← Κύπρος

Αίτηση της πιστώριας ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Αναφορικά με την Ε. Μ., ΑΙΤΗΣΗ ΠΣΑ 17/2022, 16/1/2023

Αίτηση της πιστώριας ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Αναφορικά με την Ε. Μ., ΑΙΤΗΣΗ ΠΣΑ 17/2022, 16/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. ΑΙΤΗΣΗ ΠΣΑ 17/2022 I-JUSTICE Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 και Αναφορικά με την Ε. Μ. από την Πάφο, χρεώστρια Αίτηση της πιστώριας ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ημερομηνίας 18.07.2022 για ακύρωση της επαλήθευσης χρέους Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την πιστώτρια: Ξ. Κόκκινου (κα) για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον σύμβουλο αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Για την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Για την χρεώστρια: Γ. Χ. Σιαηλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το τι έλαβε χώρα και οδήγησε στην καταχώριση από την πιστώτρια της υπό εξέταση αίτησής της. Την 07.04.2022, εκδόθηκε, κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας δια του Επίσημου Παραλήπτη, προστατευτικό διάταγμα αναφορικά με την χρεώστρια που κατονομάζεται στο τίτλο, διάρκειας 95 ημερών, προκειμένου να γίνουν όλες οι ενέργειες για ολοκλήρωση του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής (ΠΣΑ) με την πιστώτρια, στο καθορισμένο ποσό των €62.163,00, σύμφωνα με τη δήλωση της πιστώτριας. Το προστατευτικό διάταγμα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, μετά από την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, με επιστολή του ημερομηνίας 27.04.2022, αποτάθηκε στην πιστώτρια, πληροφορώντας την ότι έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα, ο ίδιος διορίστηκε ως σύμβουλος αφερεγγυότητας, και καλώντας την, μεταξύ άλλων, να επαληθεύσει το χρέος, το αργότερο εντός 35 ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου 65(I)/2015 («Ν.65(Ι)/2015»). Η επιστολή του συμβούλου αφερεγγυότητας ημερομηνίας 27.04.2022 είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιστώτρια, με ένορκη δήλωση λειτουργού στις υπηρεσίες της, ημερομηνίας 12.05.2022, ανέφερε πως το χρέος ανέρχεται σε €63.701,98, απορρέον από συμφωνία δανείου ημερομηνίας 18.06.2007 για χορήγηση στεγαστικού δανείου ύψους €98.000,00 και έναντι εξασφαλισμένου ποσού €92.000,00, ως τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης με συμφωνίες ημερομηνίας 28.03.2012, 13.03.2017 και 05.04.2022 (σημ.: είναι στην επαλήθευση της Τράπεζας που αναφέρονται αυτές οι ημερομηνίες και γίνεται χρήση της αναφοράς τους στην προσβαλλόμενη απόφαση, προφανώς η χρήση προτύπων υπάρχει στις πρακτικές και της Τράπεζας), προσκομίζοντας σχετική κατάσταση του λογαριασμού δανείου. Η ένορκη δήλωση επαλήθευσης είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, με επιστολή του ημερομηνίας 13.06.2022 προς την πιστώτρια, απάντησε πως δεν αποδέχεται την επαλήθευση γιατί, σύμφωνα με την χρεώστρια, το ύψος του οφειλόμενου ποσού και το ύψος του επιτοκίου δεν συνάδουν με τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 18.06.2007, ζητώντας περαιτέρω στοιχεία, με επίκληση του άρθρου 43

(8)Ν.65(Ι)/
  1. Ειδικότερα, ζήτησε «αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού» από την παραχώρηση του δανείου μέχρι την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, με την οποία να υπολογίζεται το επιτόκιο με Βασικό Επιτόκιο ίσο με 3-μηνών Libor πλέον προσαύξηση 1,75% ως αναγράφεται στη συμφωνία δανείου, και στην οποία να φαίνονται αναλυτικά οι διακυμάνσεις. Επίσης, πληροφόρησε την πιστώτρια πως, επειδή η χρεώστρια θεωρεί την τροποποιητική συμφωνία «ημερομηνίας 08.04.2022» άκυρη, επειδή το προστατευτικό διάταγμα εκδόθηκε την 07.04.2022, και ότι η πιστώτρια παράκουσε το προστατευτικό διάταγμα, εξέφρασε επιφύλαξη των δικαιωμάτων της χρεώστριας να διώξει την πιστώτρια και να διεκδικήσει έξοδα. Η επιστολή του συμβούλου αφερεγγυότητας με την οποία ζητούνται περαιτέρω στοιχεία, είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιστώτρια, την 14.06.2022, απέστειλε προς τον σύμβουλο αφερεγγυότητας πίνακα με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου του δανείου και επιστολές αύξησής του που είχε αποστείλει κατά τη διάρκεια της σύμβασης, παραθέτοντας σχετικούς όρους της συμφωνίας σε σχέση με τη χρέωση τόκου υπερημερίας, και αποστέλλοντας αντίγραφα των συμφωνιών, και εκθέτοντας αντίστοιχη επιφύλαξη δικαιωμάτων. Η επιστολή δια της οποίας στάλθηκαν πρόσθετα στοιχεία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Την 05.07.2022, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, απαντώντας εκ νέου στην πιστώτρια, της ανέφερε πως, επειδή δεν απέστειλε και «αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού», όπως ζητήθηκε, δεν μπορεί να αποδεχθεί την επαλήθευση. Εξέθεσε εκτενώς τη θέση της χρεώστριας για την επαλήθευση, καταλογίζοντας στην πιστώτρια ότι ενήργησε μονομερώς σε σχέση με τον τοκισμό του δανείου, αμφισβητώντας εκ τέλει και το κύρος της δανειακής σύμβασης ή ρητρών της, που θεωρεί καταχρηστικές, θέμα ως προς το οποίο ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, την 13.08.2021, αποφάσισε σχετικά με την χρεώστρια, παραπέμποντας στην απόφασή του εναντίον της Alpha Bank Cyprus Ltd στην αίτηση 56/
  2. Λαμβάνοντας υπόψη ό,τι απέστειλε η πιστώτρια, τη θέση της χρεώστριας, ετοίμασε ο ίδιος «αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού», υπό το φως όσων διαπιστώνονται στις αποφάσεις της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών, καταλήγοντας πως το πραγματικά οφειλόμενο ποσό είναι αυτό των €36.930,
  3. Η προσβαλλόμενη απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιστώτρια, που διαφωνεί με το καθορισμένο ποσό, την 18.07.2022 υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση, βάσει του άρθρου 43 Ν.65(Ι)/2015, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο τον παραμερισμό της απόφασης του συμβούλου αφερεγγυότητας ημερομηνίας 05.07.2022 με την οποία καθόρισε το ύψος του χρέους σε €36.930,35, την επικύρωση της επαλήθευσης χρέους που απέστειλε η ίδια ημερομηνίας 12.05.2022, ή και τον καθορισμό του ορθού υπολοίπου από το Δικαστήριο. Προσκομίζει τη συμφωνία δανείου, τις τροποποιητικές συμφωνίες που υπογράφθηκαν το 2012, το 2017 και «την 05.04.2022», επιστολές ενημέρωσης προς την χρεώστρια ημερομηνίας 09.01.2009 και 15.03.2017 με τις οποίες την είχαν ενημερώσει για την αύξηση του επιτοκίου. Εκθέτει τα προαναφερόμενα γεγονότα, και ισχυρίζεται πως ο υπολογισμός του συμβούλου αφερεγγυότητας δεν έλαβε υπόψη τις δύο επιστολές αύξησης που η Τράπεζα είχε συμβατικό δικαίωμα να κάνει λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα κριτήρια, υπολόγισε τον τόκο με βάση 365/366 ημέρες (ενώ η Τράπεζα με 360 μέχρι το 2016 και από το 2016 με 365/366), δεν λήφθηκαν υπόψη χρεώσεις που έγιναν στον λογαριασμό δανείου για ασφάλιστρα πυρός και ζωής και δεν αναγνώρισε την συμφωνία ημερομηνίας 05.04.2022, με την οποία το Libor (που έπαυσε να ισχύει από την 01.01.2022) αντικαταστάθηκε με Euribor. Κατά την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 05.04.2022, δεν είχε επιδοθεί κάποιο προστατευτικό διάταγμα στην Τράπεζα και η χρεώστρια υπέγραψε με τη βούλησή της, χωρίς αναφορά ότι αμφισβητεί το υπόλοιπο. Εάν εξάλλου δεν συμφωνούσε με το υπόλοιπο, όπως αναφέρει ο λειτουργός της Τράπεζας, το αναμενόμενο ήταν να αντιδράσει προ ετών. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών, όπως θέτει, συνιστά έκφραση γνώμης και δεν είναι δεσμευτική, όπως αυτό αποφάσισε το Διοικητικό Δικαστήριο την 30.06.
  4. Στο δε πλαίσιο των εξουσιών του, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, όπως συνεχίζει ο λειτουργός της Τράπεζας, δεν έχει τη δυνατότητα να κρίνει ο ίδιος ποιοι όροι είναι καταχρηστικοί ή όχι ή ζητήματα κύρους και να απαιτεί από τον πιστωτή να μειώσει το ποσό που φαίνεται σύμφωνα με τα αρχεία του οφειλόμενο, βάσει αυθαίρετων συμπερασμάτων. Μόνο το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει εάν ένας συμβατικός όρος είναι καταχρηστικός ή όχι. Εκθέτει πως ο σύμβουλος αφερεγγυότητας χρησιμοποίησε τυποποιημένη επιστολή, εξ ου και αναφέρεται σε τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 28.03.2012 που δεν υπάρχει. Σε ένδειξη καλής θέλησης, όπως αναφέρει ο λειτουργός της Τράπεζας, ετοίμασε η Τράπεζα «αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού», στην οποία δεν υπολογίζονται διάφορες χρεώσεις παρά το γεγονός πως δικαιωματικά, κατά τη θέση της Τράπεζας, χρεώθηκαν. Την απέστειλε στον σύμβουλο αφερεγγυότητας την 15.07.
  5. Την προσκομίζει και καλεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν. Είναι, όπως επισημαίνει η πιστώτρια, μεγάλη η διαφορά με την επαλήθευση που αποφάσισε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας. Θεωρεί πως το οφειλόμενο ποσό είναι αρκετά μεγαλύτερο από αυτό που υπολόγισε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, ο οποίος, κατά τη θέση της, μετέτρεψε τον εαυτό του σε Δικαστήριο και αποφάσισε λανθασμένα και παράτυπα σε σχέση με το μαρτυρικό υλικό και το κύρος συμφωνιών. Λέγει με πρόσθετη έμφαση πως, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα υποστεί τεράστια ζημιά. Η αίτηση φαίνεται να επιδόθηκε και στην χρεώστρια την 20.07.2022 (Καθ' ης η αίτηση 1), στον σύμβουλο αφερεγγυότητας την 20.07.2022 (Καθ' ου η αίτηση 2), και στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας την 19.07.2022 (Καθ' ης η αίτηση 3). Κάτι που διευκρίνισε το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας με τον συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση 1, στη βάση και των καταχωρισμένων εγγράφων, του διοριστηρίου του και της ένστασης που έχει ενώπιον του, η εμφάνισή του δεν είναι για τον σύμβουλο αφερεγγυότητας, αλλά για την χρεώστρια. Δεν υπήρξε κανονική εμφάνιση και ένσταση στη διαδικασία από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας, ως το αντίθετο αναφέρει η πιστώτρια στην αίτησή της. Είναι η χρεώστρια που την 26.10.2022 καταχώρισε ένσταση και έχει τη θέση πως το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση της πιστώτριας και να επικυρώσει την επαλήθευση του συμβούλου αφερεγγυότητας. Προβάλλει πως, επειδή δεν περιέχεται στη νομική βάση της αίτησης και ο Κανονισμός 16 των περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016 («ΔΚ»), είναι ελλιπής η νομική βάση και η αίτηση έκθετη σε απόρριψη, εφόσον δεν περιέχει και συγκεκριμένους λόγους παραμερισμού, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Έπειτα, ότι ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ενήργησε ορθά στους υπολογισμούς του. Με βάση το άρθρο 43 § 11 Ν.65(Ι)/2015, μπορεί να λάβει υπόψη του τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου και του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου. Όπως έπραξε. Έλαβε υπόψη του, εφόσον δεν θα μπορούσε να αγνοήσει, απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών ημερομηνίας 13.08.2021, που παραπέμπει στην απόφασή του στο πλαίσιο της αίτησης 56/
  6. Αυτήν υιοθετεί και η χρεώστρια. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, χωρίς προσθήκες[1]. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με γραπτές αγορεύσεις, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις ως αυτές προκύπτουν και από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 42 Ν.65(Ι)/2015, μετά την έκδοση προστατευτικού διατάγματος, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, το αργότερο εντός 20 ημερών, δίνει γραπτή ειδοποίηση (με τον καθορισμένο τρόπο) στους καθορισμένους πιστωτές και στους εγγυητές του ενδιαφερόμενου χρεώστη ότι διορίστηκε ως σύμβουλος αφερεγγυότητας από το χρεώστη για την υποβολή μίας ή περισσότερων προτάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου κατά τη διάρκεια ισχύος του προστατευτικού διατάγματος, για ΠΣΑ και τέτοια ειδοποίηση συνοδεύεται με την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων του χρεώστη, και καλεί τους καθορισμένους πιστωτές να επαληθεύσουν τα οφειλόμενα σε αυτούς χρέη από το χρεώστη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 Ν.65(Ι)/2015 και να του υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν τα χρέη του χρεώστη στο πλαίσιο του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 Ν.65(Ι)/
  7. Σύμφωνα με το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/2015, καθορισμένος πιστωτής επαληθεύει το οφειλόμενο σε αυτόν χρέος εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Η επαλήθευση γίνεται δια ένορκης δήλωσης πιστωτή που επιβεβαιώνει το χρέος. Η ένορκη δήλωση καθορισμένου πιστωτή περιλαμβάνει λεπτομέρειες αναφορικά με, ή/και συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού που αποδεικνύει τις λεπτομέρειες του χρέους ή/και τις αποδείξεις πληρωμών, εάν υπάρχουν. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας δύναται, οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο, να ζητήσει την προσαγωγή δικαιολογητικών αναφορικά με οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του χρέους αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Τα έξοδα επαλήθευσης του οφειλόμενου στον καθορισμένο πιστωτή χρέους, περιλαμβανομένων των εξόδων της εξασφάλισης οποιωνδήποτε εγγράφων ή μαρτυρίας που απαιτείται από το σύμβουλο αφερεγγυότητας, επιβαρύνουν τον πιστωτή, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εξετάζει κάθε επαλήθευση και τους λόγους του χρέους, και, το αργότερο εντός 5 ημερών από την παραλαβή της επαλήθευσης χρέους από τον πιστωτή, αφότου διαβουλευτεί και με το χρεώστη, είτε αποδέχεται, είτε απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την εν λόγω επαλήθευση είτε απαιτεί περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξή της και κοινοποιεί την απόφασή του γραπτώς στους πιστωτές. Σε περίπτωση απόρριψης, εν όλω ή εν μέρει, της επαλήθευσης, αναφέρει στον καθορισμένο πιστωτή τους λόγους για την απόρριψη. Οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία του καθορισμένου πιστωτή προς υποστήριξη της επαλήθευσης χρέους, προσκομίζεται στο σύμβουλο αφερεγγυότητας τα αργότερο εντός 5 ημερών από την γνωστοποίηση της εν λόγω απαίτησης, και ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, εντός 5 ημερών από την παραλαβή της περαιτέρω μαρτυρίας από τον πιστωτή είτε αποδέχεται, είτε απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την εν λόγω επαλήθευση. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του συμβούλου αφερεγγυότητας και οποιουδήποτε καθορισμένου πιστωτή αναφορικά με την επαλήθευση οποιουδήποτε χρέους, αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Δικαστήριο, μετά από αίτηση είτε του συμβούλου αφερεγγυότητας είτε του σχετικού πιστωτή που καταχωρίζεται εντός 15 ημερών το αργότερο από την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(8). Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταχωρίζεται αίτηση δυνάμει του εδαφίου
(9), επιλαμβάνεται της υπόθεσης το συντομότερο δυνατό και αποφασίζει κατά πόσο θα επικυρώσει ή θα ακυρώσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ή κατά πόσο θα διαφοροποιήσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως προς την επαλήθευση χρέους και η απόφαση του Δικαστηρίου θεωρείται δεσμευτική και τελεσίδικη. Η καταχώριση αίτησης δυνάμει του άρθρου 43 § 9 Ν.65(Ι)/2015 δεν αναστέλλει κατά τα άλλα τη διαδικασία έγκρισης ΠΣΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 16 ΔΚ, η δυνάμει του άρθρου 43 § 9 Ν.65(Ι)/2015 υποβολή αίτησης επαλήθευσης χρέους στο Δικαστήριο, γίνεται διά κλήσεως, στον Τύπο 1 του Δεύτερου Παραρτήματος και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του προσώπου που αιτείται την επαλήθευση χρέους ή εκπροσώπου του, όπου αυτό εφαρμόζεται, στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα και οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η αίτηση επαλήθευσης χρέους, και την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως προς την επαλήθευση χρέους. Η αίτηση επαλήθευσης χρέους, καταχωρίζεται το αργότερο εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Συμβούλου Αφερεγγυότητας αναφορικά με την επαλήθευση του χρέους στους πιστωτές ή/και σε οποιονδήποτε εγγυητή. Η αίτηση επαλήθευσης χρέους επιδίδεται στον σύμβουλο αφερεγγυότητας ή/και στο σχετικό καθορισμένο πιστωτή ή/και σε οποιοδήποτε εγγυητή του εν λόγω χρέους, ανάλογα με την περίπτωση, και ορίζεται για ακρόαση από το Δικαστήριο, εντός το αργότερο είκοσι 21 ημερών από την καταχώριση της. Ένσταση στην αίτηση από οποιοδήποτε μέρος στη διαδικασία δύναται να καταχωριστεί στον Τύπο 4 του Πρώτου Παραρτήματος, πριν την ακρόαση της αίτησης, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του προσώπου που καταχωρίζει την Ένσταση στην οποία αναφέρονται τα πραγματικά γεγονότα και οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση. Κατά την ακρόαση της αίτησης επαλήθευσης χρέους το Δικαστήριο, δύναται να απαιτήσει οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις ή πληροφορίες από τους διαδίκους καθώς επίσης και την προσκόμιση οποιωνδήποτε περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων ως προς επίδικο χρέος. Οι πρόσθετες πληροφορίες ή οποιαδήποτε περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία προσκομίζονται με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του προσώπου από το οποίο αυτές ζητούνται, σε προθεσμίες που καθορίζει το Δικαστήριο. Μετά την ακρόαση της αίτησης επαλήθευσης χρέους, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο θα επικυρώσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ή θα την ακυρώσει ή κατά πόσο θα διαφοροποιήσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως προς την επαλήθευση του χρέους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 § 10 Ν.65(Ι)/
  1. Ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου κοινοποιεί στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, στο σχετικό καθορισμένο πιστωτή ή σε οποιονδήποτε εγγυητή, όπου αυτό εφαρμόζεται, την απόφαση του Δικαστηρίου. Καταρχάς, η αίτηση υποβλήθηκε από καθορισμένο πιστωτή, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 15 ημερών (18.07.2022) από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης (05.07.2022), περιέχει στη νομική της βάση το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/2015 και συνάδει με τον Τύπο 1 του Δεύτερου Παραρτήματος των ΔΚ, χωρίς ουσιώδεις αποκλίσεις, και το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει στην εξέτασή της, εφόσον παραδεκτά υποβάλλεται. Δεν υπάρχει έλλειψη στη νομική βάση της αίτησης που να επιδρά καταλυτικά στη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει την αίτηση, η οποία αντλείται απευθείας από το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/
  2. Η διαδικασία του άρθρο 43 § 1 Ν.65(Ι)/2015 είναι διαδικασία αναφοράς στο Δικαστήριο κατά την οποία το Δικαστήριο αναθεωρεί την απόφαση επαλήθευσης που λαμβάνει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ώστε να την επικυρώσει, να την ακυρώσει ή να την τροποποιήσει (judicial review). Ισχύουν οι ίδιες αρχές ως σε κάθε διαδικασία αναφοράς αναθεωρητικής φύσης. Όπως προκύπτει από το άρθρο 43 § 1 Ν.65(Ι)/2015 και τον Κανονισμό 16 ΔΚ, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας και ο πιστωτής είναι αναγκαία μέρη στη διαδικασία αναθεώρησης από το Δικαστήριο της επαλήθευσης, για έγκριση (όταν την αίτηση υποβάλλει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας) ή ακύρωση (όταν την αίτηση υποβάλλει ο πιστωτής). Η χρεώστρια κατέστη μεν ενδιαφερόμενο μέρος από την πιστώτρια, αλλά ο λόγος της δεν αναπληρώνει τον δικονομικό λόγο που συμβούλου αφερεγγυότητας, που στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζει. Ότι ο σύμβουλος αφερεγγυότητας δεν εμφανίστηκε και δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της πιστώστριας, δεν οδηγεί το Δικαστήριο αυτομάτως σε ακυρωτική κρίση. Δεν είναι αντιπαραθετική αυτή η διαδικασία, ενώ η πιστώτρια φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας πάσχει. Ο αναθεωρητικός έλεγχος διενεργείται, λαμβάνοντας αναγκαστικά υπόψη τη δικονομική απουσία του συμβούλου αφερεγγυότητας και την παράλειψη εκπλήρωσης βασικά της υποχρέωσής του έναντι στο Δικαστήριο να εφοδιάσει ο ίδιος το Δικαστήριο με όλα τα στοιχεία που διαθέτει για τους σκοπούς της επαλήθευσης και με πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του, για να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασής του. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 43 Ν.65(Ι)/2015, όταν ο σύμβουλος αφερεγγυότητας «επαληθεύει χρέος», ενεργεί ό,τι και ο εκκαθαριστής σε διαδικασία εκκαθάρισης[2] ή ο παραλήπτης και διαχειριστής σε διαδικασία πτώχευσης[3], στις διαδικασίες των οποίων η επαλήθευση (prove) σημαίνει την προσκόμιση από τον πιστωτή στοιχείων για την απόδειξη της αλήθειας του χρέους, ότι πρόκειται για μια γνήσια απαίτηση. Εξετάζει τις λεπτομέρειες του χρέους (particulars of debt / details of claim), δηλαδή πώς και πότε προέκυψε. Εξετάζοντας το «έδαφος» του χρέους, μπορεί οι περιστάσεις να είναι τέτοιες που να χρειάζεται να μην αρκεστεί στο ότι υπάρχει δικαστική απόφαση ή παραδεδεγμένος λογαριασμός[4], να προχωρήσει πίσω από αυτά, όπως και το Δικαστήριο, κατά την αναθεώρηση. Όταν προσκομίζεται επαρκής απόδειξη σχετικά με την ύπαρξη του χρέους και την αξία του, εάν δεν υφίσταται συγκεκριμένη μαρτυρία που να διαψεύδει τις αποδείξεις ή να οδηγεί λογικά προς άλλη κατεύθυνση, δεν έχει λόγο ο σύμβουλος αφερεγγυότητας να μην αποδεχθεί την επαλήθευση ως υποβάλλεται. Ειδάλλως, όπως ο νόμος ορίζει, θα πρέπει να αιτιολογήσει (με πλήρη και δέουσα αιτιολογία) την απόφασή του να μην δεχθεί την επαλήθευση ολικά ή μερικά (ακόμα και με την ιδιάζουσα θέση που έχει στον Ν.65(Ι)/2015). Για να μην αποδεχθεί την επαλήθευση, πρέπει να ακούσει τον χρεώστη και τον πιστωτή και να προβεί σε προηγούμενη έρευνα των ενώπιον του δεδομένων, ώστε να μπορεί να λάβει αιτιολογημένη απόφαση. Το Δικαστήριο, αναθεωρώντας την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας, δεν περιορίζεται στο να εξετάσει εάν ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ενήργησε ορθά με βάση τον Νόμο ως προς τη διαδικασία επαλήθευσης[5], αλλά εισέρχεται στην ουσία, στην έκταση που μπορούσε να εισέλθει και ο σύμβουλος αφερεγγυότητας· εξ ου και μπορεί να τροποποιήσει την απόφασή του, ζητώντας πρόσθετα στοιχεία. Ως Δικαστήριο, μπορεί να λαμβάνει υπόψη του τις διατάξεις άλλων νόμων, περιλαμβανομένου του νόμου που διέπει τις καταχρηστικές ρήτρες. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, όπως προκύπτει από το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/2015, κατ' επέκταση και το Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασής του επί της επαλήθευσης, δεν επιλύουν άλλες διαφορές ουσίας μεταξύ του χρεώστη και του πιστωτή. Όπου οι ενδείξεις είναι ότι υφίστανται τέτοιες διαφορές ουσίας μεταξύ τους που πρέπει να επιλυθούν και να αποφασιστούν από Δικαστήρια αγωγής ή άλλα, ευλόγως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή χωρίς κανονική και πλήρη δίκη η θέση της μίας πλευράς ή της άλλης, του χρεώστη ή του πιστωτή, ιδίως εάν τέτοια προοπτική προκαλεί προφανή αδικία. Τέτοιες ενδείξεις, δυνατόν να υφίστανται όταν εγείρονται, για παράδειγμα, ζητήματα δόλου, αμέλειας, ή σχετικά με το κύρος των συμφωνιών, ή νομικά ζητήματα, που ο σύμβουλος αφερεγγυότητας δεν μπορεί να τα εξετάσει απλώς ως «λεπτομέρειες χρέους» για σκοπούς επαλήθευσης. Δυνατόν να δημιουργούν αίρεση σχετικά με την ύπαρξη ή την αξία του χρέους. Σε τέτοια περίπτωση, η προσέγγιση δεν μπορεί να είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να χρησιμοποιεί τη διαδικασία της επαλήθευσης χρέους μέσα ΠΣΑ, προκειμένου να αποφύγει μια κανονική διαδικασία δικαστικής απόδειξης, όπου εκείνη χρειάζεται, επιβάλλοντας τη δική του θέση. Στην πτωχευτική νομοθεσία, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να κηρύξει το χρέος μη δυνάμενο να επαληθευτεί σε πτώχευση. Δεν αποκλείεται και στη νομοθεσία που διέπει την αφερεγγυότητα, ένα χρέος να μην μπορεί να επαληθευτεί σε διαδικασία ΠΣΑ. Σε άλλες περιπτώσεις, η επαλήθευση ίσως να μπορεί να εκταθεί έως τον βαθμό που δείχνουν τα ενώπιον του συμβούλου αφερεγγυότητας στοιχεία αναφορικά με το χρέος και είναι εφικτή (που στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσαν να ήταν τα στοιχεία που προσκόμισε η πιστώτρια, εφόσον δεν προσκόμισε αντίστοιχα στοιχεία η χρεώστρια σε σχέση με τις λεπτομέρειες του χρέους - δηλαδή δεν εξηγήθηκε η αντίθετη προσέγγιση), με δυνατότητα αναπροσαρμογής, εάν η αξία του χρέους καθοριστεί (λ.χ. μειωθεί) διαφορετικά μέσα από άλλη (κατάλληλη) διαδικασία. Έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο σε συνάρτηση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας και κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, εντοπίζονται οι εξής, κατά τη γνώμη μου, αδυναμίες, που εκφράζουν συνδυαστικά και όπως φαίνεται δικαιολογούν τους λόγους που αποτάθηκε στο Δικαστήριο η πιστώτρια: Ενώ ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έλαβε, όπως είπε, τη θέση της χρεώστριας ότι υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες στη δανειακή σύμβαση, χωρίς προηγουμένως να θέσει υπόψη της πιστώτριας τις θέσεις της χρεώστριας, για να ακουστεί επί αυτών, ζήτησε περαιτέρω στοιχεία από την πιστώτρια που καθόρισε ο ίδιος ως «αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού» από την οποία να έπρεπε να αφαιρεθούν (άγνωστες) χρεώσεις και να γίνει προσαρμογή του επιτοκίου που εφαρμόστηκε με βάση τη δανειακή σύμβαση χωρίς τροποποιήσεις. Ενήργησε και ζήτησε πρόσθετα στοιχεία που εμπεριέκλειαν δηλαδή την προαπόφαση, στη βάση μόνον των λεγομένων της χρεώστριας (η οποία δεν φαίνεται να του είχε προσκομίσει κάποια δική της κατάσταση λογαριασμού που να αποτυπώνει τον τρόπο λειτουργίας της συμβατικής σχέσης των μερών) ότι η δανειακή σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες που δεν εφαρμόζονται. Δεν ενήργησε μεν με ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα, συνθήκη που συναρτάται άλλωστε και με την ιδιάζουσα θέση του συμβούλου αφερεγγυότητας στον Ν.65(Ι)/2015, αλλά και ο τρόπος που ενήργησε δεν είναι ενδεικτικός καλοπιστίας. Αναδύει έντονα εξυπηρέτηση των συμφερόντων της χρεώστριας, να επιβληθούν οι δικές της θέσεις (μείωση της αξίας του χρέους σχεδόν στο ήμισυ), αδιάφορα από τις θέσεις της πιστώτριας. Είναι σημαντικό να τύχει υπόμνησης αλλά και έμφασης πως, όταν ο σύμβουλος αφερεγγυότητας (όπως και ο παραλήπτης και διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής στα πλαίσια της πτωχευτικής νομοθεσίας) καλεί τον πιστωτή να προσκομίσει στοιχεία ή να παράγει έγγραφα στο πλαίσιο της επαλήθευσης της απαίτησής του, δεν θα πρέπει να είναι με σκοπό να απομειώσει την απαίτησή του, αλλά για να την αποδείξει, στην αξία που υποβάλλεται. Τα στοιχεία που ζήτησε από την πιστώτρια ο σύμβουλος αφερεγγυότητας («αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού»), πέραν του ότι ήταν ασαφή, δεν ήταν για έλεγχο των λεπτομερειών του χρέους για τους σκοπούς της επαλήθευσης, αλλά για να καθορίσει ο ίδιος επιτακτικά, εκ μέρους της χρεώστριας, μια πολύ μειωμένη αξία για το χρέος. Ενδεχομένως για να μπορεί να το αντιμετωπίσει μέσα από ΠΣΑ και να καταστεί σύντομα φερέγγυα, αλλά δεν φαίνεται κάτι τέτοιο στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Δεν ζήτησε από την πιστώτρια, για παράδειγμα, τις αναφερόμενες από την ίδια «τροποποιητικές συμφωνίες», ή στοιχεία που να δικαιολογούν συγκεκριμένες χρεώσεις στην κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισε (λ.χ. ασφαλίστρων) ή που να δείχνουν τις μεταβολές και εφαρμογές του επιτοκίου σε κάθε χρονική στιγμή, με σκοπό τον έλεγχο της ορθότητας της κατάληξης της πιστώτριας στο συγκεκριμένο χρεωστικό υπόλοιπο (και όχι άλλον). Αναφέρθηκε, επίσης, σε τροποποιητική συμφωνία «ημερομηνίας 08.04.2022», ότι τάχα ήταν μεταγενέστερη του προστατευτικού διατάγματος γι' αυτό «άκυρη», χωρίς να ισχύει κάτι τέτοιο ως γεγονός, εφόσον η τροποποιητική συμφωνία του 2022, σύμφωνα με ό,τι ανέφερε και προσκόμισε η πιστώτρια, ήταν πριν από την έκδοση κάποιου προστατευτικού διατάγματος, πόσω μάλλον την επίδοσή του στην πιστώτρια. Μάλιστα, έσπευσε να μεταφέρει και θέση της χρεώστριας περί παρακοής διατάγματος, θέτοντας και επιφύλαξη των δικαιωμάτων της χρεώστριας. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έλαβε απόφαση σε σχέση με το κύρος συγκεκριμένων συμβατικών ρητρών (λ.χ. σε σχέση με τη ρήτρα για τον τρόπο τοκισμού της συμφωνίας) ή και συμφωνιών και την εφάρμοσε όχι μόνον χωρίς προηγούμενη ακρόαση της πιστώτριας, αλλά και χωρίς να εξουσιοδοτείται από τον νόμο να πράξει κάτι τέτοιο (όπως το Δικαστήριο μπορεί). Μη έχοντας ενδεχομένως και τις νομικές γνώσεις να το επιχειρήσει. Δεν προσκομίστηκε ανάμεσα στα υπό εξέταση στοιχεία κάποια απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου με τα οποία να αναγνωρίζεται πρόβλημα κύρους είτε συγκεκριμένων συμβατικών ρητρών είτε συγκεκριμένης συμφωνίας. Ο ίδιος δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο με κάποια διαδικασία. Η γενική επίκληση απόφασης του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών, που όπως ορθά επισημάνθηκε από την πλευρά της πιστώτριας δεν είναι δεσμευτική, δεν αναφέρεται ούτε σε συγκεκριμένους όρους της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης υπό το πρίσμα όλων των δεδομένων της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης (ποια είναι η χρεώστρια, πώς συνάφθηκε η συμφωνία, τι σημαίνει προδιατυπωμένη συμφωνία - η χρήση προτύπων εγγράφων σε έκταση υποβοήθησης επαγγελματικής πρακτικής σε οποιονδήποτε χώρο από πού και ως πού συνιστά «προδιατύπωση» που στερεί εκ προοιμίου τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης, κ.λπ.), και δεν ήταν αρκετή για να θεωρηθεί από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας το σύνολο των αποδείξεων που προσκόμισε η πιστώτρια σε σχέση με την ύπαρξη και το ύψος του χρέους (συμβάσεις και κατάσταση λογαριασμού) μη ικανοποιητικό. Ήταν κινούμενη σε ένα θεωρητικό, γενικό και αόριστο πλαίσιο, που δεν μπορούσε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας να αγγίξει, ως μη ειδικός και αρμόδιος σε θέματα διάγνωσης συμβατικού κύρους. Έναντι στο ότι η ύπαρξη των έγγραφων συμβάσεων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε (η προέλευση και ο τρόπος δημιουργίας του χρέους), και η χρεώστρια δεν προσκόμισε η ίδια κάποια κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει διαφορετικό χρεωστικό υπόλοιπο, και η πιστώτρια προσκόμισε και στοιχεία σε σχέση με τον τοκισμό, δεν δικαιολούνταν η μερική (σχεδόν κατά το ήμισυ) απόρριψη της επαλήθευσης της πιστώτριας. Δεν έχει υποδειχθεί πώς ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εξουσιοδοτείται με βάση τον νόμο, για τους σκοπούς της διαδικασίας ΠΣΑ, να ενεργεί παράλληλα και ως ο οικονομικός σύμβουλος ή ο εμπειρογνώμονας της χρεώστριας, καταρτίζοντας για λογαριασμό της καταστάσεις λογαριασμού, προς αντιδικία με την πιστώτρια ή και ταυτιζόμενος με την χρεώστρια. Στην προκειμένη περίπτωση, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας δεν απέρριψε την επαλήθευση της πιστώτριας σχεδόν κατά το ήμισυ στη βάση των δικών της στοιχείων που προσκόμισε για την απόδειξη της απαίτησής της, αλλά στη βάση των δικών του στοιχείων, που παρήγαγε ο ίδιος, απομειώνοντας αυθαίρετα την απαίτηση της πιστώτριας. Δεν προκύπτει από την απόφασή του πως η αξία στην οποία κατέληξε είναι η υπολογιζόμενη αξία (estimated value), επειδή το χρέος, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς (contingent debt), η δε διαφορά από την απαίτηση που υποβλήθηκε είναι τέτοια που δεν δικαιολογείται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία. Τα πιο πάνω αρκούν για να θεωρήσει το Δικαστήριο την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ακυρωτέα. Το Δικαστήριο δεν έχει επαρκή στοιχεία ενώπιον του για να καθορίσει το χρέος με τροποποίηση της απόφασης του συμβούλου αφερεγγυότητας, εφόσον δεν έχει ενώπιον του ό,τι είχε στη διάθεσή του και ο σύμβουλος αφερεγγυότητας (λόγω της μη εμφάνισής του στη διαδικασία, για να θέσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία βάσει των οποίων εξέδωσε την απόφασή του). Η πιστώτρια έχει επιτύχει να αποδείξει πως η απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας πάσχει. Έναντι στα δεδομένα που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πιστώτρια, δεν μπορούν, οποιοσδήποτε λόγος ένστασης της χρεώστριας και τα στοιχεία που εκείνη παρέθεσε, να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αντίθετο συμπέρασμα περί ορθότητας και νομιμότητας της, ώστε να είναι εφικτή η επικύρωσή της. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου η απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας σχετικά με την επαλήθευση, ημερομηνίας 05.07.2022, ακυρώνεται. Έπεται πως, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας θα πρέπει να επανεξετάσει την επαλήθευση της πιστώτριας. Στο πλαίσιο της επαλήθευσης και για τους σκοπούς της, δανειακές συμβάσεις η ακυρότητα των οποίων δεν έχει αναγνωριστεί δικαστικά και δεν έχουν ακυρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, θα πρέπει να θεωρηθούν από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας έγκυρες και δεσμευτικές. Όσον αφορά τα έξοδα, παρότι τα έξοδα της επαλήθευσης και εξέτασης μαρτυρίας για σκοπούς επαλήθευσης βαρύνουν κατά κανόνα την πιστώτρια, με βάση τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις σε σχέση με τις ενέργειες του συμβούλου αφερεγγυότητας, δεν δικαιολογείται επιβάρυνση της πιστώτριας με έξοδα, υπό τις περιστάσεις. Τα έξοδα της αίτησης αυτής, επιστρέφοντας και ακολουθώντας τον συνήθη κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να επιβαρύνουν την περιουσία της χρεώστριας, και δίδονται οδηγίες να προστεθούν από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας στο χρέος της χρεώστριας προς την πιστώτρια. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τον νόμο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Κανονισμός 5 ΔΚ. [2] Άρθρο 251 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  3. [3] Άρθρο 34 § 5, άρθρο 37, Δεύτερο Παράρτημα, περί Πτώχευσης Νόμος Κεφ.5 [4] Mutatis mutandis λ.χ. Re Van Laun, ex p Chatterton [1907] 2 KB 23, CA, Re Lupkovics, ex p Trustee v Freville [1954] 2 All ER
  4. [5] Mutatis mutandis λ.χ. Re Kentwood Construction Ltd [1960] 2 All ER 655n, Re Trepca Mines Ltd [1960] 3 All ER 304n, CA. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.