PAFOS APHRODITE FESTIVAL CYPRUS ν. Σ. Β., Αγωγή 888/2015, 10/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή 888/2015 PAFOS APHRODITE FESTIVAL CYPRUS Ενάγουσα v. Σ. Β. Εναγόμενος Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Αρ. Κορακίδου (κα) και Κ. Χριστοφόρου (κα) για Aristi Korakidou-Makridou LLC Για τον Εναγόμενο: Ι. Νεοφύτου (κα) για Μούζουρου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα, ημεδαπή μη κερδοσκοπική εταιρεία που ασχολείται με τη διοργάνωση και διαχείριση διεθνώς αναγνωρισμένων πολιτιστικών εκδηλώσεων στην Πάφο, περιλαμβανομένων παραστάσεων όπερας, αξιώνει από τον Εναγόμενο, που κατά τα έτη 2011, 2012 και 2014 ήταν ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της, ποσό €24.067,00, που ισχυρίζεται πως της οφείλει. Όπως θέτει η Ενάγουσα, όταν διοργάνωνε κάποια πολιτιστική εκδήλωση και ειδικότερα παραστάσεις όπερας, εξέδιδε εισιτήρια που πωλούσε έναντι συγκεκριμένου ανταλλάγματος. Τα εισιτήρια που διαχειρίζονταν ο Εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του, χρεώνονταν στον ίδιο μέσω του λογισμικού συστήματος διαχείρισης εισιτηρίων. Οι χρεώσεις γίνονταν με την έκδοση τιμολογίων και η εξόφληση πραγματοποιούνταν με τη λήξη των παραστάσεων, οπότε και εκδίδονταν αποδείξεις. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως ο Εναγόμενος είχε αναλάβει την πώληση εισιτηρίων των διοργανώσεων όπερας των ετών 2011 («Les Contes d' Hoffmann»), 2012 («Otello») και 2014 («Cosi Fan Tutte») και οι χρεώσεις γίνονταν σταδιακά κατά τη διάρκεια κάθε διοργάνωσης και μετά από εντολή του Εναγόμενου, και εκδίδονταν τιμολόγιο βάσει της κατηγορίας της τιμής και του αριθμού των εισιτηρίων. Ο Εναγόμενος πλήρωνε με επιταγές και εμβάσματα από εταιρείες ή οργανισμούς με τις οποίες έρχονταν σε επαφή λόγω της ιδιότητας του. Έλαβε ή χρεώθηκε συγκεκριμένα τα ακόλουθα εισιτήρια: Για το έτος 2011, εισιτήρια συνολικής αξίας €14.620,00, έναντι των οποίων καταβλήθηκε ποσό €5.000,00 με επιταγή εκ μέρους τρίτου προσώπου και εκδόθηκε απόδειξη στο τρίτο πρόσωπο για την εισφορά· για το έτος 2012, εισιτήρια συνολικής αξίας €14.335,00, έναντι των οποίων καταβλήθηκε από τρίτο πρόσωπο ποσό €10.128,00 και εξοφλητική απόδειξη· και για το έτος 2014, εισιτήρια συνολικής αξίας €11.665,00, έναντι των οποίων καταβλήθηκε ποσό μετρητών €140,00 για το οποίο εκδόθηκε εξοφλητική απόδειξη, ενώ και εισφορά τρίτου προσώπου €5.000,00 για τα εισιτήρια του 2013 κάλυπτε και €1.285,00 εκ των εισιτηρίων του
- Κατά την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος χρεώθηκε εισιτήρια συνολικής αξίας €40.620,00 και καταβλήθηκε ποσό €16.553,00, οπότε παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €24.067,
- Παρά την απαίτηση του ποσού αυτού και γραπτώς, δεν καταβλήθηκε. Η Ενάγουσα επικαλείται πόρισμα ερευνώντος λειτουργού σε σχέση με τη διαχείριση των εισιτηρίων, που καταλήγει στην οφειλή. Ο Εναγόμενος, με την υπεράσπισή του, δεν αρνείται την ιδιότητα και τις δραστηριότητες της Ενάγουσας, αλλά ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα δεν πωλούσε εισιτήρια έναντι ανταλλάγματος σε κάθε περίπτωση, αλλά έδιδε και ορισμένα εισιτήρια δωρεάν σε διάφορα πρόσωπα, χωρίς την έγκριση ή γνώση του ιδίου. Μέχρι το 2010, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις ή όπερες που διοργάνωνε η Ενάγουσα είχαν επιτυχία λόγω της οικονομικής ευμάρειας των πολιτών, που έδιδε ανάλογο ενδιαφέρον. Ο Εναγόμενος δεν συμμετείχε θεσμικά στην πώληση ή διάθεση εισιτηρίων. Λόγω της οικονομικής κρίσης, το ενδιαφέρον για την αγορά εισιτηρίων το 2011 ήταν περιορισμένο. Η διευθύντρια της Ενάγουσας εισηγήθηκε στον Εναγόμενο να εξεύρει χορηγούς για την αγορά των εισιτηρίων που θα διένειμαν περαιτέρω οι χορηγοί σε δικά τους πρόσωπα ή συνεργάτες. Θα δίδονταν στον Εναγόμενο ορισμένα εισιτήρια, για να τα έδιδε σε πρόσωπα της επιλογής του, ενώ ορισμένα θα δίδονταν και δωρεάν σε πολίτες, για να μην παραμείνουν κενές οι θέσεις. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε με την προϋπόθεση πως η Ενάγουσα θα έδιδε στους χορηγούς ή στον ίδιο και στα πρόσωπα που θα υποδεικνύονταν δωρεάν εισιτήρια που θα αντιστοιχούσαν στις χορηγίες που θα εξεύρισκε. Για το έτος 2011, ο Εναγόμενος μεσολάβησε και εξασφάλισε χορηγία €5.000,00 από το τρίτο πρόσωπο που αναφέρει η Ενάγουσα. Ήταν ποσό που δόθηκε από το τρίτο πρόσωπο στην Ενάγουσα, η Ενάγουσα παρέδωσε σε αυτήν αριθμό εισιτηρίων αντίστοιχης αξίας και εξέδωσε τιμολόγιο και απόδειξη προς το τρίτο πρόσωπο. Για το 2012, ο Εναγόμενος πέτυχε την εξασφάλιση χορηγιών από διάφορα πρόσωπα, για συνολικό ποσό €10.128,00 που κατατέθηκε από τους χορηγούς και έλαβε η Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος παρέβαλε τα εισιτήρια που αντιστοιχούσαν στο ύψος του ποσού και η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο και απόδειξη στο όνομα των χορηγών. Για το 2013, ο Εναγόμενος εξασφάλισε χορηγία για €5.000,00 από τρίτο πρόσωπο. Από το ποσό αυτό, η Ενάγουσα παρέδωσε στον Εναγόμενο εισιτήρια αξίας €3.715,00 και το υπόλοιπο ποσό είχαν συμφωνήσει να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες της όπερας το 2014, για εισιτήρια που θα έδιδε ο Εναγόμενος το 2014 σε χορηγούς που βοηθούσαν τα προηγούμενα χρόνια. Όλα τα εισιτήρια που έδωσε η Ενάγουσα σε διάφορα πρόσωπα κατόπιν εντολής του Εναγόμενου αντιστοιχούσαν σε ποσά χορηγιών που εξασφάλιζε ο Εναγόμενος και καταβάλλονταν στην Ενάγουσα, δεν εκδίδονταν στο όνομα του ιδίου τιμολόγια ή αποδείξεις γι' αυτή τη μεσολάβηση. Δεν παρέλαβε, όπως ισχυρίζεται, εισιτήρια πέραν των ποσών των χορηγιών. Οποιοσδήποτε αριθμός εισιτηρίων καταχωρίστηκε στο όνομά του και του χρεώθηκε είναι αναληθής ή λανθασμένος ή έγινε εκ των υστέρων με σκοπιμότητα, για να δικαιολογηθεί η ανέλεγκτη και αλόγιστη παράδοση εισιτηρίων από υπαλλήλους της Ενάγουσας σε διάφορα άλλα πρόσωπα ή το έλλειμμα στους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος, πριν από τη λήψη επιστολών της Ενάγουσας, που όντως έλαβε, ή και την αγωγή, δεν είχε ενημερωθεί οποτεδήποτε από την Ενάγουσα για οποιαδήποτε οφειλή, ούτε τέθηκε θέμα στη γενική συνέλευση ότι υπήρχε τέτοια οφειλή. Η Ενάγουσα, όπως είναι η θέση του Εναγόμενου, εκμεταλλευόμενη την καταδίκη του Εναγόμενου για αδικήματα που δεν αφορούν την αγωγή, καταχώρισε και την αγωγή αυτή, με σκοπό να χρεώσει στον Εναγόμενο παράνομες ή ανέλεγκτες πράξεις άλλων. Την εκδοχή αυτή αρνείται περαιτέρω η Ενάγουσα, με απαντητικό δικόγραφο, θέτοντας πως μόνον τα εισιτήρια που ήταν «τιμής ένεκεν» παραχωρούνταν από την Ενάγουσα χωρίς αντίτιμο. Ο Εναγόμενος είχε κληθεί στις γενικές συνελεύσεις της Ενάγουσας να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά και, ενώ αρχικά υποσχέθηκε να πληρώσει, αργότερα ήθελε και προέτρεψε τους λογιστές της Ενάγουσας, με επιστολές του ημερομηνίας 21.03.2012 και 01.11.2012, να θεωρήσουν τα εισιτήρια που έλαβε ο Εναγόμενος για να πωλήσει με αντίτιμο ως εισιτήρια «τιμής ένεκεν», γεγονός όμως που δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Οι επιστολές της Ενάγουσας και οι συνελεύσεις έγινε πριν την καταδίκη του Εναγόμενου. Η δε διευθύντρια της Ενάγουσας ουκ ολίγες φορές είχε καλέσει τηλεφωνικώς τον Εναγόμενο και του ζήτησε να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά, αλλά ο Εναγόμενος έδιδε μόνον υποσχέσεις, χωρίς να πράττει. Η Ενάγουσα θέτει πως ο Εναγόμενος προσπορίστηκε όφελος από τη λήψη και διάθεση των εισιτηρίων χωρίς την καταβολή του ανάλογου τιμήματος στην Ενάγουσα, και δεν είναι αποδεκτή οποιαδήποτε υπεράσπισή του. Στο πλαίσιο αυτής της διαφοράς των δύο πλευρών, ως την έχει καθορίσει η όλη δικογραφία, αυτό που πρώτιστα απασχολεί είναι το τι ακριβώς περιλάμβανε η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου σε σχέση με τα εισιτήρια που εξέδιδε η Ενάγουσα για την όπερα, την περίοδο 2011-
- Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές ως προς το τι συμφωνήθηκε. Εάν αποδειχθεί πως συνάφθηκε συμφωνία πώλησης, όπως είναι η εκδοχή της Ενάγουσας που όμως συμπλέκεται με την εκδοχή περί συμβατικής αμέλειας σε σχέση με συμφωνία διάθεσης εισιτηρίων, τότε απασχολεί κατά πόσον ο Εναγόμενος δεν εκπλήρωσε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωσή του έναντι στην Ενάγουσα, ειδικότερα δεν κατέβαλε κάποιο συμφωνημένο αντάλλαγμα για εισιτήρια που όντως έλαβε, που δίδει δικαίωμα απαίτησης βάσει της σύμβασης (action in debt), ή κατά τρόπο που απολήγει σε παράβαση σύμβασης που δίδει δικαίωμα αποζημίωσης· ή εάν ο Εναγόμενος άλλως πώς αποκόμισε αδικαιολόγητο όφελος εις βάρος της Ενάγουσας που να δίδει επίσης δικαίωμα αποζημίωσης. Διαδικασία Για την επίλυση της διαφοράς αυτής, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την απόδειξη της απαίτησής της, η Ενάγουσα, παρουσίασε μαρτυρία από το πρόσωπο που ενεργούσε ως η διευθύντρια της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο, κυρία Σ. Σ. (ΜΕ1), η οποία αντεξετάστηκε από τη συνήγορο του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος (ΜΥ1) έδωσε και ο ίδιος μαρτυρία στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Το σύνολο της μαρτυρίας περιέχεται στα πρακτικά της διαδικασίας που τηρήθηκαν. Έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε και αποτελεί τα Τεκμήρια 1 - 25 βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, υποστηρίζοντας τις θέσεις της Ενάγουσας και του Εναγόμενου αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Η μαρτυρία και εξέταση Ακούγεται μαρτυρία γεγονότων μόνον σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αμφισβητούμενη ή αντικρουόμενη μαρτυρία επ' αυτών, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το εάν είναι αξιόπιστη, εάν δηλαδή δίδει την αλήθεια σε σχέση με το τι πράγματι συνέβη, ώστε να μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν. Το σύνολο της αξιόπιστης και κατ' επέκταση αποδεκτής μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο συνθέτει το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί, για να προσεγγίσει στη συνέχεια νομικά τη διαφορά, και να την επιλύσει. Στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας γεγονότων για τον εντοπισμό της αλήθειας, η συμπεριφορά κι οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του λόγου τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Σ' αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται μέρος της μαρτυρίας ενός προσώπου να είναι αξιόπιστο και αποδεκτό, και άλλο όχι. Ό,τι αξιολογείται, είναι η εκδοχή των μαρτύρων σε σχέση με τα γεγονότα, όχι τα πρόσωπα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Μαρτυρία ειδικής γνώμης δυνατόν να ακουστεί, εφόσον είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, που μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα έξω από το πεδίο κοινής γνώμης και εμπειρίας, μόνον από εμπειρογνώμονες, δηλαδή από άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για να εκφέρουν τέτοια ειδική γνώμη. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Η ΜΕ1, με χρήση γραπτού κειμένου για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής της[4], ανέφερε ό,τι και στην έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας. Ομοίως ο ΜΥ1, με χρήση γραπτού κειμένου για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής του[5], ανέφερε ό,τι και στην έκθεση υπεράσπισής του. Δεν θα τύχουν επανάληψης. Παρεμβάλλεται μόνον, επειδή στην αγόρευσή της η συνήγορος της Ενάγουσας καλεί το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, γιατί, κατά τη θέση της, δεν καλύπτονται από τη δικογραφία, το εξής: όπως αναφέρθηκε και σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία, δεν υπάρχουν ισχυρισμοί του Εναγόμενου περιεχόμενοι στη γραπτή δήλωσή του που δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη λόγω μη δικογράφησης. Η επιδικία δεν είναι οι λέξεις στα δικόγραφα, αλλά ό,τι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει, μέσα από το σύνολο των δικογράφων, ως προκύπτει από το νόημα που δίνουν τα κείμενά τους, τα οποία δεν προσεγγίζονται με τεχνική ή λογοτεχνική προσήλωση στην έννοια μεμονωμένων λέξεων ή φράσεων. Κάποιοι ένδικοι ισχυρισμοί είναι ουσιώδεις (και δικογραφούνται), άλλοι όχι. Στα δικόγραφα δεν είναι επιτρεπτό να εκτίθεται περιττή λεπτομέρεια ή και μαρτυρία. Δεν υπάρχει ισχυρισμός που Εναγόμενου που θα έπρεπε και δεν καλύπτεται από την υφιστάμενη δικογραφία και που εκφεύγει από το αντικείμενο της δίκης, ως δίδουν τα δικόγραφα. Τι είναι επίδικο και τι όχι, προσδιορίζεται τελικά κατά την προδικασία, με διάφορες διαδικασίες που προβλέπουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί, και δεν πρέπει να μεταφέρεται στη δίκη της ουσίας (οξύμωρο), πόσω μάλλον να απασχολεί και μετά τη δίκη. Η ΜΕ1 προσκόμισε έγγραφα από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών σχετικά με την Ενάγουσα και το Ιδρυτικό και Καταστατικό της Ενάγουσας (Τεκμήρια, 1, 2, 3). Δεν αμφισβητήθηκε η σύσταση, η σύνθεση και οι καταστατικοί σκοποί της Ενάγουσας. Προσκομίστηκαν αποδείξεις είσπραξης που εξέδωσε η Ενάγουσα την 07.02.2012 και την 04.10.2012 για ποσό €5.000,00 που πληρώθηκε με την επιταγή 6351281 της Λαϊκής Τράπεζας, στο όνομα τρίτου προσώπου, για «εισφορά για αγορά εισιτηρίων Δημάρχου Πάφου για το PAF.11», και απόδειξη κατάθεσης της ίδιας επιταγής με ημερομηνία 13.02.2012 και χειρόγραφη διόρθωση του αριθμού 13 με τον αριθμό 14 (Τεκμήρια 4, 5, 6). Δεν αμφισβητείται το γεγονός της συγκεκριμένης πληρωμής, δηλώσεις για το οποίο περιλαμβάνονται στα εν λόγω έγγραφα. Προσκομίστηκε κατάσταση με καταχωρίσεις από την 01.01.2011 μέχρι την 31.12.2011, χρεώσεων και πιστώσεων (Τεκμήριο 7). Ειδικότερα, το Τεκμήριο 7 περιλαμβάνει καταχωρίσεις τιμολογίων που δίδουν χρεώσεις σε διάφορα ποσά και περιγραφές αριθμών εισιτηρίων για το συγκεκριμένο μέλος (Εναγόμενο), πιστωτικές σημειώσεις από ακυρώσεις εισιτηρίων που δίδουν πιστώσεις σε διάφορα ποσά, και την είσπραξη του ποσού των €5.000,00 που καταχωρίστηκε στην εν λόγω κατάσταση την 04.10.
- Η ΜΕ1 προσκόμισε αντίγραφα απόδειξης πληρωμής του Δήμου Πάφου ημερομηνίας 14.09.2012 για το ποσό των €10.128,00 μαζί με αντίγραφο της επιταγής 97421141 του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ που εξέδωσε ο Δήμος Πάφου για το ίδιο ποσό στο όνομα της Ενάγουσας, με την χειρόγραφη περιγραφή «από εισιτήρια που χειρίστηκε ο δήμαρχος», απόδειξη είσπραξης από την Ενάγουσα με ημερομηνία 17.09.2012, απόδειξη εμβάσματος που περιλαμβάνει και το συγκεκριμένο έμβασμα και κατάσταση λογαριασμού του Δήμου Πάφου (Τεκμήρια 8, 9, 10, 11, 13). Το γεγονός της πληρωμής αυτής, επίσης, δεν αμφισβητείται. Προσκομίστηκε κατάσταση με καταχωρίσεις από την 01.01.2012 μέχρι την 31.12.2012, χρεώσεων και πιστώσεων (Τεκμήριο 12). Ειδικότερα, το Τεκμήριο 12 περιλαμβάνει καταχωρίσεις τιμολογίων που δίδουν χρεώσεις σε διάφορα ποσά και περιγραφές αριθμών εισιτηρίων για το συγκεκριμένο μέλος (Εναγόμενο), πιστωτικές σημειώσεις από ακυρώσεις εισιτηρίων που δίδουν πιστώσεις σε διάφορα ποσά, και εισπράξεις ημερομηνίας 17.09.2012 για €10.128,00 και ημερομηνίας 25.09.2012 για €0,
- Στο Τεκμήριο 13, αναγράφονται και σημαίνονται τέσσερις άλλες καταχωρίσεις τον Σεπτέμβριο του 2012, με περιγραφές ως χορηγίες για την όπερα, που δεν φαίνονται αντίστοιχα καταχωρισμένες στο Τεκμήριο
- Προσκομίστηκαν από την ΜΕ1 απόδειξη της Ενάγουσας ημερομηνίας 29.08.2014 για το ποσό των €140,00 που εισπράχθηκε σε μετρητά και εκδόθηκε στον Δήμαρχο Πάφου και Πρόεδρο της Ενάγουσας, και απόδειξη της Ενάγουσας ημερομηνίας 18.09.2014 για το ποσό των €1.285,00 που εισπράχθηκε με την επιταγή 95131367 της Τράπεζας Κύπρου στο όνομα τρίτου προσώπου, αμφότερες οι πληρωμές για την όπερα του 2014 (Τεκμήρια 14, 15). Αντίστοιχες πιστώσεις φαίνονται καταχωρισμένες στην κατάσταση που προσκόμισε η ΜΕ1 και περιλαμβάνει καταχωρίσεις από την 01.01.2014 μέχρι την 31.12.2014 (Τεκμήριο 16). Στο Τεκμήριο 16 περιλαμβάνονται περαιτέρω καταχωρίσεις τιμολογίων που δίδουν ποσά ως χρεώσεις, και καταχωρίσεις πιστωτικών σημειώσεων που δίνουν ποσά ως πιστώσεις. Προσκομίστηκε και κατάσταση που περιλαμβάνει καταχωρίσεις συνολικά από την 01.01.2011 μέχρι την 13.05.2015 (Τεκμήριο 17), περιλαμβανομένων όσων αναφέρονται στα Τεκμήρια 7, 12 και 16, που καταλήγει σε χρεωστικό υπόλοιπο €24.067,00, που είναι το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή. Η ΜΕ1 προσκόμισε τις επιστολές που στάλθηκαν στον Εναγόμενο την 05.01.2015 και την 26.02.2015 και με τις αποδείξεις επίδοσής τους (Τεκμήρια 18, 19, 20, 21). Στις επιστολές γίνεται επίκληση πορίσματος που εξασφάλισε η Ενάγουσα από ερευνώντα λειτουργό. Η ΜΕ1 προσκομίζει και το πόρισμα αυτό (Τεκμήριο 22). Στο πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού (Τεκμήριο 22) δεν περιέχονται τα τιμολόγια που αναφέρονται στα Τεκμήρια 7, 12, 16 και
- Το Τεκμήριο 22 εκπονήθηκε από δικηγόρο και δεν είναι λογιστική έρευνα. Βασίζεται σε πληροφορίες και έγγραφα που συγκέντρωσε ο ερευνών λειτουργός πρώτιστα από την Ενάγουσα. Οι «διαπιστώσεις από προσκομισθέντα έγγραφα για τα εισιτήρια κάθε χρονιάς» στο σημείο 4, στη σελίδα 5 του πορίσματος, δεν μπορούν να υιοθετηθούν από το Δικαστήριο, που έχει ενώπιον του την Ενάγουσα και την έγγραφη μαρτυρία που εκείνη προσκόμισε. Τα δεδομένα που διαθέτει η Ενάγουσα δεν έχουν πρόσθετη αποδεικτική αξία, επειδή αναφέρονται σε πόρισμα. Το Δικαστήριο δεν βασίζεται σε γνώμες άλλων, που δεν χρειάζεται, για να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση τα ενώπιον του γεγονότα. Το πόρισμα αυτό, στον βαθμό που συνιστά γνώμη από κάποιον νομικό, που δεν χρειάζεται για την επίλυση της διαφοράς, δεν είναι αποδεκτό ως μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ως προς τις δηλώσεις γεγονότων που περιέχονται σε αυτό, είναι εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού[6]. Το ότι δεν εξηγήθηκε γιατί δεν προσκομίστηκε καλύτερη μαρτυρία στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα για τέτοια γεγονότα, λόγου χάριν από τους αρχικά δηλούντες, έπεται του ότι τα γεγονότα που μεταφέρονται μέσω δηλώσεων άλλων προσώπων στον ερευνώντα λειτουργό δεν μπορούν να τεκμηριώσουν με ασφάλεια δικαστικά ευρήματα σε σχέση με τα ζητούμενα αστικής ευθύνης. Ο λόγος που ο ερευνών λειτουργός επικοινώνησε με τις εταιρείες που αναφέρει στο πόρισμά του δεν ήταν γιατί η Ενάγουσα δεν έλαβε ποσά που αυτές κατέβαλαν στον Εναγόμενο για αγορά εισιτηρίων, και που καταχράστηκε ο Εναγόμενος εις βάρος της. Η Ενάγουσα έλαβε τα ποσά που κατέβαλαν οι εταιρείες αυτές και εξέδωσε αποδείξεις. Οι εκπρόσωποι των εταιρειών είχαν αναφέρει όσα κατέγραψαν σε απαντητικές επιστολές τους προς τον ερευνώντα λειτουργό, απαντώντας σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Για παράδειγμα, η εταιρεία S.Y. Stage Ltd δεν αναφέρει στην επιστολή της ημερομηνίας 08.12.2014, που παρατίθεται στο πόρισμα, ότι πλήρωσε €500,00 στον Εναγόμενο συμφωνώντας να λάβει εισιτήρια αντίστοιχης αξίας. Απαντώντας σε ερώτημα του ερευνώνοντος λειτουργού κατά πόσον έλαβε το αντίτιμο του ποσού που κατέβαλε σε εισιτήρια (που της υποβλήθηκε για άγνωστο λόγο), απάντησε «όχι, δεν έλαβα το αντίτιμο σε εισιτήρια». Αυτή ή οι άλλες απαντήσεις της S.Y. Stage Ltd, όπως και των υπόλοιπων εταιρειών στις δικές τους απαντητικές επιστολές, ουδόλως ερμηνεύονται, αντικειμενικά, πως ο Εναγόμενος πώλησε εισιτήρια στις εταιρείες αυτές, ή ότι η Ενάγουσα εξέδωσε εισιτήρια αντίστοιχων αξιών των χορηγιών, που παρέδωσε στον Εναγόμενο, προοριζόμενα για τις εταιρείες αυτές, αλλά που ο Εναγόμενος τα κράτησε και δεν τους τα έδωσε, και δη με τρόπο που εννόμως να ενδιαφέρει την Ενάγουσα, ή και τα διέθεσε αλλού ή «κατά το δοκούν». Δεν ερμηνεύεται επίσης ως να έχουν κάποιο παράπονο οι εταιρείες αυτές επειδή έδωσαν χορηγίες και δεν έλαβαν αντίστοιχο αριθμό εισιτηρίων. Ερωτήθηκαν, μάλιστα, από τον ερευνώντα λειτουργό εταιρείες που είχαν προσφέρει χορηγίες στην Ενάγουσα και για το έτος 2013, όπου υποτίθεται δεν υπήρχε «οφειλή» του Εναγόμενου. Από τις επιστολές που στάλθηκαν εκ μέρους των εταιρειών, αυτό που συνάγεται είναι πως αυτές συμφώνησαν και έκαναν ηθελημένα χορηγίες προς την Ενάγουσα, δια του Εναγόμενου, χωρίς να αναμένουν ότι θα δίδονταν αντίστοιχης αξίας αριθμός εισιτηρίων, ως αντάλλαγμα. Εάν, ως μέρος της χορηγίας, θα προσφέρονταν από την Ενάγουσα, δια του Εναγόμενου ή άλλως πώς, ανταλλάγματα, όπως μικρός ή ισάξιος αριθμός εισιτηρίων ή αναφορά κατά την παράσταση στα ονόματα των εταιρειών ως χορηγών, ή άλλα, είναι διάφορο θέμα, για το οποίο η Ενάγουσα δεν εξήγησε στο Δικαστήριο τα προσφερόμενα από αυτήν πακέτα χορηγιών· που πάντως δέχθηκε. Ευλόγως, το πακέτο της χορηγίας των €5.000,00 δεν θα είχε ίδια αντιμετώπιση με το πακέτο της χορηγίας των €500,
- Τα ποσά που οι εταιρείες αυτές κατέβαλαν στην Ενάγουσα, δια του Εναγόμενου ή απευθείας, δεν ήταν για να «μειώσουν οφειλή» του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα. Δεν ήταν πληρωμές προς την Ενάγουσα προς όφελος τρίτου, του Εναγόμενου, ως οφειλέτη της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα έλαβε χορηγίες από τα πρόσωπα αυτά, κάνοντας ενδεχομένως χρήση γνωριμιών του Εναγόμενου από άλλες συγκυρίες, που είχαν ή δεν είχαν προϋποθέσεις συναρτώμενες με την ευρύτερη συνεργασία τους. Χρήματα που πράγματι ο Εναγόμενος απέδωσε στην Ενάγουσα, όπως και η ίδια η Ενάγουσα δέχεται. Αυτό φαίνεται, μεταξύ άλλων, και από το INV0585, που περιλαμβάνεται στο πόρισμα, και περιγράφει το ποσό των €5.000,00 της μίας εκ των εταιρειών ως «Sponsorship for the Opera 2014» και προστίθεται χειρόγραφα «+2013». Στο πόρισμα δεν περιέχονται πληροφορίες για άλλες πληρωμές προς την Ενάγουσα που δεν της αποδόθηκαν. Παρά ταύτα, το να καταλήγει το πόρισμα ότι οι εταιρείες κατέβαλλαν αντίτιμο εισιτηρίων και δεν λάμβαναν τα αντίστοιχα εισιτήρια και πως ο Εναγόμενος τα διέθετε «κατά το δοκούν», με σεβασμό να λεχθεί, δεν προκύπτει ως εύλογη διαπίστωση από τα γεγονότα και τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ο ερευνών λειτουργός. Δεν είναι αμελητέο που ο ερευνών λειτουργός, ενώ ερευνούσε τη διαχείριση των εισιτηρίων της όπερας, απηύθυνε σε ήδη γνωστούς χορηγούς της Ενάγουσας ερωτήσεις σχετικά με τα έργα που εκτέλεσαν με εντολέα τον Δήμο Πάφου ή το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου και παρεμφερείς ερωτήσεις. Η ενέργεια αυτή δείχνει πως η έρευνα κινήθηκε με αφορμή μεν τη διαχείριση των εισιτηρίων της Ενάγουσας ή σε τέτοιο πλαίσιο, με καθοδήγηση, εν πολλοίς, από αδιευκρίνιστες υποψίες εναντίον του Εναγόμενου, ή και σε σχέση με τη συσχέτισή του με τις εταιρείες αυτές, που εξέτρεψαν και το αντικείμενο της έρευνας. Μιας έρευνας, παραδόξως, όχι επί αναμενόμενων εσόδων της Ενάγουσας που δεν της καταβλήθηκαν από συγκεκριμένα εκδομένα εισιτήρια που παρέδωσε στον Εναγόμενο, αλλά επί εσόδων που πράγματι έλαβε η Ενάγουσα, δια του Εναγόμενου. Η απαρχή της αναζήτησης, όμως, για να πορευθεί η υπόθεση σε αστική ευθύνη έναντι της Ενάγουσας, είναι η σχέση του Εναγόμενου με την Ενάγουσα (νόμιμη ή συμβατική ή οιονεί συμβατική), ή κάποια αδικοπραξία του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας. Τυχόν συμβατικές παραβάσεις ή αδικοπραξίες εναντίον τρίτων προσώπων, δεν απασχολούν την απαίτηση της Ενάγουσας, η οποία δεν θέτει την υπόθεσή της στη βάση του ότι ο Εναγόμενος, ενεργώντας ως εκπρόσωπός της, διέθεσε εισιτήρια κατά παράβαση όρων διάθεσης και εκπροσώπησης, προκαλώντας της ζημιά (π.χ. οι εταιρείες αυτές να διεκδίκησαν από την Ενάγουσα πίσω χρήματα επειδή δεν έλαβαν εισιτήρια ή η Ενάγουσα να εκτέθηκε ή άλλως πώς να επηρεάστηκε δυσμενώς). Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι η Ενάγουσα ζημιώθηκε επειδή ο Εναγόμενος μπορεί να μην διέθεσε στις εταιρείες από τις οποίες εξασφάλισε χορηγίες ισάξιο αριθμό εισιτηρίων, όπως είναι η αμφισβητούμενη πάντως θέση της. Ανεξαρτήτως των σκοπών και του τρόπου με τον οποίον διεξήχθη έρευνα και εκπονήθηκε το Τεκμήριο 22, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν συνιστά μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για διάγνωση των επίδικων θεμάτων. Η εκδοχή που ο Εναγόμενος εξέφραζε στους λογιστές της Ενάγουσας με επιστολή του ημερομηνίας 21.03.2012 (Τεκμήριο 23) και με επιστολή του ημερομηνίας 01.11.2012 (Τεκμήριο 24), που προσκόμισε η ΜΕ1, που έχουν ετοιμαστεί από την ΜΕ1 και υπογραφθεί από τον Εναγόμενο σε ανύποπτο χρόνο (σε αντίθεση με τις καταστάσεις λογαριασμού που προσκόμισε η ΜΕ1 που δεν έχουν καν ημερομηνία εκτύπωσης), ήταν ότι τα εισιτήρια που λάμβανε ως Πρόεδρος ήταν για να τα διαθέσει «τιμής ένεκεν» (εννοώντας στο πλαίσιο χορηγιών, δεν θα τα πουλούσε), αλλά, για λογιστικούς σκοπούς, «χρεώνονταν» σε αυτόν· όμως, στον βαθμό που δεν καλύπτονταν από χορηγίες ή άλλα ποσά που θα κατάφερνε να εξασφαλίσει, δεν θα πλήρωνε με δικά του χρήματα, εξ ου και ζήτησε τυχόν υπόλοιπο που φαίνεται να μεταφερθεί στην κατηγορία «τιμής ένεκεν». Αυτή ήταν η θέση που προσπάθησε να εξηγήσει ο Εναγόμενος και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ΜΕ1, που κατά την αντεξέτασή της ανέφερε πως διαφώνησε με την προσπάθεια, που όμως ήταν υπόχρεη να δεχθεί και γι' αυτό συνέταξε τις επιστολές με οδηγίες του Εναγόμενου, δεν προσκόμισε τυχόν απάντηση του λογιστή της Ενάγουσας. Η διαφωνία της ΜΕ1 είναι με τη θέση πως τα εισιτήρια που δίδονταν στον Εναγόμενο ήταν για να διατεθούν «τιμής ένεκεν». Και «τιμής ένεκεν» να μην τα διέθετε, γιατί η αναφορά εμπερικλείει συγκεκριμένο νόημα (εάν η εστίαση είναι στην ανάγκη απόδοσης «τιμής» στον παραλήπτη), κατά την αντεξέτασή της επ' αυτού, ενώ αρχικά ανέφερε πως δεν δίδονταν «δωρεάν» εισιτήρια χωρίς οδηγία του Διοικητικού Συμβουλίου της και εκείνα περιορίζονταν στο Υπουργικό Συμβούλιο, σε προέδρους κομμάτων, σε δημοσιογράφους, στη συνέχεια εμπλούτισε την αναφορά της και σε ταξιθέτριες στις οποίες θα μπορούσαν να δοθούν αντί αμοιβής. Ανέφερε πως υπήρχε κατάλογος που εγκρίνονταν τα εισιτήρια αυτά, δεν μπορούσε ο καθένας να δίνει εισιτήρια «κατά το δοκούν» σε όποιον ήθελε. Όμως ο Εναγόμενος δεν ήταν «ο καθένας», ήταν ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας, το οποίο δεν θα αναμένονταν να συνεδριάζει κάθε μέρα, για να εγκρίνει ένα-προς-ένα τα εισιτήρια. Δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο κάποιος «κατάλογος», ενώ, από το μεγάλο εύρος των αναφορών της ΜΕ1, το κατανοητό ήταν πως η διάθεση των εισιτηρίων γίνονταν και με τρόπους άλλους από την πώληση, και δη εκτεταμένα. Όταν υποβλήθηκε στη μάρτυρα πως τόσο η ίδια όσο και τα μέλη, όταν έκριναν αναγκαίο, έδιδαν δωρεάν εισιτήρια, τα οποία ονόμαζαν «τιμής ένεκεν», για να δηλωθεί απλά πως διατέθηκαν χωρίς αντάλλαγμα, απάντησε πως όταν το δικαιολογούσαν οι περιστάσεις ναι, και με την προϋπόθεση ότι υπήρχε έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο ή από τον Πρόεδρο με δικαιολογία, σύμφωνα με την πολιτική. Δεν κατατέθηκε πλήρως κάποια «πολιτική», και όπως φάνηκε, δεν υπήρχε συγκεκριμένη πολιτική. Πρόσθεσε στην αναφορά της και τη δυνατότητα του Προέδρου να διαθέτει δωρεάν εισιτήρια, αρκεί να ήταν δικαιολογημένη η διάθεση. Δεν εξήγησε βεβαίως γιατί, εφόσον δεν είναι η θέση της πως ο Εναγόμενος κατακράτησε χρήματα από συγκεκριμένα εισιτήρια, αμφισβητεί διαθέσεις εισιτηρίων από τον Εναγόμενο που είχαν γίνει δωρεάν και τις οποίες δεν συγκεκριμενοποιεί, την κρίση του ως προς τη δωρεάν διάθεση. Ο τρόπος εστίασης υποψιών στον Εναγόμενο δεν εξηγείται λογικά με την αξία και τον σκοπό των εισιτηρίων, να θεωρούνται ως μέσο που θα μπορούσε ο Εναγόμενος να ασκήσει δωροδοκία, για να εξυπηρετήσει άλλους σκοπούς. Ταυτόχρονα, και η ΜΕ1 συμφώνησε με τη θέση του ΜΥ1 πως υπήρχαν χρονιές που δεν υπήρχε προσέλευση ή αναμενόμενη προσέλευση του κόσμου στην όπερα, λόγω οικονομικών δυσκολιών, και εκτίμησε την προσπάθεια του Εναγόμενου. Η διαφορά, όπως ανέφερε, ήταν ότι δεν ήξερε η Ενάγουσα πού διέθετε τα εισιτήρια ο Εναγόμενος. Επιβεβαιώνοντας βασικά πως ο τρόπος διαχείρισης των εισιτηρίων από την Ενάγουσα, με ή χωρίς διαχειριστική ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της (όχι περιουσιακή ευθύνη και ατομικά του Εναγόμενου), ήταν ανέλεγκτος. Ό,τι ακριβώς μαρτύρησε με μεγαλύτερη ευθύτητα και χωρίς περιστροφές ο ΜΥ
- Ειδικότερα, σε αυτή τη διαδικασία, η Ενάγουσα παραπονείται ότι εξέδωσε και παρέδωσε στον Εναγόμενο εισιτήρια καθ' όλη τη χρονική περίοδο 2011-2014, πως ο Εναγόμενος κατέβαλε έναντι διάφορα ποσά, και πως οφείλει το ποσό των €24.067,00· δι' αυτής της έκθεσης, αφήνει να νοηθεί και πως ο Εναγόμενος διέθεσε εισιτήρια που του παρέδωσε η Ενάγουσα, εισέπραξε χρήματα, και τα κατακράτησε, ή άλλως πώς (με άγνωστο τρόπο) επωφελήθηκε της ονομαστικής αξίας τους. Η ΜΕ1, αντεξεταζόμενη, αρνήθηκε πως υπάρχει τέτοια θέση ή και δυνατότητα, να γνωρίζει η Ενάγουσα τι έκανε ο Εναγόμενος τα εισιτήρια που κρατούσε. Εάν δεν είναι, όμως, αυτή η θέση, τότε θα έπρεπε να αποδειχθεί από την Ενάγουσα πως, στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, η Ενάγουσα συνήψε βασικά συμφωνία πώλησης των εισιτηρίων στον Εναγόμενο. Ότι δηλαδή η ίδια παρείχε στον Εναγόμενο εισιτήρια συγκεκριμένου αριθμού και αξίας, έναντι ανταλλάγματος ο Εναγόμενος να καταβάλει την ονομαστική αξία τους, αδιάφορα, για την Ενάγουσα, με ποιον τρόπο. Είναι δεδομένο πως ο Εναγόμενος δεν χρειάζονταν τα εισιτήρια για δικούς του σκοπούς και δεν αποτάθηκε στην Ενάγουσα για να τα αγοράσει, αλλά υπήρξε συμφωνία του με την Ενάγουσα ως προς την περαιτέρω διάθεσή τους, ένεκα της ιδιότητας του Εναγόμενου ως ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας. Οι χορηγίες που πληρώθηκαν στην Ενάγουσα από τρίτα πρόσωπα, όπως προαναφέρθηκε, δεν μαρτυρούν αυτές συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου για πώληση εισιτηρίων από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο. Παρόλο που στις περιγραφές των καταχωρίσεων στα Τεκμήρια 7, 12, 16 και 17 αναγράφθηκε «tickets purchased», αυτές οι περιγραφές από την Ενάγουσα δεν επαρκούν για να αποδείξουν ό,τι αμφισβητείται, δηλαδή το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, εάν πρόκειται για συμφωνία αγοράς μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, όπως παρουσιάζει η Ενάγουσα, ή για συμφωνία μεσολάβησης του Εναγόμενου υπό την ιδιότητά του, για υποβοήθηση της διάθεσης των εισιτηρίων της Ενάγουσας, όπως παρουσιάζει ο Εναγόμενος, στο πλαίσιο της οποίας ο Εναγόμενος ενεργούσε ως εκπρόσωπος της Ενάγουσας έναντι τρίτων και χωρίς ατομική ευθύνη. Σημειώνεται πως, όσον αφορά αυτές τις καταστάσεις λογαριασμού, η ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε, ερωτώμενη για τον λόγο ετεροχρονισμένης πίστωσης την 04.10.2012, πως το λογισμικό βρίσκονταν σε τεχνική εξέλιξη, μη πείθοντας για τη λογιστική ορθότητα των καταστάσεων αυτών, που επίσης, την 25.09.2012 έχουν καταχωρισμένη πίστωση €
- Είναι γεγονός που μαρτύρησε και η ΜΕ1 και ο ΜΥ1, πως τα τιμολόγια που φαίνονταν καταχωρισμένα σε αυτές τις καταστάσεις λογαριασμού εκδίδονταν από την Ενάγουσα, ασχέτως των περιγραφών στις καταστάσεις λογαριασμού, στα ονόματα άλλων προσώπων, και όχι στο όνομα του Εναγόμενου. Παρά το ότι εκδίδονταν στα ονόματα άλλων προσώπων, καταχωρίζονταν ως τιμολόγια σε κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου, δίδοντας πίστωση, και «χρέος» του Εναγόμενου. Όπως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού και εξηγούν και τα υπόλοιπα γεγονότα, δεν παραδόθηκε εξ αρχής στον Εναγόμενο συγκεκριμένος αριθμός εισιτηρίων, με συγκεκριμένους αριθμούς, για συγκεκριμένη αξία, τα οποία ο Εναγόμενος ανέλαβε έναντι στην Ενάγουσα να πληρώσει επί πιστώσει. Ό,τι η Ενάγουσα δηλώνει ως κατοχή των εισιτηρίων από τον Εναγόμενο είναι τα εισιτήρια που, κατά τη θέση της, ο Εναγόμενος λάμβανε καθ' όλη τη διάρκεια της κάθε όπερας και κρατούσε, προκειμένου να τα διαθέσει, και που η Ενάγουσα τα «χρέωνε» στον λογαριασμό του ως να είχαν αγοραστεί από τον Εναγόμενο, είτε ο Εναγόμενος θα τα διέθετε δωρεάν είτε ως μέρος χορηγίας είτε με αντάλλαγμα που θα απέδιδε στην Ενάγουσα. Αυτή η συνθήκη δεν εκφράζει πώληση εισιτηρίων στον Εναγόμενο, αλλά περισσότερο μία ανέλεγκτη και χωρίς φραγμούς από την Ενάγουσα πρόσβαση του Εναγόμενου στο σύστημα διάθεσης των εισιτηρίων· όχι κατ' ανάγκη κακόπιστα. Όπως ανέφερε η ΜΕ1, ο Εναγόμενος της ζητούσε εισιτήρια που χρειάζεται για να διαθέσει, και η ΜΕ1 τα έδιδε «χρεώνοντάς» τα στον Εναγόμενο, και όταν πλησίαζε η παράσταση, τότε αναζητούσε αντίτιμο, είτε διατέθηκαν από τον Εναγόμενο είτε όχι. Δεν ήταν σε θέση να επιβάλει η ίδια μια τάξη στα μέλη της Ενάγουσας ως προς τον τρόπο διαχείρισης και διάθεσης των εισιτηρίων. Λογικό, ένεκα και της σύνθεσης της Ενάγουσας, και της στελέχωσής της, όπως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Δεν ήταν σε θέση η ΜΕ1 να αναφέρει ποια ακριβώς εισιτήρια δόθηκαν στον Εναγόμενο, με τι αριθμούς, τι αξίας. Ούτε ποια σαρώθηκαν κατά την είσοδο στις παραστάσεις και άρα χρησιμοποιήθηκαν, παρόλο που δεν απέκλεισε την ύπαρξη της δυνατότητας εντοπισμού τέτοιων πληροφοριών. Η θέση της ότι παραδόθηκαν στον ερευνώντα λειτουργό για τους σκοπούς της έρευνάς του διαψεύδεται από το ίδιο το Τεκμήριο
- Στην πορεία, άλλαξε τη θέση της, λέγοντας απλώς για κατάλογο ή - και ό,τι πάλι δεν επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 22 - ότι ο ερευνών λειτουργός είδε το λογισμικό. Το Δικαστήριο όμως δεν είδε το λογισμικό, ούτε εξηγήθηκε ποιο λογισμικό είναι και πότε και πώς λειτούργησε αυτό το λογισμικό, ώστε να υπάρχουν και ετεροχρονισμένη ή και μηδενική πίστωση. Όταν της τέθηκε ευθέως η θέση πως ουδέποτε εκδόθηκαν στην πραγματικότητα τα τιμολόγια που αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού, εξ ου και δεν προσκομίστηκαν οπουδήποτε, παρόλο που υποτίθεται υπάρχουν σε κάποιο λογισμικό, η αντίδραση της μάρτυρος ήταν να επικαλεστεί παραδοχή του Εναγόμενου ότι οφείλει, ως επιχείρημα. Όταν ερωτήθηκε εάν υπάρχουν πρακτικά των συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου στα οποία να φαίνεται η συζήτηση θεμάτων περί οφειλής του Εναγόμενου, απάντησε με υπεκφυγή ή και αποδίδοντας την έλλειψη ελέγχου στην ύπαρξη εμπιστοσύνης και σε κατ' ιδίαν συζητήσεις. Για τα εισιτήρια που η Ενάγουσα διέθετε στα μέλη της για να προωθήσει τις πωλήσεις, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου, και που δεν πωλούνταν, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να επιστρέφονταν στην Ενάγουσα, για να ακυρώνονταν, και δια της διαδικασίας της ακύρωσης να ήλεγχε η Ενάγουσα τις πωλήσεις ή διαθέσεις που έγιναν ή δεν έγιναν. Τα έσοδα από χορηγίες να μην εμπλέκονται με τα έσοδα από πωλήσεις εισιτηρίων ή άλλα έσοδα. Τα εισιτήρια που δίδονται στο πλαίσιο χορηγιών (δωρεάν ή «τιμής ένεκεν» και πάντως όχι στο πλαίσιο αγοράς από προκαθορισμένα σημεία πώλησης) να διακρίνονται από τα εισιτήρια που πωλούνταν. Τα άτομα που θα προωθούσαν τις πωλήσεις ως «χρεωμένα» συγκεκριμένα εισιτήρια, να αποδίδουν λογαριασμό, ποια πώλησαν (από τα συγκεκριμένα που έλαβαν και θα έπρεπε να γνωρίζει η Ενάγουσα) και τι ποσό εισέπραξαν από αυτά, και ποια επιστρέφουν. Το τελευταίο, σε κάποιο βαθμό, φαίνεται από τα Τεκμήρια 7, 12, 16 και 17 να συνέβαινε, γιατί υπάρχουν πιστώσεις από ακυρώσεις εισιτηρίων αρχικά «χρεωμένων» στον Εναγόμενο. Το ίδιο αντιστρατεύεται την προσέγγιση της Ενάγουσας ότι η «χρέωση» εισιτηρίων στον Εναγόμενο είχε την έννοια της ανάληψης από τον Εναγόμενο υποχρέωσης πληρωμής της ονομαστικής αξίας τους, αδιαφόρως άλλων παραμέτρων. Εάν η σχέση της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο, λογιστικά, λειτουργούσε στη βάση των «χρεώσεων» της αξίας των εισιτηρίων και των «πιστώσεων» της ίδιας από ακυρώσεις εισιτηρίων, και να μην επιστρέφονταν για να ακυρωθούν κάποια εισιτήρια, δεν οδηγεί στο ότι πωλήθηκαν από τον Εναγόμενο (άρα γι' αυτό δεν υπάρχουν και γι' αυτό δεν επιστράφηκαν) και ότι τα χρήματα που εισπράχθηκαν δι' αυτών (εάν υποθετικά εισπράχθηκαν) κατακρατήθηκαν ή και οφείλονται ή και ότι η αξία των εισιτηρίων χρησιμοποιήθηκε από τον Εναγόμενο για «ευχαριστίες» ή για σκοπούς του Εναγόμενου. Η προσδοκία ότι η Ενάγουσα θα είχε έσοδα αντίστοιχα της ονομαστικής αξίας των εισιτηρίων που εξέδωσε, ακόμα κι αν δεν πωλήθηκαν ή αδιάφορα απ' αυτό, με προσωπικό κόστος του μέλους της που ανέλαβε τη διάθεση σε τρίτα πρόσωπα, εν προκειμένω του Εναγόμενου, δεν βασίζεται ούτε σε ξεκάθαρο συμβατικό όρο, αλλά ούτε και στη λογική των πραγμάτων. Δηλαδή, τα μέλη της Ενάγουσας ή άλλα πρόσωπα που ανέλαβαν την προώθηση της πώλησης εισιτηρίων, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου, που ήταν μάλιστα ο Πρόεδρός του Διοικητικού Συμβουλίου της, να πληρώνουν με δικά τους χρήματα την αξία τους, σε κάθε περίπτωση. Μια τέτοια διάσταση, προκαλεί ερωτηματικά που δεν απαντήθηκαν: Ήταν μια συμφωνία που ίσχυε για όλα τα μέλη της Ενάγουσας, να αγοράζουν τα ίδια τα εισιτήρια της κάθε όπερας και εάν καταφέρουν να αποσβέσουν το κόστος τους με χρήματα τρίτων καλώς; Πότε λήφθηκε αυτή η απόφαση; Πού φαίνεται; Η ταύτιση της έκδοσης και παράδοσης στον Εναγόμενο, σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, εισιτηρίων της αξίας που ανέφερε η ΜΕ1, με την υποχρέωση είσπραξης από τον Εναγόμενο ποσού ίδιας αξίας σε κάθε περίπτωση, δεν είναι καταστατική, ούτε βασίζεται κάπου. Μάλιστα, ξενίζει με αναγωγή στην κοινή εμπειρία της πρακτικής διάθεσης από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς εισιτηρίων ή λαχείων ή κουπονιών σε μέλη τους, με προοπτική να τα διαθέσουν περαιτέρω και να εξασφαλίσουν έσοδα στον οργανισμό, έτσι συνδράμοντας στη λειτουργία του. Παρά τα δεδομένα που δίδει ο συνήθης τρόπος λειτουργίας τέτοιων οργανισμών που επιχειρούν έσοδα δια εισιτηρίων ή παρεμφερών τρόπων, στη προκειμένη περίπτωση, ο τρόπος διαχείρισης των εισιτηρίων της Ενάγουσας ήταν συγκεχυμένος και αδιαφανής. Δεν μπορεί να δείξει ποια ακριβώς εισιτήρια λήφθηκαν, εάν λήφθηκαν από τον Εναγόμενο (που αμφισβητεί ότι έλαβε εισιτήρια άλλα από αυτά που διέθεσε στο πλαίσιο χορηγιών), ποια πωλήθηκαν, ποια δόθηκαν δωρεάν από τον Εναγόμενο και γιατί, ποια δεν διατέθηκαν καθόλου και παρέμειναν διαθέσιμα μέχρι το πέρας της κάθε παράστασης, και γιατί. Το ότι πασίδηλα δεν μπορούσε να λειτουργήσει ξεκάθαρα το σύστημα διαχείρισης εισιτηρίων της Ενάγουσας (με λογισμικό σε τεχνική εξέλιξη ή χωρίς τέτοιο λογισμικό), δεν οδηγεί σε ατομική ευθύνη του Εναγόμενου για όσα εισιτήρια εξέδωσε η Ενάγουσα και δεν είχε ενημέρωση. Οδηγεί στο ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς συμφωνία της Ενάγουσας ή σχέση με τον Εναγόμενο, τέτοια που να περιλαμβάνει υποχρέωση του Εναγόμενου να αποδώσει στην Εναγόμενη συγκεκριμένα ποσά που «χρεώθηκαν» στον λογαριασμό του, με τρόπο ώστε να φαίνεται στον «λογαριασμό» χρέος με την ονομαστική αξία των εισιτηρίων. Τα εισιτήρια ενσωματώνουν την άδεια εισόδου και λήψη συγκεκριμένης θέσης στην αναφερόμενη σε αυτά παράσταση και συνοδεύονται από τη συμφωνία με την Ενάγουσα να μην ανακληθούν μέχρι την ολοκλήρωση της παράστασης[7]. Η επίδειξη του εισιτηρίου από τον κάτοχο συνιστά βεβαίωση ότι το αντάλλαγμα για την είσοδο στην παράσταση και την παρακολούθησή της έχει καταβληθεί. Εξ ου και είθισται το κόστος του εισιτηρίου να εξοφλείται με την παράδοσή του στο πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Το εισιτήριο μπορεί να αγοράζει οποιοσδήποτε, είτε από τον διοργανωτή είτε από άλλο πρόσωπο, ιδίως εάν πρόκειται για μη ονομαστική κινητή αξία, αλλά η συμφωνία του διοργανωτή είναι με το πρόσωπο που επιχειρεί την είσοδο στην παράσταση[8]. Επειδή ακριβώς ο Εναγόμενος δεν αγόρασε εισιτήρια από την Ενάγουσα, αλλά τα παρέλαβε για να τα διαθέσει σε πιθανούς θεατές εκ μέρους της Ενάγουσας (agent), δεν της κατέβαλε κάποιο τίμημα για όσα εισιτήρια έλαβε για να διαθέσει περαιτέρω με ή χωρίς αντάλλαγμα. Μετά το πέρας της παράστασης, τα εισιτήρια δεν θα είχαν την φέρουσα σε αυτά ονομαστική αξία που αντιστοιχεί στο δικαίωμα πρόσβασης και παρακολούθησης της συγκεκριμένης παράστασης, αλλά μόνον υλική αξία (χαρτί). Με το να χρεώνει, η Ενάγουσα, τον Εναγόμενο τις ονομαστικές αξίες των εισιτηρίων ως να είχαν πωληθεί σε αυτόν (επειδή απλώς κρατούνταν, κατά τη θέση της, από τον Εναγόμενο με σκοπό τη διάθεση και δεν επιστράφηκαν), και έπειτα να καταλογίζει τις αξίες των χορηγιών που έλαβε έναντι χρέους ονομαστικών αξιών, δημιούργησε ένα χρέος του Εναγόμενου πλασματικό. Αντίστοιχα μια ζημιά δική της θεωρητική. Η Ενάγουσα, με τον τρόπο που κινήθηκε εναντίον του Εναγόμενου, που ο ίδιος αναφέρεται και στα διάφορα έγγραφα με τη θεσμική του ιδιότητα, είναι σαν να ενήγαγε εαυτόν, για τον τρόπο που η ίδια, δια των μελών της, διαχειρίστηκε τα εισιτήρια της όπερας κατά την προπώληση. Ο τρόπος με τον οποίον ο Εναγόμενος θα μπορούσε να επωφεληθεί των εισιτηρίων ατομικά, εις βάρος της Ενάγουσας, ήταν να τα διαθέτει στην ονομαστική τους αξία και να εισπράττει χρήματα που να μην αποδίδει στην Ενάγουσα, ή να τα διαθέτει δωρεάν χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις για χορήγησή τους τιμής ένεκεν ή δωρεάν με το όφελος της αποδιδόμενης τιμής να είναι δικό του (και όχι της Ενάγουσας), ή να αποτρέπει τη διάθεσή τους που θα μπορούσε να γίνει και να υφίσταται απώλεια η Ενάγουσα. Με χρονικό ορίζοντα το πέρας της κάθε παράστασης. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του συγκεκριμένα στοιχεία, που να μαρτυρούν σαφώς οποιαδήποτε από αυτές τις συμπεριφορές, ή γενικότερα στο ότι ο Εναγόμενος εκμεταλλεύθηκε την κάθε παράσταση για να εξασφαλίσει ίδιο όφελος, με μέσο τα εισιτήρια που εξέδιδε η Ενάγουσα ή τις χορηγίες προς αυτήν. Πού διέθετε «τιμής ένεκεν» ή δωρεάν εισιτήρια ο Εναγόμενος που δεν έπρεπε να διαθέσει, μη εκπληρώνοντας τυχόν υποχρεώσεις του έναντι στην Ενάγουσα ως μέλος που συμμετείχε στη διαδικασία διάθεσης. Ποιες ακριβώς ήταν οι υποχρεώσεις; Υπήρχαν τέτοιες συμφωνημένες υποχρεώσεις μελών στο πλαίσιο διάθεσης εισιτηρίων της Ενάγουσας; Πού προβλέπονται; Ποιες είναι; Δεν εξήγησε η Ενάγουσα. Ποιους υποτίθεται ήθελε να ευχαριστήσει ο Εναγόμενος για προσωπικούς λόγους με εισιτήρια; Επειδή ο Εναγόμενος είχε συναλλαγές με κάποιες εταιρείες που στην πορεία μπορεί να ανέδειξαν άλλα προβλήματα, σημαίνει πως και η διάθεση εισιτηρίων σε αυτές για παράσταση, κι ενώ αυτές αναμφίβολα ήταν χορηγοί των διοργανώσεων, ήταν μεμπτή και πρέπει να μπει σε ένα ευρύτερο σκηνικό «μιζών»; Εάν η φιλοφρονητική χορήγηση εισιτηρίου όπερας από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας σε κάποιον καλεσμένο ήταν μεμπτή, γιατί δεν προβλέπεται κάπου ή γιατί δεν αναφέρεται καν ξεκάθαρα από την Ενάγουσα; Η αόριστη και συγκεχυμένη εικατολογία για υπόγειες παρανομίες, που αιωρήθηκε έντονα πάνω από την υπόθεση, περισσότερο επαληθεύει αυτό που ο Εναγόμενος εξέφρασε στο Δικαστήριο μέσα από το σύνολο της δικής του μαρτυρίας, πως πιθανότερα χρησιμοποιείται ως το εξιλαστήριο θύμα, και για την κακή διαχείριση των εισόδων της Ενάγουσας, από την ίδια την Ενάγουσα. Με αφορμή ή και προκατάληψη που σχετίζονται με την καταδίκη του. Εξάλλου, εάν η Ενάγουσα είχε παρατηρήσει πρόβλημα στον τρόπο διαχείρισης των εισιτηρίων το 2011, που αφήνει ονομαστικό χρέος στα μέλη, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου, θα έπρεπε ενδεχομένως το 2012 να προβεί σε κάποια πιο ορθολογιστική διαχείριση ή και μετέπειτα. Το
- Το
- Δεν εξήγησε η ΜΕ1 γιατί η Ενάγουσα για τόσα συνεχή έτη λειτουργούσε με τον ίδιο ακριβώς τόπο όσον αφορά την εμπλοκή του Εναγόμενου στη διαδικασία διάθεσης εισιτηρίων. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία της ΜΕ1, που ήταν διστακτική ή και ανασφαλής σε αρκετά σημεία, με έκδηλη την προσπάθειά της να μην θίξει οποιονδήποτε πλην του Εναγόμενου (ακόμα και το μέλος που εκπροσωπούσε ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα, δηλαδή τον Δήμο Πάφου), να πει πάντως αυτά που πρέπει, ακόμα και αλλάζοντας τις τοποθετήσεις της (με την κατακλείδα της μαρτυρίας της, στο τέλος της αντεξέτασής της[9], να ομιλεί από μόνη της), η μαρτυρία του Εναγόμενου (ΜΥ1) στο Δικαστήριο ήταν καθηλωτικά ειλικρινής, αυθόρμητη, πλήρης. Αντεξετάστηκε περισσότερο με υποβολές, και απάντησε με φυσικότητα, εκφράζοντας πηγαία τις θέσεις του. Δείχνοντας πως δεν υπάρχει και δεν θα υπήρχε δισταγμός να αποκαλυφθούν τυχόν λάθη και να αναληφθεί και ευθύνη γι' αυτά, μάλιστα κάποιες φορές με υπερβάλλουσα ενδοτικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, εάν έγινε προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης όπου ο Εναγόμενος είχε προτείνει την πληρωμή κάποιου ποσού, δεν συνιστά μαρτυρία προς υποστήριξη ότι όντως ο Εναγόμενος αγόρασε εισιτήρια από την Ενάγουσα και ανέλαβε να τα πληρώσει με περιουσία του, και πως οφείλει στην Ενάγουσα την αξία τους. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θα προτιμούσε να πληρώσει, εάν είχε, χρήματα, παρά να βιώσει ακόμα ένα Δικαστήριο του είδους που επιχειρεί να του αποδώσει συμπεριφορά που ενέχει ηθικό στίγμα. Ο ΜΥ1 εξήγησε με σαφήνεια και λογική, με σταθερότητα, πως ο ίδιος, που διατηρούσε τη θέση του Προέδρου από το 2006, αναμείχθηκε στη διάθεση των εισιτηρίων εξ ανάγκης της Ενάγουσας το 2010, λόγω των προβλημάτων της Ενάγουσας στη διάθεση των εισιτηρίων και τα μειωμένα έσοδα, και πώς χρησιμοποίησε τη θέση και τις γνωριμίες του για να εξασφαλίσει χορηγίες, αφήνοντας στη διεύθυνση της Ενάγουσας τον λογιστικό χειρισμό, σε κάθε περίπτωση μη αναμένοντας ότι θα του καταλογίσει και χρέος. Περιέγραψε γλαφυρά την προσπάθειά του να βοηθήσει την Ενάγουσα με τη διάθεση των εισιτηρίων. Εξέθεσε με λεπτομέρεια και τον τρόπο με τον οποίον η Ενάγουσα απαίτησε από τον ίδιον πληρωμή, ενώ ο ίδιος βρίσκονταν σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση, ευάλωτος με όσα είχε βιώσει και απωλέσει, εξηγώντας και γιατί δεν ήταν μέσα σε ό,τι είχε στην προσοχή του τη δεδομένη χρονική στιγμή που η Ενάγουσα έστειλε επιστολές για να διεκδικήσει χρήματα να ασχοληθεί με την Ενάγουσα. Ο λόγος του ΜΥ1, ότι κάποιες φορές, ως ο Πρόεδρος της Ενάγουσας που φιλοξενούσε καλεσμένους από το εξωτερικό ή άλλες προσωπικότητες μπορούσε να διαθέσει κάποια εισιτήρια, προσκαλώντας τους στην παράσταση (που θα ήταν τιμή τους να παρευρίσκονταν), χωρίς να τους ζητήσει και να τα πληρώσουν, δίδει μια διάσταση ενταγμένη σε μια λογική κοινωνική πραγματικότητα. Ο ίδιος, με ευγένεια, δεν ξεστόμισε οποιαδήποτε αρνητική κουβέντα για το έργο της ΜΕ1, μίλησε σε σεβασμό και έγνοια, χαρακτηρίζοντάς το μάλιστα ως σπουδαίο έργο, αλλά εξηγώντας παράλληλα, με πειστικότητα, ότι θα μπορούσε η διεύθυνση να του υποδείξει το ορθό. Δεν θα μπορούσε να ασχολείται ο ίδιος με το λογιστικό κομμάτι της διαχείρισης των εισιτηρίων, αλλά ούτε του δόθηκε οποτεδήποτε να καταλάβει πως έπραττε κάτι λάθος (π.χ. υπέρμετρη χαλαρότητα στη διάθεση των εισιτηρίων που θα μπορούσε να δημιουργήσει λογιστικό πρόβλημα) με τον τρόπο διάθεσης των εισιτηρίων. Όχι ως υπάλληλος της Ενάγουσας που πουλά και εισπράττει και εκδίδει ο ίδιος αποδείξεις, αλλά ως ο Πρόεδρος της, με όλο το θεσμικό βάρος, τον φόρτο εργασίας, και όλη την κοινωνική δράση που επέτρεπε και επέβαλλε η θέση του, και περιορίζονταν, σε σχέση με την Ενάγουσα, στο να εξασφαλίζει χορηγίες ή εισφορές ή να διαθέτει εισιτήρια για την προώθηση της Ενάγουσας και των παραστάσεων της και ευρύτερα της Πάφου σε σημαντικά πρόσωπα, που θα ωφελούσε την Ενάγουσα και τα μέλη της και την πόλη (όχι τον ίδιο) να βρίσκονται ανάμεσα στους θεατές των παραστάσεων. Σε κάθε περίπτωση, να μην πληρώνει από τη δική του ατομική περιουσία έσοδα που θα ανέμενε να έχει η Ενάγουσα από εισιτήρια. Η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν συνεκτική, κατατοπιστική και αληθινή, και είναι αποδεκτή στο σύνολό της. Αντίθετα, το Δικαστήριο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στον λόγο της ΜΕ1 ως σε αξιόπιστη μαρτυρία, για να διαγνώσει σύμβαση πώλησης εισιτηρίων από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο ή παράβαση σύμβασης αντιπροσωπείας ή ζημιά της Ενάγουσας. Με όσα συνομολογούνται και με την αποδεκτή μαρτυρία, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα πώλησε στον Εναγόμενο εισιτήρια και ότι ο Εναγόμενος, βάσει τέτοιας σύμβασης, ανέλαβε να της καταβάλει την ονομαστική αξία τους, κατ' επέκταση ότι της οφείλει το υπόλοιπο αυτής που δεν καλύφθηκε με έσοδα χορηγιών ή άλλα. Δεν αποδείχθηκε και πως ο Εναγόμενος δεν εκπλήρωσε συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας του με την Ενάγουσα ως προς την εκ μέρους της διάθεση των εισιτηρίων, που να απολήγει σε παράβαση κάποιας συμφωνίας μεταξύ τους. Δεν αποδείχθηκε και πως ο Εναγόμενος αποκόμισε συγκεκριμένο όφελος εις βάρος της Ενάγουσας και πως η Ενάγουσα υπέστη συγκεκριμένη ζημιά εξαιτίας κάποιας παραβατικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου στο πλαίσιο διάθεσης των εισιτηρίων. Για όλους τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν. Η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει. Οι δικαστικές διαδικασίες έχουν έξοδα που επωμίζεται η μία ή η άλλη πλευρά, κατά κανόνα, ανάλογα με το αποτέλεσμα. Αυτή η έκβαση δεν μπορεί να αποφευχθεί με δικαστική κρίση, χωρίς βεβαίως οι εμπλεκόμενοι να εμποδίζονται σε οποιαδήποτε άλλη μεταξύ τους συμφωνία. Το αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλει τα έξοδα να επωμιστεί η Ενάγουσα, εφόσον δεν υποδεικνύεται λόγος απόκλισης απ' αυτόν. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ
- [4] Έγγραφο Α, 05.12.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [5] Έγγραφο Β, 13.12.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [6] Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [7] Hurst v Picture Theatres Ltd [1915] 1 KB 1, CA. [8] Said v Butt [1920] 3 KB
- [9] Στενοτυπημένα πρακτικά ημερομηνίας 13.12.2022, σελ. 14, παρ.25-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο