ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1597/2015, 22/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1597/2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων και
- SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LTD Αρ. Εγγραφής 41469
- Α. Α. Α.Τ.[ ]
- Y.H.D. YOUR HOME DEVELOPERS LTD Αρ. Εγγραφής 152069 Εναγομένων Αίτημα ημερομηνίας 06.03.23 για καταχώρηση αίτησης Ημερομηνία: 22.03.23 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 1 & 2-Αιτητές 1 & 2: κος Ν. Τσιαπαλής Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κος Λ. Χατζηνεοφύτου για G. Hadjineophytou & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα ανέλαβε την παρούσα υπόθεση στα πλαίσια έγκρισης σχεδίου αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης της με την Emporiki Bank-Cyprus Ltd (στο εξής η «Τράπεζα») δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκαν στην πρώτη οι εργασίες, υποχρεώσεις και δικαιώματα της δεύτερης. Η Τράπεζα εμπλέκεται στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, η οποία είναι μία από αυτές που στην πορεία μεταφέρθηκαν στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή στις 09.09.15 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με την οποίαν αξιώνει την επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού σε νόμισμα ελβετικού φράγκου πλέον τόκο και κεφαλαιοποίηση αυτών δύο φορές ετησίως μέχρι εξόφλησης που θεωρεί ότι της οφείλεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από όλους τους Εναγομένους ως χρέος στα πλαίσια σύμβασης δανείου. Επιπλέον διεκδικεί την έκδοση διαταγμάτων που συνδέονται με τη χορήγηση δανείου και τις έγγραφες εξασφαλίσεις που δόθηκαν γι' αυτό. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, χορηγήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 εταιρεία για την αγορά διαμερίσματος στην επαρχία Πάφου δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 20.05.09 από την Εναγόμενη 3 εταιρεία. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ποσό δανείου εκταμιεύτηκε σε σχετικό λογαριασμό στις 10.06.09 και ότι προς εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν ξεχωριστά δυνάμει εγγράφων ημερ. 10.06.09 μέχρι συγκεκριμένου ποσού, ότι υπήρξε συμφωνία ημερ. 10.06.09 εκχώρησης δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο και ότι υπήρξε συμφωνία ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης για ολόκληρη την περιουσία της Εναγομένης 1 μέχρι συγκεκριμένου ποσού. Επειδή, όπως η Ενάγουσα επικαλείται, παρατηρήθηκε συστηματική καθυστέρηση στην αποπληρωμή δόσεων και δεν εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας εις το όνομα της Εναγομένης 1, παρά την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών ημερ. 09.10.13 σε όλους τους Εναγομένους, η Ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου απαιτώντας την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου πλέον τόκο και κεφαλαιοποίηση τόκου δυνάμει σχετικής κατάστασης που διατηρούν, για τα οποία ενημέρωσαν τους Εναγομένους με επιστολή τους ημερ. 18.11.
- Στην υπεράσπιση τους ημερ. 13.03.17 οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνιούνται ότι έχουν συμβατική σχέση με την Τράπεζα (σύμβαση δανείου και σύμβαση εγγύησης αντίστοιχα) και απορρίπτουν τη θέση της τελευταίας ότι της οφείλουν ποσό. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου περιέχει παράνομους και/ή καταχρηστικούς όρους και ότι η Ενάγουσα προέβηκε σε παράλογες, αντισυμβατικές και εσφαλμένες χρεώσεις τόκων και γενικότερα ποσών. Είναι η θέση τους ότι η συμφωνία δανείου έχει διαρρηχθεί και επιρρίπτουν την ευθύνη της παράβασης όρων της στην Ενάγουσα μέσω επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδουν στην Τράπεζα. Επίσης θεωρούν ότι η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη επικαλούμενοι δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις από μέρους της Τράπεζας και κατ' επέκταση της Ενάγουσας, σε σχέση με τις οποίες δικογραφούνται λεπτομέρειες. Παράλληλα προωθούν ανταπαίτηση με την οποίαν επιδιώκουν δήλωση ότι οι όροι της σύμβασης δανείου είναι καταχρηστικοί και αποτέλεσμα επιβολής τους, ότι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου είναι παράνομος, αυθαίρετος και καταχρηστικός, ότι η σύμβαση εγγύησης είναι παράνομη και κατ' επέκταση άκυρη ένεκα δόλου, ψευδών παραστάσεων και πλάνης των πραγμάτων. Περαιτέρω στην ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν εναντίον της Ενάγουσας την επιδίκαση γενικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων. Η Εναγόμενη 3 μέσα από τη δική της έκθεση υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι η συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε είναι άκυρη επειδή το έπραξε στη βάση παραπλανητικής ενημέρωσης που είχε από την Τράπεζα, επειδή το εν λόγω έγγραφο καταρτίστηκε άνευ νόμιμης ή/και οποιασδήποτε απόφασης της Εναγομένης 3 εταιρείας, επειδή καταρτίστηκε καθ' υπέρβαση των σκοπών, προνοιών και εξουσιών του Ιδρυτικού και Καταστατικού Εγγράφου της εταιρείας και επειδή ο διευθυντής της Εναγομένης 3 που υπέγραψε το επίμαχο έγγραφο ενέργησε εκτός και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του. Στην ανταπαίτηση δε που προωθεί η Εναγόμενη 3 αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη και κήρυξης της ως τέτοιας λόγω καταχρηστικών ρητρών, λόγω στοιχείου παρανομίας ως προς τον τρόπο που αυτή συνομολογήθηκε, λόγω του ότι πρόκειται για σύνθετη επενδυτική σύμβαση και λόγω απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων και πλημμελούς άσκησης νομικών καθηκόντων από την Ενάγουσα, σε σχέση με τις οποίες δικογραφούνται λεπτομέρειες. Επιπλέον στην ανταπαίτηση της αξιώνει εναντίον της Ενάγουσας την επιδίκαση αποζημιώσεων. Μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας η υπόθεση ορίστηκε διάφορες φορές για ακρόαση. Ωστόσο λόγω αιτημάτων αναβολής των Εναγομένων που είχαν εγκριθεί, εξαιτίας έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ένεκα της πανδημίας του κορονοϊού που είχε περιορίσει τις δημόσιες εμφανίσεις προσώπων, η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της αγωγής σε σχέση με όλους τους Εναγομένους, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 υπέβαλε εισήγηση που αφορά την πρόθεση του να καταχωρήσει αίτηση με την οποία να ζητεί την εξέταση ενδεχόμενου καταχρηστικού χαρακτήρα όρων στη σύμβαση δανείου που σύμφωνα με τον ίδιο εντάσσεται στην κατηγορία επιχειρηματικής σύμβασης που συνάφθηκε από πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς επίσης να αιτείται την αξίωση θεραπειών οι οποίες σχετίζονται με το θέμα της καταχρηστικότητας. Η εισήγηση του συνηγόρου περιέχει δύο σκέλη. Στην πρώτη πτυχή περιλαμβάνεται η θέση ότι δεν χρειάζεται η άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωριστεί τέτοια αίτηση επειδή, όπως ο κ. Τσιαπαλής είπε, δεν εφαρμόζονται οι περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2022 ημερ. 25.11.22, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί με τον Τροποποιητικό Αρ.1 ημερ. 23.12.22, (στο εξής οι «Δ.Κ.»), αφού δεν πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση αλλά για αίτηση που προβλέπεται από τον ίδιο το Νόμο και συγκεκριμένα από το άρθρο 9
(1)του Ν.62(Ι)/2020, ο οποίος θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2019/C 323/04 ημερ. 27.09.
- Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι αν οι Δ.Κ. θεωρείται ότι περιλαμβάνουν αιτήσεις που ρητά προβλέπονται από τη νομοθεσία, τότε οι εν λόγω Δ.Κ. είναι αντισυνταγματικοί επειδή παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η δεύτερη πτυχή περιλαμβάνει τη θέση ότι ακόμη και αν κριθεί από το Δικαστήριο ότι απαιτείται άδεια αυτή θα πρέπει να δοθεί επειδή τυχόν άρνηση θα προσέκρουε στη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής το «Δ.Ε.Ε.»), με βάση την οποία ο εν λόγω συνήγορος υπέδειξε, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από το Ενωσιακό Δίκαιο προστατεύονται αποτελεσματικά. Με παραπομπή σε νομολογία του Δ.Ε.Ε., ο συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 ανάφερε ότι στο βαθμό που οι δικονομικοί κανόνες των κρατών μελών επηρεάζουν την εφαρμογή των δικαιωμάτων που προβλέπονται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021 (Ν.112(Ι)/2021), σε συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή κατεύθυνση, αναγνωρίζει και καθιερώνει την υποχρέωση του Δικαστηρίου για αυτεπάγγελτο έλεγχο της καταχρηστικότητας ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές που είναι φυσικά πρόσωπα, πράγμα που αποτελεί ρητή υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος κλήθηκε να τοποθετηθεί στο αίτημα του συνηγόρου των Αιτητών 1 και
- Σε σχέση με το πρώτο σκέλος της εισήγησης, είναι η θέση του κ. Χατζηνεοφύτου ότι εφόσον υπάρχει πρόθεση να καταχωριστεί αίτηση στα πλαίσια αγωγής όπου η εκδίκαση της εκκρεμεί, μία τέτοια αίτηση ρυθμίζεται από τη Δ.48 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και θεωρείται ενδιάμεσης μορφής. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο το στοιχείο αυτό την εντάσσει στις πρόνοιες των Δ.Κ. με αποτέλεσμα να απαιτείται η εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο για να μπορέσει η αίτηση να καταχωριστεί. Σχολιάζοντας το δεύτερο μέρος της εισήγησης, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση της επίμαχης αίτησης επειδή: (α) οι Αιτητές αποτάθηκαν καθυστερημένα στο Δικαστήριο τη στιγμή που τα γεγονότα που θα στηρίζουν την αίτηση ήταν γνωστά σ' αυτούς πριν από 30 περίπου μήνες, (β) τα σημεία που θα εγερθούν με την αίτηση αποτελούν επίδικα ζητήματα στην αγωγή και θα επιλυθούν με την τελική εκδίκαση της αγωγής, (γ) η αίτηση θα είχε νόημα να καταχωριστεί σε διαδικασία πριν τον τερματισμό της σύμβασης αφού ο σκοπός των θεραπειών είναι να προστατεύσουν τον καταναλωτή από τη συνέχιση εφαρμογής τυχόν καταχρηστικών ρητρών σε συμβάσεις ώστε αυτός να μην τεθεί σε δυσμενέστερη θέση. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, από τη στιγμή που η επίδικη σύμβαση έχει τερματιστεί πριν από 10 χρόνια, δεν τίθεται θέμα προστασίας του καταναλωτή στο στάδιο αυτό κατ' εφαρμογή των προνοιών του κατ' επίκληση νόμου και ούτε υπάρχει ζήτημα χρησιμότητας των θεραπειών που παρέχονται με τη δυνατότητα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης στην παρούσα περίπτωση, (δ) στην παρούσα περίπτωση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η τυχόν καταχρηστικότητα προνοιών της επίδικης σύμβασης να αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. Έχω ακούσει με προσοχή τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων και έχω μελετήσει ενδελεχώς το περιεχόμενο τους. Εξετάζοντας το πρώτο σκέλος του αιτήματος θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ στο πεδίο εφαρμογής των Δ.Κ. Όπως αναφέρεται στον Κανονισμό 2 οι Δ.Κ. εισήχθηκαν για να καλύψουν εκκρεμούσες υποθέσεις μεταξύ των ετών 2014 μέχρι 2018, στις οποίες δεν έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της ουσίας τους στο χρόνο που αυτοί έχουν δημοσιευτεί. Με γνώμονα ότι οι Δ.Κ. έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 25.11.22, ότι η παρούσα αγωγή είναι τους έτους 2015 και ότι ακόμη δεν έχει αρχίσει η εκδίκαση της ουσίας της, γεγονότα που πηγάζουν μέσα από δημόσια έγγραφα αλλά και από το ιστορικό του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης στον οποίον ανάτρεξα αφού υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938), η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Δ.Κ. Η ανάγκη άμεσης εκδίκασης της ουσίας των εκκρεμούντων υποθέσεων των ετών 2014 μέχρι 2018 που θεωρούνται καθυστερημένες οδήγησε στην εξασφάλιση άδειας προκειμένου να καταχωριστεί οποιαδήποτε αίτηση ενδιάμεσης μορφής. Ο περιορισμός κρίθηκε αναγκαίος ώστε να αποφευχθεί η αχρείαστη και συνάμα καταχρηστική προώθηση ενδιάμεσων διαβημάτων εις βάρος της ακρόασης των επιδίκων θεμάτων της ίδιας της αγωγής. Για καλύτερη αντίληψη της κατάστασης παραθέτω αυτούσια το λεκτικό του Κανονισμού 4, όπως αυτός τροποποιήθηκε στις 23.12.22: ««Για όλες τις υποθέσεις μεταξύ των πιο πάνω ετών για τις οποίες υπάρχει ήδη ορισμένη ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ή που έχουν οριστεί για οποιονδήποτε σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, η καταχώριση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης. Το αίτημα για άδεια τίθεται προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως. Εναπόκειται στο δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα για να δώσει όλες τις πρέπουσες οδηγίες ή/και να αποφασίσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Ερμηνεία των διατάξεων του Κανονισμού 4 καθιστά αντιληπτό ότι η εξέταση προφορικού αιτήματος για χορήγηση άδειας για καταχώριση ενδιάμεσης αίτησης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το κριτήριο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, σε συνάρτηση βέβαια με το αντικείμενο της σκοπούμενης προς καταχώριση αίτησης και στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε υπό εξέταση περίπτωση. Το ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η σκοπούμενη προς καταχώριση αίτηση θεωρείται ενδιάμεση και επομένως εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής των Δ.Κ. οι οποίοι για την καταχώρηση της προνοούν την εκ των προτέρων χορήγηση σχετικής άδειας από το Δικαστήριο. Αυτό που πρέπει να λεχθεί είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παρούσα αγωγή αποτελεί το ένδικο μέσο για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων των διαδίκων. Οποιαδήποτε αίτηση καταχωρίζεται στα πλαίσια της αγωγής αυτής είτε για να εξετάσει προδικαστικά ένα θέμα είτε για να ρυθμίσει δικονομικά ζητήματα εντάσσεται στην κατηγορία των ενδιάμεσων αιτήσεων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 9
(1)του Ν.62(Ι)/2020, στη βάση του οποίου επικαλείται την ανάγκη καταχώρισης της σκοπούμενης αίτησης. Οι πρόνοιες του εν λόγω εδαφίου αναφέρουν τη δυνατότητα εξέτασης από το Δικαστήριο αίτησης για συμβατική ρήτρα που ενδεχομένως να είναι καταχρηστική. Η αίτηση αυτή τυγχάνει εξέτασης από το Δικαστήριο. Σαφώς η αναφορά του πιο πάνω εδαφίου σε αίτηση δεν παραπέμπει σε πρωτογενή αίτηση ή εναρκτήρια κλήση ή εν πάση περιπτώσει σε αίτηση με αυτοτέλεια. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Wortham κ.α. v. Τσίμον κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442, η πρωτογενής αίτηση ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των Θεσμών. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν αυτή, θα αποτυπωνόταν στο εδάφιο με σαφή πρόνοια. Προς υποστήριξη του σκεπτικού ενδεικτικά αναφέρω ως παράδειγμα την αναφορά του άρθρου 53 του Κεφ.189 σε εναρκτήρια κλήση. Ομοίως η έφεση κατά απόφασης Διευθυντή του Κτηματολογίου δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.224. Επίσης η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας μπορεί να προσδιορίσει το χαρακτήρα της. Πάλι ενδεικτικά ως παράδειγμα αναφέρω την απομάκρυνση Διαιτητή δυνάμει του άρθρου 21 του Κεφ.4 (Τράπεζα Κύπρου v. Dynacon
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978). Κατ' ανάλογο τρόπο η διαδικασία που προωθείται δυνάμει των προνοιών του Κεφ.62 Ιωακείμ κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 1757, Gron v. Χαραλαμπίδη Πολιτική Έφεση Αρ. 328/2013 ημερ. 16.04.19). Πρόκειται για διαδικασίες που εκ φύσεως περιλαμβάνουν τη λήψη ένδικου μέσου, άλλου από την καταχώριση αγωγής. Η παρούσα υπόθεση διαφέρει. Το ένδικο μέσο προώθησης της και επίλυση των επιδίκων θεμάτων των διαδίκων, όπως ήδη λέχθηκε, είναι η καταχώρηση της υπό τον άνω αριθμό αγωγής. Συνεπώς οποιαδήποτε αίτηση καταχωρείται εκκρεμούσης της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι ενδιάμεση. Προς ενίσχυση του σκεπτικού αυτού παραπέμπω στην αναφορά του εδαφίου
(2)του άρθρου 9 του Ν.62(Ι)/2020 για Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν την εκδίκαση της αναφερόμενης στο εδάφιο
(1)αίτησης. Επομένως καταλήγω ότι η σκοπούμενη προς καταχώρηση αίτηση είναι ενδιάμεση. Το γεγονός ότι το άρθρο 9
(1)της πιο πάνω νομοθεσίας αναφέρει τη δυνατότητα εξέτασης αίτησης δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για ενδιάμεση. Η εκδίκαση της διεξάγεται στη βάση των προνοιών της Δ.48 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής νομολογίας. Εξ ου και γίνεται αναφορά σ' αυτούς στο εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου. Με κάθε σεβασμό στην θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητών, δεν διαπιστώνω παραβίαση στην αρχή διάκρισης των εξουσιών. Η αναφορά στη νομοθεσία για δυνατότητα εξέτασης αίτησης για ενδεχόμενη καταχρηστικότητα συμβατικής ρήτρας στο βαθμό και την έκταση που περιγράφεται στα εδάφια
(1)και
(2)της εν λόγω νομοθεσίας έρχεται να υποστηρίξει το μηχανισμό κρίσης του Δικαστηρίου, όπως αυτός περιγράφεται στον τροποποιημένο Κανονισμό 4 των Δ.Κ. Δεν δημιουργείται ζήτημα σύγκρουσης αλλά πνεύμα ομαλής συνύπαρξης. Ως ενδιάμεση αίτηση που κρίθηκε ότι είναι η σκοπούμενη προς καταχώρηση διέπεται από τους Δ.Κ. και έχοντας υπόψη μου ότι η παρούσα αγωγή είναι του έτους 2015 και δεν έχει ακόμη αρχίσει η εκδίκαση της ουσίας της, καταλήγω ότι εντάσσεται στη σφαίρα των Δ.Κ. Επομένως για την καταχώρηση της απαιτείται εκ των προτέρων η εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο, ως σημειώνεται στις πρόνοιες του τροποποιημένου Κανονισμού 4. Κρίνοντας ότι χρειάζεται η εκ των προτέρων χορήγηση άδειας για να καταχωριστεί η σκοπούμενη αίτηση για τους λόγους που έχω εξηγήσει, προχωρώ στην εξέταση του δεύτερου σκέλους της εισήγησης. Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται η παροχή τέτοιας άδειας σε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης. Εκείνο που οι Αιτητές επιδιώκουν μέσα από την καταχώρηση της σκοπούμενης αίτησης είναι ο έλεγχος κατά πόσο ρήτρες της σύμβασης δανείου έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους οι Αιτητές 1 και 2 δικογραφούν τη θέση ότι η σύμβαση δανείου περιέχει καταχρηστικούς όρους, ισχυρισμό με τον οποίον όμως διαφωνεί κατηγορηματικά η Καθ' ης η αίτηση. Ενδεικτικά παραπέμπω στις παραγράφους 8-10 και 17 της έκθεσης υπεράσπισης & ανταπαίτησης των Αιτητών 1 και 2 και παραγράφους 5 και 8 της απάντησης στην υπεράσπιση & υπεράσπισης στην ανταπαίτηση της Καθ' ης η αίτησης καθώς επίσης στις παραγράφους 3(i) και 17Δ της έκθεσης υπεράσπισης & ανταπαίτησης της Εναγομένης 3 και παραγράφους 5 και 8 της απάντησης στην υπεράσπιση & υπεράσπισης στην ανταπαίτηση της Καθ' ης η αίτησης, στις οποίες καταγράφονται οι διαφωνίες των διαδίκων σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Οι εκ διαμέτρου αντίθετες δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων στο ζήτημα αυτό το καθιστούν επίδικο. Είναι γνωστό ότι τα επίδικα θέματα είναι τα ζητήματα που οι διάδικοι εγείρουν μέσα από τα δικόγραφα. Το Δικαστήριο εξετάζει μόνο επίδικα θέματα για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του (Καθητζιώτης v. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1Α Α.Α.Δ. 252, Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1422). Επομένως τα επίδικα θέματα καθορίζονται μέσα από τα δικόγραφα της υπόθεσης (Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Quickserf Advertising Ltd v. Bonny Unisex Co κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 289/2012 ημερ. 28.06.18). Εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο της σκοπούμενης αίτησης αποτελεί ήδη επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή, τότε θα εξεταστεί στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Συνεπώς το δικαίωμα των Αιτητών να εξεταστεί το ενδεχόμενο καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση δανείου, όπως αυτό απορρέει από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σχετική νομολογία του Δ.Ε.Ε. την οποίαν επιμελώς ο ευπαίδευτος συνήγορος τους παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, προστατεύεται και συνάμα εφαρμόζεται πλήρως και αποτελεσματικά με την εκδίκαση του υπ' αναφορά ζητήματος στο στάδιο ακρόασης της αγωγής. Η δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης από το Δικαστήριο, όπως αυτή υποδεικνύεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 και τη σχετική νομολογία που ο κύριος Τσιαπαλής επικαλέστηκε, ενδεικτικά το Δικαστήριο αναφέρει την Brusse, Garabito v. Jahani BV, C-488/2011, δεν προσθέτει οποιαδήποτε χρησιμότητα στην προκειμένη περίπτωση επειδή το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να το εξετάσει και θα το εξετάσει ως επίδικο θέμα που είναι. Ο πιο πάνω χειρισμός συνάδει απόλυτα με τον σκοπό και τις πρόνοιες της πιο πάνω Ευρωπαϊκής Οδηγίας, η οποία ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη με τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο (Ν.93(Ι)/1996) και έπειτα από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 (Ν.112(Ι)/2021) που αντικατέστησε το Ν.93(Ι)/1996 που καταργήθηκε, αλλά και από τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Επιχειρηματικές Συμβάσεις που Συνάπτονται από Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις Νόμο του 2019 (Ν.61(Ι)/2020). Η κυπριακή νομολογία είναι ευθυγραμμισμένη με τους σκοπούς και τις πρόνοιες της εν λόγω Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Προς ενίσχυση της αναφοράς αυτής παραπέμπω στην υπόθεση Μιχαηλίδη κ.α. v. Σ.Π.Ε. Πέγειας Πολιτική Έφεση Αρ. 477/2012 ημερ. 27.06.18, όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: «Η Οδηγία, όπως αναφέρεται και στο προοίμιο της, εκδόθηκε με βασικό σκοπό την άρση των έντονων διαφορών που παρουσίαζαν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές με την υιοθέτηση από τα κράτη μέλη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών. Η Κύπρος, συμμορφούμενη με τις πρόνοιες της Οδηγίας, προχώρησε στη θέσπιση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 και το τι θεωρείται «καταχρηστική ρήτρα» σχετικό είναι το Παράρτημα στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 5
(4). Το εν λόγω Παράρτημα περιέχει «ενδεικτικό και μη εξαντλητικό» κατάλογο ρητρών που δυνατόν να θεωρηθούν καταχρηστικές.» Στην υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.α. v. Σ.Π.Ε. Στρουμπιού κ.α. Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 112/2013 & 141/2013 ημερ. 03.02.20 υποδείχτηκε ότι η εν λόγω Ευρωπαϊκή Οδηγία αποσκοπεί στην ενίσχυση της δυνατότητας εξέτασης ζητημάτων καταχρηστικών ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές στα πλαίσια εκκρεμοδικίας της υπόθεσης. Στην παρούσα αγωγή ο σκοπός της Ευρωπαϊκής Οδηγίας εξυπηρετείται με την εφαρμογή του στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης εξετάζοντας τα επίδικα θέματα αυτής, ένα από τα οποία, όπως ήδη λέχθηκε, είναι το ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της σκοπούμενης αίτησης. Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι η εξέταση του αντικειμένου της σκοπούμενης αίτησης κατά την ακρόαση της αγωγής καθιστά άνευ αντικειμένου τη χορήγηση άδειας για καταχώρηση της. Στη βάση των δεδομένων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι η χορήγηση της στερείται χρησιμότητας. Δεν βλέπω πως εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με την παροχή τέτοιας άδειας. Υπό το φως των πιο πάνω το αίτημα κρίνεται αβάσιμο στην ολότητα του και γι' αυτό δεν μπορεί να επιτύχει. Συνακόλουθα ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτησης και εναντίον των Αιτητών 1 και 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο