Ν. Λ. κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΡΗΤΟΥ ΤΕΡΡΑΣ, Αγωγή αρ. 2128/2014, 26/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2128/2014
- Ν. Λ.
- Λ. Λ. Ενάγοντες v. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΡΗΤΟΥ ΤΕΡΡΑΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Κ. Κακογιάννης για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Μ. Βασιλειάδης για Μιχάλης Βασιλειάδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Οι Ενάγοντες, οι γονείς των οποίων ενταφιάστηκαν σε τάφο στο κοιμητήριο του χωριού Κρήτου Τέρρα, στην Επαρχία Πάφου, που είναι υπό τη διαχείριση των Εναγόμενων, ζητούν αποζημιώσεις ύψους €4.600,00 για ζημιές που προσκλήθηκαν στον τάφο και στο ταφικό μνημείο ή επιδιόρθωση αυτών από τους Εναγόμενους. Οι ζημιές προκλήθηκαν από κατολίσθηση πετρών από πετρότοιχο πλησίον του τάφου. Για το συμβάν αυτό, οι Ενάγοντες καταλογίζουν αμέλεια ή παράβαση νόμιμων καθηκόντων στους Εναγόμενους, που, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν πως ο πετρότοιχος ήταν ετοιμόρροπος, παρέλειψαν να προβούν σε αναγκαία μέτρα ή έργα για να αποκλείσουν τον κίνδυνο κατάρρευσης, κατασκευάζοντας περίφραξη ή τοίχο αντιστήριξης σε σχέση με τα συνορεύοντα με το κοιμητήριο ακίνητα που υπερίπτανται, ή άλλως πώς δεν προστάτευσαν τον τάφο και το ταφικό μνημείο. Το ποσό των €4.600,00, κατά τη θέση των Εναγόντων, συνιστά το ποσό που χρειάζεται για την επιδιόρθωση της ζημιάς, ενώ με την καταστροφή του τάφου και του ταφικού μνημείου, προκλήθηκε θλίψη, ψυχική οδύνη και προσβολή στους Ενάγοντες σε σχέση με τη μνήμη των οικείων τους. Οι Εναγόμενοι, με λακωνικό δικόγραφο, δεν αρνούνται πως διαχειρίζονται το κοιμητήριο στην Κοινότητα, αλλά δηλώνουν άγνοια του συμβάντος, αποδίδοντας έλλειψη ενημέρωσης από τα απελθόντα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, ενώ θέτουν ως γεγονός πως οι Ενάγοντες δεν πλήρωσαν φόρο ή τέλος κοιμητηρίου. Αρνούνται την ευθύνη και την υποχρέωση κάλυψης τέτοιας ζημιάς. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν οι Εναγόμενοι, ως διαχειριστές του Κοιμητηρίου, έχουν νόμιμο καθήκον ή καθήκον επιμέλειας έναντι στους Ενάγοντες σχετικά με την προστασία των τάφων και των ταφικών μνημείων εντός του χώρου του κοιμητηρίου της Κοινότητας, εάν έλαβε χώρα κάποιο συμβάν κατολίσθησης που να συνιστά παράβαση τέτοιου καθήκοντός τους, αν προκλήθηκε ζημιά στους Ενάγοντες, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, και το ύψος αυτής. Διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων, έδωσαν μαρτυρία ο Ενάγων 1 (ΜΕ1) και ο κύριος Α.Χ. (ΜΕ2). Αμφότεροι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των Εναγόμενων. Από πλευράς Εναγόμενων, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον κύριο Δ. Χ. (ΜΥ1), που επίσης αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Εναγόντων. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας, που τηρήθηκαν. Παρουσιάστηκε έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από 12 τεκμήρια, που επίσης βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας της υπόθεσης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας υπέρ της μιας ή της άλλης θέσης. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής μνεία. Μαρτυρία Ακούγεται μαρτυρία γεγονότων μόνον σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αμφισβητούμενη ή αντικρουόμενη μαρτυρία επ' αυτών, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το εάν είναι αξιόπιστη, εάν δηλαδή δίδει την αλήθεια σε σχέση με το τι πράγματι συνέβη, ώστε να μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν. Το σύνολο της αξιόπιστης και κατ' επέκταση αποδεκτής μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο συνθέτει το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί, για να προσεγγίσει στη συνέχεια νομικά τη διαφορά, και να την επιλύσει. Στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας γεγονότων για τον εντοπισμό της αλήθειας, η συμπεριφορά κι οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του λόγου τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Σ' αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται μέρος της μαρτυρίας ενός προσώπου να είναι αξιόπιστο και αποδεκτό, και άλλο όχι. Ό,τι αξιολογείται, είναι η εκδοχή των μαρτύρων σε σχέση με τα γεγονότα, όχι τα πρόσωπα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Μαρτυρία ειδικής γνώμης δυνατόν να ακουστεί, εφόσον είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, που μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα έξω από το πεδίο κοινής γνώμης και εμπειρίας, μόνον από εμπειρογνώμονες, δηλαδή από άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για να εκφέρουν τέτοια ειδική γνώμη. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Ως προς τη σχέση των Εναγόντων με τον επίδικο τάφο, ο Ενάγων[4] ανέφερε πως ο ίδιος και ο Ενάγων 2, αδελφός του, είναι τα τέκνα των θανόντων που ενταφιάστηκαν σε αυτόν, που είναι ο οικογενειακός τάφος. Δεν προσκόμισε περαιτέρω στοιχεία σε σχέση με τη σύσταση του επίδικου τάφου ως οικογενειακού τάφου και την παραχώρησή του. Ο ΜΕ1 ανέφερε, κατά την αντεξέτασή του, πως δεν έχει στην κατοχή του σχετικά έγγραφα. Δεν υπήρξε δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγόμενων για παρανομία (που πρέπει να εκτίθεται θετικά και να αποδεικνύεται από αυτόν που την προτάσσει), ή οποιοσδήποτε άλλος θετικός ισχυρισμός τους, ότι, λόγου χάριν, οι Ενάγοντες ασκούν πράξεις θρησκευτικής νομής στο κοιμητήριο επί χώρου που δεν παραχωρήθηκε ως τάφος ή που δεν συστάθηκε ως οικογενειακός τάφος ή παράνομα. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι πρόκειται για τάφο που συστάθηκε ως οικογενειακός τάφος και εντός αυτού ενταφιάστηκαν οι γονείς των Εναγόντων, συνάδουσα με το επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός πως επί του χώρου υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια ο τάφος αυτός στο συγκεκριμένο σημείο και χρησιμοποιείται από τους Ενάγοντες για την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων τους, είναι πειστική και αποδεκτή, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Ως τέκνα των ενταφιασμένων στον επίδικο τάφο, οι Ενάγοντες θεωρούν πως έχουν δικαίωμα φροντίδας του, ενώ επ' αυτού διατηρούν ταφικό μνημείο αφιερωμένο στη μνήμη των γονέων τους. Ότι ο τάφος και το ταφικό μνημείο ανεγέρθηκαν με έξοδα των Εναγόντων, αν και έγινε προσπάθεια αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση, εφόσον οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν σχετικές αποδείξεις, η προσπάθεια αυτή δεν θέτει σε αμφισβήτηση το δικαίωμα των Εναγόντων, ως τέκνων των ενταφιασμένων στον συγκεκριμένο τάφο, να φροντίζουν για την ασφάλεια του τάφου και του ταφικού μνημείου, οποιοσδήποτε κι αν δαπάνησε χρήματα για την αρχική κατασκευή του. Δεν θα ανέμενε το Δικαστήριο ότι θα ήταν λογικό να φυλαχθούν από οποιονδήποτε αποδείξεις κατασκευής τάφου, που πιθανόν να παρήχθησαν προ ετών, με την υποψία ότι μπορεί να υπάρξει ζημιά στον τάφο στο μακρινό μέλλον, και ότι μπορεί να χρειαστούν για σκοπούς απόδειξης. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων του και των Εναγόμενων (Τεκμήριο 3α,β,γ). Από την αλληλογραφία, διαφαίνεται πως οι Εναγόμενοι είχαν ζητήσει από τους Ενάγοντες την παραχωρητήρια πράξη για τον τάφο, καθότι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσουν οι ίδιοι οτιδήποτε στα αρχεία τους. Το ότι βεβαίως οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσουν οτιδήποτε στα αρχεία τους, για τους δικούς τους εσωτερικούς λόγους, δεν καθιστά τον επίδικο τάφο ή οποιονδήποτε άλλον τάφο μέσα στο κοιμητήριο της Κοινότητα παράνομο, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Η προσπάθεια της πλευράς των Εναγόμενων να προκαλέσουν τον ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή του, με αυτό τον τρόπο, ή υποβάλλοντάς του ότι ο τάφος έγινε αυθαίρετα και είναι σε λάθος σημείο (στην ίδια τοποθεσία και πάντως, σε όχι σημαντικά διαφοροποιούμενη απόσταση από το σύνορο, υπάρχει σειρά τάφων) και ότι ο ίδιος, επειδή ζούσε για αρκετά χρόνια στο Λονδίνο, δεν γνωρίζει τα γεγονότα, επίσης, δεν θέτει εν αμφιβόλω το δικαίωμα των Εναγόντων, οι γονείς των οποίων αναμφίβολα ενταφιάστηκαν στον συγκεκριμένο τάφο, να φροντίζουν για την ασφάλεια του μνήματος, στο πλαίσιο της ανάγκης τους να προστατεύουν την μνήμη των θανόντων τους. Η προσπάθεια αυτή είχε κάπως αρνητική χροιά, έχοντας υπόψη την ανάγκη σεβασμού των χώρων όπου ενταφιάζονται πολίτες και τη διακριτικότητα που χρειάζεται η προσέγγιση των σχετικών ζητημάτων, ιδίως από τους Εναγόμενους. Ομοίως, η προσπάθεια υποβολής ότι οι Εναγόμενοι πήγαν να κτίσουν τοίχο, και επειδή ο τάφος ήταν πιο πίσω από ότι πρέπει, εμπόδιζε (Τεκμήριο 8). Παρά ταύτα, ο λόγος του ΜΕ1 παρέμεινε σταθερός και ψύχραιμος και σε επαφή με τη λογική των πραγμάτων, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ό,τι κι αν ερωτάτο ή οποιαδήποτε θέση κι αν του υποβάλλονταν. Παρεμβάλλεται πως ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε διευθέτηση οποιωνδήποτε φορολογικών υποχρεώσεών του (Τεκμήρια 5 και 9α,β), προς απάντηση σε δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγόμενων. Εάν όμως πληρώνει κάποιος φόρους κοιμητηρίων ή όχι, δεν είναι σχετικό με το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί το κοιμητήριο ή να ασκεί εντός αυτού θρησκευτική νομή, εκεί όπου έχει σχετικό δικαίωμα. Υπήρχαν σημεία όπου η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν ασαφής και αόριστη, σε σχέση με ό,τι αναζητούσε το Δικαστήριο για τις ανάγκες της υπόθεσης. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, περί τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2012, διαπίστωσε την καταστροφή του τάφου. Ειδικότερα, σε χρόνο που δεν γνωρίζει ακριβώς, ο πετρότοιχος κατέρρευσε, με αποτέλεσμα οι πέτρες του να κατολισθήσουν και να πέσουν πάνω στο μαρμάρινο μνημείο και να θρυμματίσουν τα μάρμαρα. Εάν ο πετρότοιχος βρίσκονταν εντός του κοιμητηρίου ή σε άλλο συνορεύον τεμάχιο, υπήρχε έντονη και διαρκής σύγχυση στη μαρτυρία του ΜΕ
- Προσκόμισε δέσμη 18 φωτογραφιών, που ανέφερε πως τράβηξε ο ίδιος (Τεκμήριο 1). Ο ΜΕ2 είναι ο φωτογράφος που εμφάνισε το φιλμ και απλώς επιβεβαίωσε την εμφάνιση των φωτογραφιών χωρίς παρεμβάσεις ή αλλοιώσεις. Δεν είχε οτιδήποτε άλλο να προσφέρει η μαρτυρία του ΜΕ
- Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1 απεικονίζουν αδιαμφισβήτητα τόσο τον πετρότοιχο, όσο και τον τάφο. Ό,τι απεικονίζουν, όμως, είναι σωρός από πέτρες και πετρότοιχο που είναι τοποθετημένα σε γη που έχει σημαντική υψομετρική διαφορά από τον χώρο όπου βρίσκονται οι τάφοι, ώστε να είναι πίσω και πάνω από τους τάφους. Μία σειρά τάφων, μεταξύ των οποίων ο επίδικος τάφος, βρίσκονται στην άκρη του κοιμητηρίου, αρκετά μέτρα χαμηλότερα από την επιφάνεια του τεμαχίου επί του οποίου βρίσκεται ο πετρότοιχος. Πέτρες που πιθανόν να προέρχονται από τον πετρότοιχο είναι τοποθετημένες στην πλαγιά που κατευθύνεται προς το χαμηλότερο τεμάχιο, όπου βρίσκονται οι τάφοι, και πάλι σε αρκετό ύψος πάνω από τους τάφους. Δεν είναι σαφές ούτε από το φωτογραφικό υλικό πως οι πέτρες αυτές βρίσκονται εντός της χωρικής έκτασης του κοιμητηρίου και όχι σε τεμάχιο που συνορεύει με τον χώρο του κοιμητηρίου. Στο ίδιο φωτογραφικό υλικό, φαίνεται αριθμός πετρών που κατέπεσε στον τάφο, σπάζοντας ορισμένα μάρμαρα. Είναι πειστική η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι κατέπεσαν πέτρες στον τάφο και ότι δημιούργησαν ζημιά στον τάφο. Αυτό όμως συνιστά ένα διαπιστωμένο αποτέλεσμα, που δεν δίνει ροή γεγονότων. Στην αλληλογραφία του Τεκμηρίου 3, γίνεται αναφορά πως το «περιτοίχισμα» ανεγέρθηκε από τους Εναγόμενους, ενόσω σε αυτό θήτευαν τα προηγούμενα μέλη του. Στην αλληλογραφία, όπως και στη διαδικασία, μεταφέρεται πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ πρώην και νυν μελών των Εναγόμενων, που δεν είναι σχετικό. Δεν ενδιαφέρει τους Ενάγοντες ή το Δικαστήριο ποια είναι τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου και οι αναμεταξύ τους σχέσεις, ούτε το Δικαστήριο βασίζεται σε νομικές γνώμες των νυν μελών των Εναγόμενων, για να διαπιστώσει τυχόν ευθύνη των Εναγόμενων. Συναφώς και η μαρτυρία του ΜΥ1, Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου, δεν είχε να προσφέρει οτιδήποτε στην υπόθεση, όσον αφορά τα γεγονότα, εφόσον ο ΜΥ1 ήρθε για να πει[5] πως δεν τους παράδωσε οτιδήποτε το προηγούμενο Κοινοτικό Συμβούλιο. Ούτε από την αλληλογραφία προκύπτει ξεκάθαρα πως οι πέτρες ή ο πετρότοιχος που βρίσκεται σε γη με σημαντική υψομετρική διαφορά εμπίπτει στον καθορισμένο χώρο του κοιμητηρίου. Η αναφορά σε ανέγερση περιτοιχίσματος που έγινε παλαιότερα από κάποια μέλη των Εναγόμενων, με προφανή προσπάθεια επίρριψης ευθυνών σε παλαιότερα μέλη των Εναγόμενων, δεν δίδει απάντηση στο ζητούμενο να διασαφηνιστεί, για να μπορέσει να βασίσει και δικαστικό εύρημα, εάν οι πέτρες ή ο πετρότοιχος βρίσκονται στον χώρο που έχει καθοριστεί στα κτηματολογικά μητρώα ως ο χώρος του κοιμητηρίου. Οι Εναγόμενοι δεν ενάγονται ως κατασκευαστές του τοίχου (οπουδήποτε κι αν ανεγέρθηκε), για κακοτεχνίες σε σχέση με τον τρόπο που ανέγειραν τον τοίχο. Για οποιονδήποτε λόγο κι αν κατέρρευσε ο τοίχος, το ζήτημα είναι εάν θα μπορούσε να αποτραπεί η πτώση των πετρών στους τάφους, με ενέργειες των Εναγόμενων, ως διαχειριστών του κοιμητηρίου. Σε αυτό το ζήτημα, δεν ήταν βοηθητική η μαρτυρία του ΜΕ
- Ο ΜΕ1 αναφέρει πως, περί τον Σεπτέμβριο του 2016, προχώρησαν οι Ενάγοντες με δικά τους έξοδα (€744,00) σε μερική και προσωρινή επιδιόρθωση του τάφου. Προσκομίζει δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων (Τεκμήριο 4). Οι ενέργειες που οι ίδιοι οι Ενάγοντες έκαναν για να προστατεύσουν προσωρινά τον τάφο ήταν να κτίσουν και στέγαστρο ή προστατευτικό κουβούκλιο πάνω από τον τάφο με κεραμίδι (Τεκμήριο 6). Δεν ισχυρίζονται όμως πως οι Εναγόμενοι θα έπρεπε επίσης, υπό τις περιστάσεις, να κτίσουν στέγαστρα πάνω από όλη τη σειρά τάφων που βρίσκεται στη συγκεκριμένη περίμετρο. Βασικά, δεν υπήρξε μαρτυρία από μέρους των Εναγόντων σε σχέση με τα έργα που θα έπρεπε, κατά τη θέση τους, να γίνουν. Η περαιτέρω διάσταση ως προς τα γεγονότα που σχετίζονται με το συμβάν θα δοθεί κατά την εξέταση και σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή. Μέσα από το φωτογραφικό υλικό που προσκόμισε ο ΜΕ1 (Τεκμήριο 1), αλλά και το σύνολο του φωτογραφικού υλικού που δίδουν και τα Τεκμήρια 6, 7, 10, 11, 12) δεν φαίνεται ολοκληρωτική καταστροφή του τάφου, όπως δικογραφήθηκε και αναφέρθηκε και στη μαρτυρία του ΜΕ
- Ο ΜΕ1 εκφράστηκε με υπερβολή στην έκταση της ζημιάς, λέγοντας πως και ο διπλανός τάφος «ισοπεδώθηκε» και ο τάφος των γονέως τους καταστράφηκε ολοσχερώς. Έσπασαν κάποιες πέτρες. Αυτό δείχνουν οι φωτογραφίες. Ο ΜΕ1 προσκόμισε προσφορά που έλαβε από εργοστάσιο μωσαϊκών για την επιδιόρθωση του μαρμάρου, η οποία, για την αφαίρεση όλης της πέτρας και της τοποθέτησης νέας, δίδει κόστος €4.600,00 (Τεκμήριο 2α,β). Δεν εξηγήθηκε, μέσα από τη μαρτυρία αυτή, που προσεγγίζεται ως εξ ακοής[6], γιατί θα πρέπει να αφαιρεθεί όλο το μάρμαρο και να τοποθετηθεί άλλο από την αρχή. Η λακωνική αναφορά σε πιθανότητα διαφοράς στον χρωματισμό, εάν προστεθεί νέο μάρμαρο, δεν εξηγεί ικανοποιητικά την ανάγκη της δαπάνης, ούτε περαιτέρω μαρτυρία προσφέρθηκε, τεχνική μαρτυρία, που να δικαιολογεί την αναφορά σε ολοκληρωτική καταστροφή και ανάγκη αφαίρεσης όλου του μαρμάρου και προσθήκης νέου. Ο ΜΕ1, που ήταν βασικά ο μόνος ουσιαστικός μάρτυρας της υπόθεσης, δεν είπε στο Δικαστήριο αναλήθειες, επειδή η μαρτυρία του ήταν ασαφής ή υπερβολική στα προαναφερόμενα σημεία. Απλώς, και η νομική διάσταση της υπόθεσης είναι τέτοια, που η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν επαρκεί. Εξηγούνται οι λόγοι στη συνέχεια. Νομικές πτυχές και εξέταση Δεν εμποδίζεται ένας ενάγων να βασίσει την αγωγή του παράλληλα σε αμέλεια (negligence) και σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος (breach of statutory duty). Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές βάσεις αγωγής, που ακόμα κι αν θα μπορούσαν να ομοιάζουν ως προς το τι πρέπει να αποδεικνύεται, είναι παραπλανητική η αναλογία, εφόσον το επίπεδο του νόμιμου καθήκοντος είναι διαφορετικό από το επίπεδο επιμέλειας, ενώ οι βάσεις αγωγής συνδέονται και με διαφορετικές υπερασπίσεις, κάποιες από τις οποίες δεν είναι διαθέσιμες σε περίπτωση παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Λόγω της διάστασης των βάσεων αγωγής, θα πρέπει οι λεπτομέρειες αμέλειας να δικογραφούνται ξεχωριστά από τις λεπτομέρειες παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Χωρίς να σημαίνει πως είναι μοιραία για την αγωγή η λάθος δικογράφηση. Η βασική απαίτηση για να επιτραπεί μια αγωγή για αποζημίωση λόγω παράβασης νόμιμου καθήκοντος είναι ο νόμος να επιβάλλει καθήκον στον εναγόμενο κατά τρόπο που μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, περιλαμβανομένου του ενάγοντος, να προορίζεται να επωφεληθεί από ένα τέτοιο καθήκον, και ο ενάγων να ζημιώνεται ως αποτέλεσμα τέτοιας παράβασης. Εναπόκειται στον νομοθέτη να καθορίσει πότε ένας νόμος δίδει το δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις. Μπορεί να το πράττει ρητά ή σιωπηρά, οπότε να είναι θέμα ερμηνείας από το Δικαστήριο, η οποία γίνεται με σημείο αναφοράς το σύνολο του νόμου ή και την ιστορική του εξέλιξη[7]. Εάν προβλέπεται σ' έναν νόμο το καθήκον αλλά όχι η συνέπεια της παράβασής του, με οποιονδήποτε τρόπο, μπορεί να θεωρηθεί πως ένα πρόσωπο που ζημιώνεται από την παράβαση αυτού του καθήκοντος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση, ειδάλλως η πρόβλεψη του καθήκοντος στον νόμο δεν θα ήταν παρά μια «ευσεβής φιλοδοξία»[8]. Μπορεί, επίσης, ο νόμος να προβλέπει ποινική ευθύνη, αλλά να σιωπά ως προς το ζήτημα της αστικής ευθύνης, όπου με δεδομένο τον σκοπό του νόμου, μπορεί να ερμηνευθεί πως δίδει και τη δυνατότητα αστικής ευθύνης[9]. Όταν ο νόμος αφορά σε ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, μπορεί ευκολότερα να συναχθεί πως δημιουργεί και δικαίωμα αστικής αποζημίωσης, αλλά υπάρχει μεγαλύτερος δισταγμός όταν η ζημιά είναι μόνον οικονομική, ο εναγόμενος δημόσια αρχή και ο νόμος ρυθμίζει κυρίως τα καθήκοντα ή τις εξουσίες της, επειδή δεν ασκήθηκε μια εξουσία[10]. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτύχει αγωγή κατά μιας δημόσιας αρχής για παράβαση νόμιμου καθήκοντος, όταν η αξίωση βασίζεται στην ακατάλληλη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Υπάρχουν οι περιπτώσεις στις οποίες η δημόσια αρχή ασκεί διακριτική ευχέρεια, για παράδειγμα σχετικά με ζητήματα πολιτικής ή σχεδιασμού, και εκείνες όπου λαμβάνει αποφάσεις λειτουργικές. Όταν η εξουσία της δημόσιας αρχής είναι διακριτική, η ευθύνη δεν μπορεί να στηρίζεται σε αμέλεια, σε λάθος κρίσης, αλλά είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η δημόσια αρχή ενήργησε με κακή πίστη[11]. Όταν η απόφαση της δημόσιας αρχής λαμβάνεται με καλόπιστο τρόπο που δεν μπορεί να θεωρηθεί εντελώς παράλογος ή ανεύθυνος, δεν μπορεί να υποστηρίξει αγωγή για αστική ευθύνη. Για να προωθηθεί μια αγωγή για παράβαση νόμιμου καθήκοντος, ο ενάγων θα πρέπει να θέτει ξεκάθαρα και επαρκώς τα εξής: (α) ότι ο συγκεκριμένος νόμος, ορθά ερμηνευμένος, επιβάλλει στον εναγόμενο καθήκον που αποσκοπεί στην προστασία μιας κατηγορίας προσώπων, στην οποία ανήκει και ο ενάγων, (β) ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να εκτελέσει αυτό το καθήκον (οπότε θα πρέπει να αποδεικνύεται το οφειλόμενο επίπεδο επιμέλειας, που στην περίπτωση της εκ του νόμου απορρέουσας ευθύνης δεν σχετίζεται με το μέτρο του μέσου λογικού προσώπου υπό τις περιστάσεις, και το γεγονός της παράβασης), και (γ) η παράβαση έχει προκαλέσει στον εναγόμενο ζημιά του είδους που προβλέπεται στον νόμο[12], η οποία (δ) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του νόμιμου καθήκοντος. Πρόκειται για προϋποθέσεις που θα πρέπει να αποδεικνύει ο ενάγων, που έχει το ίδιο βάρος απόδειξης που έχει και σε άλλες υποθέσεις[13]. Όταν η παράβαση που ισχυρίζεται ο ενάγων έχει τη μορφή παράλειψης, υπάρχει η δυσκολία πως το Δικαστήριο πρέπει να υποθέσει τι θα είχε συμβεί εάν ο εναγόμενος είχε συμμορφωθεί με το καθήκον του. Για παράδειγμα, σε υποθέσεις βιομηχανικών ασθενειών, που είναι μια ομάδα υποθέσεων όπου είθισται η χρήση βάσεων αγωγής για παράλειψη εκπλήρωσης νόμιμων καθηκόντων, υιοθετήθηκε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, εφόσον θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί ότι η παράλειψη του εργοδότη ήταν η μόνη ή η αποκλειστική αιτία της νόσου, οπότε εκεί η βασική απαίτηση για τον ενάγοντα είναι να αποδείξει ότι η αποτυχία του εναγόμενου να ενεργήσει αύξησε ουσιαστικά τον κίνδυνο της ασθένειας[14]. Αυτή η διαδικασία απαιτεί από το Δικαστήριο να προβεί σε μια διαδικασία συμπερασματικής συλλογιστικής, αλλά δεν συνεπάγεται καμία αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Συνήθως, η παρατεταμένη έκθεση στις συνθήκες που δημιουργούν νόσο είναι αρκετή[15] και μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ευθύνης όταν ένα άτομο έχει εκτεθεί σε συνθήκες που είναι πιθανό να προκαλέσουν την ασθένεια, που ξεκινά με έναν τυπικό τρόπο, με τον οποίο η νόσος θα ξεκινούσε σε τέτοιες καταστάσεις[16]. Ακόμη και όταν ο εναγόμενος μπορεί να επιτύχει την απαραίτητη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της ζημίας που υπέστη, ο εναγόμενος μπορεί να είναι σε θέση να αποφύγει την ευθύνη, επισημαίνοντας κάποιαν άλλη σημαντική αιτία που συνδυάζεται με την παράβαση καθήκοντός του. Όπου μπορεί να αποδειχθεί ότι η πραγματική αιτία ήταν η σκόπιμη πράξη του ενάγοντος, ο εναγόμενος δεν θα είναι υπεύθυνος. Αλλά δεν θα συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα όταν, για παράδειγμα, τραυματιστεί ένας υπάλληλος, ο οποίος προσπαθεί να απομακρύνει έναν επικείμενο κίνδυνο, όταν ο τραυματισμός προκαλείται άμεσα από την παράβαση του εκ του νόμου καθήκοντος, που επιδίωκε να αποτρέψει. Σε αγωγή για παράβαση καθήκοντος, συνήθως, δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος ανέθεσε το νόμιμο καθήκον του σε άλλο πρόσωπο (delegation of duty), περιλαμβανομένου του ενάγοντος[17]. Όταν το νόμιμο καθήκον είναι αυστηρό, ο εναγόμενος μπορεί να απαλλαγεί της ευθύνης εάν έπραξε ό,τι θα ήταν εφικτό ή (χρησιμοποιείται και η έκφραση) ευλόγως εφικτό να πράξει. Το να πράξει, ο εναγόμενος, αυτό που είναι εφικτό ή ευλόγως εφικτό διαφέρει από το να ασκήσει εύλογη επιμέλεια, γιατί προϋποθέτει την έρευνα για το τι είναι εφικτό[18]. Το επίπεδο είναι υψηλότερο, αντικειμενικό, αν και μπορεί να ληφθεί υπόψη η γνώση στον κλάδο στον οποίον αφορά ο νόμος, τη δεδομένη στιγμή. Ο εναγόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για την μην εφαρμογή μεθόδου που δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί[19] ή για την παράληψη προφύλαξης έναντι κινδύνων που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν γνωστό πως υπήρχαν[20]. Σύμφωνα με το άρθρο 51 και τα επόμενα άρθρα του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, που συνοψίζουν και τις σχετικές νομολογιακές αρχές, «αμέλεια» συvίσταται, μεταξύ άλλων, στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία, υπό τις περιστάσεις, λoγικό συvετό πρόσωπo θα τελoύσε͘. Αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί μόvoν υπέρ του προσώπου έναντι στο oπoίo o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Υπoχρέωση vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στην περίπτωση κατόχου ή κυρίου ακίvητης ιδιoκτησίας έvαvτι κάθε πρoσώπoυ που βρίσκεται εvτός αυτής ώστε κατά τη συvήθη πoρεία τωv πραγμάτωv vα επηρεάζεται από αμέλεια. Ο κάτoχoς ακίvητης ιδιoκτησίας δεv υπέχει τέτoια υπoχρέωση σε σχέση με τηv κατάσταση ή τη συvτήρηση ή τηv επισκευή της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας έvαvτι απλoύ αδειoύχoυ (bare licensee) o oπoίoς βρίσκεται εvτός της, παρά μόvo για πρoειδoπoίηση αυτoύ, για oπoιoδήπoτε κρυμμέvo ή απαρατήρητo κίvδυvo, τov oπoίo o κάτoχoς γvωρίζει ή πρέπει κατά τεκμήριo vα θεωρηθεί ότι γvωρίζει. "Απλός αδειoύχoς" σημαίvει oπoιoδήπoτε πρόσωπo εισέρχεται vόμιμα σε ακίvητη ιδιoκτησία, άλλως παρά σε σχέση με εργασία στηv oπoία έχει συμφέρov o κάτoχoς της ακίvητης ιδιoκτησίας͘, ή κατά τη vόμιμη εκτέλεση δημόσιoυ καθήκovτoς, και περιλαμβάvει τoυς πρoσκαλεσμέvoυς χωρίς αμoιβή και τoυς υπηρέτες τoυ κατόχoυ της ακίvητης ιδιoκτησίας. Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από διαφυγή πράγματoς, διαφυγή τoυ oπoίoυ εvδέχεται vα πρoκαλέσει ζημιά, και ότι o εvαγόμεvoς ήταv o ιδιoκτήτης ή κάτoχoς της ιδιoκτησίας από τηv oπoία έγιvε η διαφυγή, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίσταται αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τη διαφυγή[21]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται ότι o εvάγων στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά[22]. Υπό το δόγμα αυτό, res ipsa loquitur[23], ο ενάγων μπορεί να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας, όταν δεν είναι εφικτό γι' αυτόν να αποδείξει ακριβώς τη σχετική πράξη ή παράλειψη στη ροή των γεγονότων, που οδήγησε στο συμβάν, και με βάση τη μαρτυρία ως έχει τη δεδομένη στιγμή, είναι πιθανότερο η πραγματική αιτία του ατυχήματος να ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου ή του προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο εναγόμενος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη άσκησης εύλογης επιμέλειας για την ασφάλεια του ενάγοντος. Ειδικότερα, θα πρέπει να υφίσταται καταρχήν εύλογη απόδειξη αμέλειας, και το βάρος βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος. Συναφώς, αυτή που πρέπει να δικογραφείται και να εξηγείται επαρκώς στο δικόγραφο του ενάγοντος είναι η αμέλεια, που δίδει και τη σχετική βάση αγωγής[24]. Όταν τα γεγονότα που προκάλεσαν το συμβάν τελούν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου, και το συμβάν δεν προκύπτει στη συνήθη πορεία των πραγμάτων όταν ασκείται η δέουσα επιμέλεια, συνιστά εύλογη απόδειξη πως, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον εναγόμενο περί του αντιθέτου, το συμβάν έλαβε χώρα λόγω μη άσκησης δέουσας επιμέλειας από μέρους του εναγόμενου[25]. Όπως υποδείχθηκε και στην Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All ER 822, δεν είναι αναγκαίο να δικογραφείται το δόγμα res ipsa loquitur, που εκφράζει απλώς κανόνα απόδειξης βασισμένο στο δίκαιο και την κοινή λογική[26]· αρκεί να αποδεικνύονται τα γεγονότα που καθιστούν το δόγμα αυτό εφαρμόσιμο. Η ίδια προσέγγιση υφίσταται και στην εγχώρια νομολογία, όπου βρίσκουμε και κάποια κωδικοποίηση στο άρθρο 55 του Κεφ.148· προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος αυτού αποτελεί η ουσιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται, και δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την αμέλεια[27]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια, συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια, ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς, ή τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας. Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, εάν δηλαδή υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω αυτής, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo, λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ ενάγοντος στη ζημιά[28]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα συvιστά υπεράσπιση τo ότι o ενάγων είχε γvώση και αvτίληψη ή πρέπει vα θεωρηθεί τo έχει γvώση και αvτίληψη της κατάστασης πραγμάτωv πoυ πρoκαλεί τη ζημιά και ότι εκoύσια εξέθεσε τov εαυτό τoυ ή τηv ιδιoκτησία τoυ σε αυτήν[29]. Η τελευταία υπεράσπιση δεv εφαρμόζovται σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα, αv τo αδίκημα αυτό oφειλόταv στη μη επλήρωση υπoχρέωσης πoυ επιβάλλεται στov εvαγόμεvo από oπoιoδήπoτε voμoθέτημα. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα συvιστά υπεράσπιση και τo γεγovός ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή τελέστηκε δυvάμει και σύμφωvα με τις διατάξεις oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς[30]. Οι Ενάγοντες, στην αγωγή τους, αναφέρονται γενικά στον περί Κοινοτήτων Νόμο 86(Ι)/1999, χωρίς αναφορά συγκεκριμένων διατάξεων και παράβαση συγκεκριμένων νομικών καθηκόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 82(κγ) Ν.86(Ι)/1999, που επικαλείται η πλευρά των Εναγόντων σε στάδιο αγόρευσης, το Συμβούλιο έχει καθήκον να προνοεί για την ίδρυση κοιμητηρίων σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ταφής Νόμου Κεφ. 247 και του περί Δημόσιας Υγείας (Ταφή και Εκταφή) Νόμου Κεφ. 257, είτε εντός είτε εκτός των ορίων της κοινότητας, να ελέγχει τις διαστάσεις και να καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται οι τιμές των τάφων και σε συνεργασία με τις αρμόδιες θρησκευτικές αρχές να μεριμνά για τη συντήρηση και τη λειτουργία τους και να ελέγχει την εκφορά των νεκρών. Το Κεφ. 247 και το Κεφ. 257, στα οποία παραπέμπει η εν λόγω διάταξη, καταργήθηκαν με τον περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμο 257(Ι)/
- Σύμφωνα με τον Ν.257(Ι)/2004, η ταφή γίνεται υποχρεωτικά στα κοιμητήρια. Τα κοιμητήρια είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, στα οποία μπορεί να αποκτάται ιδιαίτερο δικαίωμα (ειδικό δικαίωμα) σε ορισμένο χώρο ταφής. Η παραχώρηση ιδιαίτερου δικαιώματος σε χώρο ταφής αποτελεί διοικητικής φύσης παραχώρηση άδειας χρήσης κοινοτικού πράγματος, και ο χώρος για τον οποίο δίδεται το δικαίωμα χρήσης δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο αυτού στον οποίο παραχωρήθηκε το δικαίωμα και ούτε επιδέχεται οποιασδήποτε μεταβίβασης σε τρίτους. Τα μνημεία επί των τάφων που είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών έχουν την έννοια εκδήλωσης θρησκευτικού σκοπού και χαρακτηρίζονται επίσης ως πράγματα εκτός συναλλαγής και δεν επιτρέπεται η μετέπειτα εκποίηση, υποθήκευση ή κατάσχεση τους καθώς και η μεταβολή του προορισμού τους. Η νομή που ασκείται πάνω σ' αυτά είναι θρησκευτικού περιεχομένου και δεν έχει περιουσιακό χαρακτήρα. Η περίφραξη του κοιμητηρίου είναι πράξη που γίνεται μέσα σε εύλογο χρόνο από την εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας ως κοιμητηρίου, κι αν παραλείψει να προβεί στην πράξη αυτή η τοπική αρχή, τη μέριμνα για την περίφραξη ασκεί ο Υπουργός ή ο Έπαρχος, αναλόγως της περίπτωσης. Η αναφορά του νόμου σε «περίφραξη» του χώρου του κοιμητηρίου μετά την εγγραφή του ως τέτοιο, για να καθοριστούν τα όρια του, δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένες προδιαγραφές οικοδομικών εργασιών που να περιλαμβάνουν την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης. Τα έσοδα από τα κοιμητήρια χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη συντήρηση και γενικά τη λειτουργία των κοιμητηρίων, αλλά η πληρωμή τελών κοιμητηρίου από τους κατοίκους της κοινότητας μέσω της γενικής κατανομής, δεν συνιστά προϋπόθεση sine qua non της άσκησης των καθηκόντων της τοπικής αρχής στα κοιμητήρια, στην έκταση που προβλέπονται. Το εκ του άρθρου 82(κγ) Ν.86(Ι)/1999 προβλεπόμενο καθήκον «συντήρησης και λειτουργίας» των κοιμητηρίων, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο καθηκόντων κάθε Κοινοτικού Συμβουλίου, αφενός δεν δίδει ένα εκσυγχρονισμένο πλαίσιο διαχείρισης των κοιμητηρίων (cemetery management) με σκοπό την ανάδειξή των κοιμητηρίων ως χώρων εκδήλωσης μνήμης και πολιτισμού, αφετέρου ασκείται σε συνεργασία με τις αρμόδιες θρησκευτικές αρχές κατά τρόπο που δεν διευκρινίζεται περαιτέρω στο Δικαστήριο μέσα από κανονιστικά κείμενα ή και μαρτυρία. Έχοντας υπόψη και το σύνολο των προαναφερόμενων προϋποθέσεων για την απόδειξη εκ του νόμου απορρέουσας αστικής ευθύνης, η διατύπωση της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης, που εκείνην επικαλούνται οι Ενάγοντες (σε στάδιο αγόρευσης), δεν επεκτείνεται σε καθήκον της τοπικής αρχής για την προστασία των ταφών και των ταφικών μνημείων από φυσικές καταστροφές ή φθορές, ατυχήματα, κλοπές, βανδαλισμούς, ή άλλες αιτίες που μπορούν να προκύψουν, με τρόπο που να δημιουργείται και αστική ευθύνη έναντι εν γένει όλων των συγγενών των θανόντων, περιλαμβανομένων των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες, ως παρουσίασαν την υπόθεσή τους στη βάση αυτή, δεν έχουν αποδείξει πως ανήκουν σε μία τάξη προσώπων που ο νομοθέτης, προβλέποντας σχετικά, σκόπευσε να δώσει δικαίωμα αποζημίωσης· έχοντας υπόψη και τον προορισμό της ανέγερσης ταφών και ταφικών μνημείων, τη μη περιουσιακή προσέγγιση της άσκησης της νομής επ' αυτών, και γενικότερα τη μη αναγνώριση περιουσιακών δικαιωμάτων άλλων προσώπων εντός των κοιμητηρίων στην εγχώρια νομοθεσία. Δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε άλλο νομοθετικό ή κανονιστικό πλαίσιο, για παράδειγμα ειδικότεροι κανονισμοί των Εναγόμενων σε σχέση με τη διαχείριση του κοιμητηρίου της Κοινότητας ή γενικότεροι κανονισμοί του Υπουργικού Συμβουλίου σε σχέση με τα ταφικά μνημεία με βάση το άρθρο 30 Ν.86(Ι)/1999, που να επιβάλλουν καθήκον της τοπικής αρχής έναντι σε τάξη προσώπων, περιλαμβανομένων των συγγενών των θανόντων, σε σχέση με την κατάσταση του κοιμητηρίου, των τάφων ή των ταφικών μνημείων. Η αγωγή των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει στη βάση της παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Ότι οι Ενάγοντες είναι τέκνα των θανόντων στον επίδικο οικογενειακό τάφο και δαπανούν για την φροντίδα του και την τήρηση των θρησκευτικών καθηκόντων τους, που σχετίζονται με την ιερή μνήμη των θανόντων, δεν έτυχε αμφισβήτησης, ούτε πως ο τάφος βρίσκεται μέσα στο κοιμητήριο, τη διαχείριση του οποίου έχουν οι Εναγόμενοι. Οι Ενάγοντες, όμως, ακόμα και εάν ασκούν νομή επί του τάφου, δεν μπορούν να θεωρηθούν πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρίσκονταν εντός χώρου που κατείχαν οι Εναγόμενοι ή πως είχαν περιουσία εντός αυτού του χώρου. Λόγω της ιδιαίτερης φύσης του δικαιώματος, που θα εξηγηθεί και στη συνέχεια. Εξ ου και η εφαρμογή των αρχών που διέπουν την ευθύνη κατόχου χώρου παρουσιάζει σε μεγάλο βαθμό ασυνάφεια· κάτι που μπορεί να μην συμβαίνει σε άλλες δικαιοδοσίες του κοινού δικαίου, όπου ενδεχομένως να διαμορφώνεται διαφορετικά το δικαίωμα επί των τάφων. Εξάλλου, και στη βάση εκείνων των αρχών, το καθήκον δεν σχετίζεται με την συντήρηση του χώρου, ούτε ο κίνδυνος κατολίσθησης του πετρότοιχου αποδείχθηκε ως αφανής κίνδυνος της φύσης που θα έχρηζε προειδοποίησης προς τους Ενάγοντες. Επίσης, υπό τις περιστάσεις, δεν ενεργοποιείται το δόγμα les ipsa loquitur, εφόσον οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν πως στερούνταν γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά που ισχυρίζονται, ούτε ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία επί της oπoίας οι Εναγόμενοι είχαν πλήρη έλεγχo. Ο πετρότοιχος από τον οποίον κατέπεσαν οι πέτρες δεν αποδείχθηκε πως βρίσκονταν εντός του κοιμητηρίου, αλλά και η κατάστασή του, όπου κι αν βρίσκονταν, ήταν γενικότερα ορατή, και δεν μπορεί να εξαχθεί κρίση ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά στο ταφικό μνημείο, η κατολίσθηση πετρών από τον πετρότοιχο και η πτώση τους πάνω σ' αυτό, συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν vα καταβάλουν εύλoγη επιμέλεια. Η αναφορά στο σημείο αυτό είναι για την κατάληξη πως το βάρος για την απόδειξη της αμέλειας των Εναγόμενων, υπό τις περιστάσεις, παρέμεινε στους ώμους των Εναγόντων, χωρίς να μπορεί να αντιστραφεί. Παρότι δεν υπάρχει σχετικό νόμιμο καθήκον με βάση συγκεκριμένη διάταξη νόμου (statutory duty), μπορεί να υφίσταται καθήκον επιμέλειας (duty of care). Εάν υπάρχει ή όχι καθήκον επιμέλειας της τοπικής αρχής για την προστασία των ταφών και των ταφικών μνημείων που βρίσκονται εντός των κοιμητηρίων, μπορεί να προκύπτει ως λογικό επακόλουθο της ιδιότητας του διαχειριστή του χώρου του κοιμητηρίου, της φύσης, της λειτουργίας και του προορισμού του κοιμητηρίου, όπως και από αυτή την έννοια της διαχείρισης. Συσχετίζεται, όμως, όχι με τη διαφύλαξη περιουσίας τρίτων από κινδύνους (με δεδομένο πως οι τάφοι ή τα ταφικά μνημεία δεν συνιστούν περιουσία τρίτων στο κοιμητήριο), αλλά με το καθήκον παροχής δυνατότητας στους οικείους των θανόντων, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, κατά την ενάσκηση της (θρησκευτικού περιεχομένου) νομής τους, και στο κοινό ευρύτερα, κατά τη χρησιμοποίηση του κοιμητηρίου, να ασκούν αξιοπρεπώς και απρόσκοπτα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ή να εκφράζουν άλλως πώς σεβασμό στην ιερή μνήμη των θανόντων, τον εσωτερικό τους κόσμο, και κατ' επέκταση την προσωπικότητά τους, διατηρώντας τη ψυχική τους υγεία. Τούτη η προσέγγιση απορρέει από το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς των τάφων και των ταφικών μνημείων. Οι Ενάγοντες ή γενικότεροι οι δικαιούχοι τάφου ή οικογενειακού τάφου αποκτούν προνομιακό δικαίωμα χρήσης κοινοτικού (κοινόχρηστου) πράγματος, κατόπιν άδειας της διοίκησης, σύμφωνα με τους όρους παραχώρησής της. Δεν αποκτούν δικαίωμα ιδιωτικού δικαίου, εμπράγματο ή ενοχικό, αλλά δικαίωμα που εντάσσεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, αφού παραχωρείται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας (η διοίκηση δεν το παραχωρεί ως fiscus), για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού. Η παραχώρηση, όπως ρητά προβλέπει ο νόμος, αποτελεί διοικητική άδεια για την άσκηση ενός δικαιώματος ιδιαίτερης χρήσης του κοινοτικού πράγματος. Δεν έχει περιεχόμενο τη μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος, αν και συνεπάγεται την άσκηση διαρκούς φυσικής εξουσίας (κατοχής) και θρησκευτικού περιεχομένου (όπως ρητά προσδιορίζεται στον νόμο) νομής. Εάν διαταραχθεί παράνομα η συνεπαγόμενη κατοχή και θρησκευτική νομή των Εναγόντων ή αποβληθούν, τότε έχουν δικαίωμα αγωγής, στη βάση του ιδιαίτερου αυτού δικαιώματος που τους έχει παραχωρηθεί από την Πολιτεία. Έναντι αυτού που παρέμβηκε στο δικαίωμά τους. Εκείνη είναι και η έκταση ιδιωτικού δικαίου στην οποία προστατεύεται το δικαίωμά τους. Οι παραχωρησιούχοι, στον βαθμό που θεωρούνται πως είναι αυτοί που ασκούν τη συνεπαγόμενη διαρκή φυσική εξουσία επί του κοινοτικού πράγματος, και κατ' επέκταση μπορούν (στο πλαίσιο των περιορισμών που δυνατόν να θέτει η παραχωρητήρια πράξη) να αναπτύσσουν την αυτονομία τους στη διαμόρφωση του τάφου, μπορούν καταρχάς να μεριμνούν και για την ασφάλεια και την προστασία του από τριγύρω κινδύνους. Εάν στην παραχωτηρήρια πράξη δεν τέθηκαν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις είτε της διοικητικής αρχής είτε των παραχωρησιούχων - και η παραχωρητήρια πράξη δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο - δεν υπάρχει χώρος για περαιτέρω ιδιωτικό δίκαιο στην περίπτωση. Η διαπίστωση αυτή σφραγίζει και την κατάληξη. Ακόμα, όμως, κι αν το Δικαστήριο δέχονταν πως οι Εναγόμενοι έχουν καθήκον επιμέλειας έναντι στους Ενάγοντες σχετικά με την προστασία και τη διατήρηση του τάφου και του ταφικού μνημείου σε καλή κατάσταση και την αποφυγή ζημιών ή της έκτασης που οι Ενάγοντες (αδιευκρίνιστα πάντως) επιδιώκουν να θέσουν, και πάλι, δεν θα μπορούσε να υπάρξει επιτυχής κατάληξη. Σε τέτοια περίπτωση, δεν αρκεί από μόνη της η προσκόμιση φωτογραφιών που δείχνουν πέτρες πεσμένες στο ταφικό μνημείο, ως στο Τεκμήριο 1, ή στο λοιπό φωτογραφικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για να συμπεράνει εξ αυτών το Δικαστήριο ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο παράβηκε τέτοιο καθήκον του έναντι στους Ενάγοντες και ότι οι Ενάγοντες υπέστησαν αιτιωδώς συνδεδεμένη ζημιά, που θα πρέπει να αποζημιωθεί. Στο πεδίο σκέψης των Εναγόντων, μπορεί να φαίνεται αρκετά πιο απλοϊκή η υπόθεση, ότι, εφόσον αποδεικνύεται με φωτογραφίες η ζημιά στο μνήμα από την κατολίσθηση, δεν χρειάζεται οτιδήποτε άλλο, για την κατάληξη στο συμπέρασμα πως η τοπική αρχή, που διαχειρίζεται το κοιμητήριο, θα πρέπει να αποζημιώσει. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Έπειτα, όταν η παράβαση που καταλογίζεται στην τοπική αρχή είναι δια παράλειψης, αναζητείται η οφειλόμενη ενέργεια. Συγκεκριμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναφορές των Εναγόντων στην αγωγή, όσο και του ΜΕ1 στην μαρτυρία του, ήταν πολύ γενικές, και δεν συνοδεύονταν από μαρτυρία ειδικού. Ακόμα και ο πετρότοιχος δεν αποδείχθηκε ότι βρίσκονταν εντός του κοιμητηρίου και ότι υπήρχε δυνατότητα των Εναγόμενων να επέμβουν σε αυτόν και να πράξουν οτιδήποτε. Δεν υποδείχθηκε ότι, με συγκεκριμένο τεχνικό έργο εντός του κοιμητηρίου (τοίχο αντιστήριξης, υψηλή περίφραξη - που για την περίφραξη υπάρχει και ειδική πρόνοια που εμπλέκει άλλη αρχή, κ.λπ.), με συγκεκριμένες προδιαγραφές, θα μπορούσε να αποτραπεί η κατολίσθηση ή η πτώση των πετρών στο μνήμα. Όπως φαίνεται, για παράδειγμα, από τη φωτογραφία του Τεκμηρίου 6, η υψομετρική διαφορά είναι τέτοια, που δεν προκύπτει ως ορατό στο Δικαστήριο ότι θα μπορούσε να αποτραπεί η πτώση του τοίχου με ευκολία, ενώ για την προστασία του τάφου, οι ίδιοι Ενάγοντες είναι προστατευτικό κουβούκλιο που ανήγειραν πάνω από ολόκληρο τον τάφο. Η προηγούμενη κατάληξη βεβαίως του Δικαστηρίου, ως προς την έννοια και την έκταση του καθήκοντος επιμέλειας των Εναγόμενων έναντι στους παραχωρησιούχους δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης τάφου, απαντά, στη συνέχεια, και στο ότι οι Ενάγοντες δεν φαίνεται να εμποδίστηκαν από τους Εναγόμενους, με οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, στην άσκηση της κατοχής ή της (θρησκευτικού περιεχομένου) νομής τους επί του οικογενειακού τάφου, κατά τρόπο που να απολήγει σε παράβαση κάποιου καθήκοντος επιμέλειας των Εναγόμενων έναντι στους Ενάγοντες. Ακόμα, όμως, και να δέχονταν το Δικαστήριο πως υπάρχει και τέτοια παράβαση καθήκοντος επιμέλειας, στην έκταση και με τον τρόπο που εκθέτουν οι Ενάγοντες ή άλλως πώς, και πάλι, θα υπήρχε εμπόδιο ως προς την απόδειξη της ζημιάς. Το ταφικό μνημείο, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί περιουσία των Εναγόντων, ούτε εξ αυτού μπορεί να δημιουργηθεί περιουσιακό δικαίωμα, εξαιτίας, λόγου χάριν, του ότι οι Ενάγοντες δαπάνησαν χρήματα για την ανέγερσή του ή θα δαπανήσουν για την επισκευή ή τη συντήρησή του ή την αναβάθμισή του. Στη λογική διάσταση των πραγμάτων, ο καθένας μπορεί να δαπανά χρήματα σε διαφορετική έκταση, για να τιμήσει τους θανόντες του· κάποιοι καθόλου (οπότε τα μνήματα εκείνα πιθανόν να είναι ερειπωμένα), άλλοι σε υπερθετικό βαθμό (να κτίζουν προστατευτικά κουβούκλια, να τοποθετούν ακριβό μάρμαρο, ή να φυτεύουν όμορφα φυτά), τηρουμένων των όρων ή οποιωνδήποτε περιορισμών της παραχώρησης, και αναλόγως της απώλειας που αισθάνονται και της τιμής που επιθυμούν να αποδώσουν και του πώς είναι διαμορφωμένος ο εσωτερικός τους κόσμος. Να αποζημιώνει η τοπική αρχή ζημιές σε όλα τα - οποιασδήποτε αξίας - μνήματα ή να τα επισκευάζει, για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των παραχωρησιούχων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσανάλογο αποτέλεσμα. Εξάλλου, πρόκειται για κόστος που η τοπική αρχή πρέπει να κατανέμει στους πολίτες. Οι Ενάγοντες, όμως, εστίασαν ακριβώς εκεί, στην ανάγκη να δαπανηθούν περαιτέρω χρήματα για να επιδιορθωθεί το ταφικό μνημείο και για την περαιτέρω προστασία του από κινδύνους, περιλαμβανομένων των κινδύνων περαιτέρω κατολίσθησης πετρών από τον παρακείμενο πετρόχοιτο. Η απόδοση στη θρησκευτική νομή των παραχωρησιούχων ιδιωτικού περιουσιακού περιεχομένου και η αναγωγή της απαιτούμενης δαπάνης για επιδιόρθωση ζημιών ή βελτίωση (του κοινόκτητου πράγματος ως προς το οποίο οι παραχωρησιούχοι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης) σε αξίωση ιδιωτικού δικαίου έναντι στη διοικητική αρχή, ενταγμένη στο δίκαιο των αποζημιώσεων, κρούει αντίθετα προς τον νόμο, που εξηγήθηκε προηγουμένως. Ακόμα, όμως, κι αν δέχονταν το Δικαστήριο πως υπήρξε και ζημιά των Εναγόντων, για την οποία μπορεί να προβληθεί χρηματική αξίωση με αγωγή ιδιωτικού δικαίου στη βάση της αμέλειας, και πάλι, θα υπήρχε εμπόδιο στο να βρεθεί η αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της καταλογιζόμενης στους Εναγόμενους παράλειψης, και της ζημιάς, εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία (ειδικού εν προκειμένω) πως, σε περίπτωση που η τοπική αρχή ενεργούσε με συγκεκριμένο τρόπο, δεν θα συνέβαινε η κατολίσθηση ή, εάν συνέβαινε, δεν θα έπεφταν πέτρες πάνω στο μνήμα και δεν θα έσπαζαν τα μάρμαρα στα επιμέρους σημεία. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κινηθεί σε υποθετική διάσταση. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η αγωγή των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει ούτε στη βάση της αμέλειας. Δεν προωθήθηκε η αγωγή σε άλλη βάση. Κατάληξη Επειδή οι Ενάγοντες, με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, δεν κατάφεραν να αποδείξουν, σε οποιαδήποτε νομική βάση, ότι δικαιούνται σε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία από τους Εναγόμενους για τις πέτρες που κατέπεσαν στο ταφικό μνημείο των γονέων τους, από τον παρακείμενο πετρότοιχο, η αγωγή τους δεν μπορεί να επιτύχει, και γι' αυτό απορρίπτεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα που ισχύει σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποίαν έχουν προκύψει, εφόσον δεν συντρέχει λόγος για απόκλιση από τον κανόνα αυτό, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ
- [4] Βλ. και έγγραφο Α, 26.09.2022, μέρος της κυρίως εξέτασης, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [5] Έγγραφο Β, 26.10.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [6] Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [7] Cutler v Wandsworth Stadium Ltd [1949] AC
- [8] Cutler v Wandsworth Stadium Ltd [1949] AC 398,
- [9] Black v Fife Coal Co Ltd 1912 SC (HL) 33, 45, Groves v Lord Wimborne [1898] 2 QB 402, CA. [10] Monaghan v Glasgow Corpn 1955 SC
- [11] Bonthrone v Secretary of State for Scotland
(1981)1987 SLT 34, OH, Ross v Secretary of State for Scotland 1990 SLT 13, OH. [12] Gorris v Scott
(1874)LR 9 Exch
- [13] Wardlaw v Bonnington Castings Ltd 1956 SC (HL) 26,
- [14] M'Ghee v National Coal Board 1973 SC (HL)
- [15] Quinn v Cameron and Roberton Ltd 1957 SC (HL) 22, 1957 SLT
- [16] Gardiner v Motherwell Machinery and Scrap Co Ltd 1961 SC (HL) 1 2, M'Ghee v National Coal Board 1973 SC (HL)
- [17] Bett v Dalmeny Oil Co Ltd
(1905)7 F
- [18] Lee v Nursery Furnishings Ltd [1945] 1 All ER 387, CA. [19] Adsett v K and L Steelfounders and Engineers Ltd [1953] 2 All ER
- [20] Richards v Highway Ironfounders (West Bromwich) Ltd [1957] 2 All ER
- [21] Άρθρο 52 Κεφ.
- [22] Άρθρο 55 Κεφ.
- [23] Scott v. London and St Katherine Docks Co
(1865)3 H & C 596, Ex Ch. [24] Esso Petroleum Co Ltd v. Southport Corpn [1956] AC 218. [25] Scott v. London and St Katherine Docks Co
(1865)3 H & C 596, Ex Ch. [26] Smith v. Fordyce [2013] EWCA Civ 320. [27] Savvides v. Mesaritis
(1985)1 CLR 261, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 και αρκετές άλλες, έως και τις πιο πρόσφατες Επίσημος Παραλήπτης v. Αντωνίου, Πολιτικές Εφέσεις 377/2012 και 383/2012, ημερομηνίας 20.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A382, D. Skaros Enterprises Ltd v. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση 496/2012, ημερομηνίας 26.09.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394, Αριστοδήμου ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Παλιομετόχου, Πολιτική Έφεση 46/2013, ημερομηνίας 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A441. [28] Άρθρο 57 Κεφ. 148. [29] Άρθρο 59 Κεφ. 148. [30] Άρθρο 60 Κεφ. 148. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο