← Κύπρος

J.T.A. TRAVEL LTD ν. Π. ΠΙΤΤΑΚΗ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 79/22, 27/10/2023

J.T.A. TRAVEL LTD ν. Π. ΠΙΤΤΑΚΗ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 79/22, 27/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 79/22 (ijustice) Μεταξύ: J.T.A. TRAVEL LTD, (HE 257039) ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενάγουσα -και-

  1. Π. ΠΙΤΤΑΚΗ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΕΞ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, ΗΕ 21344
  2. ΑΔΑΜΟΣ ΠΙΤΤΑΚΗΣ, ΕΞ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Εναγόμενοι ----------------------------------------- Ενδιάμεση αίτηση ενάγουσας ημερ. 12/09/2023 για αντεξέταση του εναγομένου 2, ομνύοντα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση των εναγομένων ημερ. 09/05/2023 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 01/02/2023 Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Κ. Λυσιώτη για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία, Λυσιώτη & Ι. Μιχαήλ ΔΕΠΕ Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κα Κ. Π. Φελλά για Γιώργος Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 01/02/23, αδελφός Δικαστής ενώπιον του οποίου διεξήχθη η ακρόαση αίτησης της ενάγουσας για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η απαίτηση της, έκρινε, για τους λόγους που κατέγραψε στην αιτιολογημένη απόφαση του, ότι οι εναγόμενοι καμία καλή υπεράσπιση δεν είχαν να προβάλουν στην αγωγή και ότι η ενάγουσα δικαιούτο σε συνοπτική απόφαση ως οι παρ. Α και Β της έκθεσης απαίτησης της. Εξέδωσε λοιπόν ο αδελφός Δικαστής απόφαση με την οποία αναγνωριζόταν δικαστικά ότι η Συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1 ημερ. 04/06/2021 και 07/06/2021 με τίτλο Agreement Between Α Travel Agent And Α Hotel και τα παραρτήματα αυτής κατέστησαν ανεφάρμοστα συνεπεία των ενεργειών ή/και παραλείψεων των εναγόμενων και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των €152.
  3. Υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ο αδελφός Δικαστής επιδίκασε επίσης και τα έξοδα της αγωγής, τα οποία αργότερα υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν στο ποσό των €6203 πλέον ΦΠΑ επί ποσού €
  4. Στις 08/02/23 οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης προβάλλοντας 5 συνολικά λόγους έφεσης και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα θεραπεύτηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο το λάθος που έκανε η ενάγουσα σε σχέση με το είδος του κλητηρίου εντάλματος που είχε καταχωρήσει, ότι εσφαλμένα δεν επιτράπηκε αντεξέταση του μάρτυρα της ενάγουσας σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό που αυτός είχε προβάλει προς υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση και τον οποίο ισχυρισμό οι εναγόμενοι αμφισβητούσαν, ότι εσφαλμένα θεωρήθηκε ότι δεν προβαλλόταν καλή υπεράσπιση από πλευράς εναγομένων και ότι επρόκειτο για περίπτωση κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι εσφαλμένα εκδόθηκε απόφαση και εναντίον του εναγόμενου 2 ως φερόμενου εγγυητή της εναγόμενης 1 και ότι εσφαλμένα θεωρήθηκαν έγκυρα και νόμιμα τα έγγραφα που παρουσίασε η ενάγουσα εφόσον αυτά δεν ήταν χαρτοσημασμένα (βλ. εφετήριο που είναι καταχωρημένο στο φάκελο καθώς επίσης και Τεκ. 2 στην αίτηση ημερ. 09/05/2023). Στις 09/05/23, δηλαδή 3 μήνες μετά που καταχωρήθηκε η έφεση των εναγομένων, οι τελευταίοι καταχώρησαν, στη βάση των αρ. 25, 32 και 47 του Ν14/60, των Δ.35 Θ.18 και 19, καθώς και των προνοιών της Δ.40, αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της εναντίον τους απόφασης της 01/02/23 μέχρι εκδίκασης της έφεσης τους, υπό τον όρο, είτε να εγγραφεί η εναντίον τους απόφαση ως επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας τους προς όφελος της ενάγουσας (ΜΕΜΟ), είτε να κατατεθεί εκ μέρους τους τραπεζική εγγύηση που να καλύπτει το εξ' αποφάσεως χρέος, είτε να καταβληθεί ολόκληρο το εξ' αποφάσεως χρέος και έξοδα προς στους ενάγοντες και ταυτόχρονα να παραδοθεί από τους τελευταίους τραπεζική εγγύηση για επιστροφή του ποσού αυτού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, είτε να κατατεθεί το εξ' αποφάσεως χρέος και έξοδα στον Πρωτοκολλητή για ασφάλεια της ενάγουσας. Η αίτηση εκείνη υποστηρίζεται από Ε/Δ του εναγόμενου 2, ο οποίος είναι και ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης 1, και ο οποίος ισχυρίζεται ότι πέραν των πολύ καλών πιθανοτήτων που έχει η έφεση των εναγομένων να επιτύχει, αμφότεροι οι τελευταίοι είναι φερέγγυοι και έχουν, όπως φαίνεται από τα σχετικά πιστοποιητικά έρευνας στο κτηματολόγιο (Τεκ. 3 και 4), σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εξασφάλισης του εξ' αποφάσεως χρέους ή εξόφλησης του σε περίπτωση που η έφεση ήθελε απορριφθεί. Αντίθετα όμως με τους εναγόμενους, η ενάγουσα, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο 2, έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, εμπλέκεται σε διάφορες δικαστικές διαμάχες με αρκετά ξενοδοχεία της επαρχίας Αμμοχώστου και δεν έχει καθόλου περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προκειμένου να ανακτηθεί, σε περίπτωση επιτυχίας της καταχωρηθείσας έφεσης, το οποιοδήποτε ποσό ήθελε καταβληθεί από τώρα σε αυτή. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2, οι εναγόμενοι είχαν εξ αρχής δηλώσει προς την ενάγουσα και την πρόθεση τους να της καταβάλουν άμεσα τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης από πλευράς της ότι θα τους επιστραφεί το ποσό αυτό σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης (Τεκ.5), όμως η ενάγουσα, όχι μόνο αδικαιολόγητα δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, αλλά αφού απείλησε την εναγόμενη 1 με έναρξη διαδικασιών εκκαθάρισης εναντίον της (Τεκ.6), προχώρησε και υλοποίησε την απειλή της στις 29/03/2023 καταχωρώντας την αίτηση εκκαθάρισης υπ΄ αριθμό 2/23 στο Ε.Δ. Αμμοχώστου (Τεκ.7). Κατά τον εναγόμενο 2, αποκλειστικός σκοπός της ενάγουσας είναι να στερήσει από τους εναγόμενους το δικαίωμα προώθησης της έφεσης τους και να τους εξαναγκάσει να την πληρώσουν ποσό το οποίο η ίδια δεν θα μπορεί να τους επιστρέψει εάν η έφεση επιτύχει. Στην αντίπερα όχθη η ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην αίτηση για αναστολή προβάλλοντας 9 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η συγκεκριμένη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι επί του προκειμένου θέσεις της ενάγουσας, οι οποίες εκφράζονται μέσω της υποστηρικτικής Ε/Δ στην οποία προέβη η διευθύντρια της, συνίστανται στο ότι η έφεση των εναγομένων δεν έχει οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας αφού στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου διότι το επιδικασθέν ποσό συνιστούσε ποσό που καταβλήθηκε από την ενάγουσα στην εναγόμενη 1 για ξενοδοχειακές υπηρεσίες που τελικά δεν παρασχέθηκαν - ήταν επομένως μια ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη απαίτηση, στο ότι «.η εναγόμενη αρ.1 δεν έχει καθαρή περιουσία ως η αξία που ο ομνύοντας ισχυρίζεται. Αντίθετα, φαίνεται από τα τεκμήρια 3 και 4 που ο ομνύοντας κατέθεσε ότι η ακίνητη περιουσία της εναγομένης είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη και συγκεκριμένα υποθήκες και η ίδια, ως εταιρεία έχει παραχωρήσει προς εμπορικές τράπεζες ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της . (και) το ακίνητο, όμως, αυτό, όπως και η υπόλοιπη περιουσία της εναγομενης αρ. 1 βαρύνονται με διαδοχικές υποθήκες και επιβαρύνσεις του τμήματος φορολογίας που έχουν καταχωρηθεί στα μητρώα του κτηματολογίου .», στο ότι δεν εγγράφηκε μέχρι σήμερα ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων διότι η εγγραφή ΜΕΜΟ «δεν συνιστά εξασφάλιση της δικαστικής απόφασης λαμβανομένων υπόψη των επιβαρύνσεων επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων», στο ότι η ενάγουσα δεν είναι αφερέγγυα ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αν μη τι άλλο διότι το εξ΄ αποφάσεως χρέος αφορά σε ποσό που η ενάγουσα είχε πληρώσει στην εναγόμενη 1, και στο ότι οι δικαστικές διαμάχες που όντως εκκρεμούν μεταξύ της ενάγουσας και άλλων ξενοδοχείων φέρουν την ενάγουσα να είναι εκείνη που αξιώνει να της καταβληθούν χρήματα και όχι το αντίθετο. Επιπλέον, θέση της ενάγουσας είναι και ότι η κατ' ισχυρισμό πρόθεση των εναγομένων να της καταβάλουν άμεσα τα επιδικασθέντα προς όφελος της έξοδα με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης επιστροφής τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μια ανυπόστατη πρόφαση των εναγομένων για να αποφύγουν να πληρώσουν το χρέος τους, αφού η ενάγουσα ήδη τους έδωσε την εν λόγω διαβεβαίωση από τις 20/02/2022 και την επανέλαβε ξανά στις 15/05/2023 με αφορμή την παρούσα αίτηση (Τεκ.1 και 2), όμως αυτοί ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε σχετική πληρωμή. Στην βάση των πιο πάνω, καταλήγει η ομνύουσα της ενάγουσας, δικαιολογημένα καταχωρήθηκε από την τελευταία η αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της εναγόμενης 1 και δικαιολογημένα εγείρεται ένσταση στην αναστολή εκτέλεσης της 01/02/
  5. Μετά την καταχώριση της ένστασης της ενάγουσας η αίτηση των εναγομένων ορίστηκε για ακρόαση. Εν τω μεταξύ όμως καταχωρήθηκε στις 12/09/23 η παρούσα αίτηση από την ενάγουσα με την οποία η τελευταία ζητά, στη βάση της Δ.39 και της Δ.48 να διαταχθεί η παρουσία του εναγόμενου 2 στο Δικαστήριο προκειμένου να αντεξετασθεί σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στις παραγράφους 6,7,9,10 και 13 της Ε/Δ του, ήτοι τις παραγράφους στις οποίες αυτός αναφέρεται στην αξία της ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 1 (παρ.6), στην δυνατότητα καταχώρισης ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας (παρ.7 και 10), στην κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητα της ενάγουσας (παρ.9) και στα όσα περιβάλλουν την πρόθεση των εναγομένων για πληρωμή των επιδικασθέντων εξόδων με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης για επιστροφή τους (παρ.13). Κατά την ενάγουσα, θα πρέπει να επιτραπεί να γίνει η προτιθέμενη αντεξέταση ώστε να υποδειχθεί στον ομνύοντα των εναγομένων ότι παρουσιάζει μια ψευδή και παραποιημένη εικόνα σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1, να του υποβληθεί ότι η εγγραφή ΜΕΜΟ δεν αποτελεί μορφή εξασφάλισης της δικαστικής απόφασης και ούτε θα εξυπηρετούσε υπό τις περιστάσεις οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό λόγω της ύπαρξης άλλων εμπράγματων βαρών και υποθηκών, να του υποβληθεί ότι η ενάγουσα είναι φερέγγυα και εύρωστη εταιρεία και να του υποβληθεί ότι υπό το φως των ανταλλαχθείσων επιστολών σε σχέση με την πληρωμή των εξόδων, η αναφορά του περί ετοιμότητας και προθυμίας των εναγομένων να εξοφλήσουν τα εν λόγω έξοδα «είναι προσχηματική». Οι εναγόμενοι ενίστανται στο αίτημα της ενάγουσας προβάλλοντας με τη δική τους ένσταση 12 λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι δεν θα πρέπει να διαταχθεί η αντεξέταση του εναγόμενου
  6. Θέση των εναγομένων είναι ότι δεν πληρούνται οι νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης αφού ούτε λίγο ούτε πολύ, τα όσα επιθυμεί να πράξει η ενάγουσα μέσω της προτιθέμενης αντεξέτασης αποτελούν, είτε θέματα επιχειρηματολογίας στη βάση της ήδη προσκομισθείσας μαρτυρίας είτε θέματα νομικής φύσης. Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου περιλαμβανομένων και των όσων αναφέρονται στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δυο πλευρών, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Όπως προκύπτει από την εκατέρωθεν νομική επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων, η οποία να σημειωθεί περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τις ίδιες δικαστικές αποφάσεις, είναι κοινώς αποδεκτό ότι το δικαίωμα αντεξέτασης ενός ενόρκου δηλούντα, είτε αυτό εδράζεται στη βάση της Δ.48 Θ.4

(2)είτε στη βάση της Δ.39, πρόνοιες επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αίτηση, διέπεται από σαφείς νομολογιακές αρχές. Κατά πρώτο, η αίτηση για αντεξέταση παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα, ευχέρεια η οποία ασκείται δικαστικά, με γνώμονα και τη φύση της διαδικασίας αλλά και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως επισημαίνεται στη Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, το Δικαστήριο μπορεί ακόμη και να απορρίψει την αίτηση έστω και αν δεν υπάρχει ένσταση στο σχετικό αίτημα. Κατά δεύτερο, σε περίπτωση που διαταχθεί η αιτούμενη αντεξέταση αυτή πρέπει να περιοριστεί μόνο σε θέματα συναφή με το περιεχόμενο της επίμαχης ένορκης δήλωσης και τα οποία τελούν υπό αμφισβήτηση. Αναφέρω εδώ παρενθετικά και το ότι, όπως πολύ εύστοχα επεσήμανε ο Κληρίδης Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε στην υπόθεση Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου, Αρ. Αγωγής: 7123/08, 9 Απριλίου 2009, « . τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς τον σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου .». Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, σημειώνω τα εξής σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση. Όσον αφορά την πρόθεση της ενάγουσας να αντεξετάσει τον ομνύοντα των εναγομένων σε σχέση με τον ισχυρισμό του ως προς την φερόμενη αξία της ακίνητης περιουσίας των τελευταίων και τη δυνατότητα κατάθεσης ΜΕΜΟ επί αυτής ως εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους, η πρόθεση αυτή της ενάγουσας στην ουσία δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μια πρόθεση να προβληθεί κατά την αντεξέταση επιχειρηματολογία από πλευράς της τελευταίας και δη νομικής κυρίως φύσης. Αυτό όχι μόνο διότι η πρόθεση που εκφράζεται ρητά στην Ε/Δ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση είναι να υποβληθεί η θέση ότι «η κατάθεση ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων δεν αποτελεί μορφή εξασφάλισης της δικαστικής απόφασης» αλλά και διότι ο ομνύοντας των εναγομένων δεν είναι το πρόσωπο που μπορεί ή που πρέπει να τοποθετηθεί σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους η ενάγουσα δεν καταχώρησε μέχρι σήμερα ένα τέτοιο ΜΕΜΟ. Αυτό είναι θέμα που αφορά αποκλειστικά την ενάγουσα, η οποία, μέσω της ένστασης που καταχώρησε στο αίτημα αναστολής, παρουσιάζει τις επί του προκειμένου θέσεις της να εδράζονται ρητά στο περιεχόμενο των πιστοποιητικών του κτηματολογίου που οι εναγόμενοι κατέθεσαν, δηλαδή της ήδη προσκομισθείσας μαρτυρίας, και να συνίσταται ουσιαστικά σε επιχειρηματολογία ως προς το πώς θα πρέπει τα εν λόγω πιστοποιητικά να ερμηνευτούν για σκοπούς εξέτασης του συγκεκριμένου ισχυρισμού και τι βαρύτητα θα πρέπει να τους δοθεί από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τώρα την πρόθεση της ενάγουσας να αντεξετάσει τον ομνύοντα των εναγομένων σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητα της, δηλαδή σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην παρ. 9 της Ε/Δ που υποστηρίζει το αίτημα αναστολής, η πρόθεση αυτή εξειδικεύεται στην υπό κρίση αίτηση να συνίσταται σε πρόθεση υποβολής στον ομνύοντα της θέσης ότι η ενάγουσα είναι φερέγγυα και εύρωστη καθώς και της θέσης ότι στις άλλες εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες είναι η ενάγουσα που απαιτεί να της πληρωθούν χρήματα και όχι το αντίθετο. Με άλλα λόγια, αυτό που επιδιώκεται μέσω της προτιθέμενης αντεξέτασης είναι ουσιαστικά να υποβληθεί απλά στον ομνύοντα η αντίθετη θέση και ότι δεν λέει την αλήθεια, και αυτό σε σχέση με θέματα που η ίδια η ενάγουσα ούτως ή άλλως θεωρεί ότι δεν εμπίπτουν στην σφαίρα γνώσης του ομνύοντα. Και υπενθυμίζω εδώ και το ότι η ενάγουσα έχει ήδη προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς επί του συγκεκριμένου θέματος και μάλιστα προς απάντηση των επί του προκειμένου ισχυρισμών του ομνύοντα. Καμία δηλαδή ουσιαστική ανάγκη για αντεξέταση δεν φαίνεται να υπάρχει. Όσον αφορά τέλος την πρόθεση για αντεξέταση του ομνύοντα σε σχέση με το θέμα της πληρωμής των εξόδων της ενάγουσας, περιορίζομαι να αναφέρω ότι οι επί τούτου του θέματος εκατέρωθεν ισχυρισμοί έχουν ήδη προβληθεί με παραπομπή σε σχετικά έγγραφα τα οποία θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο ενώ η ενάγουσα έχει ήδη απαντήσει στον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τα όσα ανέφερε στην ένσταση της. Και γι' αυτό το θέμα δηλαδή φαίνεται ότι η πρόθεση είναι ουσιαστικά να επαναληφθούν κατά την προτιθέμενη αντεξέταση οι ήδη προβληθέντες ισχυρισμοί και να υποβληθεί απλά στον ομνύοντα ότι δεν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετα όμως αυτού θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι από τις εκατέρωθεν θέσεις που προβάλλονται σε σχέση με θέμα της πληρωμής των εξόδων της ενάγουσας φαίνεται ότι καμία πλευρά δεν διαφωνεί με το ότι τα έξοδα αυτά θα εξαιρούνται της οποιασδήποτε αναστολής ήθελε διαταχθεί. Αυτό προφανώς γιατί, ως είναι νομολογημένο, αν και η επιδίκαση εξόδων προς όφελος ενός διαδίκου δεν συνεπάγεται τη δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ιδίου του δικηγόρου, εντούτοις, προς αποφυγή του ενδεχόμενου να εξαρτάται η πληρωμή των υπηρεσιών ενός δικηγόρου από το αποτέλεσμα μιας υπόθεσης ή από το κατά πόσο ο πελάτης του δικηγόρου θα καταφέρει ή όχι να εισπράξει από τον αντίδικο του, η νομολογία και η δικαστική πρακτική αναγνωρίζουν ότι εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο, η ανάκτηση των εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζεται, ούτε ακόμη και όταν διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Μάλιστα δε, ακόμη και στην περίπτωση που κρίνεται ορθό όπως διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, η πληρωμή των εξόδων είθισται να εξαιρείται της αναστολής και γίνεται με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης για επιστροφή του ποσού στην περίπτωση επιτυχίας της έφεσης όπως αμφότερες οι εδώ πλευρές συμφωνούν ότι πρέπει να γίνει σε περίπτωση που διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή (βλ. Ιωάννου Τάσος ν. Α/φοί Ανδρέα Καξίσιη Λτδ και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1998, Δημητρούδης Mιχάλης ν. Aνδρέα Nίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513). Κοντολογίς, για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ο σκοπός της αντεξέτασης που επιδιώκεται να διαταχθεί με την παρούσα αίτηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να επαναληφθούν οι ίδιοι ισχυρισμοί που ήδη προβάλλονται στις αντίστοιχες γραπτές παραστάσεις και να υποβληθεί απλά η θέση ότι ο ομνύοντας των εναγομένων είναι αναξιόπιστος. Αυτό όμως δεν επιτρέπεται με βάση τη σχετική με το θέμα νομολογία και συνεπώς, από όποια σκοπιά και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης αυτά θα συνιστούν έξοδα στην πορεία της «κυρίως» αίτηση για αναστολή εκτέλεσης, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα είναι εναντίον των εναγομένων. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η «κυρίως» αίτηση ορίζεται για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 01/11/23 και ώρα 10.00. Για σκοπούς της ακρόασης δεν απαιτείται η φυσική παρουσία των δικηγόρων στο Δικαστήριο και οι αγορεύσεις τους να καταχωρηθούν με τον προβλεπόμενο τρόπο στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.