Y. NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD ν. K. ΜΙΤΣΙΓΓΑΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή αρ. 1099/2019, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1099/2019 Y. NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD Ενάγουσα v. K. ΜΙΤΣΙΓΓΑΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Χρ. Χατζηλοΐζου για Χρήστος Χατζηλοΐζου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: Γ. Χ. Σιαηλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει ποσό €890,00 ως συμφωνημένη ή εύλογη αμοιβή της, για την εκτέλεση εργασιών σε όχημα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης (€273,00 εξαρτήματα και €617,00 εργατικά), για το οποίο η Ενάγουσα, την 15.02.2019, εξέδωσε τιμολόγιο ΦΠΑ. Παρόλο που η Εναγόμενη οχλήθηκε, αρνήθηκε να πληρώσει την οφειλή. Η Εναγόμενη, που παραδέχεται πως είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος, που είναι ένα φορτηγό, δεν αποδέχεται την αξίωση της Ενάγουσας γιατί, όπως λέει, δεν έδωσε οδηγίες για εργασίες επί αυτού. Το όχημα χειρίζονταν ο αδελφός του διευθυντή της Εναγόμενης, που έπραξε αυτοβούλως και, κατά τη θέση της, δεν την δεσμεύει, η δε Εναγόμενη δεν γνώριζε πως έχει πρόβλημα το όχημα, ούτε μίλησε με οποιονδήποτε από την Ενάγουσα, παρά μόνον όταν έλαβε το τιμολόγιο, ο δε διευθυντής της Εναγόμενης ήρθε σε ρήξη με τον αδελφό του για τον λόγο αυτό. Η Ενάγουσα, με απαντητικό δικόγραφο, εμμένει στη δική της εκδοχή. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν και με ποιον συνάφθηκε η συμφωνία επισκευής του οχήματος, κι εάν η Εναγόμενη δεσμεύεται να καταβάλει το κόστος επισκευής βάσει της σύμβασης. Διαδικασία Για την επίλυση της διαφοράς αυτής, οι διάδικοι και οι δικηγόροι τους επέλεξαν να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία. Η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε με ταχεία διαδικασία που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Ιωάννη Νικολαΐδη (ΜΕ1). Μαρτυρία προσκομίστηκε για την Εναγόμενη από τους Αντώνη Μίτσιγγα (ΜΥ1) και Κυριάκο Μίτσιγγα (ΜΥ2). Δεν εισήχθη προφορική μαρτυρία. Η μαρτυρία είναι στο σύνολό της στον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με κείμενες αγορεύσεις, στις οποίες εξέθεσαν την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Επίσης, βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή αυτούσια ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Ο ΜΕ1, διευθυντής της Ενάγουσας, αναφέρει όσα και στο δικόγραφό του. Λέει περαιτέρω πως είναι ο ΜΥ2, διευθυντής της Εναγόμενης, που έδωσε οδηγίες στον ΜΕ1 για την επισκευή του οχήματος· ο οποίος, μάλιστα, είχε επισκεφθεί το γκαράζ και επιθεωρήσει τις εργασίες. Απλώς, το τιμολόγιο που εκδόθηκε, και προσκομίζει (Τεκμήριο 1), παρέλαβε και υπέγραψε ο ΜΥ
- Ουδέποτε η Εναγόμενη διαμαρτυρήθηκε για την έκδοση του τιμολογίου στο όνομά της, και η θέση της Ενάγουσας βασικά είναι πως η Εναγόμενη προσπαθεί να αποφύγει την υποχρέωση της πληρωμής, ενώ, ως γεγονός, επωφελήθηκε των εργασιών της Ενάγουσας στο όχημά της. Ο ΜΥ1 δέχεται πως το όχημα ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας και πως απλώς ο ίδιος ήταν ο οδηγός ή κάτοχος. Ενώ το οδηγούσε, παρουσίασε πρόβλημα σε μια βαλβίδα, και έχανε αέρα. Όντως, το πήρε στο συνεργείο της Ενάγουσας για να το φτιάξει, χωρίς να ρωτήσει οποιονδήποτε, με δική του πρωτοβουλία. Μετά από 2-3 ημέρες, ο ΜΕ1 του τηλεφώνησε και του είπε ότι είναι έτοιμο το όχημα και πήγε και το παρέλαβε, μαζί με το τιμολόγιο. Το γεγονός αυτό, όπως λέει, ήταν αφορμή για να έρθει σε ρήξη με τον αδελφό του. Ο ΜΥ2, διευθυντής της Εναγόμενης, στην ίδια γραμμή με τα λεγόμενα του ΜΥ1, αναφέρει πως το όχημα της εταιρείας χειρίζονταν ο ΜΥ2, που δεν είναι αξιωματούχος της εταιρείας, που έπραξε αυτοβούλως, με αποτέλεσμα τη ρήξη μεταξύ των αδελφών. Εμμένει ότι δεν υπήρξε συμφωνία με την Ενάγουσα και ότι δεν θα πρέπει να πληρώσει η εταιρεία το τιμολόγιο. Συναφώς αναφέρεται πως, σύμφωνα και με το Μέρος XIII του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, "αντιπρόσωπος" είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται "αντιπροσωπευόμενος". Η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή. Η πληρεξουσιότητα θεωρείται ρητή, όταν αυτή παρέχεται προφορικά ή γραπτά, και θεωρείται σιωπηρή όταν συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης· οτιδήποτε το οποίο έχει λεχθεί ή γραφτεί ή η συνήθης πορεία των συναλλαγών, δύνανται να θεωρηθούν ως περιστατικά της υπόθεσης. Η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου προς τέλεση πράξης περιέχει και πληρεξουσιότητα προς τέλεση κάθε νόμιμου πράγματος που είναι αναγκαίο για την τέλεση της πράξης αυτής. Η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου για άσκηση επιχείρησης περιέχει και πληρεξουσιότητα για τέλεση κάθε νόμιμου πράγματος που είναι αναγκαίο για το σκοπό αυτό ή που συνήθως τελείται κατά τη διεξαγωγή της εν λόγω επιχείρησης. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ο αντιπρόσωπος έχει πληρεξουσιότητα να τελέσει οποιαδήποτε πράξη για να προστατεύσει τον αντιπροσωπευόμενο από ζημιά, την οποία πρόσωπο συνήθους σύνεσης θα τελούσε για τις δικές του υποθέσεις υπό παρόμοιες περιστάσεις. Όταν κάποιο πρόσωπο τελεί πράξεις για λογαριασμό άλλου προσώπου χωρίς τη γνώση ή πληρεξουσιότητα του, το πρόσωπο αυτό δύναται είτε να εγκρίνει είτε να αποκηρύξει την πράξη αυτή· πράξη που εγκρίθηκε επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, ωσάν να ετελείτο δυνάμει πληρεξουσιότητας. Η έγκριση δύναται να είναι ρητή ή να συνάγεται από τη συμπεριφορά του προσώπου για λογαριασμό του οποίου τελέστηκε η πράξη. Η έγκριση δεν δύναται να διενεργηθεί έγκυρα από πρόσωπο που έχει ουσιωδώς ατελή γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Το πρόσωπο που εγκρίνει πράξη που τελέστηκε για λογαριασμό του χωρίς πληρεξουσιότητα, εγκρίνει συγχρόνως και ολόκληρη τη συναλλαγή της οποίας η πράξη αυτή αποτελεί μέρος. Οι συμβάσεις που συνάπτονται με αντιπρόσωπο και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις του αντιπροσώπου είναι εκτελεστές κατά τον ίδιο τρόπο και επιφέρουν τις ίδιες έννομες συνέπειες, ωσάν να συνάπτονταν ή εκτελούνταν από τον ίδιο τον αντιπροσωπευόμενο. Αν ο αντιπρόσωπος ενεργήσει καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε, και όταν το μέρος αυτών που διενεργήθηκαν, το οποίο εμπίπτει εντός της πληρεξουσιότητας, δύναται να διαχωριστεί από το μέρος το οποίο διενεργήθηκε καθ' υπέρβαση, τότε μόνο το μέρος το οποίο εμπίπτει εντός της πληρεξουσιότητας είναι δεσμευτικό καθ' όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του αντιπροσωπευόμενου. Αν ο αντιπρόσωπος ενεργήσει καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε και το μέρος από αυτά που διενεργήθηκαν καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας δεν δύναται να διαχωριστεί από αυτά που διενεργήθηκαν εντός των ορίων αυτής, τότε μόνον ο αντιπροσωπευόμενος δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τη συναλλαγή. Ειδοποίηση που κοινοποιήθηκε στον αντιπρόσωπο ή πληροφορία που λήφθηκε από τον αντιπρόσωπο κατά τη διεξαγωγή εργασιών για τον αντιπροσωπευόμενο, επιφέρει τις ίδιες έννομες συνέπειες, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και τρίτων, ωσάν η ειδοποίηση να είχε κοινοποιηθεί στον αντιπροσωπευόμενο ή η πληροφορία να είχε ληφθεί από αυτόν. Ελλείψει συμβατικού όρου γι αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή. Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή ή όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου ή όταν ο αντιπροσωπευόμενος, παρόλο ότι αποκαλύφτηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί. Αν ο αντιπρόσωπος, χωρίς πληρεξουσιότητα, διενέργησε πράξεις ή ανέλαβε υποχρεώσεις έναντι τρίτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από τις πράξεις ή υποχρεώσεις αυτές, αν προφορικά ή με τη συμπεριφορά του εξώθησε τους τρίτους να πιστεύουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας του αντιπροσώπου. Δεν αμφισβητείται πως, ενώ το επίδικο όχημα είναι της Εναγόμενης εταιρείας, οδηγούσε ο ΜΥ
- Δεν υπάρχει ισχυρισμός πως ο ΜΥ1 οδηγούσε το φορτηγό της εταιρείας για προσωπική του χρήση ή χωρίς την εξουσιοδότηση της Εναγόμενης. Ενώ ο ΜΥ1 οδηγούσε το όχημα της εταιρείας ως εξουσιοδοτημένος οδηγός, το όχημα παρουσίασε πρόβλημα, και ο οδηγός έκρινε ότι θα πρέπει να επισκευαστεί, οπότε και επισκευάστηκε από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 1). Το τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα της Εναγόμενης εταιρείας, προφανώς όχι επειδή η Ενάγουσα το επέλεξε, αλλά γιατί πληροφορήθηκε πως το όχημα ανήκει στην Εναγόμενη. Δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου. Αποφεύγουν, οι ΜΥ1 και ΜΥ2, να αναφέρουν όλη τη ροή των γεγονότων. Όπως, για παράδειγμα, τι έγινε όταν ο ΜΥ1 δεν επέστρεψε το όχημα, την ίδια ημέρα ή την επόμενη ή μεθεπόμενη. Δεν αναζήτησε η Εναγόμενη το φορτηγό όχημα, επειδή έχει πολλά, οπότε και η έλλειψή του, ήταν ανεπαίσθητη, ή υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη στον ΜΥ1; Το να επιφέρει η επισκευή του εταιρικού οχήματος ρήξη μεταξύ αδελφών, χωρίς αμφισβήτηση ως προς το πρόβλημά του, πέραν του ότι δεν αφορά στον τρίτο, την Ενάγουσα, και φαίνεται κάπως υπερβολικό, ιδίως εάν «διαχειρίζονταν» το όχημα ο ΜΥ1, δημιουργεί παράδοξο, σε συνάρτηση με το ότι ο ΜΥ2 δεν εξηγεί και γιατί δεν έπρεπε ή δεν ήθελε η Εναγόμενη να επισκευαστεί το όχημα. Εν πάση περιπτώσει, επισκευάστηκε, κατά την κρίση του εξουσιοδοτημένου οδηγού του, που επιπλέον το «διαχειρίζεται», και δεν αναφέρονται γεγονότα ως προς το ότι η Εναγόμενη δεν επωφελήθηκε της επισκευής. Οι γενικότητες και οι ασάφειες στις μαρτυρίες των ΜΥ1 και ΜΥ2, σε συνάρτηση με την απόκλισή τους από τη λογική των πραγμάτων, δηλούν προσπάθεια υπεκφυγής, ώστε να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη μαρτυρία στο μέρος που έχει να κάνει με τη γνώση της Εναγόμενης (δια του ΜΥ1 και του ΜΥ2) για την βλάβη και την επισκευή. Ότι οδήγησε ο ΜΥ1 το όχημα και το πήρε στο συνεργείο της Ενάγουσας, και ότι το παρέλαβε ο ίδιος μαζί με το τιμολόγιο, συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΕ1, αλλά και με το Τεκμήριο 1, και είναι αποδεκτό εκείνο το μέρος της μαρτυρίας των ΜΥ1 και των ΜΥ
- Αντίστοιχα, ο ΜΕ1 λέει την αλήθεια όταν αναφέρει πως το όχημα επισκευάστηκε ουσιαστικά με οδηγίες της Εναγόμενης, που γνώριζε για την επισκευή, και ότι το τιμολόγιο παρέλαβε απλώς και υπέγραψε ο ΜΥ
- Ότι μετέπειτα η Εναγόμενη δεν αποκήρυξε τη συναλλαγή έναντι στην Ενάγουσα, ως μη εξουσιοδοτημένη συναλλαγή, με οποιονδήποτε τρόπο. Το πρόβλημα που παρουσίασε το φορτηγό όχημα, φύσει όχημα εργασίας, ως είναι και το Τεκμήριο 1 και η μαρτυρία του ΜΥ1, ήταν τέτοιο που δεν υποδηλώνει προσωπική ευθύνη του ΜΥ1 για την πρόκλησή του, κατ' επέκταση για την επισκευή του· τυχόν συμφωνία αναμεταξύ της Εναγόμενης και του ΜΥ1, δεν απασχολεί την Ενάγουσα. Δεν υπάρχει ισχυρισμός πως η Ενάγουσα θα μπορούσε να την εικάσει, ενώ, εάν υπήρχε τέτοια συμφωνία, θα μπορούσε να αποτελούσε τη βάση προσεπίκλησης του ΜΥ1 στη διαδικασία, για συνεισφορά ή κάλυψη ή αποζημίωση. Η στάση αμφότερων των ΜΥ1 και ΜΥ2 ήταν, όμως, πως, ενώ η Ενάγουσα επισκεύασε το εταιρικό όχημα και η Εναγόμενη επωφελήθηκε της επισκευής του, ουδείς πρέπει να πληρώσει το κόστος, με εκμετάλλευση απλώς του γεγονότος πως η Εναγόμενη είναι νομικό πρόσωπο. Όπως προκύπτει από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, η συμφωνία για την επισκευή του οχήματος συνάφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, δια του ΜΥ1, ως φανερού αντιπροσώπου της Εναγόμενης, και για λογαριασμό της Εναγόμενης, ως αντιπροσωπευόμενης· για πράξη (επισκευή έκτακτης βλάβης κατά την οδήγηση) που, κατά λογική ακολουθία, εμπίπτει εντός της πληρεξουσιότητας της οδήγησης του οχήματος. Δηλαδή, ο οδηγός ενός οχήματος που κρίνει ότι το οδηγούμενο από αυτόν όχημα χρειάζεται άμεση επισκευή, για να εξακολουθήσει την οδήγησή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ασκώντας τέτοια κρίση, ενεργεί εκτός της πληρεξουσιότητάς του σε σχέση με την οδήγηση του οχήματος, πόσω μάλλον όταν έχει ευρύτερες εξουσίες «διαχείρισης» του οχήματος, ώστε και να μην το επιστρέφει μία ημέρα στην εταιρεία στην οποία ανήκει, να μην τίθεται ζήτημα. Ακόμα, όμως, κι αν θεωρούνταν εκτός πληρεξουσιότητας η επισκευή έκτακτης βλάβης από τον εξουσιοδοτημένο οδηγό, περιλαμβανομένης της βλάβης στη βαλβίδα ώστε να χάνεται αέρας, με τη συμπεριφορά της, η Εναγόμενη, ενέκρινε σιωπηρά την επισκευή, και δεν την αποκήρυξε με οποιονδήποτε τρόπο έναντι στον τρίτο, δηλαδή την Ενάγουσα, κατά τρόπο που να μην δεσμεύεται στην εκτέλεσή της. Υπό το σύνολο των περιστάσεων δεσμεύεται η Εναγόμενη, ώστε η Ενάγουσα να μπορεί να διεκδικεί την πληρωμή του τιμολογίου από την ίδια. Οι εργασίες επισκευής στο όχημα και ύψος της απαίτησης δεν αμφισβητήθηκαν. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, είχε συμφωνηθεί πως, σε περίπτωση μη πληρωμής του τιμολογίου εντός 30 ημερών από την έκδοσή του (15.02.2019), οφείλεται τόκος προς 9% ετησίως, μέχρι την εξόφλησή του. Δεν προκύπτει λόγος απόκλισης από τον κανόνα, όσον αφορά τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €890,00, πλέον τόκος προς 9% ετησίως από την 16.03.2019 μέχρι εξόφλησης, πλέον για τα έξοδα της αγωγής, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο