GCV SPARE PARTS & SERVICES LTD ν. D.N.P. ENTERPRISES LIMITED, Αγωγή αρ. 527/2021, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 527/2021 GCV SPARE PARTS & SERVICES LTD Ενάγουσα v. D.N.P. ENTERPRISES LIMITED Εναγόμενος Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Α. Πολυδώρου Για την Εναγόμενη: Η.Γ. Ευθυμίου για Ηλίας Γ. Ευθυμίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία που μεταξύ άλλων εμπορεύεται, εισάγει, πωλεί, και επιδιορθώνει ανταλλακτικά μηχανημάτων, εξαρτημάτων και άλλων παρόμοιων ειδών, ισχυρίζεται πως, στο πλαίσιο συνεργασίας της με την Εναγόμενη, πωλούσε και παρέδιδε στην Εναγόμενη, επίσης ημεδαπή εταιρεία, προϊόντα και υπηρεσίες, για τα οποία εξέδιδε τιμολόγια επί πιστώσει που καταχώριζε σε λογαριασμό. Η Εναγόμενη, όπως είναι η θέση της Ενάγουσας, παρά τις οχλήσεις, παρέλειψε να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού, που κατά την 12.02.2021 ανέρχονταν σε €1.724,
- Αξιώνει την πληρωμή του χρέους. Η Εναγόμενη δεν αρνείται τη συνεργασία της με την Ενάγουσα, για περιορισμένη χρονική περίοδο, αλλά ισχυρίζεται πως όσα τιμολόγια εξέδωσε η Ενάγουσα και παρέδωσε στην Εναγόμενη και υπογράφθηκαν, έχουν εξοφληθεί, και αυτός ήταν ο τρόπος που λειτουργούσε η σχέση τους. Η Εναγόμενη συνέχισε τη συνεργασία της με άλλην εταιρεία, καθώς δεν ήταν ικανοποιημένη από την Ενάγουσα, και θεωρούσε, μεταξύ άλλων, ότι την υπερχρέωνε, λόγος για τον οποίον, όπως λέει, δεν ωφελήθηκε εις βάρος της Ενάγουσας. Αρνείται την οφειλή. Η Ενάγουσα, παρά την υπεράσπιση της Εναγόμενης, εμμένει στη δική της εκδοχή, λέγοντας πως η ίδια εξέδωσε κανονικά τα τιμολόγια, πλην όμως, επειδή η Εναγόμενη παρέλαβε τα μηχανήματα που επιδιορθώθηκαν σε χρόνο που δεν εργάζονταν το υπαλληλικό προσωπικό της Ενάγουσας, δεν υπογράφθηκαν τα τιμολόγια. Όταν κλήθηκε η Εναγόμενη να τα παραλάβει και να υπογράψει, αρνήθηκε. Υπάρχει όμως η οφειλή, και εκείνος ήταν ο λόγος που η Ενάγουσα σταμάτησε τη συνεργασία της με την Εναγόμενη. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν η Ενάγουσα, στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης της με την Εναγόμενη, πώλησε και παρέδωσε στην Εναγόμενη τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία αξιώνει, κι αν η Εναγόμενη παρέλειψε να εκπληρώσει τη δική της παροχή, δηλαδή να πληρώσει. Διαδικασία Η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε με ταχεία διαδικασία που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Μιλτιάδη Κωνσταντίνου (ΜΕ1). Μαρτυρία προσκομίστηκε και από την πλευρά της Εναγόμενης, από τον κύριο Γεώργιο Αϊδινίδη (ΜΥ1) και τον κύριο Δημήτριο Νικόλα Παπαχαριδήμου (ΜΥ2). Δεν εισήχθη προφορική μαρτυρία. Η μαρτυρία είναι στο σύνολό της στον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με κείμενες αγορεύσεις, στις οποίες εξέθεσαν την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Επίσης, βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή αυτούσια ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Ο ΜΕ1 ανέφερε ενόρκως όσα και στο δικόγραφό του. Η Ενάγουσα, όπως εξηγεί, και αναφορικά με την οποία προσκομίζει πιστοποιητικό σύστασης και εγγραφής στο μητρώο ΦΠΑ (Τεκμήρια 1 και 2), είχε συνεννοηθεί με τον διευθυντή της Εναγόμενης, αναφορικά με την οποία επίσης προσκομίζει έγγραφο από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 3), μέσω των υπαλλήλων, να στέλνει διάφορα οχήματα που χρειάζονταν επιδιορθώσεις, και για την αγορά και παραλαβή διαφόρων ανταλλακτικών που πωλούσε η Ενάγουσα. Η απαίτηση της Ενάγουσας, όπως εξηγεί, αφορά σε τρία τιμολόγια: στο τιμολόγιο με αριθμό 118942 ημερομηνίας 15.01.2021 για το ποσό των €1.091,99 (Τεκμήριο 4α), στο τιμολόγιο με αριθμό 119348 ημερομηνίας 22.01.2021 για το ποσό των €584,42 (Τεκμήριο 4β), και στο τιμολόγιο με αριθμό 120512 ημερομηνίας 12.02.2021 για το ποσό των €47,86 (Τεκμήριο 4γ), που δίδουν σύνολο €1.724,27, όσα και η αξίωση της Ενάγουσας. Το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 4α, όπως εξηγεί ο ΜΕ1, εκδόθηκε όταν υπάλληλος της Εναγόμενης είχε φέρει στο εργαστήριο ένα τηλεσκοπικό Forklift, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης, το οποίο είχε πρόβλημα με την «πόμπα πετρελαίου» του. Οι υπάλληλοι της Ενάγουσας επισκεύασαν την «πόμπα» και χρησιμοποίησαν διάφορα ανταλλακτικά που αναγράφονται στο τιμολόγιο. Το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 4β, όπως επίσης εξηγεί ο ΜΕ1, εκδόθηκε όταν υπάλληλοι της Ενάγουσας, κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης, είχαν μεταβεί σε χώρο εργασίας της Εναγόμενης στην Κάτω Πάφο και τηλεσκοπικό Forklift του οποίου η βοηθητική «πόμπα πετρελαίου» είχε πρόβλημα, έλεγχος έπειτα από τον οποίο η Ενάγουσα αγόρασε καινούργια βοηθητική «πόμπα» και την τοποθέτησε στο μηχάνημα της Εναγόμενης και προχώρησε και με την επιδιόρθωση του «στάρτερ» του τηλεσκοπικού. Το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 4γ εκδόθηκε όταν υπάλληλος της Εναγόμενης έφερε στο εργαστήριο δύο υδραυλικά λάστιχα («μαρκούτζια») πιέσεως για κατασκευή καινούριων και αγόρασε και παρέλαβε ένα «λάδι 68HLP των 5 λίτρων». Σε όλα τα τιμολόγια, αναφέρονται τα στοιχεία της Ενάγουσας, τα στοιχεία της Εναγόμενης, κωδικοί προϊόντων/υπηρεσιών, λεπτομέρειες των χρεώσεων και τιμές, οι ημερομηνίες και οι ώρες έκδοσης τους. Είναι τιμολόγια ΦΠΑ που εκδόθηκαν επί πιστώσει (credit invoices). Δεν υπάρχει υπογραφή παραλήπτη. Ο λόγος, όπως εξηγεί ο ΜΕ1, είναι γιατί εκδίδονταν την επόμενη ημέρα και όχι ταυτόχρονα με την παροχή των υπηρεσιών ή την πώληση των προϊόντων, λόγω της φύσης της εργασίας της Ενάγουσας, οπότε δεν υπογράφονταν από υπαλλήλους της Εναγόμενης. Όταν η Εναγόμενη κλήθηκε να τα παραλάβει και να τα πληρώσει, δεν το έπραξε. Τα τιμολόγια καταχωρίστηκαν σε λογαριασμό που τηρούσε η Ενάγουσα στο όνομα της Εναγόμενης (Τεκμήριο 5), που δείχνει επίσης το χρεωστικό υπόλοιπο. Στο Τεκμήριο 5, δεν μεταφέρεται το ιστορικό των προηγούμενων συναλλαγών, που όμως τελειώνουν με την πίστωση ημερομηνίας 13.01.2021 ύψους €3.018,29 (πληρωμή με έμβασμα), που μηδενίζει το μέχρι τότε χρεωστικό υπόλοιπο. Και ακολουθούν οι χρεώσεις των τριών επίδικων τιμολογίων, τις επόμενες ημέρες. Το χρέος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, υφίσταται μέχρι σήμερα. Ο ΜΥ1, πολιτικός μηχανικός και επιβλέπων μηχανικός στα έργα της Εναγόμενης, στη δική του μαρτυρία, αναφέρει πως ήταν στις αρμοδιότητές του η παραλαβή και υπογραφή τιμολογίων που αφορούν χρεώσεις προς την Ενάγουσα, κατόπιν ελέγχου της ορθότητάς τους. Υπήρχε συνεργασία με την Ενάγουσα για κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Για τις υπηρεσίες που προσέφερε η Ενάγουσα, εξέδιδε τιμολόγια που παρουσίαζε στην Εναγόμενη, ελέγχονταν, και εάν υπήρχε συμφωνία με το περιεχόμενό τους, πληρώνονταν. Όσα τιμολόγια παρουσιάστηκαν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη και εγκρίθηκαν και φέρουν την υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου, έχουν εξοφληθεί. Αρμόδιος για τον έλεγχο και την πληρωμή των τιμολογίων, εκτός από τον ίδιο, όπως αναφέρει, ήταν και ο διευθυντής της Ενάγουσας. Τα επίδικα τιμολόγια, όπως λέει, δεν παρουσιάστηκαν για έλεγχο και παραλαβή, δεν αναγνωρίζονται ως έγκυρα, οι υπηρεσίες που αναφέρονται σε αυτά ουδέποτε παρασχέθηκαν, είναι λανθασμένες χρεώσεις, και δεν θα πληρωθούν, η δε Εναγόμενη, όπως αναφέρει ο ΜΥ1, έχει εξοφλήσει κάθε χρέος της προς την Ενάγουσα. Στην ίδια γραμμή, ο ΜΥ2, διευθυντής της Εναγόμενης, αναφέρει επίσης πως η συνεργασία με την Ενάγουσα διήρκησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021, ότι τα τιμολόγια που αναφέρει η Ενάγουσα στην αγωγή της δεν παρουσιάστηκαν και δεν εγκρίθηκαν από την Εναγόμενη, ενώ η διακοπή της συνεργασίας ήταν επειδή η Εναγόμενη είχε τη θέση πως η Ενάγουσα χρέωνε υπερβολικά την Εναγόμενη, ενώ ισχυρίζονταν πως τα μηχανήματα ήθελαν συνεχώς επιδιόρθωση. Οι υπηρεσίες που αναφέρονται στα τιμολόγια δεν παρασχέθηκαν και η Ενάγουσα, κατά τη θέση του, δεν εξηγεί ικανοποιητικά γιατί δεν υπογράφθηκαν τα τιμολόγια κατά την παραλαβή των εξαρτημάτων, ενώ εάν εκκρεμούσε υπογραφή τιμολογίου ή και πληρωμή του, θα μπορούσε να την απαιτήσει, πριν να παρέχει επόμενες υπηρεσίες. Έχει μεν μία λογική βάση η τελευταία αναφορά του ΜΥ2, αλλά ο ισχυρισμός των ΜΥ1 και ΜΥ2 πως η συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης διήρκησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021 δεν εξηγείται με αναφορά από αυτούς σε συγκεκριμένες υπηρεσίες ή πωλήσεις της Ενάγουσας που διήρκησαν μέχρι τότε, ή και στην τελευταία υπηρεσία ή πώληση, και κατ' επέκταση πληρωμή της Ενάγουσας. Εάν η τελευταία πληρωμή της Ενάγουσας από την Εναγόμενη ήταν το έμβασμα ημερομηνίας 13.01.2021, ως μαρτυρεί το Τεκμήριο 5, τότε ποια συνεργασία διήρκησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021; Τα επίδικα τιμολόγια, όμως, περιέχουν υπηρεσίες ή πωλήσεις μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021, και συνάδουν με τούτο τον κοινό ισχυρισμό. Έπειτα, ξενίζει το γεγονός, που αφήνουν να νοηθεί οι ΜΥ1 και ΜΥ2, ότι η Ενάγουσα έχει προβεί στην έκδοση τιμολογίων ΦΠΑ, η ίδια πληρώνοντας τον ΦΠΑ, στη βάση φανταστικών υπηρεσιών και προϊόντων, τα οποία κατέγραψε με πληρότητα στα επίδικα τιμολόγια, και περιέχουν, για παράδειγμα το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 4β, προϊόντα που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, αγόρασε η Ενάγουσα, για να τοποθετήσει στο μηχάνημα της Εναγόμενης (lift pump 1104C). Τα τιμολόγια, όπως ορθά επισημαίνει και ο συνήγορος της Ενάγουσας με παραπομπή σε νομολογία[5], δεν συνιστούν τη σύμβαση, και η μη υπογραφή τους από τον παραλήπτη δεν ερμηνεύεται ως μη σύναψη σύμβασης για τις υπηρεσίες που περιλαμβάνουν. Είναι έγγραφα που, μεταξύ άλλων, μπορούν να συναποτελέσουν τη μαρτυρία σχετικά με τη συμβατική σχέση των μερών, που μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή ή εν μέρει προφορική και εν μέρει γραπτή[6]. Συναφώς, η μη υπογραφή τιμολογίων από τον παραλήπτη, που μπορεί κάλλιστα να προβληθεί ως γεγονός, σκόπιμα ή όχι - είναι πάντως πολύ εύκολος ισχυρισμός -, δεν αποτελεί εμπόδιο στον εκδότη των τιμολογίων να αξιώσει τυχόν υπόλοιπο βάσει σύμβασης (action in debt). Αναμφίβολα, εδώ υπήρχε διάρκεια στη συμβατική σχέση, κάποιων μηνών. Διήρκησε μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021, δεν υπάρχουν άλλες συναλλαγές πέρα από εκείνες που μαρτυρούν τα επίδικα τιμολόγια. Οι ισχυρισμοί των ΜΥ1 και ΜΥ2 περί εξόφλησης όλων των τιμολογίων που εξέδωσε η Ενάγουσα στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης (που διήρκησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021) είναι γενικοί, όπως και η άρνηση των υπηρεσιών ή προϊόντων, που μαρτυρούν τα συγκεκριμένα τιμολόγια μαζί με τον λόγο του ΜΕ
- Γενικοί και αόριστοι είναι και οι ισχυρισμοί της πλευράς της Εναγόμενης περί «υπερχρεώσεων» ή διακοπής της συνεργασίας. Ασφαλώς, η Εναγόμενη είχε κάθε δικαίωμα να διακόψει τη συνεργασία της με την Ενάγουσα, εάν εξυπηρετείται καλύτερα ή φθηνότερα από άλλην εταιρεία, αλλά πώς ήταν ακριβώς η ροή των γεγονότων. Είπε κάποιος στην Ενάγουσα ότι πληρώνει η Εναγόμενη το ποσό των €3.018,29 την 13.01.2021, και δεν θέλει να συνεχίσει μαζί της κάποια συνεργασία; Ποιος; Πώς; Πότε; Από την 13.01.2021 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2021, τι έγινε; Δεν διαθέτει τηλεσκοπικά Forklift η Εναγόμενη, τα οποία να χρειάστηκαν επισκευή, το ένα μεταφερόμενο στο εργαστήριο της Ενάγουσας τη μεθεπόμενη της πληρωμής και το άλλο επιτόπου στην Κάτω Πάφο κάποιες ημέρες μετά, όπως αναφέρει συγκεκριμένα ο ΜΕ1 στη δική του μαρτυρία; Πού είναι η κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης ή οι αποδείξεις πληρωμής των λοιπών συναλλαγών, τα δικά της πραγματικά στοιχεία; Τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 4, πάντως, δεν δηλούν, εκ του περιεχομένου τους και μόνον, ότι μπορεί να είναι «κατασκευασμένα», με φανταστικές ή υπερβολικές υπηρεσίες ή πωλήσεις, ώστε να δημιουργηθεί και να προβληθεί πλασματικό χρέος της Εναγόμενης, ούτε μπορεί να συναχθεί λογικά πως, επειδή η Ενάγουσα ήθελε να «εκδικηθεί» την Εναγόμενη για το τέλος της σχέσης τους ή για οποιονδήποτε άλλο συγκεκριμένο λόγο, χρέωνε ό,τι ήθελε, πληρώνοντας και ΦΠΑ, και γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως, επειδή ακριβώς χρέωνε ό,τι ήθελε και η Εναγόμενη θέλει να συνεχίσει με άλλην εταιρεία, η ίδια δεν θα πληρωθεί. Εάν ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο η Ενάγουσα, να χρεώσει ανύπαρκτες υπηρεσίες την Εναγόμενη για κάποιον (άγνωστο) λόγο, θα μπορούσε να το επιχειρήσει με πιο δυσαπόδεικτες υπηρεσίες ή περιεχόμενο στα τιμολόγια ή με πιο γενικές ή και μεμονωμένες καταχωρίσεις ή και με τρόπο που δεν θα της κόστιζε· και κατά πάσα πιθανότητα, θα μπορούσε να διαγνωστεί και από το Δικαστήριο τέτοια προσπάθεια. Εάν η Ενάγουσα γνώριζε πως η Εναγόμενη είχε τέτοια πρόθεση, λογικά, δεν θα παρείχε πίστωση στην Εναγόμενη για οποιαδήποτε υπηρεσία ή προϊόν, και δεν θα εξέδιδε τιμολόγια πριν από την πληρωμή αυτών που ήδη εκκρεμούσαν. Εάν δεν γνώριζε τις προθέσεις ή τα παράπονα της Εναγόμενης περί «ακρίβειας» (που δεν εξηγήθηκαν επίσης), γιατί η Εναγόμενη λόγου χάριν ουδέποτε τα είχε εκφράσει στην Ενάγουσα (και δεν μαρτυρεί τέτοια έκφρασή τους, με διάλογο με την αντισυμβαλλόμενή της), θα συνέχιζε να δείχνει εμπιστοσύνη στη συνεργασία τους, χωρίς να εκδίδει άμεσα τα τιμολόγια ή τοις μετρητοίς ή και να απαιτεί και την υπογραφή τους ή και να θέτει όρους για εξόφληση του ενός τιμολογίου πριν από την έκδοση του άλλου (στον βαθμό που αυτό απαντά και στα εκ πρώτης όψεως λογικά, μα όχι πειστικά επιχειρήματα του ΜΥ2, ως προς τους λόγους για τους οποίους η Ενάγουσα συνέχιζε να παρέχει υπηρεσίες χωρίς να απαιτεί υπογραφή τιμολογίων ή πληρωμή). Όταν η Ενάγουσα παρουσίασε κάποια στιγμή τα τιμολόγια στην Εναγόμενη, γιατί ενάγει με «παρουσίαση» αυτών, τι έπραξε η Εναγόμενη; Ζήτησε την ακύρωσή τους γιατί είναι λανθασμένα, όπως θα ήταν ενδεχομένως αναμενόμενο σε μια πολύμηνη εμπορική συνεργασία, εάν απλώς διακόπηκε γιατί η Εναγόμενη βρήκε καλύτερες προσφορές ή συνεργασία, όπως είναι η εκδοχή της; Στον αντίποδα των αναπάντητων ερωτημάτων που αφήνει η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, η ροή των γεγονότων που μαρτυρεί ο ΜΕ1, δείχνει μια ενταγμένη σε ρεαλιστικό πλαίσιο, και έτσι φυσιολογική, εξέλιξη της συμβατικής σχέσης στο πεδίο των εμπορικών συναλλαγών, με διάρκεια χρόνου στη συνεργασία. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται, εκ του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5, ούτε συγκρούεται με άλλη μαρτυρία της πλευράς της Εναγόμενης, το γεγονός ότι συγκεντρώνονταν ένα μεγαλύτερο ποσό, της τάξεως των €3.000,00, για να αρχίσει να δημιουργείται ανάγκη κάλυψης του χρέους, για τη συνέχιση της συνεργασίας (ή και κατά την εκδοχή της Εναγόμενης, να «παρουσιαστούν» τα τιμολόγια στην Εναγόμενη για να ελεγχθούν, να υπογραφούν, και να πληρωθούν). Δηλαδή, επρόκειτο για συμβατική σχέση στην οποία η πίστωση ήταν η συνήθης πρακτική, όπως δικογραφεί η Ενάγουσα, μαρτυρεί και ο ΜΕ1, και δεν αρνείται η Εναγόμενη. Η γενικότητα στη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 και η εύκολη τάση υπεκφυγής που υπάρχει (που αντικειμενικά υπάρχει δηλαδή σε τέτοιας φύσης διαφορές, ιδίως εάν οδηγούνται σε δίκη και εκδικάζονται με ταχεία διαδικασία), και αναδύεται και από τη μαρτυρία τους σε σχέση με την άρνηση παροχής των υπηρεσιών ή πώλησης των προϊόντων (που πολύ πιο συγκεκριμένα μαρτυρεί ο ΜΕ1 και τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 4)· η έκδηλη αοριστία του ισχυρισμού τους περί διάρκειας της συμβατικής σχέσης μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021 ή περί εξόφλησης και διακοπής της σχέσης, χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία της Εναγόμενης σε σχέση με το λογιστικό κομμάτι, όπως δική της κατάσταση λογαριασμού ή αποδείξεις πληρωμής, για να διαφανεί φυσική διάθεση ειλικρίνειας και να παρουσιαστεί με πληρότητα στο Δικαστήριο η πορεία της συμβατικής σχέσης από την οπτική της Εναγόμενης (που όμως η πλευρά της Ενάγουσας δείχνει με συγκεκριμένα στοιχεία), που η Εναγόμενη περισσότερο προκαλεί την αποδεικτική δύναμη της Ενάγουσας· όσα προαναφέρθηκαν και κρούουν στη λογική των πραγμάτων, έχοντας υπόψη τη φύση της σύμβασης και το είδος και τον τρόπο της συναλλαγής που συνιστά κατά κοινή ομολογία εμπορική συνεργασία με χρονική διάρκεια στη βάση της παροχής πίστωσης και όχι της άμεσης πληρωμής· όλα τα προαναφερόμενα μαζί, ως ένα σύνολο παραγόντων, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί με ασφάλεια στη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 για τη διάγνωση των γεγονότων, ως σε αξιόπιστη μαρτυρία. Τα γεγονότα, με μεγαλύτερη φυσικότητα, σαφήνεια και συνδεδεμένα με τη λογική των πραγμάτων, μαρτυρούνται μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1, που είναι στο σύνολό της αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία. Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου[7]. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, στο πλαίσιο υφιστάμενης συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης για παροχή υπηρεσιών και πώληση προϊόντων προς την Εναγόμενη σχετικών με το αντικείμενο της Ενάγουσας, με διάρκεια χρόνου, όπου η Ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες και τα προϊόντα στην Εναγόμενη επί πιστώσει, η Ενάγουσα παρείχε και τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που ανέφερε ο ΜΕ1 και μαρτυρούνται στα τιμολόγια που εξέδωσε η Ενάγουσα (Τεκμήριο 4), και η Εναγόμενη έλαβε τις υπηρεσίες και τα προϊόντα αυτά. Το κόστος τους ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €1.724,27 (Τεκμήρια 4 και 5). Η Εναγόμενη, ενώ θα έπρεπε να καταβάλει στην Ενάγουσα χρήματα που να αντιστοιχούν στο κόστος των προϊόντων και υπηρεσιών που τιμολογήθηκαν, παρέλειψε να το πράξει, και μέχρι σήμερα παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €1.724,27 βάσει σύμβασης. Η Εναγόμενη δεν εξαιρέθηκε από την υποχρέωση εκτέλεσης της υποχρέωσής της για πληρωμή. Η Ενάγουσα δεν διεκδικεί τόκο άλλο από τον νόμιμο τόκο. Δεν διαφαίνεται λόγος απόκλισης από τον κανόνα σχετικά με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.724,27, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 294, Χριστοδούλου ν. Mocassino Shoes Ltd
(2006)1 ΑΑΔ
- [6] Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [7] Άρθρο 37 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο