Ο.Π. Σ. Ε. Δ. Γ. κ.α. ν. G. V. N. F. L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1293/2015, 24/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1293/2015 Μεταξύ: Ο.Π. Σ. Ε. Δ. Γ. Π. Π. Π. Χ. Λ., από την Πόλη Χρυσοχούς Ενάγουσας και
- G. V. N. F. L. (υπό διαχείριση), από την Λευκωσία
- Χ. Ι., από την Λευκωσία Εναγομένων και Τ. Κ. Δ. Ε. Λ. Τριτοδιαδίκου Και βάσει Ειδοποιήσεως ημερομηνίας 20.05.20 (άρθρο 18 του Ν.169(Ι)/2015) Μεταξύ: Ο.Π. Σ. Ε. Δ. Γ. Π. Π. Π. Χ. Λ. από την Πόλη Χρυσοχούς Ενάγουσας και
- G. V. N. F. L. (υπό διαχείριση) από την Λευκωσία
- Χ. Ι., από την Λευκωσία Εναγομένων και G. H. L. Τριτοδιαδίκου Αίτηση ημερομηνίας 17.03.22 Τριτοδιαδίκου για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 24.01.23 Εμφανίσεις: Για Τριτοδιάδικο-Αιτήτρια: κος Χρ. Ιωσήφ για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2-Καθ' ου η αίτηση: κα Η. Κων/νου για κ.κ. Γιώργο Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση η Τριτοδιάδικος αιτείται τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης με την προσθήκη νέας παραγράφου, στην οποίαν να δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι ο Εναγόμενος 2 υπέχει προσωπική ευθύνη έναντι της Ενάγουσας, η Τριτοδιάδικος δεν οφείλει να τον αποζημιώσει βάση της επιστολής κάλυψης ημερ. 03.11.2011 επειδή αυτός δεν άσκησε και/ή ασκούσε, ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της Εναγομένης 1 εταιρείας, με τη δέουσα φροντίδα, προσοχή και επιμέλεια που απαιτείτο και/ή διότι προέβαινε σε πράξεις που δεν ενέπιπταν/εμπίπτουν στο πλαίσιο της ορθής και εύλογης εκτέλεσης της διαχείρισης της περιουσίας της Εναγομένης
- Στην ίδια παράγραφο που επιδιώκεται η προσθήκη της, η Τριτοδιάδικος επιθυμεί, μέσω ξεχωριστών υποπαραγράφων, να απαριθμήσει τέτοιες επικαλούμενες επιλήψιμες ενέργειες αναφέροντας συγκεκριμένα πως ο Εναγόμενος 2 σε συνεννόηση και/ή σε συμπαιγνία με άλλους πιστωτές της Εναγομένης 1 κατασκεύασε την παρούσα αγωγή και κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή παράνομα εμπλέκει την Τριτοδιάδικο στην παρούσα δικαστική διαδικασία, ότι παρέδωσε εμπιστευτική αλληλογραφία μεταξύ του ιδίου και της Τριτοδιαδίκου στους πιστωτές της Εναγομένης 1, ότι προέβηκε σε αντιφατικές δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις προς την Ενάγουσα, πιστωτές Εναγομένης 1 και Τριτοδιαδίκου, ότι ο ίδιος δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα και/ή εύλογα μέτρα για να αποκλείσει και/ή περιορίσει την προσωπική του ευθύνη έναντι των αντισυμβαλλομένων της υπό διαχείριση Εναγομένης 1 και ότι προέβηκε σε ασύμφορες προς την υπό διαχείριση Εναγομένη 1 πράξεις που παραθέτει χωρίς επαρκές αντίτιμο και δίχως να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την είσπραξη του. Να σημειωθεί ότι η ακροαματική διαδικασία της αγωγής δεν έχει ξεκινήσει. Τη νομική βάση της αίτησης αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 29, 31 & 32 του Ν.14/60, η Δ.25 Θ.1-9, η Δ.48 Θ.1-12 & η Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Τριτοδιάδικο δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Κ. Χ., λειτουργού στην υπηρεσία της Τριτοδιαδίκου. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται έγγραφα. Η ένορκη δήλωση περιέχει συνοπτική καταγραφή του ιστορικού της παρούσας αγωγής, τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης και τους λόγους που καθιστούν αναγκαία την εισαγωγή της στην έκθεση υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου. Αναφέρομαι σ' αυτά στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος 2 αντέδρασε στις 31.05.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Βασικά οι λόγοι εγείρουν ότι:
(1)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αιτουμένης τροποποίησης.
(2)Τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα του Εναγομένου 2.
(3)Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική.
(4)Η αιτούμενη τροποποίηση εδράζεται σε ανεπίτρεπτη μαρτυρία.
(5)Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση. Η ένσταση εδράζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στη Δ.25 Θ.1-9, στη Δ.48 Θ.1-12 και στη Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Εναγομένου 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Μ. Π., ο οποίος εργάζεται στην εταιρεία στην οποίαν ένας εκ των διευθυντών είναι ο Εναγόμενος 2 και έχει στην κατοχή του τους φακέλους και τα σχετικά έγγραφα των εταιρειών όπου ο εν λόγω Εναγόμενος έχει διοριστεί Παραλήπτης/Διαχειριστής. Μία από αυτές τις εταιρείες είναι η Εναγόμενη
- Προς ενίσχυση της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται έγγραφα. Στην ένορκη δήλωση ο ομνύοντας συμφωνεί με το ιστορικό της αγωγής αυτής που έχει εκτεθεί από την πλευρά της Τριτοδιαδίκου και μέσα από ανάλυση των λόγων ένστασης εξηγεί τις θέσεις του Εναγομένου 2 που στη βάση αυτών θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης αναφέροντας παράλληλα τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχουν συνταγματικά δικαιώματα του Εναγομένου 2 σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συγκεκριμένη αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Π. γίνεται πιο κάτω. Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης καταχωρίστηκε και από την Ενάγουσα, η οποία όμως αποσύρθηκε πριν την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και δικονομικές διατάξεις, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις με κλίμακα εξόδων πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.
- Εφόσον η παρούσα υπόθεση φέρει κλίμακα εξόδων €100.000 - €500.000 και καταχωρήθηκε στις 22.06.15, το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης είναι αυτό που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αιτουμένης τροποποίησης. Ειδικότερα είναι η θέση του ότι: (α) δεν διασαφηνίζονται υφιστάμενες παράγραφοι της έκθεσης υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου, (β) επιχειρείται η εισαγωγή νέων επικαλούμενων γεγονότων που συνιστούν νέες βάσεις αγωγής με αποτέλεσμα να αλλάζει συθέμελα η βάση της υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου, (γ) επιδιώκεται η ενσωμάτωση κατ' ισχυρισμό γεγονότων που είναι άσχετα και ασύνδετα με τα επίδικα θέματα αφού η Ενάγουσα δεν επικαλείται αμέλεια και/ή παράβαση νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου 2 σε αντίθεση με την Τριτοδιάδικο που το επικαλείται στο πλαίσιο γενικών πράξεων του αλλά εάν αυτός συνομολόγησε σύμβαση με την Ενάγουσα ως παραλήπτης/ διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης 1, (δ) οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και/ή για τον καθορισμό των επιδίκων ζητημάτων με αποτέλεσμα αν δεν εγκριθούν δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, (ε) επιδιώκεται η κάλυψη κενών και η διόρθωση αδυναμιών στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου αφού αυτό περιορίζεται σε αναφορά της επιστολής κάλυψης ημερ. 03.11.2011 χωρίς να παραθέτονται γεγονότα ή λεπτομέρειες που να στοιχειοθετούν ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ασκούσε επιμελώς τα καθήκοντα του, (στ) τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό και κατ' επέκταση εκτροχιασμό των επιδίκων θεμάτων, πράγμα που θα οδηγήσει σε περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Από την άλλη η Τριτοδιάδικος σημειώνει ότι: (α) οι αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκουν καλύτερη διασαφήνιση και ορθότερο καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων και των ζητημάτων της υπεράσπισης της, (β) εξειδικεύονται οι θέσεις της, (γ) δεν αλλοιώνει ο πυρήνας της υφιστάμενης υπεράσπισης της, (δ) όχι μόνο δεν περιπλέκεται η δικαστική διαδικασία αλλά αντίθετα καθίσταται ευκολότερος ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων μεταξύ του Εναγομένου 2 και της Τριτοδιαδίκου. Για καλύτερη εξέταση του σκέλους αυτού της υπό κρίση αίτησης θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης 1 εταιρείας, ο οποίος διορίστηκε στις 03.11.2011 από την Τ. Κ. Δ. Ε. Λ. δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (§5 & §6). Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε γραπτές και προφορικές διαβεβαιώσεις για εξόφληση χρεών που δημιουργήθηκαν μετά τον διορισμό του αναφορικά με την πώληση προϊόντων επί πιστώσει στην Εναγόμενη 1 από τους Ενάγοντες (§7, §18, §19 & §20). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 είναι προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε σύμβαση που έγινε από αυτόν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δυνάμει του άρθρου 337
(2)του Κεφ.113 (§24). Αποδίδει στον Εναγόμενο 2 προσωπική ευθύνη στην πληρωμή κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού αξιώνοντας εναντίον του την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ενεργειών και/ή παραλείψεων του. Παρόλα αυτά όμως η Ενάγουσα θεωρεί ότι εφόσον η Τ. Κ. Δ. Ε. Λ. έχει διορίσει τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της με ότι αυτό συνεπάγεται (§26). Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 2, παρόλο ότι παραδέχεται ότι είχε διοριστεί ως παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης 1, εντούτοις απορρίπτει τη θέση της Ενάγουσας ότι είχε συμβληθεί μαζί της και ότι προσωπικά της έδωσε διαβεβαιώσεις για εξόφληση χρέους ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε ο ίδιος είτε υπό την προσωπική του ιδιότητα είτε ως παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης 1 παράγγειλε ή έδωσε οδηγίες στην Ενάγουσα να προμηθεύσει την Εναγόμενη 1 με προϊόντα ή ότι υπέγραψε οποιοδήποτε δελτίο παραλαβής προϊόντων ή αποδέχτηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο και λογαριασμό που αφορούσε την εν λόγω υπό διαχείριση εταιρεία. Ωστόσο μία από τις βασικές θέσεις του Εναγομένου 2 είναι ότι θεωρεί τον εαυτό του αντιπρόσωπο της Τ. Κ. Δ. Ε. Λ. και ισχυρίζεται ότι με το διορισμό του στη θέση του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της Εναγομένης 1, ο εν λόγω πιστωτικός οργανισμός ανέλαβε και/ή δεσμεύτηκε να καλύψει / αποζημιώσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό που ο ίδιος (Εναγόμενος 2) κληθεί να καταβάλει υπό αυτή του την ιδιότητα (§15). Στη βάση του σκεπτικού της πιο πάνω θέσης του, ο Εναγόμενος 2 ενεργοποίησε τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου καταχωρώντας σχετική ειδοποίηση. Στην έκθεση απαίτησης του Εναγομένου 2 εναντίον της Τριτοδιαδίκου δικογραφείται η πιο πάνω ουσιώδη θέση του Εναγομένου 2 ότι σε περίπτωση που αυτός κληθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες δικαιούται να το λάβει από την Τριτοδιάδικο, η οποία οφείλει να συνεισφέρει και/ή να τον αποζημιώσει επειδή ο ίδιος προέβηκε στις ενέργειες υπό την ιδιότητα του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της Εναγομένης 1 (§4). Επαναλαμβάνοντας την τοποθέτηση του ότι η Τριτοδιάδικος τον είχε διορίσει δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (§5), ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η Τριτοδιάδικος ευθύνεται για τις πράξεις του και οφείλει να τον αποζημιώσει σε περίπτωση που κληθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες αναλαμβάνοντας γραπτώς τέτοια δέσμευση κάλυψη του (§6, §7, §8, §9 & §10). Στα πλαίσια της υφιστάμενης υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου στην έκθεση απαίτησης του Εναγομένου 2, η Τριτοδιάδικος εγείρει προδικαστική ένσταση ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της προβάλλοντας δύο λόγους. Πρώτο ότι αν ο Εναγόμενος 2 ενέργησε ορθά, νόμιμα και σε πλήρη συμμόρφωση με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του τότε δεν στοιχειοθετείται το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 2 και κατ' επέκταση δεν δικαιολογείται και δεν στοιχειοθετείται το αγώγιμο δικαίωμα του Εναγομένου 2 εναντίον της Τριτοδιαδίκου. Δεύτερο ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 2 κριθεί αμελής στην εκτέλεση των καθηκόντων του και/ή ότι διενέργησε πλημμελώς τις υποχρεώσεις του, τότε σε καμία, δυνάμει της επιστολής ημερ. 03.11.2011, συνεισφορά και/ή αποζημίωση και/ή κάλυψη ο Εναγόμενος 2 δικαιούται από την Τριτοδιάδικο ((§2(β)). Ανεξάρτητα του πιο πάνω, η Τριτοδιάδικος ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη υπέχει, ότι δεν είναι υπεύθυνοι για πράξεις, παραλείψεις και συμπεριφορά του Εναγομένου και ότι δεν οφείλουν ποσό για να αποζημιώσουν και/ή καλύψουν τον εν λόγω Εναγόμενο για οποιαδήποτε ενέργεια και/ή παράλειψη του που έγινε εκτός των υποχρεώσεων του και/ή της ορθής άσκησης τους (§5). Παράλληλα αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Τριτοδιαδίκου ότι η πιο πάνω επιστολή δεν προνοεί την κάλυψη/αποζημίωση/οικονομική συνεισφορά οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης που είναι αμελής ή δεν συνάδει με την εύλογη και ορθή συμπεριφορά του Εναγομένου 2 ή όταν ο ίδιος ενεργεί εκτός του πλαισίου των καθηκόντων του (§5 & §6). Έχοντας υπόψη μου το πλαίσιο των έγγραφων προτάσεων, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση επιχειρείται τροποποίηση δικογράφου (έκθεση υπεράσπισης Τριτοδιαδίκου στην έκθεση απαίτησης του Εναγομένου 2) πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Μία από αυτές είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). Το γεγονός ότι εδώ η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, χωρίς αμφιβολία, αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης αφού αποφεύγεται ο ευθύς και άμεσος εκτροχιασμός της δίκης σε μία διαδικασία ακρόασης που θα βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου θα ήταν περισσότερο ορατές. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω), Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11, στις οποίες και παραπέμπω. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι αποτελεί βασική δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας πως ο Εναγόμενος 2, ένεκα προσωπικών ενεργειών και/ή παραλείψεων του, ευθύνεται για την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού που ισχυρίζονται ότι τους οφείλεται και σχετίζεται με την πώληση προϊόντων στην υπό διαχείριση Εναγόμενη 1 εταιρεία σε διάφορα χρονικά διαστήματα, στην οποίαν ο Εναγόμενος 2 ασκούσε καθήκοντα παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της. Ωστόσο αποτελεί δικογραφημένη θέση του Εναγομένου 2 ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι ευθύνεται για τη δημιουργία οποιουδήποτε χρέους, αυτό θα πρέπει να πληρωθεί από την Τριτοδιάδικο, η οποία με το διορισμό του ως παραλήπτη/διαχειριστή, δεσμεύτηκε να το πράξει αν χρειαζόταν. Γι' αυτό ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι επειδή η Τριτοδιάδικος ευθύνεται για τις πράξεις του, η τελευταία οφείλει να τον αποζημιώσει επικαλούμενος σχετική επιστολή, αξιώνοντας έτσι την έκδοση διατάγματος που να διατάζει συνεισφορά και/ή αποζημίωση από μέρους της προς τον ίδιο για το ποσό που τυχόν επιδικαστεί εις βάρος του και προς όφελος της Ενάγουσας. Αντίθετη είναι η δικογραφημένη θέση της Τριτοδιαδίκου στο ζήτημα αυτό, η οποία ισχυρίζεται ότι εάν ο Εναγόμενος 2 κριθεί αμελής ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του και/ή ότι ενέργησε εκτός των υποχρεώσεων του ή της ορθής άσκησης τους, τότε δεν δικαιούται σε συνεισφορά και/ή σε αποζημίωση από την ίδια με βάση την ίδια επίμαχη επιστολή, απορρίπτοντας έτσι την αξιούμενη θεραπεία περί πληρωμής οποιουδήποτε ποσού από την ίδια υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω θέσεις που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις και γενικότερα το σύνολο της καταχωρημένης δικογραφίας, ανάγνωσα με προσοχή την αιτούμενη τροποποίηση. Εκείνο που πρέπει να λεχθεί είναι ότι στην υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου δικογραφείται η θέση ότι η αμελής εκτέλεση των καθηκόντων και/ή λήψη ενεργειών που δεν συνάδουν με την ορθή και νόμιμη άσκηση των υποχρεώσεων του δεν καλύπτονται οικονομικά από την επίμαχη επιστολή αλλά τον καθιστούν προσωπικά υπεύθυνο και εκτεθειμένο. Είναι βάση αυτής της δικογραφημένης θέσης που η Τριτοδιάδικος επιδιώκει την προβολή επικαλούμενης, από μέρους του Εναγομένου 2, αμελούς εκτέλεσης καθηκόντων και/ή διενέργεια πράξεων που δεν ενέπιπταν στο πλαίσιο της ορθής και εύλογης εκτέλεσης της διαχείρισης της περιουσίας της Εναγομένης 1. Παρά την περί του αντιθέτου εισήγηση της πλευράς του Εναγομένου 2, το εγχείρημα της προσθήκης των πιο πάνω ουσιαστικά διασαφηνίζει μια υφιστάμενη δικογραφημένη θέση της Τριτοδιαδίκου. Η γενική και αόριστη αναφορά της Τριτοδιαδίκου, όπως αυτή περιέχεται στην έκθεση υπεράσπισης, για μη παροχή οικονομικής κάλυψης του Εναγομένου 2 στην περίπτωση που η εκτέλεση των καθηκόντων του είναι αμελής, πλέον συγκεκριμενοποιείται με την εισαγωγή αναφοράς με την οποίαν να αποδίδεται ευθέως αμελής εκτέλεση καθηκόντων και/ή εκτέλεση πράξεων που δεν συνιστούν ορθή διαχείριση των υποχρεώσεων του. Μάλιστα παρέχεται το πλαίσιο της σκοπούμενης αναφοράς για επικαλούμενη αμελούς συμπεριφοράς και επιλήψιμης εκτέλεσης πράξεων στη βάση λεπτομερειών που παρέχονται. Συνεπώς η εν λόγω θέση της Τριτοδιαδίκου που επιδιώκεται να εισαχθεί προσδίδει μια ξεκάθαρη και συγκεκριμένη μορφή στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης σε ότι αφορά το πλαίσιο των δικογραφημένων ισχυρισμών. Δεν θα έλεγα ότι επιχειρείται η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης, όπως η πλευρά του Εναγομένου 2 ισχυρίζεται. Ούτε συμμερίζομαι τη θέση του Εναγομένου 2 ότι επιδιώκεται η ενσωμάτωση κατ' ισχυρισμό γεγονότων που είναι άσχετα και ασύνδετα με τα επίδικα θέματα. Μέσα από την πιο πάνω συνοπτική αναφορά στα δικόγραφα και στις θέσεις των εμπλεκομένων διαδίκων, διαπιστώνεται ότι το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης συνδέεται στενά με την προαναφερόμενη υφιστάμενη δικογραφημένη θέση. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι με την σκοπούμενη αναφορά η επικαλούμενη βάση υπεράσπισης αποκτά σαφή και άμεση μορφή, ενώ με το υφιστάμενο περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου προβάλλεται εμμέσως και ακροθιγώς. Υπό αυτήν την έννοια το εν λόγω δικόγραφο εμπλουτίζεται. Οι ισχυρισμοί που επιδιώκονται να εισαχθούν οδηγούν σε διεύρυνση της υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου. Αυτό δεν είναι ανεπίτρεπτο. Και εξειδικευμένοι ισχυρισμοί να θεωρηθεί ότι είναι, ως είναι ισχυρισμός του Εναγομένου 2, η φύση τους είναι τέτοια που δεν διαφοροποιούν την ουσία της βάσης της. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι η σκοπούμενη τροποποίηση οδηγεί στην προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης, αυτό δεν καθιστά αυτόματα την υπό κρίση αίτηση υποκείμενη σε απόρριψη. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (πιο πάνω) η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει να υφίσταται κάτι τέτοιο. Ο Εναγόμενος 2 θεωρεί ότι η Τριτοδιάδικος οφείλει να τον καλύψει οικονομικά ενώ ο Τριτοδιάδικος ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Εναγομένου 2 στη βάση επικαλούμενων λεπτομερειών που παραθέτει δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση θα έλεγα ότι ο πυρήνας του δικογράφου της υπεράσπισης δεν έχει μεταβληθεί παρά την πρόθεση για εισαγωγή της αιτούμενης τροποποίησης. Η περί του αντιθέτου εισήγηση του Εναγομένου 2 δεν ευσταθεί. Η κεντρική ουσία της υπεράσπισης, όπως αυτή δικογραφείται, παραμένει αναλλοίωτη. Η εισαγωγή νέων ισχυρισμών εμπλουτίζουν το δικόγραφο της υπεράσπισης επεξηγώντας μέσω της προσθήκης λεπτομερειών υφιστάμενους ισχυρισμούς, τους οποίους και συνδέουν με τους νέους έτσι ώστε να δίδεται μια ολοκληρωμένη εικόνα της εκδοχής της Τριτοδιαδίκου, η ουσία της οποίας είναι ήδη δικογραφημένη. Επαναλαμβάνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα δώσει σαφή μορφή και συγκεκριμένη υπόσταση σε δικογραφημένη θέση της Τριτοδιαδίκου που αφορά το ρόλο του Εναγομένου 2, για τον οποίον προστίθενται λεπτομέρειες που παρατίθενται επί τον οποίον ο εν λόγω ισχυρισμός εδράζεται. Βασικά επιδιώκεται να προωθηθεί η διαμορφωμένη πλέον θέση ότι ο Εναγόμενος 2 δεν δικαιούται κάλυψη και/ή συνεισφορά από την Τριτοδιάδικο σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι οφείλει ποσό στην Ενάγουσα επειδή κατ' ισχυρισμό υπήρξε αμελής στην εκτέλεση των καθηκόντων του και προέβηκε σε πλημμελή διεκπεραίωση των υποχρεώσεων του στη βάση των επικαλούμενων λεπτομερειών που η Τριτοδιάδικος επιθυμεί να παραθέσει μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, όπως περιήλθαν στην αντίληψη της κάτω από τις συνθήκες που εξήγησε στην ένορκη δήλωση Χωραΐτη. Στην ουσία η αιτούμενη τροποποίηση σχετίζεται άμεσα με τον δεύτερο λόγο που η Τριτοδιάδικος επικαλείται ότι ο Εναγόμενος 2 δεν διαθέτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Η νομολογία επισημαίνει ότι η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Στην παρούσα περίπτωση αν η Τριτοδιάδικος θέσει την δικογραφημένη εκδοχή της στη συνολική της διάσταση τότε, σε συνάρτηση με τις θέσεις των υπολοίπων διαδίκων, όλα τα επίδικα θέματα ξεκάθαρα θα προσδιοριστούν και με ευκολία θα παρουσιαστούν και επιλυθούν αποτελεσματικά μέσω της ίδιας δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση, ως αναπόσπαστο μέρος που είναι της συνολικής μορφής της εκδοχής της Τριτοδιαδίκου, είναι αναγκαία για τον σαφή προσδιορισμό της ουσίας των διαφορών και κατ' επέκταση για τον ξεκάθαρο καθορισμό όλων των επιδίκων ζητημάτων, η εκδίκαση των οποίων θα διευκολυνθεί και θα οδηγήσει στην πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. Είναι η θέση του Εναγομένου 2 ότι τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα του. Πρόκειται για τον δεύτερο λόγο ένστασης. Ωστόσο δεν έχει λεχθεί ενώπιον μου ποια είναι συγκεκριμένα αυτά τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Εναγομένου 2 που επηρεάζονται δυσμενώς και πως ακριβώς συμβαίνει αυτό. Είναι γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε σε δυσμενή επηρεασμό δικαιωμάτων του υπό την έννοια ότι αν κριθεί αμελής και συνεπώς δεν καλύπτεται από την επίμαχη επιστολή μένει εκτεθειμένος καθ' ότι, όπως λέει, η δυνατότητα του να εγείρει άλλες διαδικασίες εντός της παρούσας αγωγής όπως για παράδειγμα να συνενώσει τριτοδιάδικο ή να υποκατασταθεί από ασφαλιστική εταιρεία ή εξωδικαστηριακά τίθεται σε αμφιβολία λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης. Δεν έχω πειστεί από την πιο πάνω θέση του Εναγομένου 2. Η μομφή για ύπαρξη κινδύνου μη οικονομικής κάλυψης του σε περίπτωση που έχει εκτελέσει αμελώς τα καθήκοντα του και/ή ότι ενέργησε εκτός των υποχρεώσεων του ή της ορθής άσκησης τους δεν δικαιούται σε συνεισφορά και/ή σε αποζημίωση από την Τριτοδιάδικο στη βάση της επίμαχης επιστολής που αυτός επικαλέστηκε, υπήρχε, ως δικογραφημένη θέση της Τριτοδιαδίκου, από την αρχή. Συνεπώς δεν έχει προκύψει αλλοίωση της κατάστασης εις βάρος των συμφερόντων του Εναγομένου 2 ένεκα της αιτούμενης τροποποίησης. Θα έλεγα επομένως ότι δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων. Ο τρίτος λόγος ένστασης αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2 ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Επ' αυτού προβάλλονται διάφορα επιχειρήματα που κατά τη γνώμη του Εναγομένου 2 καταδεικνύουν ότι η υπό κρίση αίτηση χαρακτηρίζεται από κακοπιστία και/ή κατάχρηση. Πρώτο επιχείρημα που παρουσιάστηκε είναι ότι η υπό κρίση αίτηση επιδιώκει την κάλυψη κενών και αδυναμιών καθώς επίσης τη διόρθωση νομικών σφαλμάτων της υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου. Ειδικότερα σημειώνεται ότι ενώ στο υφιστάμενο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης η Τριτοδιάδικος επικαλείται τους όρους επιστολής κάλυψης ημερ. 03.11.2011 για να αποκλείσει την ευθύνη της κάλυψης, εντούτοις δεν παραθέτει γεγονότα ή λεπτομέρειες που να στοιχειοθετούν ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ασκούσε επιμελώς τα καθήκοντα του, πράγμα που επιθυμεί να πράξει στο στάδιο αυτό. Όπως έχει ήδη λεχθεί προηγουμένως, η έκθεση υπεράσπισης δικογραφεί ακροθιγώς ζήτημα μη υποχρέωσης κάλυψης του Εναγομένου 2 από μέρους της Τριτοδιαδίκου στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι επέδειξε αμέλεια στις υποχρεώσεις και/ή ότι εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Με την προτεινόμενη τροποποίηση εισάγεται ρητή αναφορά που κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο επιρρίπτεται αμελή συμπεριφορά στον Εναγόμενο και/ή πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων από μέρους του στη βάση λεπτομερειών που παρατίθενται. Εν πάση όμως περιπτώσει, η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή σφάλματος εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). Συνεπώς ακόμη και αν στην παρούσα περίπτωση ισχύουν αυτά που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 2, η υπό κρίση αίτηση δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Παράλληλα η διαπίστωση ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς οποιαδήποτε δικαιώματα του Εναγομένου 2, καθιστά αντιληπτό ότι η έκδοση διαταγής με την οποίαν να επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 2 όλα τα σχετικά έξοδα που προκύπτουν, θεραπεύει την πρόκληση οποιασδήποτε μορφής αδικίας εις βάρος του. Ένα άλλο επιχείρημα που προβλήθηκε από τον Εναγόμενο 2 είναι ότι η Τριτοδιάδικος επικαλέστηκε την έναρξη της ακρόασης στην αγωγή αρ. χχχ/14 του Ε.Δ. Α. για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω)). Εδώ δεν έχουν τεθεί τέτοια στοιχεία ώστε η επικαλούμενη καθυστέρηση να μπορεί να συσχετιστεί άμεσα και ευθέως με την ανυπαρξία καλής πίστης. Η οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση από μόνη της δεν οδηγεί αυτόματα σε κακοπιστία και/ή κατάχρηση της διαδικασίας. Ένα επιπλέον επιχείρημα που χρησιμοποιείται για την επίκληση κακοπιστίας και/ή κατάχρησης είναι ο ισχυρισμός περί μη αποκάλυψης με ακρίβεια των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν έχει αποδειχτεί, από μέρους του Εναγομένου 2 στους ώμους του οποίου βρίσκεται το βάρος τεκμηρίωσης, ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως επικαλείται ο Εναγόμενος 2 και ότι αυτά με τον τρόπο που συνέβησαν προσδίδουν πνοή κακοπιστίας και/ή κατάχρησης στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Αντίθετα οι θέσεις και οι αναφορές της Τριτοδιαδίκου, όπως αυτές περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ενισχύονται από επισυνημμένα έγγραφα. Επίσης προβάλλεται το επιχείρημα ότι η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται για να συμπεριληφθούν ισχυρισμοί που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 ήταν από την αρχή γνωστοί στην Τριτοδιάδικο. Όπως αναφέρει, το ζήτημα της ισχυριζόμενης ευθύνης του δεν ήλθε σε γνώση της Τριτοδιαδίκου συνεπεία της έναρξης της ακρόασης της αγωγής αρ. 508/14 αλλά αποτελούσε ισχυρισμό της Ενάγουσας από την αρχή της διαδικασίας, εξ' ου και ο Εναγόμενος 2 προστέθηκε ως διάδικος στην αγωγή με τον τελευταίο να ενεργοποιεί τη διαδικασία τριτοδιαδίκου. Σε σχέση με το θέμα αυτό παραπέμπω στην προηγούμενη αναφορά μου ότι η έκθεση υπεράσπισης αγγίζει το θέμα αυτό ακροθιγώς δικογραφώντας ζήτημα μη υποχρέωσης κάλυψης του Εναγομένου 2 από μέρους της Τριτοδιαδίκου στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι επέδειξε αμέλεια στις υποχρεώσεις και/ή ότι εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Ο εντοπισμός συγκεκριμένων λεπτομερειών, οι οποίες κατά την Τριτοδιάδικο δικαιολογούν συμπληρωματική δικογράφηση ισχυρισμού με τον οποίον ξεκάθαρα επιρρίπτουν ευθέως ευθύνη αμέλειας και απόδοσης πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων, φαίνεται κάτω από τις συνθήκες που η Τριτοδιάδικος έχει εξηγήσει. Σε τελευταία ανάλυση ο Εναγόμενος 2 δεν έχει θέσει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να θεμελιώνει, ως όφειλε, τον ισχυρισμό του περί κακοπιστίας και κατάχρησης. Ούτε όμως έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της εκδοχής ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από στοιχείο κακοπιστίας και/ή κατάχρησης. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση εδράζεται σε ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Θεωρώ ότι η εισήγηση αυτή δεν έχει έρεισμα. Σε όλη της την έκταση η αιτούμενη τροποποίηση δεν περιέχει μαρτυρικό υλικό αλλά ισχυρισμούς και επικαλούμενα γεγονότα που αφορούν τον Εναγόμενο 2 και χρήζουν δικογράφησης. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης ο Εναγόμενος 2 εγείρει ζήτημα αδικαιολόγητης και υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Ένας από τους παράγοντες που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην παρούσα υπόθεση ο Εναγόμενος προβάλλει δύο επιχειρήματα σχετικά με τον ισχυρισμό του για αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: (α) η υπό κρίση αίτηση προωθήθηκε 5 χρόνια από την καταχώρηση της υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία, (β) επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που η Τριτοδιάδικος γνώριζε από την αρχή και αδικαιολόγητα παρέλειψε να τα παραθέσει ή όφειλε να γνωρίζει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα. Με γνώμονα ότι η έκθεση υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου καταχωρίστηκε στις 04.09.17 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 17.03.22, είναι γεγονός ότι παρήλθαν 4 ½ χρόνια. Ωστόσο θα πρέπει να λεχθεί ότι η καθυστέρηση δεν εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης. Η πλευρά της Τριτοδιαδίκου εξηγεί συγκεκριμένα και με σαφήνεια πότε ακριβώς και κάτω από ποιες συνθήκες περιήλθαν στην αντίληψη της τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που επιθυμεί να δικογραφήσει συμπληρωματικά του περιεχομένου της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης της. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στις §13 και §15 της ένορκης δήλωσης Χ., οι οποίες υποστηρίζονται από τα επισυνημμένα έγγραφα. Η ανάγκη για τροποποίηση του εν λόγω δικογράφου φαίνεται να προέκυψε την περίοδο 23.11.21 μέχρι 27.01.22. Έχοντας υπόψη μου ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 17.03.22 εκ πρώτης όψεως δεν προκύπτει ζήτημα καθυστέρησης υπό τη μορφή ολιγωρίας στην προώθηση της. Βέβαια η αναφορά ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους προέκυψε η ανάγκη της τροποποίησης οφείλεται σε έγγραφα που πρόσφατα έχουν εντοπιστεί, όντως θολώνει το προαναφερόμενο σαφές πλαίσιο συνθηκών. Η αναφορά σε ανεύρεση εγγράφων από την Τριτοδιάδικο και την παράδοση στους δικηγόρους της πριν από μερικές εβδομάδες όντως χρήζουν διευκρίνισης. Σε ποια συγκεκριμένα έγγραφα αναφέρονται, πως εντοπίστηκαν και πότε ακριβώς διαβιβάστηκαν στους δικηγόρους είναι πληροφορίες που θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι ο χρόνος που παρήλθε δεν δικαιολογείται πλήρως ή επαρκώς, η παράλειψη αυτή δεν θα πρέπει να επενεργεί εις βάρος του διαδίκου που επιθυμεί να τροποποιήσει το δικόγραφο του. όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω) όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Την ίδια στιγμή δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου πειστικά στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η Τριτοδιάδικος γνώριζε από την αρχή για τους ισχυρισμούς που επιθυμεί να εισαγάγει με την αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε ότι όφειλε να τους γνωρίζει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να τους είχε εντοπίσει έγκαιρα. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με άλλους σχετικούς παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όπως με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης ή την ανυπαρξία κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης (πιο πάνω)). Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω ότι η ακρόαση της υπόθεσης αυτής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Η μη δικαιολόγηση του χρόνου που παρήλθε πλήρως με απόλυτη πειστικότητα δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση αίτησης τροποποίησης εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων και αφού δεν έχω διαπιστώσει ότι η Τριτοδιάδικος ενέργησε κακόπιστα. Την ίδια στιγμή τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης προσφέρει τη δυνατότητα στην Τριτοδιάδικο να παρουσιάσει μέσα από την ίδια ακροαματική διαδικασία, που όπως λέχθηκε δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, την εκδοχή της συμπληρωμένη και στην ολοκληρωμένη της μορφή στη βάση διασαφηνισμένων και αποκρυσταλλωμένων θέσεων και ισχυρισμών, συνοδευόμενα από λεπτομέρειες, προσπάθεια η οποία δεν διαπνέεται από κακοπιστία. Μ' αυτόν τον τρόπο προσδιορίζεται το σύνολο των επιδίκων θεμάτων, τα οποία θα δικαστούν μέσα από την ίδια δικαστική διαδικασία στην πραγματική και νομική διάσταση τους, χωρίς αυτή η διαδικασία να εκτροχιάζεται σε βαθμό τέτοιο που να παραβιάζονται οι πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Παράλληλα η όποια ζημιά προκαλείται στον Εναγόμενο 2 θεραπεύεται με την έκδοση σχετικής διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Όλοι οι λόγοι ένστασης έχουν εξεταστεί και κρίνονται ανεδαφικοί και αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της και η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης ως το σημείο (Α) της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και τυχόν Απάντηση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεση Υπεράσπισης. Τα τροποποιημένα δικόγραφα να επιδοθούν και στη δικηγόρο της Ενάγουσας. Ένεκα του στοιχείου του επείγοντος που υπάρχει, το παρόν διάταγμα να συνταχθεί εντός 3 εργασίμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 2 και εναντίον της Τριτοδιαδίκου και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 06.04.22 και ώρα 10:00 π.μ. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο