.ποσό που έχει καταβληθεί έναντι του τιμήματος πώλησης.» και δη εντός του χρόνου που το εν λόγω συμβόλαιο προνοούσε; Άλλωστε, στο συγκεκριμένο συμβόλαιο επισυνάπτονται και αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία παρουσιάζονται να καταρτίστηκαν τον τότε καιρό, κάτι το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως και δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε και οι σχετικές αποδείξεις της ΑΗΚ και του τοπικού Δήμου που παρουσιάζουν τον αιτητή να έχει τουλάχιστο την κατοχή της επίδικης κατοικίας, για την οποία κατοχή μόνο αυτός προσέφερε κάποια λογική εξήγηση. Και σίγουρα δεν μπορεί να εξηγηθεί το πώς γίνεται να αμφισβητείται η σύναψη του επίδικου συμβολαίου αλλά ταυτόχρονα μεγάλο μέρος των θέσεων των καθ' ων η αίτηση να αφορά στο γιατί δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον αιτητή να μετατραπεί από «μη εξασφαλισμένο πιστωτή» της εταιρείας σε εξασφαλισμένο. Αποδέχομαι συνεπώς και καθιστώ ως περαιτέρω εύρημα μου ότι στις 16/03/07 ο αιτητής σύναψε το επίδικο συμβόλαιο με την εταιρεία και για τους ίδιους λόγους που αναφέρω ανωτέρω, εύρημα μου καθίσταται και το ότι η σύμβαση αυτή δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί για οποιοδήποτε λόγο. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι ενώ από πλευράς καθ' ων η αίτηση δηλώνεται άγνοια σε σχέση με τα συγκεκριμένα θέματα, από πλευράς εταιρείας δεν προβλήθηκε καμία θέση περί ακυρότητας της «πηγής προέλευσης» του «.ποσού που έχει καταβληθεί έναντι του τιμήματος πώλησης.», το οποίο ποσό και η εταιρεία εξακολουθεί να κρατά χωρίς να προσφέρει κάποια εξήγηση άλλη από αυτή που ισχυρίζεται ο αιτητής και το λέω αυτό υπενθυμίζοντας επίσης και το ότι σύμφωνα με την δικαστική απόφαση του 2019 που έχει προς όφελος της η Gordian, η εταιρεία είχε όντως συνάψει αγοραπωλητήρια συμβόλαια με τρίτους σε σχέση με το έργο που έγινε επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Όσον αφορά τώρα τους ισχυρισμούς του αιτητή σε σχέση με το σύνολο των ποσών που κατέβαλε έναντι του τιμήματος πώλησης καθώς επίσης και το γιατί η σύμβαση αυτή δεν έχει κατατεθεί μέχρι σήμερα, αναφορά στους ισχυρισμούς αυτούς κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου, επιβάλλεται θεωρώ στο παρόν στάδιο να αναφερθούν τα εξής. Πρώτον, όσον αφορά τις προηγούμενες ανεπιτυχείς προσπάθειες του αιτητή να εξασφαλίσει τα ίδια διατάγματα που ζητά με την παρούσα αίτηση, κάτι το οποίο ο τελευταίος δεν έχει αμφισβητήσει, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κανένας από τους ενιστάμενους δεν ισχυρίζεται ότι ο τρόπος με τον οποίον αποπερατώθηκαν εκείνες οι αιτήσεις δημιουργεί κάποιο κώλυμα στην προώθηση της παρούσας λόγω δεδικασμένου. Αντιθέτως, πέραν του ότι κανένας εκ των ενισταμένων δεν παρουσιάζει με την ένσταση του το πρακτικό με το οποίο αποπερατώθηκαν οι εν λόγω αιτήσεις ώστε να μπορεί να εξεταστεί τυχόν θέμα δεδικασμένου, αμφότεροι οι τελευταίοι παραπέμπουν στις εν λόγω αιτήσεις αποκλειστικά και μόνο ώστε να καταδείξουν την κατ' εκείνους διάσταση που υπάρχει στις θέσεις που προβάλλει ο αιτητής, δηλαδή καθαρά ως θέμα αξιοπιστίας των ισχυρισμών του και είναι συνεπώς αποκλειστικά υπό αυτή τη σκοπιά που προσεγγίζονται οι εν λόγω αιτήσεις. Με άλλα λόγια, ούτε χρίζει εξέτασης αλλά ούτε και προβάλλεται προς εξέταση το ενδεχόμενο να έχει δημιουργηθεί κάποιο κώλυμα στην προώθηση της παρούσας λόγω δεδικασμένου οπόταν το νομικό αυτό θέμα, το οποίο απασχόλησε σε κάποιο βαθμό τους δικηγόρους στις αγορεύσεις τους, δεν θα με απασχολήσει. Δεύτερο, το δικαιοδοτικό θέμα που εγείρουν με τις ενστάσεις τους οι καθ' ων η αίτηση, επιβάλλεται λόγω της φύσης του όπως εξεταστεί πριν απ' οτιδήποτε άλλο. Σημειώνω λοιπόν τα εξής σχετικά. Στη νομική βάση της ένστασης τους, οι καθ' ων η αίτηση 2 και 6 επικαλούνται τις πρόνοιες του Ν.81(Ι)/11, σύμφωνα με τις οποίες η κατάθεση ενός αγοραπωλητηρίου εγγράφου ακίνητης ιδιοκτησίας συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία η σύμβαση αφορά (βλ. αρ. 2 και 5

(1)[4] καθώς και τις πρόνοιες των άρθρων 90 - 97, 217, 220 και 221 του Κεφ.
  1. Υπενθυμίζω ότι οι πρόνοιες των άρθρων 90 - 97 επιβάλλουν την καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών οποιασδήποτε επιβάρυνσης της περιουσίας μιας εταιρείας, περιλαμβανομένης και οποιασδήποτε επιβάρυνσης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της, μέσα σε 21 ημέρες από τη σύσταση της επιβάρυνσης αλλιώς αυτή θα θεωρείται άκυρη σε ότι αφορά τον εκκαθαριστή και οποιοδήποτε πιστωτή της εταιρείας εκτός αν το Δικαστήριο παρατείνει το χρόνο εγγραφής της επιβάρυνσης κατ' εφαρμογή του αρ. 96 - το οποίο ίσχυε τόσο πριν την τροποποίηση του Ν89(Ι)/2015 όσο και μετά. Οι πρόνοιες τώρα των άρθρων 217 και 220, αφορούν αντίστοιχα στην ακυρότητα οποιασδήποτε κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, μεσεγγύησης, κατάσχεσης ή εκτέλεσης που αρχίζει εναντίον της περιουσίας ή αντικειμένων της εταιρείας μετά την έναρξη της εκκαθάρισης και στην απαγόρευση έγερσης ή συνέχισης οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας εναντίον εταιρείας για την οποία έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατόν να επιβάλει. Αναφέρω εδώ ότι για το συγκεκριμένο θέμα, οι Καθ' ων η αίτηση 4 επικαλούνται στη αγόρευση τους διάφορες πρόνοιες του Κεφ.113 οι οποίες όμως δεν προβάλλονται στη νομική βάση της δικής τους ένστασης όπου εκεί δεν γίνεται καμία αναφορά στο Κεφ.113 παρά μόνο μια γενική αναφορά στα άρθρα 1-18 του Ν.81(Ι)/
  2. Εφόσον όμως το συγκεκριμένο θέμα προβάλλεται εξειδικευμένα από πλευράς καθ' ων η αίτηση 2 και 6 και δεν αφορά μόνο στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αλλά στρέφεται και στη ρίζα της διαδικασίας (goes to the root of the matter), αυτό θα εξεταστεί και ως συνιστώσα θέση των καθ' ων η αίτηση
  3. Έχοντας λοιπόν διεξέλθει των νομοθετικών προνοιών που επικαλούνται οι ενιστάμενοι σε σχεση με το συγκεκριμένο θέμα, θεωρώ, με κάθε σεβασμό, άστοχες τις επί του προκειμένου θέσεις τους. Αυτό γιατί πέραν του ότι η παρούσα περίπτωση ξεκάθαρα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του αρ. 217 - αφού δεν πρόκειται για κατάσχεση ή λήψη μέτρων εκτέλεσης απόφασης, ούτε οι πρόνοιες των άρθρων 90 - 97 μπορούν να τύχουν εφαρμογής αφού οι εν λόγω πρόνοιες αφορούν αποκλειστικά σε υποχρέωση καταχώρισης στον Έφορο Εταιρειών «.επιβάρυνση(ς) πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία, που βρίσκεται οπουδήποτε, ή συμφέροντος πάνω σε αυτή.»[5]. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν υπάρχει ακόμη προς όφελος του αιτητή οποιαδήποτε επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εταιρείας αφού τέτοια επιβάρυνση θα δημιουργηθεί μόνο αν επιτραπεί η αιτούμενη εκπρόθεσμη κατάθεση του κατ' ισχυρισμό αγοραπωλητηρίου εγγράφου οπόταν και τότε είναι που θα ξεκινήσει η προθεσμία των 21 ημερών. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας αλλά και τις πρόνοιες των αρ.5
(1)και 2 του Ν.81(Ι)/11 που επικαλούνται και οι ενιστάμενοι, ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο ακίνητης ιδιοκτησίας δεν συνιστά εμπράγματο βάρος της γης στην οποία αφορά προτού αυτό κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και μόνο όταν κατατεθεί δημιουργείται η σχετική επιβάρυνση. Εφόσον λοιπόν το επίδικο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δεν έχει ακόμη κατατεθεί ώστε να συνιστά επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των προνοιών των αρ. 90-97 Κεφ.113. Δεν θα έκαμνε άλλωστε καθόλου νόημα να χρειάζεται κάποιος να καταθέσει μια σύμβαση στο Κτηματολόγιο για να αποκτήσει εμπράγματο βάρος επί της γης μιας εταιρείας ως τα αρ. 2 και 5 του Ν.81(Ι)/11 προνοούν, αν το Κεφ.113 ήδη θεωρούσε τη μη καταχωρηθείσα σύμβαση ως ένα τέτοιο εμπράγματο βάρος. Ίσως όμως αυτό που είχαν υπόψη τους οι καθ΄ ων η αίτηση όταν αποφάσιζαν να προβάλουν το συγκεκριμένο λόγο ένστασης να ήταν οι πρόνοιες των αρ. 215 και 301 του Κεφ.113 που αναφέρουν στις αγορεύσεις τους καθώς επίσης και τις πρόνοιες του αρ. 219
(6), οι οποίες εισήχθηκαν στο Νόμο με σχετικές τροποποιήσεις που έγιναν το 2015 και οποίες προνοούν ότι όχι μόνο «.(ο) Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μόλις παραλάβει αντίγραφο του διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας, αφού ενημερώσει τον κάτοχο εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης, προβαίνει στη διαγραφή ή απάλειψη οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης που έχει εγγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, το οποίο εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση έχει εγγραφεί εντός της χρονικής περιόδου μεταξύ της εγγραφής της αίτησης εκκαθάρισης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και της εγγραφής του διατάγματος εκκαθάρισης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.» αλλά και ότι «.απαγορεύεται η εγγραφή οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μετά την εγγραφή του διατάγματος εκκαθάρισης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας..» Οι πιο πάνω πρόνοιες όμως δεν συναντιούνται πουθενά στη νομική βάση των ενστάσεων και αυτό θεωρώ ότι ίσως να μην είναι τυχαίο. Εξηγώ. Εάν όντως οι πρόνοιες του αρ.219
(6)τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση της εταιρείας, και το λέω αυτό διότι η εκκαθάριση της τελευταίας έγινε πριν να τροποποιηθεί το 2015 το Κεφ.113 και να επιβληθεί η υποχρέωση εγγραφής του διατάγματος εκκαθάρισης στο Κτηματολόγιο, τότε, εφόσον η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 26/6/2013, κάθε εμπράγματο βάρος που εγγράφτηκε επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της μετά από εκείνη την ημέρα θα πρέπει να διαγραφεί ως άκυρο. Αυτό όμως σημαίνει ότι και το ΜΕΜΟ που ενέγραψαν το 2023 οι καθ΄ ων η αίτηση 4 για ποσό €170.000 περίπου και το οποίο αποτελεί μέρος της βάσης για το locus standi που έχουν στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να διαγραφεί ως άκυρο και αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι που θέλουν οι τελευταίοι. Και το ίδιο βέβαια ισχύει και στην περίπτωση που ισχύει το αρ. 301 του Κεφ.113, το οποίο κατά τους καθ' ων η αίτηση 4 καθιστά άκυρη «.Οποιαδήποτε.επιβάρυνση. που σχετίζεται με ιδιοκτησία.που έγινε από ή εναντίον εταιρείας μέσα σε έξι μήνες πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης της.λογίζεται δόλια προτίμηση των πιστωτών της και ακολούθως ακυρώνεται» (διατηρείται η έμφαση των καθ' ων η αίτηση 4). Με άλλα λόγια, οι καθ' ων η αίτηση 4 ουσιαστικά δοκιμάζουν και αποδοκιμάζουν τις πρόνοιες του Κεφ.113 αναλόγως των δικών τους συμφερόντων. Το θέμα βεβαίως δεν είναι αν δικαιολογούνται οι καθ' ων η αίτηση να εγείρουν τέτοιο λόγο ένστασης αλλά αν όντως προκύπτει κάποιας μορφής παρανομία η οποία, ως θέμα δημόσιας τάξης, δεν επιτρέπει στον αιτητή να πετύχει αυτό που επιδιώκει. Τούτου λεχθέντος, στην αγόρευση τους οι καθ' ων η αίτηση 2 και 6 επικαλούνται και τις πρόνοιες του αρ.220 του Κεφ.113 που αναφέρθηκαν ανωτέρω αλλά και τις πρόνοιες του αρ.215, οι οποίες παρέχουν την εξουσία, είτε στο Δικαστήριο που επιλαμβάνεται μιας διαδικασίας που στρέφεται εναντίον της εταιρείας είτε στο «Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας», να παρεμποδίσει με διάταγμα, αναστολής ή άλλως πώς, τη συνέχιση της διαδικασίας. Πώς όμως μπορούν να έχουν έρεισμα οι επί του προκειμένου θέσεις των καθ' ων η αίτηση όταν είναι αδιαμφισβήτητο στην παρούσα περίπτωση ότι στις 30/12/2022, στην παρουσία του εκκαθαριστή της εταιρείας, ο οποίος υπενθυμίζω από το 2014 συνυπάρχει στην εταιρεία με τον καθ΄ ου η αίτηση 2, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και δη το αρμόδιο Δικαστήριο της Εκκαθάρισης, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέτρεψε στον εδώ αιτητή να εγείρει «.γενική αίτηση εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας . με την οποία (να) επιτρέπεται στον αιτητή όπως καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16/03/2007.» (βλ. Τεκ. 2 Ε/Δ αιτητή). Με άλλα λόγια, κάποιο άλλο Δικαστήριο ήδη επιλήφθηκε του θέματος ως το αρμόδιο από το Κεφ.113 Δικαστήριο, και αφού άκουσε και τον εκκαθαριστή της εταιρείας, έκρινε, κατ' εφαρμογή των εξουσιών που επικαλούνται σήμερα οι καθ' ων η αίτηση, ότι το Κεφ.113 δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα στον αιτητή για να προχωρήσει με τη σχετική διαδικασία για να καταχωρήσει τη κατ' ισχυρισμό σύμβαση του στο Κτηματολόγιο και το διάταγμα αυτό του Δικαστηρίου δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί ή προσβληθεί από την εταιρεία ή τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (εκκαθαριστή και παραλήπτη) ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Το να επιχειρηθεί λοιπόν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η οποία υπενθυμίζω δεν συνιστά διαδικασία που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια της εκκαθάρισης, να εκδοθεί απόφαση η οποία ουσιαστικά να αντικρούει ή να αναιρεί αυτά που ήδη αποφασίστηκαν από αρμόδιο Δικαστήριο, είτε σωστά είτε λανθασμένα, είναι πράγμα θεωρώ ανεπίτρεπτο και δικαιοδοτικά απαγορευμένο. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι όχι μόνο τεκμαίρεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος της 30/12/2022, το εκεί εκδικάζον Δικαστήριο είχε υπόψη του τις σχετικές πρόνοιες του Κεφ.113, δηλαδή και των αρ. 215, 219, 220 και 301 που επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση αλλά και ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Κτηματολόγιο, το οποίο είναι η αρχή στην οποία ρητά αναφέρεται το αρ. 219
(6), έχει δηλώσει ότι δεν έχει ένσταση στο ενδεχόμενο έγκρισης της παρούσας αίτησης και κατάθεσης του επίδικου αγοραπωλητηρίου εγγράφου ως εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης περιουσίας της υπό εκκαθάρισης εταιρείας. Εφόσον λοιπόν το παρόν Δικαστήριο δεν ενεργεί στην παρούσα διαδικασία ως εταιρικό Δικαστήριο (Company Court) ή ως το Δικαστήριο της Εκκαθάρισης και τα θέματα που προβάλλονται να αφορούν στο Κεφ.113 και στη διαδικασία της εκκαθάρισης ειδικότερα, έχουν ήδη εξεταστεί και αποφασιστεί από το Δικαστήριο που ο εν λόγω Νόμος καθιστά ως αρμόδιο να τα εξετάσει και να τα αποφασίσει, τα θέματα αυτά δεν μπορούν να επανεξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αν οι καθ' ων η αίτηση θεωρούσαν ότι οι πρόνοιες του Κεφ.113 συνιστούσαν κώλυμα στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης για το σκοπό που αυτή καταχωρήθηκε, τότε εφόσον ο αιτητής τους κάλεσε στο Δικαστήριο που θα επιλαμβανόταν το συγκεκριμένο θέμα και αργότερα τους αποκάλυψε και το διάταγμα που εξασφάλισε από εκείνο το Δικαστήριο, αυτοί όφειλαν να εγείρουν τις επί του προκειμένου αντιρρήσεις τους σε εκείνο το Δικαστήριο και σε εκείνη τη διαδικασία και όχι στην παρούσα, όπου το διάταγμα της 30/12/22 δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί ή η ορθότητα του να επανεξεταστεί. Κανένα επομένως δικαιοδοτικό κώλυμα δεν διαπιστώνεται να υπάρχει στη βάση του Κε.113 σε σχέση με την εξέταση της παρούσας αίτησης από το παρόν Δικαστήριο όπως και σε σχέση με τυχόν έγκριση της αν δικαιολογούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Ν.81(Ι)/2011 που είναι και ο ουσιαστικός νόμος που ενδιαφέρει. Στρέφομαι λοιπόν στις πρόνοιες του Ν.81(Ι)/2011. Είχα την ευκαιρία στο παρελθόν να εξετάσω τις επίμαχες πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Χριστοδούλου, Αρ. Αίτησης: 368/19, 29/4/2021, ECLI:CY:EDLEF:2021:A163, όπου ανέφερα τα εξής: «Με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε το 1973 που καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση, ήτοι το Κεφ.232, ο αγοραστής ενός ακινήτου υποχρεούτο να καταθέσει τη σχετική σύμβαση του στο Κτηματολόγιο εντός 2 μηνών από τη σύναψη της αλλιώς θα έχανε τα δικαιώματα που μια τέτοια κατάθεση δημιουργούσε, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα να ζητήσει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας (βλ. αρ.2 και 7 ΚΕΦ.232). Το πιο πάνω νομικό καθεστώς όμως, το οποίο προφανώς ήταν καταστροφικό για αγοραστές που για διάφορους λόγους είχαν παραλείψει να καταθέσουν εμπρόθεσμα τη σύμβαση τους στο Κτηματολόγιο οπότε και παρέμεναν να έχουν μόνο συμβατικά δικαιώματα για διεκδίκηση αποζημιώσεων εναντίον των πωλητών (βλ. Σάντης Ανδρέας Γιάγκου ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου και Άλλης
(2013)1 ΑΑΔ 585), άλλαξε το 2011 όταν θεσπίστηκε νέος νόμος, ήτοι ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν. 81(I)/2011), ο οποίος με γνώμονα την προστασία των αγοραστών, κατάργησε και αντικατέστησε το μέχρι τότε εν ισχύ Κεφ.232 (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, ECLI:CY:AD:2020:A144, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 68/2019, 8/5/2020), ECLI:CY:AD:2020:A144. Ο νέος αυτός νόμος του 2011, διατήρησε μεν την υποχρέωση ενός αγοραστή να καταθέσει στο Κτηματολόγιο τη σχετική σύμβαση πώλησης ως προϋπόθεση για να αποκτηθούν και να ασκηθούν περιουσιακά και άλλα συναφή δικαιώματα που μόνο μέσω κατάθεσης και εγγραφής μιας σύμβασης μπορούσαν να αποκτηθούν και να ασκηθούν, έδωσε όμως και δικαίωμα σε αγοραστές που είχαν παραλείψει να καταχωρήσουν τις συμβάσεις τους εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, είτε η εν λόγω προθεσμία είχε καθοριστεί από τον προηγούμενο Νόμο (Κεφ.232) είτε από τον υφιστάμενο, να καταθέσουν και να εγγράψουν εκπρόθεσμα στο Κτηματολόγιο τις συμβάσεις τους. Το αρ.16 του Νόμου προνοούσε ότι συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν το Νόμο και συνέχιζαν να παραμένουν σε ισχύ, θα μπορούσαν μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή μέχρι 30/01/2012, να κατατεθούν στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, ανεξάρτητα αν κατά την ημερομηνία κατάθεσης τους εκκρεμούσε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία σε σχέση με αυτές.. Αργότερα, στις 6/4/2012, δημοσιεύθηκε ο περί Πώλησης Ακινήτων Ειδική Εκτέλεση (Τροποποιητικός) Ν.32(Ι)/2012, με τον οποίο εισήχθη στο Νόμο το αρ.16Α, το οποίο προνοούσε ότι συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν τις 6/4/2012, θα μπορούσαν να κατατεθούν στο Κτηματολόγιο εντός προθεσμίας έξι μηνών, «έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον καταργηθέντα περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο ή στον παρόντα Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους». Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω προνοιών που επέτρεπαν την αυτοδίκαιη ουσιαστικά εκπρόθεσμη κατάθεση μιας σύμβασης, το αρ. 12 του Νόμου προνοούσε ότι «.το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος. όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή». Επειδή όμως η χρονική περίοδος στην οποία αναφερόταν τότε το άρθρο ήταν αυτή που καθοριζόταν μεταξύ άλλων στις τότε εν ισχύ πρόνοιες του αρ.3
(1)(γ) του Νόμου, ήτοι οι έξι μήνες από τη σύναψη της σύμβασης, στην πορεία προέκυψαν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο οι μεταβατικές διατάξεις των αρ.16 και 16Α επέτρεπαν την άσκηση της εξουσίας του αρ.12 επί όλων των εκπρόθεσμων συμβάσεων (βλ. π.χ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ) ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D853, Αίτηση Αρ. 170/2014, 7/11/2014). Αποφάσισε λοιπόν ο νομοθέτης όπως ξεκαθαρίσει αυτός το θέμα οπόταν και στις 02/06/17 θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Νόμος Ν. 48(I)/2017, ο οποίος άλλαξε μόνο το αρ.12, οι πρόνοιες του οποίου έκτοτε αναφέρουν τα εξής: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή». Με άλλα λόγια, με το Νόμο του 2011 και συγκεκριμένα με το αρ.12 αυτού ως τροποποιήθηκε, δόθηκε εκ νέου η ευκαιρία σε αγοραστές να επιχειρήσουν να αποκτήσουν εκτελεστά περιουσιακά δικαιώματα από συμβάσεις αγοράς ακινήτων που είχαν συνάψει οποτεδήποτε στο παρελθόν, και τα οποία δικαιώματα οι τελευταίοι είχαν απολέσει λόγω του ότι για διάφορους λόγους δεν είχαν έγκαιρα καταθέσει και εγγράψει τις συμβάσεις τους στο Κτηματολόγιο. Όπως ευθέως προκύπτει από το λεκτικό του αρ. 12, σκοπός των εν λόγω προνοιών είναι η προστασία αγοραστή ακινήτου ο οποίος συνομολόγησε σύμβαση αγοράς ακινήτου και δεν προέβη στην κατάθεση της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος (βλ. απόφαση μειοψηφίας στην Πολιτική Έφεση 68/19 ανωτέρω) Βεβαίως ο νομοθέτης, έστω και αν κύριο μέλημα του με το Νόμο του 2011 ήταν η προστασία των αγοραστών, δεν παραγνώρισε, για ευνόητους λόγους, ότι θα μπορούσε να υπάρξουν περιπτώσεις όπου στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας σύναψης και της ημερομηνίας κατάθεσης μιας σύμβασης στο Κτηματολόγιο, είτε εμπρόθεσμα είτε εκπρόθεσμα, όταν και η σύμβαση δεν θα είχε ακόμη αποκτήσει εκτελεστότητα και το καθεστώς του εμπράγματου βάρους διότι δεν είχε εγγραφεί, τρίτα πρόσωπα ενδεχομένως να ενέγραφαν επιβαρύνσεις στο ακίνητο και έτσι να αποκτούσαν ισχυρά εκτελεστά δικαιώματα επί αυτού. Και σίγουρα, τέτοια δικαιώματα δεν θα μπορούσαν να αγνοηθούν όπως και δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί η προτεραιότητα που αυτά θα είχαν ως εμπράγματα βάρη επί του ακινήτου έναντι οποιωνδήποτε άλλων επιβαρύνσεων, ως η εν λόγω προτεραιότητα καθορίζεται από το χρόνο εγγραφής τους στο μητρώο. Το ενδεχόμενο αυτό μάλιστα, ήτοι το να εγγραφούν εμπράγματα βάρη σε ένα ακίνητο μετά την σύναψη μιας σύμβασης πώλησης αλλά πριν την κατάθεση και «αναγωγή» της σε εμπράγματο βάρος, καθίστατο προφανώς πολύ πιο πιθανό εκεί όπου για να επιτευχθεί η κατάθεση μιας σύμβασης πώλησης θα χρειαζόταν να εφαρμοστεί το αρ.12 του Νόμου, ήτοι όταν θα είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της σύναψης και της κατάθεσης μιας σύμβασης πώλησης. Για να καλυφτούν λοιπόν και αυτές οι περιπτώσεις όπου «.στο μεσολαβήσαν. χρονικό διάστημα ενδεχομένως η νομική κατάσταση των επίδικων κτημάτων να είχε διαφοροποιηθεί.» (βλ. προβληματισμούς στην Πολιτική Έφεση 68/19 ανωτέρω), αλλά και λαμβανομένου υπόψη του ότι είναι σε τέτοιες περιπτώσεις που ενδέχετο να εγερθούν θέματα προτεραιότητας μεταξύ των εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων στις οποίες επιβαρύνσεις θα περιλαμβάνονται και οι μεταγενέστερα κατατεθειμένες συμβάσεις πώλησης, ο νομοθέτης αποφάσισε εν τη σοφία του όπως ρυθμίσει νομοθετικά και το ζήτημα αυτό. Περιλήφθηκαν λοιπόν στο Ν.81(Ι)/11οι πρόνοιες του αρ.5, οι οποίες στην υπό παράγραφο
(1)του εν λόγω άρθρου αναφέρουν ρητά ότι τα εμπράγματα δικαιώματα που αποκτά ένας αγοραστής με τη κατάθεση μιας σύμβασης πώλησης, όποτε και με όποιο τρόπο και αν η σύμβαση κατατεθεί, θα ισχύουν από την ημέρα κατάθεσης της σύμβασης και όχι της κατάρτισης της και ειδικότερα ότι «.το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της:.». Μάλιστα δε, στις επόμενες υποπαραγράφους του αρ.5, ο Νομοθέτης καθόρισε και τον τρόπο με τον οποίο κάποιος αγοραστής μπορεί, αν θέλει, να λάβει προτεραιότητα έναντι των επιβαρύνσεων που εγγράφηκαν στο ακίνητο πριν την κατάθεση της σύμβασης του και οι οποίες επιβαρύνσεις δια Νόμου υπερισχύουν της επιβάρυνσης που αυτός απέκτησε όταν κατάθεσε τη σύμβαση, ήτοι με το να καταβάλει στον προηγηθέντα δικαιούχο επιβάρυνσης την ανάλογη «αποζημίωση»[6]. Το πιο πάνω θεσμικό πλαίσιο που έχει από το 2011 καθορίσει ρητά ο Ν. 83(Ι)/11και οι τροποποιήσεις του, είναι το θεσμικό πλαίσιο που μέχρι και σήμερα διέπει και περιβάλλει κάθε κατάθεση σύμβασης που γίνεται δυνάμει των προνοιών του εν λόγω Νόμου, ήτοι κάθε κατάθεση σύμβασης πώλησης που συνήφθη μετά τη θέσπιση του Νόμου και κάθε κατάθεση σύμβασης που έγινε προηγουμένως αλλά επιτρέπεται πλέον να κατατεθεί, είτε με δικαστικό διάταγμα στη βάση του αρ.12 του Νόμου είτε άλλως πως. Ουσιαστικά, από το 2011 και μέχρι σήμερα, κάθε εκτελεστό περιουσιακό δικαίωμα που δημιουργείται με την κατάθεση μιας σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει των προνοιών του Ν.81(Ι)/11, είτε η κατάθεση είναι εμπρόθεσμη ως το αρ. 3 επιβάλλει είτε είναι εκπρόθεσμη ως το αρ.12 επιτρέπει, τελεί υπό τον θέσμιο «περιορισμό» ότι δεν θα υπερισχύει των οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων έτυχε να εγγραφούν στο ακίνητο πριν την ημερομηνία κατάθεσης της σύμβασης και «.ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή.», εκτός αν ο αγοραστής λάβει προτεραιότητα μέσω της διαδικασίας που προνοείται στο αρ. 5 του Νόμου. Σημειώνω εδώ ότι στην προαναφερόμενη ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 68/2019 δεν συζητήθηκαν οι πρόνοιες του αρ.5 αλλά μόνο του αρ.12 εφόσον το θέμα εκεί δεν αφορούσε σ΄ αυτήν καθ' αυτή την προτεραιότητα των εμπράγματων βαρών ή στην ουσία των αντιμαχόμενων δικαιωμάτων αλλά μόνο στο κατά πόσο το προγενέστερο εμπράγματο βάρος επέβαλλε όπως ο δικαιούχος του ακουστεί προτού το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα εκπρόθεσμης κατάθεσης σύμβασης με βάση το αρ.12 του Νόμου, ερώτημα που απαντήθηκε καταφατικά. ..Αν το αίτημα για εκπρόθεσμη κατάθεση της επίδικης σύμβασης ήθελε εγκριθεί, τότε τα δικαιώματα που θα προκύπτουν από αυτή την κατάθεση θα θεωρούνται ότι ισχύουν από την ημέρα κατάθεσης της σύμβασης και όχι της κατάρτισης της και «.το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της:.». .τι το 2015, με σχετική τροποποίηση που επήλθε στον Ν.9/65, δόθηκε το δικαίωμα σε αγοραστές ακινήτων που για διάφορους λόγους δεν είχαν ακόμη πετύχει την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα τους, να αποκτήσουν το ακίνητο μέσω του Διευθυντή του Κτηματολογίου και της νεοεισαχθείσας τότε διαδικασίας του εγκλωβισμένου αγοραστή, η οποία διαδικασία επέτρεπε και επιτρέπει ακόμη τέτοια απόκτηση, νοουμένου όμως ότι η σχετική σύμβαση αγοραπωλησίας είναι κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο. Είναι λοιπόν υπό τα πιο πάνω δεδομένα που (η αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία, όπως ανέφερα ανωτέρω, ζητά να της επιτραπεί να καταχωρήσει τώρα στο Κτηματολόγιο τη σύμβαση που σύναψε . ώστε να επωφεληθεί όλων των δικαιωμάτων που μια τέτοια κατάθεση συνεπάγεται, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος να αιτηθεί την απόκτηση του ακινήτου μέσω της διαδικασίας του εγκλωβισμένου αγοραστή του Ν.9/65, .επέδωσε την υπό κρίση αίτηση της στο Κτηματολόγιο ώστε αυτό, αν επιθυμεί ή κρίνει αναγκαίο, να προσέλθει στη διαδικασία και να τοποθετηθεί ως προς το αν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο δεν δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι ο ρόλος του Κτηματολογίου σε αιτήσεις αυτής της φύσης έχει χαρακτηριστεί ως αρκετά σημαντικός, εφόσον το Κτηματολόγιο, «.ως ο δημόσιος φορέας που θα κληθεί να αποδεχθεί την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου.ενδεχομένως να είχε να εισηγηθεί στο Δικαστήριο ότι τέτοια κατάθεση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για διάφορους λόγους.» (βλ. Θεοδώρου ανωτέρω)...η μόνη ένσταση που προβάλλεται στο υπό κρίση αίτημα .είναι η ένσταση της πωλήτριας., ιδιότητα για την οποία έχει λεχθεί ότι «.Κατά μείζονα λόγο, όμως, ο πωλητής επίσης θα πρέπει να έχει το λόγο και τη δυνατότητα να αντιτάξει επιχειρήματα, εάν επιθυμεί, που να αιτιολογούν την άρνηση κατάθεσης μετά την πάροδο του χρόνου, της σύμβασης αγοραπωλησίας, ή, την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση...» (βλ. Θεοδώρου ανωτέρω). .στο Νόμο του 2011, ως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι και τις 27/09/19 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ο παράγοντας καθυστέρηση δεν φαίνεται να διαδραματίζει κάποιο ουσιαστικό ρόλο στη δυνατότητα κατάθεσης μιας σύμβασης κατ' επίκληση των προνοιών του Νόμου. Μάλιστα δε, η εν λόγω νομοθεσία περιείχε και πρόνοιες που επέτρεπαν σε αγοραστή να καταθέσει αυτοδίκαια τη σύμβαση που δεν είχε καταθέσει στο παρελθόν χωρίς να χρειάζεται να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με την καθυστέρηση ή να αποδειχτεί ότι είναι εύλογο και δίκαιο να επιτραπεί τέτοια κατάθεση, καθώς και πρόνοιες που διασφαλίζουν ότι τα όποια δικαιώματα εγγράφηκαν στο ακίνητο καθ' όσο χρόνο η σύμβαση δεν είχε κατατεθεί, θα έχουν προτεραιότητα έναντι της σύμβασης όταν αυτή κατατεθεί, ούτως ώστε η καθυστέρηση στην κατάθεση της σύμβασης να μην τα επηρεάσει. Βεβαίως, το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε τις δυνατότητες που παρέχει ο Νόμος του 2011 ως παροχή πλεονεκτήματος απόκτησης του αντικειμένου της αγοραπωλησίας, εάν βεβαίως η αγωγή ή η διαδικασία που θα ακολουθήσει την κατάθεση της σύμβασης ήθελε επιτύχει. Περιττό να υπενθυμίσω εδώ ότι αν δεν δοθεί άδεια για εκπρόθεσμη κατάθεση ή για έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση το δικαίωμα του αγοραστή εξαντλείται μόνο στην επιδίωξη και λήψη τυχόν αποζημιώσεων (βλ. Θεοδώρου ανωτέρω). Πώς λοιπόν θα μπορούσε η καθυστέρηση στην κατάθεση μιας σύμβασης να αποτελέσει λόγο για να μην θεωρηθεί δίκαιο και εύλογο να δοθεί σε ένα αγοραστή η δυνατότητα να επιχειρήσει να επωφεληθεί πλήρως των δικαιωμάτων που εξ υπαρχής είχε από μια σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ, ιδιαίτερα όταν αυτός έχει επιδείξει πλήρη ή έστω μερική συμμόρφωση με τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις; Το πιο πάνω ερώτημα απαντάται, εμμέσως πλην σαφώς, τόσο από τις πρόνοιες του αρ.12 και του υπόλοιπου Νόμου, όπου όπως ανέφερα δεν αποδίδεται κανένας καθοριστικός ρόλος στον παράγοντα καθυστέρηση, όσο και από την προσέγγιση που τήρησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία (βλ. Θεοδώρου ανωτέρω) αλλά και στην δευτεροβάθμια (βλ. Π.Ε. 68/19). Σε αμφότερες τις εν λόγω υποθέσεις, ο παράγοντας καθυστέρηση συναρτήθηκε, για σκοπούς του αρ.12, με το κατά πόσο στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας σύναψης και της ημερομηνίας κατάθεσης μιας σύμβασης, η κατάσταση πραγμάτων άλλαξε σε τέτοιο βαθμό, είτε σε σχέση με το ίδιο το ακίνητο είτε σε σχέση με το πωλητή ή τρίτα πρόσωπα, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής σκοπιάς, ώστε να μην είναι πλέον εύλογο και δίκαιο να ασκηθεί η εξουσία του αρ.12. Επισημαίνω εδώ ότι και στις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι έχουν τεθεί ενώπιον του όλα τα συμφέροντα που δυνατόν να έχουν επηρεαστεί συνεπεία του χρόνου που παρήλθε από τη συνομολόγηση της σύμβασης αλλά και να εξετάζουν, για σκοπούς άσκησης της εξουσίας του αρ.12, το αν και το πώς έχει αλλάξει η κατάσταση πραγμάτων συνεπεία της καθυστέρησης που επιδείχθηκε από πλευράς αγοραστή. Με άλλα λόγια, το θέμα της καθυστέρησης, έστω και αδικαιολόγητης, δεν φαίνεται να συνιστά άνευ ετέρου λόγο για να μην θεωρηθεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο να επιτραπεί σε αγοραστή η εκπρόθεσμη κατάθεση σύμβασης δυνάμει του αρ.12 και ούτε αυτή φαίνεται να ήταν ποτέ η πρόθεση του νομοθέτη. Αντιθέτως, ο παράγοντας καθυστέρηση αποκτά σημασία μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ότι η καθυστέρηση έχει μεταβάλει την κατάσταση του ακινήτου ή έχει επηρεάσει δυσμενώς τον πωλητή ή τρίτα πρόσωπα, κάτι που ουσιαστικά μόνο αυτή η κατηγορία προσώπων αλλά και το Κτηματολόγιο μπορούν και πρέπει να αποδείξουν (βλ. Θεοδώρου ανωτέρω). Το αν τώρα η επιδειχθείσα καθυστέρηση ενδέχεται να δημιουργεί και θέμα παραγραφής της οποιασδήποτε αγωγής ο αγοραστής επιχειρήσει να κινήσει στη βάση της σύμβασης που θα του επιτραπεί να καταθέσει, αυτό είναι θέμα που δεν αφορά την άδεια για κατάθεση της σύμβασης αλλά την αγωγή που ενδέχεται να εγερθεί, όπου ο πωλητής θα έχει κάθε δικαίωμα να εγείρει και να προωθήσει τις δικές του θέσεις επί του συγκεκριμένου θέματος (βλ. αρ.6
(1)(β) του Νόμου καθώς και το «ανεξάρτητο» πεδίο εφαρμογής των προνοιών του αρ.12). Άλλωστε, στο τέλος ο αγοραστής μπορεί να αποφασίσει να μην κινήσει αγωγή. Κατά τον ίδιο τρόπο όμως, ακόμη και στην περίπτωση που ο αγοραστής προτιμήσει όπως αντί αγωγής ακολουθήσει τη διαδικασία του εγκλωβισμένου αγοραστή που προνοείται στο Ν.9/65, η ουσία των δικαιωμάτων του πωλητή και των τρίτων προσώπων στο ακίνητο και πάλι διασφαλίζεται, εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα «.καθορίζονται από το Ν.9/1965στα οποία συγκαταλέγεται η δυνατότητα καταχώρησης ένστασης ερειδομένη σε ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44ΚΒ
(3)του εν λόγω Νόμου.». (βλ. απόφαση μειοψηφίας Π.Ε.68/19). .Επαναλαμβάνω εδώ ότι το κατά πόσο θα καταφέρει στο τέλος . να αποκτήσει το ακίνητο καθώς και το πόσα χρήματα θα πρέπει ακόμη να καταβάλει . ώστε να το πετύχει αυτό, είναι θέματα που θα εξεταστούν στις μεταγενέστερες διαδικασίες που θα πρέπει να καταχωρήσει .(η αγοράστρια), είτε αυτές συνίστανται σε καταχώρηση αγωγής εναντίον της (πωλήτριας) είτε σε διαδικασία εγκλωβισμένου αγοραστή (βλ. αρ.44ΙΘ και 44Κ Ν.9/1965), και στις οποίες διαδικασίες η τελευταία θα έχει κάθε ευκαιρία να εμφανιστεί για να υπερασπιστεί, αλλά και για να προωθήσει τα δικά της δικαιώματα επί του ακινήτου και της σύμβασης.» Φαίνεται ότι η πιο πάνω απόφαση μου για άγνωστο λόγο δεν εντοπίστηκε από τους συνηγόρους κατά την έρευνα τους. Όπως όμως και να έχει το πράγμα, έστω και αν είμαι τουλάχιστο ηθικά δεσμευμένος να ακολουθήσω τα όσα επί του προκειμένου είχα αποφασίσει στο παρελθόν, διεξήλθα όλων των αποφάσεων στις οποίες παραπέμφθηκα ώστε να εξετάσω κατά πόσο εκείνα που είχα αποφασίσει χρίζουν σήμερα οποιασδήποτε διόρθωσης, αναδιαμόρφωσης ή ακόμη και αλλαγής και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι καμία τέτοια ανάγκη δεν υφίσταται. Τα υιοθετώ συνεπώς πλήρως για σκοπούς της παρούσας. Επισημαίνοντας λοιπόν ότι: «.Όπως ευθέως προκύπτει από το λεκτικό του αρ. 12, σκοπός των εν λόγω προνοιών είναι η προστασία αγοραστή ακινήτου ο οποίος συνομολόγησε σύμβαση αγοράς ακινήτου και δεν προέβη στην κατάθεση της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος.(ότι).ο παράγοντας καθυστέρηση δεν φαίνεται να διαδραματίζει κάποιο ουσιαστικό ρόλο στη δυνατότητα κατάθεσης μιας σύμβασης κατ' επίκληση των προνοιών του Νόμου. Μάλιστα δε, η εν λόγω νομοθεσία περιείχε και πρόνοιες που επέτρεπαν σε αγοραστή να καταθέσει αυτοδίκαια τη σύμβαση που δεν είχε καταθέσει στο παρελθόν χωρίς να χρειάζεται να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με την καθυστέρηση ή να αποδειχτεί ότι είναι εύλογο και δίκαιο να επιτραπεί τέτοια κατάθεση, καθώς και πρόνοιες που διασφαλίζουν ότι τα όποια δικαιώματα εγγράφηκαν στο ακίνητο καθ' όσο χρόνο η σύμβαση δεν είχε κατατεθεί, θα έχουν προτεραιότητα έναντι της σύμβασης όταν αυτή κατατεθεί, ούτως ώστε η καθυστέρηση στην κατάθεση της σύμβασης να μην τα επηρεάσει.(ότι).Περιλήφθηκαν λοιπόν στο Ν.81(Ι)/11οι πρόνοιες του αρ.5, οι οποίες στην υπό παράγραφο
(1)του εν λόγω άρθρου αναφέρουν ρητά ότι τα εμπράγματα δικαιώματα που αποκτά ένας αγοραστής με τη κατάθεση μιας σύμβασης πώλησης, όποτε και με όποιο τρόπο και αν η σύμβαση κατατεθεί, θα ισχύουν από την ημέρα κατάθεσης της σύμβασης και όχι της κατάρτισης της και ειδικότερα ότι «.το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της:.». Μάλιστα δε, στις επόμενες υποπαραγράφους του αρ.5, ο Νομοθέτης καθόρισε και τον τρόπο με τον οποίο κάποιος αγοραστής μπορεί, αν θέλει, να λάβει προτεραιότητα έναντι των επιβαρύνσεων που εγγράφηκαν στο ακίνητο πριν την κατάθεση της σύμβασης του και οι οποίες επιβαρύνσεις δια Νόμου υπερισχύουν της επιβάρυνσης που αυτός απέκτησε όταν κατάθεσε τη σύμβαση, ήτοι με το να καταβάλει στον προηγηθέντα δικαιούχο επιβάρυνσης την ανάλογη «αποζημίωση»...(ότι).Αν το αίτημα για εκπρόθεσμη κατάθεση της επίδικης σύμβασης ήθελε εγκριθεί, τότε τα δικαιώματα που θα προκύπτουν από αυτή την κατάθεση θα θεωρούνται ότι ισχύουν από την ημέρα κατάθεσης της σύμβασης και όχι της κατάρτισης της και «.το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της:.».(ότι) το θέμα της καθυστέρησης, έστω και αδικαιολόγητης, δεν φαίνεται να συνιστά άνευ ετέρου λόγο για να μην θεωρηθεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο να επιτραπεί σε αγοραστή η εκπρόθεσμη κατάθεση σύμβασης δυνάμει του αρ.12 και ούτε αυτή φαίνεται να ήταν ποτέ η πρόθεση του νομοθέτη. Αντιθέτως, ο παράγοντας καθυστέρηση αποκτά σημασία μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ότι η καθυστέρηση έχει μεταβάλει την κατάσταση του ακινήτου ή έχει επηρεάσει δυσμενώς τον πωλητή ή τρίτα πρόσωπα, κάτι που ουσιαστικά μόνο αυτή η κατηγορία προσώπων αλλά και το Κτηματολόγιο μπορούν και πρέπει να αποδείξουν.(και ότι).ότι το κατά πόσο θα καταφέρει στο τέλος . να αποκτήσει το ακίνητο καθώς και το πόσα χρήματα θα πρέπει ακόμη να καταβάλει . ώστε να το πετύχει αυτό, είναι θέματα που θα εξεταστούν στις μεταγενέστερες διαδικασίες που θα πρέπει να καταχωρήσει .(η αγοράστρια), είτε αυτές συνίστανται σε καταχώρηση αγωγής εναντίον της (πωλήτριας) είτε σε διαδικασία εγκλωβισμένου αγοραστή (βλ. αρ.44ΙΘ και 44Κ Ν.9/1965), και στις οποίες διαδικασίες η τελευταία θα έχει κάθε ευκαιρία να εμφανιστεί για να υπερασπιστεί, αλλά και για να προωθήσει τα δικά της δικαιώματα επί του ακινήτου και της σύμβασης.» κρίνω ότι η ενασχόληση με το κατά πόσο ο εδώ αιτητής εξόφλησε το τίμημα πώλησης ή όχι ή με το γιατί καθυστέρησε στο να καταχωρήσει τη σύμβαση στο Κτηματολόγιο, καμία ουσιαστική σημασία δεν έχει, αφού ούτε το ένα ούτε το άλλο θέμα συνιστούν προϋπόθεση για την έγκριση της αίτησης του. Αυτά μπορεί να είναι θέματα που θα απασχολήσουν σε μεταγενέστερες διαδικασίες, όχι όμως στην παρούσα. Την ίδια στιγμή, τα όσα επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση ως δυσμενείς συνέπειες που θα συνεπάγεται η τυχόν σημερινή έγκριση της αίτησης στα υφιστάμενα δικαιώματα τους, αυτά όχι μόνο έχουν ήδη αντιμετωπιστεί επαρκώς από τη Νομοθεσία με τον τρόπο που αναφέρω ανωτέρω και δη κατά τρόπο που συμφέρει και διασφαλίζει πλήρως τους καθ' ων η αίτηση, αλλά ακόμη και σε σχέση με τα όσα πιθανόν να προκύψουν στο μέλλον συνεπεία των διαδικασιών που ενδεχομένως να εγείρει ο αιτητής αν η αίτηση του ήθελε εγκριθεί, οι καθ' ων η αίτηση διατηρούν όλοι τους το δικαίωμα να εμφανιστούν στις εν λόγω διαδικασίες για να υπερασπιστούν και για να προωθήσουν πλήρως τα δικά τους δικαιώματα και συμφέροντα επί του ακινήτου ή ακόμη και της επίδικης σύμβασης. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι ενόψει του χρόνου καταχώρησης αλλά και της φύσης του εξασφαλισμένου συμφέροντος που έχει η Gordian, τουλάχιστο, επί της κατοικίας, φαίνεται ότι το συμφέρον αυτό θα υπερίσχυε της επίδικης σύμβασης ακόμη και αν αυτή καταθετόταν τον καιρό που συνομολογήθηκε - επρόκειτο άλλωστε για αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας που ήδη επιβαρύνετο με υποθήκη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι ο αιτητής πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το δικαιολογημένο της αίτησης του και συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση ως οι παράγραφοι Α και Γ της αίτησης. Η επίδικη σύμβαση δύναται να κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας εντός 15 ημερών από σήμερα και νοείται ότι για σκοπούς προτεραιότητας του εμπράγματου βάρους που θα δημιουργηθεί συνεπεία της εν λόγω κατάθεσης, θα τυγχάνουν εφαρμογής και θα τηρηθούν οι σχετικές πρόνοιες του Ν.81(Ι)/11, δηλαδή, το σχετικό εμπράγματο βάρος θα ισχύει από την ημέρα κατάθεσης της σύμβασης και όχι της κατάρτισης της και θα ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της, δηλαδή μετά τα όσα εμπράγματα βάρη θα έχουν εγγραφεί μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης, υπό την επιφύλαξη βέβαια του δικαιώματος που παρέχει το αρ.5
(2)του Νόμου. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, μη παραγνωρίζοντας ότι ο αιτητής είναι ο επιτυχών διάδικος στη διαδικασία, εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού βαθμού με τον οποίο και ο ίδιος περιέπλεξε την εκδίκαση της παρούσας, ιδιαίτερα με το να μην αποκαλύψει τις αιτήσεις που είχε καταχωρήσει στο παρελθόν και να δώσει έτσι αφορμή στους καθ' ων η αίτηση να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του, έστω και αν η αξιοπιστία αυτή στο τέλος κρίθηκε να αφορά θέμα άσχετο με τα επίδικα θέματα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............ Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Τεκ.1 Ε/Δ αιτητή [2] Βλ. Τεκ.4 Ε/Δ αιτητή [3] Βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 68/2019, 8/5/2020, ECLI:CY:AD:2020:A144 καθώς επίσης και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ GORDIAN HOLDINGS LIMITED, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 112/2022, 26/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:D445, ECLI:CY:AD:2022:D445, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 65/2022, 6/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:D228, ECLI:CY:AD:2022:D228 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 165/2022, 24/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:D457, ECLI:CY:AD:2022:D457 [4] Βλ. αρ. 2. ««κατάθεση της σύμβασης» σημαίνει την κατάθεση πιστού αντιγράφου της σύμβασης στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας στην οποία βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία για τη δημιουργία εμπραγμάτου βάρους στην ακίνητη ιδιοκτησία που αφορά η σύμβαση·» 5
(1)- «Τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: Νοείται ότι, όταν η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στο όνομα του πωλητή, το εμπράγματο βάρος βαρύνει ολόκληρη την ακίνητη ιδιοκτησία που περιλαμβάνεται στην εγγραφή που υπάρχει στο όνομα του πωλητή και, με τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για το εν λόγω τμήμα, το εμπράγματο βάρος περιορίζεται μόνο επί του τμήματος της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης. [5] Βλ. αρ.90
(2)(θ) Κεφ.113 [6] Βλ. π.χ αρ.5
(2)- «.Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, σε περίπτωση που πριν από την κατάθεσή της σύμβασης υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη η οποία επιβαρύνει την ακίνητη ιδιοκτησία που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ο αγοραστής δύναται να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή, σύμφωνα με τους όρους αποπληρωμής του δανείου, το ποσό του ενυπόθηκου χρέους που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης, όπως το ποσό αυτό καθορίζεται στις διατάξεις των εδαφίων
(4),
(5)και
(6)του άρθρου 7 και ο ενυπόθηκος δανειστής υποχρεούται να το αποδεκτεί ως ποσό που καταβλήθηκε έναντι του ενυπόθηκου χρέους και στην περίπτωση αυτή το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης προηγείται του εμπράγματου βάρους της προϋπάρχουσας αυτού υποθήκης, ανεξάρτητα από την αποπληρωμή ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους:.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.