← Κύπρος

ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΙΡΙΔΑ ΤΑΛΙΑΔΩΡΟΥ, Αγωγή αρ. 2667/2013, 10/4/2023

ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΙΡΙΔΑ ΤΑΛΙΑΔΩΡΟΥ, Αγωγή αρ. 2667/2013, 10/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2667/2013 ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγουσα v. ΙΡΙΔΑ ΤΑΛΙΑΔΩΡΟΥ Εναγόμενη Αίτηση της ημερομηνίας 27.09.2022 για παραμερισμό απόφασης ψήφισης καταλόγου εξόδων Ημερομηνία: 10 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια (Ίριδα Ταλιαδώρου): Β. Κυπριανού (κα) για Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η αίτηση Λ. Λουκαΐδου - Θεοφάνους ΔΕΠΕ: Λ. Παπαλουκάς για Λ. Λουκαΐδου - Θεοφάνους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 23.11.2020, την 19.02.2021, εκδόθηκε από τον Πρωτοκολλητή πιστοποιητικό ψήφισης των εξόδων που οφείλει η Αιτήτρια στους δικηγόρους που την εκπροσώπησαν ως εναγόμενη στη διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στο ποσό των €5.856,40, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €4.854,

  1. Με την υπό εξέταση αίτησή της, η Αιτήτρια ζητά τον παραμερισμό της απόφασης αυτής του Πρωτοκολλητή, μεταξύ άλλων, βάσει της Δ.17,κ.10 και της Δ.59,κκ.17,35 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Ισχυρίζεται πως δεν της είχε δοθεί η δυνατότητα να αμφισβητήσει τα ποσά που επιδικάστηκαν και να ισχυριστεί τα ποσά που πληρώθηκαν, και στην αίτηση αποκρύπτονταν αληθινά γεγονότα. Εξιστορεί πως προσέγγισε τους δικηγόρους που την είχαν εκπροσωπήσει στην αγωγή και υπέγραψε διοριστήριο με βάση το οποίο συμφωνήθηκε η αμοιβή των δικηγόρων να είναι σύμφωνα με τους ΚΠΔ. Οι δικηγόροι, κατά τη διάρκεια της εκπροσώπησης, ζητούσαν χρηματικά ποσά, και η ίδια προέβη σε διάφορες πληρωμές. Προσκομίζει επιταγές με βάση τις οποίες, όπως λέει, πλήρωνε και τα δικά της έξοδα και τα έξοδα για άλλη υπόθεση, φίλης της. Δεν έλαβε αποδείξεις. Την 13.08.2020, ενημερώθηκε πως εκδόθηκε τελική απόφαση εναντίον της και της ζητήθηκε να πληρώσει και έξοδα με βάση πρόχειρο κατάλογο εξόδων των δικηγόρων, ύψους €8.768,
  2. Όταν αρνήθηκε, γιατί θεώρησε το ποσό αδικαιολόγητο, της εστάλη νέος κατάλογος για το ποσό των €6.951,52, το οποίο εξακολούθησε να αμφισβητεί, οπότε και ζήτησε να ψηφιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Παραδέχεται ότι της επιδόθηκε η αίτηση ημερομηνίας 23.11.2020 με τον κατάλογο για το ποσό των €7.142,32, με κλήση να εμφανιστεί στο Δικαστήριο την 22.01.2021 για την ψήφιση. Λόγω των περιοριστικών μέτρων και των διαταγμάτων που λαμβάνονταν για τον περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας Covid-19 και συγκεκριμένα του διατάγματος ημερομηνίας 08.01.2021 (ΚΔΠ 6/2021) δεν μπόρεσε να εμφανιστεί. Η κυρία κατοικία της εκείνη την περίοδο ήταν στη Λευκωσία, όπου εργάζονταν, και δεν μπορούσε να μεταβεί στην Πάφο. Μετέβη μάλιστα στον Αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, στη Λευκωσία, για να αιτηθεί εξαίρεση και δεν της επιτράπηκε, αφήνοντάς την με την εντύπωση πως η υπόθεση θα αναβάλλονταν. Την ίδια ενημέρωση είχε και από το γραφείο των δικηγόρων, όταν τους ενημέρωσε πως δεν μπορούσε να εμφανιστεί. Δεν ενημερώθηκε από οποιονδήποτε εκ των υστέρων να εμφανιστεί σε άλλην ημερομηνία, ενώ ανέμενε. Αντ' αυτού, έλαβε μήνυμα από τους δικηγόρους ότι εκδόθηκε πιστοποιητικό ψήφισης. Μελετώντας την απόφαση του Πρωτοκολλητή, θεωρεί ότι ενήργησε με πλάνη, ενώ ούτε η απόφαση του Πρωτοκολλητή της επιδόθηκε. Κατέβαλε, όπως λέει, περισσότερα από όσα υπολογίζει το δικηγορικό γραφείο. Προβάλλει σχετικούς ισχυρισμούς με υπολογισμούς, με αναφορά στις πληρωμές στις οποίες προέβη. Με την ένστασή της, η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει διάφορους λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση της, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνοπτικά, θέτει πως είναι μια λανθασμένη αίτηση, χωρίς νομικό και πραγματικό υπόβαθρο. Η Αιτήτρια δεν είχε ενστεί στη διαδικασία ψήφισης και δεν συντρέχουν λόγοι παραμερισμού ή αναθεώρησης του καταλόγου εξόδων που ψηφίστηκε, ενώ το Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία να παραμερίζει ή να ακυρώνει κατάλογο εξόδων. Η προθεσμία για υποβολή αίτησης για αναθεώρηση του καταλόγου εξόδων σύμφωνα με τη Δ.59.17 ΚΠΔ έχει εκπνεύσει, και η αίτηση της Αιτήτριας για παραμερισμό δια της Δ.17,κ.10 ΚΠΔ, όπως θέτει, δεν είναι το ορθό δικονομικό διάβημα, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν προβλήθηκε ούτε καλός λόγος για τη μη εμφάνιση της Αιτήτριας κατά τη διαδικασία ψήφισης, ούτε και αμφισβητεί συγκεκριμένο κονδύλι από όσα ψηφίστηκαν. Ως προς τα γεγονότα, όντως, η αίτηση για ψήφιση του καταλόγου εξόδων επιδόθηκε στην Αιτήτρια, η οποία, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη διαδικασία για να ενστεί σε κάποιο κονδύλι, ενώ όσα αναφέρει στη μαρτυρία της σε σχέση με πληρωμές έναντι δεν έχουν σχέση με τη διαδικασία της ψήφισης. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς αντεξέταση. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Η ψήφιση των εξόδων που οφείλει ο διάδικος στον δικηγόρο του, για την εκπροσώπησή του σε αγωγή, γίνεται στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής όπου παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες, προς αποφυγή πολλαπλών δικαστικών διαδικασιών, αλλά και για διασφάλιση της δυνατότητας τα έξοδα αυτά να γίνονται μέρος της απαίτησης έναντι στον αντίδικο και να διεκδικείται η κάλυψή τους. Σύμφωνα με τη Δ.59,κκ.28,29 ΚΠΔ, όταν υποβάλλεται αίτηση για τη ψήφιση των εξόδων, ο Πρωτοκολλητής ορίζει χρόνο για τη ψήφιση, που κατά τη γνώμη του είναι επαρκής για να μπορέσουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να εμφανιστούν ενώπιον του, και επιδίδεται σχετική ειδοποίηση. Η δε διαδικασία που ακολουθείται για τη ψήφιση ενώπιον του Πρωτοκολλητή, είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα η ίδια όπως και η διαδικασία κατά την ακρόαση μιας αγωγής. Η διαδικαστική αυτή αναλογία επιτρέπει, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης ενδιαφερόμενου μέρους κατά τη διαδικασία της ψήφισης, η διαδικασία της ψήφισης να προχωρήσει στην απουσία του. Το πιστοποιητικό ψήφισης εξόδων που εκδίδεται για τα έξοδα διάδικου -δικηγόρου καθορίζει, εφόσον δεν εφεσιβλήθηκε ως προς τα επιμέρους κονδύλια (Δ.59,κ.17 ΚΠΔ), κατά τελεσίδικο τρόπο, το ύψος της αμοιβής που οφείλει ο διάδικος προς τον δικηγόρο του. Όπως συνάγεται και από την Λ. Παπαφιλίππου & Σία Πολιτική Έφεση 79/2011, ημερομηνίας 11.09.2013, αλλά και από το ίδιο το κείμενο της Δ.59,κ.35 ΚΠΔ, δεν υπάρχει εξομοίωση του πιστοποιητικού ψήφισης εξόδων με τη δικαστική απόφαση για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση [βλ. και Παπακκοκκίνου ν. Δήμου Πάφου

(2000)1 ΑΑΔ 297]. Συνακόλουθα, το πιστοποιητικό ψήφισης καταλόγου εξόδων που εκδόθηκε ερήμην, παρόλο που εκτελείται ως δικαστική απόφαση, δεν είναι δικαστική απόφαση που παραμερίζεται από το Δικαστήριο με τον ίδιο τρόπο ή διαδικασία παραμερισμού των δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με την Δ.59,κ.17 ΚΠΔ, που επίσης χρησιμοποιείται στη νομική βάση της αίτησης της Αιτήτριας, οποιοδήποτε μέρος που δεν είναι ικανοποιημένο με το πιστοποιητικό ψήφισης εξόδων, όσον αφορά οποιοδήποτε κονδύλι, μπορεί να αιτηθεί την αναθεώρησή του, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία έκδοσής του, διαδικασία μέσω της οποίας το Δικαστήριο αναθεωρεί το πιστοποιητικό ψήφισης εξόδων. Η Αιτήτρια δεν χρησιμοποιεί αυτή τη διαδικασία, παρά τη χρήση της διαταγής στη νομική βάση της αίτησής της. Η αίτησή της δεν είναι αίτηση για αναθεώρηση, ούτε υποβάλλεται παραδεκτά, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ούτε αναφέρεται σε συγκεκριμένα κονδύλια που ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και που η ίδια αμφισβητεί για συγκεκριμένους λόγους, και θέλει να αναθεωρηθούν από το Δικαστήριο, ούτε υποδεικνύεται λάθος αρχή (π.χ. λανθασμένη κλίμακα) ή αντικανονικότητα στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Είθισται η διαδικασία αυτή της αναθεώρησης, ως εκ της φύσης της, να χρησιμοποιείται όχι απλώς όταν αμφισβητείται συγκεκριμένο κονδύλι ή απλός υπολογισμός (mere question of quantum or of quoties), αλλά όταν υπάρχει λάθος αρχής, ή όταν υπάρχει αντικανονικότητα της ενώπιον του Πρωτοκολλητή διαδικασίας, αν και δεν αποκλείεται να αναθεωρηθεί κονδύλι, όταν υπάρχει έκδηλα υπερβολική και αδικαιολόγητη χρέωση[1]. Η προαναφερόμενη αναλογία, της διαδικασίας κατά τη ψήφιση και της διαδικασίας κατά την ακρόαση αγωγής, δεν καθιστά εφαρμόσιμη οποιαδήποτε εκ των Δ.17,κ.10 ή Δ.26,κ.14 ή Δ.33,κ.5 ΚΠΔ στη διαδικασία ψήφισης καταλόγου εξόδων ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Αυτές οι διατάξεις εφαρμόζονται για τις περιπτώσεις που προβλέπουν η κάθε μία. Δεν προβλέπεται ρητά στην εγχώρια ρύθμιση της Δ.59 ΚΠΔ κάποια διαδικασία παραμερισμού πιστοποιητικού ψήφισης εξόδων από τον Πρωτοκολλητή, ωστόσο η ίδια προαναφερόμενη διαδικαστική αναλογία, σε συνάρτηση και με την ευρύτητα των εξουσιών του Πρωτοκολλητή κατά τη διαδικασία της ψήφισης, δίδει τη δυνατότητα στον Πρωτοκολλητή, ως το όργανο που εκδίδει το πιστοποιητικό ψήφισης, να τροποποιεί, να ακυρώνει ή να διορθώνει ή να παραμερίζει δικές του αποφάσεις, για λόγους που ο ίδιος μπορεί να θεωρεί ότι συνάδουν με τη δίκαιη ψήφιση. Εξάλλου, η ενώπιον του Πρωτοκολλητή διαδικασία ψήφισης εξόδων, αν και διαδικαστικά προσεγγίζει τις αρχές μιας δίκης αγωγής, δεν είναι αντιπαραθετική, ώστε, εάν παραλείψει να εμφανιστεί στη διαδικασία το ενδιαφερόμενο μέρος, να εγκρίνονταν οποιαδήποτε ποσά αξιώνει η άλλη πλευρά. Και πάλι, ο Πρωτοκολλητής αναζητεί επαρκή μαρτυρία, για να ικανοποιηθεί για τα κονδύλια που ζητούνται. Η διαδικασία της αναθεώρησης από τον Πρωτοκολλητή ή από το Δικαστήριο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα πρόσωπα που είναι τα μέρη σε μια διαδικασία ψήφισης και τα αφορά. Έπεται πως, εάν ένα πρόσωπο που δεν είναι μέρος σε αυτή τη διαδικασία ψήφισης εξόδων, επιθυμεί να ζητήσει την «αναθεώρηση» του πιστοποιητικού ψήφισης, επειδή θεωρεί πως έχει έννομο συμφέρον, μπορεί, δικονομικά, να το επιχειρήσει μόνον μέσα από διαδικασία αίτησης για ακύρωση στο Δικαστήριο. Κατ' επέκταση, δεν μπορεί να λεχθεί πως το Δικαστήριο δεν την εξουσία γενικά να παραμερίζει (set-aside) πιστοποιητικά ψήφισης καταλόγων εξόδων, στη βάση των αρχών που διέπουν τη φυσική δικαιοσύνη, ως θέμα δικαίου και εκ της ιδιότητας του ως Δικαστήριο δικαίου· όπου τίθεται τέτοιο θέμα δικαίου. Εάν διενεργήθηκε κανονική επίδοση της αίτησης για ψήφιση του καταλόγου εξόδων και ήταν μια έγκυρη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοκολλητή, όπου το (κάθε) ενδιαφερόμενο μέρος είχε την ευκαιρία να ακουστεί στη διαδικασία ψήφισης, και απλώς δεν εμφανίστηκε, για λόγους που αφορούν το πρόσωπο αυτό, τις ανάγκες «παραμερισμού» καλύπτει επαρκώς η διαδικασία της αναθεώρησης, περιλαμβανομένης της διαδικασίας αναθεώρησης από το Δικαστήριο (review by judge) που προβλέπεται στη Δ.59,κ.17 ΚΠΔ («and the Court may thereupon make such order as it may think just»), η οποία δεν προϋποθέτει κάποια προηγούμενη αναθεώρηση από τον Πρωτοκολλητή, και πρόσθετα διασφαλίζει τη σύντομη τελεσιδικία. Η διαδικασία της δικαστικής αναθεώρησης, ως προβλέπεται, δίδει τη δυνατότητα ενεργοποίησής της και από πρόσωπο που δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοκολλητή, συνθήκη που δεν του αποστερεί την ιδιότητα του μέρους (party) που, σε περίπτωση διαφωνίας με το αποτέλεσμα, μπορεί να ζητήσει αναθεώρηση. Η αναθεώρηση γίνεται με βάση την ίδια μαρτυρία που είχε ενώπιον του ο Πρωτοκολλητής. Το μέρος που επιτυγχάνει στην αίτηση για αναθεώρηση, μπορεί παρά ταύτα να καταδικαστεί στα έξοδα της αναθεώρησης, εάν είχε αποτύχει να ικανοποιήσει τον Πρωτοκολλητή, όταν και ενόσω το θέμα ήταν ενώπιον του[2]. Τα προαναφερόμενα προδιαγράφουν και την κατάληξη. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και με ένα πλαίσιο ουσιαστικών αρχών όμοιο με αυτό που εφαρμόζεται στις Δ.17,κ.10, Δ.26,κ.14 και Δ.33,κ.5 ΚΠΔ να μπορούσε να πορευτεί η Αιτήτρια, δεν θα μπορούσε να επιτύχει η αίτησή της. Αφενός, η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί επαρκώς την παράλειψή της να εμφανιστεί κατά τη διαδικασία ψήφισης. Αφετέρου, δεν προβάλλει οποιαδήποτε καλή εκ πρώτης όψεως «υπεράσπιση». Όσον αφορά την πρώτη παράλειψη, τα διατάγματα της Πολιτείας δια των οποίων επιβάλλονταν περιοριστικά μέτρα για υγειονομικούς λόγους, δεν εμπόδισαν οποτεδήποτε τη διεξαγωγή δικαστικών διαδικασιών, που, σε κάθε ουσιώδη χρόνο, διεξάγονταν κανονικά, με ανάλογες ρυθμίσεις προσαρμοσμένες στην υγειονομική ανάγκη, μέσω των κατευθυντήριων οδηγιών που εκδίδονταν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εάν η Αιτήτρια ήθελε να εμφανιστεί στη διαδικασία ψήφισης εξόδων, και για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούσε για λόγο που οφείλονταν στην πανδημία, μπορούσε απλώς να επικοινωνήσει με το Πρωτοκολλητείο, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα ή και ενημερώνοντας σχετικά. Δεν φαίνεται να το έπραξε. Δεν αναφέρει οτιδήποτε που να εμπόδιζε την επικοινωνία της, αλλά ούτε και τη μετακίνησή της για σκοπούς Δικαστηρίου, που, κι εκείνη, δεν φαίνεται στο Δικαστήριο να απαγορεύονταν. Όσον αφορά τη δεύτερη παράλειψη, δεν υποδεικνύει, η Αιτήτρια, συγκεκριμένα κονδύλια που ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και με τα οποία η ίδια διαφωνεί και τα οποία θα αμφισβητούσε εάν ακούγονταν σε διαδικασία ψήφισης. Οι ισχυρισμοί της περί πληρωμών έναντι δεν έχουν σχέση με τη διαδικασία ψήφισης καθαυτή· προϋποθέτουν τη διαδικασία ψήφισης, για να γίνει εκ των υστέρων ο λογισμός, και να διαπιστωθεί τυχόν υπόλοιπο. Ο συνδυασμός των δύο, δηλαδή της μη επαρκούς δικαιολόγησης του λόγου μη εμφάνισης και της απουσίας καλής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν δείχνει εύλογο λόγο για παραμερισμό του πιστοποιητικού ψήφισης που εκδόθηκε ερήμην της, ακόμα και στη βάση των αρχών παραμερισμού ερήμην δικαστικών αποφάσεων. Έχοντας εξηγήσει τα ανωτέρω, η αίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει, και γι' αυτό απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει, εφόσον δεν υποδεικνύεται λόγος απόκλισης, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Re Catlin
(1854)18 Beav 508, Friend v Solly
(1847)10 Beav 329, Alsop v Lord Oxford
(1833)1 My & K 564, Re Brown 4 Eq. 464, Fenton v. Crichett 3 Mad. 496, Russell v. Buchanan 9 Sim. 167, Turnbull v. Janson 3 C.P.D. 264, Smith v. Buller 19 Eq. p. 474. [2] Sturge v Dimsdale
(1846)9 Beav 170. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.