← Κύπρος

J.T.A. TRAVEL LTD ν. Π. ΠΙΤΤΑΚΗ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 79/22, 7/11/2023

J.T.A. TRAVEL LTD ν. Π. ΠΙΤΤΑΚΗ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 79/22, 7/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 79/22 (ijustice) Μεταξύ: J.T.A. TRAVEL LTD, (HE 257039) ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενάγουσα -και-

  1. Π. ΠΙΤΤΑΚΗ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΕΞ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, ΗΕ 21344
  2. ΑΔΑΜΟΣ ΠΙΤΤΑΚΗΣ, ΕΞ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Εναγόμενοι ----------------------------------------- Ενδιάμεση αίτηση εναγομένων ημερ. 09/05/2023 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 01/02/2023 Ημερομηνία: 07 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για ενάγομενους - αιτητές: κα Κ. Π. Φελλά για Γιώργος Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: Κ. Λυσιώτη για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία, Λυσιώτη & Ι. Μιχαήλ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αίτηση των εναγομένων για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους την 01/02/23 μέχρι εκδίκασης της έφεσης που καταχώρησαν εναντίον της εν λόγω απόφασης, όπως και τις θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν σε σχέση με την αίτηση αυτή, είχα την ευκαιρία να το συνοψίσω στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 27/10/
  3. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Την 01/02/23, αδελφός Δικαστής ενώπιον του οποίου διεξήχθη η ακρόαση αίτησης της ενάγουσας για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η απαίτηση της, έκρινε, για τους λόγους που κατέγραψε στην αιτιολογημένη απόφαση του, ότι οι εναγόμενοι καμία καλή υπεράσπιση δεν είχαν να προβάλουν στην αγωγή και ότι η ενάγουσα δικαιούτο σε συνοπτική απόφαση ως οι παρ. Α και Β της έκθεσης απαίτησης της. Εξέδωσε λοιπόν ο αδελφός Δικαστής απόφαση με την οποία αναγνωριζόταν δικαστικά ότι η Συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1 ημερ. 04/06/2021 και 07/06/2021 με τίτλο Agreement Between Α Travel Agent And Α Hotel και τα παραρτήματα αυτής κατέστησαν ανεφάρμοστα συνεπεία των ενεργειών ή/και παραλείψεων των εναγόμενων και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των €152.
  4. Υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ο αδελφός Δικαστής επιδίκασε επίσης και τα έξοδα της αγωγής, τα οποία αργότερα υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν στο ποσό των €6203 πλέον ΦΠΑ επί ποσού €
  5. Στις 08/02/23 οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης προβάλλοντας 5 συνολικά λόγους έφεσης και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα θεραπεύτηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο το λάθος που έκανε η ενάγουσα σε σχέση με το είδος του κλητηρίου εντάλματος που είχε καταχωρήσει, ότι εσφαλμένα δεν επιτράπηκε αντεξέταση του μάρτυρα της ενάγουσας σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό που αυτός είχε προβάλει προς υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση και τον οποίο ισχυρισμό οι εναγόμενοι αμφισβητούσαν, ότι εσφαλμένα θεωρήθηκε ότι δεν προβαλλόταν καλή υπεράσπιση από πλευράς εναγομένων και ότι επρόκειτο για περίπτωση κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι εσφαλμένα εκδόθηκε απόφαση και εναντίον του εναγόμενου 2 ως φερόμενου εγγυητή της εναγόμενης 1 και ότι εσφαλμένα θεωρήθηκαν έγκυρα και νόμιμα τα έγγραφα που παρουσίασε η ενάγουσα εφόσον αυτά δεν ήταν χαρτοσημασμένα (βλ. εφετήριο που είναι καταχωρημένο στο φάκελο καθώς επίσης και Τεκ. 2 στην αίτηση ημερ. 09/05/2023). Στις 09/05/23, δηλαδή 3 μήνες μετά που καταχωρήθηκε η έφεση των εναγομένων, οι τελευταίοι καταχώρησαν, στη βάση των αρ. 25, 32 και 47 του Ν14/60, των Δ.35 Θ.18 και 19, καθώς και των προνοιών της Δ.40, αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της εναντίον τους απόφασης της 01/02/23 μέχρι εκδίκασης της έφεσης τους, υπό τον όρο, είτε να εγγραφεί η εναντίον τους απόφαση ως επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας τους προς όφελος της ενάγουσας (ΜΕΜΟ), είτε να κατατεθεί εκ μέρους τους τραπεζική εγγύηση που να καλύπτει το εξ' αποφάσεως χρέος, είτε να καταβληθεί ολόκληρο το εξ' αποφάσεως χρέος και έξοδα προς στους ενάγοντες και ταυτόχρονα να παραδοθεί από τους τελευταίους τραπεζική εγγύηση για επιστροφή του ποσού αυτού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, είτε να κατατεθεί το εξ' αποφάσεως χρέος και έξοδα στον Πρωτοκολλητή για ασφάλεια της ενάγουσας. Η αίτηση εκείνη υποστηρίζεται από Ε/Δ του εναγόμενου 2, ο οποίος είναι και ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης 1, και ο οποίος ισχυρίζεται ότι πέραν των πολύ καλών πιθανοτήτων που έχει η έφεση των εναγομένων να επιτύχει, αμφότεροι οι τελευταίοι είναι φερέγγυοι και έχουν, όπως φαίνεται από τα σχετικά πιστοποιητικά έρευνας στο κτηματολόγιο (Τεκ. 3 και 4), σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εξασφάλισης του εξ' αποφάσεως χρέους ή εξόφλησης του σε περίπτωση που η έφεση ήθελε απορριφθεί. Αντίθετα όμως με τους εναγόμενους, η ενάγουσα, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο 2, έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, εμπλέκεται σε διάφορες δικαστικές διαμάχες με αρκετά ξενοδοχεία της επαρχίας Αμμοχώστου και δεν έχει καθόλου περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προκειμένου να ανακτηθεί, σε περίπτωση επιτυχίας της καταχωρηθείσας έφεσης, το οποιοδήποτε ποσό ήθελε καταβληθεί από τώρα σε αυτή. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2, οι εναγόμενοι είχαν εξ αρχής δηλώσει προς την ενάγουσα και την πρόθεση τους να της καταβάλουν άμεσα τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης από πλευράς της ότι θα τους επιστραφεί το ποσό αυτό σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης (Τεκ.5), όμως η ενάγουσα, όχι μόνο αδικαιολόγητα δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, αλλά αφού απείλησε την εναγόμενη 1 με έναρξη διαδικασιών εκκαθάρισης εναντίον της (Τεκ.6), προχώρησε και υλοποίησε την απειλή της στις 29/03/2023 καταχωρώντας την αίτηση εκκαθάρισης υπ΄ αριθμό 2/23 στο Ε.Δ. Αμμοχώστου (Τεκ.7). Κατά τον εναγόμενο 2, αποκλειστικός σκοπός της ενάγουσας είναι να στερήσει από τους εναγόμενους το δικαίωμα προώθησης της έφεσης τους και να τους εξαναγκάσει να την πληρώσουν ποσό το οποίο η ίδια δεν θα μπορεί να τους επιστρέψει εάν η έφεση επιτύχει. Στην αντίπερα όχθη η ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην αίτηση για αναστολή προβάλλοντας 9 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η συγκεκριμένη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι επί του προκειμένου θέσεις της ενάγουσας, οι οποίες εκφράζονται μέσω της υποστηρικτικής Ε/Δ στην οποία προέβη η διευθύντρια της, συνίστανται στο ότι η έφεση των εναγομένων δεν έχει οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας αφού στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου διότι το επιδικασθέν ποσό συνιστούσε ποσό που καταβλήθηκε από την ενάγουσα στην εναγόμενη 1 για ξενοδοχειακές υπηρεσίες που τελικά δεν παρασχέθηκαν - ήταν επομένως μια ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη απαίτηση, στο ότι «.η εναγόμενη αρ.1 δεν έχει καθαρή περιουσία ως η αξία που ο ομνύοντας ισχυρίζεται. Αντίθετα, φαίνεται από τα τεκμήρια 3 και 4 που ο ομνύοντας κατέθεσε ότι η ακίνητη περιουσία της εναγομένης είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη και συγκεκριμένα υποθήκες και η ίδια, ως εταιρεία έχει παραχωρήσει προς εμπορικές τράπεζες ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της . (και) το ακίνητο, όμως, αυτό, όπως και η υπόλοιπη περιουσία της εναγομενης αρ. 1 βαρύνονται με διαδοχικές υποθήκες και επιβαρύνσεις του τμήματος φορολογίας που έχουν καταχωρηθεί στα μητρώα του κτηματολογίου .», στο ότι δεν εγγράφηκε μέχρι σήμερα ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων διότι η εγγραφή ΜΕΜΟ «δεν συνιστά εξασφάλιση της δικαστικής απόφασης λαμβανομένων υπόψη των επιβαρύνσεων επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων», στο ότι η ενάγουσα δεν είναι αφερέγγυα ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αν μη τι άλλο διότι το εξ΄ αποφάσεως χρέος αφορά σε ποσό που η ενάγουσα είχε πληρώσει στην εναγόμενη 1, και στο ότι οι δικαστικές διαμάχες που όντως εκκρεμούν μεταξύ της ενάγουσας και άλλων ξενοδοχείων φέρουν την ενάγουσα να είναι εκείνη που αξιώνει να της καταβληθούν χρήματα και όχι το αντίθετο. Επιπλέον, θέση της ενάγουσας είναι και ότι η κατ' ισχυρισμό πρόθεση των εναγομένων να της καταβάλουν άμεσα τα επιδικασθέντα προς όφελος της έξοδα με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης επιστροφής τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μια ανυπόστατη πρόφαση των εναγομένων για να αποφύγουν να πληρώσουν το χρέος τους, αφού η ενάγουσα ήδη τους έδωσε την εν λόγω διαβεβαίωση από τις 20/02/2022 και την επανέλαβε ξανά στις 15/05/2023 με αφορμή την παρούσα αίτηση (Τεκ.1 και 2), όμως αυτοί ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε σχετική πληρωμή. Στην βάση των πιο πάνω, καταλήγει η ομνύουσα της ενάγουσας, δικαιολογημένα καταχωρήθηκε από την τελευταία η αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της εναγόμενης 1 και δικαιολογημένα εγείρεται ένσταση στην αναστολή εκτέλεσης της 01/02/2023.» Σημειώνω εδώ ότι προτού η παρούσα αίτηση προχωρήσει σε ακρόαση, η πλευρά της ενάγουσας είχε καταχωρήσει άλλη ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε όπως διαταχθεί η αντεξέταση του ομνύοντα των εναγομένων, όμως κατόπιν ακρόασης, εκείνο το αίτημα απορρίφθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση της 27/10/
  6. Η ακρόαση της παρούσα αίτησης λοιπόν ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Θα πρέπει κατ' αρχή να επισημάνω ότι αν και η παρούσα αίτηση παρουσιάζεται να εδράζεται επί διαφόρων νομοθετικών προνοιών που παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης, εντούτοις η επιχειρηματολογία που προβλήθηκε από πλευράς αιτητών τουλάχιστον, περιορίστηκε ουσιαστικά μόνο στις αρχές που διέπουν τις πρόνοιες της Δ.35 Θ.18 και είναι συνεπώς υπό αυτή τη σκοπιά που θα εξετάσω την υπό κρίση αίτηση του τελευταίου. Η νομολογία λοιπόν που διέπει την εφαρμογή και εμβέλεια της Δ.
  7. Θ.18 είναι καλά γνωστή και έχει συνοψιστεί εύστοχα και με περισσή επάρκεια στην υπόθεση DEMETRIADES GROUP OF COMPANIES LIMITED ν. APM ITALIAN TYPE ICE-CREAM LIMITED, Πολιτική Εφεση Αρ. 372/2015, 15/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:A47, ECLI:CY:AD:2017:A47: «Είναι πασίγνωστες οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται αίτημα αναστολής απόφασης. Παγιώθηκαν μέσα από διαχρονικά ευθυγραμμισμένη γραμμή της νομολογίας, η οποία και ερμήνευσε την προαναφερθείσα Διάταξη 35, θθ. 18 και 19 (Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου

(1991)1 ΑΑΔ 1147, Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδα Γεωργίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A103, ΠΕ 251/14, ημερ. 19.2.2016, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μαρίας Κωμοδρόμου, ECLI:CY:AD:2016:A162, ΠΕ 283/15, ημερ. 23.3.2016, Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου ν. Yiangos I. Socratous & Sons Ltd, ΠΕ 149/15, ημερ. 26.9.2016. Με βάση τη νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση την εξισορρόπηση δύο πυλώνων, υπό το φως πάντα των συμφερόντων της δικαιοσύνης: (α) Της διασφάλισης της τελεσιδικίας, με παράλληλη κατοχύρωση ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεσή του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του και να καθίσταται κενό περιεχομένου. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την πορεία εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο όμως οριακής σημασίας και χωρίς καθοριστική επίπτωση (Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Ομιλος Πάφου (ανωτέρω), Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου (ανωτέρω)). Χωρίς αμφιβολία, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, δεν είναι πάντοτε εύκολο το καθήκον του Δικαστηρίου για εξισορρόπηση των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραγόντων και θέσεων. Προβάλλει σε όλες τις περιπτώσεις, ως βασικό κριτήριο, το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος εάν το Δικαστήριο, ανάλογα, χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό ερώτημα το κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε ένα από τους δύο διάδικους, ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA Civ 2065, para. 22, προβάλλουν ως ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης: «...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?...» (βλ. επίσης VOUROS HEALTHCARE LTD ν. DEKSA LTD, ECLI:CY:AD:2018:A12, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 207/2015, 12/1/2018, ΑΝΤΩΝΗ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2017:A399, Πολιτική Έφεση αρ. 151/2017, 9/11/2017 και ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Έφεση Αρ. 7/2017, 10/10/2017). Όπως δε λέχθηκε και στην NISDAL IMPORTS-EXPORTS LIMITED κ.α. ν. ΘΕΟΦΙΛΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 167/2018, 10/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A137: «Η απόφαση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης της έφεσης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας ορίζεται από τη Δ.35 θ.18.[3] Τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και σειρά παραγόντων που εξισορροπούνται πάντοτε με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, ορίζει το ζητούμενο.[4] Η εξισορρόπηση συνήθως επιτυγχάνεται με την επιβολή τέτοιων όρων που να εξασφαλίζουν ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των συγκρουσμένων συμφερόντων των διαδίκων (Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 394). Η προοπτική επιτυχίας της έφεσης, ως ένας από τους παράγοντες για χορήγηση ή μη της αναστολής είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147).» (βλ. επίσης και ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ v. ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 28/2022, 1/2/2023 καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει. Με γνώμονα επομένως τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα εξής σε σχέση με την υπό κρίση περίπτωση. Κατά πρώτο και όσον αφορά τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι, παράγοντας ο οποίος συνυπολογίζεται μαζί με άλλους παράγοντες για να αποφασιστεί κατά πόσο θα διαταχθεί ή όχι η αιτούμενη αναστολή, παρατηρώ, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε οποιαδήποτε διαπίστωση επί του θέματος, πως, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των λόγων έφεσης και του ότι η απόφαση που έχει εφεσιβληθεί συνιστά συνοπτική απόφαση (summary judgment) που εκδόθηκε στα πλαίσια άσκησης μιας μορφής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία «.ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5»[1], και μόνο «όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης»[2], αφού «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση»[3], το ενδεχόμενο επιτυχίας της έφεσης των εναγομένων είναι υπαρκτό. Περιορίζομαι επί του παρόντος να αναφέρω ότι με την απόφαση της 01/02/23 το Δικαστήριο έκρινε ότι, η αναφορά στην όψη του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής ότι αυτό είναι «ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΓΕΝΙΚΩΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ (O.2,6.) FORM J.190G» και η αναφορά στο πίσω μέρος του για «ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ», συνιστούσαν παρατυπίες που δύναντο να θεραπευθούν δυνάμει της Δ.64 και τις οποίες προχώρησε και θεράπευσε, ότι η επιδικασθείσα αξίωση εναντίον του εναγομένου 2 εδραζόταν σε ξεχωριστή συμφωνία εγγύησης που αυτός παρουσιαζόταν από την ενάγουσα να σύναψε μαζί της αναφορικά με τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, ενώ σε προγενέστερο χρόνο απέρριψε αίτημα των εναγομένων για αντεξέταση του ομνύοντα της ενάγουσας σε σχέση με ισχυρισμούς που οι πρώτοι θεωρούσαν ότι αφορούσε στην από μέρους τους προβαλλόμενη ως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Με άλλα λόγια δηλαδή, κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης τέθηκαν από τους εναγόμενους διάφορα νομικά σημεία τα οποία όμως το Δικαστήριο απέρριψε και τα οποία σημεία σήμερα αποτελούν μέρος των λόγων έφεσης των εναγομένων. Η νομική όμως φύση των σημείων αυτών δεν επιτρέπει να λεχθεί από αυτό το στάδιο ότι η έφεση των εναγομένων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και αυτό αν μη τι άλλο διότι λόγω ακριβώς της φύσης των σημείων αυτών, τυχόν επιτυχία οποιουδήποτε σημείου κατ' έφεση ενδεχομένως να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε πλήρη ανατροπή της απόφασης της 01/02/23. Όσον αφορά τώρα τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, θα επαναλάβω την αρχή που τέθηκε στην ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΩΝ ΠΑΦΟΥ ανωτέρω, ως προς το ότι «το ζήτημα εναπόκειται στην αξιολόγηση της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά με βάση τα γεγονότα και συνθήκες που την περιβάλλουν. Άλλη προσέγγιση θα κατέτεινε προς (ανεπιθύμητων) δικαστικό αφορισμό». Με την πιο πάνω αρχή κατά νου, υπενθυμίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές βασίζουν την θέση τους περί αφερεγγυότητας της ενάγουσας κυρίως στο γεγονός ότι η τελευταία έχει αυτή την στιγμή πάρα πολλές δικαστικές διαμάχες με τρίτους και ότι δεν έχει περιουσιακά στοιχεία δυνάμενα σε εκτέλεση. Η ενάγουσα από την άλλη δέχεται ότι όντως αυτή την στιγμή έχει αρκετές δικαστικές διαμάχες με τρίτα πρόσωπα, ισχυρίζεται όμως ότι σε αυτές τις διαδικασίες είναι εκείνη που αξιώνει χρήματα από τους τρίτους. Όσον αφορά δε την οικονομική της δραστηριότητα, η ενάγουσα παραπέμπει στην κατ' εκείνη τεράστια συμβολή και συμμετοχή που είχε και έχει στην τουριστική βιομηχανία της Κύπρου, αναφέροντας ότι έχει διοχετεύσει στην κυπριακή τουριστική αγορά από το τέλος του 2019 ποσό πέραν των 50 εκατομμυρίων ευρώ «υπό μορφή προπληρωμών για ξενοδοχειακές υπηρεσίες που θα έπρεπε να λάμβανε το έτος 2020» και τις οποίες όμως υπηρεσίες δεν έλαβε συνεπεία της πανδημίας του κορωνοϊού εξ΄ ου και προσπαθεί μέχρι σήμερα να ανακτήσει τις προπληρωμές της αυτές μέσω του Δικαστηρίου. Υπό το φως λοιπόν της παραδοχής της ενάγουσας ότι μέχρι σήμερα προσπαθεί, μέσω αρκετών δικαστικών διαδικασιών, να ανακτήσει ποσό πέραν των 50 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο μέχρι να το ανακτήσει θεωρείται ουσιαστικά ότι το έχει απωλέσει, οι ανησυχίες των εναγομένων ως προς το ότι η ενάγουσα μπορεί να μην έχει στην πραγματικότητα την οικονομική δυνατότητα να επιστρέψει το εξ΄ αποφάσεως ποσό (σημαντικού ύψους ως είναι), αν αυτό χρειαστεί, είναι κρίνω δικαιολογημένες. Άλλωστε, είτε η ενάγουσα επιτύχει στις αγωγές της είτε όχι, το σίγουρο είναι ότι μέχρι να αποπερατωθούν οι αγωγές αυτές η ενάγουσα θα καταβάλει αρκετά χρήματα σε έξοδα και ακόμη και αν καταφέρει στο τέλος να εκδοθούν προς όφελος της δικαστικές αποφάσεις, η επιτυχής ανάκτηση των επιδικασθέντων σε αυτήν ποσών είναι ζήτημα εντελώς διαφορετικό και αβέβαιο. Και σίγουρα δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η ενάγουσα να αποτύχει στις αγωγές της με όλες τις αρνητικές συνέπειες που κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται για τα οικονομικά της δεδομένα. Των πιο πάνω λεχθέντων υπενθυμίζω ότι στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα είναι συνοπτική απόφαση που κατάφερε να εξασφαλίσει εναντίον των εναγομένων και αυτό σημαίνει ότι τυχόν ανατροπή της δικαστικής κρίσης της 01/02/23 δεν θα συνεπάγεται την τελική αποπεράτωση της αγωγής προς όφελος του ενός ή του άλλου διάδικου αλλά απλά τη δημιουργία ανάγκης για συνέχιση της αγωγής «από εκεί που έμεινε» ώστε να διεξαχθεί κανονική δίκη, το αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορεί βέβαια να προκριθεί από τώρα. Σε περίπτωση λοιπόν που επιτύχει η έφεση των εναγομένων, όποιο ποσό ήθελε πληρωθεί στην ενάγουσα από τώρα προς ικανοποίηση της συνοπτικής απόφασης της 01/02/23 δεν θα μπορεί να κρατηθεί από την τελευταία μέχρι να αποπερατωθεί η αγωγή της αλλά θα πρέπει να επιστραφεί στους εναγόμενους μέχρι να αποφασιστεί εάν όντως η ενάγουσα το δικαιούται. Μέχρι όμως να επιστραφεί, το ποσό αυτό θα αποτελεί μέρος των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας και θα υπόκειται σε όλες τις πιθανές συνέπειες που ενδεχομένως να συνεπάγονται για την περιουσία της ενάγουσας οι προαναφερόμενες δικαστικές διαμάχες που αυτή έχει με τρίτους. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι εφόσον οι εναγόμενοι προτίθενται μεταξύ άλλων να εξασφαλίσουν το ποσό της απόφασης και με το να το καταβάλλοντας πλήρως από τώρα, οι φόβοι της ενάγουσας περί αφερεγγυότητας των εναγομένων διασκεδάζονται πλήρως. Αυτό γιατί η οποιαδήποτε οικονομική αδυναμία των εναγομένων να ανταποκριθούν και να εκπληρώσουν τις επί του προκειμένου διαβεβαιώσεις τους, οι οποίες διαβεβαιώσεις αν διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή θα επιβληθούν ως όροι της αναστολής, θα συνεπάγεται αυτόματα την άμεση εκτελεστότητα του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Αν δηλαδή οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι η απόφαση θα καταστεί αμέσως εκτελεστή και απαιτητή ενώ αν οι εναγόμενοι είναι όντως φερέγγυοι ως διαβεβαιώνουν, το χρέος θα εξασφαλιστεί προς όφελος της ενάγουσας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όσον αφορά τέλος τη διαφωνία των μερών σε σχέση με την πληρωμή των επιδικασθέντων εξόδων της αγωγής, το θέμα αυτό δεν έχει θεωρώ την καθοριστική σημασία που του έδωσαν οι διάδικοι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και αυτό διότι, ως ανέφερα και στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 27/10/2023: «.θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι από τις εκατέρωθεν θέσεις που προβάλλονται σε σχέση με θέμα της πληρωμής των εξόδων της ενάγουσας φαίνεται ότι καμία πλευρά δεν διαφωνεί με το ότι τα έξοδα αυτά θα εξαιρούνται της οποιασδήποτε αναστολής ήθελε διαταχθεί. Αυτό προφανώς γιατί, ως είναι νομολογημένο, αν και η επιδίκαση εξόδων προς όφελος ενός διαδίκου δεν συνεπάγεται τη δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ιδίου του δικηγόρου, εντούτοις, προς αποφυγή του ενδεχόμενου να εξαρτάται η πληρωμή των υπηρεσιών ενός δικηγόρου από το αποτέλεσμα μιας υπόθεσης ή από το κατά πόσο ο πελάτης του δικηγόρου θα καταφέρει ή όχι να εισπράξει από τον αντίδικο του, η νομολογία και η δικαστική πρακτική αναγνωρίζουν ότι εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο, η ανάκτηση των εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζεται, ούτε ακόμη και όταν διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Μάλιστα δε, ακόμη και στην περίπτωση που κρίνεται ορθό όπως διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, η πληρωμή των εξόδων είθισται να εξαιρείται της αναστολής και γίνεται με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης για επιστροφή του ποσού στην περίπτωση επιτυχίας της έφεσης όπως αμφότερες οι εδώ πλευρές συμφωνούν ότι πρέπει να γίνει σε περίπτωση που διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή (βλ. Ιωάννου Τάσος ν. Α/φοί Ανδρέα Καξίσιη Λτδ και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1998, Δημητρούδης Mιχάλης ν. Aνδρέα Nίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513)». Δεν κρίνω συνεπώς σκόπιμο να ασχοληθώ με το γιατί δεν πληρώθηκαν μέχρι σήμερα τα επιδικασθέντα έξοδα ή ως με το αν η μη πληρωμή αυτή επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την τύχη της παρούσας αίτησης και αυτό διότι ακόμη και να διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή, τα έξοδα θα πρέπει να καταβληθούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς και έχοντας σταθμίσει και εξισορροπήσει τα εκατέρωθεν δικαιώματα, κρίνω, κατ' ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, πως η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί, κατά τέτοιο τρόπο όμως ώστε να αντικατοπτρίζει όσο πιο ορθά και δίκαια γίνεται την ιδιομορφία της υπόθεσης ως αυτή εξηγήθηκε ανωτέρω, ότι δηλαδή πρόκειται για περίπτωση όπου εκδόθηκε συνοπτική απόφαση η οποία έχει εφεσιβληθεί και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης η αγωγή θα πρέπει να συνεχίσει και να προχωρήσει σε πλήρη εκδίκαση. Εκδίδεται επομένως διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 1/2/2023 μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της έφεσης ημερ. 8/2/2023 που κατέθεσαν οι εναγόμενοι εναντίον της απόφασης αυτής υπό τους εξής όρους: Α. Εντός 15 ημερών από σήμερα οι εναγόμενοι ή οι δικηγόροι τους θα καταβάλουν στην ενάγουσα ή στους δικηγόρους της, το ποσό των επιδικασθέντων με την απόφαση της 1/2/2023 εξόδων, με παράλληλη ανάληψη γραπτής υποχρέωσης εκ μέρους της ενάγουσας ή των δικηγόρων της (αναλόγως του ποιος θα λάβει το ποσό) για επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού προς τους εναγόμενους ή τους δικηγόρους τους σε περίπτωση που ήθελε πετύχει η έφεση των εναγομένων και ανατραπεί η διαταγή της 1/2/2023 σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής. Η ανάληψη αυτής της υποχρέωσης θα λάβει τη μορφή επιστολής που θα κατατεθεί στο φάκελο της υπόθεσης και θα κοινοποιηθεί στους δικηγόρους των εναγομένων (βλ. Καξίσιη και Λουγκρίδη ανωτέρω). Β. Νοουμένου ότι οι εναγόμενοι συμμορφωθούν με το Α ανωτέρω, η διαταχθείσα αναστολή θα συνεχίσει να ισχύει για όσο καιρό διατάσσεται να ισχύει αν εντός 30 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας των 15 ημερών που αναφέρεται στο Α ανωτέρω, οι εναγόμενοι καταθέσουν το εξ΄ αποφάσεως χρέος στον Πρωτοκολλητή για να το κρατά προς όφελος και για ασφάλεια της ενάγουσας μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση των εναγομένων. Σε περίπτωση που η έφεση απορριφθεί για οποιοδήποτε λόγο και η απόφαση της 01/02/23 παραμείνει σε ισχύ ως έχει, ο Πρωτοκολλητής θα καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό στην ενάγουσα εντός 10 ημερών από την ημερομηνία που θα ειδοποιηθεί για την απόρριψη της έφεσης. Σε περίπτωση όμως που η έφεση των εναγομένων επιτύχει και διαταχθεί η συνέχιση της αγωγής, ο Πρωτοκολλητής θα επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό στους εναγόμενους εντός 10 ημερών από την ημερομηνία που θα ειδοποιηθεί για την επιτυχία της έφεσης. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της ενδιάμεσης διαδικασίας για αντεξέταση του ομνύοντα των εναγομένων, επιδικάζονται υπέρ των τελευταίων και εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για τα έξοδα αυτά σημειώνω ότι αν και για ευνόητους λόγους δεν διατάσσεται ο συμψηφισμός τους με τα έξοδα που επιδικάσθηκαν με την απόφαση της 01/02/23, άλλωστε δεν υπήρξε τέτοιο αίτημα (βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ v. Α. PANAYIDES CONTRACTING PUBLIC LTD (πρώην Α. PANAYIDES CONTRACTING LTD), Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2013, 3/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A498), καλό θα ήταν οι δύο πλευρές να έχουν κατά νου για το μέλλον τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 11, παράγραφος 721 αλλά και τα όσα αναφέρονται στις σελ. 1899 - 1900 του Annual Practice 1958: «.κατά την εκτέλεση μιας Δικαστικής απόφασης, όταν ο διάδικος που δικαιούται σε έξοδα έχει ταυτόχρονα καταδικαστεί να καταβάλει στον αντίδικο του ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούται να λάβει, τότε δύναται, κατόπιν αίτησης, να εμποδιστεί από του να προχωρήσει με την εκτέλεση της απόφασης του εκτός στο βαθμό που έχει πληρώσει το δικό του χρέος.» - «Where the party to receive costs was indebted at the issue of the writ to his opponent to an amount exceeding the amount he is to receive, he will on motion be restrained from levying execution except to the extent to which he has paid that debt». Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [2] LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017 [3] ΧΑΡΑΚΗΣ ν. ΒΡΥΩΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε28/2017, 24/10/2018), ECLI:CY:AD:2018:A461, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.