ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΣΑΒΒΑ ν. SERANACO LTD κ.α., Αγωγή αρ. 377/2019, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 377/2019 ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΣΑΒΒΑ Ενάγων v.
- SERANACO LTD
- Σέργης Αναστασίου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Γ. Παπασάββα (κα) Για τους Εναγόμενους: Χ. Σιαηλής για Π. Νεοφύτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Δεν αμφισβητείται πως ο Ενάγων, ιδιοκτήτης και κάτοχος πετρελαιοκίνητου οχήματος τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην αγωγή, επισκέφθηκε το πρατήριο που διαχειρίζεται η Εναγόμενη 1, με διευθυντή τον Εναγόμενο 2, για ανεφοδιασμό του οχήματός του με πετρέλαιο κίνησης. Ως γεγονός, ο ανεφοδιασμός του οχήματος, που έγινε από υπάλληλο της Εναγόμενης 1 (πρόσωπο άλλο από τον Εναγόμενο 2), ήταν με λανθασμένο καύσιμο, βενζίνη. Ο Ενάγων δικογραφεί αμέλεια της Εναγόμενης 1 ή και των υπαλλήλων της. Ο Εναγόμενος 2, κατά τη θέση του Ενάγοντος, ενώ είχε υποσχεθεί να αποζημιώσει τον Ενάγοντα, μετά από την επιβεβαίωση του συμβάντος μέσα από την κάμερα ασφαλείας του πρατηρίου, εν τέλει, παρέλειψε να το πράξει. Ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ποσό ύψους €1.721,33 για τη ζημιά στο όχημα, €200,00 για εκτιμητικά έξοδα, €30,00 για βενζίνη πρατηρίου, και €150,00 για απώλεια χρήσης, που δίνουν σύνολο €2.101,
- Οι Εναγόμενοι δεν αρνούνται το λάθος του υπαλλήλου της Εναγόμενης
- Το κόστος της βενζίνης ήταν μόλις €10,00, και όχι €30,
- Ο Εναγόμενος 2, όπως εκθέτουν, που δεν είχε συμμετοχή στον ανεφοδιασμό του οχήματος, όντως, πρότεινε στον Ενάγοντα, ως διευθυντής της Εναγόμενης 1, να φροντίσει ο ίδιος για τη μεταφορά του οχήματός του με πλατφόρμα σε μηχανικό, και να αναλάβει το κόστος αφαίρεσης του λανθασμένου καυσίμου εκ μέρους της Εναγόμενης 1, κάτι που όμως ο Ενάγων αρνήθηκε, αναφέροντας ότι θα αποτείνονταν σε δικό του μηχανικό. Δεν συνάφθηκε συμφωνία αποζημίωσης με τον Εναγόμενο
- Έκτοτε, ο Ενάγων δεν ενόχλησε ξανά τους Εναγόμενους, παρά μόνον όταν ελήφθη επιστολή της δικηγόρου του, αρκετούς μήνες μετά, και έπειτα, λόγω διαφωνίας ως προς την αποζημίωση που θα μπορούσε να λάβει ο Ενάγων, και αγωγή. Η θέση των Εναγόμενων είναι πως ο Ενάγων επιχειρεί να επωμιστούν οι Εναγόμενοι το κόστος επιδιόρθωσης ζημιών στο όχημά του που δεν ήταν σε καλή κατάσταση, οι οποίες δεν σχετίζονται με το κόστος αφαίρεσης του λανθασμένου καυσίμου. Θεωρούν, υπό τις περιστάσεις, την αγωγή του Ενάγοντος καταχρηστική. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν η τοποθέτηση λανθασμένου καυσίμου σε όχημα από υπάλληλο της Εναγόμενης 1 συνιστά αμέλεια του υπαλλήλου της Εναγόμενης 1 και εκ προστήσεως της Εναγόμενης
- Επίσης, εάν υπάρχει ζημιά αιτιωδώς συνδεδεμένη με τη συγκεκριμένη ενέργεια του υπαλλήλου της Εναγόμενης 1, και την έκτασή της. Επίσης, κατά πόσον υπήρξε μετέπειτα συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος με τον Εναγόμενο 2 δια της οποίας να αναλήφθηκε από τον Εναγόμενο 2 προσωπική υποχρέωση αποζημίωσης του Ενάγοντος. Διαδικασία Η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε με ταχεία διαδικασία που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Για την απόδειξη της υπόθεσής του, ο Ενάγων έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΕ1), και προσκόμισε μαρτυρία και από τον κύριο Σπύρο Παπασάββα, μηχανικό (ΜΕ2) και τον κύριο Χριστάκη Σωφρονίου, μηχανολόγο οχημάτων (ΜΕ3). Μαρτυρία προσκομίστηκε και από την πλευρά των Εναγόμενων, από τον Εναγόμενο 2, διευθυντή της Εναγόμενης 1 (ΜΥ1) και από τον κύριο Μιχάλη Παρμακλή, μηχανολόγο μηχανικό και εκτιμητή μηχανημάτων και βαρέων οχημάτων (ΜΥ2). Δεν εισήχθη προφορική μαρτυρία. Η μαρτυρία είναι στο σύνολό της στον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με κείμενες αγορεύσεις, στις οποίες εξέθεσαν την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Επίσης, βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή αυτούσια ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Μαρτυρία ειδικής γνώμης δυνατόν να ακουστεί, εφόσον είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, που μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα έξω από το πεδίο κοινής γνώμης και εμπειρίας, μόνον από εμπειρογνώμονες, δηλαδή από άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για να εκφέρουν τέτοια ειδική γνώμη. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[5]. Σύμφωνα με τα άρθρα 51επ. του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, «αμέλεια» συvίσταται, μεταξύ άλλων, στηv τέλεση πράξης τηv oπoία, υπό τις περιστάσεις, δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία, υπό τις περιστάσεις, τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘, ή στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας, όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Θα πρέπει να αποδεικνύονται από τον ενάγοντα σωρευτικά η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας (duty of care) και το εύρος του (scope of duty of care), η παράβασή του (breach of duty of care), η ζημιά (damage) και η αιτιώδης συνάφεια της ζημιάς με την αμελή συμπεριφορά (causation). Καθήκον επιμέλειας και παράβαση Η μέθοδος για να διαγνωστεί η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας είναι αυτή που απορρέει από την «αρχή της γειτνίασης», όπως ήταν η προσέγγιση της παλαιάς Donoghue v Stevenson [1932] AC 562[6]. Ο κατά νόμον «γείτονας» είναι αυτός που βρίσκεται σε τέτοια θέση εγγύτητας, ώστε, με εύλογο τρόπο, να μπορεί να αποτιμηθεί ή άλλως πώς να προβλεφθεί λογικά (reasonable foreseeability) πως είναι δυνατόν, από τις πράξεις ή τις παραλείψεις του, να προκαλέσει ζημιά σε άλλο πρόσωπο, οπότε εκεί αναδύεται καθήκον του για επιμέλεια ή φροντίδα έναντι του άλλου προσώπου. Εάν διαπιστωθεί θετικά το καθήκον επιμέλειας, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει εάν υπάρχουν τυχόν παράγοντες που είτε το περιορίζουν είτε και το καταργούν[7], ή την τάξη των προσώπων έναντι στα οποία εφαρμόζεται, ή το είδος της ζημιάς που μπορεί να αποζημιωθεί σε περίπτωση παράβασής του. Άλλως πώς, το κατά πόσον είναι δίκαιο και λογικό, υπό όλες τις περιστάσεις, να επιβληθεί τέτοιο καθήκον επιμέλειας[8]. Εφόσον υπάρχει καθήκον επιμέλειας, το επίπεδό του, ως μεταφέρθηκε και στην εγχώρια νομοθεσία, προσεγγίζεται είτε με μέτρο το λογικό συνετό πρόσωπο υπό τις περιστάσεις, είτε, σε περίπτωση που η αμέλεια σχετίζεται με την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας, με το λογικό συνετό πρόσωπο με τα προσόντα για την άσκηση αυτού υπό τις περιστάσεις. Παράβαση καθήκοντος συμβαίνει όταν η συμπεριφορά του μέρους που οφείλει το καθήκον επιμέλειας βρίσκεται κάτω από το πρότυπο συμπεριφοράς που απαιτείται από το συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας. Το ερώτημα εάν η υπό εξέταση συμπεριφορά πληροί τα κριτήρια του προτύπου συμπεριφοράς που επιβάλλει το καθήκον επιμέλειας είναι ζήτημα στο οποίο εμφιλοχωρούν ζητήματα πραγματικά και νομικά. Ενώ η αναφορά στο επίπεδο επιμέλειας είναι νομική διεργασία, κατά πόσον η υπό εξέταση συμπεριφορά έχει πέσει κάτω από το επίπεδο αυτό, είναι πραγματικό ζήτημα, που προσεγγίζεται με αναφορά σε όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Το μέτρο του λογικού ανθρώπου είναι απρόσωπο «τεστ». Καταργεί την προσωπική εξίσωση και τοποθετείται πέρα από τις ιδιοσυγκρασίες του συγκεκριμένου ατόμου του οποίου η συμπεριφορά εξετάζεται. Κάποιοι άνθρωποι είναι από τη φύση τους ιδιαίτερα προνοητικοί και άλλοι όχι. Ο λογικός άνθρωπος είναι άτομο απαλλαγμένο τόσο από υπερβολική προνοητικότητα όσο και από υπερβολική αυτοπεποίθηση[9]. Ουδείς έχει υποχρέωση να προφυλάξει άλλους από κινδύνους εκτός του πλαισίου της λογικής του σκέψης[10]. Ωστόσο, εάν γνωρίζει την πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς, τότε οφείλει να ενεργήσει, και πιθανόν να έχει παραβεί το καθήκον επιμέλειάς του, εάν αποτύχει[11]. Ο βαθμός προσοχής που θα πρέπει να ασκηθεί υπαγορεύεται από την πιθανότητα του κινδύνου. Το μέγεθος του κινδύνου επιβάλλει ανάλογα τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αποφυγή. Ο λογικός άνθρωπος πρέπει να κάνει μόνο αυτό που είναι λογικό για την αποφυγή του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς, και δεν έχει την υποχρέωση να προβεί σε ασυνήθιστες πράξεις, ιδίως εάν ο κίνδυνος είναι μικρός. Γενικά, όταν ο εναγόμενος έχει επαρκή έλεγχο των περιστάσεων για να μπορέσει να αποφύγει την πρόκληση ζημιάς, είναι υποχρεωμένος να ενεργήσει. Εν προκειμένω, είναι λογικό να αναμένεται από έναν συνηθισμένο, λογικό και συνετό χειριστή αντλίας σε πρατήριο, που προσεγγίζει τα οχήματα που σταθμεύουν για ανεφοδιασμό και αναλαμβάνει τον εφοδιασμό τους με καύσιμο, ως ο χειριστής της αντλίας, να προβλέψει και την πιθανότητα, για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. λόγω απόσπασης της προσοχής του, ως αποτέλεσμα παραπλανητικής σήμανσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ ή παραπλάνησης του οδηγού, κ.λπ.), να εισαχθεί λάθος καύσιμο σε ένα όχημα. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως όταν στάθμευσε το όχημά του, ένα Mitsibushi L200 4 x 4 D/Cabin, μπροστά από την αντλία εφοδιασμού στο πρατήριο της Εναγόμενης 1, ο υπάλληλος της Εναγόμενης 1, αμελώς και χωρίς τη δέουσα φροντίδα, προσοχή και παρατηρητικότητα, εισήγαγε στο όχημα βενζίνη, αντί πετρέλαιο. Μετά τον ανεφοδιασμό, ο ΜΕ1 αποχώρησε από το πρατήριο με το λανθασμένο καύσιμο. Ο ΜΥ1 βεβαιώνει πως έτσι ήταν τα γεγονότα, και ότι ο εφοδιασμός με το λάθος καύσιμο επιβεβαιώθηκε από τις κάμερες ασφαλείας εκ των υστέρων, ότι έγινε από υπάλληλο της Εναγόμενης 1 εν ώρα καθήκοντος και ότι όντως το καύσιμο το ήταν λανθασμένο. Στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως τουλάχιστον εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, φαίνεται πως υπήρχε επαρκής εγγύτητα μεταξύ του Ενάγοντος και του υπαλλήλου της Εναγόμενης 1, που χειρίζονταν την αντλία καυσίμων καθηκόντως, ώστε να είναι προβλέψιμη η πιθανότητα πως, οποιαδήποτε απρόσεκτη πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του θα μπορούσε να επηρεάζει τον Ενάγοντα, και είναι λογικό και δίκαιο ο χειριστής αντλίας σε πρατήριο καυσίμων να έχει καθήκον επιμέλειας έναντι στον οδηγό οχήματος που προσεγγίζει την αντλία για ανεφοδιασμό του οχήματός του. Το κύριο καθήκον του χειριστή αντλίας, όπως είναι κατανοητό, είναι η διανομή καυσίμων στα οχήματα που προσεγγίζουν την αντλία που είναι υπό τον έλεγχό του για ανεφοδιασμό. Προκύπτει λογικά πως δεν πρέπει μόνον να είναι ικανός στη λειτουργία του εξοπλισμού διανομής (να ξέρει πώς να πιάσει την αντλία και να την τοποθετήσει στο όχημα και να ρεύσει το καύσιμο, στον όγκο που ζητείται), αλλά και να διακρίνει το σωστό καύσιμο κινητήρα, για όλους τους τύπους οχημάτων που χρειάζονται ανεφοδιασμό. Με τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται τη σύγχρονη εποχή στα πρατήρια (π.χ. ξεχωριστός διανομέας για κάθε καύσιμο, ξεκάθαρη σήμανση, ώστε λόγου χάριν να μπορεί να διακριθεί το λάθος και εκ των υστέρων από τις κάμερες ασφαλείας), αλλά και στα οχήματα (π.χ. αναγραφή καυσίμου που δέχεται το όχημα), αφενός είναι κάπως δύσκολο να επισυμβεί το λάθος, αφετέρου το βάρος του ανεφοδιασμού με τον σωστό τύπο καυσίμου ανήκει στον χειριστή της αντλίας και όχι στον πελάτη (καταναλωτή). Ένας συνηθισμένος, λογικός και συνετός χειριστής της αντλίας θα πρέπει να μπορεί να χορηγεί το ορθό καύσιμο, ακόμα κι αν ο πελάτης δεν γνωρίζει (ως οφείλει βεβαίως, αλλά για άλλους λόγους, που σχετίζονται με την ικανότητά του να διαχειρίζεται το όχημα) τι καύσιμο να ζητήσει ή εκ παραδρομής ζητήσει άλλο καύσιμο για το όχημα. Δεν αμφισβητείται, στην προκειμένη περίπτωση, μέσα από τη μαρτυρία, ότι ο υπάλληλος της Εναγόμενης 1, που είχε αναλάβει τον χειρισμό της αντλίας και τον ανεφοδιασμό του οχήματος του Ενάγοντος, χορηγώντας λανθασμένο καύσιμο, έπεσε κάτω από το πρότυπο συμπεριφοράς που απαιτούνταν για την εκπλήρωση του καθήκοντός του υπό τις περιστάσεις. Ότι το λάθος του υπαλλήλου της Εναγόμενης 1 απολήγει και σε αμέλειά του, χωρίς να συντρέχουν δεδομένα που να οδηγούν προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση. Η ζημιά και αιτιώδης συνάφεια Δεν αρκεί όμως η απόδειξη της αμέλειας. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η αμελής πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου προκάλεσε πράγματι την ζημιά που επικαλείται ο ενάγων. Το Δικαστήριο αναζητεί στοιχεία που να δείχνουν την εύλογη πιθανότητα η ζημιά του ενάγοντος να προκλήθηκε χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση άλλης αιτίας. Ότι ήταν η φυσική και άμεση συνέπεια της εγγύτερης αιτίας, που ήταν η αμελής ενέργεια του εναγόμενου, χωρίς την οποία δεν θα είχε συμβεί η ζημιά (but for test). Δεν απαιτείται τίποτα περισσότερο από την εξάλειψη άλλων πιθανών αιτιών πρόκλησης της ζημιάς, έτσι ώστε να υποδεικνύεται ότι η αμέλεια του εναγόμενου είναι αυτή που προκάλεσε την ζημιά του ενάγοντος. Αν η ζημιά θα είχε συμβεί ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν ο εναγόμενος δεν είχε παραβεί το καθήκον του, τότε μπορεί να θεωρηθεί πως η παράβαση δεν αποτελεί αιτία της βλάβης[12]. Όπου η ζημιά θα είχε συμβεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του εναγόμενου, μπορεί να θεωρηθεί πως δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια[13]. Όπου υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές αιτίες ζημιάς, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η αμελής ενέργεια του εναγόμενου ήταν η μοναδική αιτία, αλλά ότι συνέβαλε ουσιωδώς στη ζημιά[14]. Μια πράξη συμβάλλει ουσιωδώς όταν τα αιτιολογικά της αποτελέσματα βρίσκονται σε λειτουργία μέχρι τη στιγμή της ζημιάς. Η αιτία που είναι σε εγγύτητα είναι αυτή που είναι σε άμεση, φυσική, συνεχή και αδιάσπαστη ακολουθία, μέχρι και τη ζημιά, ώστε, εάν εξέλιπε, να μην είχε προκληθεί η ζημιά. Σε περιπτώσεις όπου η υπό εξέταση συμπεριφορά παραμένει η αποτελεσματική ή η ουσιώδης αιτία της ζημίας, συνήθως, ακόμα και σε συνδυασμό με την αποτυχία του ενάγοντος να λάβει εύλογες προφυλάξεις για το δικό του συμφέρον, η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας δεν σπάζει[15]. Για να αποτελέσει η συμπεριφορά του ενάγοντος novus actus interveniens, σπάζοντας την αλυσίδα της αιτιότητας, θα πρέπει να αποτελεί γεγονός τέτοιου αντίκτυπου που βασικά να εξαφανίζει την αδικοπραγία του εναγόμενου. Για να υπάρξει τέτοια ρήξη στην αλυσίδα της αιτιότητας, η αληθινή αιτία της ζημίας πρέπει να είναι η συμπεριφορά του ενάγοντος, παρά η πράξη του εναγόμενου. Η πράξη του ενάγοντος δεν δικαιολογεί την αμέλεια του εναγομένου, εκτός εάν η αμέλεια του ενάγοντος ήταν η μόνη κοντινή αιτία. Τι θα αποτελέσει μια τέτοια συμπεριφορά, είναι θέμα τόσο ευαίσθητο στα γεγονότα, που σε κάθε περίπτωση που ανακύπτει το ζήτημα, είναι σχεδόν αδύνατον να γενικευτεί. Είναι ζήτημα βαθμού σε ποιο σημείο παύει η ζημία να ρέει φυσικά και άμεσα από την αμέλεια. Μια νέα και ανεξάρτητη αιτία σημαίνει πράξη ή παράλειψη χωριστή και ανεξάρτητη, όχι εύλογα προβλέψιμη, που καταστρέφει την αιτιακή σύνδεση, εάν υπάρχει. Όπως ρητά θέτει και η εγχώρια νομοθεσία, αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo, λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά. Όταv σε κάπoιo πρόσωπo πρέπει vα καταβληθεί απoζημίωση η oπoία υπόκειται σε τέτoια μείωση, τo Δικαστήριo βρίσκει και καταχωρίζει τηv oλική απoζημίωση η oπoία θα μπoρoύσε vα καταβληθεί αv δεv συvέτρεχε πταίσμα τoυ πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει τηv αξίωση. Αvεξάρτητα από τις διατάξεις τoυ περί Συμβάσεως Νόμoυ Κεφ.149, καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για παράβαση oπoιασδήπoτε σύμβασης ή υπoχρέωσης πoυ πρoσoμoιάζει με αυτές πoυ δημιoυργήθηκαv από σύμβαση αv η παράβαση αυτή συvιστά επίσης αστικό αδίκημα, και απoζημίωση ή άλλη θεραπεία για τo αστικό αυτό αδίκημα επιδικάστηκε σε αυτό ή σε oπoιoδήπoτε πρόσωπo μέσω τoυ oπoίoυ πρoβάλλει τηv αξίωση από oπoιoδήπoτε Δικαστήριo. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως, ενώ διένυσε μικρή απόσταση μετά την αναχώρησή του από το πρατήριο, το όχημα παρουσίασε «διακοπές» και «σταμάτησε να κινείται». Δεν εξηγεί ακριβώς τον χειρισμό του οχήματος από τον ίδιο, όταν άρχισε να παρουσιάζεται το πρόβλημα στην κίνηση του οχήματος (π.χ. να «κλωτσά» η μηχανή), εάν έσβησε η μηχανή αμέσως, και εάν προσπάθησε να επανεκκινήσει το όχημα, οπότε συνέχιζε να διακόπτει τη λειτουργία της, και πόσες φορές έγινε προσπάθεια επανεκκίνησης. Συνάγεται, πάντως, από τη μαρτυρία του, χωρίς να λέγεται πως είναι μεμπτό, πως δεν μπορούσε ο Ενάγων να εικάσει άμεσα ότι τοποθετήθηκε λανθασμένο καύσιμο στο όχημά του και να συσχετίσει το πρόβλημα στο όχημα με την χρονική εγγύτητα της αναχώρησής του από το πρατήριο. Μόλις αντιλήφθηκε το λάθος, όπως λέει, επέστρεψε στο πρατήριο, όπου τότε επιβεβαιώθηκε το λάθος. Δεν προσδιορίζει επακριβώς το χρονικό σημείο επιστροφής του στο πρατήριο, αλλά και η μαρτυρία του ΜΥ1 συμπληρώνει επ' αυτού, χωρίς περαιτέρω αμφισβήτηση, ότι ήταν το απόγευμα της ίδιας ημέρας που επέστρεψε ο Ενάγων, έχοντας ήδη ακινητοποιήσει το όχημά του σε ένα χωράφι, στην Τίμη (από τη Γεροσκήπου, όπου βρίσκεται το πρατήριο). Οπότε, το λανθασμένο καύσιμο στο όχημά του παρέμεινε για αρκετή ώρα μετά το σταμάτημα της μηχανής. Το όχημα, όπως θέτει ο ΜΕ1, βασιζόμενος στη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3, υπέστη σοβαρή ζημιά. Ο ΜΕ2, προσοντούχος και έμπειρος επαγγελματίας μηχανικός, τα προσόντα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, ανέφερε πως, κατόπιν ελέγχου του οχήματος, διαπιστώθηκε ότι η βενζίνη κατέστρεψε τη μηχανή, την αντλία πετρελαίου, και τα «πέκκα». Προς επιβεβαίωση των συμπερασμάτων του, κάλεσε και τον ΜΕ
- Δεν εξηγεί, είτε ο ΜΕ2 είτε ο ΜΕ3, γιατί χρειάστηκε «πείραμα» για μια υπόθεση όπου επιβεβαιώθηκε ήδη η χορήγηση λανθασμένου καυσίμου (misfuel), ως ο όλος χειρισμός της υπόθεσης ως να ήταν πρωτόγνωρος. Με κοινό λεκτικό, ο ΜΕ2 και ο ΜΕ3, λένε ότι, ακόμα και μέτρια ή μικρή ποσότητα βενζίνης, όταν αναμειχθεί με το πετρέλαιο, είναι καταστροφική, καθότι αλλάζει η καύση στον θάλαμο καύσης, και επηρεάζει τη δύναμη του οχήματος. Όπως αναφέρουν και οι δύο, επειδή «στις πετρελαιοκίνητες μηχανές είναι από αυτοανάφλεξης, λόγω υψηλής συμπίεσης του με το ατμοποιημένο καύσιμο, γιατί το πέκκο ψεκάζει το καύσιμο σε ατμοποιημένη μορφή, όταν εμπεριέχει βενζίνη γίνεται πιο δυνατή η ανάμειξη και κατά συνέπεια η έκρηξη του καυσίμου γίνεται δυνατότερη με αποτέλεσμα να προκαλέσει ζημιά και στους θαλάμους καύσεως και στους κυλίνδρους του οχήματος και κατά συνέπεια σε όλη την μηχανή». Για να επιδιορθώσει τη ζημιά, όπως ανέφερε ο ΜΕ2 και επιβεβαίωσε ο ΜΕ3, χρειάστηκε να αλλάξει 4 πιστόνια, 4 πουκάμισα, μέταλλα βάσεων και μέταλλα πιελλών, 1 σετ «τσουβάδες», οδηγούς βαλβίδων, σούστες, 1 καπάκι και τορναδόρους, ζημιά συνολικού ύψους €1.721,33, περιλαμβανομένων των εργατικών και του Φ.Π.Α.. Προσκομίζει το τιμολόγιο που εξέδωσε για το ποσό αυτό (Τεκμήριο 2), που αναφέρεται αναλυτικά σε αυτές τις πράξεις. O ME3, προσοντούχος και έμπειρος μηχανολόγος οχημάτων τα προσόντα του οποίου επίσης δεν αμφισβητήθηκαν, στην ίδια γραμμή με τον ΜΕ2, αναφέρει πως επιθεώρησε και ο ίδιος το όχημα και διαπίστωσε όμοια, δηλαδή ζημιά στη μηχανή, την αντλία και τα «πέκκα», ώστε να είναι αναγκαία η γενική επισκευή. Προσκομίζει έκθεση ζημιάς που ετοίμασε (Τεκμήριο 3). Στο Τεκμήριο 3, το όχημα περιγράφεται ως μοντέλο του 1994, με χρήση 303.337 χιλιομέτρων. Δεν αναφέρεται κάποια πρόσθετη πληροφορία, ενώ υπάρχει φωτογραφικό υλικό. Αναφέρεται το κόστος των εκτιμητικών στο ποσό των €200,
- Επαναλαμβάνοντας όσα αναφέρει και στο δικόγραφό του, ο ΜΥ1 λέει πως, επειδή ο ΜΕ1 ήταν πελάτης του και ξέρει το όχημά του, ήταν παλαιό και όχι σε καλή κατάσταση, λόγος για τον οποίον θεωρεί πως ο Ενάγων προσπαθεί να μετακυλήσει άλλες ζημιές του οχήματος στην Εναγόμενη 1, που δεν έχουν σχέση με το λάθος καύσιμο, με αφορμή το περιστατικό. Αποτάθηκε και ο ίδιος σε εμπειρογνώμονα, τη μαρτυρία του οποίου επικαλείται σχετικά με τη ζημιά και την αιτιώδη συνάφειά της. Ο ΜΥ2 αναφέρεται εκτενώς στα προσόντα του, στην εμπειρία του, και τη σχετικότητά τους με την υπό εξέταση περίπτωση. Επίσης, δεν αμφισβητούνται. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν συγκρούεται, όμως, με αναφορές των ΜΕ2 και ΜΕ3, που απλώς διαπίστωσαν την έκταση της ζημιάς κατά τον χρόνο που κλήθηκαν να το πράξουν κατόπιν επιθεώρησης του οχήματος. Ο ΜΥ2 δεν επιθεώρησε το όχημα. Η μαρτυρία του ΜΥ2, πιο θεωρητική, είναι βοηθητική, και συμπληρώνει τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3, ως προς το τι συμβαίνει όταν ένα πετρελαιοκίνητο όχημα, και δη αυτό του Ενάγοντος, εφοδιάζεται με καύσιμο βενζίνης, και την εξέλιξη της ζημιάς, που αναμφίβολα, προκαλείται. Δηλαδή, είναι κοινός τόπος ότι η είσοδος βενζίνης σε ένα πετρελαιοκίνητο όχημα κατά τον ανεφοδιασμό προκαλεί ζημιά. Η διαφορά των ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΥ2 είναι βασικά η έκτασή της, υπό τις επιφυλάξεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως, ως εκφράστηκαν από τον τους ΜΥ1 και ΜΥ
- Όπως εξηγεί Ο ΜΥ2, η ποσότητα καυσίμου που αντιστοιχεί σε €10,00, εφόσον δεν υπάρχει άλλο στοιχείο που να δείχνει μεγαλύτερη ποσότητα (π.χ. €30,00, όπως αναφέρει ο ΜΕ1), ήταν περίπου 7-9 λίτρα, αναλόγως και της κύμανσης της αξίας της τον δεδομένο χρόνο. Ο ΜΥ2 δεν εξήγησε γιατί έχει σημασία η ποσότητα της βενζίνης και τι διαφορές υπάρχουν εάν είναι 9 λίτρα και όχι λόγου χάριν 18 λίτρα, ως προς την έκταση της ζημιάς που μπορεί να προκαλέσει η ύπαρξη της βενζίνης στο πετρελαιοκίνητο όχημα. Οι αναφορές του ΜΥ2 για το τι ίσχυε στα πετρελαιοκίνητα οχήματα πριν από το 1992, επίσης, δεν χρησιμεύουν σε κάτι, για τους σκοπούς της υπόθεσης. Καταλήγουν βεβαίως σε μια θέση του, ότι η σημερινή βενζίνη, που είναι ξηρό καύσιμο, δεν έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει τα εξαρτήματα τροφοδοσίας των οχημάτων, εκτός εάν η επαφή είναι στάσιμη και παρατεταμένη, λόγος για τον οποίον ο ίδιος θεωρεί «ακραίο» να πέρασε μια φορά από την αντλία πετρελαίου η βενζίνη, σε μικρή ποσότητα, για περιορισμένο χρόνο για να καταλήξει απλώς στη μηχανή, και να καταστράφηκε και η αντλία. Ωστόσο, δεν εξηγεί, όταν περάσει η βενζίνη, έστω σε περιορισμένη ποσότητα, από την αντλία, για να καταλήξει στη μηχανή, κατά πόσον η αντλία και ο αγωγός από όπου πέρασε το λανθασμένο καύσιμο, εάν δεν αποστραγγιστούν άμεσα και καθαριστούν τα ίχνη βενζίνης, εάν υπάρξει αργοπορία στην παρέμβαση, τότε, στα λεγόμενά του, υπάρχει δυνατότητα καταστροφής και της αντλίας, και του αγωγού. Ότι ένα μοντέλο της χρονολογίας του οχήματος του Ενάγοντος είχε και μέταλλα στην κατασκευή του, που κατά τη θέση του ΜΥ2 δημιουργεί λιγότερο ρίσκο να φτάσει στα άκρα η ζημιά, δεν εξηγείται με αναφορά στο αποτέλεσμα, ότι έφτασε. Και υπονοεί τι ακριβώς η όλη αναφορά του ΜΥ2; Ότι ένα όχημα του οποίου η μηχανή λειτουργούσε κανονικά, ως το όχημα του Ενάγοντος που επισκέπτονταν τακτικά το πρατήριο, που οδηγήθηκε στο πρατήριο τη συγκεκριμένη ημέρα, και από το πρατήριο έφυγε κανονικά, εφοδιάστηκε σκόπιμα με λανθασμένο καύσιμο μικρής αξίας, για να αλλαχθεί ευκαιριακά ολόκληρη η μηχανή που ήθελε άλλαγμα; Όχι πως αποκλείεται να συμβεί και κάτι τέτοιο, αλλά δεν προκύπτει από μαρτυρία τέτοιος συνειρμός. Τουλάχιστον με βάση τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 που επιθεώρησαν το όχημα και δεν φαίνεται ανειλικρινής ο λόγος τους, ούτε αντιτίθεται σε διαφορετική μαρτυρία σε σχέση με την εκτίμηση της ζημιάς του οχήματος κατόπιν επιθεώρησής του, ότι η ζημιά υπήρξε, στην έκταση που περιγράφουν οι ΜΕ2 και ΜΕ
- Πιθανούς λόγους για την έκτασή της δίνει και ο ΜΥ
- Και ο ένας εξ αυτών, τουλάχιστον, συνάδει και με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ
- Ειδικότερα, εξηγεί και ο ΜΥ2, πως επειδή η βενζίνη είναι ελαφρύτερη από το πετρέλαιο, τα δύο καύσιμα χωρίζουν, το βαρύ κάτω και το ελαφρύ πάνω, και άρα πρέπει να εξαντληθεί το πετρέλαιο και στη συνέχεια να έρθει η επαφή με τη βενζίνη. Όταν αρχίσει η βενζίνη να εισέρχεται στο σύστημα τροφοδοσίας εν κινήσει, εξαερώμενη, ψεκάζεται στον θερμό κύλινδρο και εκρήγνυται σταδιακά με την είσοδο της στον θάλαμο πριν ακόμα φτάσει στο πιστόνι, στο άνω νεκρό σημείο, με αποτέλεσμα το όχημα να αποσυντονιστεί και να σβήσει ακαριαία. Τονίζει πως, μέχρι να συμβεί αυτό, καμία ζημιά δεν έχει επέλθει και στη μηχανή. Ζημιά, όπως εξηγεί, και η εξήγησή του είναι πειστική και αυτή είναι που συνάδει και με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ1, αλλά και με τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 που διαπίστωσαν την έκταση της ζημιάς, μπορεί να προκληθεί εάν επιχειρηθεί επανειλημμένα και επίμονα να ξεκινήσει το όχημα και ιδιαίτερα εάν ψεκαστεί μέσω της εισαγωγής του αέρα με βοηθητικό χημικό για να βοηθηθεί η καύση. Τότε, όπως αναφέρει, υπάρχει μεγάλη περίπτωση να υπάρχουν δυνατές προαναφλέξεις στον θάλαμο, με αποτέλεσμα να υπάρξει και ζημιά στο πιστόνι. Λέει, όμως, ο ΜΥ2, πως κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, χωρίς να εξηγεί γιατί δεν υφίσταται, εφόσον τα γεγονότα που μαρτυρούνται είναι πως το όχημα έκανε συνεχώς διακοπές, ο Ενάγων, που ευλόγως δεν μπορούσε να εικάσει εξ αρχής την αιτία της βλάβης επιχειρούσε να το ξεκινήσει, αλλά διακόπτονταν συνεχώς, μέχρι που σταμάτησε η λειτουργία της μηχανής, το καύσιμο έμεινε στο όχημα, και εν τέλει, ως αποτέλεσμα, υπήρξε η έκταση της ζημιάς που μαρτυρούν οι ΜΕ2 και ΜΕ
- Λέει, ο ΜΥ2, πως, λόγω της ηλικίας του, το όχημα πιθανόν να χρειάζονταν επισκευή της μηχανής, χωρίς κατ' ανάγκη αυτή η αναγκαιότητα να προκύπτει από τη χορήγηση λανθασμένου καυσίμου. Βεβαίως, δεν υπάρχει μαρτυρία πως το όχημα του Ενάγοντος, πριν από τη χορήγηση του λανθασμένου καυσίμου, παρουσίασε πρόβλημα στη μηχανή, ασχέτως της ηλικίας του, και ότι μέχρι να φτάσει από το πρατήριο (Γεροσκήπου) στην Τίμη θα σταματούσε και δεν θα ξεκινούσε ξανά. Εκφράζει την απορία, ο ΜΥ2, ως προς τον λόγο που ο Ενάγων αποφάσισε να δαπανήσει τόσα χρήματα για την επισκευή του, το κόστος της οποίας προσεγγίζει την αγοραία αξία του. Δεν αμφισβητεί, όμως, το γεγονός ότι μπορούσε να επισκευαστεί το όχημα, καθότι δεν καταστράφηκε ολοσχερώς. Το όφελος του Ενάγοντος να αποκτήσει μια νέα μηχανή έναντι στην παλαιά που είχε, μπορεί να εκτιμηθεί στο πλαίσιο υπολογισμού των αποζημιώσεων, αλλά όχι ως προς την αιτιακή σύνδεση της αμελούς ενέργειας με τη ζημιά ή και την έκτασή της. Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, πως ο ΜΥ2 σχολιάζει τη μαρτυρία του ΜΕ3, πως δεν υπολογίζει τα εξαρτήματα για την αντλία του πετρελαίου και τα πέκκα ψεκασμού, ενώ αναφέρεται σε καταστροφή της αντλίας πετρελαίου και στα πέκκα, και λέει, ο ΜΥ2, πως, θα προέκυπταν ακόμα €690,20 για τέτοια επισκευή, επιχειρώντας, εξ αυτής της «παράλειψης» του ΜΕ3, να συνάγει ότι δεν ευσταθεί το επιχείρημα περί καταστροφής της αντλίας και ότι ισχύει η δική του εκδοχή (ότι δεν καταστράφηκε), ή και ότι δεν υπήρξε σχετικότητα με το λανθασμένο καύσιμο. Βεβαίως, η συσχέτιση στην αναφορά αυτή του ΜΥ2 είναι θεωρητική, καθώς ο ίδιος δεν αμφισβητεί πως η έκταση της ζημιάς, χωρίς την αλλαγή της αντλίας και των πέκκων, είναι όση εκτιμά ο ΜΕ3 (ορθά ή λανθασμένα). Θίγει εξ αυτών απλώς την επιστημοσύνη των αναφορών των ΜΕ2 και ΜΕ3 περί καταστροφής της μηχανής, σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η μέθοδος ελέγχου της εσωτερικής κατάστασης της μηχανής, και με το ότι η αιτία της εισαγωγής της βενζίνης στη δεξαμενή καυσίμων του οχήματος από μόνη της δεν προκαλεί καταστροφή της μηχανής. Όπως όμως και ο ίδιος ο ΜΥ2 ανέφερε προηγουμένως, πιο εκτεταμένη ζημιά μπορεί να προκαλέσει η επίμονη προσπάθεια επανεκκίνησης του οχήματος με το λανθασμένο καύσιμο ή και η παρατεταμένη και στάσιμη παραμονή του καυσίμου στα μέρη του οχήματος, ενώ ο ΜΥ2 δεν φαίνεται να γνωρίζει ότι η εισροή του λανθασμένου καυσίμου στη δεξαμενή καυσίμων του οχήματος δεν ήταν μια μεμονωμένη συνθήκη που σταμάτησε σε αυτή την εισροή, χωρίς οποιονδήποτε άλλο μετέπειτα χειρισμό του οχήματος με το λανθασμένο καύσιμο μέσα. Έπειτα, δεν μαρτυρεί, ο ΜΥ2, ότι στο στάδιο που έγιναν παρεμβάσεις στο όχημα, θα ήταν αρκετό να αποστραγγιστεί το καύσιμο από τη δεξαμενή και να καθαριστούν τα σημεία επαφής, για να λειτουργεί το όχημα όπως πρέπει, και άρα ότι γι' αυτό δεν ήταν αναγκαία η αλλαγή στη μηχανή ή όποιες άλλες ενέργειες ισχυρίζονται οι ΜΕ2 και ΜΕ3, που μάλιστα, κατά τον ΜΥ2, δεν χρεώθηκαν. Δεν εισηγείται, ο ΜΥ2, συγκεκριμένο διαφορετικό κόστος επισκευής, εφόσον δεν γνωρίζει και την έκταση της ζημιάς, στο στάδιο παρέμβασης, πέρα από τη θεωρητική πληροφορία. Από την υφιστάμενη μαρτυρία, προκύπτει ότι η ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα του Ενάγοντος λίγο μετά την αναχώρησή του από το πρατήριο καυσίμων, δεν οφείλεται σε κάποιαν άλλην αιτία (π.χ. ηλικία ή κακή κατάσταση του οχήματος του Ενάγοντος), πλην της χορήγησης λανθασμένου καυσίμου. Δεν προκύπτει πως θα μπορούσε η ίδια ζημιά, το ίδιο αποτέλεσμα, να προκληθεί ούτως ή άλλως, με χρονική εγγύτητα, ακόμα κι αν εξέλιπε η χορήγηση του λανθασμένου καυσίμου. Για την έκταση της ζημιάς, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3, που επιθεώρησαν το όχημα, εφόσον η αξιοπιστία της μαρτυρίας τους δεν κλονίζεται με τις αναφορές του ΜΥ2, ο οποίος δεν επιθεώρησε το όχημα και δεν αναφέρεται σε συνάρτηση με τον τρόπο χειρισμού της ζημιάς από τον Ενάγοντα. Ως προς το τελευταίο, δεν μαρτυρείται συγκεκριμένα πως, εάν ο Ενάγων μπορούσε να καταλάβει νωρίτερα την αιτία του προβλήματος στο όχημά του και να μην προβαίνει σε προσπάθειες επανεκκίνησής του αλλά άμεσα και επιτόπου σε ενέργειες αφαίρεσης και αποστράγγισης ή άλλες κατάλληλες, θα μπορούσε να μειώσει τη ζημιά του σε χαμηλότερο ύψος, και ποιο είναι αυτό. Η μόνη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο ως εκτίμηση ζημιάς κατόπιν επιθεώρησης του οχήματος είναι αυτή των ΜΕ2 και ΜΕ
- Αν και είναι κατανοητή η διάσταση που δίδει η παρέμβαση της Εναγόμενης 1, δεν μαρτυρείται πως, όταν κατάλαβε το λάθος ο Ενάγων και το επικοινώνησε πρώτα στους Εναγόμενους, να έλαβε συγκεκριμένες οδηγίες ως προς το τι να πράξει ακριβώς. Δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιο έτοιμο ή γενικευμένο πλάνο διαχείρισης περιπτώσεων χορήγησης λανθασμένου καυσίμου, ενώ είναι κάτι που απλώς μπορεί να συμβεί. Δεν θεωρώ πως το ποσό που αξιώνει ο Ενάγων για την κάλυψη της ζημιάς του οχήματος, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, είναι υπερβολικό, έχοντας κατά νου και όσα ο ίδιος ο ΜΥ2 ανέφερε, πως δεν χρεώνεται το σύνολο των εργασιών που θα έπρεπε να γίνουν σε περίπτωση τέτοιας εκτεταμένης ζημιάς. Δεν είναι αναγκαία κάποια άλλη αναπροσαρμογή, υπό τις περιστάσεις. Ο Ενάγων αποδεικνύει επιτυχώς τη ζημιά και την αιτιώδη συνάφειά της με την αμελή ενέργεια του υπαλλήλου της Εναγόμενης 1, καθώς και το ύψος της ζημιάς του οχήματός του και τα έξοδα εκτίμησης, που δεν αμφισβητήθηκαν. Όσον αφορά την απώλεια χρήσης που ο Ενάγων απαιτεί στο ποσό των €150,00, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με τον χρόνο παραμονής του οχήματος στο συνεργείο και για τέτοια απώλεια χρήσης, ενώ το ποσό των €30,00 για το κόστος της βενζίνης που απαιτεί ο Ενάγων, επίσης, δεν έχει αποδειχθεί· ως προς το τελευταίο, θα είχε δαπανηθεί ούτως ή άλλως για το ορθό καύσιμο. Η Εναγόμενη 1 δεν αμφισβητεί πως, σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κεφ. 148, που ενσωματώνει και τις σχετικές νομολογιακές αρχές, η ίδια έχει εκ προστήσεως ευθύνη για την αμελή πράξη του υπαλλήλου της. Δηλαδή, ότι το άτομο που εισήγαγε το καύσιμο βενζίνης στο όχημα του Ενάγοντος ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 1, στο πλαίσιο άσκησης σχετικών καθηκόντων του, είναι παραδεκτό. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, ο ΜΕ1 λέει ότι υποσχέθηκε πως θα αποζημίωνε τον Ενάγοντα, για οποιαδήποτε ζημιά προκλήθηκε συνεπεία της συμπεριφοράς του υπαλλήλου της Εναγόμενης 1, πράγμα που όμως δεν έγινε. Προσκομίζει την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε για την υπόθεση, που περιλαμβάνει επιστολή ημερομηνίας 10.08.2018 (Τεκμήριο 1α), απαντητική επιστολή ημερομηνίας 12.09.2018 (Τεκμήριο 1β), πρόσθετη απαντητική επιστολή ημερομηνίας 17.09.2018 (Τεκμήριο 1γ), νέα επιστολή εκ μέρους του Ενάγοντος ημερομηνίας 27.09.2018 (Τεκμήριο 1δ) και νέα απαντητική επιστολή ημερομηνίας 03.10.2018 (Τεκμήριο 1ε). Η επιστολογραφία και όσα αναφέρονται σε αυτήν ως προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης, που δεν αμφισβητείται, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο ούτε λειτουργούν ως παραδοχές ευθύνης. Ο ΜΥ1 μαρτυρεί και είναι βάσιμη η θέση του, συνάδουσα με τη λοιπή μαρτυρία, πως ενεργούσε πάντοτε υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 και δεν συμφώνησε οποτεδήποτε με τον Ενάγοντα να τον αποζημιώσει από προσωπική του περιουσία. Η αγωγή του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου 2 δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο Ενάγων έχει αποδείξει την απαίτησή του εναντίον της Εναγόμενης 1 μόνον για το συνολικό ποσό των €1.971,33, πλέον νόμιμο τόκο, και δεν φαίνεται να καταχράται τη διαδικασία, εάν δεν αποζημιώθηκε από την Εναγόμενη
- Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής, και ότι το αποτέλεσμα της αγωγής είναι η επιτυχία της αγωγής του Ενάγοντος εναντίον της Εναγόμενης 1 αλλά η αποτυχία της αγωγής του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου 2, και το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν κοινά έξοδα, και εφόσον με βάση τον κανόνα αυτό ο Ενάγων θα πρέπει να λάβει έξοδα από την Εναγόμενη 1 αλλά και να πληρώσει έξοδα στον Εναγόμενο 2, η κατάληξη είναι σε διαταγή κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Δηλαδή, ο Ενάγων να πληρώσει μόνον τη δικηγόρο του, στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας, και οι Εναγόμενοι 1 και 2 μόνον τον δικηγόρο τους, στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €1.971,33, πλέον νόμιμο τόκο. Κάθε πλευρά τα έξοδά της. Η αγωγή του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται. Κάθε πλευρά τα έξοδά της. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298. [6] Βλ. και Ξενοφώντος ν. K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd, Πολιτική Έφεση 447/11, ημερομηνίας 15.12.2006, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, και άλλες. [7] Anns v Merton London Borough Council [1978] AC
- [8] Caparo v Dickman [1990] 1 All ER
- [9] Glasgow Corporation v Muir [1943] AC 448 [10] Roe v Minister of Health [1954] 2 QB 66 [11] Walker v County County Northumberland [1995] 1 All ER
- [12] Cork v Kirby MacLean Ltd [1952] 2 All ER
- [13] Barnett v Chelsea and Kensington Management Committee [1956] AC
- [14] Wilsher v Essex Area Health Authority [1988] AC 1074, Bonnington Castings Ltd v Wardlaw [1956] AC 613 [15] County Ltd v Girozentrale [1996] 3 All ER 834, 849 b-c, Beldam LJ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο