← Κύπρος

REAL CHESTER LUXURY HOMES LTD, Γενική Αίτηση 249/2022, 20/2/2023

REAL CHESTER LUXURY HOMES LTD, Γενική Αίτηση 249/2022, 20/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 249/2022 I-JUSTICE Αναφορικά με τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011 και την αίτηση της REAL CHESTER LUXURY HOMES LTD Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου: Α. Λεωνίδου (κα) και Ν. Λεωνίδα για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτησή της η Αιτήτρια ζητά, με διάφορους τρόπους, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου να διαγράψει ή να παραμερίσει ή να ακυρώσει το εμπράγματο βάρος που δημιουργήθηκε με την κατάθεση σύμβασης πώλησης (ΠΩΕ 1407/2010) επί πέντε ακινήτων στο Νέο Χωριό Πάφου, τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στην αίτηση. Η αίτηση αναφέρεται ευρέως στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, στους διαδικαστικούς κανονισμούς πολιτικής δικονομίας (ΚΠΔ) περιλαμβανομένης της Δ.64 ΚΠΔ, στο Σύνταγμα της Κυπριανής Δημοκρατίας, στη νομολογία, στο κοινοδίκαιο, στην επιείκεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα γεγονότα που μαρτυρούνται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η Αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των πέντε ακινήτων, επί των οποίων ανεγέρθηκε μια ενιαία ανάπτυξη τουριστικού χωριού με την ονομασία Caprice Spa Resort. Πωλήθηκαν αρκετά διαμερίσματα σε διάφορους αγοραστές, ορισμένοι από τους οποίους κατέθεσαν τις συμβάσεις πώλησής τους στο Κτηματολόγιο. Ανάμεσα στους αγοραστές, ήταν και η εταιρεία Rozkan Limited («η Εταιρεία») που την 03.11.2010 κατέθεσε σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 07.09.2010 που έλαβε αριθμό κατάθεσης ΠΩΕ 1407/2010 («το ΠΩΕ»), για το διαμέρισμα 12Ε. Η κατάθεση του ΠΩΕ στο Κτηματολόγιο είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν επιβαρύνσεις επί όλων των ακινήτων προς όφελος της Εταιρείας επειδή μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι. Η Εταιρεία ουδέποτε προώθησε κάποια διαδικασία ή αίτημα, δεν εξόφλησε το τίμημα πώλησης, και την 16.05.2018 διαγράφθηκε από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Επειδή η περιουσία της Εταιρείας περιήλθε στη Δημοκρατία και δεν υπάρχει ενδιαφέρον για συμβατικά δικαιώματα από την κατάθεση του συγκεκριμένου ΠΩΕ, η Αιτήτρια θεωρεί πως θα πρέπει να παύσει να υφίσταται η εν λόγω κατάθεση. Σκοπός του παραλήπτη και διαχειριστή της Αιτήτριας, που εκφράζει με τη μαρτυρία του, είναι να προβεί σε εκ νέου πώληση του ακινήτου, και με τα χρήματα να εξοφλήσει χρέος της Αιτήτριας προς τον πιστωτή που τον διόρισε. Η αίτηση δόθηκε από την Αιτήτρια για επίδοση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο και στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Δικηγόρος της Δημοκρατίας που είχε εμφανιστεί στη διαδικασία δια σημειώματος εμφάνισης ημερομηνίας 07.10.2022 για το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου είχε ζητήσει αρχικά χρόνο να εξετάσει την αίτηση και να δει εάν θα καταχωριστεί ένσταση, και στη συνέχεια ανέφερε πως δεν θα υπάρξει ένσταση στην έκδοση διατάγματος ή διαταγμάτων που ζητά η Αιτήτρια, αλλά ότι ζητά τα έξοδα της διαδικασίας. Το Δικαστήριο, παρά τη μη ένσταση στην έκδοση κάποιου διατάγματος, ζήτησε από την πλευρά της Αιτήτριας διευκρινίσεις ως προς τη νομική βάση με την οποία το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει το Κτηματολόγιο να ακυρώσει ή να παραμερίσει ή να διαγράψει το ΠΩΕ εφαρμόζοντας τον Νόμο 81(Ι)/2011 στον οποίον αναφέρεται η αίτηση (petition) ή άλλες νομικές της βάσεις. Επίσης, για την υπό τις περιστάσεις καταλληλότητα του ένδικου μέσου και για τον λόγο για τον οποίον ο Αιτήτρια δεν προτιμά να επαναφέρει την Εταιρεία. Ο κύριος Χαραλάμπους εξήγησε την προσέγγιση της Αιτήτριας, διευκρινίζοντας πως, επί του παρόντος, δεν ζητά τον τερματισμό ή την ακύρωση της σύμβασης πώλησης (ασχέτως του δεδηλωμένου σκοπού του τι θα πράξει στην πορεία), αλλά μόνον ακύρωση ή παραμερισμό η διαγραφή της κατάθεσής της στο Κτηματολόγιο που λειτουργεί ως το εμπράγματο βάρος, αναφορικά με το οποίο υπάρχει αυτοτέλεια. Εξήγησε πως δεν χρειάζεται η επαναφορά της Εταιρείας, εφόσον η περιουσία της περιήλθε στη Δημοκρατία, η οποία είναι η Καθ' ης η αίτηση, εμφανίζεται και συμφωνεί στο αποτέλεσμα. Ως προς το ένδικο μέσο της αίτησης, ανέφερε πως, πέραν του ότι δεν μπορεί να επηρεάσει μοιραία η επιλογή αυτού του ένδικου μέσου τη διαδικασία, γιατί υπάρχει επίκληση και της Δ.64 ΚΠΔ με βάση την οποία η Αιτήτρια αιτείται και τυχόν θεραπεία, υπάρχει η δυνατότητα του Δικαστηρίου με βάση τον Νόμο 81(Ι)/2011 να παρέχει τη θεραπεία που ζητείται και με την υπό εξέταση αίτηση, όπως συνάγεται ερμηνευτικά ιδίως από το άρθρο 5 §

  1. Μία εταιρεία μπορεί να διαλυθεί (dissolution) έπειτα από εκκαθάριση ή διαγραφή της από τον Έφορο Εταιρειών (striking-off) (χωρίς εκκαθάριση και ανεξάρτητα από αυτή τη δυνατότητα). Η περιουσία της Εταιρείας που έχει διαλυθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, με την επιφύλαξη τυχόν επαναφοράς της Εταιρείας, περιέρχεται δια νόμου, αυτομάτως, στη Δημοκρατία ως bona vacantia (εκτός εάν η Δημοκρατία αποτρέψει αυτή την έννομη συνέπεια με το να την αποποιηθεί, με σχετική ειδοποίηση αποποίησης) και ανήκει σε αυτήν. Με τον ίδιο τρόπο που περιέχεται στη Δημοκρατία η περιουσία φυσικού ατόμου που αποθνήσκει χωρίς κληρονόμους[1] ή και σε άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για περιουσία χωρίς άλλον ιδιοκτήτη και η λογική αυτών των ρυθμίσεων είναι ότι η περιουσία πρέπει πάντοτε να ανήκει κάπου, να μην είναι «αδέσποτη». Δεν εξαιρείται η ακίνητη περιουσία[2] ή οποιοδήποτε δικαίωμα επί ακίνητης περιουσίας που η Εταιρεία έχει ή που κρατείται από άλλο πρόσωπο προς όφελος της Εταιρείας (on trust) κατά τον χρόνο αμέσως πριν από τη διάλυσή της. Δεν περιέρχεται στη Δημοκρατία η περιουσία που η Εταιρεία κρατεί προς όφελος άλλου προσώπου (on trust). Σχετικά στην εγχώρια εταιρική νομοθεσία είναι τα άρθρα 328 και 329 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  2. Η εξουσία για αποποίηση ή άλλη διαχείριση της περιουσίας, περιλαμβανομένων των περιουσιακών δικαιωμάτων της, είναι στον Γενικό Λογιστή. Ο τίτλος που αποκτά η Δημοκρατία είναι ακυρώσιμος και μπορεί να ακυρωθεί με έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης[3]. Η Δημοκρατία, που αποκτά την εταιρική περιουσία ως bona vacantia, μπορεί να την διαθέσει περαιτέρω, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ή την προοπτική επαναφοράς της Εταιρείας ή εκκαθάρισης της, περίπτωση στην οποία δεν επηρεάζεται αυτή καθαυτή η διάθεση. Η δε προσφορά της περιουσίας αυτής προς πώληση δεν σημαίνει και ενεργή ανάληψη ευθύνης για την περιουσία που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει και την υιοθέτηση των υποχρεώσεων που σχετίζονται με αυτήν[4]. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εταιρεία που κατέστησε δικαιούχος προς εγγραφή του ακινήτου που περιγράφεται στη σύμβαση πώλησης που στο Κτηματολόγιο αδιαμφισβήτητα διαγράφηκε χωρίς εκκαθάριση, και η περιουσία της, όπως η Αιτήτρια υποστηρίζει αλλά και η Δημοκρατία δεν αμφισβητεί, περιήλθε στην Δημοκρατία, εφόσον δεν υπήρξε μέχρι στιγμής αποποίηση. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, περιλαμβανομένου του πωλητηρίου εγγράφου, επίσης, δεν φαίνεται η περιουσία αυτή να είχε αποκτηθεί από την Εταιρεία προς όφελος άλλου προσώπου, ώστε να μην είχε περιέλθει στη Δημοκρατία, ούτε προκύπτει πως υπήρξε διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας οποτεδήποτε πριν από τη σημερινή ημερομηνία, ή διάταγμα επαναφοράς της, η οποία δεν σκοπείται. Η Δημοκρατία, όμως, λόγω της διαγραφής της Εταιρείας, δεν είναι απλώς του εμπράγματου βάρους που επωφελείται. Είναι των συμβατικών δικαιωμάτων της Εταιρείας αναφορικά με το ακίνητο, ως περαιτέρω διασφαλίζονται με την κατάθεση του ΠΩΕ. Είναι και αυτά "assets" που περιέρχονται, μεταξύ άλλων, ως bona vacantia στη Δημοκρατία. Με δεδομένη τη δυνατότητα της Δημοκρατίας (ως θα ήταν η δυνατότητα της Εταιρείας) να αποσύρει από μόνη της την κατάθεση του προαναφερόμενου ΠΩΕ από το Κτηματολόγιο (χωρίς οποιαδήποτε δικαστική παρέμβαση), εάν η ίδια (δια του Γενικού Λογιστηρίου) συμφωνεί με κάποιο αίτημα ή επιθυμία της Αιτήτριας, το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε πως μπορεί να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα ή οποιαδήποτε εξ αυτών ως η αίτηση. Εάν δύο πρόσωπα συμφωνούν κάτι μεταξύ τους, είναι ένα θέμα· εάν συμφωνούν ότι πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να εφαρμοστεί συγκεκριμένη νομοθετημένη δυνατότητα, είναι άλλο θέμα. Το τελευταίο, δεν αναιρεί την υποχρέωση του Δικαστηρίου (που απορρέει από αυτή την αρχή της νομιμότητας και συνιστά εκδήλωσή της) να ελέγξει εάν συντρέχουν τυχόν προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου, του οποίου γίνεται επίκληση και χρήση, ασχέτως της απουσίας ένστασης ή της συμφωνίας. Σε αυτή τη βάση, το Δικαστήριο είχε αναφέρει πως η συμφωνία προσώπων δεν δημιουργεί δικαιοδοσία για οτιδήποτε άλλως πώς δεν μπορεί να την αναλάβει, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχει γενικότερα εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώνει συμβάσεις ή εμπράγματα βάρη προς απονομή της δικαιοσύνης σε συγκεκριμένη ιδιωτική διαφορά, ή και στο πλαίσιο δικαστικού ελέγχου της εγγραφής όπου προβλέπεται και ενεργοποιείται. Σε πλαίσιο αγωγής το Δικαστήριο έχει ευρύτερες εξουσίες, ιδίως εάν η πρόθεση είναι η αποδέσμευση της Αιτήτριας γενικότερα από μια σύμβαση πώλησης (επιστρέφοντας ή όχι τίμημα που έλαβε από την Εταιρεία), για να προχωρήσει διαφορετικά με τη διάθεση του συγκεκριμένου ακινήτου (το οποίο πιθανόν η Δημοκρατία να μην χρειάζεται). Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 4, που συνιστά τη νομική βάση που επικαλείται η Αιτήτρια, το εμπράγματο βάρος (που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης πώλησης) ισχύει μέχρι την ακύρωση ή την απόσυρση της κατάθεσης της σύμβασης με την οποία δημιουργείται ή μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας κατάθεσης έφεσης εναντίον δικαστικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η διαγραφή της κατάθεσης και σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση. Η αναφορά του άρθρου αυτού σε «ακύρωση ή απόσυρση της κατάθεσης» δεν υπονοεί εξουσία του Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης του πωλητή ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου, να διατάσσει ακύρωση ή απόσυρση της κατάθεσης στην οποία προβαίνει ο αγοραστής και αποδέχεται το Κτηματολόγιο βάσει του άρθρου
  3. Την απόσυρση μπορεί να κάνει και ο ίδιος ο αγοραστής, ή την ακύρωση μπορεί να διενεργήσει το Κτηματολόγιο κατόπιν αίτησης, εάν υποδειχθεί σε αυτό πως δεν πληρείται ή έπαυσε να πληρείται κάποια προϋπόθεση του άρθρου 3 (π.χ. εάν η σύμβαση πώλησης ακυρώθηκε, οπότε έπεται ότι θα πρέπει να ακυρωθεί και η κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο). Η δε αναφορά σε ισχύ του εμπράγματου βάρους μέχρι την έφεση ή εκδίκαση έφεσης κατά απόφασης του Δικαστηρίου για διαγραφή της κατάθεσης, δεν δίδει δικονομική βάση για διαγραφή της κατάθεσης. Ο ίδιος ο νόμος, με σειρά διατάξεων, προβλέπει ως κατάλληλο ένδικο μέσο την αγωγή για ό,τι έχει να κάνει με την ειδική εκτέλεση σύμβασης πώλησης. Παρέμβαση του Δικαστηρίου κατόπιν αίτησης προβλέπεται για σκοπούς οδηγιών προς το Κτηματολόγιο σε σχέση με την εγγραφή βάσει διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, ή για να επεκτείνεται ο χρόνος κατάθεσης ή καταχώρισης αγωγής. Μπορεί με βάση το άρθρο 11 § 1 ο εκχωρητής εξασφάλισης να ζητά διαγραφή της κατάθεσης σύμβασης εκχώρησης εξασφάλισης, εάν συντρέχουν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις του. Συνάγεται πως εάν ο νομοθέτης ήθελε να προβλέψει και διαδικασία διαγραφής της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης, θα το έπραττε, όπως έπραξε και στην περίπτωση του άρθρου 11 §
  4. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει τον Νόμο 81(Ι)/2011, με σκοπό όχι να εκτελεστεί σύμβαση πώλησης προς προστασία του αγοραστή (κατεύθυνση προς την οποία λειτουργεί), αλλά για να επιτρέψει στον πωλητή να μην εκτελέσει υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Όπου η απόσυρση ή η ακύρωση της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης δεν γίνεται εκούσια, η παρέμβαση του Δικαστηρίου για τη διαγραφή της κατάθεσης σύμβασης πώλησης αναγκαστικά ενέχει, προϋποθέτοντας, προσδιορισμό δικαιωμάτων μεταξύ των συμβαλλομένων ή των διαδόχων τους, επί της ουσίας. Η Δ.64,κ.3 ΚΠΔ δίδει δυνατότητα θεραπείας σε περίπτωση διαφορετικού εναρκτήριου ένδικου μέσου από αυτό που προβλέπουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί, όταν υπάρχει δυνατότητα αντιμετώπισης της απόκλισης από τους διαδικαστικούς κανονισμούς ως απλής θεραπεύσιμης παρατυπίας, που μπορεί να διορθωθεί με ανάλογες οδηγίες. Η αίτηση που καταχώρισε η Αιτήτρια δεν είναι εναρκτήρια αίτηση με βάση τη Δ.55 ΚΠΔ (declarations on originating summons) που σκοπό έχει τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ζητήματος σχετικά με το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου ή τη διακήρυξη δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων («the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested»). Η Δ.55 ΚΠΔ δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, ούτε η αίτηση υποβλήθηκε inter partes, μεταξύ της Αιτήτριας και της Δημοκρατίας (ασχέτως εάν επιδόθηκε σε κάποια τμήματα, και το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου εμφανίζεται δια της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ως Καθ' ου η αίτηση). Η Αιτήτρια δεν ακολουθεί οποιονδήποτε εκ των Τύπων 50 ή
  5. Οι διαδικαστικοί κανονισμοί προβλέπουν και έναρξη άλλων διαδικασιών με αιτήσεις που δεν είναι της φύσης της Δ.55 ΚΠΔ (π.χ. Δ.53,κ.1 ΚΠΔ με βάση τον Τύπο 48 που επίσης είναι διαδικασία αναφοράς σε νόμο, ή στη Δ.54,κ.2 ΚΠΔ με βάση τον Τύπο 49, κ.λπ.), οπότε, με πιο φιλελεύθερη προσέγγιση, θα μπορούσε να λεχθεί πως η έναρξη μιας διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν είναι κατ' ανάγκη περιορισμένη σε συγκεκριμένες αιτήσεις τύπου Δ.55 ΚΠΔ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι πιο ξεκάθαρη η μη συμμόρφωση με τους ΚΠΔ και η δυνατότητα άρσης κάποιας παρατυπίας (π.χ. χρήση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αντί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος[5]). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι, αλλά το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια δικαστική διαδικασία και συγκεκριμένα πρόσωπα που εμφανίστηκαν και συμφωνούν μεταξύ τους ένα αποτέλεσμα, που κατά τα λοιπά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ της Αιτήτριας και του αρμόδιου τμήματος της Δημοκρατίας. Είναι μια διαδικασία που άρχισε λανθασμένα. Δεν υποδείχθηκε πως το αρμόδιο τμήμα της Δημοκρατίας που μπορεί να συνάψει μια τέτοια συμφωνία (παραχώρησης περιουσιακού στοιχείου της Δημοκρατίας) είναι το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Το ίδιο αποτέλεσμα που συμφωνούν τα πρόσωπα που εμφανίστηκαν δεν μπορεί να συνιστά έκβαση της εφαρμογής από το Δικαστήριο του Νόμου 81(Ι)/2011 με την αίτηση που καταχωρίστηκε ή και ως ζητείται. Η Δ.64 ΚΠΔ παρατέθηκε στη νομική βάση της αίτησης και η Αιτήτρια αιτήθηκε προφορικά τη διάσωση της διαδικασίας, κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης. Δεν υπήρξε ένσταση στο να γίνουν προσαρμογές, για να μπορεί να δοθεί η θεραπεία που χρειάζεται η Αιτήτρια, για την επίλυση του ζητήματος. Δεν επηρεάζεται οποιοσδήποτε, εάν γίνουν. Το αναμενόμενο βεβαίως θα ήταν, εάν η Δημοκρατία συμφωνεί να αποσύρει το ΠΩΕ του οποίου επωφελείται, απλώς να το πράξει, χωρίς δικαστική διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο κάποιας αγωγής, δεν αποκλείεται τυχόν συμφωνία των εκεί διαδίκων για τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την ισχύ ή εκτέλεση ή κατάθεση της σύμβασης πώλησης που συμβλήθηκε η διαγραφείσα Εταιρεία να καταλήξει σε έκδοση εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης, εάν υπάρχει ανάγκη η συμφωνία των δύο πλευρών να περιβληθεί με δικαστική απόφαση. Υπό το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, μπορεί να διασωθεί η διαδικασία, αν και οι ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν για τη διάσωσή της, δεν διαφέρουν ουσιωδώς από το αποτέλεσμα της απόρριψης της αίτησης και της άφεσης στην επιλογή της Αιτήτριας, εάν επιθυμεί να καταχωρίσει ή όχι αγωγή. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου αίρεται οποιαδήποτε παρατυπία σε σχέση με την αίτηση, και η διαδικασία αυτή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου θεωρείται πως έχει αρχίσει με Κλητήριο Ένταλμα αγωγής. Νοουμένου ότι η Αιτήτρια/Ενάγουσα θα προωθήσει αυτή τη διαδικασία, δίδονται οδηγίες: εντός 20 ημερών από σήμερα, να προχωρήσει με διαδικασία έκδοσης (οποιουδήποτε) τύπου Κλητηρίου Εντάλματος στο οποίο να δοθεί αριθμός αγωγής από το Πρωτοκολλητείο, με τυχόν καταβολή πρόσθετων τελών εάν χρειάζεται. Η Κυπριακή Δημοκρατία, στην οποία έχει περιέλθει η επίδικη περιουσία της Εταιρείας, να προστεθεί ως διάδικος σε θέση Εναγόμενης. Η αγωγή να επιδοθεί στην Εναγόμενη και ξεχωριστά στο Γενικό Λογιστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Να ακολουθήσουν οι θεσμοί. Όσον αφορά τα έξοδα αυτής της αίτησης στην οποία δεν υποβλήθηκε κάποια ένσταση, παρά τον χρόνο που ζητήθηκε, και απλώς εμφανίστηκε το Επαρχιακό Κτηματολόγιο επειδή του επιδόθηκε η αίτηση, δεν θεωρώ πως θα πρέπει να επιδικαστούν προς όφελος οποιουδήποτε, ως να ήταν ο επιτυχών διάδικος. Ο καθένας να επωμιστεί τα δικά του έξοδα. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 47 περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος Κεφ.
  6. [2] βλ. και άρθρο 3 § 6 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.
  7. [3] Russian and English Bank and Florence Montefiore Guedalla v Baring Bros & Co Ltd [1936] AC 405 at 426-427, Lord Atkin. Βλ. και Re Azoff-Don Commercial Bank [1954] Ch 315, και Re Banque des Marchands de Moscou (Koupetschesky) [1958] Ch
  8. [4] Toff v McDowell

(1993)69 P & CR 535, 25 HLR 650. [5] Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.