B. M. B SITE MANAGEMENT LTD ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ, Αγωγή αρ. 717/2021, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 717/2021 B. M. B SITE MANAGEMENT LTD Ενάγουσα v. ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: ΑΛ Κυπριανού (κα) για Michael Kyprianou & Co LLC Για τον Εναγόμενο: Π. Μαρίνος Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως είναι η εταιρεία διαχείρισης στην οποίαν ανατέθηκε από τη διαχειριστική επιτροπή της κοινόκτητης οικοδομής «New Atlantis» η διαχείρισή της, περιλαμβανομένης της είσπραξης οφειλών. Πρόκειται, όπως λέει, για συγκρότημα μέρος του οποίου είναι και η μεζονέτα 1, ιδιοκτησίας του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό στο όνομα του Εναγόμενου, που για το έτος 2021 παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €911,26, για την περίοδο από την 01.01.2021 μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του
- Η Ενάγουσα, όπως είναι η θέση της, λόγω της μη πληρωμής από τον Εναγόμενο, επέβαλε και «πρόστιμο» €90,00, ενώ αποτάθηκε σε δικηγόρο για την είσπραξη, ο οποίος απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 19.05.2021, με αποτέλεσμα να υποστεί και δικηγορικά έξοδα ύψους €142,
- Ο Εναγόμενος, παρόλο που οχλήθηκε, δεν ανταποκρίνεται στην οφειλή. Αξιώνει αυτά τα ποσά. Ο Εναγόμενος, στην υπεράσπισή του, παρόλο που δεν αρνείται πως η οικοδομή είναι κοινόκτητη, ισχυρίζεται πως δεν έχει εγγραφεί ως κοινόκτητη με βάση τον νόμο. Επίσης, θέτει πως ουδέποτε συστάθηκε διαχειριστική επιτροπή. Ο ίδιος ουδέποτε κλήθηκε σε κάποια γενική συνέλευση, ούτε έτυχε ενημέρωσης, συνεπώς αρνείται και τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας να αξιώνει εναντίον του βάσει κάποιας σύμβασης διαχείρισης. Επίσης, όπως λέει, δεν έχει οποιαδήποτε ωφέλεια από εργασίες συντήρησης, εάν γίνονται, κοινόκτητης οικοδομής. Ο φωτισμός στις βεράντες της οικίας του δεν προέρχεται από τον κοινόχρηστο φωτισμό. Ο μόνος κοινόχρηστος χώρος που χρησιμοποιεί είναι η είσοδος προς τον ιδιόκτητο χώρο στάθμευσής του, που ουδέποτε καθαρίζεται, ούτε υπάρχει φωτισμός. Ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί την πισίνα, που ούτως ή άλλως δεν έχει άδεια λειτουργίας, συνεπώς θεωρεί πως δεν οφείλει οποιαδήποτε κοινόχρηστα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν η μονάδα του Εναγόμενου είναι μέρος κοινόκτητης οικοδομής, εάν η Ενάγουσα νομιμοποιείται να ενάγει για την είσπραξη κοινοχρήστων του συγκροτήματος βάσει κάποιας σύμβασης διαχείρισης με νόμιμα εξελεγμένη διαχειριστική επιτροπή, και εάν ο Εναγόμενος οφείλει οποιαδήποτε κοινόχρηστα τέλη και το ύψος αυτών. Διαδικασία Η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε με ταχεία διαδικασία που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Γιώργο Λαζάρου (ΜΕ1). Μαρτυρία προσκομίστηκε και από τον Εναγόμενο (ΜΥ1). Δεν εισήχθη προφορική μαρτυρία. Η μαρτυρία είναι στο σύνολό της στον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με κείμενες αγορεύσεις, στις οποίες εξέθεσαν την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Επίσης, βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή αυτούσια ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Ύπαρξη κοινόκτητης οικοδομής Σύμφωνα με το άρθρο 38Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, «κοινόκτητη οικοδομή» έχει τη σημασία που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 38Β. Σύμφωνα με το άρθρο 38Β, ανεξάρτητα από όσα διαλαμβάνονται στον νόμο, όταν οικοδομή αποτελείται από 5 τουλάχιστο μονάδες, έστω κι αν αυτή με όλες τις μονάδες της ανήκει κατά κυριότητα σ' έναν κύριο, αποτελεί «κοινόκτητη οικοδομή» και θα εγγράφεται ως κοινόκτητη, σύμφωνα με το άρθρο 38ΛΑ. Νοείται ότι υποστατικό που αποτελείται από δύο μέχρι και τέσσερις μονάδες μπορεί να αποτελέσει κοινόκτητη οικοδομή και να εγγραφεί ως τέτοια, αν οι κύριοι του 50% τουλάχιστο της κοινόκτητης ιδιοκτησίας ή οποιοιδήποτε δύο κύριοι μονάδων υποβάλουν σχετική αίτηση προς το Διευθυντή αιτούμενοι όπως το υποστατικό αυτό αποτελέσει κοινόκτητη οικοδομή και εγγραφεί ως τέτοια. Κάθε μονάδα κοινόκτητης οικοδομής θα ανήκει, θα κατέχεται και θα τυγχάνει κάρπωσης χωριστά ως ιδιωτική ιδιοκτησία και θα εγγράφεται ως τέτοια σύμφωνα με το άρθρο 38ΛΑ. Για κάθε μονάδα, πρέπει να εκδίδεται χωριστό πιστοποιητικό εγγραφής, και καμιά άλλη ακίνητη ιδιοκτησία δεν μπορεί να περιληφθεί στο ίδιο πιστοποιητικό εγγραφής εκτός από το μερίδιο στην κοινόκτητη ιδιοκτησία που αναλογεί στη μονάδα αυτή, όπως καθορίζεται στον νόμο, και την τυχόν περιορισμένη κοινόκτητη ιδιοκτησία που παραχωρήθηκε αποκλειστικά στη μονάδα αυτή, όπως καθορίζεται στον νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΛΑ, καμιά εγγραφή κοινόκτητης οικοδομής μονάδας, κοινόκτητης περιορισμένης κοινόκτητης ιδιοκτησίας και κοινόκτητης ιδιοκτησίας που ανήκει στις μονάδες δεν θα διενεργείται, χωρίς την προσκόμιση όλων των απαιτούμενων εγγράφων και την τήρηση όλων των απαιτήσεων που προβλέπονται από τον νόμο. Η εγγραφή κοινόκτητης οικοδομής στο Κτηματικό Μητρώο διενεργείται κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται από τον κύριο της οικοδομής ή τους κυρίους των μονάδων που την αποτελούν. Σε περίπτωση άρνησης οποιουδήποτε από αυτούς, η αίτηση υποβάλλεται από οποιοδήποτε από τους ιδιοκτήτες. Στην περίπτωση αυτή, ο Διευθυντής έχει εξουσία να προβεί σε έρευνα και να εγγράψει την οικοδομή ως κοινόκτητη οικοδομή, αν ικανοποιείται σχετικά. Για την εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο, ο Διευθυντής θα εγγράφει την κοινόκτητη οικοδομή ως κοινόκτητη οικοδομή και θα εγγράφει κάθε μονάδα και την περιορισμένη κοινόκτητη ιδιοκτησία που παραχωρήθηκε αποκλειστικά σε αυτή και το μερίδιο στην κοινόκτητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτή, όπως καθορίζεται στον νόμο. Εφόσον το άρθρο 38Β που επιβάλλει την υποχρέωση εγγραφής μιας κοινόκτητης οικοδομής στο Κτηματικό Μητρώο ως κοινόκτητης ισχύει ανεξάρτητα από τις λοιπές διατάξεις του νόμου, συνάγεται ερμηνευτικά, έχοντας υπόψη την ερμηνευτική διάταξη αλλά και τη διαδικασία εγγραφής που προβλέπει το άρθρο 38ΛΑ, πως, ακόμα κι αν μία κοινόκτητη οικοδομή δεν έχει εγγραφεί ή δεν έχει εγγραφεί ακόμα ως κοινόκτητη οικοδομή με βάση τον νόμο, δεν παύει να χρειάζεται διαχείριση, και να εφαρμόζονται αναφορικά με αυτήν οι λοιπές διατάξεις του νόμου. Άλλως πως, η αναφορά του νόμου σε ανεξάρτητη εφαρμογή του άρθρου 38Β, έχει την έννοια ότι η μη εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο της οικοδομής ως κοινόκτητης οικοδομής, δεν αποχαρακτηρίζει την κοινόκτητη οικοδομή ως τέτοια. Ακόμα κι αν η κοινόκτητη οικοδομή δεν είναι εγγεγραμμένη (και μπορεί να μην είναι ακόμα εγγεγραμμένη για διάφορους λόγους), δεν είναι εκτός του ρυθμιστικού πλαισίου του νόμου, ως έχει σήμερα. Το γεγονός της μη εγγραφής της μπορεί να επηρεάζει την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων, όπως λόγου χάριν των διατάξεων που προνοούν την εγγραφή της διαχειριστικής επιτροπής. Η μη εγγραφή και της διαχειριστικής επιτροπής, επίσης, δεν εμποδίζει τη λειτουργία μιας διαχειριστικής επιτροπής και τη δυνατότητά της, στο πλαίσιο της διαχείρισης, να εισπράττει οφειλές, και να ενάγει για την είσπραξή τους. Ο ΜΕ1 δεν προσκόμισε μεν οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει την εγγραφή του συγκροτήματος ως κοινόκτητη οικοδομή, ωστόσο η μαρτυρία του είναι πως πρόκειται για συγκρότημα, που συνιστά κοινόκτητη οικοδομή, και μέρος αυτού είναι και η μονάδα του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος, παρόλο που ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει κανονική εγγραφή της οικοδομής ως κοινόκτητης οικοδομής στο Κτηματικό Μητρώο, δέχεται και ο ίδιος πως είναι (μη εγγεγραμμένη) κοινόκτητη, πως υπάρχουν χώροι κοινής χρήσης, και ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί τουλάχιστον τον δρόμο που οδηγεί στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης του. Είναι αποδεκτό το γεγονός πως το συγκρότημα είναι κοινόκτητη οικοδομή, με την έννοια του νόμου. Η νομιμοποίηση της Ενάγουσας Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΒ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224, κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει διαχειριστική επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεών της. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΣΤ, η διαχειριστική επιτροπή ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων και είναι υπεύθυνη για την επιβολή των Κανονισμών, έχει εξουσίες (άρθρο 38ΚΗ), υποχρεώσεις και καθήκοντα (άρθρο 38ΚΖ), και μπορεί μεταξύ άλλων, εκ του νόμου, να ενάγει σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά στην κοινόκτητη ιδιοκτησία ή την εφαρμογή του νόμου, όπως και να συμβάλλεται. Σύμφωνα με τους πρότυπους Κανονισμούς, κάθε μεταγενέστερη της πρώτης γενική συνέλευση των κυρίων των μονάδων συγκαλείται μια φορά τον χρόνο, νοουμένου ότι το χρονικό διάστημα, μεταξύ της ημερομηνίας μιας ετήσιας γενικής συνέλευσης και της αμέσως επόμενης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκατέσσερις μήνες. Για κάθε γενική συνέλευση πρέπει να δίνεται επτά ημερών ειδοποίηση που να καθορίζει τον τόπο, την ημερομηνία και την ώρα της συνέλευσης και, σε περίπτωση ειδικών εργασιών, τη φύση κάθε εργασίας. Τυχαία παράλειψη να δοθεί η ειδοποίηση αυτή σε οποιοδήποτε κύριο ή η μη λήψη της από οποιοδήποτε κύριο δεν καθιστά άκυρη οποιαδήποτε διαδικασία σε τέτοια συνέλευση. Ειδοποίηση που αναρτάται σε περίοπτη θέση στην κοινόκτητη οικοδομή θεωρείται ότι δόθηκε σε κάθε κύριο μονάδας μια ημέρα μετά την ανάρτησή της. Εκτός από τη μελέτη των λογαριασμών και την εκλογή των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής από την ετήσια γενική συνέλευση, κάθε εργασία που διεξάγεται σε τέτοια γενική συνέλευση ή έκτακτη γενική συνέλευση θεωρείται ειδική. Εκτός αν προνοείται διαφορετικά, καμιά εργασία δεν διεξάγεται σε οποιαδήποτε γενική συνέλευση, αν δεν υπάρχει απαρτία των προσώπων που δικαιούνται να ψηφίσουν κατά τον χρόνο που η συνέλευση επιλαμβάνεται της εργασίας. Απαρτία υπάρχει αν παρίστανται, προσωπικά ή με πληρεξούσιο, πρόσωπα στα οποία ανήκει το 50% τουλάχιστον της κοινόκτητης ιδιοκτησίας. Αν δεν υπάρχει απαρτία μισή ώρα μετά την ώρα που ορίστηκε για τη γενική συνέλευση, η συνέλευση αναβάλλεται για την ίδια ημέρα της επόμενης εβδομάδας, στον ίδιο τόπο και χρόνο. Αν και σ' αυτή τη γενική συνέλευση δεν υπάρχει απαρτία μισή ώρα μετά την ώρα που ορίστηκε για τη γενική συνέλευση, τα πρόσωπα που παρευρίσκονται και δικαιούνται να ψηφίσουν αποτελούν απαρτία. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο ΜΕ1, παρόλο που ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ανατέθηκε στην Ενάγουσα η διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής βάσει συμβολαίου, δεν προσκόμισε οτιδήποτε σχετικό που να μαρτυρεί την εκλογή διαχειριστικής επιτροπής και έπειτα την ανάθεση στην Ενάγουσα από τη διαχειριστική επιτροπή να διαχειρίζεται την κοινόκτητη οικοδομή με σύμβαση. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του είτε πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Ενάγουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, είτε πρακτικά συνεδρίας για την εκλογή της διαχειριστικής επιτροπής, είτε οποιαδήποτε σύμβαση. Εφόσον η νομιμοποίηση της Ενάγουσας να ενάγει για την είσπραξη κοινοχρήστων αμφισβητείται, θα έπρεπε να αποδειχθεί, η δε λεκτική αναφορά του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα είναι η εταιρεία διαχείρισης που ανέλαβε την είσπραξη των κοινοχρήστων, δεν επαρκεί, για να καταλήξει το Δικαστήριο σε σχετικό εύρημα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί ούτε σε άλλη μαρτυρία που προσκόμισε ο ΜΕ1, όπως, για παράδειγμα, τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 1), για να συνάγει εξ αυτού τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας να ασκεί διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής. Στο Τεκμήριο 1, δεν περιέχονται λεπτομέρειες που να δείχνουν πληροφορίες σε σχέση με τις μονάδες και την όλη διαχείριση, ακόμα και το όνομα του Εναγόμενου επ' αυτού είναι λανθασμένο. Το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής διεξάγεται με την ταχεία διαδικασία, δηλαδή με έγγραφη διατύπωση της μαρτυρίας, δεν αναιρεί την υποχρέωση προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων, τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναζητεί μαρτυρία που δεν προσκόμισε η Ενάγουσα. Ενόψει του ότι το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε, με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του, ότι η Ενάγουσα (που δεν είναι η διαχειριστική επιτροπή κοινόκτητης οικοδομής, αλλά τρίτο πρόσωπο που ισχυρίζεται πως συμβλήθηκε με τη διαχειριστική επιτροπή τη διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής, περιλαμβανομένης της είσπραξης των κοινοχρήστων) αντλεί δικαίωμα να ενάγει τον Εναγόμενο από κάποια σύμβαση διαχείρισης με τη διαχειριστική επιτροπή, που περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη εργασία διαχείρισης, το αποτέλεσμα για την αγωγή είναι δεδομένο, και δεν έχει να κάνει με κάποια εγγραφή της διαχειριστικής επιτροπής στο Κτηματολόγιο ή γενικότερα με το δικαίωμα της διαχειριστικής επιτροπής να ενάγει[5]. Με την προσέγγιση της Ενάγουσας, οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο θα μπορούσε να αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου χρηματικά ποσά, με απλή αναφορά ότι είναι εταιρεία που διαχειρίζεται την κοινόκτητη οικοδομή. Δεν είναι αυτή συνθήκη που μπορεί να επιτρέψει το Δικαστήριο. Ασχέτως βέβαια αυτού, εάν η μονάδα του Εναγόμενου συνιστά μέρος κοινόκτητης οικοδομής, οφείλει να συνεισφέρει στα κοινά έξοδα για την κοινόκτητη ιδιοκτησία. Δηλαδή, η διαπίστωση ότι η Ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις, δεν έχει αποδείξει επαρκώς τη νομιμοποιητική της βάση, που δεν την αντλεί από τον νόμο αλλά σύμβαση που δεν προσκόμισε, δεν αναιρεί την εκ του νόμου απορρέουσα υποχρέωση του Εναγόμενου, ως ιδιοκτήτη μονάδας σε κοινόκτητη οικοδομή, να συνεισφέρει. Η οφειλή της συγκεκριμένης μονάδας Ειδικότερα, για σκοπούς αναφοράς, σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο ήθελε κριθεί λανθασμένη αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου, να λεχθούν και τα εξής: στην οριζόντια ιδιοκτησία, οι συνιδιοκτήτες έχουν αναγκαστική συγκυριότητα στους χώρους που είναι κοινόχρηστοι. Έτσι, είναι νόμιμη υποχρέωση κάθε κύριου μονάδας σε κοινόκτητη οικοδομή, όπως αδιαμφισβήτητα είναι και η επίδικη οικοδομή, που απορρέει από το άρθρο 38ΙΑ του Κεφ. 224, να συμμετέχει στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται στον Νόμο και τους Κανονισμούς. Η συμμετοχή στα κοινά βάρη εκφράζεται με την καταβολή κοινοχρήστων και άλλων αναλογούντων χρεώσεων που επιβάλλει η διαχειριστική επιτροπή. Εάν δεν το πράττει ο κύριος κάθε μονάδας, εάν δηλαδή δεν ανταποκρίνεται στα κοινά βάρη, θεωρείται παραβάτης του Νόμου, με την παράβασή του να πλήττει συμφέροντα της συνιδιοκτησίας, κατ' επέκταση που συνυφαίνονται με το περιουσιακό δικαίωμα όλων των υπόλοιπων συνιδιοκτητών της κοινόκτητης οικοδομής. Αυτή η νόμιμη υποχρέωση κάθε κύριου μονάδας να συνεισφέρει στα κοινά βάρη, εκτός εάν καθοριστεί διαφορετικά με κάποιον Κανονισμό ή σύμφωνη γνώμη όλων των κυρίων των μονάδων (π.χ. ότι για τα έξοδα συντήρησης του ανελκυστήρα, για παράδειγμα, δεν θα υπάρχει αναλογία στις μονάδες που είναι καταστήματα, κ.λπ.), δεν υπόκειται σε προϋποθέσεις ούτε αίρεται ή περιορίζεται. Η Ενάγουσα, όπως υποστηρίζει ο ΜΕ1, τηρούσε λογαριασμούς για τους ιδιοκτήτες, για τις υπηρεσίες της, και ο λογαριασμός του Εναγόμενου είχε το υπόλοιπο του Τεκμηρίου
- Το Τεκμήριο 1, ωστόσο, συνιστά αντίγραφο καταστάσεων, στις οποίες αναφέρονται ημερομηνίες και ποσά μόνον, και λανθασμένα τα στοιχεία του Εναγόμενου. Τίποτε άλλο. Το Δικαστήριο, με βάση το Τεκμήριο 1, και πάλι, δεν θα μπορούσε να καταλήξει ότι οι αναφορές σε αυτό συνιστούν χρεώσεις κοινοχρήστων εξόδων, σύμφωνα με το ποσοστό συμμετοχής του Εναγόμενου στην κοινόκτητη οικοδομή. Δεν μαρτυρείται οποιοσδήποτε υπολογισμός. Απλώς εκτίθενται ημερομηνίες και ποσά, και στην περιγραφή· για παράδειγμα: «1st quarter 2021 January, February, March» (€289,94») και «2nd quarter 2021 April, May, June» (€289,94) και «3rd quarter 2021 July, August, September» (€331,38). Με αυτά μόνον τα δεδομένα, πώς το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι πρόκειται για χρέωση εξόδων διαχείρισης για την κοινόκτητη οικοδομή και να ελέγξει την ορθότητα με βάση την αναλογία συμμετοχής του Εναγόμενου, που επίσης είναι άγνωστη. Πόσο είναι το εμβαδόν της μονάδας του; Πόσο είναι το ποσοστό συμμετοχής του; Οι δε εγγραφές των ποσών στο έγγραφο που φέρεται ως κατάσταση (Τεκμήριο 1), για τον χρόνο που είναι επίδικος, δεν είναι καν καταχωρισμένες με σειρά (ημερομηνίες πρώτα 22.12.2020, ύστερα 01.04.2021, ύστερα 06.10.2020). Η χρέωση «προστίμου» ("late administration fees 3 x 30"), δεν προβλέπεται οπουδήποτε (ή τουλάχιστον δεν έχει τέτοια πρόνοια το Δικαστήριο ενώπιον του), ούτε εξηγείται με αναφορά σε κάποιον λόγο που να δείχνει αναγκαιότητα της περαιτέρω χρέωσης. Η χρησιμοποίηση της έννοιας «πρόστιμο» παραπέμπει σε τιμωρία και καταχρηστική χρέωση. Το Τεκμήριο 1, ως έχει, δεν είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία για να βασιστεί σε αυτό το Δικαστήριο, και να διαγνώσει την ύπαρξη και το ύψος οφειλής κοινοχρήστων, έχοντας υπόψη και τις γενικότητες στις αναφορές του ΜΕ
- Η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 19.05.2021 (Τεκμήριο 2), στην οποία, επίσης, αναγράφονται λανθασμένα τα στοιχεία του Εναγόμενου και γίνεται χειρόγραφη διόρθωση, δεν προσθέτει αποδεικτικά στο γεγονός ή στο ύψος της οφειλής. Η απαίτηση πληρωμής δεν δημιουργεί μόνη της οφειλή. Χάριν πληρότητας μόνον, αναφέρεται πως, εάν το Δικαστήριο κατέληγε πως η Ενάγουσα είχε αποδείξει επαρκώς και την οφειλή, δεν θα μπορούσε να δεχθεί ισχυρισμούς του Εναγόμενου σε σχέση με την έκταση της ωφέλειας, που αναφέρει. Ελλείψει έγκυρης συμφωνίας για διαχωρισμό στη βάση του κριτηρίου της ωφέλειας, ως δίδει τη δυνατότητα και το άρθρο 38Ι, η οφειλή θα ήταν στο καθορισμένο ποσοστό συμμετοχής της μονάδας του Εναγόμενου στην κοινόκτητη ιδιοκτησία (άρθρο 38Θ), είτε ο Εναγόμενος την χρησιμοποιεί είτε όχι. Με βάση όμως τα προαναφερόμενα, ακόμα κι αν το Δικαστήριο κατέληγε πως η Ενάγουσα νομιμοποιείται να αξιώνει έξοδα διαχείρισης από τον Εναγόμενο, και πάλι, θα κατέληγε πως δεν μπορεί να επιτύχει στην αγωγή της, εφόσον δεν αποδεικνύει με αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία την οφειλή της μονάδας του Εναγόμενου. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, επειδή η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει επιτυχώς την αξίωσή της εναντίον του Εναγόμενου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η αγωγή της δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό απορρίπτεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει, εφόσον δεν υπάρχει λόγος απόκλισης, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Ταλιάνου ν. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex
(2002)1 AAΔ.102 αλλά και την πιο πρόσφατη Μαστρομιχάλη ν. Διαχειριστική Επιτροπή Μεγάρου Γαλαξίας, Πολιτική Έφεση 228/2014, ημερομηνίας 25.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:A25. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο